Είσαι σκεύος πλασμένο από τον Θεό. Δόξασε λοιπόν Εκείνον που σε έφτιαξε.

(Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Μὴ σπαταλᾶς τὸ χρόνο ποὺ μᾶς δόθηκε γιὰ μετάνοια.


Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ

Ὁ Χριστιανὸς θὰ πρέπει νὰ θυμᾶται κάθε μέρα καὶ πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσει ἀργὰ ἢ γρήγορα τὸ θάνατο. Ἀκόμη σὲ κάποιο στάδιο τῆς πνευματικῆς ἀνόδου του θὰ πρέπει νὰ ἀποκτήσει ἀδιάλειπτη μνήμη θανάτου.

Ὁ νοῦς μας ἔχει τόσο πολὺ ἀμαυρωθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση, ὥστε ἂν δὲν βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο, μπορεῖ ἐντελῶς νὰ τὸν ξεχάσει. Ὅταν δὲ ξεχάσουμε τὸ θάνατο, τότε ἀρχίζουμε νὰ ζοῦμε στὴ γῆ σὰν νὰ εἴμαστε ἀθάνατοι καὶ ξοδεύουμε ὅλη μας τὴν ἐνεργητικότητα στὸν κόσμο, χωρὶς καθόλου νὰ ἀπασχολεῖ τὸν ἑαυτό μας οὔτε ἡ φοβερὴ μεταβάση στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ τύχη μας στὴν αἰωνιότητα. Τότε χωρὶς ντροπή, πεισματικά, καταπατοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Τότε διαπράττουμε τὶς χειρότερες ἁμαρτίες καὶ ἐγκαταλείπουμε ὄχι μόνο τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ἀλλὰ καὶ τὶς τακτὲς προσευχές. Ἀρχίζουμε μάλιστα νὰ περιφρονοῦμε αὐτὴ τὴν ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητη ἐργασία σὰν νὰ ἦταν μία δραστηριότητα μικρῆς σημασίας ποὺ δὲν πολυχρειάζεται. Ξεχνώντας τὸ φυσικὸ θάνατο, πεθαίνουμε ἕνα πνευματικὸ θάνατο.
 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, αὐτὸς ποὺ θυμᾶται συχνὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ἀνασταίνεται ἐκ νεκρῶν ψυχικά. Ζεῖ στὴ γῆ σὰν ἕνας ξένος σ’ ἕνα πανδοχεῖο ἢ σὰν φυλακισμένος στὸ κελλί του, ποὺ συνεχῶς περιμένει τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν φωνάξουν γιὰ δίκη ἢ ἐκτέλεση. Μπροστὰ στὰ μάτια του οἱ πόρτες τῆς αἰωνιότητας εἶναι πάντα ἀνοικτές. Συνεχῶς κοιτάζει σ’ ἐκείνη τὴν κατεύθυνση μὲ πνευματικὴ ἀνησυχία καὶ σκέψη. Εἶναι ἀδιάκοπα ἀπασχολημένος μὲ τὸ νὰ σκέφτεται τί θὰ τὸν δικαιώσει μπροστὰ στὴ φοβερὴ κρίση τοῦ Χριστοῦ καὶ ποιά θὰ εἶναι τότε ἡ καταδικαστικὴ γι’ αὐτὸν ἀπόφαση. Αὐτὴ ἡ καταδίκη θὰ ἀποφασίσει τὴν τύχη ἑνὸς προσώπου γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα.
 
Καμιὰ γήινη ὀμορφιά, καμιὰ γήινη ἀπόλαυση δὲν ἀποσπᾶ τὴν προσοχὴ ἢ τὴν ἀγάπη του· δὲν κατακρίνει κανένα, διότι θυμᾶται πὼς στὴν τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ μία τέτοια κρίση θὰ μεταβιβαστεῖ πάνω του. Συγχωρεῖ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα, οὕτως ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ πάρει συγχώρεση καὶ νὰ κληρονομήσει σωτηρία. Εἶναι μ’ ὅλους ταπεινὸς καὶ μ’ ὅλους εὐσπλαχνικός, οὕτως ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ ἐλεηθεῖ καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτός. Καλωσορίζει καὶ ἀγκαλιάζει μὲ χαρὰ κάθε ἀνησυχία, σὰν ἐπίγειο ἀντίτιμο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ποὺ τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ πληρώσει στὴν αἰωνιότητα.
 
Ἂν τοῦ ἔλθει ἡ σκέψη νὰ εἶναι περήφανος γιὰ τὴν ἀρετή του, ἡ μνήμη θανάτου ἔρχεται ἀμέσως ἐνάντια σ’ αὐτὴ τὴ σκέψη του, ντροπιάζει καὶ ξεσκεπάζει τὴν ἀνοησία καὶ διώχνει τὴ σκέψη αὐτὴ μακρυά. Τί σημασία μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ἀρετή μας στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ; Τί ἀξία μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ ἀρετή μας στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, στὰ ὁποῖα ἀκόμη καὶ ὁ οὐρανὸς φαίνεται μολυσμένος; Θὰ πρέπει νὰ θυμίζεις καὶ νὰ ξαναθυμίζεις τὸν ἑαυτό σου: «Θὰ πεθάνω, θὰ πεθάνω σίγουρα! Οἱ γονεῖς μου καὶ οἱ πρόγονοί μου πέθαναν. Κανένα ἀνθρώπινο ὂν δὲν ἔμεινε γιὰ πάντα πάνω στὴ γῆ. Καὶ ἡ μοῖρα ποὺ νίκησε τοὺς πάντες μὲ περιμένει καὶ μένα!».
 
Μὴ σπαταλᾶς τὸ χρόνο, ποὺ μᾶς δόθηκε γιὰ μετάνοια. Μὴ στρέφεις τὰ μάτια σου πάνω στὴ γῆ, στὴν ὁποία εἶσαι ἕνας προσωρινὸς ἠθοποιός, πάνω στὴν ὁποία εἶσαι ἐξόριστος, πάνω στὴν ὁποία, μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, σοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἀλλάξεις τὸν κακὸ ἑαυτό σου καὶ νὰ προσφέρεις μετάνοια γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς αἰωνίας φυλακίσεως καὶ βασάνων τῆς κολάσεως. Χρησιμοποίησε τὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα τῆς ἀποδημίας σου στὴ γῆ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσεις ἕνα εἰρηνικὸ λιμάνι, ἕνα εὐλογημένο καταφύγιο στὴν αἰωνιότητα. Νὰ ἱκετεύεις γιὰ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ μὲ τὸ νὰ μὴν προσκολλᾶσαι σὲ κανένα προσωρινὸ ἀγαθό, μὲ τὸ νὰ ἀπαρνεῖσαι κάθε τι τὸ σαρκικὸ καὶ «φυσικὸ» στὰ πλαίσια τῆς πεπτωκυΐας φύσεως μας.
 
Νὰ δεηθεῖς μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ διέπραξες. Μὲ τὶς εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες στὸν Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς δοκιμασίες, ποὺ στάλησαν σὲ σένα. Μὲ τὶς πολλὲς προσευχὲς καὶ τὴν ψαλμωδία, νὰ κάνεις δέηση μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ συνδύασέ την μὲ τὴ μνήμη θανάτου.
 
Αὐτὲς οἱ δύο δραστηριότητες, ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἡ μνήμη θανάτου – εὔκολα ἑνώνονται σὲ μία. Ἀπὸ τὴν προσευχὴ προέρχεται μία ζωηρὴ θύμηση τοῦ θανάτου, σὰν νὰ ἦταν μία πρόγευσή της καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρόγευση τοῦ θανάτου ἡ ἴδια ἡ προσευχὴ ἐνδυναμώνεται πιὸ πολύ. Εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ ἕνα Χριστιανὸ νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο. Αὐτὴ ἡ μνήμη εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή.
 
Προστατεύει τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ τὴ διαφθορὰ μὲ τὴν αὐτοπεποίθηση ποὺ μπορεῖ νὰ δημιουργηθεῖ στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα. Εἶναι μεγάλη καταστροφὴ γιὰ τὴν ψυχὴ νὰ θέτει ὁποιαδήποτε ἀξία στὶς δικές του προσπάθειες ἢ ἀγῶνες καὶ νὰ τὸ κοιτάζει σὰν κάτι ἀξιέπαινο στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Παραδέξου ὅτι ἀξίζεις ὅλες τὶς τιμωρίες πάνω στὴ γῆ καθὼς καὶ τὶς αἰώνιες. Μία τέτοια ἐκτίμηση τοῦ ἑαυτοῦ σου θὰ εἶναι ἡ πιὸ πραγματική, ἢ πιὸ ὠφέλιμη γιὰ τὴν ψυχή σου καὶ ἡ πιὸ εὐχάριστη στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Συχνὰ νὰ ἀπαριθμεῖς τὶς αἰώνιες κακουχίες ποὺ περιμένουν τοὺς ἁμαρτωλούς...
 
Θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσεις πὼς εἶσαι καταδικασμένος στὴν κόλαση γιὰ αἰώνια βάσανα καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση θὰ γεννηθοῦν στὴν καρδία σου τόσο ἀκαταμάχητες καὶ ἰσχυρὲς κραυγὲς προσευχῆς ποὺ σίγουρα θὰ κάμψουν τὸ Θεὸ καὶ θὰ σὲ ἐλεήσει καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσει στὸν παράδεισο παρὰ στὴν κόλαση.
 
Ἐσεῖς ποὺ θεωρεῖτε τοὺς ἑαυτούς σας νὰ ἀξίζουν ἐπίγειες καὶ οὐράνιες ἀνταμοιβές· γιὰ σένα ἡ κολάσῃ εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνη παρὰ σὲ στυγεροὺς ἁμαρτωλούς, διότι τὸ χειρότερο ἁμάρτημα ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ αὐτοπεποίθηση, ἡ μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Αὐτὴ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀόρατη στὰ θνητά μας μάτια ποὺ εἶναι συχνὰ σκεπασμένα μ’ ἕνα προσωπεῖο ταπεινώσεως.
 
Ἡ θύμηση καὶ ὁ διαλογισμὸς τοῦ θανάτου ἐξασκεῖτο ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Πατέρες. Στὸ βίο τοῦ Μεγάλου Παχωμίου βλέπουμε ὅτι «συνεχῶς διατηροῦσε μέσα του τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μνήμη τῶν αἰωνίων βασάνων καὶ ἀτελευτήτων πόνων ποὺ δὲν ἔχουν τέλος -δηλαδὴ μὲ τὴ μνήμη τῆς ἀτελεύτητης φωτιᾶς καὶ τοῦ αἰωνίου σκουληκιοῦ. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ Παχώμιος προφύλαγε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ προχωροῦσε πρὸς τὸ καλό.
 
Πηγή: paterikiparadosi.blogspot.gr

Ο Σταυρός Του Χριστού και του ανθρώπου.

http://1.bp.blogspot.com/-1mipknrbrxk/TV2gmu9AEaI/AAAAAAAABf8/b6jCx1udXos/s1600/ST+BRIATSIANINOF.bmp
 
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ.

Ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές Του: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ’ 24). Τί σημαίνει «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου»; Καί γιατί αὐτός «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», δηλαδή ὁ ἰδιαίτερος σταυρός τοῦ καθενός μας, ὀνομάζεται συνάμα καί «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ»;
 
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς γήινης ζωῆς, πού γιά τόν καθένα μας εἶναι δικά του. «Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί ἄλλα εὐλαβῆ κατορθώματα, μέ τά ὁποῖα ταπεινώνεται ἡ σάρκα καί ὑποτάσσεται στό πνεῦμα. Τά κατορθώματα αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τοῦ καθενός καί στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι δικά του.
 
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι τά ἁμαρτωλά ἀσθενήματα, ἤ πάθη, πού –στόν κάθε ἄνθρωπο– εἶναι δικά του! Μέ ἄλλα ἀπ᾽ αὐτά τά πάθη γεννιόμαστε καί μ᾽ ἄλλα μολυνόμαστε στήν πορεία τοῦ γήινου βίου μας.
«Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Μάταιος καί ἄκαρπος εἶναι «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» –ὅσο βαρύς καί ἄν εἶναι– ἐάν δέν μεταμορφωθεῖ σέ «Σταυρό τοῦ Χριστοῦ» μέ τό ν᾽ ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.
 
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ γίνεται «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ εἶναι στερρά πεπεισμένος, ὅτι πάνω ἀπ᾽ αὐτόν (τόν μαθητή) ἀγρυπνάει ἀκοίμητος ὁ Χριστός. Πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά τοῦ ἔρθουν θλίψεις σάν μιά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Καμιά θλίψη δέν θά τόν πλησίαζε, ἄν δέν τό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Χριστός, καί ὅτι μέ τίς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, ὁ Χριστιανός γίνεται οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καί καθίσταται κοινωνός τῆς μοίρας Του στή γῆ καί – γιά τόν λόγο αὐτό – καί στόν οὐρανό.
 
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» γίνεται γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ ἀληθινός μαθητής Του σέβεται καί θεωρεῖ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ σάν τόν μόνο σκοπό τῆς ζωῆς του. Αὐτές οἱ πανίερες ἐντολές γίνονται γι᾽ αὐτόν σταυρός, πάνω στόν ὁποῖο συνεχῶς σταυρώνει τόν παλαιό του ἄνθρωπο «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» του (Γαλ. ε’ 24).
 
Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι φανερό γιατί, γιά νά λάβουμε τόν σταυρό μας, εἶναι ἀνάγκη ν᾽ ἀπαρνηθοῦμε προηγουμένως τόν ἑαυτό μας μέχρι καί ν᾽ ἀπολέσουμε ἀκόμα καί τή ζωή μας. Τόσο βαθιά καί τόσο πολύ ἔχει συνηθίσει στήν ἁμαρτία καί οἰκειώθηκε σ᾽ αὐτήν ἡ πεσμένη στήν ἁμαρτία φύση μας, πού ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν παύει νά ἀποκαλεῖ αὐτή τή φύση ψυχή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
 
Γιά νά δεχτοῦμε τόν σταυρό στούς ὤμους μας, πρέπει πρῶτα νά πάψουμε νά ἱκανοποιοῦμε τό σῶμα στίς ἰδιότροπές του ἐπιθυμίες παρέχοντάς του μονάχα ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιά τήν ὕπαρξή του. Πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ ἀλήθειά μας εἶναι ἕνα σκληρότατο ψέμα μπροστά στόν Θεό καί ἡ λογική μας εἶναι μιά τέλεια ἀνοησία. Τέλος: ἀφοῦ παραδοθοῦμε στόν Θεό μ᾽ ὅλη τή δύναμη τῆς πίστης μας καί ριχτοῦμε στή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νά ἀπαρνηθοῦμε τό δικό μας θέλημα.
 
Ὅποιος πραγμάτωσε μιά τέτοια ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἱκανός νά λάβει τόν σταυρό του. Αὐτός μέ ὑπακοή καί ὑποταγή στόν Θεό καί ἐπικαλούμενος τή βοήθειά Του γιά νά ἐνισχυθεῖ ἔναντι τῆς ἀδυναμίας του, ἀτενίζει δίχως φόβο καί ἀμηχανία τή θλίψι πού προσεγγίζει. Ὅποιος ἀπαρνήθηκε τόν ἑαυτό του προετοιμάζεται μεγαλόψυχα καί γενναῖα νά τήν ὑπομείνει, ἐλπίζει ὅτι μέσω αὐτῆς τῆς θλίψεως θά γίνει κοινωνός καί συμμέτοχος τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ καί φτάνει τή μυστική ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά του, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν πράξη, τήν ἴδια τή ζωή του.
 
Ὁ σταυρός εἶναι καί παραμένει βαρύς καί καταθλιπτικός, ἐνόσω παραμένει ὁ σταυρός μας. Ὅταν ὅμως μεταμορφωθεῖ σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, τότε γίνεται ἀσυνήθιστα ἐλαφρός. «Ὁ ζυγός μου», εἶπε ὁ Κύριος, «χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια’ 30).
 
Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τόν σταυρό στούς ὤμους του, ὅταν παραδέχεται πώς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων πού ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ καταπέμπει. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ τότε φέρει καί ὑπομένει τόν σταυρό του σωστά, ὅταν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ θλίψεις πού τοῦ στάλθηκαν εἶναι ἀκριβῶς -αὐτές καί ὄχι ἄλλες- εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ἐν Χριστῷ μόρφωσή του καί τή σωτηρία του. Τότε φέρουμε καρτερικά τόν σταυρό μας, ὅταν ἀληθινά ἀντιλαμβανόμαστε καί ἀνα γνωρίζουμε τό ἁμάρτημά μας. Σ᾽ αὐτή τή συναίσθηση τοῦ ἁμαρτήματός μας δέν ὑπάρχει καμιά αὐταπάτη. Ὡστόσο, ὅποιος παραδέχεται τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό καί ταυτόχρονα γογγύζει καί μοιρολογάει ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ του, ἀποδεικνύει μ᾽ αὐτό ὅτι μέ τό νά παραδέχεται τήν ἁμαρτία του ἐπιφανειακά, κολακεύει μονάχα τόν ἑαυτόν του καί τόν ξεγελᾶ.
 
Τό νά ὑπομένουμε καρτερικά τόν σταυρό μας ἀποτελεῖ ἀληθινή μετάνοια. Ἐσύ, ἀδελφέ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, ἐξομολογήσου στόν Κύριο μέσα στή δικαιοσύνη καί τή χρηστότητα τῶν κριμάτων Του. Μέ τήν αὐτοκατάκριση δικαίωσε τήν κρίση τοῦ Θεοῦ καί θά λάβεις ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.
 
Ἐσύ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, γνώρισε τόν Χριστό – καί θά σοῦ ἀνοιχτεῖ ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τόν σταυρό σου δοξολόγησε τόν Κύριο, ἀποκρούοντας ἀπό τόν ἑαυτό σου κάθε λογισμό μεμψιμοιρίας καί γογγυσμοῦ, ἀπορρίπτοντάς τον σάν ἔγκλημα καί σάν βλασφημία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν κορυφή τοῦ σταυροῦ σου εὐχαρίστησε τόν Κύριο γιά τήν ἀνεκτίμητη δωρεά – γιά τόν σταυρό σου. Εὐχαρίστησε γιά τό πολύτιμο προνόμιό σου, τό προνόμιο νά μιμεῖσαι τόν Χριστό μέ τά βάσανα καί τό μαρτύριό σου.
 
Ἀπό τό σταυρό, ὅπου εἶσαι σταυρωμένος, θεολόγησε, γιατί ὁ σταυρός εἶναι τό ἀληθινό καί μόνο σχολεῖο, φυλακτήριο καί ἁγία τράπεζα τῆς ἀληθινῆς Θεολογίας.
 
Ἔξω ἀπό τόν σταυρό, δίχως τόν σταυρό, δέν ὑπάρχει ζῶσα γνώση Χριστοῦ. Μή ἀναζητᾶς τή Χριστιανική τελείωση στίς ἀνθρώπινες ἀρετές. Ἐκεῖ δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ τελείωση. Αὐτή εἶναι κρυμμένη στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου μετατρέπεται σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φέρει τόν σταυρό του μέ ἐνεργό τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη κολασμοῦ.
 
Φέρνει κανείς τό σταυρό του, ὅταν σηκώνει τόν σταυρό του μέ εὐχαριστία πρός τόν Χριστό καί μέ δοξολόγησή Του. Σάν ἀποτέλεσμα αὐ ῆς τῆς δοξολογίας καί εὐχαριστίας μέσα στόν βασανισμένο ἄνθρωπο ἐμφανίζεται ἡ πνευματική παρηγοριά. Ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία αὐτή γίνονται πλουσιώτατη πηγή ἀσύλληπτης καί αἰώνιας χαρᾶς, πού ξεπηδάει μέ χάρη ἀπό τήν καρδιά, ξεχύνεται στήν ψυχή καί στό ἴδιο τό σῶμα.
 
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μονάχα στήν ἐξωτερική του ὄψη, γιά τούς σαρκικούς ὀφθαλμούς, εἶναι πεδίο καί χῶρος σκληρός καί δύσκολος. Γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ, πού Τόν ἀκολουθεῖ, ὁ σταυρός εἶναι πεδίο καί χῶρος ὑψίστης πνευματικῆς ἡδονῆς καί ἀπολαύσεως. Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτή ἡ ἡδονή καί ἀπόλαυση, ὥστε ἡ θλίψη πνίγεται καί σβήνει ὁλότελα ἀπό τήν ἀπόλαυση. Καί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού τόν ἀκολουθεῖ, αἰσθάνεται μονάχα ἡδονή τήν ὥρα πού βρίσκεται ἀνά μεσα στά πιό σκληρά βάσανα. Ἔλεγε ἡ νεαρή Μαύρα στόν νεαρό σύζυγό της Τιμόθεο, ὁ ὁποῖος ὑπέμενε φοβερά βασανιστήρια καί πόνους καί τήν καλοῦσε νά δεχτεῖ καί ἐκείνη τό μαρτύριο: «Φοβοῦμαι, ἀδελφέ μου, μήπως τρομάξω, ὅταν θά δῶ τά φοβερά βασανιστήρια καί τόν ἐξοργισμένο ἡγεμόνα, μήπως ἀποκάμω σέ καρτερία καί ὑποκύψω ἐξαιτίας τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας». Ὁ μάρτυρας Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε τότε: «Ἔλπιζε στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί τά βασανιστήρια θά εἶναι γιά σένα λάδι, πού ξεχύνεται ἀπάνω στό σῶμα σου καί πνεῦμα δρόσου στά κόκκαλά σου, πού θά ἀνακουφίζει ὅλες σου τίς ἀσθένειες».
 
Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ ἰσχύς καί ἡ δόξα ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Ἁγίων. Ὁ Σταυρός εἶναι ἰατήρας τῶν παθῶν, ἐξολοθρευτής τῶν δαιμόνων. Θανάσιμος εἶναι ὁ σταυρός γιά ἐκείνους, πού τόν σταυρό τους δέν τόν μεταμόρφωσαν σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού ἀπό τόν σταυρό τους γογγύζουν κατά τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Σταυρός εἶναι γιά ἐκείνους πού τόν μέμφονται καί τόν βλασφημοῦν καί παραδίδονται στήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση.
 
Οἱ ἁμαρτωλοί, πού δέν ἐξομολογοῦνται καί δέν μετανοοῦν, πεθαίνουν πάνω στόν σταυρό τους μέ θάνατο αἰώνιο. Μέ τό νά μήν ὑπομένουν καρτερικά ἀποστεροῦνται τήν ἀληθινή ζωή, τή ζωή μέσα στόν Θεό. Τούς ἀποκαθηλώνουν ἀπό τόν σταυρό τους, γιά νά κατέβουν σάν ψυχές στόν αἰώνιο τάφο.
 
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει ἀπό τή γῆ τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ πού ‘ναι σταυρωμένος ἀπάνω του. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού ‘ναι σταυρωμένος πάνω στό σταυρό του, φρονεῖ τά ἄνω, μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά του ζεῖ στόν οὐρανό καί καθορᾶ τά μυστήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», εἶπε ὁ Κύριος, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».
 
Πηγή: paterikiparadosi.blogspot.gr

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Τί σημαίνουν τα ονόματα Μαρία, Θεοτόκος, Παναγία.

http://www.rel.gr/photo/albums/userpics/10039/PANSERAFIMOVA.jpg
 
Μαρία: Ασφαλώς δεν είναι γνωστό σε πολύ κόσμο το τι σημαίνει το όνομα Μαρία, και το οποίο είναι το καθ’ αυτό όνομα που της δόθηκε αρχικά, και που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη και δεν της δόθηκε τυχαία. «Το πανσεβάσμιον και κεχαριτωμένον όνομα της Μαρίας προσφυέστατα και αρμοδιώτατα εδόθη εις την αειπάρθενον Θεοτόκον κατά πρόγνωση και βουλή Θεού, παρά του οποίου ήταν ωρισμένη να γίνη Μητέρα Αυτού.
 
Σημαίνει δε το όνομα Μαρία: Παντοδυναμία, τουτέστιν εκείνη η οποία ήνωσε τα δύο άκρα αντικείμενα Θεό και άνθρωπο. Ακόμη σημαίνει Σοφία, η οποία βρήκε τον τρόπο δια να ενώση δύο φύσεις σε μια υπόσταση, χωρίς να συγχύση τα ιδιώματα των φύσεων. Και τρίτον σημαίνει Αγαθότης, ήτοι χάρις, η οποία εθεοποίησε την ανθρώπινη φύση και ανεβίβασε αυτή υπεράνω των ουρανίων δυνάμεων. Αυτά τα τρία περιέχει το όνομα Μαρία. Δόθηκε διότι έμελλε να υπηρετήσει το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας. …» Το όνομα Μαρία παράγεται από το εβραϊκό Αϊός το οποίο δηλοί Κύριος και ερμηνεύεται Κυρία διότι, ως Μήτηρ Θεού κυριεύει και εξουσιάζει ουράνια και επίγεια κτίσματα. Έχει δε την κυριότητα της δυνάμεως επειδή το θεμέλιο της κυριότητος είναι η δύναμις».
 
(Αγ. Νικοδήμου Αγιορείτου, στην ερμηνεία της ενάτης ωδής της Παρθένου).
 
Θεοτόκος: Το καθ’ εξοχήν θεολογικό όνομα της Μητέρας του Θεού είναι Θεοτόκος. Δι αυτό έγινε λόγος σ’ όσα αναφέρθηκαν. Εδώ χρονολογικά πότε δόθηκε αυτό στη Μητέρα του φωτός. «Θεοτόκον ωνόμασαν την Παρθένον Πατέρες προ της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου. Στη δε Σύνοδο αυτή εδιωρίσθη το πρώτον να καλείται Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία. Ακόμη η Σύνοδος αύτη την γλυκυτάτην ταύτην της Παρθένου προσηγορίαν επικυρώσασα, ως όρον δογματικόν εις πάσαν την οικουμένην παρέδωσε. Πρώτος γαρ ο Ωριγένης Θεοτόκον την Παρθένον εκάλεσε… Ο δε Αλεξανδρείας Κύριλλος, γράφων προς Νεστόριον λέγει, ότι και ο Μέγας Αθανάσιος Θεοτόκον αυτήν και ωνόμασε και ωμολόγει». (Πηδάλιον Εκκλησίας σ. 168)
 
Παναγία: Το προσφιλέστατο όνομα της Παναχράντου Δέσποινας είναι χωρίς άλλο το «Παναγία». Πότε ιστορικά έλαβε αυτή την προσωνιμία η Παρθένος; «Αποδίδεται εις την Θεοτόκον και σταθεροποιείται δι αυτήν η προσωνυμία «Παναγία». Ταύτην γνωρίζει ως επικρατούσαν πλέον κατά τον Ε’ αιώνα ο Βασίλειος Σελευκείας (P.G. 85 425). Βραδύτερον κατά τον Ζ’ αιώνα, ο Ανδρέας Κρήτης αποκαλεί επιμόνως την Άχραντον «αγιωτέραν των αγίων» (P.G. 97 2108). Το όνομα πλέον Παναγία υπερίσχυσε, ταυτίστηκε με την ιερά μορφή και προσωπικότητά της. Το πόσο έχει το όνομα Παναγία επικρατήσει στο Χριστεπώνυμο πλήρωμα, φαίνεται κυρίως στις δυσκολίες της ζωής, και μάλιστα σε ξαφνικούς κινδύνους, όπου αυθόρμητα προέρχεται εκ των έσωθεν το όνομα «Παναγία μου».
 
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ούτε μάνα μου, ούτε, ούτε... όλα τότε δεν μετρούν, υποχωρούν. Πώς συμβαίνει αυτό σε μικρούς και μεγάλους; Μήπως οι πολέμιοι οι ολιγόπιστοι οι είρωνες της πίστεως μπορούν να μάς πουν πώς το όνομα της Παναγίας στις φουρτούνες της ζωής σε πολλούς ανθρώπους εκτοπίζει κάθε άλλο προσφιλές όνομα; Ασφαλώς η Παναγία δεν επέβαλε να την επικαλούνται, αυτό είναι θέμα επιλογής και αυθορμήτου ψυχικής ανάγκης των πιστών, που το αλάνθαστο ψυχικό τους κριτήριο, τους πληροφορεί, ότι απ’ Εκείνη, θα έλθει η δύναμη η βοήθεια. Αλλά γιατί; Διότι έχει όλη τη Χάρη του Θεού για παροχή βοηθείας σε ώρες κινδύνου που άλλες δυνάμεις, πρόσωπα, δεν δύναται να προσφέρουν. Διάχυτο πλέον τούτο ότι η θεία δύναμις παρέχεται μέσω της Παναγίας. Βέβαια, το πότε κανείς λαμβάνει και σ’ αυτές τις ώρες του κινδύνου είναι αστάθμητο. Έγινε λόγος γι’ αυτό.
 
Από το βιβλίο “Σαράντα Εικόνες της Παναγίας” Αρχιμ. Νεκταρίου Ζιόμπολα

Πηγή: hristospanagia3.blogspot.gr

Οπτασία ελεήμονος και ευλαβούς Χριστιανού!

Ένας παντρεμένος άνθρωπος που είχε παιδιά και δούλους και άφθονο πλούτο, ήταν πολύ ελεήμων και φιλόξενος. Μία νύκτα, αφού εδείπνησε, κοιμήθηκε και το πρωί τον εβρήκαν ξαπλωμένο στη γη, ψυχρό, αναίσθητο, σαν να ήταν πεθαμένος. Οι συγγενείς του τον εσήκωσαν, τον έβαλαν στο στρώμα, κάνοντάς του διάφορες γιατρειές και ζεσταίνοντάς τον για να αναζήση, αλλά μάταια εκοπίαζαν. Μετά από πολλές ημέρες ήλθε στον εαυτό του και ερωτήθηκε από τους συγγενείς του να τους ειπεί τί έπαθε και πού βρισκόταν τόσες ημέρες νεκρός. Εκείνος δεν αποκρινόταν, μόνο έκλαιγε απαρηγόρητα και ακατάπαυστα και, μέχρι του θανάτου του, δεν είπε τίποτε σε κανέναν. Όταν πλησίαζε το τέλος, εκάλεσε τον μεγαλύτερο γιο του και του είπε τα εξής μπροστά σε όλους:
 
«Αγαπητό μου παιδί... αυτή την τελευταία εντολή σου δίνω προστακτικά και σε διατάζω να την τηρής αυστηρά, όσο μπορείς. Να δίνεις ελεημοσύνη στους πτωχούς και να έχεις πολλή συμπάθεια στους ξένους και οδοιπόρους. Να τους περιποιείσαι στο σπίτι σου με πολλή αγάπη, να τους υπηρετής πρόθυμα και να τους δίνεις άφθονα, όσα χρειάζονται, καθώς είδες να κάνω και εγώ μέχρι τώρα. Διότι η φιλοξενία είναι η πιο ευπρόσδεκτη στον Θεό απ' όλες τις αρετές και όποιος την εκτελεί επιμελώς, για την αγάπη του Θεού, ευρίσκει πολύ μισθό στην ουράνια Βασιλεία Του.
 
Και για να παρακινηθήτε όλοι οι συγγενείς μου σ' αυτή την φιλόθεη πράξη της καλωσύνης και συμπαθείας προς τους ξένους και πτωχούς, την τελευταία αυτή ημέρα μου θα σας διηγηθώ την φοβερή οπτασία που είδα, όταν με ευρήκατε ωσάν αποθαμμένον προ ετών, κάτω στο πάτωμα του σπιτιού μας.
 
Γνωρίζετε ότι από την νεότητά μου είχα πολλή ευλάβεια στην Υπεραγία Θεοτόκο και κάθε ημέρα της εδιάβαζα εγκώμια και ευχές. Γι' αυτό μου τον πόθο και την αγάπη που είχα με όλη μου την ψυχή και την καρδιά, με αξίωσε ο Δεσπότης, με τις δικές της πρεσβείες, να απολαύσω πολλές δωρεές και χάριτες, μα προπαντός για τη συμπάθεια που είχα για τους πτωχούς και ξένους, καθώς εσείς το ξέρετε, υποδεχόμενος τον καθένα με αγάπη και παρέχοντας άφθονα, όλα τα χρειαζόμενα.
 
Την νύκτα εκείνη που είδα την οπτασία, άκουσα φωνή που εφώναξε με το όνομά μου λέγοντας: «Σήκω από το κρεβάτι και ακολούθησέ με». Όταν σηκώθηκα, μ' έπιασε βίαια εκείνος που με φώναξε από το χέρι και με ωδήγησε σ' ένα μεγάλο λειβάδι.
 
Τότε αυτός έγινε άφαντος και εγώ μόνος μου, μη ξέροντας τι να κάνω, άκουσα πίσω μου ξαφνικά φοβερές φωνές και ταραχές. Γυρίζοντας πίσω βλέπω ένα άπειρο πλήθος δαιμόνων και ήρχοντο κατεπάνω μου να με αρπάξουν ως θηρία ανήμερα. Εγώ, καθώς τους είδα, όσο μπορούσα έτρεχα με ασυγκράτητο φόβο έως ότου έφθασα σε ένα σπίτι και μπαίνοντας μέσα έκλεισα την πόρτα. Αλλά αυτοί την έσπασαν και μπήκαν μέσα να μ' αρπάξουν. Αλλά για να καταλάβεις καλλίτερα, άκουσε και αυτά. Είναι τώρα τρία χρόνια αφ' ότου επήρα ένα ξένο εδώ στο σπίτι μου, από το βράδυ της εορτής των Αγίων Πάντων για να τον φιλοξενήσω, κατά την συνήθειά μας.
 
Φθάνοντας στο σπίτι, ευρήκα και άλλον ξένο, που είχε κρατήσει η μητέρα σου, κατά το πρόσταγμά μου που της είχα δώσει, να υποδέχεται και φιλοξενή τον καθένα ως άγγελο Κυρίου και σε λίγο έφερε άλλον έναν και ο αδελφός σου. Τότε εγώ εδοκίμασα μεγάλη χαρά που αξιώθηκα να υποδεχθώ και φιλοξενήσω στο σπίτι μου αυτούς τους τρεις ξένους κατά τον τύπο της Παναγίας Τριάδος. Τους εφίλευσα πλουσιοπάροχα, όσο μου ήταν δυνατόν, κατά την συνήθειά μου.
 
Όταν λοιπόν, επανέρχομαι στην οπτασία, μπήκαν μέσα οι δαίμονες, άρχισα να φωνάζω στον Κύριο να μ' ελεήση με τις πρεσβείες της Παναχράντου Μητρός Του.
 
Τότε βλέπω τρεις ωραίους άνδρες και μου λέγουν: «Μη φοβάσαι διότι εμείς ήλθαμε να σε βοηθήσουμε». Αφού έδιωξαν τους δαίμονες μ' ερώτησαν, εάν τους ήξερα. Εγώ τους είπα: «Όχι, Κύριοί μου, δεν σας γνωρίζω». Οι δε αποκρίθηκαν: «Εμείς είμεθα εκείνοι οι τρεις ξένοι που εφίλευσες στο σπίτι σου με πλούσια και αβραμιαία καρδιά και μας έστειλε ο Κύριος προς βοήθειά σου, να σε ανταμείψουμε για την πολλή αγάπη που μας έδειξες, και να πού σε ελυτρώσαμε από τα χέρια των δαιμόνων». Αφού είπαν αυτά έγιναν άφαντοι.
 
Εγώ ευχαρίστησα τον Θεό και φοβούμενος να βγω έξω μήπως με πειράξουν πάλι, έμεινα λίγη ώρα μέσα στο σπίτι. Μετά από λίγο έκανα το σημείο του Σταυρού και βγήκα έχοντας την ελπίδα μου στον Κύριο. Αφού εβάδισα λίγο, είδα να τρέχουν πίσω μου οι δαίμονες λέγοντας τα εξής: ''Ας τρέξουμε τώρα να τον πιάσουμε μήπως και μας φύγη''. Εγώ φοβήθηκα και τρέχοντας περισσότερο, εφώναξα στην Θεοτόκο: «Παναγία Θεοτόκε, βοήθησέ με». Έτσι τρέχοντας έφθασα σ' ένα πύρινο ποτάμι, που ήταν γεμάτο φίδια και άλλα φοβερά θηρία του Άδου.
 
Το σώμα τους ήταν όλο χωμένο μέσα στις φλόγες και μόνο το στόμα τους είχαν έξω ανοιχτό, ωσάν να πεινούσαν και ήθελαν να με φάγουν. Οι δαίμονες που με κυνηγούσαν, με φώναζαν να πέσω μέσα στο ποτάμι ή θα με ρίξουν εκείνοι. Εγώ τότε εκοίταζα τριγύρω, εάν υπάρχη κάποια άλλη διέξοδος, οπότε και βλέπω ένα πολύ στενό γεφύρι ως μια σπιθαμή και τόσο ψηλό, ώστε μου φαινόταν πως έφτανε στον ουρανό. Μη ξέροντας τι να κάνω απ' αυτά τα τρία, δηλαδή να πέσω στο ποτάμι, όπου φοβόμουν την φωτιά και τους δράκοντες, να μείνω στην εξουσία των δαιμόνων, που ήταν χειρότερο ή να ανέβω το γεφύρι; Προτίμησα το τρίτο. Έτσι ανέβαινα τα σκαλιά ένα ένα με πολύ φόβο και κίνδυνο να πέσω κάτω στις φλόγες.
 
Οι πονηροί δαίμονες με ακολουθούσαν με φωνές και απειλές. Όταν ήμουν στην κορυφή του γεφυριού, έφθασαν και οι δαίμονες και εγώ τότε με δάκρυα εβόησα προς την Θεοτόκο: «Υπεραγία Θεοτόκε βοήθησέ με». Τότε, ευρέθηκε ενώπιόν μου η φιλεύσπλαχνη Μητέρα της ελεημοσύνης και μου έδωσε το δεξί της χέρι λέγοντας: Μη φοβάσαι, αγαπημένε δούλε μου. Επειδή εσύ μου διάβαζες εγκώμια και προσευχές και αγαπούσες τους φτωχούς, τους ελαχίστους αδελφούς του Υιού και Δεσπότου μου, γι' αυτό ήλθα και εγώ να σε βοηθήσω στην ανάγκη σου». Αφού μου είπε αυτά με εκράτησε από το χέρι και, ώ του θαύματος! σε μια στιγμή μ' έφερε στο σπίτι μου και μπήκε η ψυχή μου στο σώμα μου, ενώ εσείς με θεωρούσατε ως πεθαμένο.
 
Λοιπόν παιδί μου, να μη αμελήσης και εσύ την υπηρεσία αυτή προς την Μητέρα του Παντοδυνάμου Θεού, την Πανάχραντη Θεοτόκο, αλλά κάθε ώρα να την υμνολογής, να την δοξάζεις, όπως πρέπει και όπως μέχρι τώρα έκανα και εγώ ο πατέρας σου. Έτσι θα την έχεις βοήθεια σε κάθε σου ανάγκη.
 
Αυτό είναι το πρώτο πρόσταγμά μου που σου παραγγέλλω. Το δεύτερο είναι, όπως σου προείπα, βίαζε τον εαυτό σου, όσο μπορείς να αγαπάς τους ξένους, τους πτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά, να τους δίνεις όλα τα αναγκαία, εάν θέλεις ν' απολαύσης σ' αυτόν τον κόσμο κάθε αγαθό και να κληρονομήσης και την αιώνια Βασιλεία του Θεού!».
 
Αφού είπε αυτά ο αοίδιμος σ' όλους τους παρευρισκομένους, δηλαδή να ευλαβούνται την Θεομήτορα και να βοηθούν τους πτωχούς, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού.
 
Ο γυιός του, ενθυμούμενος σ' όλη την ζωή του τις πατρικές συμβουλές, εξήσκησε ενάρετη πολιτεία και μετά το τέλος της επιγείου ζωής του, αξιώθηκε της ουρανίου μακαριότητος.
 
Εκ του βιβλίου "Ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις για την άλλη ζωή "Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Πηγή: hristospanagia3.blogspot.gr

Τί σημαίνει το ''Ο Πατήρ μου μείζων μού έστι.'';

† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος

Το «μείζων» μπορεί να σημαίνει διαφορά στη δύναμη στη σοφία, στο αξίωμα, στον όγκο, στο χρόνο, στην ουσία, αλλά και στην αιτία. Ο Πατήρ δεν είναι μεγαλύτερος από τον Υιό στη δύναμη ή στη σοφία, γιατί ο είναι «Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α' Κορ. α' 24).

Δεν μπορεί πάλι να είναι μεγαλύτερος στο αξίωμα ή στην τιμή, γιατί τοποθετείται στα δεξιά του Θεού (Ψαλμ. ρθ’ 1. Εβρ. α’ 3)· το «δεξιόν» δεν εκλαμβάνεται σωματικά, σαν ο Θεός να έχει «δεξιά» και «αριστερά», ούτε σημαίνει «χαμηλότερο τόπο», αλλά σχέση ισότητας (πρβλ. Ψαλμ. μδ’ 7. Ματθ. ιστ’ 27. Πράξ. Β’ 34. Εβρ. α’ 8. ιβ’ 2. Αποκ. ια’ 15. κβ’ 3-4. ε’ 13).

Το να υποστηρίξει βέβαια κανείς πως ο Πατήρ είναι μεγαλύτερος από τον Υιό στον όγκο, τούτο καταντάει γελοίο.
 
Αλλά ούτε και στο χρόνο ο Πατήρ είναι μεγαλύτερος, γιατί διά του Υιού δημιουργήθησαν οι αιώνες (Εβρ. α’ 2) και ο Υιός υπήρχε «εν αρχή» (Ιω. α’ 1), ήταν δηλαδή άναρχος και προαιώνιος (Παροιμ. η’ 30. Εβρ. ζ’ 3. Αποκ. α’ 17-18. κβ’ 12-13).
 
Βέβαια θα μπορούσαμε να πούμε πως το «μείζων» δεν αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των δύο θείων υποστάσεων, αλλά μεταξύ του Πατρός και της ανθρώπινης φύσης του Υιού, αλλά, όπως παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τούτο θα ήταν μεν αληθινό, όμως όχι σπουδαίο, διότι «τι το θαυμαστόν, εάν ο Θεός είναι ανώτερος του ανθρώπου;».
 
Το «μείζων», κηρύττει η Εκκλησία (Α’ Τιμ. γ’ 15) δεν είναι μόνο του στη Γραφή· εκεί βρίσκουμε και το «έν εσμεν» (Ιω. ι’ 30), πράγμα για το οποίο οι Ιουδαίοι επεχείρησαν να λιθοβολήσουν τον Χριστό, επειδή ορθά το εξέλαβαν πως σημαίνει ισότητα προς τον Πατέρα (Ιω. ι’ 29-33. Πρβλ. Φιλιπ. β’ 6).

«Πώς λοιπόν θα συμβιβασθούν τα ασυμβίβαστα; Διότι είναι αδύνατον το αυτό πράγμα να είναι μεγαλύτερον ενός άλλου και ταυτοχρόνως ίσον· ή μήπως γίνεται φανερόν, ότι το μεν "μείζων" αναφέρεται εις το ότι είναι αίτιος, το δε "ίσος" εις την φύσιν; Εγώ παραδέχομαι και τούτο διά την πολλήν μου καλοπιστίαν» (Γρηγ. Θεολ.).
 
Το «μείζων» αναφέρεται στην υπεροχή ως προς την τάξη, όχι ως προς την ουσία. Βασίζεται στο γεγονός ότι ο Πατήρ, με την προαιώνια γέννηση του Υιού, μεταδίδει σ' Αυτόν την κοινή θεία ουσία. Διαφορετικά, αν πούμε πως υπάρχει διαφορά ουσίας, τότε αρνούμεθα στον Πατέρα την ίδια την Πατρότητα, αφού ο φερόμενος πλέον ως υιός δεν είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα· «το αλλότριον της ουσίας καταργεί την φυσικήν συνάφειαν (Μ. Βασιλ.).

«Όταν λοιπόν ακούσωμεν ότι ο Πατήρ είναι αρχική αιτία και μεγαλύτερος από τον Υιόν, ας εννοήσωμεν ότι είναι κατά την αιτίαν. Και όπως δεν λέγομεν ότι είναι από άλλην ουσίαν η φωτιά και από άλλην το φως, κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να ειπούμεν ότι από άλλην, ουσίαν είναι ο Πατήρ και από άλλην ουσίαν είναι ο Υιός, αλλά ότι είναι από μίαν και την ιδίαν ουσίαν» (Ιω. Δαμασκ.).
 
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
 
Πηγή: hristospanagia3.blogspot.gr

Πῆγε ὁ Ἰησοῦς Χριστός στήν Ἰνδία;

 
Πρέπει να επισημάνουμε, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι νέος. Είναι πολύ παλαιός. Είναι άποψη του Κέλσου (170 μ.Χ.) στη γνωστή πολεμική του κατά του Χριστού, στο έργο του «Αληθής Λόγος», με μιά παραλλαγή μόνο ως προς τη χώρα. Ο Κέλσος θεωρούσε ως χώρα, στην οποία διδάχθηκε δήθεν τα μαγικά, την Αίγυπτο αντί της Ινδίας.
 
Στους νεώτερους χρόνους βλέπουμε τον παράλογο και ανιστόρητο αυτόν ισχυρισμό περί της δήθεν μετάβασης του Ιησού στην Ινδία, να τον αναφέρουν ο γνωστός Γερμανός φιλόσοφος Σοπενχάουερ στο δίτομο έργο του Parerga und Paralipomena, 1851, και ο Ρώσος Ν. Notowitsch, στο έργο του Die Lucke im Leben Jesu, Stuttgart, 1894. Στη συνέχεια, ενδεικτικώς θα αναφέρουμε ορισμένα ονόματα. Η άποψη αυτή συζητιέται από τους K. Berna, A. Fabe-Kaiser, και επαναλαμβάνεται μετά βεβαιότητος από τον Η. Kersten (Κ. Berna-Jesus ist nicht am Kreuz gestorben,1957. A. Faber-Kaiser, Jesus lebte in Indiem, 1984). Επιπλέον, εν προκειμένω, πρέπει να αναφέρουμε και τις τοποθετήσεις των J. Dirnbeck και G. Gronbold,( J. Dirnbeck, Die Jesusfalscher Ein original with entstellt, 1994 Jesus in Indien. Das Ende einer Legende, 1985), σχετικά μέ το θέμα μας.
 
Στον Ελληνικό χώρο η άποψη αυτή εκπροσωπείται από τρείς συγγραφείς, τα βιβλία των οποίων, εκτός από τους εντυπωσιακούς τίτλους και τις ψευδοεπιστημονικές αναλύσεις περί δήθεν ανακαλύψεων και αποκαλύψεων, είναι δηλωτικά ημιμάθειας και σύγχυσης.
 
Την άποψη όμως, περί της δήθεν μετάβασης του Ιησού στην Ινδία, την υποστηρίζει και μία ισλαμική σέκτα, γνωστή με το όνομα Αχμαντίγια (Ahmadiyya), με διαφορά όμως ως προς το χρόνο και τα γεγονότα. Σύμφωνα με την εν λόγω ισλαμική σέκτα, ο Χριστός δεν πέθανε στο Σταυρό. Μετά τον υποτιθέμενο κατ’ αυτούς θάνατό του και την Ανάσταση, έφυγε και πήγε στην Ινδία και συγκεκριμένα στο Κασμίρ. Έζησε εκεί, κήρυξε και πέθανε σε ηλικία 120 χρόνων. Κατά την Ahmadiyya μάλιστα ο τάφος του βρίσκεται στο Srinagar (H. Gasper - J. Mueller - F. Valentin, Lexicon der Sekten, Sondergruppen und Weltanschauungen. 20017, σελ. 527).
 
Βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της άποψης περί μετάβασης του Χριστού στην Ινδία είναι ο ισχυρισμός, ότι σιωπά η Καινή Διαθήκη για το χρονικό διάστημα πού μεσολαβεί μεταξύ του Ιησού δωδεκαετούς στο Ναό και την έναρξη της δημόσιας δράσης Του.

Τα Ευαγγέλια δεν είχαν σκοπό να εκθέσουν με λεπτομέρειες όλη τη ζωή του Χριστού. Αναφέρουν μόνο τη δημόσια δράση του (η οποία αρχίζει από το 30ο έτος) και αυτή όχι με λεπτομέρειες, αλλά κεφαλαιωδώς. (βλ. Ιω. κα’ 25).
 
Μόνο εισαγωγικώς περιγράφουν τα γεγονότα της Γέννησης, της Περιτομής Του κτλ. Η ζωή του Ιησού, μέχρι του τριακοστού έτους, ήταν καθαρά ιδιωτική στο οικογενεικό Του περιβάλλον, χωρίς να έχει κανένα αντικειμενικό ενδιαφέρον. Γι’ αυτό και οι Ευαγγελιστές αντί άλλης περιγραφής λένε επιγραμματικά: «Το δε παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας και χάρις Θεού ην επ’ αυτό» (Λουκ. β’ 40).
 
Ένα αξιόλογο γεγονός που παρουσιάζει αυτή η περίοδος και το αναφέρουν οι ευαγγελιστές, είναι ο διάλογός Του στο Ναό με τους σοφούς του Ισραήλ.

Μερικοί υποστήριξαν, ότι κατά την περίοδο αυτή πήγε στις Ινδίες για να σπουδάσει, άλλοι μάλιστα λένε ότι μαθήτευσε κοντά στους Εσσαίους.
 
Αυτές οι εκδοχές όμως, δεν είναι βάσιμες για τους εξής κύριους λόγους:
 
α) Τί χρειαζόταν τις σπουδές ο Ιησούς, ο όποιος ήδη στα δώδεκά του χρόνια κατέπληξε τους πάντες στο Ναό;
 
β) Γιατί οι συμπατριώτες Του έλεγαν «Πως ούτος οίδε γράμματα μη μεμαθηκώς», και «πόθεν τούτω η σοφία αύτη και αι δυνάμεις»; (βλ. Ιω. ζ’ 15 και Ματθ. ιγ’ 54). Ήταν δυνατό να αγνοούσαν την μετάβασή Του στις Ινδίες όπως και τις σπουδές Του;
 
γ) Πώς οι εχθροί του οι Φαρισαίοι δεν τον κατηγόρησαν με την κατηγορία αυτή, εφόσον ισχυριζόταν ότι ήταν Υιός του Θεού;
 
δ) Πώς οι μαθητές Του και οι πρώτοι οπαδοί Του δέχτηκαν να υποστούν φριχτά μαρτύρια για χάρη Του, εφόσον γνώριζαν ότι Αυτός δεν ήταν από το Θεό, αλλά ήταν ένας κοινός λαοπλάνος, που όφειλε τη διδασκαλία και τα θαύματά Του στις Ινδικές ή Εσσαϊκές επιδράσεις που δέχτηκε;

Σιωπά όμως όντως η Καινή Διαθήκη για το εν λόγω χρονικό διάστημα του επίγειου βίου του Κυρίου; Μία προσεκτική μελέτη του Ιερού κειμένου αποδεικνύει το αντίθετο. Η αναφορά βεβαίως εκτενών αναφορών απουσιάζει γι’ αυτό το χρονικό διάστημα της επίγειας ζωής του Κυρίου. Αυτό όμως είναι κατανοητό γιατί ξέρουμε, ότι τα Ιερά Ευαγγέλια είναι μεν οι κατ’ εξοχήν αξιόπιστες ιστορικές πηγές σχετικά με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, δεν αποτελούν όμως βιογραφίες του Χριστού. Τούτο εξάλλου μας το βεβαιώνει και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σχετικά με τον χαρακτήρα και τον σκοπό των Ιερών Ευαγγελίων. (Κεφ. κʹ 3031).
 
Τί αναφέρει λοιπόν, η Καινή Διαθήκη; Μάς πληροφορεί, ότι μετά την επιστροφή του Κυρίου από τα Ιεροσόλυμα στην Ναζαρέτ και αφού έχει προηγηθεί το θαυμαστό γεγονός του δωδεκαετούς Ιησού στο Ναό, όπου «εξίσταντο δε πάντες οι ακούοντες αυτού επί τη συνέσει και ταις αποκρίσεσιν αυτού» (Λουκ. βʹ 47), ο Κύριος παραμένει στη Ναζαρέτ συνεχώς μαζί με τη Θεοτόκο και το μνηστήρα Ιωσήφ. Σύμφωνα με το Ιερό Κείμενο «ην υποτασσόμενος αυτοίς» (Λουκ. βʹ 51).
 
Το συνεχές της παραμονής του στην άσημη Ναζαρέτ μέχρι την έναρξη του δημοσίου έργου Του επιβεβαιώνεται και με τις μαρτυρίες των ιδίων των συμπατριωτών Του. Ο Κύριος μιλώντας αργότερα στη συναγωγή της Ναζαρέτ θα προκαλέσει την έκπληξη και την απορία των συμπατριωτών Του από τη σοφία των λόγων Του και τη δύναμη των θαυμάτων Του.
 
Η έκπληξή τους ήταν μεγάλη, ακριβώς, γιατί το πρόσωπό Του τους ήταν γνωστό. Ήξεραν ότι ο ίδιος ήταν μέχρι πρότινος μέλος μιας άσημης οικογένειας της Ναζαρέτ, (Ματθ. ιγʹ 5456. Μάρκ. ϛʹ 13). Το γεγονός αυτό είναι επιβεβαιωτικό του «ην υποτασσόμενος αυτοίς», και ότι ουδέποτε απομακρύνθηκε από την πατρίδα Του δήθεν για να σπουδάσει ή να αποκτήσει απόκρυφες δυνάμεις.
 
Την ίδια πραγματικότητα όμως την επιβεβαιώνουν και οι άλλοι Ιουδαίοι στα Ιεροσόλυμα, όταν με αφορμή τη θαυμαστή διδασκαλία του Κυρίου στο Ναό, με απορία θα αναφωνούν: «Πως ούτος γράμματα οίδε μη μεμαθηκώς;» (Ιωάν. ζʹ 15).
 
Ολοκληρώνοντας τις επισημάνσεις μας σχετικά με την αντίληψη της δήθεν μετάβασης του Κυρίου στην Ινδία κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του 12ου έως 30ού έτους Του, πρέπει να τονίσουμε, ότι η εν λόγω αντίληψη ξεκινά από ορθολογιστικές προϋποθέσεις, αγνοεί το εξ Αποκαλύψεως φρόνημα της Εκκλησίας σχετικά με το Πρόσωπο του Κυρίου και βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την αγιοπατερική εκκλησιαστική διδασκαλία. Αποτελεί κλασικό παράδειγμα προσπάθειας να αντικατασταθεί η αλήθεια από την αυθαιρεσία και τις φαντασιώσεις.
 
Πηγή: hristospanagia3.blogspot.gr

Ποτέ να μη χορταίνεις επικαλούμενος τον Ιησού!

http://3.bp.blogspot.com/-IJpxLBGhHME/T55su7g2b5I/AAAAAAAADbM/cyMpA-qPg1c/s1600/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%8C%CF%82.jpg
 
Με άλλο τρόπο δεν μπορεί ο άνθρωπος να φυλάξει την πρώτη και μεγάλη εντολή, δηλαδή το «να αγαπήσεις Κύριον τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη τη ψυχή σου και με όλη τη δύναμή σου και με όλη τη διάνοιά σου», καθώς μας προστάξει ο Κύριος (Λουκ. 3, 27), παρά με το μέσον της νοεράς προσευχής.
 
Νοερά και καρδιακή προσευχή, κατά τους Αγίους Πατέρες που ονομάζονται Νηπτικοί, είναι κυρίως το να συμμαζεύει ο άνθρωπος το νου του μέσα στην καρδιά του, και χωρίς να λαλεί με το στόμα, αλλά μόνο με τον «ενδιάθετο λόγο», ο οποίος λαλείται μέσα στην καρδιά, να λέγει τη σύντομη αυτή και μονολόγιστη προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», κρατώντας και λίγο την αναπνοή.

Έτσι μέσα στα ίδια τα βάθη της καρδιάς του επικαλείται το πανάγιο όνομα του Κυρίου, ζητεί με επιμονή το έλεός Του προσέχοντας αποκλειστικά και μόνο στα λόγια της προσευχής και τίποτε άλλο δεν δέχεται ούτε από μέσα ούτε απ’ έξω, διατηρώντας τη διάνοιά του εντελώς ασχημάτιστη, χωρίς καμία εικόνα. Την δε αφορμή και το περιεχόμενο αυτής της εργασίας την πήραν όσοι ασχολούνται μ’ αυτήν από την ίδια τη διδασκαλία του Κυρίου, ο οποίος σε κάποιο σημείο λέγει: «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21), και σε κάποιο άλλο: «Υποκριτή, καθάρισε πρώτα το εσωτερικό του ποτηριού και του πίατου, για να γίνει και το εξωτερικό καθαρό» (Ματθ. 23, 26).

Και ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Εφεσίους: «γι’ αυτό γονατίζω, μπροστά στον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρακαλώ να ενισχύει πλουσιοπάροχα και δυναμικά με το Πνεύμα του, τον εσωτερικό σας άνθρωπο, να κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές σας με την πίστη» (Εφεσ. 3, 14).

Τί σαφέστερο θα μπορούσε να υπάρχει από αυτή τη μαρτυρία; Ότι τούτο είναι απαραίτητο, το διδάσκει το Πνεύμα το Άγιο σε κάθε ευσεβή και σε μύριες όσες άλλες σελίδες της Νέας Γραφής, όπως μπορούν να διαπιστώσουν όσοι τις ερευνούν προσεκτικά.

Από αυτή την πνευματική και επιστημονική εργασία, όταν συνοδεύεται από την όσο το δυνατόν ακριβέστερη πραγματοποίηση των αρετών, από την θέρμη που δημιουργείται στη καρδιά και από την πνευματική ενέργεια που ακολουθεί την επίκληση του Παναγίου ονόματος, καταστρέφονται τα πάθη ο νους και η καρδιά σιγά-σιγά καθαρίζονται και ενώνονται μεταξύ τους, όποτε οι σωστικές εντολές κατορθώνονται ευκολότερα… Και για να ειπώ με συντομία, με αυτόν τον τρόπο μπορούμε γρηγορότερα να επανέλθουμε στην τελεία χάρη του Πνεύματος που μας δόθηκε στην αρχή, η οποία υπάρχει μέσα μας, άλλα σαν την σπίθα που κρύβεται στη στάχτη έχει καταχωθεί κι αυτή μέσα στα πάθη, και να την δούμε να λάμπει δυνατά και να φωτίζει το νου μας και στη συνέχεια να τελειωθούμε και να θεωθούμε με τον κατάλληλο τρόπο.

Εάν δε κάποτε μερικοί ξέφυγαν λίγο, τί το θαυμαστό; Αυτό το έπαθαν τις περισσότερες φορές από οίηση, όπως λέγει ο Σιναΐτης Γρηγόριος. Εγώ νομίζω ότι το κύριο αίτιο της παρεκτροπής τους είναι το ότι δεν ακολούθησαν με ακρίβεια τη διδασκαλία των Πατέρων για την εργασία αύτη· δεν ευθύνεται η ίδια η εργασία, για όνομα του Θεού.

Επειδή αυτή είναι αγία και με αυτήν παρακαλούμε να απαλλαγούμε από όλη την πλάνη· επειδή και η εντολή του Θεού η οποία οδηγεί στη ζωή, όπως λέει ο Παύλος, «βρέθηκε να κοστίσει σε μερικούς τον θάνατο, αυτό όμως δεν έγινε εξαιτίας της εντολής. Και πώς να γίνει, αφού αυτή είναι αγία και δίκαιη και αληθινή;» (Ρωμ. 7, 10-12). Αλλά έγινε εξαιτίας της μοχθηρίας εκείνων που την έπραξαν κάτω από την κυριαρχία της αμαρτίας. Τί λοιπόν να κάνουμε; Να καταδικάσουμε τη θεία εντολή για την αμαρτία μερικών; Και να παραμελήσουμε μία τέτοια σωτηριώδη εργασία εξαιτίας της παρεκκλίσεως μερικών; Με κανένα τρόπο. Ούτε εκείνη, ούτε αυτή. Αλλά μάλλον έχοντας θάρρος σ’ Εκείνον που είπε «Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14, 6) με πολλή ταπεινοφροσύνη και πενθική διάθεση ας επιχειρήσουμε το έργο. Γιατί όταν κάποιος είναι απαλλαγμένος από την οίηση και την ανθρωπαρέσκεια, ακόμη κι αν ολόκληρη η στρατιά των δαιμόνων συγκρουστεί μαζί του, ούτε να τον πλησιάσει δεν θα μπορέσει, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων.

Ο Ιησούς ας είναι το γλυκό μελέτημα της καρδίας σου· ο Ιησούς ας είναι το εντρύφημα της γλώσσας σου· ο Ιησούς ας είναι η αναπνοή σου· και ποτέ να μη χορταίνεις επικαλούμενος τον Ιησού. Διότι από αυτή τη συνεχή και γλυκύτατη μνήμη του Ιησού θα φυτευτούν, θα αυξηθούν και θα γίνουν μεγάλα δένδρα στη καρδιά σου οι τρεις μεγάλες εκείνες και θεολογικές αρετές: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Η ψυχή η οποία αγαπά τον Ιησού, επειδή ο Ιησούς είναι στους ουρανούς και δεν είναι ορατός, ώστε να τον βλέπει και να τον απολαμβάνει, με άλλο τρόπο δεν μπορεί να παρηγορεί την αγάπη της προς Αυτόν παρεκτός με την συνεχή ενθύμηση του αγίου Του ονόματος, με το να βοά πάντοτε με αγάπη και δάκρυα και πόνο καρδιάς: Ιησού μου, Ιησού μου αγαπημένε!
 
Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη, «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος
 
Πηγή: hristospanagia3.blogspot.gr

Λόγος περί του διατί ο Χριστιανισμός δεν πρέπει να αλλάζει με τους καιρούς.

Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου.

Έφθασε στ' αυτιά μου ότι, καθώς φαίνεται, θεωρείτε τα κηρύγματά μου πολύ αυστηρά και πιστεύετε ότι σήμερα κανένας δεν θα έπρεπε να σκέπτεται έτσι, κανένας δεν θα έπρεπε να ζη έτσι και επομένως κανένας δεν θα έπρεπε να διδάσκη έτσι. Οι καιροί έχουν αλλάξει!
 
Πόσο χάρηκα που το άκουσα. Αυτό σημαίνει ότι ακούτε προσεκτικά ό,τι λέγω, και όχι μόνο ακούτε, αλλά και είστε διατεθειμένοι να το τηρήσετε. Τί περισσότερο θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε εμείς που κηρύττουμε όπως διαταχθήκαμε και όσα διαταχθήκαμε;
 
Ανεξάρτητα από όλα αυτά, με κανένα τρόπο δεν μπορώ να συμφωνήσω με την γνώμη σας και το θεωρώ καθήκον μου να την σχολιάσω και να την διορθώσω. Διότι, μολονότι ίσως είναι παρά την θέλησι και την πεποίθησί σας, προέρχεται από αμαρτωλή πηγή, σαν να μπορούσε ο Χριστιανισμός να μεταβάλλη τα δόγματά του, τους κανόνες του, τις αγιαστικές του τελετουργίες, για να ανταποκριθή στο πνεύμα κάθε εποχής και προσαρμοσμένος στα μεταβλητά γούστα των υιών του αιώνος τούτου, να μπορούσε να προσθέση η να αφαιρέση κάτι.

Κι όμως δεν είναι έτσι. Ο Χριστιανισμός πρέπει να παραμένη αιώνια αμετάβλητος, χωρίς καθόλου να εξαρτάται ή να κατευθύνεται από το πνεύμα της εκάστοτε εποχής. Αντίθετα ο ίδιος ο Χριστιανισμός είναι διωρισμένος να κυβερνά και να διοική τα πνεύμα του αιώνος για καθένα που υπακούει στις νουθεσίες του. Για να σας πείσω στο εν λόγω ζήτημα, θα σας αναφέρω μερικές σκέψεις για να τις μελετήσετε.
 
Κάποιοι είπαν πως η διδασκαλία μου είναι αυστηρή. Κατ' αρχήν η διδασκαλία μου δεν είναι δική μου, ούτε θα έπρεπε να είναι. Από αυτή την ιερή θέσι κανείς δεν πρέπει ούτε μπορεί να κηρύττη δικιά του διδασκαλία. Αν λοιπόν εγώ η κάποιος άλλος τολμήσει ποτέ να το κάνη, μπορείτε να μας βγάλετε εκτός Εκκλησίας.
 
Εμείς κηρύττουμε την διδασκαλία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, των αγίων Αποστόλων του και της Αγίας Εκκλησίας που κατευθύνεται από το άγιο Πνεύμα. Συνάμα φροντίζουμε με κάθε δυνατό τρόπο να διατηρήσουμε την διδασκαλία αυτή ακεραία και απαραβίαστη στον νου και στην καρδιά σας. Παρουσιάζουμε κάθε σκέψι και χρησιμοποιούμε κάθε λέξι με πολλή προσοχή, για να μη σκιάσουμε με κανένα τρόπο αυτή την λαμπρή και θεία διδασκαλία. Κανείς δεν μπορεί να πράξη διαφορετικά.
 
Ένας τέτοιος νόμος που καθορίζει το κήρυγμα του καθενός στην Εκκλησία να είναι θεόπεμπτο, καθιερώθηκε από την δημιουργία του κόσμου κι έτσι πρέπει να παραμείνη ισχύον ως το τέλος του κόσμου. Ο Προφήτης Μωυσής μετά την παράδοσι των εντολών του ίδιου του Θεού στον Ισραηλιτικό λαό, κατέληξε στα εξής: «Ου προσθήσετε προς το ρήμα ο εγώ εντέλλομαι υμίν, και ουκ αφελείτε απ' αυτού, φυλάσσεσθε τας εντολάς Κυρίου του Θεού ημών, όσα εγώ εντέλλομαι υμίν σήμερον» (Δευτ. 4,2).
 
Αυτός ο νόμος της σταθερότητος είναι τόσο αμετάβλητος, ώστε ο ίδιος ο Κύριος και Σωτήρας μας, όταν δίδασκε το λαό στο όρος είπε: «Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας, ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι. Αμήν γαρ λέγω υμίν, έως αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν η μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου, έως αν πάντα γένηται» (Ματθ. 5,17 - 18).
 
Έπειτα έδωσε το ίδιο κύρος στην δική του διδασκαλία, πριν ερμηνεύση τις εντολές στο πνεύμα του ευαγγελίου, με το να προσθέση: «Ος αν ουν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5,19).
 
Αυτό σημαίνει πως καθένας που ερμηνεύει λανθασμένα τις εντολές του Θεού και μειώνει το κύρος τους, θα είναι απόκληρος στην μέλλουσα ζωή. Έτσι είπε στην αρχή του κηρύγματός του. Το ίδιο διαβεβαίωσε και στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, τον θεατή των αρρήτων αποκαλύψεων, στον οποίο περιέγραψε την τελική κρίσι του κόσμου και της Εκκλησίας, αναφέροντας στην Αποκάλυψη: «Μαρτυρώ εγώ παντί τω ακούοντι τους λόγους της προφητείας του βιβλίου τούτου. Εάν τις επιθή επί ταύτα, επιθήσει ο Θεός επ' αυτόν τας πληγάς τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω τούτω, και εάν τις αφέλη από των λόγων του βιβλίου της προφητείας ταύτης, αφελεί ο Θεός το μέρος αυτού από του ξύλου της ζωής και εκ της πόλεως της αγίας, των γεγραμμένων εν τω βιβλίω τούτω» (Αποκ. 22, 18 - 19).
 
Για όλο το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την πρώτη παρουσία του στον κόσμο μέχρι την δευτέρα του παρουσία, ο Χριστός έδωσε στους αγίους Αποστόλους και στους διαδόχους τους τον παρακάτω νόμο: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη... διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν» (Ματθ. 28, 19).
 
Τούτο σημαίνει να διδάσκετε όχι ό,τι κάποιος άλλος θα ήταν δυνατόν να σκεφθή, αλλά ό,τι εγώ παρήγγειλα, και τούτο μέχρι το τέλος του κόσμου. Και συμπληρώνει: «Και ιδού εγώ μεθ' υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν» (Ματθ. 28, 20).
 
Οι Απόστολοι έλαβαν αυτόν τον νόμο και θυσίασαν την ζωή τους για να τον τηρήσουν. Και σε αυτούς που ήθελαν να τους υποχρεώσουν να μη κηρύττουν όσα κηρύττουν επ' απειλή τιμωρίας και θανάτου, τους απαντούσαν: «Ει δίκαιον εστίν ενώπιον του Θεού υμών ακούειν μάλλον η του Θεού, κρίνατε. Ού δυνάμεθα γαρ ημείς ά είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν» (Πραξ. 4, 19 - 20).
 
Ο σαφής αυτός νόμος παραδόθηκε από τους Αποστόλους στους διαδόχους τους, έγινε αποδεκτός από τους δευτέρους και έχει ισχύ διαχρονική στην Εκκλησία του Θεού. Εξ αιτίας του νόμου τούτου η Εκκλησία είναι ο στύλος και η βάσις της αληθείας. Βλέπετε λοιπόν τι απαραβίαστη σταθερότητα έχει; Μετά από αυτό, ποιος θα είναι τόσο θρασύς να αγγίξη πεισματικά ή να κουνήση ο,τιδήποτε στο χριστιανικό δόγμα και νόμο;
 
Ακολούθως ακούστε τί αναφέρεται στον Προφήτη Ιεζεκιήλ που επί επτά ημέρες βρισκόταν σε έκστασι προσευχής και μετά από επτά ημέρες άκουσε το λόγο του Κυρίου: «Υιέ ανθρώπου, σκοπόν δέδωκά σε τω οίκω Ισραήλ, και ακούση εκ στόματός μου λόγον» (Ιεζ. 3,17), και διακήρυξε στο λαό. Να ο νόμος για σένα! Αν δης έναν άνομο που διαπράττει ανομία και δεν του πης: άφησε την ανομία σου και άλλαξε δρόμο, «ο άνομος εκείνος εν τη αδικία αυτού αποθανείται, και το αίμα αυτού εκ της χειρός σου εκζητήσω» (Ιεζ. 3,18). Αντιθέτως, αν διακηρύξης στον άνομο ότι θα πρέπει να ξεφύγη από την άνομη οδό του και αυτός δεν ξεφύγη, τότε εκείνος ο άνομος θα πεθάνη στην ανομία του, ενώ εσύ θα σώσης την ψυχή σου. Παρόμοια αν δης ένα δίκαιο που αρχίζει να κλονίζεται στην αρετή του και δεν τον στηρίξης και δεν φροντίσης να τον φέρης στον ίσιο δρόμο με τα λόγια σου, τότε εκείνος ο δίκαιος επειδή αμάρτησε, θα πεθάνη στις αμαρτίες του, αλλά την ψυχή του θα ζητήσω από τα χέρια σου που δεν τον στήριξες. Αν όμως προειδοποιήσης τον δίκαιο ότι δεν πρέπει να αμαρτάνη και αυτός παύση να αμαρτάνη, τότε ο δίκαιος θα ζήση κι εσύ θα σώσης την ψυχή σου (Βλ. Ιεζ. 3, 19 - 21)>
 
Τί αυστηρός νόμος! Κι όμως ακούγεται στις συνειδήσεις όλων των ποιμένων κατά την εκλογή και χειροτονία τους, όταν ένας βαρύς ζυγός τίθεται πάνω τους, η διαποίμανσις του ποιμνίου του Χριστού που Εκείνος τους το εμπιστεύθηκε, μικρό ή μεγάλο. όχι μόνο να το διαποιμάνουν, αλλά και να το διατηρήσουν. Πώς θα μπορούσε κανείς να είναι τόσο θρασύς, που να διαστρέψη τα πάντα στο νόμο του Χριστού, όταν αυτό συνεπάγεται καταστροφή και στους δύο, ποιμένες και ποίμνιο;
 
Αν η σωστική δύναμις της διδασκαλίας εξαρτιόταν από την γνώμη μας πάνω σ' αυτήν και την συναίνεσι μας σ' αυτήν, τότε θα είχε νόημα το να συλλάβη κάποιος άνθρωπος στο νου του να ανοικοδομήση τον Χριστιανισμό σύμφωνα με τις ανθρώπινες αδυναμίες ή τις αξιώσεις της εποχής και να τον προσαρμόση κατά τους πόθους της αμαρτωλής του καρδιάς. Μα η σωστική δύναμις του χριστιανικού νόμου δεν εξαρτάται καθόλου από μας, αλλά από το θέλημα του Θεού, από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Θεός καθιέρωσε επακριβώς την ακριβή οδό της σωτηρίας. Έξω από αυτήν δεν υπάρχει άλλη οδός, ούτε θα μπορούσε να υπάρξη. Συνεπώς καθένας που διδάσκει με οποιονδήποτε διαφορετικό τρόπο, σημαίνει πως παρεκκλίνει από την αληθινή οδό και καταστρέφει τον εαυτό του και σας. Τι λογική υπάρχει σ' αυτό;
 
Προσέξατε πόσο αυστηρή κρίσις ελέχθη, όταν κάτι παρόμοιο συνέβη στο έθνος του Ισραήλ κατά τα δύσκολα χρόνια της αιχμαλωσίας του. Μερικοί Προφήτες από οίκτο για τους βασανισμένους και τους αρρώστους μιλούσαν στο λαό όχι όπως ο Κύριος παρήγγειλε, αλλά όπως η καρδιά τους τους υπαγόρευε. Γι' αυτούς ο Κύριος έδωσε τις εξής διαταγές στον Ιεζεκιήλ: «Και συ, υιέ ανθρώπου, στήριξον το πρόσωπόν σου επί τας θυγατέρας του λαού σου τας προφητευούσας από καρδίας αυτών και προφήτευσον επ' αυτάς και ερείς, τάδε λέγει Κύριος, ουαί ταις συρραπτούσαις προκεφάλαια υπό πάντα αγκώνα χειρός και ποιούσαις επιβόλαια επί πάσαν κεφαλήν πάσης ηλικίας του διαστρέφειν ψυχάς» (Ιεζ. 13. 17 - 18).
 
Τούτο σημαίνει: Αλλοίμονο σε κείνους που διατάζουν κάθε είδος ιδιαιτέρας μεταχειρήσεως και προτείνουν τέτοια μαλθακή αγωγή, ώστε κανείς να μην αισθάνεται την παραμικρή δυσαρέσκεια, ούτε από τους επάνω ούτε από τους κάτω, αδιαφορώντας εάν τούτο είναι για την σωτηρία ή την καταστροφή, ευάρεστο η αποκρουστικό στο Θεό. Αλλοίμονο σ' αυτούς, διότι «τάδε λέγει Κύριος... τα προσκεφάλαια υμών και επιβόλαια», δηλαδή την μελιστάλακτη και παρήγορη διδασκαλία σας, «εφ α υμείς εκεί συστρέφετε ψυχάς», θα διαρρήξω από τα χέρια σας, θα ελευθερώσω τις διεστραμμένες ψυχές από αυτή την διδασκαλία σας και θα σας εξολοθρεύσω, διαφθορείς (Βλ. Ιεζ. 13, 20 - 21).
 
Αυτό είναι το όφελος της ιδιαιτέρας μεταχειρίσεως και της επιεικείας, το είδος που θέλετε να ακούτε από τους ιεροκήρυκες! Όταν βάλετε όλα τούτα βαθειά στην καρδιά σας, δεν είναι σωστό να θέλετε να κάνουμε οποιεσδήποτε παραχωρήσεις στο χριστιανικό δόγμα, έχοντας την λανθασμένη επιθυμία να σας ευχαριστήσουμε. Αντίθετα μάλιστα οφείλετε να απαιτήτε επίμονα να παραμένουμε στο δόγμα, όσο το δυνατόν αυστηρά και ακλόνητα.
 
Έχετε ακούσει ποτέ για τα συγχωροχάρτια του Πάπα της Ρώμης; Να τι είναι αυτά: Ιδιαίτερη μεταχείρισις και επιείκεια, τα οποία δίνει αψηφώντας το νόμο του Χριστού. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Από αυτά όλη η Δύσις είναι διεφθαρμένη στην πίστι και στον τρόπο ζωής, και τώρα χάνεται στην απιστία και στον αχαλίνωτο βίο με τα συγχωροχάρτια της.
 
Ο Πάπας άλλαξε πολλά δόγματα, χάλασε όλα τα Μυστήρια, ακύρωσε τους κανόνες που αφορούσαν την ρύθμισι της Εκκλησίας και την διόρθωσι των ηθών. Όλα πλέον άρχισαν να πηγαίνουν αντίθετα στο θέλημα του Κυρίου, και έγιναν χειρότερα και πιο χειρότερα.
 
Κατόπιν εμφανίστηκε ο Λούθηρος, ένας έξυπνος άνθρωπος αλλά ισχυρογνώμων. Αυτός λοιπόν είπε: «Ο Πάπας άλλαξε τα πάντα όπως ήθελε, γιατί να μην κάνω κι εγώ το ίδιο;» Άρχισε λοιπόν να τροποποιή και να ξανατροποποιή τα πάντα με τον τρόπο του, και ίδρυσε κατ' αυτόν τον τρόπο την νέα λουθηρανική πίστι, η οποία ελάχιστα μοιάζει με όσα ο Κύριος παρήγγειλε και οι άγιοι Απόστολοι μας παρέδωσαν.
 
Μετά το Λούθηρο παρουσιάστηκαν φιλόσοφοι. Κι' αυτοί με την σειρά τους είπαν: «Ο Λούθηρος καθιέρωσε για τον εαυτό του μια νέα πίστι, δήθεν βασισμένη στο Ευαγγέλιο, στην πραγματικότητα όμως στηριγμένη στο δικό του τρόπο σκέψεως. Γιατί λοιπόν κι εμείς να μη συνθέσουμε δόγματα βασισμένα μόνο στο δικό μας τρόπο σκέψεως, αγνοώντας τελείως το Ευαγγέλιο;» Άρχισαν κι αυτοί πλέον να σκέπτωνται ορθολογιστικά, και να εικάζουν περί του Θεού, περί του κόσμου, περί του ανθρώπου, καθένας με τον τρόπο του, και ανακάτεψαν τόσα πολλά δόγματα, ώστε μόνο να τα απαριθμήση κανείς, ζαλίζεται ο νους του.
 
Τώρα οι δυτικοί έχουν τις εξής αντιλήψεις: Πίστευε ό,τι νομίζεις καλύτερο ζήσε όπως σου αρέσει, ικανοποίησε ο,τιδήποτε θέλγει την ψυχή σου. Ως εκ τούτου δεν αναγνωρίζουν κανένα νόμο ή περιορισμό και δεν υποτάσσονται στον Λόγο του Θεού. Η οδός τους είναι ευρεία, όλα τα εμπόδια εκτοπίστηκαν. Μα η ευρεία οδός οδηγεί στην απώλεια, καθώς λέγει ο Κύριος. Εκεί ωδήγησε η χαλαρότης στην διδασκαλία!
 
Λύτρωσέ μας, Κύριε, από αυτήν την ευρεία οδό! Προτιμότερο όμως να αγαπήσουμε κάθε στενοχωρία που ο Κύριος διώρισε για την σωτηρία μας. Ας αγαπήσουμε τα χριστιανικά δόγματα και ας βιάσουμε το νου μας με αυτά, επιβάλλοντάς του να μη σκέπτεται διαφορετικά. Ας αγαπήσουμε τα χριστιανικά ήθη και ας βιάσουμε την θέλησί μας σ' αυτά, υποχρεώνοντάς την να σηκώνη τον ελαφρό ζυγό του Κυρίου ταπεινά και υπομονετικά. Ας αγαπήσουμε όλες τις χριστιανικές τελετουργίες και ακολουθίες που μας νουθετούν, μας διορθώνουν, μας αγιάζουν. Ας βιάσουμε την καρδιά μας μ' αυτές, προωθώντας την να μεταφέρη τις προτιμήσεις της από τα γήινα και τα φθαρτά στα ουράνια και άφθαρτα.
 
Ας περιορίσουμε το εαυτό μας σαν να μπαίναμε σε κλουβί. Η μάλλον ας σύρουμε τον εαυτό μας, σαν να περνούσαμε μέσα από μια στενή διάβασι. Ας είναι αυτή στενή, για να μη μπορή να περεκκλίνη κανείς ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Αναμφίβολα όμως θα λάβουμε δι' αυτής της στενής οδού ως αντάλλαγμα την βασιλεία των ουρανών. Διότι αυτή η βασιλεία, καθώς γνωρίζετε, είναι η βασιλεία του Κυρίου. Ο Κύριος καθώρισε αυτή την στενή οδό και μας είπε: Πηγαίνετε ακριβώς από αυτή την οδό και θα επιτύχετε την βασιλεία των ουρανών."
 
Θα μπορούσε πλέον κανείς να αμφιβάλλη για το αν ο οδοιπόρος φθάση στο σκοπό του; Και τι μυαλό θα είχε καθένας που αρχίζει να επιθυμεί κάθε είδος ακυρώσεως εντολών, όταν με αυτόν τον τρόπο θα έχανε αμέσως το δρόμο του και θα χανόταν;
 
Αφού εννοήσατε πλήρως αυτή την επιβεβαίωσι, μη στενοχωρήσθε αν κάτι στην διδασκαλία μας φαίνεται αυστηρό. Το μόνο που να επιζητήτε είναι το να βεβαιωθήτε αν είναι του Κυρίου. Κι εφ' όσον βεβαιωθήκατε πως είναι του Κυρίου, δεχθήτε την ολόψυχα, οσοδήποτε αυστηρή η εξαναγκαστική μπορεί να είναι. Κι όχι μόνο μην επιθυμήτε ιδιαίτερη μεταχείρισι και επιείκεια στο δόγμα και στο ήθος, αλλά φεύγετε από αυτά, σαν να φεύγατε το πυρ της γεένης. Από αυτό δεν μπορούν να ξεφύγουν όσοι επινοούν τέτοια πράγματα και με αυτά παρασύρουν τους ψυχικώς αδυνάτους να τους ακολουθήσουν. Αμήν.

29 Δεκεμβρίου 1863
Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν

(Περιοδικόν "Ο Όσιος Γρηγόριος", αρ. 20, 1995)
 
Πηγή: alopsis.gr

Κανονόμαχοι και κανονολάτρες: Εκκλησιαστικό πρόβλημα ή εκκλησιολογική αίρεση;

 (Παν. Μπούμης)

1. Ιερές εικόνες και θείοι κανόνες.
 
Θα διερωτάτο κάποιος· γιατί κάνουμε αυτόν τον παραλληλισμό ή το συσχετισμό. Κάνουμε αυτόν τον παραλληλισμό ή αύτη την παράλληλη σύνδεση, γιατί οι θείοι και Ιεροί κανόνες είναι οι «εικόνες» της Εκκλησίας. Εκφράζουν και αποτυπώνουν τη συνείδηση της Εκκλησίας. Οι κανόνες αυτοί μάς υποδεικνύουν, τι θέλει η Εκκλησία, και ορίζουν, πώς θα ιδρύονται, πώς θα οργανώνονται και πώς θα λειτουργούν και θα δρουν οι κατά τόπους Εκκλησίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν την καθόλου Εκκλησία, σαν άλλες εικόνες Της. Αλλά και οι κανόνες αυτοί καθορίζουν τα περί της τάξεως και ενότητας μέσα στην καθόλου Εκκλησία, η οποία έτσι θα δίδει στον κόσμο μία καλή εικόνα της παρουσίας Της σ' αυτόν.

Aλλ' εκτός τούτων -για να εξετάσουμε τα πράγματα και ουσιαστικώτερα - οι ι. κανόνες είναι μία απόρροια, ένα απαύγασμα της δογματικής διδασκαλίας και αλήθειας της Εκκλησίας, αποτελούν μία εφαρμογή των δογμάτων της πίστεώς Της. Όπως ορθά τονίζει ο VI. Lossky, «οι κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν την ζωήν της Εκκλησίας «εν τη γηΐνη αυτής όψει» είναι αχώριστοι των Χριστιανικών δογμάτων. Δεν είναι νομικοί κανονισμοί κυρίως ειπείν, αλλ' εφαρμογαί των δογμάτων της Εκκλησίας» (1). Και ο καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης σημειώνει στην «Εκκλησιολογία» του: «Οι στηρίζοντες το εκκλησιαστικόν πολίτευμα ιεροί κανόνες, κεκτημένοι χαρακτήρα καθολικόν και αιώνιον, οίος είναι και ο προορισμός της Εκκλησίας, συγκροτούσι το θετικόν δίκαιον αυτής, το ρυθμίζον τας μεταξύ των μελών της σχέσεις, ώστε "πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω" (Α' Κορ. 14,40)» (2).

Και ο Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος πολύ εύστοχα παρατηρεί: «Τα ζητήματα της Εκκλησίας είναι ζητήματα ζωής, εις την οποίαν δεν χωρίζεται η θεωρία από την πράξιν. Ο χωρισμός των ζητημάτων της Εκκλησίας εις δήθεν θεωρητικά και πρακτικά οδηγεί εις διάσπασιν του εκκλησιαστικού οργανισμού και αντινομίαν εν τω βίω» (3).

Τοιουτοτρόπως η δογματική αλήθεια της Εκκλησίας, η εκκλησιολογία Της και οι ι. κανόνες της αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα. Γι' αυτό οι ιεροί κανόνες της Εκκλησίας δίνουν μίαν αυθεντική εικόνα της Εκκλησίας και της Εκκλησιολογίας Της, δίνουν την ταυτότητά της στην καθημερινή, γήινή Της όψη, ζωή και δραστηριότητα.

Το ερώτημα βεβαίως που προκύπτει ευθύς αμέσως είναι, ποιοι κανόνες δίνουν αυτήν την αυθεντική εικόνα της Εκκλησίας και της Εκκλησιολογίας Της; Βεβαίως και ασφαλώς πρέπει να διευκρινίσουμε και να τονίσουμε, ότι κανόνες οι οποίοι δίνουν αυτήν την αυθεντική εικόνα είναι οι αυθεντικοί κανόνες της Εκκλησίας, οι αλάθητοι κανόνες Της, οι κανόνες, οι οποίοι έχουν θεσπισθεί ή επικυρωθεί από τις Οικουμενικές Συνόδους της Εκκλησίας. Αυτοί που την εξέφρασαν εν αγίω Πνεύματι, με την επιστασία του αγίου Πνεύματος και την εκφράζουν διηνεκώς και μονίμως διαχρονικώς και διατοπικώς, αιωνίως και οικουμενικώς, καθολικώς.

Τα ανωτέρω στηρίζονται και στον α' καν. της Ζ' Οικουμ. Συνόδου, όπου οι Πατέρες αυτής διακηρύσσουν: «... ασπασίως τους θείους κανόνας ενστερνιζόμεθα και ολόκληρον την αυτών διαταγήν και ασάλευτον κρατύνομεν των εκθέντων υπό των σαλπίγγων του Πνεύματος πανευφήμων Αποστόλων, τών τε Αγίων εξ Οικουμενικών Συνόδων, και τών τοπικώς συναθροισθεισών επί εκδόσει τοιούτων διαταγμάτων και των αγίων Πατέρων ημών εξ ενός γαρ και του αυτού Πνεύματος αυγασθέντες, ώρισαν τα συμφέροντα» (4).

Επίσης στον β' κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος αποτελεί ένα είδος επίσημης συνοπτικής κωδικοποιήσεως των ιερών κανόνων της Εκκλησίας, διακηρύσσεται: «Έδοξε δε και τούτο τη αγία ταύτη συνόδω κάλλιστα τε και σπουδαιότατα, ώστε μένειν και από του νυν βεβαίους και ασφαλείς, προς ψυχών θεραπείαν και ιατρείαν παθών, τους υπό των προ ημών αγίων και μακαρίων Πατέρων δεχθέντας και κυρωθέντας, αλλά μην και παραδοθέντας ημίν ονόματι των αγίων και ενδόξων Αποστόλων ογδοήκοντα πέντε κανόνας... και τους λοιπούς πάντας Ιερούς κανόνας, τους υπό των αγίων και μακαρίων ημών εκτεθέντας (5).... Και μηδενί εξείναι τους προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ή αθετείν, ή ετέρους παρά τους προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως υπό τινων συντεθέντας, τών την αλήθειαν καπηλεύειν επιχειρησάντων. Ει δε τις αλώ (=συλληφθεί) κανόνα τινά των ειρημένων καινοτόμων, ή ανατρέπειν επιχειρών, υπεύθυνος έσται κατά τον τοιούτον κανόνα, ως αυτός διαγορεύει, την επιτιμίαν δεχόμενος, και δι' αυτού εν ώπερ πταίει θεραπευόμενος» (6).

2. Οι κανονομάχοι.

Βάσει, λοιπόν, και αυτών των αυθεντικών κανόνων:

α) Όσοι δεν ασπάζονται και δεν ενστερνίζονται τους θείους κανόνες, δεν ακολουθούν τους Πατέρες των Συνόδων και κάπου χωλαίνουν.

β) Όσοι δεν δέχονται, ότι θεσπίσθηκαν από τους Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων με το φωτισμό του Αγ. Πνεύματος, τ.ε. με τη θεία επιστασία, απιστούν ως προς την μαρτυρία -διδασκαλία των πατέρων - κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων.

γ) Όσοι δεν δέχονται, ότι είναι από την επικύρωση τους αυτή βέβαιοι και ασφαλείς για τη θεραπεία ψυχών και την ιατρεία παθών, γίνονται πρόσκομμα στη σωτηρία των πιστών.

δ) Όσοι παραχαράσσουν, ή αθετούν, ή δέχονται άλλους αντίθετους προς την αλήθειαν και την ορθότητα αυτών των κανόνων, νοθεύουν την αλήθεια και εκκλίνουν προς πλάνη και αίρεση, γιατί αντιτίθενται στους κανόνες.

ε) Όσοι καινοτομούν ή επιχειρούν να ανατρέχουν κάποιον από αυτούς τους κανόνες, σαφώς είναι κανονομάχοι.

Και για να μιλήσουμε με ένα-δύο παραδείγματα: Όσοι μετατρέπουν το πρωτείο ή τα πρεσβεία τιμής που αναγνωρίζουν οι κανόνες σε πρωτεία εξουσίας και δυνάμεως (παπική εξουσία «εκ του κόσμου τούτου»), ή όσοι μετατρέπουν και αναθεωρούν τα επιτίμια που προβλέπουν οι κανόνες για τη θεραπεία και τη σωτηρία των ψυχών των πιστών σε ποινές ή κυρώσεις (δεσποτική εξουσία «εκ του κόσμου τούτου»), για να τιμωρήσουν σωματικώς ή κοινωνικώς τους κληρικούς ή τους λαϊκούς, πρέπει να κρίνουν, μήπως κι αυτοί εμπίπτουν στην κατηγορία των κανονομάχων;

Περαιτέρω θα λέγαμε, διευρύνοντες τα πράγματα: περισσότερο κανονομάχοι είναι και όσοι διδάσκουν τους άλλους να μην τηρούν τους κανόνες, όχι εκείνοι που δεν τηρούν τους κανόνες. Εκείνοι που δεν τηρούν και δεν εφαρμόζουν τους κανόνες, είτε από άγνοια, είτε από αδυναμία, είτε από αμέλεια και αδιαφορία, απλώς είναι αμαρτωλοί, αλλά όσοι διδάσκουν να μη τηρούνται οι κανόνες δεν είναι μόνο αμαρτωλοί, αλλά είναι και αιρετικοί.

Επίσης κανονομάχοι είναι και όσοι ισχυρίζονται ότι οι κανόνες είναι καιρικοί, πρόσκαιροι και προσωρινοί και ότι μπορούμε να τους αλλάζουμε, όπως και τους νόμους της Πολιτείας, οι όποιοι δεν έχουν ούτε διεκδικούν το αλάθητο, και γι' αυτό τους καταργούμε και θεσπίζουμε άλλους.

Ωσαύτως κανονομάχοι είναι και όσοι διατείνονται ότι οι κανόνες έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους, χωρίς να έχουν λόγο ή χωρίς να έχουν ερευνήσει επισταμένως και επιστημονικώς το θέμα βάσει των αρχών της ερμηνείας και εναρμονίσεως των κανόνων (7). Και αυτοί νομίζουν ότι «κάτι» γνωρίζουν. Και εδώ επικρατεί η αρχή και η συνέπεια της ημιμάθειας.

Επίσης κανονομάχοι λογίζονται και όσοι καταβιβάζουν τους θείους κανόνες στο επίπεδο των διαφόρων ανθρωπίνων νόμων, ή αντιθέτως, όσοι αναβιβάζουν δικές τους κανονιστικές διατάξεις στο επίπεδο των ιερών κανόνων, προτού ακόμη μία Οικουμενική Σύνοδος να τους δώσει αυτήν την αυθεντία και τη σφραγίδα, εάν βεβαίως την αξίζουν.

Κανονομάχοι δεν είναι μόνο, όσοι προβαίνουν στις ανωτέρω ενέργειες ή και απόπειρες ή ισχυρογνώμονες γνωμοδοτήσεις, αλλά και όσοι παρακινούν ή παρωθούν τους ασχολούμενους με τους κανόνες, τους κανονολόγους, να προβαίνουν στις ανωτέρω ενέργειες και θεωρήσεις, καθώς και όσοι επιτίθενται προς αυτούς. Βεβαίως κανονομάχοι (τουλάχιστον εμμέσως) είναι και όσοι κανονολόγοι αδιαφορούν για την καθ' οιονδήποτε τρόπο παραχάραξη ή αλλοίωση ή τροποποίηση, ή αθέτηση των ι. κανόνων, για να μην δυσαρεστούν ή τα «χαλάνε» με τους κρατούντες ή τις κυκλοφορούμενες κοσμικές αντιλήψεις ή απαιτήσεις της εποχής τους.

Ασφαλώς κανονομάχοι είναι -ίσως χωρίς να το θέλουν- και όσοι θέλουν να γίνουν βασιλικώτεροι του βασιλέως, επί του προκειμένου, εκκλησιαστικώτεροι των ι. κανόνων, όσοι δηλ. θέλουν να γίνουν «ευσεβέστεροι» από ό,τι υποδεικνύουν αυτοί οι κανόνες της Εκκλησίας. Πρβλ. τους νηστεύοντες και άλλα Σάββατα πλην του Μεγάλου Σαββάτου, παρά τη ρητή υπόδειξή τους.

Κανονομάχοι, λοιπόν, δεν είναι όσοι δεν εφαρμόζουν από τυχόν άγνοια ή αδυναμία τους ι. κανόνες, αλλά όσοι δεν τους τηρούν, όσοι δεν τους φυλάσσουν ως παρακαταθήκη και όσοι δεν τους περιβάλλουν, αλλά τους αναθεωρούν και τους παραθεωρούν, ή τους παραμερίζουν.

3. Κανονολάτρες.

Τέλος, κανονομάχοι αποβαίνουν και όσοι απολυτοποιούν την ισχύ των κανόνων και μάλιστα εκείνων που επιλέγουν αυτοί, και θέλουν «σώνει και καλά» να τους εφαρμόζουν πάντοτε -ιδίως στους άλλους- παραθεωρούντες την ανθρώπινη φύση και την ανθρώπινη αδυναμία και ασθένεια. Αυτοί εμφανίζονται ως ανυποχώρητοι υπέρμαχοι των ιερών κανόνων, προσκολλημένοι στον τύπο του γράμματος. Αυτούς μπορούμε κάλλιστα να τους χαρακτηρίσουμε ως κανονολάτρες, όπως άλλοτε οι εικονολάτρες. Όμως σε τελική, βέβαια, ανάλυση καταντούν κανονομάχοι, γιατί δίνουν εσφαλμένη εντύπωση στους ανθρώπους περί του σκοπού τους και του χαρακτήρα τους.

Οι κανονολάτρες αυτοί δίνουν την αφορμή στους ασθενείς κατά την ορθόδοξο πίστη και τον γνήσιο εκκλησιαστικό βίο να νομίζουν εσφαλμένως, ότι οι ι. κανόνες δεν εκφράζουν το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αγάπης του Ευαγγελίου, άλλα ότι είναι σκληροί νομικίστικοι τύποι.

Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυρισθεί κάποιος ότι αυτοί οι κανονολάτρες δεν είναι λιγώτερο επικίνδυνοι από τους κανονομάχους. Η μη καλή γνώση τους του Κανονικού Δικαίου και των θεσμών της Εκκλησίας, όπως είναι η εκκλησιαστική Οικονομία, έχει τις δυσμενείς αυτές επιπτώσεις. Η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την άγνοια, όπως γνωρίζουμε ήδη.

Αυτοί δεν γνωρίζουν καλά, ότι εάν το κύρος και η αυθεντία των θείων κανόνων είναι απόλυτη, και έτσι μπορούν να αποτελούν απλανείς οδηγούς, γενικώς και διαχρονικώς, αντιθέτως η ισχύς τους και η εφαρμογή τους είναι σχετική, ότι δηλαδή έχει να κάνει με τις περιστάσεις, με τις περιπτώσεις, τις προσωπικές ή τις μερικές, και με τις ανθρώπινες αδυναμίες. Τις εν λόγω καταστάσεις, προϋποθέσεις και συνθήκες, θα τις κρίνει βεβαίως το εκάστοτε αρμόδιο εκκλησιαστικό επισκοπικό, ή συνοδικό, ή εντεταλμένο απ' αυτό όργανο, το οποίο θα χορηγεί αναλόγως την οικονομία, τ.ε. την άδεια για παρέκκλιση από τους κανόνες εκ των προτέρων ή την συγχώρηση για την παράβασή τους εκ των υστέρων.

Αυτοί δεν γνωρίζουν το θεσμό της εκκλησιαστικής οικονομίας, ο οποίος παρέχει στα αρμόδια όργανα της Εκκλησίας το δικαίωμα να χορηγούν την άδεια ή τη συγχώρηση για κάποια πρόσκαιρη και λογική παρέκκλιση από την πιστή εφαρμογή των ι. κανόνων, όχι των δογμάτων, πάντοτε βεβαίως από χριστιανική αγάπη και προς σωτηρία των ανθρώπων (8). Δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει το μέτρο της εκκλησιαστικής οικονομίας που είναι η εν Χριστώ ελευθερία, την οποία έχει η Εκκλησία να διαχειρίζεται τη θεία Χάρη, για να διευθετεί τα του οίκου Της, βεβαίως πάντοτε προς ψυχική ωφέλεια του ανθρώπου, ο όποιος βρίσκεται εντός και έκτος Αυτής (9), και όχι προς το ίδιον των οργάνων αυτής υλικό ή κοσμικό συμφέρον.

Δεν μπορούν ίσως ακόμη να αντιληφθούν ή να κατανοήσουν, ότι η οικονομία αυτή λειτουργεί έτσι, ώστε να μη μπορεί να δικαιολογηθεί καμμία κατάργηση ή αναθεώρηση, ή τροποποίηση των ι. κανόνων.

Αυτοί δεν ενθυμούνται ή κάνουν πως δεν ενθυμούνται τους λόγους του Κυρίου, που δίδαξε, ότι «Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο και ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον» (Μάρκ. 2,27), χωρίς βεβαίως να καταργήσει το Σάββατο. Τελικά αυτοί δεν καταντούν μόνο κανονομάχοι, αλλά και ανθρωπομάχοι, ή μήπως και ανθρωποκτόνοι;

Επιλεγόμενα.

Εν τέλει θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει, ότι γενικώς οι κανονομάχοι, εφ' όσον «κτυπούν» και καταστρέφουν τους θείους και ιερούς κανόνες που είναι εικόνες της Εκκλησίας, εμμέσως καθίστανται, καταλήγουν να γίνονται, και εκκλησιομάχοι . Προς ενίσχυση αυτών υπενθυμίζουμε κι εδώ τους λόγους του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Εκκλησίαν δε λέγω... ου τοίχους εκκλησίας, αλλά νόμους Εκκλησίας... Εκκλησία γαρ ου τοίχος και όροφος, αλλά πίστις και βίος» (10).

Για όλους αυτούς τους λόγους έχουμε την ταπεινή γνώμη και πρόταση, ότι η Εκκλησία σε μία (στην) προσεχή Οικουμενική ή Γενική Σύνοδο οφείλει να ασχοληθεί κατά πρώτο και κύριο λόγο με το θέμα της Εκκλησιολογίας, εν σχέσει και με το θέμα των ιερών κανόνων και τη θέση των κανονομάχων - εκκλησιομάχων ή κανονολατρών εντός αυτής. Εάν για τις ιερές εικόνες και τους εικονομάχους - εικονολάτρες επήρε θέση, πολύ περισσότερο οφείλει να πάρει θέση για τους θείους και ιερούς κανόνες κατ' αρχάς και κατ' αρχήν και για τους κανονομάχους και τους κανονολάτρες στη συνέχεια.

Συγχρόνως οφείλει όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας να (δι)ερωτηθεί: Αν η ορθή - πρέπουσα τιμή ανήκει στις ι. εικόνες, μήπως η ανάλογη ή και περισσότερη τιμή ανήκει στους θείους και ι. κανόνες; Και, αν η ορθή τιμή προς τις εικόνες διαβαίνει στο πρωτότυπο, στα εικονιζόμενα άγια πρόσωπα, τότε και η ορθή τιμή προς τους κανόνες της Εκκλησίας δεν διαβαίνει προς την Αγία Εκκλησία και τη θεία Κεφαλή Της;

Και αντιθέτως, αν η ατίμωση και η περιφρόνηση προς τις εικόνες διαβαίνει προς τα πρόσωπα των εικονιζόμενων αγίων, μήπως κατά τον ίδιο τρόπο και η καταφρόνηση και ατίμωση των ι. κανόνων διαβαίνει προς τα νομοθετήσαντα και θεσπίσαντα αυτούς πρόσωπα του Αγίου Θεού και της Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας;

Βάσει και αυτών των δεδομένων και των σχετικών αναλογιών και των «όρων» και ερωτημάτων οφείλει η Εκκλησία να καταλήξει και να αποφασίσει, μήπως και στην περίπτωση των κανονομάχων ή και κανονολατρών έχουμε να κάνουμε με μία εκκλησιολογική αίρεση, όπως των εικονομάχων ή εικονολατρών; Οπότε δεν θα ολιγωρήσει η ποιμαίνουσα Εκκλησία να διαφωτίσει το πλήρωμα Της, κλήρο και λαό, να το κατατοπίσει, ίσως και να το προειδοποιήσει και τελικώς να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα η και επιτίμια.

____________________________
Σημειώσεις.

1. V. Lossky - Μετάφρ. Στ. Πλευράκη, Η μυστική θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1964, σελ. 206. Πρβλ. Κων. Μουρατίδου, Ησυνταγματική κατοχύρωσις των ι. κανόνων, «Κοινωνία», τομ. ΙΖ' (1974), σελ. 150-151.

2. Ιω. Καρμίρη, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, ( Δογματικής Τμήμα Ε'), Αθήναι 1973, σελ. 520.

3. Διονυσίου Ψαριανού, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης, Χαριστήριος Ωδή, εν Αθήναις 1969, σελ. 168.

4. Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, τόμ. Β', σελ. 556.

5. Στη συνέχεια εκτίθενται ονομαστικώς οι σχετικοί κανόνες.

6. Γ. Ράλλη - Μ. Ποτλή, τόμ. Β', σελ. 308-310.

7. Βλ. Παν. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, Εκδ. Γ' Επηυξημένη, εκδ. «Γρηγόρη», Αθήνα 2002, σελ. 69 εξ.: «Ο ερμηνευτής και οι προϋποθέσεις ερμηνείας των ι. κανόνων», και « Αρχές ερμηνείας ( και εναρμονίσεως ) των ι. κανόνων».

8. Βλ. Παν. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, σελ. 51.

9. Βλ. Παν. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, σελ. 60.

10. Ιωάννου του Χρυσοστόμου , Ομιλία, Ό τε της Εκκλησίας έξω ευρεθείς Ευτροπίας απεσπάσθη, Ρ G 52, 395 εξ.
 
Πηγή: alopsis.gr

Αναζητηση

Αναγνωστες