Η ψυχή που μελετά ακατάπαυστα κάθε ημέρα το λόγο του Κυρίου, συνηθίζει και στον ύπνο να προσκολάται σε αυτά τα νοήματα.

(Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Είναι τα ευαγγέλια κείμενα του 1ου μ.Χ. αιώνα;

Αποδείξεις ότι τα 4 κανονικά ευαγγέλια είναι γραμμένα τον πρώτο αποστολικό αιώνα.

Στο παρόν άρθρο, θα δούμε ορισμένα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τα 4 κανονικά ευαγγέλια είναι γραμμένα τον πρώτο αποστολικό αιώνα, και κατ’ επέκταση από τους ''απ' αρχής γενόμενοι αυτόπται και υπηρέται του λόγου'' (Λουκάς, α 2).

Ο Ευσέβιος Καισαρείας, περί το 313 μ.Χ., μαρτυρά ότι οι πρώτοι διάδοχοι των αποστόλων σε κάθε τόπο οικοδομούσαν με τα θεμέλια των αποστόλων, ευαγγελίζοντας με το κήρυγμα του θείου Λόγου και παραδίδοντας Των θείων ευαγγελίων γραφήν. Επομένως, οι άμεσοι διάδοχοι (''οι την πρώτην τάξιν της των αποστόλων επέχοντες διαδοχής'' , όπως λέει) παρέδιδαν την γραφή των θείων ευαγγέλιων. 

«…τὴν πρώτην τάξιν τῆς τῶν ἀποστόλων ἐπέχοντες διαδοχῆς· οἳ καὶ, ἅτε τηλικῶνδε ὄντες θεοπρεπεῖς μαθηταί, τοὺς κατὰ πάντα τόπον τῶν ἐκκλησιῶν προκαταβληθέντας ὑπὸ τῶν ἀποστόλων θεμελίους ἐπῳκοδόμουν, αὔξοντες εἰς πλέον τὸ κήρυγμα καὶ τὰ σωτήρια σπέρματα τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας ἀνὰ πᾶσαν εἰς πλάτος ἐπισπείροντες τὴν οἰκουμένην. καὶ γὰρ δὴ πλεῖστοι τῶν τότε μαθητῶν σφοδροτέρῳ φιλοσοφίας ἔρωτι πρὸς τοῦ θείου λόγου τὴν ψυχὴν πληττόμενοι, τὴν σωτήριον πρότερον ἀπεπλήρουν παρακέλευσιν, ἐνδεέσιν νέμοντες τὰς οὐσίας, εἶτα δὲ ἀποδημίας στελλόμενοι ἔργον ἐπετέλουν εὐαγγελιστῶν, τοῖς ἔτι πάμπαν ἀνηκόοις τοῦ τῆς πίστεως λόγου κηρύττειν φιλοτιμούμενοι καὶ τὴν τῶν θείων εὐαγγελίων παραδιδόναι γραφήν». (Εκκλησιαστική ιστορία Ευσεβίου, βιβλίο Γ).

Επίσης, μαρτυρά ότι ο Λουκάς ο ευαγγελιστής έγραψε το ομώνυμο ευαγγέλιο, όπως το κατέγραψε από τους αυτόπτες μάρτυρες του Χριστού.

«…Λουκᾶς δὲ τὸ μὲν γένος ὢν τῶν ἀπ᾿ Ἀντιοχείας, τὴν ἐπιστήμην δὲ ἰατρός, τὰ πλεῖστα συγγεγονὼς τῷ Παύλῳ, καὶ τοῖς λοιποῖς δὲ οὐ παρέργως τῶν ἀποστόλων ὡμιληκώς, ἧς ἀπὸ τούτων προσεκτήσατο ψυχῶν θεραπευτικῆς ἐν δυσὶν ἡμῖν ὑποδείγματα θεοπνεύστοις κατέλιπεν βιβλίοις, τῷ τε εὐαγγελίῳ, ὃ καὶ χαράξαι μαρτύρεται καθ᾿ ἃ παρέδοσαν αὐτῷ οἱ ἀπ᾿ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου». (Βιβλίο Γ).

Αναφέρει ότι και ενώ ο Κύριος είχε και άλλους μαθητές, από εκείνους που έμεναν μαζί του, μόνο ο Ματθαίος και ο Ιωάννης άφησαν υπομνήματα, δηλαδή γραπτά ευαγγέλια.

«…οὐκ ἄπειροι μὲν οὖν ὑπῆρχον τῶν αὐτῶν καὶ οἱ λοιποὶ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν φοιτηταί, δώδεκα μὲν ἀπόστολοι, ἑβδομήκοντα δὲ μαθηταί, ἄλλοι τε ἐπὶ τούτοις μυρίοι· ὅμως δ᾿ οὖν ἐξ ἁπάντων τῶν τοῦ κυρίου διατριβῶν ὑπομνήματα Ματθαῖος ἡμῖν καὶ Ἰωάννης μόνοι καταλελοίπασιν» (Βιβλίο Γ).

Ο άγιος Ειρηναίος της Λυών, περί το 185 μ.Χ., αναφέρει την βεβαιωμένη και γνωστή παράδοση της Εκκλησίας, ότι οι τέσσερεις ευαγγελιστές έγραψαν τα ομώνυμα ευαγγέλιά τους · «Ο μεν δη Ματθαίος εν τοις Εβραίοις τη ιδία διαλέκτω αυτών, και Γραφήν εξήνεγκεν Ευαγγελίου, του Πέτρου και του Παύλου εν Ρώμη ευαγγελιζομένων, και θεμελιούντων την Εκκλησίαν. Μετά την τούτων έξοδον, Μάρκος ο μαθητής και ερμηνευτής του Πέτρου, και αυτός τα υπό του Πέτρου κηρυσσόμενα εγγράφως ημίν παρεδέδωκε. Και Λουκάς δε ο ακόλουθος Παύλου, το υπό εκείνου κηρυσσόμενον Ευαγγέλιον εν βιβλίω κατέθετο. Έπειτα Ιωάννης ο μαθητής του Κυρίου, ο και επί το στήθος αυτού αναπεσών, και αυτός εξέδωκε το Ευαγγέλιον, εν Εφέσω της Ασίας διατρίβων» (''Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως'', στο Βιβλίο Γ, Ι 1).

Ο Ωριγένης, μαρτυρά περί το 239-242 μ.Χ., ότι οι 4 ευαγγελιστές έγραψαν τα ευαγγέλια που έχουμε· «Ματθαίος γαρ ουκ επεχείρησεν, αλλά έγραψεν εξ αγίου κινήμενος Πνεύματος, ομοίως και Μάρκος, και Ιωάννης παραπλησίως, και ο Λουκάς». (Σχόλια στο Κατά Λουκάν, Ωριγένους).

Ας περάσουμε σε αρχαιότερες μαρτυρίες περί των τεσσάρων ευαγγελίων.

Ο καθηγητής F. F BRUCE, στο βιβλίο του ''ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ. Είναι άραγε αξιόπιστα;’’, στην σελίδα 10, αναφέρει· «Οι συγγραφείς, που είναι γνωστοί σαν Αποστολικοί Πατέρες, έγραψαν κυρίως μεταξύ του 90 και 160 μ.Χ., και στα έργα τους βρίσκουμε υλικό όπου φαίνεται η γνωριμία τους με τα περισσότερα από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης».

Ενδεικτικά και μόνο ενδεικτικά, παρουσιάζουμε ορισμένα μόνο παραθέματα.

Διδαχή των αποστόλων (100 μ Χ).

Στο κείμενο της ''Διδαχής των Αποστόλων'' αναφέρονται διάφορα στοιχεία που είναι παρμένα από τα 4 κανονικά ευαγγέλια. Ιδιαίτερα, πολλά στοιχεία από την ηθική διδασκαλία του Χριστού, όπως αναφέρεται στον Ματθαίο και Λουκά.

Ο καθηγητής Χ. Κρικώνης σημειώνει· «Η ανάπτυξη της διδασκαλίας γίνεται σε δύο επίπεδα· πρώτα της ζωής, αρνητικά (1-2) και θετικά (3-4) και έπειτα του θανάτου (5-6), με 70 περίπου παραγγέλματα, που απηχούν την επί του όρους ομιλία του Κυρίου» (Αποστολικοί Πατέρες, τόμος Α, σελ. 14).

Πρβ. Διδαχή κεφ. 1, 2 με Ματθαίο 22, 37-39. Στο ίδιο κεφάλαιο, στην τρίτη παράγραφο, αναφέρονται πολλές διδασκαλίες του Ιησού Χριστού από την επί του Όρους ομιλία, όπως την παραθέτει ο Ματθαίος. Ακόμα, στο κεφάλαιο 8, αναφέρεται η Κυριακή προσευχή, όπως την κατέγραψε ο Ματθαίος στο κεφάλαιο 6, 9-13. Μάλιστα, αναφέρει η Διδαχή ότι είναι από τα λόγια του Χριστού στο Ευαγγέλιο, γράφοντας ''ως εκέλευσεν ο κύριος εν τω ευαγγελίω αυτού'' (8, 2).

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (107 μ.Χ.).

Ο καθηγητής Στ. Παπαδόπουλος αναφέρει· «είναι ο πρώτος εκκλησιαστικός συγγραφέας που χρησιμοποιεί τον πολυσήμαντο όρο ''καθολική εκκλησία'', όπως επίσης και τους όρους ''χριστιανισμός'' και ''Ευαγγέλιον'', προς δήλωση των τεσσάρων κειμένων-Ευαγγελίων. (Πατρολογία Παπαδόπουλου, Α τόμος σελ. 175).

Στις επιστολές του αναφέρεται πολλές φορές σε πράγματα που αναφέρουν τα 4 κανονικά ευαγγέλια, όπως για παράδειγμα στην δύναμη της προσευχής δύο ή τριών που μαζεύονται στο όνομα του Ιησού (πρβ, Προς Εφεσίους 5, 2 με Ματθαίο 18, 20).

Την ρήση του Ιησού ότι το δέντρο φαίνεται από τον καρπό του (πρβ Προς Εφεσίους 13,2 με Ματθαίο 12, 33). Την ρήση του Ιησού ότι είναι ''το ύδωρ το ζωντανό.'' (πρβ Προς Ρωμαίους 7,2 με Ιωάννη 4, 10).

Άγιος Πολύκαρπος

Ο άγιος Πολύκαρπος στην προς Φιλιππισίους επιστολή, αναφέρει λόγους του Κυρίου από τις δύο ομιλίες του Ιησού (την επί του Όρους ομιλία και εκείνη στον πεδινό τόπο), γράφοντας ‘’ων είπεν ο Κύριος’’ (πρβ κεφ. 2,3 με Ματθαίο 7,1 και Λουκά 6,37).

Επιστολή, Ψευδοβαρνάβα

Στην ψευδεπίγραφη (δήθεν) επιστολή του Βαρνάβα, γραμμένη το 100 με 130 μ Χ, αναφέρεται ότι πολλοί είναι οι κλητοί αλλά λίγοι οι εκλεκτοί, κάνοντας νύξη στο ευαγγέλιο του Ματθαίου καθώς γράφει ‘’ως γέγραπτε’’, (πρβ. Κεφ.3, 14 με Ματθαίο 22, 14).

Αριστείδης ο Απολογητής (140 μ.Χ.)

Ο απολογητής Αριστείδης, περί το 140 μ.Χ., (βλ. Πατρολογία Παπαδόπουλου, β τόμος, σελ. 193), αναφέρει περιληπτικά το χριστιανικό ''πιστεύω'' στον αυτοκράτορα Ανδριανό Αντώνιο Πίο (Θεότητα Χριστού, ενανθρώπιση, σύλληψη από αγία Παρθένο δια Πνεύματος Αγίου, σταύρωση, ανάσταση), ισχυριζόμενος ότι του τα γνωστοποιεί «εκ της παρ’ αυτοίς καλουμένης ευαγγελικής αγίας γραφής» (15,2), κάνοντας νύξη για γραπτή μορφή του χριστιανικού ευαγγελίου.

Ο Στ. Παπαδόπουλος αναφέρει· «(Ο Αριστείδης) μιλώντας για τους χριστιανούς χρησιμοποιεί τρίτο πρόσωπο ( ποτέ ''ημείς'')· ''Το ευαγγέλιο που κηρύχτηκε πριν από λίγο χρόνο σε αυτούς'', (= τους χριστιανούς), ''όπως πήραμε από τα βιβλία τους'' (15,1,3). (Α τόμος Πατρολογίας Παπαδόπουλου, σελ. 194). 

Τα τέσσερα ευαγγέλια παρουσιάζονται επίσης και ως ένα ευαγγέλιο. Ο Τρεμπέλας, βάση των λόγων του αγίου Ειρηναίου, παρατηρεί· «…μολονότι τέσσαρες ευαγγελισταί συνέγραψαν ίδιον έκαστος ευαγγέλιον, τούτο παραμένει πάντοτε εν, ''ευαγγέλιον τετράμορφον'' (Ειρηναίος, III, XI, 8)». (Υπόμνημα Τρεμπέλα, Εις το κατά Ματθαίον, σελ. 3).

Ιουστίνος ο μάρτυρας και απολογητής.

Και ο Ιουστίνος με την σειρά του, μαρτυρά την ύπαρξη των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων στην πρωτοχριστιανική λατρεία. Ο Ιουστίνος ο απολογητής, περίπου το 150 μ.Χ., περιγράφοντας την θεία λατρεία στον αυτοκράτορα Αντωνίνο, αναφέρει ότι οι χριστιανοί μαζεύονταν και διάβαζαν οι προεστώτες τα γραπτά απομνημονεύματα των αποστόλων και των προφητών· «και τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών αναγινώσκεται» (Απολογία 67.3).

Στην ίδια απολογία, ο Ιουστίνος κάνει λόγο για τα απομνημονεύματα των αποστόλων που παρέδωσαν, τα οποία είναι τα ευαγγέλια· «οι γαρ απόστολοι εν τοις γενομένοις υπ’ αυτών απομνημονευμάτων, ά καλείται ευαγγέλια, ούτως παρέδωκαν» (66.3).

Η διεθνής Βιβλιογραφία αναφέρει τις ακόλουθες χρονολογίες ως χρονολογίες της συγγραφής των ευαγγελίων, κατά προσέγγιση·

Ματθαίου Ευαγγέλιο 50 - 55μΧ, Μάρκου 65/70μΧ, Λουκά Ευαγγέλιο 60/75μΧ , Ιωάννην Ευαγγέλιο 70-90.

Πηγες…C.Sanders, Introduction in Research in English Literacy (New York: MacMillan) Merrill F. Unger, Famous Archaeological Discoveries (Grand Rapids: Zondervan) R. Laird Harris, Can I Trust My Bible? (Chicago: Moody Press) Merrill F. Unger, Unger's Bible Handbook (Chicago: Moody Press) Sir Fredric Kenyon, The Bible and Archaeology (New York: Harper & Brothers), Plummer (Υπόμνημα Τρεμπέλα εις το κατά Ματθαίον), Schaefer (Υπόμνημα Τρεμπέλα εις το κατά Ματθαίον), Cornely (Υπόμνημα Τρεμπέλα εις το κατά Ματθαίον), Belser (Υπόμνημα Τρεμπέλα εις το κατά Ματθαίον).

Ο καθηγητής F. F BRUCE, αναφέρει· «ο όγκος του ιστορικού υλικού, που σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας, είναι τόσο μεγάλος και τόσο πειστικός, που κανένας δεν μπορεί με λογικά επιχειρήματα ν’ αρνηθεί την χρονολόγηση των περισσότερων έργων της Καινής Διαθήκης στον πρώτο αιώνα, οποιεσδήποτε κι αν είναι οι φιλοσοφικές του προκαταλήψεις. Οι μαρτυρίες για τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι πολύ περισσότερες από εκείνες για τα περισσότερα έργα των κλασσικών συγγραφέων, την αυθεντικότητα των οποίων κανένας δεν αμφισβητεί»(Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης. Είναι άραγε αξιόπιστα? Σελ. 8).

Στο ίδιο έργο, σελίδα 11, αναφέρεται· «Και το τελευταίο στήριγμα για οποιαδήποτε αμφιβολία, για το κατά πόσο οι Γραφές έχουν φτάσει σε μας όπως ακριβώς γράφτηκαν, έχει τώρα γκρεμιστεί. Τόσο η αυθεντικότητα όσο και η γενική αρτιότητα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης πρέπει να θεωρείται αποδεδειγμένη».

Ο καθηγητής Bruce M. Metzger φέρει ότι τα παραθέματα των Αποστολικών Πατέρων από τα 4 κανονικά ευαγγέλια είναι τόσα πολλά, που μπορούμε από αυτά να έχουμε ανασύσταση των κειμένων, σε περίπτωση που χάνονταν! (Text of the New Testament: Its Transmission, Corruption, and Restoration. (Oxford UP, 2005)

Το τελικό συμπέρασμα του καθηγητή Metzger, είναι το εξής· «Το τελευταίο στήριγμα για οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το αν οι Γραφές έχουν ουσιαστικά περιέλθει σ' εμάς όπως γράφτηκαν έχει τώρα πια καταρριφθεί» ( "The case for Christ", Lee Strobel).

Ο Π. Τρεμπέλας, στα Προλεγόμενα του υπομνήματός του ''Εις το Κατά Ματθαίον'', σελ. 3, αναφέρει· « Αι εκκλησίαι εν τούτοις του δευτέρου και των αρχών του τρίτου αιώνος, αι δεξάμεναι και εγκρίνουσαι την επιγραφήν την επιβληθείσαν εις εν έκαστον το ευαγγέλιον, προφανώς εξεδέχοντο τον τίτλον τούτον ως σημαίνοντα ότι το ευαγγέλιον συνεγράφη υπό του προσώπου, του οποίοι το όνομα φέρει».

Όλα τα παραπάνω ήταν μερικά από τα πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν όχι μόνο την ύπαρξη των ευαγγελίων πριν το 150 μ.Χ. στην γραπτή μορφή που τα ξέρουμε σήμερα, αλλά επίσης ότι γράφτηκαν κατά τον πρώτο αποστολικό αιώνα από τους μαθητές του Κυρίου και των αποστόλων.

Πηγή: arimathaias.blogspot.gr

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Αρχαίοι ειδωλολατρικοί διωγμοί...

32. "Η αρχαία Ελλάδα ήταν θρησκευτικώς ανεκτική, ενώ το Βυζάντιο και οι Χριστιανοί, ως μονοθεϊστές, ήταν μη ανεκτικοί".

Απάντηση: Αφού οι αρχαίοι ήταν θρησκευτικώς ανεκτικοί, γιατί οι δούλοι έπρεπε να έχουν την θρησκεία των κυρίων τους (αλλάζοντας υποχρεωτικά θεούς και λατρεία κάθε φορά που πωλούνταν σε άλλο κύριο); Αφού οι αρχαίοι ήταν ανεκτικοί θρησκευτικώς, γιατί δεν μπορούσε μια θεότητα ξένη, δηλαδή όχι θεότητα της πόλης-κράτους, να έχει ναό κτισμένο, αλλά έπρεπε ειδική επιτροπή της πόλεως να συνεδριάσει πρώτα για να συζητήσει άν έπρεπε να επιτραπεί χτίσιμο ναού ξένης θεότητας; Αφού η αρχαία Ελλάδα ήταν θρησκευτικώς ανεκτική, γιατί τιμωρούνταν βαρύτατα όσοι πολίτες αμελούσαν τα λατρευτικά τους καθήκοντα προς τους θεσμοθετημένους θεούς της πόλης όπου ζούσαν; Γιατί υπήρχαν τόσο αυστηροί νόμοι λοιπών κατά ξένων λατρειών, αφού οι αρχαίοι ήταν πολυθεϊστές και (δήθεν) συνεπώς ανεκτικοί;

Σε κανέναν αρχαιολάτρη δεν θα άρεσε να τιμωρείται από το κράτος όποιος δεν πηγαίνει στην εκκλησία τις Κυριακές. Γιατί τότε δεν αναγνωρίζει πως η αρχαία εποχή που επέβαλε τιμωρίες σε όποιον δεν θυσιάζε στους Θεούς της πόλης του, ήταν θρησκευτικώς μη ανεκτική; «Η αθηναϊκή νομοθεσία προέβλεπε ποινές για όσους αρνούνταν να τιμήσουν θρησκευτικά μια εθνική εορτή (Πολυδεύκης, 8, 46, Ουλπιανός, Σχολ. στο Δημοσθένη, Κατά Μειδίου)» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 349).

Και απ' αυτή την περίπτωση αποδεικνύεται πως οι Νεοπαγανιστές και πολλοί εκδυτικισμένοι αρχαιολάτρες συγχέουν την ύπαρξη πολλών θεών με το δικαίωμα να λατρεύει κάποιος τους μη θεσμοθετημένους από την πόλη του θεούς ή με το δικαίωμα να αρνείται να λατρέψει τους θεούς που όρισε η πόλη. Η ύπαρξη πολλών θεών δεν σχετίζονταν με το δικαίωμα να απορρίπτεις τον θεό της πόλης χάριν κάποιου άλλου θεού. Τέτοια δικαιώματα δεν δίνονταν από την αρχαία πόλη. Ουδέποτε είχε το δικαίωμα κανείς να αρνηθεί τον θεό της πόλης και να διαλέξει κάποιον άλλον από τους υπόλοιπους εφτακόσιους. Αμέσως καταδικαζόταν από τα δικαστήρια.

Ο κάθε πολίτης «έπρεπε να πιστεύει και να υποτάσσεται στη θρησκεία της πόλης. Μπορούσαν, ωστόσο, να περιφρονούν ή να μισούν τους θεούς της γειτονικής πόλης (...) δεν έχουν δικαίωμα όμως ούτε να σκεφτούν ακόμη την αμφισβήτηση της Πολιούχου Αθηνάς ή του Ερεχθέα ή του Κέκροπα. Η ελευθερία της σκέψης σχετικά με τη θρησκεία ήταν κάτι εντελώς άγνωστο στους Αρχαίους» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 349). Γι' αυτό άλλωστε, ο Σωκράτης κατηγορήθηκε πως δεν λογάριαζε για θεούς, τους θεούς που δεχόταν η Αθήνα («Ἀδικεῖ Σωκράτης οὕς ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων», Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 1). Τρομερό έγκλημα διέπραξε ο Σωκράτης! Αυτή ήταν η τεράστια θρησκευτική ελευθερία που έδινε ο πολυθεϊσμός σχετικά με τον μονοθεϊσμό (Δεν έχει σημασία, φυσικά, αν ο Σωκράτης πίστευε ή δεν πίστευε στους θεούς˙ σημασία έχει ότι ο αθηναϊκός νόμος θεωρούσε νομικό αδίκημα την απιστία στην επίσημη κρατική θρησκεία του πολυθεϊσμού.).

«Η ιδέα λοιπόν ότι κάθε επιμέρους όψη της πραγματικότητας πρέπει να εξουσιάζεται από ένα θείο ον προκαλεί την ισαριθμία τέτοιων όψεων και θεοτήτων και συνεπώς τον πολυθεϊσμό. Από τη βασική αυτή στον πολυθεϊσμό ιδέα, της ισαριθμίας, προέρχεται και η λεγόμενη ανοχή του πολυθεϊσμού: στο ήδη υπάρχον πάνθεο μπορούν να μπουν όσες θεότητες αντιστοιχούν σε νέες ή μη ακόμα εξουσιαζόμενες από κάποια θεότητα όψεις της πραγματικότητας. Όμως κάποια που ήδη εξουσιάζεται αλλάζει θεότητα μόνο με ανατροπή της παλιάς. Έτσι η ανοχή συνυπάρχει με αυτή την, ιδιάζουσα στον πολυθεϊσμό, αποκλειστικότητα. Κάτι επίσης που πρέπει να προστεθεί σχετικά με την ανοχή , είναι ότι αυτή αφορά μόνο θεότητες. Μ' άλλα λόγια ένα πολυθεϊστικό σύστημα απορροφά από άλλες θρησκείες μόνο θεία όντα, τα οποία προσθέτει στα ήδη υπάρχοντα δικά του, και κατά κανόνα όχι την ίδια την άλλη θρησκεία, εφόσον αυτή υπηρετεί διαφορετικό σκοπό από την προαγωγή διάφορων εγκοσμίων πραγματικοτήτων, που είναι ο συνηθέστερος , κύριος σκοπός του πολυθεϊσμού. (....) Συνεπώς η ονομαζόμενη ανοχή του πολυθεϊσμού αποτελεί απλώς μια διαδικασία απορρόφησης και προσθήκης νέων θεοτήτων και όχι θρησκειών. Μ' άλλα λόγια μια επέκταση της ήδη υπάρχουσας βασικής του ιδέας, των πολλών θείων όντων, και όχι μια πρόσληψη του πραγματικά διαφορετικού. Υπό το ίδιο φως πρέπει να θεωρηθεί και η αντιπαράθεση, στη σύγχρονη συζήτηση, του μονοθεϊσμού ως μερικής αλήθειας και του πολυθεϊσμού ως περιεκτικής» (Σ. Παπαλεξανδρόπουλου, «Πολυθεϊσμός και Μονοθεϊσμός: δύο τύποι θρησκείας», Σύναξη, τ. 84). Με άλλα λόγια η δήθεν «ανεκτικότητα» του πολυθεϊσμού δεν αφορά την ανοχή προς άλλες θρησκείες˙ απόδειξη είναι οι διωγμοί κατά του Χριστιανισμού. Η «ανεκτικότητα» αυτή αφορά την ταύτιση παλιών με νέες θεότητες, ή την τοποθέτησή τους «εκεί» που πιστεύεται ότι έχουν εξουσία. Διαφορετικά, υπάρχει αμείλικτος διωγμός.

Ακόμη και η αυθαίρετη εισαγωγή στην πόλη μιας ξένης θρησκείας από μερικούς πολίτες της, απαγορευόταν αυστηρά. Όχι τίποτε άλλο, αλλά το αναφέρουμε, για να πάψει η προπαγάνδα των Νεοπαγανιστών, ότι το κακό Ελληνικό κράτος δεν τους αναγνωρίζει, ενώ η Αρχαιότητα επέτρεπε στους πολίτες να θρησκεύονται όπως αυτοί ήθελαν. «Καταδικάστηκε σε θάνατο κάποια ιέρεια που ονομαζόταν Νίνος. Το κύριο αδίκημά της φαίνεται ότι υπήρξε μια απόπειρα να συγκροτήσει μια νέα θρησκευτική αίρεση ή μια τελετουργία προς τιμήν κάποιας νέας θεότητας (Δημοσθένη 19, 281)» (Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 304).

Επιπλέον ακόμη και η έννοια της ασέβειας ήταν τόσο ασαφής, που ο καθένας κινδύνευε για το παραμικρό να καταδικαστεί σε θάνατο ή πρόστιμο. «Ο Ανδοκίδης είχε επισύρει κάποια ποινή θέτοντας «ικετηρία» στο βωμό του Ελευσίνιου κατά τη διάρκεια των Μυστηρίων, χωρίς να γνωρίζει ότι υπήρχε νόμος που το απαγόρευε αυτό (Ανδ. 1, 113). (...) Ο Ανδοκίδης αποτελεί πιο αξιόπιστη πηγή απ' ό,τι το σχετικό με τον Αισχύλο ανέκδοτο, και είναι προτιμότερο να δεχθούμε ότι στο αθηναϊκό δίκαιο μια πράξη μπορούσε να θεωρηθεί ως ασεβής, ακόμη κι αν ο δράστης δεν γνώριζε, όταν τη διέπραττε, ότι ήταν ασεβής. (...) Φαίνεται απίθανο να είχαν ασπαστεί οι Αθηναίοι την άποψη ότι μια πράξη δεν μπορούσε να είναι ασεβής, αν κανείς νομοθέτης δεν είχε σκεφθεί να την απαγορεύσει» (Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 306-307).

Αυτά ασφαλώς δεν ήταν μεμονωμένα φαινόμενα: ο Τιβέριος «απαγόρευσε τις ξένες λατρείες ιδιαίτερα τις αιγυπτιακές και εβραϊκές τελετουργίες, και εξανάγκασε εκείνους που είχαν σχέση με αυτές να κάψουν τα θρησκευτικά ενδύματα και εξαρτήματά τους» (Σουετώνιου, Τιβέριος, 36). Ο Κλαύδιος «εξαφάνισε εντελώς από τη Γαλατία τη σκληρή και απάνθρωπη θρησκεία των Δρυιδών, που στα χρόνια του Αυγούστου είχε απαγορευτεί για τους Ρωμαίους πολίτες» (Σουετώνιου, Κλαύδιος, 24). Γενικότερα, ήταν παράβαση νόμου η εισαγωγή ξένης θρησκείας που δεν εγκρίθηκε από τη ρωμαϊκή Γερουσία, όπως αναφέρει ο Κικέρωνας (De legibus, II, 8: nemo habesset deos sive novow dive advenas nissi publice adsvitos), και ο παραβάτης τιμωρούνταν με θάνατο. Παρατηρούμε ότι οι Νεοπαγανιστές ψεύδονται, όταν μιλάν για θρησκευτική ανοχή, διότι τόσο εμείς οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι δεν ήταν ανεκτικοί. Για ποιο λόγο ο Πλάτωνας θα έγραφε «χρειάζεται ένας γενικός νόμος, που δε θα επιτρέπει παράνομες πράξεις λατρείας»; (Νόμοι, 909d). Είναι προφανές πόσο υποκριτές είναι αυτοί που ωρύονται για τους νόμους του Θεοδόσιου, αλλά σιωπούν για την «ανεξίθρησκη» στοχοθεσία και νομοθεσία των Αρχαίων Ειδωλολατρών.

«Στη Ρώμη και στην Αθήνα δεν επιτρεπόταν στον ξένο να αποκτήσει ιδιοκτησία, δεν μπορούσε να παντρευτεί, και αν παντρευόταν ο γάμος δεν είχε ισχύ και τα παιδιά του θεωρούνταν νόθα. Δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαιο με έναν πολίτη, διότι ο νόμος σε καμία περίπτωση δεν αναγνώριζε την εγκυρότητα του συμβολαίου. Αρχικά, δεν του επιτρεπόταν να συμμετέχει ούτε στο εμπόριο. Αν διέπραττε έγκλημα τον μεταχειρίζονταν ως σκλάβο και τον τιμωρούσαν χωρίς δικαστική απόφαση, εφόσον η πόλη δεν ήταν υποχρεωμένη να του παράσχει νομική προστασία. Ο Δημοσθένης μάς αποκαλύπτει τα πραγματικά κίνητρα και σκέψεις των Αθηναίων: «Έπρεπε να διατηρήσουν την αγνότητα των θυσιών» και με τον αποκλεισμό του ξένου «προστάτευαν την ιερή τελετή». Οι άνθρωποι της αρχαίας πόλης γνώριζαν ότι οι Θεοί της πόλης αποστρέφονταν τους ξένους και ότι η παρουσία των νεοφερμένων θα καθιστούσε πιθανότατα τη θυσία ανώφελη. Κανείς δεν μπορούσε να ασπάζεται συγχρόνως δύο θρησκείες». Τάδε έφη Γκυστάβ Ντε Φουλάνς στο «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΣ». Όμως η πανεπιστημιακός Μ. Τζανή υποστηρίζει (Δαυλός, τ. 226): «Δεν μπορούν οι Έλληνες να έχουν ως θεό τους το ρατσιστή Γιαχβέ». Τα σχόλια είναι περιττά.

Πηγή: Ενάντια στην αρχαιοπληξία

Οι παγανιστές βρίζουν το Μέγα Αλέξανδρο...

31. "Η θεοποίηση ανθρώπων δεν ήταν αρχαιοελληνικό φαινόμενο. Την έφερε από την Ασία ο Αλέξανδρος. Δεν είναι κάτι, για το οποίο πρέπει να κατηγορηθεί η κοσμοαντίληψη των Εθνικών της αρχαίας Ελλάδας. Ειδικότερα, ο Αλέξανδρος είναι ηθικά υπόλογος, διότι ουσιαστικά εξασιάτισε την Ελλάδα (και δεν εξελληνίστηκε η Ασία), αφού με τη θεοποίησή του οδήγησε στο φαινόμενο οι μετέπειτα μονάρχες αλλά και ο λαός να θεωρούν φυσιολογικό ο μονάρχης να είναι ζώντας θεός".

Απάντηση: Είναι γεγονός ότι η αυτοθεοποίηση του Μέγα Αλέξανδρου είναι κάτι το αρνητικό και από αυτόν πρωτοάρχισαν να θεοποιούνται οι ελληνιστικοί βασιλείς και μετά οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Είναι το μόνο αρνητικό ίσως που μπορεί ν' αποδοθεί στον Μεγαλέξανδρο, και είναι αυτός που «εγκαινίασε» το έθιμο αυτό. Όμως τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, απ' όσο πιστεύουν οι Νεοπαγανιστές:

Στην ειδωλολατρική αρχαιότητα ως γνωστόν η έννοια του «θεού» και του «θείου» δεν προσδιορίζονταν από το «απόλυτο» ή το «άπειρο», όπως στον Χριστιανισμό. Οι ειδωλολατρικοί μυθολογικοί θεοί δεν ήταν «τέλειοι» ούτε ήταν το Απόλυτο. Ήταν ατελείς, και αυτό που τους χαρακτήριζε, πέραν της αθανασίας, ήταν ότι το «θείο» σήμαινε απλώς το «πάνω από τον άνθρωπο» και τα ανθρώπινα μέτρα και δυνάμεις. Ο Δίας π.χ. δεν ήταν πάνσοφος, δηλαδή τέλειος, αλλά ήταν απλώς σοφότερος από τους ανθρώπους. Έτσι, ο «θεός» για τους Ειδωλολάτρες ήταν κάτι απλώς πέρα από τον άνθρωπο, κι όχι «το» τέλειο. Υπό αυτήν την αντίληψη για το θείον, η λατρεία κάποιων ανθρώπων ως θεών δεν φαντάζει παράξενη ή καταδικαστέα. Έτσι κι αλλιώς οι βασιλείς ήταν κατά κάποιον τρόπο «πάνω από τους (υπόλοιπους) ανθρώπους»˙ πιο δυνατοί. Μπορούσαν έτσι να θεοποιηθούν. Αθάνατοι δεν ήταν βέβαια, αλλά με λίγες ειδωλολατρικές θεωρίες περί μετενσάρκωσης, και με λίγη αρχαία φιλοσοφική σάλτσα, όλα λύνονταν. Δεν υπήρχε πρόβλημα για τον υπόλοιπο κόσμο. Απλώς έπρεπε να αποδεικνύουν (π.χ. στους πολέμους) ότι ήταν θεοί, δηλαδή ανίκητοι. Το αν ο «θεός» κατέχει την τελειότητα ή όχι, κάνει τη διαφορά που επιτρέπει ή απαγορεύει την θεοποίηση ανθρώπων. Βλέπουμε δηλαδή, πως η παγανιστική αντίληψη ότι ο «θεός» δεν είναι «τέλειος», οδηγεί σε θεοποίηση των πιο ισχυρών, των πιο δυνατών ανθρώπων.

Από το «θεός = ανώτερο από τους ανθρώπους ον (αλλά όχι τέλειο)» ώς το «θεός = ανώτερο από τους κοινούς ανθρώπους ον» η απόσταση είναι πολύ μικρή. Αυτό απεδείχθη στην πράξη, και αυτή η απόδειξη της Ιστορίας κάνει περιττή οποιανδήποτε άλλη.

Δεν διέπραξε ο Μεγαλέξανδρος κάτι εξωφρενικό, αν κρίνουμε τη θεοποίησή του από παγανιστική οπτική. Αλλά από Χριστιανική είναι παράλογο, αφού μόνο ο Θεός είναι Τέλειος και Απόλυτο και τού αποδίδεται ο χαρακτηρισμός θεός. Κάτι που πάντα ξεχνούν οι Νεοπαγανιστές που κατακρίνουν τον Μεγαλέξανδρο είναι πως μόνο οι Χριστιανοί τόλμησαν έμπρακτα (κι όχι με φιλοσοφικά υποννοούμενα και αστειάκια) να αρνηθούν στους αυτοκράτορες το «δικαίωμα» να λέγονται θεοί. Οι Ειδωλολάτρες, με την απαράδεκτη ιδέα ότι ο θεός/θεοί δεν είναι τέλειος, ούτε που σκέφτηκαν να πράξουν ό,τι οι Χριστιανοί.

Η σχετική κραυγή των φιλάθλων ή άλλων προς τα αθλητικά και όχι μόνο είδωλά τους «είσαι θεός» αποδεικνύει πόσο εύκολα κάποιος άνθρωπος που είναι ασυναγώνιστα ανώτερος από τους κοινούς θνητούς σε κάτι, μπορεί να λάβει το χαρακτηρισμό «θεός». Μόνο που σήμερα δεν κυριολεκτούν, διότι «θεός» σημαίνει το τέλειο ον˙ ενώ στην παγανιστική αρχαιότητα το εννοούσαν, επειδή το θεός σήμαινε απλώς το «παραπάνω από τους (κοινούς ή τους περισσότερους) ανθρώπους» ον, η παρένθεση υπονοείται. Όχι το "τέλειο".

«Ότι η ελληνιστική προσωπολατρεία ήταν πάντοτε ανειλικρινής, ότι ήταν ένα πολιτικό κόλπο και τίποτε περισσότερο-, κανένας, νομίζω δεν θα το πιστέψει από αυτούς που παρατηρούν στην εποχή μας να αυξάνει συνεχώς η μαζική κολακεία προς τους δικτάτορες, τους βασιλιάδες, κι όταν αυτοί ελλείπουν, στους αθλητές» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 152).

Όπως και νά 'χει, είναι ανιστόρητο επιχείρημα, οι Νεοπαγανιστές να ισχυρίζονται πως η θεοποίηση του ηγεμόνα δεν είναι αρχαιοελληνικό και παγανιστικό έθιμο. Το τί είναι, ή τί δεν είναι αρχαιοελληνικό, δε θα μάς το πουν δύο, τρεις «Νεοπαγανιστές», που εμφανίστηκαν ως Νεοπαγανιστές τη δεκαετία του 1990, αλλά η αρχαία ελληνική ιστορία. Θεοποιήσεις γίνονταν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο από τον 4ο π.Χ. αιώνα ώς τον 4ο μ.Χ. αιώνα, δηλαδή επί 700 περίπου χρόνια. «Μικρό διάστημα», βεβαίως! Ουδόλως αντιπροσωπευτικό του αρχαίου θρησκευτικού ήθους! «Λεπτομέρειες»! Τέτοια λένε οι Ν/Π για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα και τα προφανή. Ωστόσο, η θεοποίηση του ηγεμόνα είναι καθαρώς ειδωλολατρικό φαινόμενο και, εφόσον γινόταν επί 700 έτη περίπου στον αρχαιοελληνικό κόσμο, είναι αρχαιοελληνικότατο, ακόμη κι αν δεν έχει αρχαιοελληνική προέλευση. Δεν χρειάζεται μια παράδοση να έχει μυκηναϊκή ή αρχαϊκή προέλευση, για να είναι αρχαιοελληνική. Αφού οι Ειδωλολάτρες της Αρχαιότητας το δέχτηκαν και κανείς δεν αντέδρασε, είναι αντιφατικό να εμφανίζονται έπειτα από 20 αιώνες κάποιοι, που θέλουν να είναι συνεχιστές των αρχαίων Ειδωλολατρών και ταυτόχρονα να είναι ενάντιοι στην ειδωλολατρική παράδοση της αρχαιότητας. Άλλωστε και πριν τον Αλέξανδρο θεοποιούνταν (απλώς μεταθανάτια μόνο) οι ολυμπιονίκες και άλλοι. Από πού κι ώς πού πεθαμένοι ανακηρύσσονταν «φυσικές δυνάμεις»;

Όσο για τον Μέγα Αλέξανδρο, τον οποίο συκοφαντούν και βρίζουν ορισμένοι Νεοπαγανιστές, αναφορικά με τη θεοποίησή του, θα πούμε πως όταν αυτός είχε γίνει κοσμοκράτορας και τον κολάκευαν στην Ασία και τον έλεγαν θεό, έλεγε στους Έλληνες του περιβάλλοντός του με κάποια αστειότητα, ότι από δυό τεκμήρια είναι σίγουρος ότι δεν είναι θεός˙ από το ότι κοιμάται και το ότι συνουσιάζεται (Πλούταρχου Αλέξανδρος 22, 6). Έδειξε έτσι ο Αλέξανδρος πόσο περιφρονούσε τους θεούς (που συνουσιάζονταν και κοιμούνταν, όπως οι θνητοί) τους οποίους θέλουν να επαναφέρουν οι Νεοπαγανιστές, αλλά και την υψηλότατη (αν και προχριστιανική) θεολογία του (θα τον είχε διδάξει, ασφαλώς, αυτά ο Αριστοτέλης). Επίσης έδειξε πόσο σοβαρά πίστευε τα περί θεοποιήσεώς του.

Πηγή: Ενάντια στην αρχαιοπληξία

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Ιεροί πολέμοι στην αρχαία Ελλάδα.

30. "Η αρχαία εποχή δεν είχε θρησκευτικούς πολέμους, σε αντίθεση με την χριστιανική. Αυτό δείχνει και την ανωτερότητα του πολυθεϊσμού."

Απάντηση: Όταν οι Πέρσες ήρθαν στην Ελλάδα, έκαψαν τους ναούς των ξένων (για αυτούς) θεών. Το ίδιο έκαναν και σε άλλες χώρες κατακτημένες, όπου καταπίεζαν τη θρησκεία τους. Ούτε είναι γενικό χαρακτηριστικό του πολυθεϊσμού η ανεκτικότητα: στην Ινδία λόγου χάρη, όπου υπάρχουν ένα σωρό θεοί, κάθε τόσο σφάζονται οι αντίπαλοι πιστοί.

Και για να έρθουμε στα δικά μας, στους Νεοπαγανιστές και τους αρχαιολάτρες δε φαίνεται να λέει τίποτα ο όρος «Ιεροί Πόλεμοι»˙ ίσως λόγω έλλειψης ιστοριογνωσίας.

Ο Πρώτος Ιερός Πόλεμος έγινε μεταξύ 590-589 π.Χ. όταν οι Δελφοί βρήκαν πρόφαση ότι οι Κιρραίοι φορολογούσαν τους προσκηνυτές˙ το συμβούλιο των Αμφικτυόνων κήρυξε ιερό πόλεμο εναντίον των Κιρραίων ως ασεβών, και άρχισε φοβερός και καταστρεπτικός πόλεμος, με αποτέλεσμα αυτοί να καταστραφούν. Οι Κιρραίοι εξανδραποδίστηκαν, η χώρα τους πέρασε από φωτιά και σίδηρο, οι γαίες τους αφιερώθηκαν στον Απόλλωνα, στη Λητώ και στην Αθηνά Πρόνοια.

Ο Δεύτερος Ιερός Πόλεμος, το 447 π.Χ. κηρύχθηκε από τους Δελφούς κατά των Φωκέων, υπό την καθοδήγηση των Σπαρτιατών. Αυτόν το Δεύτερο Ιερό Πόλεμο τον προκάλεσαν οι Φωκείς που ήθελαν το ιερό του Απόλλωνα να ανήκει σε όλους τους Φωκείς κι όχι μόνο στην πόλη των Δελφών. Όταν οι Φωκείς κατέλαβαν το ιερό, οι Δελφοί ζήτησαν την επέμβαση των Σπαρτιατών. Οι Σπαρτιάτες έσπευσαν να αποκαταστήσουν τους Δελφούς στα κυριαρχικά τους δικαιώματα επί του ιερού. Αμέσως όμως μόλις ο σπαρτιατικός στρατός αποχώρησε απ' τους Δελφούς, ο Περικλής εξεστράτευσε με Αθηναίους και παρέδωσε το ιερό πάλι στους Φωκείς.

Ο Τρίτος Ιερός Πόλεμος, το 356-346 π.Χ. Άρχισε όταν οι Φωκείς κατέλαβαν το μαντείο από την πόλη των Δελφών, οπότε οι Λοκροί, οι Θηβαίοι, οι Θεσσαλοί κήρυξαν Ιερό πόλεμο κατά των ιερόσυλων Φωκέων οι οποίοι νικήθηκαν, διαλύθηκαν, εξαναγκάστηκαν να ζούν σε χωριά και να πληρώνουν 60 τάλαντα ανά έτος. Ο αρχηγός των Φωκέων Ονόμαχος σταυρώθηκε ως ιερόσυλος (Διόδωρος, 16, 53) και οι αιχμάλωτοι φωκείς στρατιώτες καταποντίστηκαν στον Παγασητικό Κόλπο, επίσης ως ιερόσυλοι. Οι όροι της συνθήκης ήταν: Όλοι οι Φωκείς αποκλείστηκαν από τους ιερούς χώρους των Δελφών, από θυσίες, τελετές κ.λ.π. Το φωκαϊκό «έθνος» έπαψε ν' αποτελεί μέρος της αμφικτυονίας. Όλες οι φωκαϊκές πόλεις καταστράφηκαν. Κανένας οικισμός δεν επιτρεπόταν να είναι άνω των 50 οικογενειών ή να βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 10 σταδίων από έναν άλλον. Τα όπλα των Φωκαέων καταστράφηκαν, τα άλογά τους εποιήθηκαν υπέρ του Ιερού, και οι Φωκείς υποχρεώθηκαν να καταβάλουν 10 χιλιάδες τάλαντα στο Μαντείο, 30 τάλαντα ανά εξαμηνία, δηλαδή να εξοφλήσουν το ποσό σε 167 περίπου χρόνια. Ώς τότε, σύμφωνα με τη συνθήκη δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν όπλα κι άλογα.

Ο Τέταρτος Ιερός Πόλεμος, το 339 π.Χ. άρχισε όταν οι Λοκροί της Άμφισσας αυτή τη φορά καταπάτησαν τη γή του μαντείου. Εναντίον τους κηρύχθηκε Ιερός Πόλεμος, και η Άμφισσα καταστράφηκε.

Τέλος, ως αιτία της Πανελλήνιας εκστρατείας κατά των Περσών, ο Φίλιππος ανέφερε την τιμωρία των Περσών για τις καταστροφές ελληνικών ιερών από τον Ξέρξη (Διόδωρος, 16, 89, 2: καὶ λαβεῖν παρ' αὐτῶν δίκας ὑπὲρ τῆς εἰς ἱερὰ γενομένης παρανομίας).

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων να τονιστεί ότι ο όρος «Ιεροί» Πόλεμοι για τους προαναφερθέντες πολέμους δεν πρωτοχρησιμοποιήθηκε από χριστιανούς, αλλά από τους ίδιους τους αρχαίους Έλληνες, τόσο της κλασσικής εποχής, όσο και της ρωμαϊκής (π.χ. Καλλισθένη, Παυσανία). Δίχως άλλο, δεν υπήρξε Ιερός Πόλεμος στην Αρχαία Ελλάδα. Για να το λένε οι Νεοπαγανιστές, κάτι παραπάνω θα ξέρουν.

Ορισμένοι θα ισχυριστούν, ότι οι παραπάνω πόλεμοι δεν ήταν ούτε ιεροί ούτε θρησκευτικοί, διότι ήταν απλώς διαμάχες πόλεων-κρατών κι όχι θρησκευτικές σταυροφορίες, σε αντίθεση με τους χριστιανικούς πολέμους. Κατ' αρχήν, όσον αφορά τον μόνο αληθινό Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία, δεν υπήρξε κανείς θρησκευτικός πόλεμος.

Ο πατριάρχης επί βασιλείας Νικηφόρου Φωκά αρνήθηκε να ανακηρύξει αγίους όσους σκοτώνονταν στις μάχες που έδινε ο βυζαντινός στρατός λέγοντας πως «κανένας πόλεμος δεν είναι ιερός». Το ορθόδοξο Βυζάντιο, στο βαθμό που πραγμάτωνε την Ορθοδοξία, ποτέ δεν πολέμησε κατά των Αράβων ή των Περσών λόγω θρησκευτικών αιτιών. Οι Πέρσες κατέλαβαν την Αίγυπτο και την Μ. Ανατολή από το Βυζάντιο, με αποτέλεσμα αυτό να εκστρατεύσει με σκοπό την ανακατάληψη των χαμένων επαρχιών του. Φυσικά, οι Πέρσες είχαν πάρει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά δεν ήταν αυτή η κλοπή αιτία των εκστρατειών του Ηρακλείου. Και με τους Άραβες, το Βυζάντιο δεν επεδίωξε θρησκευτικό πόλεμο. Υπήρξαν μεγάλες χρονικές περίοδοι ειρήνης μεταξύ Ορθοδόξων και Μουσουλμάνων. Ούτε οι εκστρατείες του Ιωάννη Τσιμισκή και Νικηφόρου Φωκά θεωρούνται «σταυροφορίες» και «ιεροί πόλεμοι», αφού ο σκοπός τους ήταν να απελευθερώσουν από την αραβική κατοχή την Μ. Ανατολή και την Ανατολική Μ. Ασία. Εάν το Βυζάντιο βρισκόταν σε «ιερό πόλεμο» κατά του Ισλάμ, τότε αυτή θα ήταν διαρκής κατάσταση, το Βυζάντιο δεν θα επέτρεπε ποτέ χτίσιμο τζαμιών στην Κωνσταντινούπολη τον 8ο και 10ο αιώνα, για χάρη των μουσουλμάνων επισκεπτών της. Το Βυζάντιο πολεμούσε τους Άραβες χαλίφηδες ως κράτος εναντίον κράτους, όχι ως Ορθοδοξία κατά Ισλάμ. Κατά τον ίδιο τρόπο, το Βυζάντιο πολεμούσε τους Βουλγάρους ως κράτος εναντίον κράτους κι όχι ως... Ορθοδοξία κατά Ορθοδοξίας.

Ακόμη κι οι αιρετικές Σταυροφορίες, σκοπό δεν είχαν να εκχριστιανίσουν τους μουσουλμάνους κατοίκους της Μ. Ανατολής, αλλά να εκδιώξουν τους Άραβες από την Παλαιστίνη. Δεν έγιναν αυτοί οι θρησκευτικοί πόλεμοι λόγω θεολογικών διαφορών μεταξύ Δυτικών και Αράβων, αλλά επειδή οι προσκυνητές στους Άγιους Τόπους καταπιέζονταν. Το ζήτημα βεβαίως δεν αφορά την Ορθοδοξία.

Οι διαμάχες μεταξύ Παπικών και Προτεσταντών δεν αφορούν την Ορθοδοξία. Στο Βυζάντιο δεν υπήρξε εμφύλιος πόλεμος λόγω της Εικονομαχίας. Αρνούνταν βεβαίως οι εικονολάτρες να αποδεχτούν τα διατάγματα των εικονομάχων Αυτοκρατόρων, αλλά δεν χωρίστηκε το κράτος σε δύο τμήματα.

Αν συγκρίναμε τους αιρετικούς πολέμους και σταυροφορίες με τους αρχαιοελληνικούς ιερούς πολέμους, οι σταυροφορίες είναι εγγύτερα στους «Ιερούς Πολέμους», διότι έγιναν για την κατοχή του ιερού εδάφους των Δελφών.

Πηγή: Ενάντια στην αρχαιοπληξία

Διάσταση απόψεων στην αρχαία Ελλάδα.

29. "Το ελληνικό πνεύμα είναι ενιαίο και αδιαίρετο, παρά όλες τις επιφανειακές του διαφοροποιήσεις. Οι φιλόσοφοι που το εξέφραζαν ήταν της ίδιας κοσμοαντίληψης όλοι. Η ελληνική θρησκεία είναι μια και αδιαίρετη σε όλες τις φάσεις της αρχαιοελληνικής ιστορίας".

Απάντηση: Οι «αρχαιολάτρες» και «Έλληνες Εθνικοί» τα λένε αυτά διαστρεβλώνοντας την ιστορική αλήθεια κι έχοντας σκοπό να συκοφαντήσουν τον Χριστιανισμό. Σκέφτονται, πως εάν πείσουν ότι υπήρξε ένα και αδιαίρετο ελληνικό πνεύμα και σκέψη, θα είναι πολύ πιο εύκολο να το στρέψουν κατά του Χριστιανισμού. Η αλήθεια είναι διαφορετική.

-Ο Πλάτων έλεγε «πας μη Έλλην βάρβαρος», ο Αριστοτέλης ότι οι Έλληνες είναι ανώτεροι από τους Ασιάτες, ο Αντισθένης κι ο Διογένης ήταν κοσμοπολίτες και έλεγαν πως δεν έχουν πατρίδα. Τώρα πού την βλέπουν την ταυτότητα απόψεων, είναι άλλο ζήτημα.

-Οι Στωικοί παραδέχονται την ύπαρξη Θείας Πρόνοιας. Οι Επικούρειοι την απορρίπτουν απόλυτα.

-Οι Σκεπτικοί «επέχουν» από την εκφορά γνώμης και αμφιβάλλουν για την δυνατότητα γνώσης. Αντίθετα οι δογματικοί φιλόσοφοι (Πλάτων, Αριστοτέλης, Επίκουρος κ.ά. πολλοί) πιστεύουν στη δυνατότητα γνώσης.

-Ο Επίκουρος ισχυρίζεται πως οι θεοί κατοικούν στα "Μετακόσμια", δηλαδή εκτός των πολλών κόσμων, ενώ σύμφωνα με άλλους οι θεοί κατοικούν στη φύση, εντός του κόσμου. Γιατί αυτή η διαφορά;

-Οι Κυνικοί απορρίπτουν θεούς και πατρίδες. Αντίθετα οι συντηρητικοί φιλόσοφοι τονίζουν τις ιδέες αυτές.

-Οι Σοφιστές και οι Ορθολογιστές δεν παραδέχονται «μυστήρια» και παγανιστικά μάγια. Αντίθετα, οι Εμπεδοκλής, Πρόκλος, Πυθαγόρας δίδασκαν και εφάρμοζαν τον μυστικισμό και τη «θεουργία»-μαγεία, νεκρομαντεία και τη θαυματοποιεία.

-Ο Πρωταγόρας έλεγε πως δεν ξέρει αν υπάρχουν θεοί. Οι Εθνικοί του 5ου αι. πίστευαν, και τον εξόρισαν, ακριβώς επειδή προσέβαλε έτσι την θρησκεία τους.

-Ο Πρωταγόρας έλεγε ότι ο άνθρωπος είναι μέτρο των πραγμάτων, ενώ ο Πλάτωνας ότι ο θεός είναι το μέτρο των πραγμάτων. «Κατά την άποψή μας ο θεός ειναι το βασικό μέτρο των πραγμάτων, πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο, όπως υποστηρίζουν μερικοί» (Νόμοι, 716c).

-Ο Πλάτωνας πίστευε το άκρως αντίθετο από αυτό που πίστευαν οι σοφιστές και προσωκρατικοί, και μάλιστα τους χρεώνει όλα τα κακά της νεολαίας. Αυτοί, ότι το δίκαιο είναι μια σύμβαση, εκείνος ότι το δίκαιο είναι ένα: «Ισχυρίζονται μάλιστα ότι τα καλά της φύσης και τα καλά του νόμου είναι δύο διαφορετικά πράγματα, ενώ το δίκαιο δεν προέρχεται από τη φύση, αλλά, αντίθετα, αποτελεί αντικείμενο ατελείωτων συζητήσεων και μεταβολών, αφού και απόλυτα τεχνητή και δε βασίζεται στη φύση. Όλα αυτά, φίλοι μου, είναι λόγια σοφών ανθρώπων που με τα γραπτά και τα ποιήματά τους απευθύνονται στους νέους και υποστηρίζουν ότι το δίκαιο βρίσκεται εκεί που επικρατεί η βία. Αυτός είναι ο λόγος που οι νέοι γίνονται ασεβείς» (Νόμοι, 889e-890a)

-Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι οι τραγικοί ποιητές (Αισχύλος, Ευριπίδης, Σοφοκλής) «εξυμνούν τους τυράννους» και «προσελκύουν τα πλήθη υπέρ των τυραννίδων» (Πολιτεία 568b-c) και γι' αυτό απαγορεύει στους τραγωδούς να έρχονται στην ιδανική πολιτεία του, αν δεν δέχονται να λογοκρίνονται τα ποιήματά τους από τις κρατικές αρχές (Νόμοι, 817ab-d).

-Ο Αριστοτέλης εκθέτει τις πολυπληθείς διαφορές των φιλοσόφων περί ψυχής. «Διαφωνούν όμως [οι φιλόσοφοι] περί των αρχών [της ψυχής]˙ ποιες και πόσες είναι αυτές. Μάλιστα αυτοί που θεωρούν τις αρχές αυτές σωματικές, διαφωνούν με όσους τις θεωρούν ασώματες. Προς αυτούς διαφωνούν εκείνοι, οι οποίοι συνδύασαν αυτά και είπαν ότι οι αρχές είναι εξ αμφοτέρων, σωματικές και ασώματες. Διαφορά όμως τους χωρίζει και ως προς το πλήθος [των αρχών]. Γιατί άλλοι θέτουν μία αρχή και άλλοι περισσότερες και αναλόγως προς αυτά εξηγούν την ψυχή» (Αριστοτέλη, Περί Ψυχής, 404b 31 - 405a 3).

-Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με τους Στωικούς, οι οποίοι δέχονται την αυτοκτονία: «το να προτιμά κανείς το θάνατο για να αποφύγει τη φτώχεια ή κάτι άλλο λυπηρό δεν είναι ίδιον του ανδρείου αλλά μάλλον του δειλού» (Ηθικά Νικομάχεια, Γ' 8, 1116a 12-14).

-Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με τον Πλάτωνα, ότι η κακία είναι κάτι ακούσιο ή αποτέλεσμα ελλειπούς γνώσης: «το λεγόμενο ότι κανείς δεν είναι με τη θέλησή του κακός είναι ψευδές» (Ηθικά Νικομάχεια, Γ' 5, 1113b, 16-17).

-Ο Αριστοτέλης διαφωνεί με τον Πλάτωνα σχετικά με τη δυνατότητα των πολλών να κρίνουν σωστά. Ο Αριστοτέλης αποδέχεται την αντίληψη της δημοκρατικής Αθήνας: «οι πολλοί κρίνουν καλύτερα τα μουσικά έργα και τα έργα των ποιητών, γιατί ο ένας κρίνει ένα μέρος, ο άλλος άλλο και όλοι μαζί κρίνουν ολόκληρο το έργο» (Πολιτικά, Β', 1281b, 7-9). Αντίθετα ο Πλάτων είναι ελιτιστής στο ζήτημα αυτό, απορρίπτοντας τα κριτήρια της πατρίδας του: «οι θεατές, που ήταν μέχρι τότε σιωπηλοί, έγιναν φωνακλάδες, νομίζοντας ότι έμαθαν τι είναι καλό στις συνθέσεις και τι όχι. Τη μουσική αριστοκρατία διαδέχτηκε ένα είδος ελεεινής θεατροκρατίας» (Νόμοι, 701a).

-Ο Όμηρος διδάσκει ότι το «σώμα» είναι ο καθεαυτό άνθρωπος και η ψυχή είναι μια ωχρή σκιά χωρίς αξία. Αντίθετα, οι Ορφικοί θεωρούσαν την ψυχή αθάνατη, και το σώμα φυλακή της (Πλάτων, Κρατύλος, 400).

-Διαφορετική αντίληψη περί ψυχής είχαν οι Έλληνες στην αρχαϊκή εποχή, όπου σώμα και πνεύμα θεωρούνταν ταυτόσημα, με την μετέπειτα αντίληψη ότι η ψυχή είναι άυλη και μετά το θάνατο πάει στον Άδη ή στους ουρανούς: «Όταν ο αρχαϊκός Έλληνας έχυνε υγρά μ' ένα σωλήνα στις πελιδνές σιαγόνες ενός αποσυνθέμενου πτώματος, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι (..) πως αγνοούσε τη διάκριση ανάμεσα στο πτώμα και στο φάντασμα, τα μεταχειριζόταν ως "ομοούσια"» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 96).

-Ενώ στην αρχαϊκή και κλασσική εποχή οι Ειδωλολάτρες πίστευαν ότι η ψυχή του πεθαμένου πάει στον Άδη, στα βάθη της γης, στην ύστερη Αρχαιότητα πίστευαν ότι ενώνεται με τα άστρα, ανεβαίνει δηλαδή στον ουρανό.

-Μεταξύ Ορφικών και οπαδών του Διόνυσου υπήρχε μεγάλη έχθρα κατά την αρχαιότητα, καθότι οι διδασκαλίες τους είταν εντελώς αντίθετες, η μια κήρυττε την ηθική κάθαρση για την μεταθανάτια ψυχή, ενώ οι του Διόνυσου ήταν γλεντζέδες.

-Ο Σαλούστιος δέχεται τις θυσίες ζώων. Ο Πορφύριος τις απορρίπτει. Πώς γίνεται να διαφωνούν άνθρωποι που πιστεύουν στην ίδια ακριβώς θρησκεία; Μήπως ο καθένας είχε κατά νου και διαφορετική θρησκεία και συνεπώς η άποψη ότι οι Αρχαίοι είχαν «κοινή κοσμοαντίληψη» είναι παραμύθι; Και πώς νοείται «κοινή θρησκεία», όταν κατά τον Ηρόδοτο οι θυσίες πρέπει να είναι κοινές, αυτό είναι άλλο ζήτημα.

-Ο Ηράκλειτος αποδοκιμάζει την λατρεία και χρήση των αγαλμάτων, ενώ ο Πορφύριος την επιδοκιμάζει και την δικαιολογεί.

- Ο Πλούταρχος πιστεύει στην μαντεία, ο Ξενοφάνης όχι.

-την παρατήρηση του Πορφυρίου ότι η μαντεία είναι καθαρά ψυχολογικό φαινόμενο, ο Ιάμβλιχος τη θεωρεί παραπλανητική και ισχυρίζεται ότι για την πρόγνωση είναι απαραίτητη πρώτα η θεία χάρη, ενώ η ψυχολογική διάθεση είναι περισσότερο βοηθητική αιτία (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 458).

-Ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ιάμβλιχος πιστεύει ότι η μετενσωμάτωση είναι δυνατή μόνο από ανθρώπινο σε ανθρώπινο σώμα, όχι από σώμα ανθρώπου σε σώμα ζώου ή φυτού (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 458). Αντίθετα, ο Ξενοφάνης ειρωνευόταν τους οπαδούς της μετενσάρκωσης. Πώς δικαιολογείται αυτή η αντίθεση; Επειδή ήταν «σκεπτόμενοι, ανεξάρτητοι και ελεύθεροι άνθρωποι οι Παγανιστές;» Ναι, αλλά τότε καταρρίπτεται η άποψη περί «ενιαίας ελληνικής σκέψης» στην οποία αντιτίθεται ο Χριστιανισμός.

-Ο Πλάτων μιλούσε για Ιδέες. Ο Αριστοτέλης διαφωνούσε.

-Στους Προσωκρατικούς, άλλος έλεγε ότι πρώτη αιτία είναι ο αέρας, άλλος το νερό, άλλος η φωτιά, άλλος η γη, άλλος το άπειρο.

-Αλλοι φιλόσοφοι θεωρούσαν σκοπό της ζωής τη Γνώση, άλλοι την Αρετή, άλλη την Ηδονή, άλλοι την απουσία πόνου, άλλοι την απαλλαγή από το σώμα.

-Ο Αρίστων δε δεχόταν πως υπάρχουν πολλές αρετές, όπως ο Ζήνων, ούτε πως είναι μία, που της αποδίδονται πολλά ονόματα, όπως οι Μεγαρικοί, αλλά πως η αρετή έχει να κάνει με το σχετικό (Διογένης Λαέρτιος, VII, 161).

-Οι Στωικοί θεωρούσαν ότι δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ αρετής και κακίας, ενώ οι Αριστοτελικοί ότι υπάρχει κι αυτό είναι η πρόοδος. («Ἀρέσκει δ' αὐτοῖς μηδὲν μεταξὺ εἶναι ἀρετῆς καὶ κακίας, τῶν Περιπατητικῶν μεταξὺ ἀρετῆς καὶ κακίας εἶναι λεγόντων τὴν προκοπήν·» Διογένης Λαέρτιος, VII, 127).

-Ο Διογένης δεν ασχολήθηκε με την γεωμετρία, τη μουσική, την αστρονομία και τα παρόμοια, διότι θεωρούσε πως όλα αυτά είναι άχρηστα και μη αναγκαία (Διογένης Λαέρτιος, VI, 73). Αντίθετα, ο Επίκουρος θεωρούσε χρήσιμη την αστρονομία, ώστε να απαλλαγούν οι άνθρωποι από το φόβο της αστρολογίας και των προλήψεων: «Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες για τα ουράνια φαινόμενα και για το θάνατο, μήπως τυχόν έχουν κάποια σχέση με μας, τότε δε θα χρειαζόμασταν τη μελέτη της φύσης» (Κύριαι Δόξαι, 142 XI).

-Μερικοί, όπως ο Πλάτων, έλεγαν ότι η Δικαιοσύνη και οι νόμοι πηγάζουν από τα αιώνια πρότυπα, τις Ιδέες, ενώ άλλοι, όπως οι σοφιστές ή ο Επίκουρος, ότι η δικαιοσύνη δεν είναι παρά μια σύμβαση ανάμεσα στους ανθρώπους κι επομένως δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική.

- «Ο Πλάτων κοροϊδεύει τους μαθητές του Ορφέα, που λεν ότι όσους έζησαν καλά τους περιμένει στον Άδη, ως βραβείο, η αιώνια μέθη» (Πλούταρχου,Σύγκρ. Κίμ. -Λευκ., 1). «Γιατί ο Πλάτων παντού παρωδεί τις θεωρίες του Ορφέα. Γι' αυτό και στη συνέχεια αναφέρει έναν στίχο του: "πολλοί οι ναρθηκοφόροι και σπάνιοι οι βάκχοι"» (Ολυμπιόδωρου, Εις Πλάτωνος Φαίδωνα, 7, 10).

- Ο Ησίοδος (Θεογονία, στ. 120) λέει ότι ο Έρωτας κατάγεται από το Χάος, ενώ ο Ορφέας ότι «τον Έρωτα και όλα τα πνεύματα ο Χρόνος εγέννησε» (Σχόλια εις Απολλόδωρου Ρόδιου Αργοναυτικά, 3, 26).

-Ο ποιητής Αλκαίος λέει ότι ο Έρωτας γεννήθηκε από την Ίριδα όταν αυτή έσμιξε με τον Ζέφυρο, αντίθετα από όσα λεν ο Ησίοδος κι ο Ορφέας. Όμως «οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τον Έρωτα γιο της Αφροδίτης. Ο λύκιος Ώλην, ο οποίος έκανε τους πιο αρχαίους ύμνους για τους Έλληνες, λέει πως μητέρα του Έρωτα ήταν η Ειλείθυια» λέει ο Παυσανίας (Ελλάδος Περιήγησις, 9, 26, 5).

-«Ο μακεδόνας Πιέριος εισήγαγε εννιά μούσες μεταβάλλοντας και τα ονόματά τους στα τωρινά» (Παυσανίας, 9, 29, 3). Άρα αρχικά δεν ήταν εννιά ούτε είχαν τα γνωστά ονόματα. Δηλαδή όποιος ήθελε έγραφε ένα ποίημα και άλλαζε τα πάντα. Αυτό είναι η «αμετάβλητη θρησκεία» και οι αρχαίοι «θεοί» που υπάρχουν ανεξάρτητα των ποιητών.-«Ξέρουν [οι Βοιωτοί] πως [ο Ετεοκλής] είχε ορίσει τον αριθμό των χαρίτων σε τρεις, δεν διατηρούν όμως την ανάμνηση των ονομάτων που είχε δώσει σ' αυτές· οι Λακεδαιμόνιοι έχουν την παράδοση πως οι χάριτες είναι δύο και πως τις είχε ορίσει ο Λακεδαίμων (...) δίνοντάς τες και τα ονόματα Κλητά και Φαέννα. Γιατί και οι Αθηναίοι τιμούν από παλιά τις Χάριτες Αυξώ και Ηγεμόνη» (Παυσανίας, 9, 35, 1-2). Δηλαδή ο καθένας όριζε ό,τι ήθελε. Πού είναι η «κοινή θρησκεία»; «Είναι γνωστό πως ο Πάμφως πρώτος έκανε άσμα για τις χάριτες ούτε όμως τον αριθμό τους ούτε τα ονόματά τους ανέφερε στο ποίημά του» (Παυσανίας, 9, 35, 4). Ενώ ο Ησίοδος (Θεογονία, 907-909) λέει πως οι χάριτες είναι κόρες του Δία και της Ευρυνόμης, «ο Αντίμαχος [περ. 400 π.Χ.] λέει πως είανι κόρες της Αίγλης και του Ήλιου» (Παυσανίας, 9, 35, 5).

-Ο Διογένης, όταν τον κατηγόρησαν ότι ψευδοφιλοσοφεί, απάντησε ότι ακόμη και παριστάνοντας τον φιλόσοφο, φιλοσοφεί. Ο Επίκουρος, όμως, έλεγε ότι «δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι φιλοσοφούμε, αλλά να φιλοσοφούμε πραγματικά» (Επίκουρου προσφώνησις, 54).

-Ορισμένοι, όπως ο Επίκoυρος θεωρούσαν ως ηδονή την απουσία πόνου, ενώ άλλοι, όπως ο Αρίστιππος, θεωρούσαν ως «ηδονή» όχι την απουσία πόνου, αλλά τις ηδονές καθ' εαυτές, όπως τις εννοούμε: «[Ο Επίκουρος] διαφωνεί με τους Κυρηναϊκούς για την ηδονή. Αυτοί δεν αποδέχονται την καταστηματική ηδονή παρά μόνο την κινητική. Ενώ ο Επίκουρος δέχεται και τις δύο» (Διογένης Λαέρτιος, X, 136-137).

-Ο Ηρόδοτος υποστηρίζει στις αρχές του 5ο π.Χ. αι. ότι οι «θεοί» είναι φθονεροί εναντίον των ανθρώπων και τους αρέσει να αναποδογυρίζουν τις ζωές των τελευταίων (Ηρόδοτος, 1, 32 τὸ θεῖον πᾶν ἐὸν φθονερόν τε καὶ ταραχῶδες), ενώ στα μέσα του 4ου π.Χ. αι.ο Αριστοτέλης (Μεταφυσικά, I, 2) διαφωνεί και γράφει: «ούτε το θείον είναι φθονερό, αλλά κατά την παροιμία οι αοιδοί ψεύδονται πολλά». Φυσικά ο Ηρόδοτος εκφράζει την γνήσια, αρχική πολυθεϊστική άποψη, ενώ ο Αριστοτέλης ήταν ένας αποστασιοποιημένος από τον πολυθεϊστικό όχλο διανοούμενος μεταγενέστερης εποχής.

Οχτακόσιες απόψεις είχανε για το ποια ήταν η πρωταρχική ουσία του κόσμου. Και καμμιά δεκαριά ακόμη για το αν αυτή ήταν το κενό ή το άπειρο ή το άτομο ή άλλο. Ίδια η ελληνική σκέψη που έλεγε πως ο κόσμος είναι αιώνιος με την ελληνική σκέψη που έλεγε ότι φτιάχτηκε κατά τύχη ή αυτήν που έλεγε ότι ο θεός ή οι ιδέες έφτιαξαν τον κόσμο όπως τον βλέπουμε; Ίδια ήταν η ελληνική σκέψη που έλεγε ότι οι μύθοι είναι απάτη με την ελληνική σκέψη που έλεγε ότι οι μύθοι είναι συμβολικοί ή προϊστορία;

Ακόμα και για την ύπαρξη του κόσμου και τη γένεση του ανθρώπου υπήρχε διχογνωμία. «Οι μεν, που θεωρούν αγέννητο και άφθαρτο τον κόσμο, υποστηρίζουν ότι και το ανθρώπινο γένος υπάρχει από πάντοτε και πως ποτέ δεν υπήρξε εποχή κατά την οποία να γεννήθηκε ο πρώτος άνθρωπος. Ενώ οι άλλοι, που θεωρούν ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε και είναι φθαρτός, υποστηρίζουν πως και οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν, όπως αυτός, κάποτε σε συγκεκριμένο χρόνο» (Διόδωρου Σικελιώτη, Βιβλιοθήκης Ιστορικής Βίβλος πρώτη, 6,3).

Πλούτο τεράστιο και ποικιλία απόψεων είχε η αρχαιοελληνική φιλοσοφία. Πολύ όμορφο αυτό. Αλλά όχι και ενιαίο το αρχαιοελληνικό πνεύμα˙ όχι «ασήμαντες λεπτομέρειες» οι διαφορές αυτές. Δημοκρατικότατα οι Νεοπαγανιστές, επιλέγουν ό,τι τους αρέσει και ό,τι τους συμφέρει από τις χιλιάδες αρχαιοελληνικές απόψεις. Έπειτα, αυτό που επέλεξαν το ονομάζουν, δημοκρατικότητα επίσης, «ελληνική σκέψη». Κόψε ράψε δηλαδή. Ό,τι γουστάρουμε από τις ελληνικές σκέψεις, αυτό είναι η «μία ενιαία ελληνική σκέψη». Τα υπόλοιπα; Κόψε-ράψε-ξήλωνε.

Συνεπώς, όταν οι Νεοπαγανιστές, χρησιμοποιώντας το αγαπημένο τους σοφιστικό επιχείρημα, ρωτάνε «μα είναι δυνατόν, οι Έλληνες που ήταν το υπόδειγμα στη φιλοσοφία, στην τέχνη, να έχουν τόσο άδικο στην θρησκεία τους;», πρέπει πρώτα να μας απαντήσουν στο ερώτημα: «ποια από όλες τις θρησκείες εννοείτε με το όνομα Αρχαία Θρησκεία; Διότι καθένας είχε και διαφορετική αντίληψη περί θρησκείας και συνεπώς κοινότητα αντιλήψεων, δηλαδή μία Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, δέν υπάρχει». Αν λοιπόν εννοούν κάποια απ' τις θρησκείες: των σοφιστών, του καθενός εκ των φιλοσόφων, των μάντεων, του λαού, των νεοπλατωνικών, των θεουργών, να μάς το πούνε. Αν τις εννοούν όλες μαζί, είναι απόδειξη πως είναι δε ξέρουν τι λένε. Ρωτάνε, προς απάντηση των παραπάνω, μερικοί Ν/Π, αν μπορεί κανείς να αποδείξει καμμιά αλλαγή στο τελετουργικό των θυσιών και της λατρείας της «Ελληνικής Θρησκείας» από την κλασσική εποχή ώς τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Η απάντηση είναι απλή: μπορεί το τελετουργικό να μεταβλήθηκε, μπορεί και όχι˙ δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι από τον 3ο π.Χ. αιώνα και μετά, οι αρχαίοι Έλληνες, πλην των παλιών λάτρευαν και πλήθος ξένων θεών, όχι μόνο στα ελληνιστικά κράτη, αλλά στην νότια Ελλάδα. Αυτό δεν είναι «αλλαγή της θρησκείας»; Δεν είναι μεταβολή του θρησκεύεσθαι και της «Θρησκείας των Ελλήνων»; Είναι, αλλά αποσιωπάται. Θα πουν οι Νεοπαγανιστές πως όλες αυτές οι θρησκείες από την μινωική Κρήτη ώς τον Ιουλιανό είναι στην πραγματικότητα όψεις της ίδιας «πατρώας θρησκείας»˙ πράγμα παράλογο, δεδομένων των τόσων διαφορών, που μόλις αναφέραμε. Αλλά ακόμη κι αν ήταν έτσι, δηλαδή η κάθε φάση να είναι ταυτόχρονα η ίδια θρησκεία, τότε θα έπρεπε να επιστρέψουν οι Νεοπαγανιστές όχι στην ομηρική-κλασσική θρησκεία του 6ου π.Χ. αι., η οποία ξεπεράστηκε και απορρίφθηκε από τους ίδιους τους Ελληνες, αλλά στην νεοπλατωνική του 3ου-4ου μ.Χ. με μάγια, τσαρλατανισμό κ.λ.π., η οποία άλλωστε ήταν η τελευταία χρονικά. Γιατί, το λογικό θα ήταν να επιστρέψουν στο τελευταίο στάδιο, εκεί όπου σταμάτησαν οι ίδιοι οι αρχαίοι, κι όχι σε κάποιο ενδιάμεσο στάδιο, το οποίο απορρίφθηκε από τους ίδιους τους Αρχαίους, αιώνες προ του χριστιανισμού. Είναι παράλογο να θέλουν οι Ν/Π να επιστρέψουν σε κάτι, που απέρριψαν οι κλασσικοί Έλληνες, των οποίων οι Ν/Π ισχυρίζονται ότι αποτελούν συνεχιστή. Αλλά, επιπλέον πριν το Χριστιανισμό, οι φιλόσοφοι Έλληνες μίλησαν κατά της λαϊκής (της μόνης, δηλαδή, υπαρκτής) αρχαιοελληνικής θρησκείας, εκφράζοντας την περιφρόνησή τους. Δεν είναι, λοιπόν, ο Χριστιανισμός μόνο, που εκφράζει το τάχα παράδοξο επιχείρημα, ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολύ καλές επιδόσεις στις τέχνες και τον πολιτισμό, αλλά είχαν κακή θρησκεία. Είναι κι οι ίδιοι οι προ Χριστού Έλληνες, οι οποίοι συμφωνούν μαζί του. Ας αφήσουν κατά μέρους τέτοιες σοφιστείες, οι Νεοπαγανιστές. Καλή επίδοση σε ένα ή σε πολλούς τομείς δε συνεπάγεται απαραίτητα την καλή επίδοση σε όλους τους υπόλοιπους τομείς.

Αφού λοιπόν εκλέγουν μέρη της ελληνικής αρχαίας παράδοσης, θρησκευτικής και φιλοσοφικής, απορρίπτοντας τα υπόλοιπα, τότε να μιλούν μόνο εξ ονόματος του μέρους εκείνου που επέλεξαν, κι όχι εξ ονόματος ολόκληρου του «ελληνικού πνεύματος». Και το κυριώτερο, να μην λένε ότι μόνο το τμήμα που διάλεξαν αυτοί είναι το αυθεντικά ελληνικό, ενώ όλα τα υπόλοιπα (τμήματα της αρχαιότητας, ούτε καν της μετα-παγανιστικής εποχής ούτε καν χριστιανικά!) είναι μη ελληνικά. Η «ελληνικότητα» που οι Νεοπαγανιστές αντιπαραθέτουν στον Χριστιανισμό είναι ένα ελάχιστο, μηδαμινό τμήμα του ελληνικού πνεύματος. Διότι, αν π.χ. είναι Στωικοί, δεν θα έπρεπε να αντιπαρατεθούν μόνο στους Χριστιανούς (Τώρα, για τα κοινά μεταξύ Χριστιανισμού-Στωικισμού ή Χριστιανισμού και άλλων σχολών, έχουν μιλήσει άλλοι, αλλά αυτά είναι άγνωστα στους Νεοπαγανιστές, οπότε δεν πειράζει), αλλά και σε κάθε άλλη αρχαιοελληνική φιλοσοφία με την οποία οι αρχαίοι Στωικοί είχαν διαφορές και έχθρα. Επομένως, αν δεν το κάνουν αυτό, παραποιούν την έννοια της ελληνικότητας. Γιατί, εκτός κι αν υποτεθεί ότι είναι παράλογοι, οι Νεοπαγανιστές δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα και Πλατωνικοί και Αριστοτελικοί, και Επικούρειοι και Σκεπτικοί, και Κυνικοί και Νεοπλατωνικοί! Αφού διαλέγουν το ένα, πρέπει να απορρίψουν τα άλλα ως λανθασμένα. Να δεις και ποιοι άλλοι το έκαναν αυτό... ποιοι άραγε... εδώ τό 'χουμε.

Ένα χαρακτηριστικό της Νέας Εποχής ότι προσπαθεί να δείξει ότι όλες οι θρησκείες και όλες οι φιλοσοφίες λεν κατά βάθος το ίδιο πράγμα και ότι στο τέλος φτάνεις στον ίδιο στόχο, όποια φιλοσοφία ή θρησκεία κι αν διαλέξεις. Οι Νεοπαγανιστές αντιστοίχως έχουν βάλει σκοπό να αποδείξουν πως όλοι οι αρχαίοι φιλόσοφοι έλεγαν το ίδιο πράγμα, δηλαδή αυτό που λένε σήμερα οι Ν/Π, για να το αντιπαραθέσουν στον Χριστιανισμό . Αυτό που θα αποδειχθεί θα είναι η επιπολαιότητά τους.

Οι Νεοπαγανιστές λένε ότι το αρχαιοελληνικό πνεύμα είναι Ένα και διαφορετικό από το χριστιανικό. Και, όταν βλέπουν τις τόσες αντιφάσεις των φιλοσόφων και τις διενέξεις τους με άλλους φιλόσοφους, τότε βρίσκουν άλλο τέχνασμα κι αρχίζουν να μιλούν για ενιαία κοσμοθέαση, για τη Δημοκρατία, για το Διάλογο, για κριτική σκέψη και τα γνωστά. Ούτε κι αυτά όμως αποτελούν κοινό τόπο για όλη την αρχαία Ελλάδα. Η Δημοκρατία, η Ισηγορία, ο ελεύθερος διάλογος είναι κατακτήσεις και επιτεύγματα της αρχαίας Αθήνας, την οποία και γι' αυτό εκτιμούμε. Δεν ήταν όμως πανελλήνια επιτεύγματα. Ειδικότερα δε, για παράδειγμα, στην αρχαία Σπάρτη, για την οποία τόσο φωνάζουν οι Νεοπαγανιστές, ότι αδικείται από τους ιστορικούς, ο διάλογος και η δημοκρατία δεν υπήρχαν. Τι συμβαίνει δηλαδή; Δεν είναι η Σπάρτη κι ο πολιτισμός της τμήμα του (δήθεν ενιαίου) αρχαιοελληνικού πνεύματος; Φυσικά και είναι. Συνεπώς, φυσικά και υπάρχουν αντιφάσεις στην μη ενιαία αρχαιοελληνική κοσμοαντίληψη. Δεν υπάρχει ενιαία κοσμοαντίληψη (π.χ. περί διαλόγου και ισηγορίας στην αρχαία Πόλη) και συνεπώς, εμείς δεχόμαστε μόνο τα καλά τού αρχαίου πνεύματος. Καταρρίπτεται έτσι η νεοπαγανιστική θεωρία ότι υπάρχει ενιαία αρχαιοελληνική κοσμοθέαση.

«...όταν το πλήθος συναθροιζόταν, σε κανένα εκ των άλλων δεν επέτρεπε να εκφράσει γνώμη, αλλά ο λαός είχε την εξουσία να αποφασίζει επί της γνώμης, την οποία πρότειναν οι γέροντες και οι βασιλείς. Βραδύτερον όμως, επειδή ο λαός με προσθήκες και αφαιρέσεις διέστρεφε και παραβίαζε τις προτάσεις, οι βασιλείς Πολύδωρος και Θεόπομπος (βασίλευσαν το 742 π.Χ.) πρόσθεσαν τα εξής στην ρήτρα: «Αν ο λαός εκλέξει κακή γνώμη, οι γερουσιαστές και οι βασιλείς να ανθίστανται», τουτέστι, να μην την επικυρώνουν, αλλά να την αποσύρουν εντελώς και να διαλύουν την εκκλησία, διότι ο λαός παραμορφώνει και μεταβάλλει την πρόταση παρά το συμφέρον. Επεισαν αυτοί την πόλη, ότι δήθεν ο θεός διέτασσε αυτά, καθώς αναφέρει κάπου ο Τυρταίος (Ευνομία) λέγων τα εξής:

Ακούγοντας τον Φοίβο έφεραν στην πατρίδα εκ του Πύθωνα

Μαντεύματα του θεού και βέβαιες προρρήσεις˙

Πρώτοι να εκφέρουν γνώμη οι θεοτίμητοι βασιλείς

Οι οποίοι φροντίζουν για την αγαπητή πόλη της Σπάρτης,

Κατόπιν οι πρεσβύται γερουσιαστές, και έπειτα

Οι άνδρες της Σπάρτης» (Πλούταρχου, Λυκούργος, 6).

Δηλαδή, τι θέλουν να κάνουν οι Νεοπαγανιστές; Το άσπρο μαύρο; Να πουν ότι υπήρχε διάλογος και ισηγορία στην Σπάρτη;! Αντίθετα λοιπόν από ό,τι έντεχνα ισχυρίζονται, στην Σπάρτη δεν υπήρχε ισηγορία μεταξύ των ελευθέρων πολιτών, όπως στην Αθήνα. Ας μην κάνουν λόγο οι αρχαιολάτρες για την «ισηγορία» των ελεύθερων «Ομοίων», που ήταν «ελεύθεροι» ως προς τους είλωτες, αλλά ποτέ «ελεύθεροι» όπως εννοούμε την ελευθερία για τους αρχαίους Αθηναίους, διότι δικαίωμα τέτοιο δεν είχαν. Υπάκουαν στις αποφάσεις των εφόρων. Ενιαίο και αδιαίρετο αρχαίο πνεύμα υπάρχει μόνο στη φαντασία των αρχαιόπληκτων, οι οποίοι, αφού πρώτα επιλέξουν ένα μόνο κομμάτι της αρχαιότητας, το οποίο τους ελκύει τρομερά, το απολυτοποιούν, ώστε να ταυτίσουν το μέρος με το σύνολο και να βρουν «το αρχαίο πνεύμα».

Φυσικά, άμεση συνέπεια των παραπάνω είναι, ότι δεν έχει νόημα να κατηγορούνται οι χριστιανικές απόψεις ως μη ελληνικές (ή να επαινούνται ως αποκλειστικά ελληνικές). Τη στιγμή που οι Έλληνες εξέφεραν τόσο την μια άποψη όσο και την εντελώς αντίθετή της, είτε θα οδηγηθούμε στον παραλογισμό ότι μόνο οι μισοί από τους Έλληνες είχαν ελληνικές απόψεις είτε θα πάψουμε να ορίζουμε ανύπαρκτες, δήθεν ενιαίες «ελληνικότητες». 
 
Πηγή: Eνάντια στην αρχαιοπληξία

Οι θεοί εναντίον του Ανθρώπου...

28. "Ο Χριστιανισμός με το αντιφυσικό του πνεύμα στράφηκε κατά του Διόνυσου και ό,τι αυτός εκπροσωπεί, δηλαδή το θέατρο, την τέχνη, τη μουσική, την απόλαυση και χαρά της ζωής και του κόσμου. Ακόμη και το γέλιο θεώρησαν «αμαρτία»!"

Απάντηση: Η μομφή των νεοπαγανιστών κατά του Χριστιανισμού ότι αυτός κατέστρεψε το Διονυσιακό πνεύμα και ό,τι αυτό εκπροσωπεί (τήν τέχνη, το θέατρο, το γέλιο, τον έρωτα, την απελευθέρωση του ενστίκτου, και γενικά την απόλαυση άνευ ορίων της χαράς της παρούσας ζωής) είναι ακόμα μια απόδειξη της άγνοιάς τους. Πρώτος ο Πλάτων και ο Πλατωνισμός επιτέθηκε στο «Διονυσιακό πνεύμα» και τις εκδηλώσεις του, προηγούμενος κατά τέσσερις ολόκληρους αιώνες του Χριστιανισμού. Ο Πλάτωνας ούτε λίγο ούτε πολύ προτείνει την απαγόρευση όλων των μουσικών κλιμάκων («αρμονιών») εκτός της Δωρικής-Φρυγικής, και την κατάργηση όλων των μουσικών οργάνων, εκτός της λύρας και του αυλού, καθώς και την κατάργηση των «ανήθικων» ρυθμών. Ιδού τί λέει ο Πλάτων για την αρχαιοελληνική μουσική:

«Είπαμε πως στις διηγήσεις δεν μάς χρειάζονται καθόλου ούτε θρήνοι ούτε μοιρολόγια.

Όχι βέβαια.

Ποιες λοιπόν είναι οι θρηνητικές μελωδίες; Πές μου, αφού εσύ είσαι μουσικός.

Η μειξολυδιστί και η συντολυδιστί και κάτι άλλες τέτοιες.

Αυτές λοιπόν πρέπει να βγαίνουν από τη μέση˙ γιατί είναι άχρηστες, όχι μόνο για τους άνδρες, αλλά και για τις γυναίκες, για εκείνες τουλάχιστο που εννοούν να φυλάγουν την αξιοπρέπειά τους.

Έτσι είναι βέβαια.

Όμως και τη μέθη και τη μαλθακότητα και την οκνηρία τα θεωρώ πράγματα που δέν ταιριάζουν καθόλου στους φρουρούς μας.

Και πώς όχι;

Ποιες λοιπόν αρμονίες είναι μαλθακές, οι οποίες και συνηθίζονται στα συμπόσια;

Η ιωνική και η λυδική, που τις λένε και χαλαρές.

(...)

Δε θα χρειαστούμε λοιπόν στα άσματα και στις μελωδίες μας όργανα πολύχορδα και με πολλές αρμονίες.

Όχι, καθώς φαίνεται.

Η λύρα λοιπόν και η κιθάρα μένουν, τα μόνα χρήσιμα για την πόλη μας, και το πολύ κανένα σουραύλι για τους βοσκούς στην εξοχή» (Πολιτεία 398e και 399).

Είναι γνωστός ο παγανιστικός ισχυρισμός ότι οι αρχαίοι ήταν οι εύθυμοι κλπ και μετά ήρθε ο Χριστιανισμός και απαγόρευσε το γέλιο. Και φέρνουν ως παράδειγμα τις «αυστηρές» εικόνες και τα αρχαία αγάλματα. Ο Πλάτωνας (Πολιτεία Γ', 388e) γράφει:

«(οι νέοι) ούτε και να αγαπούν τα γέλια δεν πρέπει. Γιατί όταν κανείς παραδίνεται σε δυνατό γέλιο, αυτό απαιτεί και μια δυνατή μεταβολή στην ψυχή.

Χωρίς αμφιβολία.

Ούτε λοιπόν αν παρισταίνη κανείς ανθρώπους σπουδαίους να τους πιάνουν ακράτητα γέλια, πρέπει να το παραδεχόμαστε, μα πολύ περισσότερο τους θεούς».

Αφού οι αρχαίοι Έλληνες γελούσαν και απολάμβαναν τη ζωή, μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ελληνικότητα όσων από αυτούς δεν γελούσαν; Τι έφταιγε κι αυτοί δεν γελούσαν; «Λένε ότι δεν είδαν ποτέ τον Αναξαγόρα τον Κλαζομένιο να γελά ή να χαμογελά. Λένε και ότι ο Αριστόξενος ήταν εχθρικός προς το γέλιο. Και για τον Ηράκλειτο, ότι σε όλη του τη ζωή έκλαιγε» (Αιλιανού, Ποικίλη Ιστορία, 8, 13: «Ἀναξαγόραν τὸν Κλαζομνένιόν φασι μήτε γελῶντά ποτε ὀφθῆναι μήτε μειδιῶντα τὴν ἀρχήν. λέγουσι δὲ καὶ Ἀριστόξενον τῷ γέλωτι ἀνὰ κράτος πολέμιον γενέσθαι˙ Ἡράκλειτόν τε, ὅτι πάντα τὰ ἐν τῷ βίῳ ἔκλαεν»). Όσο για τον Εμπεδοκλή, αυτός «ήταν πάντα σκυθρωπός και κρατούσε αυτή την σοβαρότητα στη συμπεριφορά» (Διογένης Λαέρτης, VIII, 73).

Ο Θέογνις ισχυρίζεται (Α' Ελεγεία, στ. 425-428): «Πάντων μὲν μὴ φῦναι ἐπιχθονίοισιν ἄριστον,/ μηδ' ἐσιδεῖν αὐγὰς ὀξέος ἡέλιου,/ φύντα δ' ὅπως ὤκιστα πύλας Ἀΐδαο περῆσαι/ καὶ κεῖσθαι πολλὴν γῆν ἐπαμηςάμενον», δηλαδή «Το καλύτερο απ' όλα είναι για τους θνητούς να μη γεννηθούν / μήτε ν' αντικρίσουν τις διαπεραστικές αχτίνες του ήλιου˙ / μα σαν κανείς γεννηθεί, το καλύτερο είναι να περάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα τις πύλες του Άδη / και να κείτεται έχοντας στοιβάξει από πάνω του χώμα πολύ». Ο Θέογνις έζησε τον 6ο π.Χ. αι. πολύ πριν την υποτιθέμενη (αλλά ανύπαρκτη) μετακλασσική «ελληνική παρακμή».

Ο Όμηρος βάζει τον Δία να λέει (Ιλιάδας Ρ, 445-446) «Θλιβερότερο του ανθρώπου δεν υπάρχει, / κανένα από όσα στη γη κινούνται και αναπνέουν».

Ο Πίνδαρος χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη ως σκιᾶς ὄναρ, όνειρο σκιάς δηλαδή (Πυθιόνικοι, 8, 36).

Ο Σοφοκλής εξισώνει την ανθρώπινη ύπαρξη με το μηδέν (Οιδίπους Τύραννος, στ. 1186-1195): «Αλίμονο, γενιές των ανθρώπων, / τη ζωή σας λογιάζω παρόμια / με το τίποτα. / Ποιος θνητός, τάχα ποιος / περισσότερη νιώθει ευτυχία / παρ' όση νομίζουν πως έχει, / που κι αυτή σβήνει αμέσως; / Τη δική σου παράδειγμα παίρνω, / δύστυχε Οιδίπου, τη μοίρα, / και δε μακαρίζω κανένα».

Αλλά πολύ πιο πίσω, στα Έργα και Ημέραι του Ησίοδου παρατηρούμε το μαύρο σκοτάδι της απαισιοδοξίας για το μέλλον του ανθρώπου να κυριαρχεί στη σκέψη του Ησίοδου (στ.174-178 και 200-201):

Μηκέτ' ἔπειτ' ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι

ἀνδράσιν, ἀλλ' ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι.

Νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον˙ οὐδέ ποτ' ἦμαρ

παύσονται καμάτου καὶ ὀιζύος, οὐδέ τινι νύκτωρ

φθειρόμενοι, χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας.

.......................................................................................

τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ

θνητοῖς ἀνθρώπισοι˙ κακοῦ δ' οὐκ ἔσσεται ἀλκή.

Δηλαδή: «Ω! Νάθε μη γεννιώμουνα τώρα στο πέμπτο γένος εγώ, μα ή πριν να πέθαινα ή ύστερα να ερχόμουν. Τώρα το σιδερένιο πια το γένος είναι. Ούτε πια μέρα ο κάματος για τους ανθρώπους θα σταθή κι ο αγώνας, μήτε νύχτα θα πάψουνε να τους σαρακοτρώνε οι έγνοιες, οι φοβερές που δίνουνε οι αθάνατοι έγνοιες. (...) Τα θλιβερά τα βάσανα μόνο θα μείνουν για τους ανθρώπους. Και για τις συμφορές αυτές καμμιά γιατρειά δεν είναι». Το τελευταίο γένος, αυτό στο οποίο ανήκει ο Ησίοδος και όλοι μας, έχει κακό τέλος. Είτε θα το αφανίσει ο Δίας (στ. 180) είτε δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ θεραπεία για τη δυστυχία του. Πράγματι, αυτό κι αν δεν είναι η χαρά της ζωής των αρχαίων Ελλήνων, την οποία απαγόρευσε ο Χριστιανισμός!

Αναρωτάται κανείς τι απομένει από τον «διονυσιασμό» έπειτα από την αναμόρφωσηπου ο Πλατωνισμός προτείνει˙ αναρωτάται επίσης κανείς, πόσο υποκριτής πρέπει να είναι κανείς, για να κατηγορεί τον Χριστιανισμό για κάτι που ο Πλατωνισμός διακηρύσσει 4 αιώνες πριν, την επιδίωξη καταστροφής του Διονυσιασμού. Αλλά οι Νεοπαγανιστές δεν τολμάνε να τα βάλουν με τον Πλάτωνα κατηγορώντας τον ως «ανθέλληνα», ως «φονιά της γενεσιουργού αιτίας της αρχαιοελληνικής τέχνης», ως «καταστροφέα του Διονυσιακού πνεύματος» και άλλες παρόμοιες αστειότητες. Θα ήταν γελοιότητα να αρνηθούν την ελληνικότητα στον κατεξοχήν Έλληνα, μόνο και μόνο επειδή αυτός δεν συμφωνούσε με τα βίτσια τους. Μόνο με τον Χριστιανισμό ξέρουν να τα λένε αυτά, μόνο τον Χριστιανισμό ξέρουν να κατηγορούν.

Ο Πλάτων απαγορεύει σε ελεύθερους πολίτες να ασχολούνται με την κωμωδία: «Τέτοιες μιμήσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά αλλά να γίνονται μόνο από δούλους ή μισθωτούς ξένους. Οι ελεύθεροι πολίτες, δεν πρέπει ν' ασχολούνται καθόλου μ' αυτά τα πράγματα. Μ' αυτόν το νόμο και τη λογική θα ρυθμιστούν οι αστείες καταστάσεις που τις ονομάσαμε κωμωδία» (Νόμοι 816e).

Ο Ευ. Παπανούτσος αναφέρει για την ιδεολογία του Πλάτωνα τα εξής: «Μόνο με το θάνατο του σώματος, διδάσκει και ο «Φαίδων», η ψυχή κατορθώνει να ζήσει τη δική της ζωή˙ (..) Γιατί, τι είναι κυρίως ο θάνατος; Ολοφάνερα το λύσιμο της ψυχής από το σώμα, η απελευθέρωσή της από τα δεσμά του, η περισυλλογή στον εαυτό της (64c, 67d). Μια τέτοια αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα επιδιώκει ακριβώς ο φιλόσοφος απαρνούμενος τις αισθησιακές ηδονές, νεκρώνοντας τις επιθυμίες, αποφεύγοντας την απάτη των οργάνων του σώματος, των αισθήσεων. Γι' αυτόν λοιπόν ο θάνατος όχι μόνο κακό δεν είναι, όπως νομίζει ο μωρός όχλος (68d), αλλά ίσα-ίσα, ο επιθυμητός στόχος. (..) Γιατί σ' αυτό τον κόσμο ο φιλόσοφος είναι σα ξένος που δε ξέρει πώς να βολευτεί˙ το σώμα του διαμένει βέβαια στη γή, το πνεύμα του όμως πετάει στον ουρανό, επειδή δεν μπορεί να βρει κανένα νόημα στα γήινα πράγματα και τις απασχολήσεις της μάζας τις θεωρεί ανάξιές του. (Θεαίτ. 173e.) (..) Και υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι' αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως οὐκ ἔστιν ἢ κρεῖττον» (Νόμοι 828d)» (Ε.Π. Παπανούτσου, Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα, εκδ. Δωδώνη, σ. 82, 84). Επιπλέον, όπως έχουμε δει, ο Ιουλιανός απαιχθανόταν το Θέατρο και τον Ιππόδρομο. Κυριολεκτικά το σιχαινόταν, όπως γράφει στονΑντιοχικό (δες κεφάλαιο περί Ιουλιανού). Αυτόν, γιατί δεν τον κατηγορούν, ότι επιτέθηκε στον Διόνυσο επιτιθέμενος στο Θέατρο;

Πηγή: Ενάντια στην αρχαιοπληξία

Ιερά εξέταση και αρχαία Ελλάδα.

27. "Η ιερά εξέταση πρωτοάρχισε όχι στη Δύση, όπως νομίζουν οι περισσότεροι, αλλά στο Βυζάντιο, με τον Ιουστινιανό, όπως λέει ο ιστορικός Προκόπιος.«Ο Ιουστινιανός ίδρυσε τη θέση του εξεταστού (=κοιαισίτορος) για να ελέγχει «αυτούς που δεν τελούσαν κατά τον ορθόδοξο τρόπο τη θρησκευτική λατρεία» (Ανέκδοτα 20, 7-10). Ο κοιαισίτωρ, όπως αναφέρει ο Προκόπιος, όταν τελείωνε το θεάρεστο» έργο του στέλνοντας τους αντιφρονούντες στην πυρά, παρέδιδε όσα ήθελε εκ των κατασχεθεισών περιουσιών στον αυτοκράτορα, ενώ ο ίδιος πλούτιζε εξ ίσου με τον ίδιο άνομο τρόπο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα, οι κατηγορηθέντες στον κοιαισίτωρα, ως μη ορθόδοξοι ή ελληνίζοντες, στην πραγματικότητα ήσαν θύματα φθόνου και συκοφαντίας. Ο Προκόπιος γράφει, ότι «οι υφιστάμενοι των αξιωματούχων αυτών ούτε κατηγόρους παρουσίαζαν ούτε μάρτυρες καλούσαν να καταθέσουν για όσα είχαν συμβεί, αλλά συνεχώς σ' όλο αυτό το διάστημα, οι άνθρωποι που είχαν την ατυχία να τους συναντήσουν στο δρόμο τους, χωρίς να κατηγορηθούν ή να δικαστούν, θανατώνονταν με τη μεγαλύτερη μυστικότητα και τα χρήματα ληστεύονταν»(Ανέκδοτα, 20, 10-16)".

Απάντηση:

27a ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

α')Αυτά είναι η συνήθης παραχάραξη των γεγονότων από τον Προκόπιο. Και λέμε «συνήθης», διότι ο Προκόπιος, ενόσω ζούσε ο Ιουστινιανός, ήταν κόλακάς του και υμνητής του˙ όταν πέθανε, του καταμαρτύρησε χίλια δυο κακά. Τέτοια συμπεριφορά και τόσο τεράστια μεταβολή απόψεων για ένα πρόσωπο ασφαλώς δεν είναι λογική. Ο Προκόπιος λ.χ. στα Ανέκδοτα γράφει ότι η Θεοδώρα στα όργια που έκανε πήγαινε με δέκα νεαρούς ταυτόχρονα! Ή, πάλι, γράφει ότι εξαιτίας του Ιουστινιανού σκοτώθηκαν «μύριες μυριάδες μυριάδων», δηλαδή χίλια δισεκατομμύρια άνθρωποι (!!), τη στιγμή που είναι αμφίβολο αν στην Αυτοκρατορία κατοικούσαν πάνω από 80-90 εκατομμύρια. Με άλλα λόγια, το έργο του αυτό είναι ένας λίβελλος, το περιεχόμενο του οποίου δεν μπορεί κανείς να το παίρνει στα σοβαρά ή τοις μετρητοίς. Ο Προκόπιος δε μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λοιπόν, και οι Νεοπαγανιστές που, επειδή βλέπουν το Quaestor (Εξεταστής), νομίζουν ότι είναι Εξεταστής Ιεράς Εξέτασης, εφαρμόζουν τη συνήθη τακτική της διαστρέβλωσης των ιστορικών στοιχείων.

Έχουν υποτεθεί διάφορα για την αλλαγή αυτή του Προκόπιου. «Μια εξήγηση για τη μεταστροφή αυτή», λέει ο ιστορικός Π. Ροδάκης στον πρόλογο της Ιστορίας των Πολέμων, «μπορεί να είναι η αντίδραση στον «παροπλισμό» του, που γίνεται μετά την ανάκληση του ίδιου και του Βελισάριου από την Ιταλία. Μια άλλη ερμηνεία, περισσότερο πολιτικού χαρακτήρα αυτή, μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο Προκόπιος, μέλος της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και των σσυγκλητικών, δεν συγχώρεσε ποτέ στον Ιουστινιανό τα μέτρα περιορισμού των δικαιωμάτων τους και τις απόπειρες του αυτοκράτορα να τους θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του». Επίσης: «Ο Προκόπιος, που σύμφωνα με όλες τις πηγές, ποτέ δεν κέρδισε καμμιά προαγωγή, παρόλη την πιστή και μακροχρόνια θητεία του, ζήλευε τη θεαματική πορεία της Θεοδώρας. (..) Τα γραπτά του Προκόπιου για τους πολέμους του αυτοκράτορα δεν κέρδισαν την ιδιαίτερη εκτίμηση του ίδιου του αυτοκράτορα» (Sture Linnιr, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού, εκδ. Γκοβοστή, σ. 87-88).

β') Ακόμη μια απόδειξη ότι τα περί κοιαίστορα είναι αναληθή, είναι ότι το αξίωμα αυτό (quaestor) δεν το «ίδρυσε» ο Ιουστινιανός, όπως ισχυρίζεται ο Προκόπιος και οι Νεο-Παγανιστές, αλλά υπήρχε τουλάχιστον από τον καιρό του Καίσαρα, ο οποίος εξελέγη σε αυτό το 65 π.Χ. (πηγή: MSN Encarta, λήμμα Caesar, Gaius Julius). Το αξίωμα αυτό συνέχισε να υπάρχει καθ' όλη την Ρωμαϊκή και Ανατολική Ρωμαϊκή ιστορία.

γ) Τι γράφει ένας καθηγητής βυζαντινής ιστορίας για το αξίωμα του Κοιαίστωρα:

«Ο κοιαίστωρ του ιερού παλατιού ήταν ανώτατος δικαστικός λειτουργός του κράτους, είδος υπουργού δικαιοσύνης συγχρόνως. Έργο του ήταν η σύνταξη των αυτοκρατορικών απαντήσεων σε κάθε είδους προσφυγή προς τον αυτοκράτορα.

(...)Με τον όρο «αυτοκρατορική γραμματεία» εννοούμε την αυτοκρατορική υπηρεσία, που αποστολή είχε τη διατύπωση της αυτοκρατορικής βουλήσεως με το κατάλληλο για κάθε περίπτωση έγγραφο και τη διεκεραίωση του τελευταίου. Κατά την Πρωτοβυζαντινή εποχή η εργασία της αυτοκρατορικής γραμματείας ήταν κατανεμημένη μεταξύ του κοιαίστωρος του ιερού παλατιού, των αντεγραφέων και του τμήματος των υπογραφέων.

Έργο του κοιαίστωρος ήταν η επεξεργασία των νομικής φύσης ζητημάτων. Επεξεργαζόταν αιτήσεις ιδιωτών ή αρχών, των οποίων η ικανοποίηση απαιτούσε νομοθετική ρύθμιση. Φρόντιζε επίσης για την καλή τήρηση της επετηρίδας (leterculum minus) ορισμένων υπαλληλικών θέσεων, των οποίων η πλήρωση γινόταν με πρότασή του και, ανέλαβε, από το 6ο αι. την ανθυπογραφή των αυτοκρατορικών διαταγμάτων» (Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Ι. Καραγιαννόπουλου, εκδ. Βάνιας, σ. 396, 320, 320).

Ενώ ο Σπύρος Ν. Τρωϊανός, καθηγητής Βυζαντινού δικαίου, γράφει στα Ε-Ιστορικά, τ. 41, σελ. 18, για το αξίωμα αυτό: «Οι επιτροπές, από τις οποίες συντάχθηκαν τα τρία μέρη της κωδικοποίησης, λειτούργησαν υπό την προεδρία του Quaestor sacri palatti (αντίστοιχου ως προς τις αρμοδιότητες με σημερινό υπουργό Δικαιοσύνης) Τριβωνιανού, μιας μεγάλης νομικής μορφής του 6ου αιώνα, που υπήρξε η ψυχή του καθόλου νομοθετικού έργου».

Όπως βλέπουμε, ο Quaestor ήταν Υπουργός Δικαιοσύνης και δεν είχε θρησκευτικές αρμοδιότητες. Αλλά η πιο κραυγαλέα απόδειξη ότι ο Προκόπιος ψεύδεται είναι το γεγονός, ότι Quaestor του Ιουστινιανού ήταν ο Τριβωνιανός, που ήταν Παγανιστής. Πώς μπορεί να δεχθεί κανείς ως λογικό, ένας Παγανιστής να διορίζεται Ιεροεξεταστής και να κυνηγάει τους αιρετικούς και τους ομόθρησκούς του, τους Εθνικούς; Είναι πέρα ώς πέρα παράλογο. Αυτό που συμβαίνει, λοιπόν, είναι ότι ο Quaestor Τριβωνιανός, όντας στενός συνεργάτης του Ιουστινιανού, έπεσε κι αυτός θύμα της δολοπλοκίας του Προκόπιου.

Ο Ιουστινιανός δημιούργησε και νέο αξίωμα: «Το 539 ο Ιουστινιανός εδημιούργησε μίαν νέαν αρχήν, την του quaesitor ή, ως ο ίδιος τον ονομάζει, του ερευνάδος. Αποστολή του άρχοντος τούτου ήτο η ανάκρισις των πολυπληθών επαρχιωτών των ερχομένων εις την Κωνσταντινούπολιν και η απόλασις εκ ταύτης των μη εχόντων εργασίαν, περαιτέρω δε η συντόμευσις της διαμονής των λοιπών και η παραπομπή εις εργασίας των ανέργων κατοίκων της πόλεως. Εκτός τούτου όμως ο quaesitor ώφειλε να ερευνά μήπως οι διάφοροι υπάλληλοι καταπίεζον τους προσερχομένους προς αυτούς και να τιμωρή τους πράττοντας τούτο. Τέλος εις την αρμοδιότητα του quaesitor περιελαμβάνοντο τα αδικήματα πλαστογραφίας (Κατά τον M. Kaser, Zivilprozessrecht 431 σημ 73 ο quaesitor ήτο διάδοχος του praetor plebis)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, εκδ. Βάνιας, ανατύπωση Ε', 1995, τ. Α', σ. 652).

δ') κανείς άλλος ιστοριογράφος της εποχής (Μαλάλας, Αγαθίας) δεν αναφέρει τέτοια πράγματα που καταμαρτυρά ο Προκόπιος. Συνεπώς, ούτε από την διασταύρωση των στοιχείων προκύπτει η αλήθεια όσων λέει ο Προκόπιος.

Στη Ρωμανία, λοιπόν, δεν υπήρξε «Ιερά Εξέταση». Άν όμως οι αρχαιόπληκτοι θέλουν να βρουν τον ιδεολογικό πρόδρομο της Ιεράς Εξέτασης και της «Civitas Dei», τα οποία αφορούν άλλωστε την δυτική παπική εκκλησία, ας τον ψάξουν στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Σε αυτούς, και συγκεκριμένα στον Πλάτωνα βρίσκεται η απαρχή της «Ιεράς Εξέτασης».

27b ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ

Να η απόδειξη (Πλάτωνος, Νόμοι, 10, 907e, 910c): «Άν όμως κάποιος ασεβής θα δείξει ανυπακοή στους νόμους, θα εφαρμόζεται ο εξής νόμος σχετικά με την ασέβεια: όποιος αντιληφθεί λόγια ή πράξεις ασεβείς, πρέπει να αντιδράσει αμέσως καταγγέλλοντας στους άρχοντες τον ένοχο, οι οποίοι θα τον οδηγήσουν στο αρμόδιο για τέτοιες υποθέσεις δικαστήριο. Αν ο άρχοντας που θα πληροφορηθεί το γεγονός δεν εκτελέσει το καθήκον του, θα διώκεται ο ίδιος για ασέβεια από οποιονδήποτε πολίτη, που θέλει να υπερασπιστεί τους νόμους. Αν κάποιος καταδικαστεί, το δικαστήριο θα ορίσει διαφορετική ποινή για κάθε αδίκημα, επιβάλλοντας φυλάκιση για όλες τις περιπτώσεις. Από τις τρεις φυλακές της πόλης (...) η δεύτερη [θα βρίσκεται] στο μέρος όπου συγκεντρώνεται το Νυκτερινό Συμβούλιο, θα ονομάζεται Σωφρονιστήριο. Η τρίτη, (..) σε μέρος όσο το δυνατό πιο μοναχικό και άγριο, θα έχει όνομα που θα δείχνει ότι σκοπός της είναι η τιμωρία. Όπως περιγράψαμε ήδη, υπάρχουν τρεις περιπτώσεις ασέβειας από τις οποίες η καθεμιά δικαιρείται σε δύο. Κατά συνέπεια έχουμε έξι κατηγορίες αδικημάτων κατά των θεών, των οποίων η τιμωρία πρέπει να ποικίλλει σε είδος και βαθμό. (...) Αυτό το είδος αθέων διαιρείται σε πολλές κατηγορίες αλλά η νομοθεσία αξίζει να ασχοληθεί μόνο με τις δύο που αναφέραμε. Η μια πρέπει να τιμωρείται με θάνατο όχι μόνο μια ή δυο φορές, αλλά πολύ περισσότερες, ενώ στην άλλη χρειάζονται συμβουλές και φυλάκιση. (...) Ο δικαστής πρέπει να κλείσει στο Σωφρονιστήριο για πέντε χρόνια τουλάχιστον, σύμφωνα με το νόμο, όσους έπεσαν θύματα της ανοησίας τους χωρίς να έχουν κακό χαρακτήρα ή διάθεση. Στο διάστημα αυτό δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή μαζί τους κανένας πολίτης εκτός απ' τα μέλη του Νυκτερινού Συμβουλίου, που θα τους επισκέπτονται και θα τους συμβουλεύουν πώς θα μπορέσουν να σώσουν την ψυχή τους. Όταν τελειώσει ο χρόνος της ποινής τους θα βγαίνουν απ' τη φυλακή και όποιοι δείχνουν ότι συνετίστηκαν θα ζουν μαζί με τους άλλους πολίτες. Αν όμως εξακολουθούν να είναι αμετανόητοι, η ποινή θα είναι θάνατος για όσους καταδικαστούν ξανά για το ίδιο αδίκημα. (....) Ο νόμος , ίδιος για όλους, θα είναι ο εξής: κανείς δεν επιτρέπεται να έχει ιδιωτικά ιερά στο σπίτι του. (...) αν αποδειχθεί ότι κάποιος, άνδρας ή γυναίκα, εκτελεί λατρεία σε άλλα ιερά εκτός απ' τα δημόσια, έστω κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα μεγάλο ανόσιο έργο, αυτός που θα τον αντιληφθεί πρέπει να τον καταγγείλει στους νομοφύλακες, οι οποίοι θα τον διατάξουν να μεταφέρει τα ιδιωτικά ιερά στους δημόσιους ναούς. (...) Αν όμως αποδειχτεί ένοχος όχι για κάποια παιδιάστικη ιδιοτροπία αλλά για σοβαρή παρεκτροπή ενηλίκου ατόμου, που ιδρύει ιδιωτικά ιερά ή θυσιάζει μέσα σε δημόσιους ναούς σε θεούς, που δεν ανήκουν στους αναγνωρισμένους από την πόλη, θα τιμωρείται με θάνατο για ασέβεια (...)».

Χαφιεδισμός...σωτηρία της ψυχής...Νυχτερινό Συμβούλιο...όλα τα καλά της ελληνικότητας! «Ελληνικό είναι το αρχαιοελληνικό», όπως λένε οι αρχαιολάτρες, ή «ελληνικό είναι το αληθινό», όπως λέει ο Σολωμός; Διαλέγετε και παίρνετε. Όπως βλέπουμε, η καταγωγή της Ιεράς Εξέτασης, της μεθοδικής, επιστημονικής εξέτασης, είναι η Αρχαία Ελλάδα.

«Μα δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός στην αρχαιότητα», θα αντιπούν. Τους ρωτάμε: αυτοί δεν είναι θαυμαστές του Πλατωνισμού; Αν είναι, ας αιτιολογήσουν τέτοια κείμενα. Κι ακόμη κι αν δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός, εφαρμόστηκαν ωστόσο έμπρακτα διώξεις από αρχαιοελληνικές πόλεις κατά των φιλοσόφων λόγω της θρησκευτικής τους άποψης, τόσο πριν όσο και μετά τον Πλάτωνα. Κι αν δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός (Λόγω ατυχίας του Πλάτωνα, που νόμιζε ότι στο πρόσωπο του τυράννου Διόνυσου των Συρακουσών βρήκε τον ιδανικό βασιλιά-φιλόσοφο να υλοποιήσει την Πολιτεία του. Όχι μόνο προσπάθησε δύο φορές να την υλοποιήσει, αλλά απέτυχε παταγωδώς και διώχτηκε από τη Σικελία), οι Αθηναίοι, με νόμο του μάντη Διοπείθη, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα είχαν κάνει νόμο του κράτους την δίωξη όσων αμφισβητούσαν την επίσημη κρατική θρησκεία. Με βάση αυτόν τον νόμο και όχι μόνο αυτόν, διώχθηκαν οι φιλόσοφοι. Αυτό δεν συνιστά την απαρχή της θεσμοθετημένης από το Κράτος Ιεράς Εξέτασης;

Άλλωστε, ο Πλάτωνας είχε δοκιμάσει να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου, αλλά δεν προχώρησε πολύ, όχι διότι άλλαξε μυαλά και παράτησε τη νοοτροπία του αρχαιοέλληνα Ιεροεξεταστή, αλλά επειδή τον έπεισαν ότι όσα και να κάψει, ήδη τα κατείχαν ήδη πάρα πολλοί (Διογένης Λαέρτιος, IX, 40: «Πλάτωνα θελῆσαι συμφλέξαι τὰ Δημοκρίτου συγγράμματα, ὁπόσα ἐδυνήθη συναγαγεῖν, Ἀμύκλαν δὲ καὶ Κλεινίαντοὺς Πυθαγορικοὺς κωλῦσαι αὐτόν, ὡς οὐδὲν ὄφελος· παρὰ πολλοῖς γὰρ εἶναι ἤδη τὰ βιβλία»). «Ο σκοπός του ναζιστικού κόμματος της Γερμανίας, όπως περιγραφόταν στο επίσημο πρόγραμμά του, ήταν να δημιουργήσει "φύλακες, όπως ακριβώς τους είχε οραματιστεί ο Πλάτων"» (W.K.C. Guthrie, Οι σοφιστές, ΜΙΕΤ, σ. 24).

Άλλοι θα ισχυριστούν ότι οι αρχαίοι Έλληνες «δεν απήγγειλαν κατηγορία κατά της αρνησιθεΐας, αλλά για διατάραξη θείας λατρείας ή θρησκευτική παρενόχληση» (Fritz Mauthner, Ο αθεϊσμός στην αρχαιότητα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 84). Μεγάλο λάθος. Ο Αναξαγόρας δεν κατηγορήθηκε ούτε εξορίστηκε, επειδή παρενόχλησε κανέναν θρησκευτή ή επειδή διετάραξε την θεία λατρεία, αλλά επειδή αρνήθηκε την θεϊκότητα του «θεού Ήλιου». Ο Πρωταγόρας δεν κατηγορήθηκε ούτε εξορίστηκε, επειδή με τις πράξεις ή τα γραπτά του χλεύαζε τη λατρεία, αλλά επειδή αμφέβαλλε για την ύπαρξη των «θεών». Οι Επικούρειοι δεν βασανίστηκαν, επειδή παρενοχλούσαν τις τελετές, αλλά επειδή δεν πίστευαν και επειδή είχαν το «θράσσος» να αμφισβητήσουν τη θεία φύση και τις ιδιότητες των «θεών». Ο Αριστοτέλης, επειδή αμφέβαλλε για την αποτελεσματικότητα της προσευχής στους «θεούς». Μεγάλο ψέμμα, λοιπόν, αποτελεί ο ισχυρισμός ότι οι αρχαίοι δεν δίωκαν την απιστία, αλλά απλώς την διατάραξη της λατρείας. Εκτός κι αν ισχυριστεί κανείς ότι η αμφιβολία των φιλοσόφων συνιστούσε διατάραξη θείας λατρείας ή θρησκευτική παρενόχληση!

Πρέπει να τονίσουμε ότι διόλου δεν ισχυριζόμαστε πως ολόκληρη η Αρχαιότητα ήταν έτσι, δηλαδή θεοκρατική και με Ιερά Εξέταση˙ αυτό που ισχυριζόμαστε είναι ότι, αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζονται οι αρχαιόπληκτοι μισόχριστοι, τέτοια φαινόμενα ουδόλως ήταν άγνωστα ή μεμονωμένα στην Αρχαία Ελλάδα.

Πηγή: Ενάντια στην αρχαιοπληξία

Αναζητηση

Αναγνωστες