Είσαι σκεύος πλασμένο από τον Θεό. Δόξασε λοιπόν Εκείνον που σε έφτιαξε.

(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

O Θεός δεν είναι αίτιος των κακών!

 
Μεγάλου Βασιλείου

1. Πολλοί είναι οι τρόποι της διδασκαλίας, που μας υπέδειξεν ο ιεροψάλτης Δαβίδ με την εις αυτόν ενέργειαν του αγίου Πνεύματος. Άλλοτε μεν με το να μας διηγήται ο προφήτης τα παθήματά του και την γενναιότητα με την οποίαν υπέμεινε τα συμβάντα, δια του προσωπικού του παραδείγματος μας αφήνει ολοκάθαρην διδασκαλίαν περί υπομονής, όπως όταν λέγη· «Κύριε, διατί έχουν πληθυνθή οι εχθροί μου»[1]. Άλλοτε δε συστήνει την αγαθότητα του Θεού και την ταχύτητά του εις την βοήθειαν, την οποίαν παρέχει εις αυτούς που αληθινά τον επιζητούν, με το να λέγη· «εις την επίκλησίν μου με εισήκουσεν ο Θεός μου, που είναι Θεός της δικαιοσύνης»[2]. Και αυτά λέγω ότι ισοδυναμούν με τον προφήτην που είπεν· «ενώ θα ομιλής ακόμη εσύ, θα ειπή· να, είμαι παρών»[3]. Δηλαδή, δεν επρόφθασε να τον επικαλεσθή και η ακοή του Θεού επρόλαβε το τέλος της προσευχής. Όταν πάλιν αναπέμπη εις τον Θεόν ικετηρίους προσευχάς και δεήσεις, μας διδάσκει κατά ποίον τρόπον αρμόζει οι αμαρτωλοί να εξιλεώνουν τον Θεόν. «Κύριε, να μη με κρίνης ανάλογα με τον θυμόν σου, και να μη με τιμωρήσης ανάλογα με την οργήν σου»[4]. Εις τον δωδέκατον δε ψαλμόν με τους λόγους· «ως πότε, Κύριε, θα με λησμονής ολοτελώς;»[5], δια να μας δείξη κάποιαν παράτασιν δοκιμασίας.

Και με ολόκληρον τον ψαλμόν δια να μας διδάξη να μη λιποψυχούμεν κατά τας θλίψεις, αλλά να αναμένωμεν την αγαθότητα του Θεού και να ηξεύρωμεν ότι λόγω κάποιας οικονομίας μας παραδίδει εις τας δοκιμασίας των θλίψεων, επιβάλλων το μέτρον των δοκιμασιών ανάλογα με τον βαθμόν της πίστεως, που υπάρχει εις τον καθένα. Αφού λοιπόν έχει λεχθή το, «ως πότε, Κύριε, θα με λησμονής ολοτελώς;» και το, «ως πότε θα αποστρέφης το πρόσωπόν σου από εμέ;»[6], αμέσως μεταβαίνει εις το κακόν των αθέων. Αυτοί, όταν τους εύρη κάποια μικρά δυσκολία εις την ζωήν, επειδή δεν ημπορούν να υποφέρουν τας δυσκολωτέρας περιστάσεις των πραγμάτων, αμέσως αμφιβάλλουν με την διάνοιάν των, εάν υπάρχη Θεός που φροντίζει δια τα εδώ πράγματα, εάν παρατηρή το καθένα απ’ αυτά, εάν αποδίδη δικαιοσύνην εις τον καθένα κατ’ αξίαν. Έπειτα όταν ιδούν τους εαυτούς των να παραμένουν περισσότερον εις τα δυσάρεστα εμπεδώνουν το πονηρόν δόγμα και αποφαίνονται εις τας καρδίας των ότι δεν υπάρχει Θεός. «Ο άφρων είπε μέσα του· δεν υπάρχει Θεός»[7]. Και αυτό αφού το βάλλη εις το μυαλόν του, διαπράττει λοιπόν αφθόνως κάθε αμαρτίαν. Διότι εάν δεν υπάρχη αυτός που επιβλέπει, εάν δεν υπάρχη αυτός που ανταποδίδει εις τον καθένα ανάλογα με τας πράξεις της ζωής του, τι εμποδίζει να καταδυναστεύωμεν τον πτωχόν, να σκοτώνωμεν τα ορφανά, να φονεύωμεν την χήραν και τον πάροικον, να αποτολμούμεν κάθε ανοσιούργημα, να μολυνώμεθα με ακάθαρτα και βδελυρά πάθη και με όλας τας κτηνώδεις επιθυμίας; Δια τούτο ως συνέπειαν του ότι δεν υπάρχει Θεός, επρόσθεσε το, «διεφθάρησαν και διέπραξαν βδελυρά έργα»[8]. Διότι είναι αδύνατον να εκτραπούν από τον σωστόν δρόμον, εάν αι ψυχαί των δεν ασθενήσουν από την ασθένειαν της λήθης του Θεού.

2. Από πού οι ειδωλολάτραι έχουν παραδοθή «εις ανάξιον νουν, ώστε να κάνουν αυτά που δεν αρμόζει»[9]; Όχι διότι είπαν, «δεν υπάρχει Θεός»; Από πού έχουν βουτηχθή εις «πάθη ατιμωτικά και αι γυναίκες των αντήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν με την αφύσικον και οι άνδρες ασελγούν με άνδρας»[10]; Όχι διότι «αντήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού με τα ομοιώματα των κτηνών, των τετραπόδων και των ερπετών»[11]; Άφρων λοιπόν, διότι πράγματι στερείται νου και φρονήσεως, αυτός που λέγει ότι δεν υπάρχει Θεός. Παραπλήσιος προς αυτόν και μάλιστα άνθρωπος που δεν υστερεί καθόλου εις αφροσύνην, είναι και αυτός που λέγει ότι ο Θεός είναι αίτιος των κακών. Θεωρώ δηλαδή ότι η αμαρτία αυτών είναι ισότιμος, διότι και ο ένας και ο άλλος εξ ίσου αρνούνται τον αγαθόν Θεόν. Διότι ο μεν ένας ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ουδόλως, ο δε άλλος προσδιορίζει ότι αυτός δεν είναι αγαθός. Διότι εάν είναι αίτιος των κακών, είναι ολοφάνερον ότι δεν είναι αγαθός, ώστε και από τας δύο πλευράς υπάρχει άρνησις του Θεού. Από πού, λέγει, προέρχονται αι ασθένειαι; Από πού οι πρόωροι θάνατοι; Από πού αι ολοσχερείς καταστροφαί των πόλεων; Τα ναυάγια; Οι πόλεμοι; Αι ασθένειαι; Και όλα αυτά βεβαίως είναι κακά, λέγει, και όλα είναι έργα του Θεού. Ώστε ποίον άλλον ημπορούμεν να κατηγορήσωμεν δια τα γεγονότα, αν όχι τον Θεόν; Έλα τώρα λοιπόν, επειδή έχομεν εμπλακή εις το πολυθρύλητον αυτό ζήτημα, αφού οδηγήσωμεν τον λόγον εις κάποιαν παραδεκτήν αρχήν και ασχοληθούμεν με μεγαλυτέραν ζέσιν με το πρόβλημα, ας προσπαθήσωμεν να δώσωμεν σαφή και ασύγχυτον την εξήγησιν περί αυτού.

3. Πρέπει λοιπόν να έχωμεν προκαταβολικώς εις την σκέψιν μας ένα πράγμα· ότι, επειδή είμεθα πλάσμα του αγαθού Θεού και από αυτόν διατηρούμεθα, που δι’ ημάς και τα μικρά και τα μεγαλύτερα οικονομεί, δεν θα πάθωμεν κάτι, όταν ο Θεός δεν θέλη, αλλ’ ούτε από αυτά που υποφέρομεν είναι κάτι βλαβερόν ή τέτοιον, ώστε να είναι κάπως καλύτερον, δια να γίνη αντιληπτόν και με την σκέψιν. Οι μεν θάνατοι προέρχονται βεβαίως από τον Θεόν, αλλ’ όμως ο θάνατος εξάπαντος δεν είναι κακόν, εκτός εάν κάποιος εννοή μόνον τον θάνατον του αμαρτωλού. Διότι η απαλλαγή από τα εδώ δεινά είναι η αρχή των κολάσεων εις τον άδην. Και πάλιν τα κακά εις τον άδην δεν έχουν αίτιον τον Θεόν, αλλ' ημάς τους ιδίους. Διότι αρχή και ρίζα της αμαρτίας είναι η ελευθερία μας και το αυτεξούσιον. Διότι θα ημπορούσαν αυτοί που δεν διαπράττουν το κακόν να μη έχουν καμμίαν συμφοράν· αυτοί αφού εδολώθησαν εις την αμαρτίαν δια της ηδονής, ποίαν εύλογον δικαιολογίαν θα ημπορούσαμεν να αναφέρωμεν το ότι αυτοί οι ίδιοι δεν έχουν γίνει αίτιοι των συμφορών εις τους εαυτούς των; Κακόν λοιπόν είναι αφ’ ενός μεν ως προς την ιδικήν μας αντίληψιν, αφ’ ετέρου δε ως προς την καθ’ αυτό φύσιν. Το φυσικόν λοιπόν κακόν εξαρτάται από ημάς· δηλαδή η αδικία, η ασέλγεια, η αφροσύνη, η δειλία, οι φθόνοι, οι φόνοι, αι δηλητηριάσεις, αι ραδιουργίαι και όσα κακά συγγενεύουν μ' αυτά, με το να καταμολύνουν την ψυχήν, που έχει δημιουργηθή σύμφωνα με την εικόνα του κτίστου μας, και φυσικά αμαυρώνουν το κάλλος της. Επίσης κακόν λέγομεν ό,τι είναι δι’ ημάς επίπονον και οδυνηρόν εις τας αισθήσεις· δηλαδή την σωματικήν ασθένειαν, τας σωματικάς πληγάς, την στέρησιν των αναγκαίων, την αισχύνην, την χρηματικήν ζημίαν και την απώλειαν των συγγενών. Το καθένα από αυτά προκαλείται εις ημάς από τον φρόνιμον και αγαθόν Δεσπότην δια το συμφέρον μας. Διότι με το να αφαιρή τον πλούτον από αυτούς που τον χρησιμοποιούν κακώς, καταστρέφει έτσι το όργανον της αδικίας των. Δίδει δε αρρώστιαν εις αυτούς, οι οποίοι είναι ωφελιμώτερον να έχουν δεμένα τα μέλη των παρά να έχουν τας ορμάς των ανεμποδίστους προς την αμαρτίαν. Οι θάνατοι δε επέρχονται, όταν συμπληρωθούν τα όρια της ζωής, που εξ αρχής δια τον καθένα ώρισεν η δικαία κρίσις του Θεού, ο οποίος από μακρυά προβλέπει τα συμφέρον δια τον καθένα από μας. Πείνα, ξηρασίαι, βροχαί άφθονοι, είναι κοιναί πληγαί που πλήττουν πόλεις και έθνη, δια να περιορίζουν την υπερβολήν του κακού. Όπως λοιπόν ο ιατρός είναι ευεργέτης, είτε πόνους, είτε άλγη επιβάλλει εις το σώμα (διότι μάχεται εναντίον της νόσου και όχι του αρρώστου), έτσι αγαθός είναι ο Θεός που οικονομεί την σωτηρίαν εις το σύνολον δια των μερικών κολάσεων. Εσύ δε τον ιατρόν που άλλα μεν κόπτει, άλλα δε καυτηριάζει και άλλα καθ’ ολοκληρίαν αφαιρεί από το σώμα, δεν τον κατηγορείς δια τίποτε, αλλά και χρήματα βεβαίως τον πληρώνεις και σωτήρα τον αποκαλείς, διότι σταματά την ασθένειαν, όταν εμφανισθή εις μικρόν μέρος, προτού η αρρώστια εξαπλωθή εις ολόκληρον το σώμα. Όταν όμως ιδής πόλιν να έχη σωριασθή από σεισμόν επάνω εις τους κατοίκους της ή πλοίον να έχη κατασυντριβή εις την θάλασσαν αύτανδρον, δεν διστάζεις να βλασφημής εναντίον του αληθινού ιατρού και σωτήρος. Και όμως έπρεπε να κατανοήσωμεν ότι, όταν οι άνθρωποι αρρωστούν από ελαφράς ασθενείας και θεραπευσίμους, δέχονται τας ωφελείας των φροντίδων, όταν δε η ασθένεια αποδειχθή ανωτέρα της θεραπείας, καθίσταται αναγκαία η απομάκρυνσις του αχρηστευθέντος μέλους, ώστε να μη επεκταθή εις τα ευαίσθητα η νόσος δια της συνεχούς προόδου. Όπως λοιπόν ο ιατρός δεν είναι αίτιος δια την εγχείρησιν ή δια την καυτηρίασιν, αλλ' η αρρώστια, έτσι και οι εξαφανισμοί των πόλεων, οι οποίοι έχουν την αρχήν των εις τα υπερβολικά αμαρτήματα, απαλλάσσουν τον Θεόν από κάθε κατηγορίαν.

4. Αλλ’ εάν βεβαίως ο Θεός είναι ανεύθυνος δια τα κακά, λέγει, τότε πώς έχει ειπωθή ο λόγος· «εγώ είμαι αυτός που κατεσκεύασε το φως και που έκαμε το σκότος, αυτός που φέρει την ευτυχίαν και προκαλεί την δυστυχίαν»[12]; Και πάλιν «το κακόν, λέγει, κατέβη από τον Κύριον εις την πύλην της Ιερουσαλήμ»[13], και «δεν υπάρχει κακόν εις την πόλιν που να μη το έκαμεν ο Κύριος»[14]. Και εις την μεγάλην ωδήν του Μωυσέως· «ιδέστε, ιδέστε, ότι εγώ υπάρχω και δεν υπάρχει άλλος Θεός από εμέ, εγώ θανατώνω και ζωοποιώ, εγώ πληγώνω και θεραπεύω»[15]. Αλλά δι’ αυτόν που καταλαβαίνει το νόημα της Γραφής τίποτε από αυτά δεν συνιστά κατηγορίαν εναντίον του Θεού ότι είναι αίτιος και δημιουργός των κακών. Διότι αυτός που είπεν ότι «εγώ είμαι αυτός που κατεσκεύασε το φως και εποίησε το σκότος», με αυτά παρουσιάζει τον εαυτόν του δημιουργόν της κτίσεως, όχι δημιουργόν κάποιου κακού. Δια να μη νομίσης λοιπόν ότι άλλος μεν είναι αίτιος του φωτός, άλλος δε του σκότους, ωνόμασε τον εαυτόν του ποιητήν και τεχνίτην αυτών που φαίνονται να είναι αντίθετα εις την κτίσιν, δια να μη ζητήσης άλλον δημιουργόν του πυρός και άλλον του νερού, μήτε άλλον του αέρος και άλλον της γης. Διότι φαίνεται πως αυτά αντιτίθενται μεταξύ των κατά τον λόγον της αντιθέσεως των ποιοτήτων. Πράγμα που πολλοί το έπαθαν και εστράφησαν προς την πολυθεΐαν. Κάμνει δε ειρήνην και δημιουργεί κακά. Πράγματι σε ειρηνεύει, όταν με την καλήν διδασκαλίαν θα γαληνεύση τον νουν σου και θα καταπραΰνη τα πάθη που επαναστατούν εναντίον της ψυχής. «Κτίζει δε κακά», δηλαδή τα μεταποιεί και τα βελτιώνει, ώστε παραμεριζόμενα δια το ότι είναι κακά, να μετέχουν εις την ρύσιν του καλού. «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός»[16]. Όχι να δημιουργήσης τώρα, αλλά να καινουργιώσης αυτήν που επαλαίωσεν από την κακίαν. Και «δια να κτίση τους δύο εις ένα νέον άνθρωπον»[17]. Το «να κτίση» δεν σημαίνει να δημιουργήση από το μηδέν, αλλά να μεταρρυθμίση αυτούς που υπάρχουν. Και «ο ενωμένος με τον Χριστόν είναι καινή κτίσις»[18]. Και πάλιν ο Μωυσής· «δεν είναι αυτός ο ίδιος ο πατέρας σου που σε απέκτησε και σε εποίησε και σε έκτισε;»[19]. Δηλαδή ξεκάθαρα εδώ με το να ταχθή μετά την ποίησιν η κτίσις, μας διδάσκει ότι έχει ταχθή δια την βελτίωσιν, διότι το όνομα της κτίσεως σημαίνει τα πολλά. Ώστε όταν κάμνη ειρήνην, έτσι κάμνει την ειρήνην, με το να κτίζη τα κακά, δηλαδή με το να μεταποιή και οδηγή εις καλλιτέρευσιν. Έπειτα λοιπόν και αν ακόμη εννοήσης ως ειρήνην την απαλλαγήν από τους πολέμους και ως κακόν ειπής τα δεινά που ακολουθούν αυτούς που πολεμούν, δηλαδή εκστρατείας έξω από τα όρια της πατρίδος, κόπους, αγρυπνίας, αγωνίας, ιδρώτας, τραύματα, σφαγάς, αλώσεις πόλεων, αιχμαλωσίας, απαγωγάς, τα οικτρά θεάματα των φονευθέντων και με μίαν λέξιν, όσα λυπηρά συνοδεύουν τους πολέμους, λέγομεν ότι έχουν γίνει με την δικαίαν κρίσιν του Θεού, ο οποίος επιφέρει με τους πολέμους τας τιμωρίας εις αυτούς που αξίζουν τας κολάσεις. Ή μήπως εσύ θα ήθελες να μη είχαν κατακαή τα Σόδομα ύστερα από τα ανοσιουργήματα εκείνα; Ή να μη είχε καταστραφή η Ιερουσαλήμ, μήτε να είχε ερημωθή ο ναός υστέρα από την φρικτήν και παράφρονα ενέργειαν των Ιουδαίων εναντίον του Κυρίου; Πώς αλλιώς θα ήταν σωστόν να γίνουν αυτά, αν όχι με τα ρωμαϊκά χέρια, εις τα οποία οι Ιουδαίοι, οι εχθροί της ζωής των, παρέδωκαν τον Κύριόν μας; Ώστε είναι δυνατόν κάποτε και μάλιστα δικαίως να έχουν επιβληθή τα κακά του πολέμου εις αυτούς που τα αξίζουν. Και τον λόγον, «εγώ θανατώνω και εγώ ζωοποιώ,» να τον αποδέχεσαι, εάν θέλης, κατά το πρόχειρον νόημά του. Διότι ο φόβος οικοδομεί τους απλοϊκωτέρους. «Εγώ πληγώνω και εγώ θεραπεύω». Και τούτο είναι χρήσιμον να εννοήται από μόνον του. Διότι η μεν πληγή εμβάλλει τον φόβον, η δε θεραπεία προτρέπει προς την αγάπην. Σου επιτρέπεται βεβαίως να διανοηθής και κάπως υψηλότερα δια τα όσα έχουν ειπωθή. Εγώ θα θανατώσω με την αμαρτίαν και θα ζωοποιήσω με την δικαιοσύνην. Διότι «όσον ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται, τόσον ο εσωτερικός ανακαινουργιώνεται»[20]. Λοιπόν δεν αποκτείνει άλλον και άλλον ζωοποιεί, αλλά τον ίδιον, με αυτά που τον σκοτώνει, τον ζωοποιεί, και με αυτά που τον πληγώνει, τον θεραπεύει, σύμφωνα με την παροιμίαν που λέγει ότι «συ μεν θα τον πατάξης με την ράβδον, θα σώσης όμως την ψυχήν του από τον θάνατον»[21]. Λοιπόν πληγώνεται μεν η σάρκα, δια να θεραπευθή η ψυχή, θανατώνεται η αμαρτία, δια να ζήση η δικαιοσύνη. Επίσης το, «κατέβη το κακόν από τον Κύριον εις την πύλην της Ιερουσαλήμ» είναι αυτοεξήγητον. Ποίον κακόν; Ο θόρυβος των αμαξών και των καβαλλαρέων. Όταν δε ακούσης «δεν υπάρχει κακόν εις την πόλιν που να μη το έκαμεν ο Κύριος», να εννοής το όνομα της κακίας, ότι δηλαδή ο λόγος υπονοεί την κάκωσιν που γίνεται εις τους αμαρτωλούς προς διόρθωσιν των πλημμελημάτων. Διότι «σε εταλαιπώρησα, λέγει, και σε άφησα να πεινάσης δια να σε ευεργετήσω»[22] δια να σταματήσω την κακίαν προτού υπερβολικά εξαπλωθή, όπως το ρεύμα του ποταμού που συγκρατείται με κάποιον ισχυρόν φράκτην και αντιτείχισμα.

5. Δια τούτο αι αρρώστιαι των πόλεων και των εθνών, αι ξηρασίαι των αέρων και αι ακαρπίαι της γης και αι ακόμη πιο σκληραί περιστάσεις εις την ζωήν του καθενός περικόπτουν την αύξησιν της κακίας. Ώστε όλα τα κακά αυτά που προέρχονται από τον Θεόν, αφαιρούν την αιτίαν της δημιουργίας των πραγματικών κακών. Διότι και αι σωματικαί κακώσεις και τα έξω από το σώμα δυσάρεστα, έχουν επινοηθή προς αποχήν από την αμαρτίαν. Ο Θεός λοιπόν καταστρέφει το κακόν και το κακόν δεν προέρχεται από τον Θεόν. Διότι και ο ιατρός δεν εμβάλλει την αρρώστιαν εις το σώμα αλλά την βγάζει απ’ αυτό. Οι αφανισμοί των πόλεων και οι σεισμοί και αι πλημμύραι και αι απώλειαι των στρατευμάτων και τα ναυάγια και όλαι αι πολυάνθρωποι καταστροφαί, είτε από την γην, είτε από την θάλασσαν, είτε από τον αέρα, είτε από την φωτιάν, είτε από οποιανδήποτε αιτίαν προκαλούνται, γίνονται δια τον σωφρονισμόν αυτών που επιζούν. Διότι ο Θεός με δημοσίας μάστιγας σωφρονίζει την παλλαϊκήν κακίαν. Το κυρίως κακόν λοιπόν είναι η αμαρτία, και εξαρτάται από την βούλησίν μας. Αυτή αξίζει μάλιστα να ονομάζεται κακόν. Από μας εξαρτάται ή να απέχωμεν από την κακίαν ή να είμεθα μοχθηροί. Από τα λοιπά κακά, άλλα μεν προβάλλονται ως αγωνίσματα προς επίδειξιν ανδρείας, όπως εις τον Ιώβ η στέρησις των παιδιών, η εξαφάνισις του πλούτου ολοκλήρου εις μίαν στιγμήν, η πληγή της λέπρας, άλλα δε προς θεραπείαν των αμαρτιών που διεπράχθησαν, όπως εις τον Δαβίδ η ατίμωσις του βασιλικού οίκου, διότι ετιμωρείτο διά την παράνομον επιθυμίαν. Επίσης και κάποιο άλλο είδος από τα φοβερά έχομεν μάθει ότι επιφέρει η δικαία κρίσις του Θεού δια να κάμη περισσότερον σώφρονας αυτούς που εύκολα ρέπουν προς την αμαρτίαν. Όπως λ.χ. ο Δαθάν και ο Αβειρών που τους κατέπιεν η γη, με τους λάκκους και τα χάσματα που άνοιξε δι’ αυτούς[23]. Εδώ βεβαίως δεν είναι οι ίδιοι που με τον τρόπον αυτόν της τιμωρίας έγιναν καλύτεροι (διότι πώς ήταν δυνατόν αυτοί που κατέβησαν εις τον άδην να γίνουν καλύτεροι;), αλλά με το παράδειγμά των έχουν κάμει πιο σώφρονας τους υπολοίπους. Έτσι και ο φαραώ κατεποντίσθη με ολόκληρον την στρατιάν του[24]. Έτσι κατεστράφησαν αυτοί που κατοικούσαν πρώτα την Παλαιστίνην. Ώστε και αν κάποτε ο απόστολος λέγει «σκεύη οργής που κατεσκευάσθησαν δια να καταστραφούν»[25], να μη νομίσωμεν ότι είναι κάποια πονηρά κατασκευή (διότι έτσι η αιτία θα αποδοθή δικαιότερα εις τον κατασκευαστήν), αλλ’ όταν ακούσης «σκεύη» να εννοής ότι ο καθένας από μας έχει γίνει δια κάτι χρήσιμον. Και όπως εις το αρχοντικόν σπίτι, άλλο μεν είναι χρυσούν σκεύος, άλλο αργυρένιον, άλλο δε οστράκινον, άλλο δε ξύλινον[26] (αφού η βούλησις του καθενός παρέχει την ομοιότητα εις τα υλικά, και χρυσούν μεν σκεύος είναι αυτός που είναι καθαρός εις τον χαρακτήρα και άδολος, από άργυρον δε αυτός που είναι κατώτερος ως προς την αξίαν από εκείνον, από όστρακον δε αυτός που φρονεί τα γήινα και είναι κατάλληλος δια να συντριβή, και από ξύλον αυτός που εύκολα καταλερώνεται από την αμαρτίαν και γίνεται υλικόν δια το αιώνιον πυρ), έτσι και «σκεύος οργής», είναι αυτός που, ωσάν αγγείον, εχώρησε την διαβολικήν ενέργειαν και που εξ αιτίας της δυσωδίας, η οποία έχει επισυμβή εις αυτόν από την σήψιν, δεν ημπορεί πλέον να οδηγηθή εις χρήσιν, αλλ’ αξίζει μόνον να εξαφανισθή και να χαθή. Δια τούτο ακριβώς επειδή έπρεπε να καταστραφή αυτός, ο σοφός και φρόνιμος οικονόμος των ψυχών, τον εκυβέρνησε να γίνη ένδοξος και εξακουστός εις όλους, δια να αποβή λοιπόν με το πάθημά του ωφέλιμος εις τους άλλους, διότι αυτός ήταν αθεράπευτος λόγω της υπερβολικής κακίας του. Τον εσκλήρυνε δε με την μακροθυμίαν και με την αναβολήν της τιμωρίας, επιτείνων την κακίαν του, δια να φανερωθή εις αυτόν η δικαιοσύνη της θείας κρίσεως με το να αυξηθή εις το έπακρον όριον η κακία του. Δια τούτο από μικρότερα κτυπήματα, πάντοτε προσθέτων και επιτείνων τας συμφοράς, δεν εμαλάκωσε το ανυπότακτον φρόνημά του, αλλά τον συνελάμβανε και να καταφρονή την ανοχήν του Θεού και να έχη συνηθίσει εις τα δεινά που του επεβάλλοντο. Και όμως ούτε έτσι τον παρέδωκεν εις τον θάνατον, μέχρις ότου ο ίδιος κατεπόντισε τον εαυτόν του, όταν επάνω εις την αλαζονείαν της καρδίας του επεχείρησε να αντισταθή εις την πορείαν των δικαίων και ενόμισεν ότι η Ερυθρά θάλασσα θα διαβαθή και απ' αυτόν, όπως και από τον λαόν του Θεού. Τώρα λοιπόν αφού γνωρίζεις ότι αυτά είναι τα είδη του κακού που προέρχονται από τον Θεόν και τα έχεις ξεχωρίσει εντός σου, και αφού γνωρίζεις καλά αφ' ενός μεν τι είναι το πραγματικώς κακόν, ότι είναι η αμαρτία, της οποίας το τέλος είναι η καταστροφή, αφ' ετέρου δε τι αυτό που φαίνεται μεν κακόν εξ αιτίας του αισθήματος του πόνου, έχει δε δύναμιν αγαθού, όπως αι κακώσεις που επιβάλλονται δια να αποτραπή η αμαρτία, των οποίων οι καρποί είναι η αιώνιος σωτηρία των ψυχών, να παύσης να δυσαρεστήσαι με τας οικονομίας του Θεού. Γενικά δε να μη θεωρής τον Θεόν αίτιον της υπάρξεως του κακού, μήτε να φαντάζεσαι ότι το κακόν έχει ιδίαν υπόστασιν. Διότι η κακία δεν είναι κάτι που υπάρχει, όπως ακριβώς κάποιο ζώον, ούτε ημπορούμεν να θεωρήσωμεν υπαρκτήν την ουσίαν αυτής. Διότι το κακόν είναι στέρησις του αγαθού. Ο οφθαλμός κατεσκευάσθη. Η τύφλωσις όμως επέρχεται με την απώλειαν των ματιών. Ώστε, εάν ο οφθαλμός δεν ήταν από φθαρτήν φύσιν, η τύφλωσις δεν θα είχε θέσιν. Έτσι και το κακόν δεν έχει ιδίαν ύπαρξιν, αλλ' έρχεται κατόπιν εις τας αναπηρίας της ψυχής. Ούτε βεβαίως είναι αγέννητον, όπως διδάσκουν οι ασεβείς[27], οι οποίοι κάμνουν ομότιμον την πονηράν με την αγαθήν φύσιν, εάν και η μία και η άλλη είναι άναρχοι, τότε είναι ανώτεραι και από την γένεσιν. Αλλ’ ούτε γεννητόν το κακόν. Διότι εάν όλα προέρχωνται από τον Θεόν, τότε πώς είναι δυνατόν το κακόν να προέρχεται από το αγαθόν; Διότι ούτε το αισχρόν προέρχεται από το καλόν, ούτε η κακία από την αρετήν. Ανάγνωσε την διήγησιν της δημιουργίας του κόσμου και θα εύρης εκεί ότι «πάντα καλά και μάλιστα λίαν καλά»[28]. Το κακόν λοιπόν δεν εκτίσθη συγχρόνως με τα καλά. Αλλ’ ούτε η νοερά κτίσις, όταν εγίνετο από τον Δημιουργόν ήλθεν εις την ύπαρξιν ανάμικτος με την κακίαν. Διότι εάν τα υλικά σώματα είχαν σύμφυτον το κακόν εντός των, πώς τότε τα νοητά που διαφέρουν τόσον πολύ εις καθαρότητα και αγιασμόν, θα είχαν κοινήν με το κακόν την ύπαρξιν; Αλλ' όμως το κακόν υπάρχει και η ενέργεια φανερώνει ότι είναι πολύ διάχυτον εις ολόκληρον τον κόσμον. Από πού λοιπόν έχει την ύπαρξιν αυτό, εάν δεν είναι ούτε άναρχον, λέγει, ούτε έχει δημιουργηθή;

6. Να αντιρωτηθούν αυτοί που διερευνούν αυτά· από πού αι ασθένειαι; από πού αι σωματικαί αναπηρίαι; Διότι η νόσος ούτε αγέννητος είναι, αλλ’ ούτε και δημιούργημα του Θεού. Τα ζωντανά όμως εκτίσθησαν φυσικά μαζί με την πρέπουσαν εις αυτά κατασκευήν και παρήχθησαν εις την ζωήν τέλεια και αρτιμελή, ησθένησαν δε αφού εξετράπησαν από την φυσικήν των κατάστασιν. Διότι χάνουν την υγείαν των ή λόγω κακής διαίτης ή λόγω οποιασδήποτε άλλης αιτίας που προκαλεί ασθένειαν. Ο Θεός λοιπόν έπλασε σώμα, όχι αρρώστιαν. Ο Θεός εποίησε την ψυχήν, όχι όμως την αμαρτίαν. Η ψυχή εταλαιπωρήθη, αφού εξέφυγεν από την φυσικήν της κατάστασιν. Ποίον όμως υπήρξε δι’ αυτήν το προηγούμενον αγαθόν; Η θέσις της δίπλα εις τον Θεόν και η ένωσις δια της αγάπης, από την οποίαν αφού εξέπεσεν, εταλαιπωρήθη από ποικίλας και πολυμόρφους ασθενείας. Διατί όμως γενικά η ψυχή είναι δεκτική του κακού; Εξ αιτίας της αυτεξουσίου ορμής, η οποία μάλιστα αρμόζει εις λογικήν φύσιν. Διότι αφού απεδεσμεύθη από κάθε αναγκαιότητα και έλαβεν από τον κτίστην ελευθέραν ζωήν, λόγω του ότι έχει δημιουργηθή σύμφωνα με την εικόνα του Θεού, αντιλαμβάνεται μεν το αγαθόν και γνωρίζει πολύ καλά την απόλαυσίν του, διαθέτει δε εξουσίαν και δύναμιν να διατηρή την κατά φύσιν ζωήν της, εφ’ όσον παραμένει εις την θεωρίαν του καλού και εις την απόλαυσιν των νοητών. Έχει όμως εξουσίαν και να αρνηθή κάποτε το καλόν. Και αυτό συμβαίνει εις αυτήν, όταν αναμιχθή με την σάρκα εξ αιτίας των αισχρών ηδονών, αφού πρώτα χορτάση από την μακαρίαν τέρψιν και τρόπον τινά αποκοιμηθή και αποχωρισθή από τα άνω.

7. Ο Αδάμ υπήρξε κάποτε επάνω, όχι τοπικώς αλλά κατά το φρόνημα. Τότε, μόλις εψυχώθη και εκύτταξεν εις τον ουρανόν, έγινεν όλος χαρά με αυτά που έβλεπεν · αγαπούσε τον ευεργέτην που του είχε χαρίσει την απόλαυσιν της αιωνίου ζωής, τον είχεν αναπαύσει με τας τέρψεις του παραδείσου, του είχε δώσει εξουσίαν ομοίαν με των αγγέλων και τον είχε κάμει ομοδίαιτον με τους αρχαγγέλους και ακροατήν της φωνής του Θεού. Ενώ επροστατεύετο από τον Θεόν με όλα αυτά, και απελάμβανε τα αγαθά του, πολύ γρήγορα, αφού εχορτάσθη από όλα και τρόπον τινά αυθαδίασεν από τον κόρον, επροτίμησεν αντί της νοητής ομορφιάς αυτό που εφάνη τερπνόν εις τα σαρκικά μάτια, και αντί των πνευματικών απολαύσεων εθεώρησε πολυτιμότερον το γέμισμα της κοιλίας. Και αμέσως ευρέθη έξω από τον παράδεισον, έξω από την μακαρίαν εκείνην διαβίωσιν. Δεν έγινεν από ανάγκην κακός, αλλά λόγω απερισκεψίας. Δια τούτο και ημάρτησεν εξ αιτίας κακής εκλογής και απέθανεν εξ αιτίας της αμαρτίας. «Διότι το τίμημα της αμαρτίας είναι ο θάνατος»[29]. Δηλαδή όσον απεμακρύνετο από την ζωήν, τόσον επλησίαζεν εις τον θάνατον. Διότι ο Θεός είναι ζωή· ο θάνατος είναι στέρησις της ζωής. Ώστε ο Αδάμ επροκάλεσε τον θάνατον με την απομάκρυνσιν από τον Θεόν, σύμφωνα με τον λόγον της Γραφής· «ότι να, αυτοί που φεύγουν μακράν από σε, θα καταστραφούν»[30]. Έτσι δεν είναι ο Θεός αυτός που εδημιούργησε τον θάνατον, αλλ' ημείς τον επροκαλέσαμεν εις τους εαυτούς μας με την κακήν θέλησιν. Αλλ' όμως ούτε ημπόδισε την διάλυσιν δια του θανάτου, λόγω των αιτιών που είπαμεν προηγουμένως, δια να μη διατηρήση αθάνατον εις ημάς την αρρώστιαν. Όπως εάν κάποιος δεν θα κατεδέχετο να βάλη εις την φωτιάν δια ψήσιμον πήλινον σκεύος που ερράγισε, προτού θεραπεύση το ελάττωμά του δια της ανακατασκευής του. Αλλά διατί δεν έχομεν εις την φύσιν μας την αναμαρτησίαν, λέγει, ώστε, και όταν ακόμη θέλωμεν, να μη υπάρχη εις ημάς η αμαρτία; Διότι και εσύ τους δούλους δεν τους θεωρείς φίλους, όταν τους κρατάς δέσμιους, αλλ’ όταν τους ιδής εκουσίως να εκτελούν τα καθήκοντα προς σε. Και εις τον Θεόν λοιπόν δεν αρέσει ό,τι γίνεται εξ ανάγκης, αλλ’ αυτό που επιτυγχάνεται δια της αρετής. Η δε αρετή επιτυγχάνεται με την ελευθέραν βούλησιν και όχι με την αναγκαιότητα. Η ελευθέρα βούλησις έχει εξαρτηθή από τα «εφ’ ημίν»[31]. Το «εφ’ ημίν» όμως είναι το αυτεξούσιον. Αυτός λοιπόν ο οποίος κατηγορεί τον ποιητήν, διότι δεν μας έκαμεν εκ φύσεως αναμαρτήτους, δεν προτιμά τίποτε άλλο παρά την άλογον φύσιν από την λογικήν, και αυτήν που δεν κινείται και δεν έχει ορμήν από την προαιρετικήν και έμπρακτον. Αυτά αν και παρεκβατικώς, αλλά κατ’ ανάγκην τα είπαμεν, δια να μη, αφού καταβαραθρωθής εις διαλογισμούς, κοντά εις την στέρησιν των αξιολόγων υπομείνης επί πλέον και την στέρησιν του Θεού. Ας σταματήσωμεν λοιπόν να διορθώνωμεν τον σοφόν. Ας σταματήσωμεν να επιζητούμεν κάτι καλύτερον από αυτά που αυτός εδημιούργησε. Διότι εάν μας διαφεύγουν τα αίτια των επί μέρους σχεδίων, τουλάχιστον ας ενυπάρχη εις τας ψυχάς μας ένα βεβαίως δόγμα, εκείνο· ότι δηλαδή κανένα κακόν δεν γίνεται από το αγαθόν.

8. Κοντά εις αυτό δε εισέρχεται προς εξέτασιν, κατά την ακολουθίαν της εννοίας, και το πρόβλημα το σχετικόν με τον διάβολον. Εάν τα κακά δεν προέρχωνται από τον Θεόν, τότε από πού ο διάβολος; Τι λοιπόν λέγομεν δι’ αυτό; Δια το ζήτημα αυτό θα είναι αρκετή δι’ ημάς η ιδία δικαιολογία, την οποίαν απεδώσαμεν και δια την ανθρωπίνην πονηρίαν. Δηλαδή από πού ο άνθρωπος έγινε πονηρός; Από την ιδίαν του την προαίρεσιν. Από πού κακός ο διάβολος; Από την ιδίαν αιτίαν. Διότι και αυτός έχει ελευθέραν ζωήν και έχει εντός του την δύναμιν ή να παραμείνη κοντά εις τον Θεόν ή να αποξενωθή από το αγαθόν. Ο Γαβριήλ ήταν άγγελος και διαρκώς παρεστέκετο δίπλα εις τον Θεόν. Ο Σατανάς ήταν και αυτός άγγελος, αλλ' εξέπεσε καθ’ ολοκληρίαν από την ιδικήν του τάξιν. Και εκείνον η θέλησίς του τον διεφύλαξεν εις τα υψηλά και αυτόν η αυτεξούσιος θέλησίς του τον κατεκρήμνισε. Βεβαίως ημπορούσε και εκείνος να αποστατήση και αυτός να μη εκπέση. Αλλά τον ένα η άπληστος αγάπη δια τον Θεόν τον διεφύλαξε και τον άλλον η αναχώρησίς του από τον Θεόν τον κατέστησεν απόβλητον. Αυτό είναι το κακόν, δηλ. η αποξένωσις από τον Θεόν. Μία μικρά περιστροφή του ματιού μας κάμνει ή να είμεθα με τον ήλιον ή με την σκιάν του σώματός μας. Και εις την περίπτωσιν αυτήν ο φωτισμός είναι έτοιμος δι’ αυτόν που ανέβλεψε, δι’ αυτόν δε που εστράφη προς την σκιάν είναι αναγκαίον το σκοτάδι. Έτσι ο διάβολος γίνεται πονηρός. Δεν είναι φύσις που αντιτίθεται προς το αγαθόν, αλλά από την θέλησιν έχει την πονηρίαν. Από πού λοιπόν υπάρχει εις αυτόν ο πόλεμος εναντίον μας; Διότι με το να είναι δοχείον κάθε κακίας, εδέχθη και την ασθένειαν του φθόνου και μας εφθόνησε δια την τιμήν. Δεν ημπόρεσε να υποφέρη την ζωήν μας που ήταν χωρίς λύπη εις τον παράδεισον. Αφού με πονηρίας και ραδιουργίας εξεγέλασε τον άνθρωπον, και αφού τον πόθον που είχε να ομοιάση τον Θεόν, τον μετεχειρίσθη δια να τον εξαπατήση, του υπέδειξε το δένδρον και του υπεσχέθη ότι με την βρώσιν από αυτό θα τον καταστήση όμοιον με τον Θεόν. Διότι «εάν φάγετε, λέγει, θα γίνετε θεοί, γνωρίζοντες το καλόν και το κακόν»[32]. Δεν εδημιουργήθη δια να είναι εχθρός μας, αλλά από ζηλοτυπίαν απέβη εχθρός μας. Βλέπων δηλαδή τον εαυτόν του να έχη ξεπέσει από την τάξιν των αγγέλων, δεν ημπορούσε να βλέπη το γήινον πλάσμα να ανυψώνεται δια προκοπής εις το αγγελικόν αξίωμα.

9. Επειδή λοιπόν έγινεν εχθρός, ο Θεός μας ενέβαλε την έχθραν εναντίον του, με αυτά τα οποία ωμίλησεν εις το θηρίον που τον είχεν υπηρετήσει, όταν του απηύθυνε την απειλήν· ότι «θα στήσω έχθραν ανάμεσα εις σε και εις τους απογόνους της»[33]. Διότι πράγματι αι συμφιλιώσεις με την κακίαν είναι βλαβεραί. Άλλωστε αυτός είναι ο νόμος της φιλίας· να γεννάται φυσικά λόγω ομοιότητος εις αυτούς που συνδέονται. Συνεπώς είναι πολύ σωστόν το ρητόν· «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί»[34]. Διότι όπως εις τους τόπους που είναι μολυσμένοι από νόσους ο αέρας που αναπνέεται, μεταδίδει κρυφήν ασθένειαν εις αυτούς που ζουν εκεί, έτσι η συνήθεια προς τα κακά εμβάλλει μεγάλα κακά εις τας ψυχάς, έστω και αν το βλαβερόν δεν γίνεται αμέσως αντιληπτόν. Δια τούτο η έχθρα προς το φίδι είναι άσπονδος. Εάν δε το όργανον αξίζει τόσον μίσος, πόσον αρμόζει να εχθραινώμεθα τον αυτουργόν; Αλλά και διατί υπήρχε, λέγει, το δένδρον εις τον παράδεισον, δια του οποίου έμελλεν ο διάβολος να ξεκινήση την επιχείρησίν του εναντίον μας; Διότι εάν δεν είχε το δόλωμα της απάτης, πώς θα μας ωδηγούσε δια της παρακοής εις τον θάνατον; Διότι έπρεπε να υπάρχη η εντολή που να δοκιμάζη την υπακοήν μας. Δια τούτο υπήρχε φυτόν γόνιμον εις ωραίους καρπούς, δια να αξιωθούμεν δικαίως τα στεφάνια της υπομονής, αφού απεφεύγαμεν το ηδονικόν και επεδεικνύαμεν το αγαθόν της εγκράτειας. Εις την βρώσιν δεν επηκολούθησε μόνον η παραβίασις της εντολής αλλά και η επίγνωσις της γυμνότητας. Διότι «έφαγαν, λέγει, και άνοιξαν τα μάτια των και είδαν ότι ήταν γυμνοί»[35]. Έπρεπε δε να μη γνωρίζουν την γύμνωσιν, δια να μη απησχολείτο ο νους του ανθρώπου να αναπληρώση την έλλειψιν, με το να επινοή ενδύματα δια τον εαυτόν του και θαλπωρήν της γυμνότητος, και γενικά με την φροντίδα της σαρκός, αποσπώμενος από την ενατένισιν του Θεού. Διατί όμως αμέσως μ’ αυτόν δεν κατεσκευάσθησαν συγχρόνως και τα ενδύματα; Διότι αυτά δεν έπρεπε να είναι ούτε φυσικά ούτε τεχνητά. Διότι τα μεν φυσικά είναι γνώρισμα των αλόγων ζώων π.χ. πτερά, τρίχες, παχέα δέρματα, τα οποία ημπορούν να υπομένουν τας κακοκαιρίας και να υποφέρουν την ζέστην. Εις αυτά κατά τίποτε το ένα δεν διέφερεν από το άλλο, διότι εις όλα η φύσις είναι ισότιμος. Εις τον άνθρωπον όμως έπρεπε, ανάλογα με την αγάπην προς τον Θεόν, αι ανταποδόσεις των αγαθών να είναι διάφοροι. Αι επαγγελματικαί ασχολίαι θα επροξενούσαν φροντίδας, πράγμα που θα έπρεπε να αποφευχθή ως βλαβερόν δια τον άνθρωπον. Δια τούτο και ο Κύριος, όταν μας προκαλή εκ νέου εις την παραδεισιακήν ζωήν, ξεριζώνει την μέριμναν από τας ψυχάς με το να λέγη· «Μη μεριμνάτε δια την ζωήν σας τι θα φάγετε ή τι θα πιήτε, ούτε δια το σώμα σας τι θα φορέσετε»[36]. Λοιπόν ούτε εκ φύσεως έπρεπεν εις αυτόν να έχη τα σκεπάσματα, ούτε δια της τέχνης, αλλά άλλου είδους υπήρχαν έτοιμα, εφ’ όσον επεδείκνυε την αρετήν, αυτά που έμελλε να επιφανούν εις τον άνθρωπον με την χάριν του Θεού και να περιαστράψουν με κάποια φωτεινά ενδύματα, οποία είναι τα ενδύματα των αγγέλων, που ξεπερνούν εις ποικιλίαν τα άνθη και εις λαμπρότητα και στιλπνότητα τα άστρα. Δια τούτο λοιπόν δεν του εδόθησαν συγχρόνως τα ενδύματα, επειδή ήταν βραβεία αρετής, που εναπέκειντο εις τον άνθρωπον και εις τα οποία λόγω της διαβολικής επηρείας δεν ημπόρεσε να φθάση. Εξ αιτίας της παλαιάς πτώσεώς μας, που επισυνέβη με την βλαβεράν επενέργειάν του, ο διάβολος έγινεν αντίπαλός μας. Ο Κύριος μας οικονόμησε τον αγώνα εναντίον του, ώστε με την υπακοήν ημείς να παλαίψωμεν πάλιν και να στεφανωθούμεν δια την νίκην κατά του αντιπάλου μας. Μακάρι να μη είχε γίνει διάβολος και να παρέμεινεν εις την τάξιν όπου από την αρχήν τον έταξεν ο ταξιάρχης. Επειδή όμως έγινεν αποστάτης, έγινεν εχθρός του Θεού και των ανθρώπων που επλάσθησαν σύμφωνα με την εικόνα του Θεού (δια τούτο μάλιστα είναι μισάνθρωπος, διότι είναι και θεομάχος· και μας μισεί ως κτήματα του Δεσπότου, μας μισεί ως ομοιώματα του Θεού), εχρησιμοποίησε λοιπόν την πονηρίαν του, αυτός που με σοφίαν και πρόνοιαν διακυβερνά τα ανθρώπινα πράγματα, δια να γυμνάση τας ψυχάς μας, όπως ακριβώς ο ιατρός χρησιμοποιεί το δηλητήριον της οχιάς δια να παρασκευάση σωτήρια φάρμακα. Ποίος λοιπόν υπήρξεν ο διάβολος; Και ποία η τάξις του; Και ποίον το αξίωμά του; Και από πού γενικά έλαβε το όνομα Σατανάς; Σατανάς λοιπόν λέγεται, διότι αντιτίθεται προς το αγαθόν. Αυτό σημαίνει, όπως έχομεν μάθει εις τα βιβλία των Βασιλειών, η εβραϊκή λέξις. «Εξήγειρε γαρ, φησί, Κύριος τω Σολομώντι σατάν, Άδερ τον βασιλέα των Σύρων»[37]. Διάβολος δε επειδή ο ίδιος γίνεται και συνεργός της αμαρτίας μας και κατήγορός μας. Διότι χαίρει με την καταστροφήν μας και μας στιγματίζει με τας πράξεις μας. Η φύσις του είναι ασώματος, σύμφωνα με τον απόστολον που είπε· «δεν διεξάγομεν πάλην με σάρκα και αίμα, αλλά με τα πονηρά πνεύματα»[38]. Το αξίωμα δε είναι αυτοκρατορικόν. Διότι λέγει «αγωνιζόμεθα με τας αρχάς, τας εξουσίας, τους κοσμοκράτορας του σκοτεινού τούτου κόσμου»[39]. Ο δε τόπος της δυναστείας είναι ο εναέριος χώρος, όπως μας το λέγει ο ίδιος· «κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς της απειθείας»[40]. Δια τούτο και άρχων του κόσμου ονομάζεται, διότι η δεσποτεία του είναι γύρω από την γην. Και ο Κύριος κάπως έτσι λέγει· «τώρα γίνεται κρίσις του κόσμου τούτου, τώρα ο άρχων του κόσμου τούτου θα εκβληθή έξω»[41]. Και πάλιν· «έρχεται ο άρχων του κόσμου τούτου και δεν έχει επάνω μου καμμίαν δύναμιν»[42].

10. Επειδή όμως ωμιλήσαμεν δια την στρατιάν του διαβόλου, ότι «είναι πνεύματα πονηρά εις τους ουρανούς»[43], πρέπει να γνωρίζωμεν καλά ότι η Γραφή ονομάζει συνήθως ουρανόν τον αέρα, όπως λ.χ. ο λόγος «τα πετεινά του ουρανού»[44] και το «αναβαίνουσιν εως των ουρανών»[45], δηλαδή ανυψώνονται πολύ εις τον αέρα. Δια τούτο και ο Κύριος είπεν ότι «ο Σατανάς ωσάν αστραπή έπεσεν από τον ουρανόν»[46]. Δηλαδή ότι έπεσεν από την εξουσίαν του και πεσμένος κάτω καταπατείται από αυτούς που έχουν ελπίσει εις τον Χριστόν. Διότι «έδωκεν εξουσίαν εις τους μαθητάς να πατούν επάνω εις τα φίδια και τους σκορπιούς και εις ολόκληρον την δύναμιν του εχθρού»[47]. Αφού λοιπόν εξεδιώχθη η πονηρά δεσποτεία του και εκαθαρίσθη ο περίγειος χώρος με το σωτήριον πάθος, που ειρήνευσε τα επίγεια και τα ουράνια[48], μας κηρύσσεται λοιπόν η βασιλεία των ουρανών. Διότι ο μεν Ιωάννης λέγει «ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών»[49] και ο Κύριος παντού κηρύσσει το ευαγγέλιον της βασιλείας. Και ακόμη πρωτύτερα οι άγγελοι εκραύγαζαν «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη»[50] και οι αγαλλιώμενοι με την είσοδον του Κυρίου μας εις την Ιερουσαλήμ εκραύγαζαν «ειρήνη εις τον ουρανόν και δόξα εν τοις υψίστοις»[51]. Και γενικά απειράριθμοι είναι αι φωναί των επινικίων, που παρουσιάζουν την τελικήν συντριβήν του εχθρού, διότι καμμία πάλη, κανένας αγώνας δεν μας απομένει εις τα ουράνια. Κανείς δεν μας αντιστέκεται και δεν μας εκτρέπει από την μακαρίαν ζωήν, αλλά εις το εξής ημείς χωρίς λύπην κατέχομεν την κληρονομίαν και διαρκώς απολαμβάνομεν από το ξυλον της ζωής, από το οποίον αρχικώς λόγω της επιβουλής του διαβόλου εμποδίσθημεν να φάγωμεν. Διότι «ο Θεός ετοποθέτησε την φλογίνην ρομφαίαν να φυλάσση τον δρόμον προς το δένδρον της ζωής»[52], την οποίαν ανεμπόδιστα αφού διέλθωμεν, μακάρι να εισέλθωμεν εις την απόλαυσιν των αγαθών εν Χριστώ Ιησού που είναι ο Κύριός μας. Εις αυτόν η δόξα και η δύναμις εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
 
_________________________
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 
 
[1]. Ψαλμ. 3, 2.
[2]. Ψαλμ. 4, 2.
[3]. Ησ. 58, 9.
[4]. Ψαλμ. 6, 2.
[5]. Ψαλμ. 12, 4.
[6]. Ψαλμ. 12, 2.
[7]. Ψαλμ. 13, 1.
[8]. Ψαλμ. 13, 1.
[9]. Ρωμ. 1, 28.
[10]. Ρωμ. 1, 26-27.
[11]. Ρωμ. 1, 23.
[12]. Ησ. 45, 7.
[13]. Μιχ. 1, 12.
[14]. Αμώς 3, 6.
[15]. Δευτ. 32, 39.
[16]. Ψαλμ. 50, 12.
[17]. Εφεσ. 2, 15.
[18]. Β’ Κορ. 5, 17.
[19]. Δευτ. 32, 6.
[20]. Β’ Κορ. 4, 16.
[21]. Παροιμ. 23, 14.
[22]. Δευτ. 8, 3.
[23]. Αριθ. 16, 31 κ.εξ.
[24]. Εξοδ. 14, 28.
[25]. Ρωμ. 9, 24.
[26]. Β’ Τιμ. 2, 20.
[27]. Υπονοεί εδώ τους οπαδούς των δυαρχικών συστημάτων και τους ομοίως προς αυτούς πιστεύοντας Γνωστικούς, οι οποίοι εδέχοντο τον Θεόν και το κακόν ως δύο αυθυπάρκτους υπάρξεις.
[28]. Γεν. 1, 31.
[29]. Ρωμ. 6, 23.
[30]. Ψαλμ. 72, 27.
[31]. Το «εφ’ ημίν» είναι το αυτεξούσιον. Δια του όρου «τα εφ’ ημίν» σημαίνονται τα πράγματα που εξαρτώνται από το αυτεξούσιον του ανθρώπου. Η ορολογία είναι της στωϊκής φιλοσοφίας.
[32]. Γεν. 3, 5.
[33]. Γεν. 3, 15.
[34]. Α’ Κορ. 15, 33.
[35]. Γεν. 3, 7.
[36]. Ματθ. 6, 25.
[37]. Γ’ Βασιλ. 11, 14.
[38]. Εφεσ. 6, 12.
[39]. Εφεσ. 6, 12.
[40]. Εφεσ. 2, 2.
[41]. Ιωαν. 12, 31.
[42]. Ιωαν. 14, 30.
[43]. Εφεσ. 6, 12.
[44]. Ματθ. 6, 26.
[45]. Ψαλμ. 106, 26.
[46]. Λουκ. 10, 18.
[47]. Λουκ. 10, 19.
[48]. Κολασ. 1, 20.
[49]. Ματθ. 3, 2.
[50]. Λουκ. 2, 14.
[51]. Λουκ. 19, 38.
[52]. Γεν. 3, 24.
(Πηγή: Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» Μ.Βασιλείου Έργα, Τόμος 7ος, Ομιλία 4η, σελ.86-123.)
 
Πηγή: constantinosa.gr

Η αληθινή εξομολόγηση!

Μητροπολίτη Αντωνίου Μπλουμ του Σουρόζ

Όταν ένα παιδί έρχεται για εξομολόγηση μου μεταφέρει, από μνήμης ή σε γραπτό, μία σύντομη ή μακριά λίστα ''αμαρτιών''. Όπως ανακαλύπτω στη συνέχεια, έχει συνήθως συνταχθεί χωρίς τη συμμετοχή του ίδιου του παιδιού και αντανακλά μόνο τα παράπονα και την κριτική των γονέων του. Παρόμοια εμπειρία έχει κανείς με ενήλικες ανθρώπους που εμφανίζονται με λίστες που ανακάλυψαν σε σχετικά βιβλία ή συνέταξαν με τη συνδρομή των πνευματικών τους γερόντων. Έτσι, το επόμενο βήμα είναι να θέσω τον άνθρωπο μπροστά στον προβληματισμό να διερευνήσει τη δική του, προσωπική σχέση με τον Χριστό. Οι περισσότεροι δεν έχουν παρά μία επιφανειακή, εξ ακοής γνωριμία μαζί Του γι’ αυτό και τους ενθαρρύνω να Τον γνωρίσουν καλύτερα μέσα από την ανάγνωση του Ευαγγελίου. Από μία τέτοια προσέγγιση αρχίζει κανείς να καταλαβαίνει αν το πρόσωπο του Χριστού τον ελκύει, εάν επιθυμεί να γίνει όμοιος με τον Χριστό και να κτίσει με Εκείνον μία σχέση φιλίας.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν αν το στοιχείο της φιλίας υπάρχει στη δική μας σχέση με τον Χριστό. Ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας εάν προσπαθήσαμε με κάποιο τρόπο να Του δώσουμε χαρά και να συμπαρασταθούμε στο έργο Του. Αν το συμπέρασμα είναι ότι η σχέση αυτή μας αφήνει αδιάφορους, θα χρειαστεί να επανεξετάσουμε τι σημαίνει τελικά να είμαστε Χριστιανοί. Εάν όμως νιώθουμε ειλικρινά τον Χριστό ως φίλο, ας αρχίσουμε να ρωτούμε τον εαυτό μας καθημερινά: Τι έκανα, τι είπα, τι σκέφτηκα και αισθάνθηκα, που μπορεί να Του δώσει χαρά ή θλίψη;

Κι αυτό ακριβώς το βίωμα ας μεταφέρουμε στην Εξομολόγηση: “Ανάμεσα στην τελευταία και τη σημερινή εξομολόγηση υπήρξα ένας άπιστος, ένας αδιάφορος, ένας δειλός σύντροφος ή αντιθέτως, παραστάθηκα ως φίλος...

Όταν προσερχόμαστε στην εξομολόγηση σπεύδουμε πρόσωπο με πρόσωπο προς έναν φίλο. Δεν πρόκειται να μας κρίνει και να μας καταδικάσει κανείς. Ας πολεμήσουμε τον φόβο που μας διακατέχει γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Ερχόμαστε στον Ένα της Τριάδος που όντας Θεός επέλεξε από αγάπη για μας να γίνει Άνθρωπος, ν’ αναλάβει πάνω Του την ανθρώπινη φθορά και να δώσει τη ζωή Του για μας. Η ζωή και ο θάνατός Του είναι η απόδειξη ότι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο είναι τόσο μεγάλη ώστε να μπορούμε να τον πλησιάσουμε χωρίς δισταγμό, με την προσδοκία ότι σε κάθε περίπτωση θα αγκαλιάσει την αδυναμία μας, πέρα από ηθικές αξιολογήσεις. Ας είμαστε βέβαιοι ότι, εάν κάποιος πρόκειται να θρηνήσει για την αναξιότητα και την αμαρτία μας με συμπόνια, έλεος, αγάπη δεν είναι παρά Εκείνος – που θα ήταν πρόθυμος να σαρκωθεί και να πεθάνει έστω και για έναν μόνο αμαρτωλό, γιατί δεν μπορεί να υπομείνει την απώλεια κανενός. Αυτός λοιπόν είναι ο Χριστός, στον οποίο προσερχόμαστε κατά την εξομολόγηση. Προσδοκά την ίαση, την παραμυθία, την στήριξή μας – όχι την κρίση και καταδίκη μας.

Και τότε ποιος είναι ο ρόλος του ιερέως; Στην ευχή που διαβάζει ο κληρικός πριν το μυστήριο ονομάζεται “μάρτυρας”. Καλείται από τον Κύριο να παραβρίσκεται ενώπιον του αμαρτωλού για να μαρτυρήσει το γεγονός της αγάπης του Χριστού για εκείνον, να βεβαιώσει ότι ο Κύριος είναι παρών και η μόνη επιθυμία και πρόθεσή Του είναι η σωτηρία και η αιώνια ευφροσύνη του μετανοούντος. Επίσης, ο ιερέας παρευρίσκεται στο όνομα του αμαρτωλού, για να ικετεύσει και να μεσιτεύσει στον Κύριο για την συμφιλίωση του ανθρώπου με την Εκκλησία.

Ας αλλάξουμε, λοιπόν, τον τρόπο της εξομολόγησης: ας διώξουμε τον φόβο της τιμωρίας ή της απόρριψης κι ας βρούμε το θάρρος να ελαφρώσουμε την καρδιά μας από κάθε αμφιβολία. Ο Χριστός δεν πρόκειται να μας αρνηθεί. Ίσως η εξομολόγησή μας να είναι για Εκείνον ένας νέος σταυρός, αλλά θα τον δεχθεί, αφού μας αγαπά πέρα από κάθε κρίση, μέχρι θανάτου: Ο θάνατός του έγινε η δική μας ζωή – ζωή μέσα στο χρόνο και ζωή στην αιωνιότητα.

Η εξομολόγηση πριν από όλα είναι συνάντηση και συμφιλίωση. Είναι συνάντηση με τον Χριστό που ποτέ δεν μας στρέφει τα νώτα, αν κι εμείς φεύγουμε μακριά. Μερικές φορές μία τέτοια συνάντηση μπορεί να γίνει έμπνευση για ολόκληρη τη ζωή και να μας δώσει δύναμη και κουράγιο να διάγουμε το υπόλοιπο του βίου.

Συχνά αμαρτάνουμε σοβαρά ενώπιον του Θεού. Υπάρχουν κάποιες στιγμές της ζωής που μας χωρίζουν από Εκείνον με έναν ιδιαίτερα βίαιο τρόπο, στιγμές μεγάλης απιστίας. Θυμηθείτε το περιστατικό με την προδοσία του Πέτρου. Όταν αργότερα μετά την Ανάσταση η Μαρία Μαγδαληνή συναντά τον Άγγελο Κυρίου στον τόπο του μνημείου, αυτός της παραγγέλλει: ''Υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω...'', γιατί ο Πέτρος όντας προδότης δεν λογάριαζε πλέον τον εαυτό του ως ένα των μαθητών. Είχε απαρνηθεί τον Χριστό κι αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος τον ονοματίζει ιδιαιτέρως θέλοντας να τον βεβαιώσει ότι η φιλία τους διατηρείται αλώβητη κι ότι παραμένει το ίδιο αγαπητός όσο και τότε που ήταν έμπιστος.

Και τέλος υπάρχουν φορές που προσερχόμαστε στην εξομολόγηση γιατί θέλουμε να ανανεώσουμε την εγγύτητα της σχέσης που έχει τραυματιστεί. Ας έχουμε κατά νου, ότι για να επανασυνδέσουμε τη φιλία μας χρειάζεται ν’ ανοίξουμε με ειλικρίνεια την καρδιά μας και να φανερώσουμε τις αστοχίες και τα λάθη που έχουν πληγώσει αυτή τη σχέση. Δεν χρειάζεται να καταφεύγουμε σε λίστες αμαρτιών, ούτε να ερευνούμε τα βιβλία για ν’ ανακαλύψουμε την αμαρτία μας. Αλλά μόνο να σκύψουμε μέσα μας και να εξετάσουμε τη συνείδησή μας.

Ας χρησιμοποιήσουμε απλούς τρόπους γι’ αυτού του είδους την αυτογνωσία. Τι ήταν αυτό που προτιμήσαμε στη θέση του Χριστού; Τι είναι αυτό που μας κράτησε σε αδράνεια, ώστε να παραμείνουμε χωρίς καρπό; Ας προσπαθήσουμε μέσα από τις γραμμές του Ευαγγελίου να επισημάνουμε όχι εκείνα που μας κρίνουν, αλλά τα λόγια που μιλούν στην καρδιά μας, όπως έγινε με τους μαθητές: ''ουχί η καρδία ημών καιομένη ήν εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς;'' Ας ανακαλύψουμε κι εμείς τον λόγο που μας θερμαίνει την καρδιά, που αγγίζει τα βάθη της ύπαρξης και μας φέρνει σε κοινωνία με τον Κύριο. Αυτό είναι το κριτήριο. Στην πραγματικότητα δεν έχει τόση σημασία αν αθετήσαμε κάποιους κανόνες. Αυτό που μας ζημιώνει είναι, ότι απομακρυνόμαστε από την ευλογημένη κοινωνία της χάριτός Του.

Ας ερευνήσουμε λοιπόν από την αρχή, όχι με τη στείρα λογική της ενοχής, αλλά με απώτερο σκοπό να σταθμίσουμε πώς χάσαμε την εμπιστοσύνη και την αγάπη που προς στιγμήν γευθήκαμε. Ας θυμηθούμε εκείνα τα λόγια που πύρωσαν την καρδιά μας κι έδωσαν καθαρότητα στο λογισμό μας, που κίνησαν τη θέλησή μας στο αγαθό και έφεραν γαλήνη στα μέλη μας και τα μεταμόρφωσαν από σάρκινα σε σώμα ιερό: ιερό γιατί μέσα από το βάπτισμα ενωθήκαμε με τον σαρκωμένο Χριστό, μέσα από το Χρίσμα γίναμε δοχείο του Πνεύματος και με τα άχραντα μυστήρια γινόμαστε Σώμα Χριστού. Αυτή την εμπειρία ας μεταφέρουμε στην εξομολόγηση, μετανοώντας όχι για κάτι αφηρημένο, που βρίσκεται σε κάποια λίστα αμαρτιών, αλλά για κείνες τις επιλογές που διέρρηξαν τη φιλία και κοινωνία μας με τον Σωτήρα Χριστό.

Ζούμε συχνά μέσα στο ψέμα. Κατασκευάζουμε γύρω μας έναν κόσμο όπου μόνο ο θάνατος μπορεί να θριαμβεύσει. Αρνούμαστε τον πλησίον μας και κλείνουμε μόνοι μας το δρόμο που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού. Ζητούμε από τον Κύριο συγχώρεση αμαρτιών, αλλά δεν έχει νόημα να αναζητούμε μία τυπική άφεση. Πρέπει να διψούμε για αληθινή συμφιλίωση, στο πλαίσιο της οποίας θα αναθέσουμε στον Θεό την αναξιότητα και την απιστία μας – όχι μόνο προς Εκείνον αλλά και προς τον πλησίον, τον φίλο, τον γνωστό και συγγενή μας.

Ας έχουμε εμπιστοσύνη ότι μόνο η δική Του ακλόνητη φιλία μπορεί να μας παρακινήσει σε αλλαγή. “Εγώ και φίλος και μέλος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ. Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης διά σε και αλήτης διά σε, επί σταυρού διά σε, επί τάφου διά σε. Πάντα μοι συ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος. Τι πλέον θέλεις;” “Μπορείς ν’ ανταποκριθείς με λίγη εμπιστοσύνη; Δεν ζητώ ολοκληρωτική, άμεση αλλαγή. Αλλά πορεία βήμα προς βήμα. Θα σε στηρίξω, θα σε προστατεύσω, θα οδηγήσω τα βήματά σου – μόνον άλλαξε στάση. Κι όταν λάβεις συγχώρεση στο όνομά μου, μη σκεφτείς ότι το παρελθόν έχει πάψει να υπάρχει. Αλλά τότε μόνο θα έχεις απαλλαχτεί από τις πληγές, όταν γίνεις τόσο ξένος προς αυτές, ώστε να μη τις λογαριάζεις πια για δικές σου”.

Όταν τα παλιά μας πάθη ζωντανεύουν ενώπιόν μας, καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι δυνατόν μέσα σε μια στιγμήνα ελευθερωθούμε από το παρελθόν. Χρειάζεται χρόνο για να βαδίσουμε στο δρόμο της ελευθερίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χριστός μας αρνείται τη συγχώρεση. Η συγχώρεση του Θεού εκδηλώνεται μέσα από τη συμπάσχουσα αγάπη του, την αποδοχή και την διαρκή πρόνοιά Του που δεν επιτρέπει να οδηγηθούμε ανυπεράσπιστοι στον ίδιο πειρασμό. Έτσι, η συγχώρεση του Κυρίου, μπορεί να λύνει την αποξένωση, αλλά χρειάζεται επίπονος αγώνας και μετάνοια για να γίνουμε καινοί με τη χάρη Του. Η άφεση δεν σβήνει το παρελθόν. Το θεραπεύει μέσα από τη συνέργεια τη δική μας με τον Θεό.

Ας εμπιστευόμαστε, λοιπόν, καθημερινά τον λογισμό μας στον Θεό με ειλικρίνεια. Κι όταν προσερχόμαστε στην Εξομολόγηση, η ευχή της συγχωρήσεως θα έχει αληθινό, πραγματικό νόημα: την επανασυγκρότηση μιας φιλίας, που όσον αφορά τον Θεό παραμένει αναλλοίωτη, αλλά ως προς το δικό μας μέρος χρειάζεται να την επιδιώξουμε. Κι αυτή μας η πρόθεση πρέπει να στηρίζεται από αποφασιστικότητα, κι η αποφασιστικότητα από πράξη και καινότητα ζωής.
 
Πηγή: constantinosa.gr

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς , Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης!

 
Ο πατέρας του Γρηγορίου ήταν επιφανής συγκλητικός στην αυλή του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου. Ο χαρισματικός Γρηγόριος , ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στις θύραθεν επιστήμες, δεν ήθελε να ενταχθεί στην υπηρεσία της αυτοκρατορικής αυλής, αλλά αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος.

Ξεκίνησε τη μοναχική του πολιτεία στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου έγινε μοναχός, και αργότερα πήγε στη Μεγίστη Λαύρα όπου συνέχισε τον –πολύμοχθο αγώνα της ασκήσεως νήφων, ησυχάζων και προσευχόμενος. Ο άγιος Γρηγόριος πρωτοστάτησε στον πνευματικό αγώνα κατά του αιρετικού Βαρλαάμ και τον νίκησε, αποκηρύσσοντας την πλάνη της διδασκαλίας του.

Το 1347 ο άγιος Γρηγόριος χειροτονήθηκε μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Διέπρεψε ως μεγάλος ασκητής και θεολόγος, λαμπρός ιεράρχης και θαυματουργός. Η Υπεραγία Θεοτόκος, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο άγιος Δημήτριος, ο άγιος Αντώνιος ο Μέγας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και οι άγγελοι του Θεού παρουσιάστηκαν σ’ αυτόν σε διάφορες περιστάσεις. Ποίμανε την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης επί δεκατρία έτη, από τα οποία το ένα ήταν αιχμάλωτος στην Ασία. Ο μακάριος εραστής της ησυχίας άγιος Γρηγόριος αναπαύθηκε ειρηνικά το έτος 1360 και έλαβε την ουράνια κατοικία του στη Βασιλεία του Κυρίου Ιησού Χριστού. Το χαριτόβρυτο και ευώδες λείψανό του αποθησαυρίζεται στη Θεσσαλονίκη, στον πανέμορφο μητροπολιτικό ναό που κτίσθηκε προς τιμήν του. 
 
Πηγή: constantinosa.gr

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Προφητείες Αγίου Κοσμά Αιτωλού!


Προφητεία Αγίου Νείλου Μυροβλήτου.


Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου!


Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων!


Ο Άγιος Ιωάννης ο Μονεμβασιώτης!

Ο Άγιος Ιωάννης ο Μονεμβασιώτης, μαρτύρησε στη πόλη της Λάρισας το 1773 σε ηλικία 15 ετών.

Ο Άγιος Νεομάρτυρας Ιωάννης καταγόταν από τα μέρη της Μονεμβασίας. Ο Ιερέας πατέρας του καταγόταν από το χωριό Γεράκι, αλλά ως Εφημέριος τοποθετήθηκε στο γειτονικό χωριό Γούβες, από όπου καταγόταν η πρεσβυτέρα του και εκεί γεννήθηκε το 1758 και μεγάλωσε ό Ιωάννης. Από μικρός ό Ιωάννης προσπαθούσε να μιμείται τον Ιερέα - πατέρα στη ζωή του, τον βοηθούσε στις Ακολουθίες της Εκκλησίας και πάντα θυμόταν ότι αυτός ήταν «παπά γιός» και έπρεπε να προσέχει τη συμπεριφορά του, ώστε να είναι παράδειγμα για τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του.

Το 1770 όμως, οι ορδές του Τουρκαλβανού Χατζή Οσμάν, αφού κατέπνιξαν κάθε σημείο ελληνικής αντιστάσεως, έφθασαν και στις Γούβες. Μεταξύ άλλων φόνευσαν και τον πατέρα του Ιωάννη, (πού δεν διασώθηκε το όνομα του), και στη συνέχεια αιχμαλώτισαν τον ίδιο και τη μητέρα του και τους μετέφεραν στη Λάρισα. Εκεί τους πώλησαν δύο και τρείς φορές τον καθένα ξεχωριστά και υστέρα από δύο χρόνια τους ξαναπώλησαν και τελικά αγοράσθηκαν και οι δύο από έναν Τούρκο από τη Θεσσαλονίκη, πού διέμενε στη Λάρισα. Μάλιστα ό Τούρκος δεν είχε παιδιά και βλέποντας τα χαρίσματα του Ιωάννη, ο όποιος ήταν πολύ έξυπνος για την ηλικία του, πρόθυμος, πειθαρχικός και γρήγορος στη δουλειά, σκέφθηκε μαζί με τη γυναίκα του να τον υιοθετήσουν.

Έτσι από τη στιγμή εκείνη καθημερινά το αφεντικό του προσπαθούσε να διαστρέψει τον Ιωάννη από την Πίστη των Χριστιανών και να τον κάνει Οθωμανό. Αρχικά προσπάθησε με κολακείες και υποσχέσεις και κατόπιν με φοβέρες και βασανισμούς, ώστε να κάμψει την αντίσταση του Ιωάννη, ο όποιος όμως έμενε στερεός και ακλόνητος στη Χριστιανική Πίστη του. Παράλληλα και ή γυναίκα του αφεντικού του προσπαθούσε καθημερινά με μαγείες και σατανικά γητεύματα να ξεμυαλίσει τον Ιωάννη, ώστε να τουρκέψει. Αλλ' ό Ιωάννης, έχοντας Το Θεό μέσα του, έμεινε καθαρός απ' όλα. Η θεία Χάρη τον φύλαξε απ' όλα τα διαβολικά τεχνάσματα της γυναίκας του Αγαρηνού.

Αφού κουράστηκε ό Τούρκος να παρακαλεί και να πιέζει τον Ιωάννη να αλλαξοπιστήσει θυμωμένος τον οδήγησε στην αυλή του Τζαμιού. Εκεί μαζεύτηκαν πολλοί Αγαρηνοί, πού προσπαθούσαν με χτυπήματα, φοβέρες και σπαθισμούς να τον κάνουν να τουρκέψει. Η απάντηση του όμως ήταν ξεκάθαρη: «Εγώ Τούρκος δεν γίνομαι. Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να πεθάνω»!

Έφτασε όμως και η νηστεία της Παναγίας, το Δεκαπενταύγουστο. Μόλις ό Τούρκος κατάλαβε ότι ο Ιωάννης δεν ήθελε νά χαλάσει τη νηστεία και να αρτυθεί, αποφάσισε νά τον κλείσει σ' ένα στάβλο. Εκεί τον κλειδαμπάρωσε για όλο το διάστημα των 15 ημερών και πότε τον κρεμούσε και πότε τον χτυπούσε με το σπαθί του προσπαθώντας να τον κάνει να φάει και να χαλάσει τη νηστεία. Αλλ' ο Ιωάννης όχι μόνο δεν έφαγε αρτυμένα φαγητά, αλλά ούτε καν τα δοκίμασε. Προσευχόταν και παρακαλούσε την Παναγία να τον βοηθήσει να μην αρτυθεί. Προτιμούσε καλύτερα να θανατωθεί παρά να χαλάσει τη Νηστεία.

Βλέποντας ο αφέντης του ότι δεν πείθεται, τον άφηνε νηστικό 2 και 3 ήμερες, χωρίς να του δίνει τίποτε να φάει. Από την άλλη μεριά, η μητέρα του Ιωάννη, ίσως πιεζόμενη από τον Τούρκο αφέντη, στεκόταν κοντά στο γιο της και βλέποντας τον αποκαμωμένο από τα βασανιστήρια και από τη νηστεία, τον παρακινούσε να φάει λέγοντας του: «Φάε, γιε μου, από αυτά τα φαγητά, για να μην πεθάνεις, και ο Θεός και η Παναγία σε συγχωρούν, γιατί δεν το κάνεις με το θέλημα σου, αλλά από ανάγκη. Λυπήσου και εμένα τη φτωχή και στενοχωρημένη μητέρα σου και μη θελήσεις να πεθάνεις παράκαιρα και με αφήσεις έρημη σ' αυτή τη σκλαβιά και ξενιτειά».

Στις παρακλήσεις αυτές της μητέρας του ό Ιωάννης απάντησε: «Γιατί κάνεις έτσι, μητέρα, και κλαις; Γιατί δεν μιμείσαι τον Πατριάρχη Αβραάμ, ο όποιος για την πίστη και την αγάπη του στο Θεό θέλησε να θυσιάσει το μοναδικό γιο του, τον Ισαάκ, που όμως ο Θεός τον διέσωσε με θαύμα; Εσύ είσαι πρεσβυτέρα κι εγώ γιος Ιερέα και Μάρτυρα και πρέπει να είμαστε όχι μόνο πιστοί, αλλά και υποδείγματα στους αδελφούς μας Χριστιανούς. Γιατί, αν δεν φυλάμε και τα θεωρούμενα μικρά από τους Νόμους και τα έθιμα της Εκκλησίας μας, πώς θα φυλάξουμε τα μεγάλα...;».

Ύστερα από αυτή την ακλόνητη στάση και απάντηση του Ιωάννη, εξαγριωμένος πια ο Τούρκος του έδωσε μια θανατηφόρα μαχαιριά στην καρδιά και μετά από δύο ημέρες ο Ιωάννης έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου, στις 21 Οκτωβρίου 1773, ως Άγιος Νεομάρτυρας Ιωάννης σε ηλικία 15 χρονών. Γιατί αμέσως ο Θεός τίμησε το μαρτυρικό του σώμα με ευωδία και θείο φως, όπως και με πολλά θαύματα αργότερα.

Αφού ο Τούρκος αφέντης του τον φόνευσε, πέταξε το μαρτυρικό του σώμα στο διπλανό κήπο, για να τον φάνε οι σκύλοι. Και όχι μόνο οι σκύλοι δεν έφαγαν το ιερό Λείψανο, αλλά και έμεινε φωτεινό και αναλλοίωτο, ενώ Χριστιανοί Λαρισαίοι είδαν φως ουράνιο να κατέρχεται σαν αστέρι επάνω του. Τότε ο μητροπολίτης Λάρισας που πληροφορήθηκε αυτά, ζήτησε την άδεια και ενταφίασε το ιερό Λείψανο χριστιανοπρεπώς. Στις μέρες μας ο Άγιος εορτάζεται ιδιαίτερα στη Λακωνία και τη Λάρισα. Ας έχουμε τις πρεσβείες του.
 
Πηγή: constantinosa.gr

Ο Αββάς Παμβώ μιλά για τις μέρες μας...

Σ' αυτό το βίντεο δείτε φωτογραφίες από την προδοσία των νεοημερολογιτών ρασοφόρων σε θέματα πίστεως. Θα δείτε το ράντισμα που κάνουν οι μισθωτοί παπάδες σαν γνήσιοι παπικοί, οι Ορθόδοξοι βαπτίζουμε τον νεοφώτιστο, δεν τον ραντίζουμε... Ο Κύριος έδωσε εντολή ''βαπτίζετε αυτούς εις το όνομα του Πατρός...''. Βαπτίζω σημαίνει καταδύω, δηλαδή καλύπτω κάτω από το νερό. Ραντίζω ή επιχέω σημαίνει ρίχνω νερό πάνω σε κάτι, και σύμφωνα με τους θεόπνευστους κανόνες το ράντισμα δεν λογίζεται ως βάπτισμα και ο ραντισμένος δεν είναι βαπτισμένος... Αλλά δεν ενδιαφέρονται οι δημόσιοι υπάλληλοι με ράσα για κανόνες και σωτηρία ψυχών... Εκτός σπανιοτάτων περιπτώσεων... 

Θα δείτε ακόμα στο 1' και 15'' τον νεοημερολογίτη πατριάρχη Βαρθολομαίο, (παλαιά φωτογραφία), σε τραπέζι με αμφίεση πολιτική άνευ του τιμίου ράσου... Ο κύριος αριστερά με το μαύρο κουστούμι, γυαλιά και μικρά γένια. Στο 1' και 27'' τον ίδιο πάλι, με ράσα αυτή την φορά, και επισκοπικό μανδύα να προσκυνά την παπική ''αγία τράπεζα'' στο ναό Αγίου Πετρου στο Βατικανό με τον Πάπα... Στο 1' και 47'' τον τότε Αρχ/πο Χριστόδουλο και τον Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος Θεόκλητο Κουμαριανό, (νυν Επίσκοπο Βρεσθένης), με τον αμερικανό, τότε, πρέσβη... Στο 1' και 56'' πάλι ο Χριστόδουλος με την τότε υπουργό Εξωτερικών Η.Π.Α. εβραία Όλμπραϊτ. Στο 2' και 03'' απόδειξη οικονομικής βοήθειας προς το πατριαρχείο Αλεξανδρείας... Δέχονται οι νεοημερολογίτες του πατριαρχείου λεφτά από τους μασσώνους...

Ο Άγιος ιερομάρτυς Γρηγόριος ο Ε'!

http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/5/56/Patriarch_Gregory_V_of_Constantinople.JPG/250px-Patriarch_Gregory_V_of_Constantinople.JPG

Ἐν ἀγχόνη κὰν τέθνηκας Πατριάρχα, ὁμως γε ἀεὶ ζῆς ἐν Ἐδὲμ τῇ θείᾳ. Τῇ δεκάτῃ Πατριάρχης θῦμα γέγον’ οὕνεκα Ἔθνους.

Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το έτος 1745 μ.Χ., από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. 
 
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/5/5f/Mansion_of_Patriarch_Gregory_V.jpg/180px-Mansion_of_Patriarch_Gregory_V.jpg
 
Το πατρικό του Αγίου στη Δηματσάνα!

Το 1767 μ.Χ. μετέβη στη Σμύρνη, κοντά στον θείο του εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα. Μετά τις σπουδές του ήλθε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Γρηγόριος. Από εκεί τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του. Όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στη Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.

Ο Άγιος Γρηγόριος μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του έτους 1818 μ.Χ. στο Άγιον Όρος. «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» και «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της.

Στις 19 Αυγούστου 1785 μ.Χ. εκλέγεται οικουμενικός Πατριάρχης και παραμένει στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1798 μ.Χ.. Κατά το έτος αυτό καθαιρείται από την Πύλη, διότι θεωρήθηκε ανίκανος να διατηρήσει την υποταγή των Χριστιανικών λαών κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και εξορίζεται στο Άγιον Όρος.

Το 1818 μ.Χ. κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο, στον οποίο και παρέμεινε μέχρι την ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλά ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τᾶς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίων, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Και ο Γρηγόριος αποφάσισε. Έταξε ως σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το δούλο Γένος και να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του τη διπλωματική δεξιοτεχνία.

Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνοντα μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου». «Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν του κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τᾶς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων, μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τᾶς ὑπονοίας, ὄτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῆ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῆ διὰ τῆς φυγῆς».

Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 26 Δεκεμβρίου 1820 μ.Χ. στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορική άποψη, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση:

«Ἀμφοτέρα τάς τιμίας ἐπιστολᾶς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φοῦντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταὶς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροὶ εἰσι καὶ ἐν ταὶς φιλοπατριώταις ἐστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιώται, οὖς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργούσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγείν. Οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσι μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοὶς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρυφὰ ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὄτε καὶ ἐπίκρινε τοὶς θεοσεβέσιν ἀδελφοὶς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶα πράυνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὒν ταὶς ἐμαὶς εὐχαὶς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατύνει αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἳ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἠασαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος». Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο. Ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἠμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώση....».


 
Ο ανδριάντας του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε', δεξιά της εισόδου του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αναγέρθηκε το 1872 με δαπάνη του Γεωργίου Αβέρωφ. Έργο του γλύπτη Γ. Φυτάλη
 
Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε: «Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας. Ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῆ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του». Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση. Οι Φιλικοί μάλιστα ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο. Όταν σε μια συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε' απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Ὁ θάνατος ἠμῶν θὰ δώση δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίση τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύση ὅλον τὸ Ἔθνος». Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε: «Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθη τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην. Εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετὰ τίνας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων. Δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τᾶς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῆ καὶ θριαμβεύση, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων». (Αυτή η επιστολή αποτελεί ιστορική απάντηση σε όσους αμαθείς της ελληνικής ιστορίας συκοφαντούν τον πατριάρχη ότι ήταν προδότης της επανάστασης, ιδιαιτέρως αυτό το παραμύθι το χρησιμοποιούν οι μασσωνοκινούμενοι δωδεκαθεϊστές και πάσης φύσεως πολέμιοι της Εκκλησίας...)

Ο Γρηγόριος ο Ε', ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του. Σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Επωμίσθηκε το σταυρό του. Ανέβηκε το Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό. Μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη. Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί «γιαφτάς»), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του: «.…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως... ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώση πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς τῶν, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν. Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὄσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων… Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψη ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων». Ένα χρόνο μετά τον απαγχονισμό και την μεταφορά του τιμίου λειψάνου του από τον πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στην Οδησσό της Ρωσίας, ο Ζακυνθινός ιερωμένος Οικονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, εφημέριος τότε του παλαίφατου ναού της Οδηγήτριας και φλογερότατος Φιλικός, ευαισθητοποιημένος από την θυσία του Πατριάρχη, συνθέτει Ακολουθία προς τιμήν του νέου Ιερομάρτυρα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Άγιος Γρηγόριος στη συνείδηση του Γένους κατέκτησε αμέσως με το τίμιο αίμα του θέση Αγίου.

Το 1871 η Εκκλησία της Ελλάδος θεώρησε επιβεβλημένο να μετακομίσει το τίμιο λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β' ο Κατραμής και Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α' γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου. Κατά την Πανυχίδα μάλιστα, που τελέσθηκε εκεί κατά την ημέρα της μνήμης του, «ἐξεφώνισεν ἀπ’ ἄμβωνος, κατ’ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου». Το ιερό λείψανο έφθασε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871 μ.Χ., όπου οι Αθηναίοι του επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση εναπετέθη στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα. 
 
http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/b/ba/Shrine_of_Grigorios_E.JPG/240px-Shrine_of_Grigorios_E.JPG
 
Η λάρνακα ευρισκομένη στο μητροπολιτικό ναό Αθηνών.

Στις 10 Απριλίου 1921 ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.
 
Πηγή: constantinosa.gr

Ο Άγιος μάρτυς Πλάτων!

Ο Πλάτων καταγόταν από την Άγκυρα της Γαλατίας. Ανατράφηκε ως χριστιανός εκ κοιλίας μητρός και ήδη από νέος φαινόταν ότι ήταν τέλειος σε όλες τις αρετές. Όχι μόνο δεν έκρυβε την πίστη του στον Κύριο Ιησού Χριστό, αλλά ανοιχτά τον ομολογούσε, παρά τον διωγμό, αποκηρύσσοντας τους ειδωλολάτρες που λάτρευαν άψυχα ξόανα αντί για τον Ζωντανό Δημιουργό! Ως χριστιανό, τον έσυραν αιχμάλωτο να δικαστεί από τον ηγεμόνα Αγριππίνο, ο οποίος τον ανέκρινε και τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια.

Όταν τον προέτρεψε ο ηγεμόνας να προσκυνήσει τα είδωλα, για να αποφύγει το θάνατο και να σώσει τη ζωή του, ο Πλάτων του είπε: «Υπάρχουν δύο θάνατοι, ο θάνατος του σώματος και ο θάνατος της ψυχής, όπως αντιστοίχως υπάρχουν δύο ζωές, μία βραχύχρονη και μία αιώνια. Ο Αγριππίνος τότε πρόσταξε χειρότερα βασανιστήρια για τον μάρτυρα. Έκαψαν το σώμα του με πυρωμένες σιδερένιες μπάλες και ύστερα έγδαραν λωρίδες από το δέρμα του. Απτόητος ο μάρτυς φώναζε στους βασανιστές του: «Βασανίστε με πιο σκληρά! Ώστε η απανθρωπία σας και η απαντοχή μου να φανούν πιο καθαρά».

Όταν ο βασανιστής θύμισε στον μάρτυρα ότι ο συνονόματός του Πλάτων, ο φιλόσοφος, ήταν ειδωλολάτρης, ο μάρτυς απάντησε: «Δεν είμαι σαν εκείνο τον Πλάτωνα, ούτε ο Πλάτων είναι σαν εμένα, μοιάζουμε μόνο κατ’ όνομα. Διδάσκομαι και διδάσκω τη σοφία του Χριστού, ενώ ο Πλάτων υπήρξε δάσκαλος μιας σοφίας που στα μάτια του Θεού είναι μωρία!». Μετά από αυτό, τον έκλεισαν στη φυλακή και τον άφησαν εκεί 18 ημέρες χωρίς τροφή και νερό. Όταν οι φύλακες εξεπλάγησαν που ο Πλάτων ζούσε ακόμη, παρότι νηστικός τόσες ημέρες, τους είπε: Εσείς ικανοποιήστε με κρέας, εγώ με τις άγιες προσευχές. Εσάς σας ευφραίνει το κρασί, εμένα με ευφραίνει ο Χριστός, η Άμπελος η Αληθινή!». Ο Πλάτων αποκεφαλίστηκε περί το έτος 266 και έλαβε τον άφθαρτο στέφανο της αιωνίου δόξης.

Πηγή: constantinosa.gr

Διαμαρτυρόμενοι και πλάνες...

Α Ι Ρ Ε Σ Ε Ι Σ:

Αντιευαγγελικοί... Οι Ευαγγελικοί - Προτεστάντες, με αυτά που θα πούμε παρακάτω, δεν έχουμε σκοπό να θίξουμε οποιονδήποτε άνθρωπο που ακολουθεί διαφορετικό δόγμα ή θρήσκευμα. Απώτερος σκοπός μας είναι, μία καθαρή ενημέρωση απέναντι ανθρώπων πολύ καλύτερων, πιθανόν, από εμάς τους Ορθοδόξους.

Οι άνθρωποι αυτοί, όπως κι εμείς, είναι δημιουργήματα και εικόνες Θεού, τους οποίους και σεβόμαστε, παρ’ όλες τις όποιες διαφορές θέσεων και απόψεων, που τυχόν υπάρχουν μεταξύ μας. Αυτά σαν εισαγωγή, των όσων θα επακολουθήσουν.

Η αιτία δημιουργίας του δευτέρου Σχίσματος από την αρχαία, συμπαγή γραμμή της Χριστιανικής Εκκλησίας (μετά τον πρώτο διαχωρισμό με τους Ρωμαιοκαθολικούς), υπήρξε, η διαμαρτυρία του φημισμένου Γερμανού θεολόγου Μαρτίνου Λούθηρου (1517), ενάντια στην τότε, Παπική ηγεσία. Ο Πάπας Λέων ο 10ος, για λόγους καθαρά εισπρακτικούς, είχε κυκλοφορήσει τα λεγόμενα συγχωροχάρτια, σε αντίθεση με τα όσα ο Χριστός και οι Άγιοι Απόστολοι είχαν παραδώσει.

Τα λεγόμενα συγχωροχάρτια έγραφαν, ότι ο Πάπας, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, ιδρυτού της Εκκλησίας της Ρώμης, είχε εξουσία να συγχωράει ζωντανούς και πεθαμένους και μάλιστα, και αυτούς που βρίσκονταν στην κόλαση… Αγοράζοντας λοιπόν ένα τέτοιο χαρτί έπαιρνες συγχώρηση για όσες αμαρτίες θα έκανες μέσα σε 5 χρόνια, ή πληρώνοντας περισσότερα, μπορούσες να αμαρτάνεις και ανάλογα χρόνια…

Η εισπρακτική αυτή βουλιμία, κληρικών της τότε εποχής είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο στην ύπαιθρο, ώστε να κυκλοφορούν λιτανεύοντας ένα φτερό χήνας, ισχυριζόμενοι κάποιοι, ότι αυτό, ήταν μέρος των πτερύγων του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στην πτώση των Αγγέλων κατά την μάχη του με τον Εωσφόρο! Υπήρξαν όμως και άλλα λάθη.

Ο Λούθηρος, είχε γίνει μοναχός στην Μονή των Αυγουστινιανών του Έρφουρτ, αλλά παρ’ όλους τους όρκους και τις μοναχικές υποσχέσεις παρθενίας και αγαμίας, απέναντι Θεού και ανθρώπων, παντρεύτηκε μία άλλη μοναχή (δεσμευμένη κι’ αυτή με τους ίδιους όρκους), την Αικατερίνη φόν Μπόρα από την οποία απέκτησε και 6 γιούς! Τα λάθη δυστυχώς είχαν και συνέχεια... 

ΣΕ 450 ΚΟΜΜΑΤΙΑ...

Την αρχική γραμμή αλλαγής και μεταρρύθμισης του Μαρτίνου Λούθηρου την επέκτειναν με νέες αντιδράσεις αργότερα, και άλλοι θεολόγοι της μεταρρύθμισης, όπως ο Ζβίγγλιος, και ο Καλβίνος.

Δυστυχώς όμως, παρ’ όλο που οι διαμαρτυρίες τους υπήρξαν αρχικά δικαιολογημένες, και παρ' όλες τις αναφορές τους ότι μόνο η Ορθοδοξία είχε ανόθευτη την αλήθεια κρατώντας την αρχαία γραμμή, εν τούτοις, αντί να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία δημιούργησαν δική τους ομολογία, που την ονόμασαν «Εκκλησία»...

Οι εσωτερικές διαφωνίες τους όμως επεκτάθηκαν με αποτέλεσμα σήμερα, το 2004, να υπάρχουν πάνω από 450 λεγόμενες «Εκκλησίες», αντιμαχόμενες μεταξύ τους περί «αληθείας και πίστεως…», παρ’ όλο που ο Χριστός ίδρυσε μία μόνο Εκκλησία, και σ’ αυτήν ακριβώς επαφίεται η σωτηρία των ανθρώπων.

Σήμερα, οι γνωστότερες Προτεσταντικές ομολογίες στην Ελλάδα είναι: Ευαγγελικοί – Πρεσβυτεριανοί, Λουθηρανοί, Επισκοπιανοί, Βαπτιστές, Μεθοδιστές, Μορμόνοι, Χιλιαστές (Ιεχωβάδες), Αντβενιστές της εβδόμης ημέρας, Χ.Ο.Ε. – Χριστιανική Οργάνωση Ειρήνης, «Εκκλησία» του Ιησού», Παγκόσμια Κεντρικά Γραφεία «Εκκλησίας» του Θεού, «Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής», Διεθνής «Εκκλησία» του Τετραγωνικού Ευαγγελίου, Βιβλική Εκκλησία του Θεού, Υπόλοιπο της «Εκκλησίας» του Θεού, με έδρα το Μίτσιγκαν, Ηνωμένη Πεντηκοστιανή «Εκκλησία», Απαραπλάνητη «Εκκλησία» του Θεού, Χολστέϊν «Εκκλησία» του Θεού, Πεντηκοστιανοί, και Ελευθέρα Αποστολική «Εκκλησία» της Πεντηκοστής με ιδρυτή τον Ευάγγελο Φωτίου κατ’ αρχάς στην Αθήνα στα 1938, και διάδοχο και αναδιοργανωτή της ομάδας τον Λούη Λεωνίδα Φέγγο, στα 1965. Εδώ, για την ομολογία αυτή να σημειώσουμε, ότι η πρώτη εμφάνισή τους έγινε στην Αμερική, στα 1907 από τον Αμβρόσιο Τόμπλισον. Ισχυρίζονται ότι προέρχονται κατ’ ευθείαν από τους πρώτους Χριστιανούς της ημέρας της Πεντηκοστής στην Ιερουσαλήμ, ενώ πουθενά στην Αγία Γραφή δεν αναφέρεται ότι μετά την Πεντηκοστή, υπήρξε και μια ομάδα με τους τάδε και τάδε Αποστόλους, που έχοντας χρίσμα διαδοχής και Ιερωσύνης μέχρι σήμερα, ονομάζονταν… Πεντηκοστιανοί. Προφανώς, με τον ισχυρισμό αυτό θέλουν να δώσουν βαρύτητα στην κίνησή τους, και στην επικοινωνιακή - προσηλυτιστική πολιτική τους...

ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΛΑΘΟΥΣ

Γενικά:

Το θρήσκευμα των Προτεσταντών, είναι μία συρραφή και συνάθροιση αρχαίων Χριστιανικών δογματικών εκτροπών, οι οποίες και έχουν καταδικασθή από τις Οικουμενικές Συνόδους. Θα προσπαθήσουμε εδώ να παραθέσουμε τις βασικές αυτές διαφορές με την αρχαία Εκκλησιαστική ρίζα, που είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ανατολής, και αυτές εδώ θα εξετάσουμε.

Ας δούμε τα σχετικά σημεία:

1) Λένε, ότι μάς είναι αρκετή η Αγία Γραφή και το ίδιο το Ευαγγέλιο, γι’ αυτό και ονομάζονται Ευαγγελικοί.

Καί ακόμη, ότι οι ερμηνείες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας (Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Μέγας Αθανάσιος κλπ) δεν είναι απαραίτητες, μιά και η κατά γράμμα προσωπική εξήγηση του Ευαγγελίου από τον κάθε άνθρωπο που πιστεύει στον Χριστό, είναι αρκετή για την σωτηρία του. Αποτέλεσμα αυτής της θεωρήσεως για "προσωπική εξήγηση" της Αγίας Γραφής, υπήρξε, η δημιουργία εκατοντάδων αυτοδύναμων «εκκλησιών» και "Σχολών ερμηνείας" της Αγίας Γραφής, σύμφωνα με τις προσωπικές σκέψεις και προτιμήσεις του κάθε ανθρώπου, με καταστρεπτικά για την σωτηρία των ψυχών, αποτελέσματα. Αυτός ο παραμερισμός των αρχαίων Αγίων Πατέρων του Χριστιανισμού, που με τα θαύματα επικύρωναν την εν Θεώ ερμηνεία τους, και αυτή η περιφρονητική «ισοτιμία» τους από τον Προτεσταντικό – Ευαγγελικό κόσμο, με κάθε κοινό άνθρωπο, έφθανε τελικά στον ίδιο τον Θεό και στις ενέργειές του. Σήμερα, τα σημεία του λάθους είναι ορατά, και θα λέγαμε θανάσιμα...

2) Ισχυρίζονται, ότι τα καλά έργα δεν είναι απαραίτητα για να σωθεί ο άνθρωπος. Μόνο να πιστεύει κανείς, και σώζεται!

Ο ίδιος ο Χριστός όμως παραγγέλνει ότι, «ού πάς ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλά ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς…» (Ματθ.7, 21-23). Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη αναφέρει ότι οι άνθρωποι κρίνονται από τα έργα τους (Αποκ.20,12). Και ο Απόστολος Παύλος προσθέτει ότι εάν έχω τέτοια πίστη ώστε να μετακινώ και βουνά, αλλά δεν έχω έργα αγάπης, δεν είμαι τίποτα (Α΄Κορινθ.13,2).

3) Λένε, ότι ο Λούθηρος καθάρισε την Εκκλησία από τα πολλά σφάλματα που είχε. Και την γέμισε με καινούρια! Διότι, όλα αυτά τα σφάλματα, αφορούσαν την Παπική εκκλησία, τα συγχωροχάρτια της, και τις Ιερές εξετάσεις που έκαιγαν και βασάνιζαν τους ανθρώπους.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν διέπραξε τέτοια εγκλήματα.


Ο Λούθηρος, προερχόμενος από την Παπική Εκκλησία συγκρούσθηκε με αυτά, διαμαρτυρόμενος. Στους λόγους του μάλιστα εκθείαζε την Ορθόδοξη Εκκλησία γιατί αυτή μόνο κράτησε, έλεγε, την αρχαία Παράδοση. Εν τούτοις, έφτιαξε μία δική του ομολογία, αποφεύγοντας να γυρίσει στην αρχαία ρίζα.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία, παρέμεινε ανόθευτη σύμφωνα με τα αρχαία, υπό του Χριστού και των Αγίων Αποστόλων παραδεδομένα πρότυπα, παραμένοντας ως εκ τούτου, και η μόνη αληθινή που μπορεί να προσφέρει σωτηρία!

4) Κατακρίνουν την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων, Μιλούν για ειδωλολατρεία, ξύλα και χρώματα, μή μπορώντας να κατανοήσουν ότι προσκυνώντας ο πιστός τις εικόνες δεν προσκυνά ξύλα και χρώματα ούτε και τα λατρεύει, αλλά η τιμή του διαβαίνει στο πρόσωπο, που η εικόνα παριστάνει.

Όπως μια μάννα φιλώντας την φωτογραφία του ξενιτεμένου παιδιού της, φέρνει στο μυαλό της με αγάπη το πρόσωπό του, έτσι και ένας Χριστιανός τιμά την κάθε άγια Εικόνα. Εικόνες συναντάμε από τους πιο αρχαίους χρόνους των Χριστιανικών διωγμών μέσα στις κατακόμβες, και ορισμένες από αυτές θαυματουργούν μέχρι σήμερα.

Γνωστότερες θαυματουργές εικόνες είναι, η Παναγία της Τήνου, η Παναγία 20φοίνισσα στην Μακεδονία, η Παναγία η Μαλεβή στον Αγιο Πέτρο έξω από την Τρίπολη (μέ το Αγιο Μύρο να τρέχει, τρυπώντας το τζάμι στο κέντρο, και να ευωδιάζει ο τόπος, ή και τα αυτοκίνητα των προσκυνητών όπως έρχονται, από δεκάδες χιλιόμετρα μακρυά.

Κι ακόμη, πλαστικές μικρές εικονίτσες της Παναγίας Μαλεβή, να ευωδιάζουν αποπνικτικά σε πιστούς στον Καναδά, στην Αυστραλία κλπ. και να τρέχουν μύρο, όπως γράφουν πιστοί άνθρωποι σε επώνυμες αναφορές τους και σε αρκετά γράμματά τους...

Οι Άγιες εικόνες, με τα δεκάδες χρυσά αφιερώματα επάνω τους, που ασφαλώς δεν δόθηκαν έτσι «τσάμπα», αλλά σε ανταπόδοση θαύματος, κρύβουνε πάντα την μυστική αλήθεια της Ορθοδοξίας! Γιατί εμείς, είναι αλήθεια κι άς μη κρυβόμαστε, ούτε τον πυρετό μας δεν δίνουμε δωρεάν, εάν δεν πρόκειται κάτι να πάρουμε...

5) Κατακρίνουν την προσκύνηση και την τιμή των Αγίων λειψάνων.

Όμως, τους Άγιους αυτούς ανθρώπους, και μάλιστα τους μάρτυρες, που κάηκαν, γδάρθηκαν, τηγανίσθηκαν, ή και αποκεφαλίσθηκαν, αρνούμενοι ως το τέλος να προδώσουν τον Χριστό και την πίστη τους, αυτούς που ο ίδιος ο Θεός τους πιστοποιεί μέχρι σήμερα με ευωδία λειψάνων και θαυμάτων θεραπείας, μπορούμε εμείς να τους περιφρονούμε σαν ένα τίποτα, θεωρώντας τους ίσους μας; Είμαστε εμείς στα ύψη τους;

Κάναμε εμείς, για τον Χριστό και την πίστη μας αυτά που έκαναν εκείνοι; Ασφαλώς όχι! Ας έχουμε τουλάχιστον την ταπεινοφροσύνη και το «γνώθι σ΄αυτόν» νά παραδεχθούμε τα «μείον» μας...

6) Απορρίπτουν νηστείες, μνημόσυνα, και αποστολικές παραδόσεις. Κατ’ αρχάς η νηστεία είναι η πρώτη εντολή του Θεού αλλά και η αιτία εκπτώσεως των πρώτων ανθρώπων από τον Παράδεισο, λόγω της ανυπακοής τους!

Την εντολή της νηστείας, (και μάλιστα της σαρκικής νηστείας), σαν πράξη προπαρασκευής και προετοιμασίας του ανθρώπου για να εισακουσθεί από τον Θεό, την συναντάμε τακτικά στην Αγία Γραφή. Ενδεικτικά την βλέπουμε, στην εμφάνιση του Θεού στο γεμάτο καπνούς και βροντές όρος του Σινά (Εξοδος 19,15), στον Ιωάννη τον Πρόδρομο, στην χειροτονία των πρεσβυτέρων (χειροτονήσαντες πρεσβυτέρους κατ’ εκκλησίαν, προσευξάμενοι μετά νηστειών), Πράξ. Αποστ.ΙΔ΄ 23, στο "νηστεύσαντες και προσευξάμενοι και επιθέντες αυτοίς τας χείρας" (Πράξ.Αποστ. ΙΓ¨3), κλπ.

Τα μνημόσυνα για τις ψυχές των πεθαμένων ανήκουν στην αρχαία τάξη, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Είναι μία τελευταία προσπάθεια παρακλήσεως προς τον Θεό, αλλά και πράξη αγάπης των ζωντανών προς τους πεθαμένους, για να τους λυπηθεί ο Θεός και να τους σώσει από αμαρτήματα που εμποδίζουν την σωτηρία τους, στον χώρο εκεί που βρίσκονται, αδυνατούντες προσωπικά πιά, νά πράξουν οτιδήποτε... Στο Β΄ Μακκαβαίων αναφέρεται "Υπέρ νεκρών προσεύχεσθαι " (12,44)

Η Ιερά Παράδοση που οι Προτεσταντικές ομολογίες απορρίπτουν, (δεχόμενοι μόνο την Αγία Γραφή), είναι ο άγραφος νόμος της Εκκλησίας. Ακόμη και τα κείμενα της Καινής Διαθήκης μέχρις ότου καταγραφούν από τους τέσσαρες Ευαγγελιστές ήσαν κι’ αυτά προφορική Παράδοση. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει "Καθώς παρέδωκα υμίν τας παραδόσεις κατέχετε" (Α΄Κορινθ.11,2), και αλλού γράφει, "Αδελφοί, στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, άς εδιδάχθητε είτε διά λόγου είτε δι’ επιστολής ημών " (Β΄Θεσαλον.2,15).

7) Αρνούνται, την Παρθενία, αλλά και την αειπαρθενία, μετά την γέννηση του Χριστού, και αγνότητα της Θεοτόκου. Θεωρούν την Παναγία μας, σαν «μία καλή γυναίκα», που έκανε όμως και άλλα παιδιά, (επειδή το Ευαγγέλιο αναφέρει ως αδελφούς του Κυρίου τα παιδιά του χήρου Ιωσήφ, από προηγούμενο γάμο του).

Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι ανυπόστατοι, γιατί η Μαριάμ αναφέρεται ρητά σαν μνηστή του Ιωσήφ (Ματθ.1,18 και Λουκ.1,27. 2,5), και παρθένος (Λουκ.1,27). Βλέπουμε ακόμη τον σκανδαλισμό του Ιωσήφ σαν αντελήφθη την εγκυμοσύνη της Μαριάμ, και την θέλησή του να την διώξει (μιά και δεν είχε μαζί της τέτοια σχέση), ως ότου πληροφορείται από τον άγγελο τον υπερφυσικό τρόπο συλλήψεως του Χριστού (Ματθ.1, 18-20).

Όμως, πέραν αυτών, θα ήταν ποτέ δυνατόν, και με την ελάχιστη ανθρώπινη λογική, ένα πρόσωπο που καθαγιάσθηκε με την γέννηση του ενανθρωπίσαντος Υιού του Μεγάλου Θεού, θα ήταν ποτέ δυνατόν η νύμφη του ανάρχου Θεού και Πατρός, να ψάχνει για επίγειο γαμπρό, για να παντρευτεί δηλαδή κάποιον κοινό ταλαίπωρο άνθρωπο, σαν μια συνηθισμένη γυναίκα του κόσμου που σήμερα ζούμε; Άς μην είμαστε αφελείς, οπωσδήποτε όχι! Ακόμη και στην αρχαία ειδωλολατρική εποχή, κάποια ξεχωριστά πρόσωπα διατηρούσαν την αγνότητά τους, και εδώ, στην ζωντανή μας θρησκεία, μετά από τέτοια μεγαλειώδη ένωση με τον ίδιο το Θεό, θα παντρευόταν κάποιον κοινό θνητό η Παναγία μας;

8) Αρνούνται πέντε από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας.

Ο Προτεσταντικές ομολογίες, γενικά, όσα από τον Χριστιανισμό δέχονται, τα δέχονται σαν απλές, κοσμικές τελετές συμβολικού, και όχι αγιαστικού χαρακτήρα.

Δεν δέχονται την ιερωσύνη, την εξομολόγηση, την Αγία Κοινωνία, το χρίσμα και την εκ τούτου μετάδοση του Αγίου Πνεύματος, το σημείο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, τον Μοναχισμό κλπ, ξεχνώντας την παράδοση χιλιάδων ετών, από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Άγιο Αντώνιο με τους χιλιάδες μοναχούς στην Αίγυπτο, καθώς και άλλα πολλά, που λόγω χώρου δεν μπορούμε εδώ να μεταφέρουμε.

Στο βιβλίο "Οι αιρετικοί Προτεστάντες" του Μητροπολίτου Κορινθίας κ. Παντελεήμονος, γίνεται μία συστηματική καταχώρηση δοξασιών και θέσεων 450 περίπου Προτεσταντικών ομάδων που υπάρχουν σήμερα, και μία συστηματική αγιογραφική αναίρεση αυτών των δογματικών εκτροπών, βάσει των κειμένων της Αγίας Γραφής και της αρχαίας ερμηνείας τους.


Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ.

"Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα Έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος" (Ματθ.κη΄19).

Γεννάται όμως το ερώτημα, με ποιόν τρόπο εβάπτιζαν οι Απόστολοι, μιά και τα Ευαγγέλια δεν
το διευκρινίζουν;

Απάντηση στο ερώτημα αυτό, μας δίνει η Ιερά Παράδοση μέσα από τα συγγράμματα των Αποστολικών Πατέρων και μάλιστα μέσα από την αδιάκοπη και επίσημη πράξη της Εκκλησίας από την ίδρυσή της έως σήμερα.

Η Αγία Γραφή μιλάει επίσης περί επιθέσεως χειρών (χειροτονία ιερέων), περί αλείψεως δι’ ελαίου (ευχέλαιον - χρίσμα), κλπ. Ερωτάται όμως, πρακτικώς πώς γίνονταν αυτά; Και αν η Ιερά Παράδοση μας πληροφορεί συμπληρωματικώς γι’ αυτά, σε τι αντιφάσκει με την Αγία Γραφή;

Όταν απορρίπτεται η Παράδοση ως «μύθευμα και εντάλματα ανθρώπων», και το κύρος της Εκκλησίας ως ανύπαρκτο, το ερώτημα είναι από που έχουν οι Προτεσταντικές ομολογίες την πληροφορία ότι αυτά τα βιβλία που κρατάνε και οι ίδιοι στα χέρια τους, ότι είναι η γνησία, αρχαία Καινή Διαθήκη;

Ασφαλώς από την αρχαία Χριστιανική Παράδοση, την οποίαν... αρνούνται. Και ακόμη:

Από που παρέλαβαν την αργία της Κυριακής, ενώ η Αγία Γραφή, μιλάει μόνο για αργία Σαββάτου; Ασφαλώς από την Ιερά Παράδοση! Και τέλος, σε ποιό μέρος της Καινής Διαθήκης αναφέρεται ότι τα βιβλία της είναι 27 (πού και οι ίδιοι παραδέχονται); Πουθενά!

Το αναφέρει όμως η Ιερά Παράδοση, την οποία δυστυχώς, (επιλεκτικά), την έχουνε καταργήσει...Παραθέσαμε, αυτή την μικρή κατάθεση για τις Προτεσταντικές ομολογίες, με την ελπίδα προβληματισμού και αναθεωρήσεως κάποιων θέσεων, που μπορούν να φανούν επιζήμιες στην εν Χριστώ σωτηρία μας…

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΕΡΙ ΧΙΛΙΑΣΜΟΥ

(Από το βιβλίο «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΕΡΙ ΧΙΛΙΑΣΜΟΥ» του Ιωάννη Αργέντη, 1955, πρώην ανώτερου στελέχους των Ιεχωβάδων στην Ελλάδα): ΥΠΗΡΞΑ ανώτερο στέλεχος ( «Υπηρέτης Ομάδος» ) των Μαρτύρων του Ιεχωβά, 10 και πλέον χρόνια. Εργάσθηκα στα άδυτα της εσωτερικής υπηρεσίας, στόν «Οίκο Μπέθελ».

Είμαι ένας από τους 5 ή 6 σε ολόκληρη την Ελλάδα, που έχουν ειδικό διορισμό κήρυκος (έγγραφο), απ΄ ευθείας από τον πρόεδρο των Μαρτύρων του Ιεχωβά, τον Αμερικανοεβραίο Nathan Knor. ΦΥΛΑΚΙΣΘΗΚΑ για την δράση μου στον Χιλιασμό, γιατί ήμουνα απολύτως ειλικρινής στις προθέσεις μου τότε...

ΞΥΠΝΗΣΑ όταν άρχισα να βλέπω, να διακρίνω διδασκαλίες, πρόσωπα και πράγματα, που δεν συμφωνούσαν όχι μόνο με την Χριστιανική πίστη, αλλά ούτε και με την ανθρώπινη λογική, και βεβαίως ούτε με την συμπεριφορά του καλού πατριώτη και πολίτη...

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΩ την παγίδα του Χιλιασμού προσπαθώντας να βοηθήσω 1ον) Όλους εκείνους τους Χιλιαστές που θέλουν να φύγουν και δεν το αποφασίζουν και 2ον) εκείνους, που βλέπουν τα πράγματα μόνο επιφανειακά μέχρι τώρα, ώστε ναμπορέσουν να τα ιδούν πιο βαθειά, όπως πραγματικά είναι...

ΤΡΟΠΟΙ " ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ..."

Η πρώτη κουβέντα που θα σας πουν είναι, ότι πιστεύουν στην Αγία Γραφή. Μερικοί την κρατάνε και στο χέρι, κάνοντας και τους ευσεβείς Χριστιανούς. Συνήθως, στις πρώτες, ή τελευταίες σελίδες θα δεις σαν τόπο εκδόσεως το Μπρούκλιν της Αμερικής (Παγκόσμια έδρα των Ιεχωβάδων), το Λονδίνο, ή της Βιβλικής Εταιρείας των Προτεσταντών, και βεβαίως χωρίς σφραγίδα της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Πατριαρχείου.

Για πολλά χρόνια είχαν ένα φανταχτερό τίτλο στις ομάδες τους: "Σπουδαστές των Γραφών". Σήμερα λέγονται μάρτυρες (δηλ. κήρυκες, που δίνουν τη μαρτυρία τους) του Ιεχωβά, ή και Χριστιανοί (;) μάρτυρες του Ιεχωβά...

Η Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία, όπως, από τους Αγίους Αποστόλους διαδόθηκε, γραπτώς και προφορικώς, έχει φοβερές διαφορές αλλά και αρκετές συμφωνίες με όλες τις Χριστιανικές ομολογίες και αιρέσεις. Με τους Χιλιαστές όμως συμβαίνει το εξής ύποπτο. Π ο υ θ ε ν ά, μα πουθενά δεν συμφωνούμε! Κι αν προς στιγμήν υποτεθεί, για να δείξουν ότι κι’ αυτοί είναι "Χριστιανοί", ότι κάπου συμφωνούν, την επόμενη στιγμή σου ανατρέπουν τα πάντα!

Μέχρι το 1931 παραδέχονταν τον Σταυρό, όπως το βλέπουμε σε εξώφυλλα της ΣΚΟΠΙΑΣ του 1931. Σήμερα τον αρνούνται! Έχουν επανειλημμένως διαψευσθεί, και μάλιστα παταγωδώς και μετά θορύβου, στις αποκαλύψεις και προφητείες τους, δήθεν από τον Ιεχωβά, για επικείμενη Β΄ Παρουσία.

Την μία μάλιστα φορά ντυθήκανε με λευκά σάβανα και συγκεντρώθηκαν σε κάποιο λόφο μιας Αμερικανικής Πολιτείας περιμένοντας το... τέλος. Από αυτή και μόνο την γελοιοποίηση, χάσανε χιλιάδες οπαδούς...

Είπανε για το 1914, μετά για το 1918, το 1925, τό1931, το 1984, κλπ στο τέλος είπανε ότι έγινε η Β΄ Παρουσία αλλά... αοράτως, αν και ο ίδιος ο Χριστός αναφέρει χαρακτηριστικά στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ότι η Β΄ Παρουσία Του θα είναι ορατή όπως η αστραπή, από το ένα άκρο της Γης ως το άλλο... (Ματθ.24,27 και Λουκ.17,2)

Χρησιμοποιούν σαν πρόσχημα την Αγία Γραφή για να επεκτείνουν την Οργάνωσή τους, δημιουργώντας έτσι νέους πωλητές - πλασιέ των βιβλίων τους. Νέους και νέες αφελείς, που θα στέκονται σαν αγάλματα, σιωπηλοί και ακίνητοι στην βροχή, στο κρύο, και τον ήλιο, για τα συμφέροντα της Εταιρείας.

Ένας πρόσθετος λόγος που στέκονται με τις ώρες στους δρόμους είναι, ότι πρέπει να συμπληρώσουν μηνιαίως στις καρτέλες τους, 100 ώς 150 παρουσίες (υπηρεσία στον... "αγρό" όπως λένε), για να έχουν έτσι το δικαίωμα να ανήκουν στους εκλεκτούς της Οργανώσεως.

Να ανήκουν δηλαδή, στους... 144.000 πιστούς που τελικά θα σωθούν, (παρερμηνεύοντας και σ’ αυτό το σημείο τον συμβολικό αυτό αριθμό της Αποκαλύψεως, (δηλ. 12 φυλές του Ισραήλ επί 12.000 πιστούς = 144.000!)

Τους λένε ακόμη, ότι όσοι δεν πετύχουν να μπουν στον αριθμό αυτό θα τιμωρηθούν όταν έλθη ο Χριστός ως Βασιλέας στην Γη, μια και δεν πιστεύουν σε μετά θάνατο ζωή, σε ψυχή,σε πνεύματα, σε Αγίους, σε Ανάσταση, κλπ.
Περιμένουν τον Χριστό σαν επίγειο βασιλέα, που όταν έλθει θα έχεi... πρωθυπουργό τον Αβραάμ, και... υπουργούς τον Μωϋσή, τον προφήτη Ηλία κλπ. Τώρα, το πώς ξέρουν ποιοί θα είναι μέσα και ποιοί απ’ έξω από την... "Κυβέρνηση", αυτό είναι και μυστικό της Εταιρείας...
ΕΠΙΛΟΓΟΣ.
ΓΕΝΙΚΑ, αν κάποια μέρα, ανοίγοντας την πόρτα σου διαπράξεις το λάθος και συζητήσεις μαζί τους, χωρίς να γνωρίζεις καλά την Αγία Γραφή, μάθε ότι θα σε γράψουν στην λίστα τους. Θα ενοχλείσαι συνέχεια με επισκέψεις, βιβλία και περιοδικά, προσπαθώντας να σε κάνουν οπαδό τους... Εσύ, θα το δεχθείς;

(Διαμαρτύρηση, στα αγγλικά πρότεσταντ, διαμαρτυρόμενος, δηλ. προτεστάντης.) 

Πηγή: http: www.imdleo.gr/ht/2_epitomos_parts.htm

Αναζητηση

Αναγνωστες