Η ψυχή που μελετά ακατάπαυστα κάθε ημέρα το λόγο του Κυρίου, συνηθίζει και στον ύπνο να προσκολάται σε αυτά τα νοήματα.

(Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Σαν σήμερα...


https://1.bp.blogspot.com/-zMcP4REjFUo/WZd_y_qMZPI/AAAAAAAJUKE/aom5WqPpZxMVmMniSOi1LnGCkdNxfp03gCLcBGAs/s1600/%25CE%259A%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25B1%25CE%25B3%25CF%2581%25CE%25B1%25CF%2586%25CE%25AE.JPG

Τρεις ημέρες μετά το εορτασμό της Κοίμησης της Θεοτόκου και τις εκδηλώσεις στην Παναγία Σουμελά, τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο, μετέβησαν στο Βατούμ του Καυκάσου για να εξετάσουν κρίσιμα εθνικά θέματα του Πόντου.

Η Συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου έγινε στις 19 Αυγούστου 1920 μετά τα δραματικά γεγονότα στην περιοχή του Πόντου, κυρίως στην Κερασούντα, αλλά και με κύριο θέμα την αντιμετώπιση των προσφύγων στη Ρωσία.

Το Εθνικό Συμβούλιο εξουσιοδότησε τριμελή επιτροπή από τους Λεωνίδα Ιασωνίδη, Βασίλειο Ιωαννίδη και Θεμ. Καζαντζόγλου να μεταβεί στην Αθήνα, να συναντήσει τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο και να του θέσει υπόψη τα κρίσιμα αυτά ζητήματα.

Μετά τη δίωρη ακρόαση που είχαν εκδόθηκε το ακόλουθο ανακοινωθέν:

«Αξιοθέντες διώρου ακροάσεως παρά τω κ. Βενιζέλω εξεθέσαμεν λεπτομερώς παρούσαν κατάστασιν τρομοκρατουμένου Πόντου, ιδιαιτέρως δε κατάστασιν προσφύγων Ρωσίας. Υπεδείξαμεν μέτρα κατάλληλα και ανάγκην αμέσου αυτών εφαρμογής. Μετά σοβαράν συζητησιν επεφυλάχθη απαντήσαι λίαν προσεχώς, διαβεβαιώσας αμέριστον αυτού ενδιαφέρον υπέρ Πόντου»

Εκτός από τον Ελευθέριο Βενιζέλο η Επιτροπή είδε τον Πρόεδρο της Βουλής και τους υπουργούς Εξωτερικών και Περιθάλψεως, στους οποίους εξέθεσε τα δεινοπαθήματα των πληθυσμών του Πόντου.

Εζήτησε από αυτούς την ταχεία ενέργεια της κυβερνήσεως όπως περισωθεί ο απειλούμενος ελληνισμός. Παράλληλα η Επιτροπή επισκέφθηκε και ενημέρωσε τους πρεσβευτές των Δυνάμεων και όλοι έδωσαν διαβεβαιώσεις ότι «λίαν προσεχώς θα προστατευθή καταλλήλως ο ελληνικός πληθυσμός του Πόντου».

Σημειωτέον, ότι εκείνες τις μέρες πολλοί Έλληνες της Κερασούντας οδηγήθηκαν από τους Τσέτες βιαίως εκτός της πόλεως και εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους, ενώ ο Τοπάλ Οσμάν συνέλαβε περί τους 150 προκρίτους ομογενείς μας της κοινότητος Κερασούντος και τους μετέφερε στην ενδοχώρα χωρίς να γνωρίζει κανείς την τύχη τους.

Στον προεστό Γεώργιο Βαλαβάνη, που τόλμησε να διαμαρτυρηθεί, του έκοψαν τη γλώσσα, τα χέρια και τον πέταξαν στη θάλασσα…. Το ίδιο έκαναν και σε δύο νεαρά παιδιά.

Τάσος Κοντογιαννίδης

Πηγή: stoxos.gr

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Συμφωνία για μία ενιαία Θρησκεία από τους εκπροσώπους όλων των θρησκειών.


Αξίζει να ενημερωθείς, δες το.


Προπαγάνδα υπέρ των παιδεραστών.


Αν διαφωνείς με το βίντεο είσαι οπισθοδρομικός;


Άλις Κούπερ - Ο κόσμος ανήκει στον σατανά αλλά αν δεν έχεις τον Χριστό στην ζωή σου είσαι θύμα.


Αχιλλέας Παράσχος.


https://upload.wikimedia.org/wikipedia/el/a/a0/%CE%91%CF%87%CE%B9%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%BF%CF%82.JPG

Του Πάνου Χατζηγεωργιάδη, Μουσικοσυνθέτης, Λογοτέχνης, Δημοσιογράφος

«Το κατά κόσμον όνομα, Παράσχος Αχιλλέας
Μεγίστην τύχη έλαβε ως άλλος βασιλέας
Μα οτι και αν έγραψε, το έσβησε η λήθη
Θνητού θυσία πρόσκαιρος, στα μανιασμένα πλήθη»...

Νικηφόρος Βυζαντινός για τον Αχιλλέα Παράσχο

Τι να πείς σε έναν κόσμο που αργοπεθαίνει και έχει φτάσει στο ναδίρ. Τι να πείς σε έναν κόσμο που δεν βλέπει εμπρός του παρά σκοτάδι, δεν διακρίνει την παραμικρή προοπτική ανάτασης πνευματικής πρωτίστως και με πολύ μεγάλη δυσκολία προσπαθεί να επιβιώσει.

Σε αυτόν τον κόσμο νιώθω προσωπικά την ανάγκη να μιλήσω δυναμώνοντας την ένταση της φωνής μου. Αυτός ο κόσμος ο αποστεωμένος ηθικής, πνεύματος, ειλικρινούς αγάπης και ενδιαφέροντος για τον δίπλα, καλλαισθησίας, σε αυτόν τον κόσμο, οφείλεις να μιλάς με περισσότερο νοιάξιμο. Αυτός είναι ο κόσμος που εν τέλλει έχει περισσότερο ανάγκη τις παραστάσεις μιάς άλλης κατάστασης, μιάς κατάστασης που μοιάζει σαν σε όνειρο χαμένη μέσα στην λήθη και την αχλή του χρόνου. Να του μιλήσεις για ανθρώπινες φιγούρες όπου περπάτησαν στην γη δεκαετίες ή και αιώνες πίσω, να τις αντιπαραβάλλεις με το σήμερα σε μιάν προσπάθεια ανέλπιδα αν το θέλετε μα αναγκαία, να επέλθει η βελτίωση του παρόντος διαμέσω της μελέτης του παρελθόντος.

Διότι όλα είναι εκεί. Η ομορφιά, η αρχαία γειτονιά της Πλάκας κάτω απο την Ακρόπολη, τα απομεσήμερα τα έμπλεα λαμπρού αττικού φωτός, τα γιασεμιά, η όμορφη ζωή με ρυθμούς ανθρώπινους με λίγα λόγια, η οποία χάθηκε σκεπασμένη κάτω απο τα φώτα του δήθεν σύγχρονου πολιτισμού. Ενός «πολιτισμού» βαθιά αντιανθρώπινου που σκοπό μόνον έχει την αποκτήνωση του πλάσματος αυτού του Θεού.

Στο «στόχαστρο» λοιπόν για σήμερα, ο Αχιλλέας Παράσχος. Να σας είπω την αλήθεια ποτέ δεν με ενδιαφέρει η κατά σάρκαν παρουσία κάποιου, αλλά το «ίχνος» που αφήνει μέσα στο χρόνο και τους γύρω του αλλά και όσους ακολουθούν, η υστεροφημία κάποιου ως ορίζεται απο την αρχαιοελληνική κοσμοθεώρηση των πραγμα΄των. Αυτό θεωρώ πως έχει την μεγαλύτερη σημασία για όλους μας, απο την κατά σάρκαν παρουσία μας επί γης. Το κλίμα μιάς ολάκερης εποχής, μιάς εποχής άκρατου ρομαντισμού σε αντιδιαστολή με την σημερινή κατάσταση της παντελούς έλλειψης του.

Πέραν τούτων των σκέψεων όμως ας δούμε και δύο πράγματα περί του Παράσχου. Ο Αχιλλέας Παράσχος (πραγματικό όνομα Νασάκης ή Νασίκογλου), γεννίεται στο Ναύπλιο την τότε πρωτεύουσα της Ελλάδας, στα 1838. Υπήρξε ο βασικότερος και ο πλέον σημαντικός, αυτός που άφησε το στίγμα του περισσότερο απο κάθε άλλον αναφορικα΄με το κίνημα του ρομαντισμού στην ποίηση για τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα και σημαντικός ποιητής της πρώτης Αθηναικής σχολής. Με καταγωγή απο το νησί της Χίου, ο πατέρας του Παράσχος Νασάκης ή Νασίκογλου (απο κεί πήρε και το φιλολογικό του ψευδώνυμο ο μικρός Αχιλλέας) κάποια στιγμή έρχεται στην μικρή ακόμη τότε Αθήνα, μιά Αθήνα που θύμιζε περισσότερο μεγάλο χωριό παρά πρωτεύουσα κράτους, για μια καλύτερη τύχη τόσο για αυτόν, όσο και για την οικογένεια του.

Μέσα στο κλίμα της αμέσου μετεπαναστατικής Ελλάδας, ο Αχιλλέας Παράσχος αρχίζει και διαμορφώνει και με την βοήθεια του μεγαλύτερου αδελφού του Γεωργίου ο οποίος και αυτός με την σειρά του υπήρξε λόγιος της εποχής, το ποιητικό του προφίλ, εμπνεόμενος απο τους αγωνιστές της επανάστασης, αλλά και απο το κίνημα του ρομαντισμού το οποίο και με διαφορά φάσης θα έλεγε κανείς υπήρχε εδώ και καιρό στην Ευρώπη.

Ο Παράσχος λόγω μάλλον περισσότερο της μποέμικης φύσης του, δεν αναλώθηκε σε σπουδές και τα τοιαύτα, οι γνώσεις του θα έλεγε κανείς πως είναι επιφανειακές και ευκαιριακού χαρακτήρα, όμως η ποίηση του όντας απλή και εντελώς λειτουργική παρά τις ως είναι φυσικό ατέλειες της, τις επαναλήψεις και τις χασμωδίες, υπήρξε εξαιρετικά αγαπητή στον λαό. Χαρακτηρίστηκε όσο ζούσε ως «εθνικός ποιητής» και η ποίηση υπήρξε για αυτόν το κυριότερο έσοδο και τρόπος βιοπορισμού, αν και πέθανε πτωχός εξαιτίας του οτι ποτέ δεν σκέφτονταν το «μέλλον του καλλιτέχνη» που είναι τις περισσότερες φορές σκληρότατο όσον αφορά το τέλος.

Υπήρξε μέλος της αντιοθωνικής «Χρυσής Νεολαίας» μα σαν πέθανε ο Όθων, έγραψε ποίημα συγκινητικόν υπέρ του. (Ωστόσο, όταν το 1867 πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο την απογοήτευσή του από την πολιτική εκείνων που είχαν εκδιώξει τον Όθωνα,αλλά δεν τήρησαν τις επαγγελίες τους). Τέτοιος ήταν ο Αχιλλέας Παράσχος, φύσις αντιφατική, ρομαντική, ύμνησε την πατρίδα, αγάπησε τις ηρωίδες των ποιημάτων του περισσότερο απο οτιδήποτε άλλο και έζησε μιά ζωή πέρα απο την πεπατημένη των πολλών, αν και δημιούργησε οικογένεια. Πεθαίνει το 1895 και η κηδεία του παίρνει πάνδημο χαρακτήρα ως και ο Βασιλέας παρίσταται εκεί, μα σήμερα λόγω του οτι υπηρέτησε αξίες που δεν υπάρχουν πιά, παραμένει τεχνηέντως ίσως λησμονημένος απο τον δήθεν «πνευματικό κόσμο», ο οποίος διατηρώ πάντοτε την εντύπωσιν πως δεν τον γνωρίζει κάν, παρά το οτι τον αντιμάχεται ως έναν αντίπαλο μιάς παλιάς περασμένης κατάστασης, η οποία ενδεχομένως έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
 
Πηγή: Στόχος, wikipedia.org

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου - Λόγος Έβδομος. Η ένδεια είναι ευεργεσία του Θεού.

http://www.impantokratoros.gr/dat/5BA4617D/image1.jpg?636369136095141250
 
α. Ότι δια την υπερβολικήν αγάπην όπου έχει ο Θεός εις τους ανθρώπους έβαλεν αυτούς εις πολλά, και διάφορα περιστατικά.

β'. Και ότι η ένδεια είναι η ευεργεσία του Αγίου Θεού.
 
γ'. Και ότι εκείνος οπού φεύγει την ένδειαν, αποβάλλει τον χριστιανισμόν, και δεν θέλει να είναι χριστιανός.
 
δ'. Και ότι ανάγκη είναι να έχουν οι χριστιανοί θλίψεις και βάσανα.
 
Α’. Ο Θεός ο φιλάνθρωπος εσυγχώρησε να περικυκλώσουν τον άνθρωπον, άφ' ου εξέπεσεν από την χάριν του, φόβοι πολ­λοί, και διάφορα περιστατικά, και θλίψεις, και βάσανα. Και τον άφησε να ενοχλήται, και να ταράττεται από όλα τα μέρη, και να πολεμήται από τον ίδιον τον εαυτόν του. Η δε αιτία όπου το έκαμεν αυτό, είναι θαυμαστή, και γεμάτη από αγάπην, και αγαθότητα. Ότι καθώς ένας υπέρπλουτος άνθρωπος όπου να έχη υιόν αγαπητόν, και δια την πολλήν αγάπην όπου έχει εις αυτόν, δεν θέλει να ευρίσκη, ή να πέρνη άλλοθεν ο υιός του, μήτε φαγητά, μήτε πιοτά, μήτε φορέματα, μήτε υποδήματα, μήτε καμμίαν άλλην απόλαυσιν, και άνεσιν, αλλά θέλει να λαμβάνη όλα αυτά από τον πατέρα του μόνον, δια να ευρίσκεται πάντοτε κοντά του, και να ανα­παύεται εις τα γόνατά του.
 
Και αν ίσως καμμίαν φοράν συμβή να φύγη από τον πατέρα του ο υιός, και θελήση να πάρη από άλλον όλα του τα χρειαζόμενα, κάνει τρόπον ο πατήρ του, ή να μη τα ευρίσκη τελείως ο υιός του, ή αν τα ευρίσκη να τα λαμβάνη με κόπον, και πόνον, και θλίψιν. Μάλιστα παραγγέλλει ο πατήρ όλους όσοι είναι εις την εξουσίαν του, εάν ίδουν τον υιόν του όπου να περιπατή εδώ και εκεί μακριά από τον πατέρα του, να τον διώχνουν, και να τον λυπούν εις κάθε πράγμα, δια να γυρίση εξ ανάγκης, και μη θέλωντας εις τον πατέρα του, και να αναπαύετε εις αυτόν όπου τον ηγάπησε πολλά, μη ευρίσκωντας την ανάπαυσίν του εις άλλο μέρος.
 
Τοιουτωτρόπως έκαμε και ο Θεός εις τον άνθρωπον, δια να μην ευρίσκη ανάπαυ­σιν εις την παρούσαν ζωήν, και εις τα πράγματα του κόσμου, (ότι όλα αυτά είναι ματαιότης) και να αναγκάζεται να γυρίζη πάλιν προς τον αγαθόν Θεόν, και κύριον, και δεσπότην, και πατέρα, και προνοητήν, και κηδεμόνα, και λυτρωτήν, και σωτήρα του, και να ευρίσκε­ται κοντά του. Ώστε και αυτός ο άνθρωπος να ευρίσκη ανάπαυσιν, και ο Θεός, και πατήρ του να απολαμβάνη πάντοτε τον υιόν του, και να χαί­ρεται εις ούτον.
 
Ότι ο άνθρωπος πριν της παρα­βάσεως ήτον εις κάθε ευτυχίαν, και είχε μεγάλην ανάπαυσιν, και εχαίρετο μέσα εις τον παράδεισον, χωρίς καμμίαν θλίψιν, και λύπην, και μήτε ίξευρε παντελώς τι πράγμα είναι η λύπη. Όμως από την απροσεξίαν όπου είχε δια την μεγάλην ευτυχίαν του, ήλθεν εις επιθυμίαν να απολαύση εκείνα όπου ήσαν ανώτερα από λόγου του, και υπέρ την δύναμίν του, και ηθέλησε να γένη Θεός κατά την συμβουλήν του διαβόλου.
 
Δια τούτο παρευθύς, όπου ηθέλησε να επιχειρισθή τα αδύνατα, έχασεν εκείνην την μεγάλην ευτυχίαν, και ανάπαυσιν όπου είχε, και έγινεν ενδεής εις πολλά, και όσην πλουσιότητα είχε πρώτον, εις άλλην τόσην ένδειαν, και πτωχείαν εκατήντησεν ύστερον, και έλαβε την παίδευσιν της υπερηφανίας, από την οποίαν επαρακινήθη, και αυθαδίασε να επιχειρισθή εκείνο το μεγάλον, και τολμηρόν επιχείρημα. Ότι τρόπον τινά ωσάν να εχόρτασεν από την ευτυχίαν εκείνην όπου του εχάρισεν ο Θεός, και την εκαταφρόνησε πλέον, και ηθέλησε το ανώτερον.
 
Αφ' ου δε έγινεν ενδεής, δοκιμάζει κόπους πολ­λούς, και πόνους και μόχθους δια την χρείαν, και ένδειάν του, και μην έχωντας τα χρειαζόμενα, καθώς θέλει, λυπείται, και θλίβεται, και αδημονεί, και θέλωντας να μην ευρίσκεται εις ένδειαν, κάμνει μεγάλους αγώνας, δια να ζη πλουσιοπάροχα, και άπ' αυτήν την αιτίαν πα­ρακινούμενος, γίνεται κλέπτης, ή κρυφός, ή φανερός, και αδιάντροπος, πέρνωντας τα ξένα πράγματα, και πλεονέκτης, και άδικος, και άρπαξ, και ζηλεύει, και προδίδει, και κατηγορεί, και μάχεται, και φυλάττει έχθραν, και πολεμεί, και επιβουλεύεται, και κάνει εκοίκησιν, και φιλονεικά, και ψεύδεται, και κάνει όρκους, και φο­νεύει, και καταφρονεί και αυτόν τον Θεόν όπου του εδιώρισεν εις την παρούσαν ζωήν δια προσωρινήν κόλασιν, την ένδειαν, την οποίαν επροξένησεν εις το ανθρώπινον γένος η παράβασις του Αδάμ.
 
Και τοιουτωτρόπως κάμνωντας γί­νεται εχθρός του Θεού, και εναντιώνεται εις την προσταγήν του, όπου εδιώρισε να είναι ενδεής, και αυτός γίνεται πλούσιος, και ευτυχισμένος. Και δια τα πλούτη του γίνεται κενόδοξος, και υπερήφανος. Έπειτα τι ακολουθεί; το Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται, και καταντά το τέλος του εις την ομοίαν καταδίκην όπου ήλθε και ο διάβολος ο αποστάτης, του Θεού.
 
Β’. Πρέπει λοιπόν να ιξεύρωμεν, ότι την ένδειαν την έδωκεν ο Θεός δικαίως εις ημάς δια τιμωρίαν προσωρινήν, και δια τούτο πρέπει να την υπομένωμεν με ευχαριστίαν, δια να σύρωμεν εις τον εαυτόν μας με τούτο την ευσπλαγχνίαν, και το έλεος, και την πρόνοιαν του Θεού. Ότι εκείνον όπου αγαπά ο Κύριος τον παιδεύει, δια να ταπεινωθή με την παίδευσιν εκείνην της έν­δειας, και να μακρύνη από την υπερηφάνιαν.
 
Και μαστιγοί πάντα υιόν, ον παραδέχεται, με δια­φόρους αρρώστιας, και θλίψεις, δια να τον συμμαζώξη κοντά του, και να τον έχη μαζή του. Και δια τους αγώνας, και πόνους όπου υπομέ­νει με ευχαριστίαν, να τον στεφανώση με τον στέφανον της υπομονής, και να τον κάμη υιόν του θετόν. Διότι η παράβασις του Αδάμ δεν ακολούθησεν από άλλο τίποτε, παρά με το να είχεν όλα τα αγαθά με πλουσιότητα, και χωρίς κόπον. Δια τούτο κάθε ένας όπου σπουδάζει να αποφύγη την ένδειαν (την οποίαν δεν είναι δυ­νατόν να την αποφύγη τινάς ποτέ) φαίνεται πως εναντιώνεται εις τον Θεόν, και τρόπον τινά α­γωνίζεται να χαλάση την απόφασιν του Θεού όπου επρόσταξε να τρώγωμεν το ψωμί μας με τον ιδρώτα του προσώπου μας, έως όπου να αποθάνωμεν.
 
Επειδή λοιπόν εις την παρούσαν ζωήν εδόθη εις όλους τους ανθρώπους η ένδεια, ωσάν μία πρόσκαιρος κόλασις φυσική, εκείνος όπου αγωνίζεται να την αποφύγη θέλει καταντήσει εις την αιώνιον κόλασιν (1) ότι δεν είναι δυνατόν να αποφυγή τινάς με άλλον τρόπον την ένδειαν της παρούσης ζωής, έξω μόνον με αρ­παγάς, και αδικίας, και πλεονεξίας. Και η ευτυ­χία, και τα πλούτη, φυσικά προξενούν την υπερηφάνειαν, όπου είναι η αρχή της αμαρτίας, και δια να πέση κάτω να κρημνισθή η υπερηφάνια, πέρνει τον υπερήφανον εις την εξουσίαν της η αισχρουργία, ήγουν τον κυριεύουν τα σαρκικά πάθη, τα οποία προέρχονται από ανοησίαν και διαφθοράν ορθού λογισμού.
 
Γ’. Όθεν κάθε χριστιανός όπου πάσχει να αποφυγή την ένδειαν, είναι φανερόν πως δεν θέ­λει να είναι αληθινός χριστιανός. Ότι ο αλη­θινός χριστιανός είναι αδύνατον να είναι χωρίς, ένδειαν. Διατί ο Υιός και ο Λόγος του Θεού, και Θεός όπου έγινεν Άνθρωπος όμοιος με ημάς, δια να αναπλάση την ανθρωπίνην φύσιν, δεν εχάλασεν απλώς και ως έτυχε ταις απόφασές του, ήγουν την φθοράν, και τον θάνατον όπου έδωκε δια τιμωρίαν του Αδάμ, όπου παρέβη την εντολήν του· ότι και το, εν ιδρώτι του προ­σώπου σου φαγή τον άρτον σου· και το, γη, ει, και εις γην απελεύση, μένουν δια πάντα εις τους ανθρώπους. Άλλα κάνωντας εκείνους όπου πιστεύουν εις την ένσαρκον οικονομίαν του, κοι­νωνούς μετόχους της εδικής του δυνάμεως, ως Θεού δυνάμεως, και της εδικής του σοφίας, ως Θεού σοφίας, τοιουτωτρόπως εχάλασε ταις απόφασες όπου είπαμεν δια μέσου πολλών παθημά­των και θλίψεων, έως και δια του σταυρού ά­τιμου θανάτου, γενόμενος εις ημάς τύπος και παράδειγμα αυτός πρώτος ο Κύριος ημών Ιη­σούς Χριστός.
 
Ομοίως και οι Απόστολοι, και όλοι οι αληθινοί χριστιανοί λαμβάνοντες με την χάριν του Χριστού μεγάλην δύναμιν, υπομένουν μετά χαράς τας θλίψεις, και τους πειρασμούς, και καρποφορούν με πολλήν υπομονήν. Δια τούτο και οι Μάρτυρες δεν επαρακαλούσαν τον Χριστόν, να τους γλυτώση από τα παιδευτήρια, και τα βάσανα του μαρτυρίου, ούτε οι Ασκηταί εζητούσαν να τους ελευθερώση από τους πόνους, και μόχθους της ασκήσεως, αλλά επαρακαλούσαν να τους δώση υπομονήν πολλήν, και με υπομονήν μεγάλην αγωνίσθησαν τον αγώνα του μαρ­τυρίου, και της ασκήσεως, δια να λάβουν εις την μέλλουσαν ζωήν τον μισθόν κατά τον κόπον τους, δια τούτο και ο Θεός λέγεται Θεός της υπομονής και της μακροθυμίας.
 
Δ’. Λοιπόν εις κάθε θεοσεβή είναι αναγκαία κάθε θλίψις, και στενοχώρια, και λύπη. Ότι προ του να δοκιμάση τινάς τους πειρασμούς δεν ημπορεί να τους καταλάβη, και να τους γνωρίση, καθώς πρέπει, αλλά όταν τους δοκιμάση, και τους γνωρίση, και ελευθερωθή από αυτούς, τότε ευχαριστεί εκείνον όπου τον ελευ­θέρωσε. Διατί εκείνος όπου είναι απείραστος, και δεν εδοκίμασε πειρασμούς, είναι αμελής εις το να ευχαριστή τον Θεόν, από τον οποίον φυλάττεται, και μένει απείραστος. Αμή οπόταν πέση εις πειρασμούς, και ελευθερωθή, τότε του ευχα­ριστεί πολλά. Ει δε και ευρεθή τινάς όπου να ευχαριστή τον Θεόν πάντοτε, χωρίς να δοκιμάση πειρασμούς, όμως δεν τον ευχαριστεί τόσον πολλά, και με τόσην προθυμίαν, με όσην τον ευχαριστεί εκείνος όπου ελευθερωθή από θλίψεις, και πειρασμούς.
 
Ώστε όπου αναγκαίον, και χρειαζόμενον είναι, να πέση κάθε χριστιανός εις πει­ρασμούς και θλίψες, και στενοχωρίαις, και λύπαις, δια να γνωρίση την δύναμιν του Θεού, και να τον ευχάριστη εξ όλης του της ψυχής, και εξ όλης του της διανοίας, και εξ όλης του της δυνάμεως. Και μάλιστα εκείνος όπου έχει άνεσιν, και δεν έχει πειρασμόν, είναι υποκείμε­νος εις δύω μεγάλα κακά. Το ένα όπου δεν ευ­χαριστεί τον Θεόν εξ όλης του ψυχής και καρ­δίας, και το άλλο όπου καταγίνεται ο νους του εις φροντίδας ματαίας, και ανωφελείς. Αν ίσως ο Αδάμ ευχαριστούσε τον Θεόν εις καιρόν, ό­που ευρίσκετο εις μεγαλωτάτην ανάπαυσίν, και ανεκλάλητον χαράν, βέβαια δεν ήθελε πλανηθή, μήτε ήθελε δεχθή ποτέ εκείνην την πονηράν συμβουλήν του διαβόλου, μήτε ήθελε επιθυμήση να γένη Θεός.
 
Δια τούτο και ημείς καθώς χρειαζόμεθα την αναπνοήν του αέρος, τοιουτωτρόπως χρειαζόμεθα και την ευχαριστίαν του Θεού, εάν θέλωμεν να μη πέσωμεν εις πειρασμούς, και θλί­ψεις, και λύπας. Όθεν ας ευχαριστούμεν, αδελ­φοί μου, εις όλα τον Θεόν, και ας υπομένωμεν αγογγύστως κάθε πειρασμόν, και θλίψιν, εν Χρι­στώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας.
 
Αμήν. 
________________________
 
(1) Το αυτό λέγει και» ο μέγας Αθανάσιος εις τον περί παρθενίας λόγον. Ο έχων ανάπαυσιν εν τω κόσμω τούτω, την αιώνιον ανάπαυσιν μη ελπιζέτω λαβείν˙ η βασιλεία γαρ των ουρανών ουκ εστι των αναπαυομένων ενθάδε, άλλ' εκείνων εστί των εν θλίψη πολλή, και στενοχωρία διαξάντων τον βίον τούτον.
 
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ: ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΤΑ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ 

Πηγή:
aktines.blogspot.gr

Η απολογία του αγίου Ιωσήφ, Πατριάρχου Κων/πόλεως, περί της ενώσεως των Εκκλησιών, Ιούνιος 1273.



 
Μοναχός Παΐσιος Καρεώτης, Καθηγητής Ἀθωνιάδος Σχολῆς 
 
Στὴν δική μας ἐποχή, ἡ ἀπολογία τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Ἰωσήφ ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς διδάξη καθὼς τά προβλήματα πού ἔκαναν ἀναγκαῖα τήν σύνταξίν της εἶναι παρόμοια πρὸς τά δικά μας. Οἱ ἐνδοεκκλησιαστικές ἀντιπαλότητες, ἡ ὀξύτητα τῶν ἀντιπαραθέσεων, ἡ ἀφόρητη πίεσι ἐξωεκκλησιαστικῶν παραγόντων, τά ἐπιχειρήματα περί λόγων οἰκονομίας διά μίαν κοινὴν ἑνότητα, εἶναι λίγα ἀπό τά κοινά σημεῖα τῶν δύο ἐποχῶν.

Πρός τά τέλη τοῦ 1272 εἶχε ἔρθει ἀντιπροσωπεία ἐκ τῆς Ρώμης, κατόπιν αἰτήσεως τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγου, ἡ ὁποία ἀπαιτοῦσε ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ἕνωσις Ρώμης καί νέας Ρώμης, πρέπει νά γίνη διά τῆς ἀποδοχῆς τῶν τριῶν ῾῾κεφαλαίων᾽᾽, δηλ. τήν ἀποδοχή τοῦ πάπα ὡς πρώτου ἀρχιερέως, τήν ἀποδοχή τῆς ἐκκλήτου καί τό μνημόσυνον τοῦ ὀνόματός του. Ὅλα τά ἄλλα δόγματα, ἤθη καί ἔθιμα τῆς κάθε ἐκκλησίας, θά ἔμεναν ἀνέπαφα. Ἡ κάθε μία, θά κρατοῦσε τήν δική της παράδοσι.
 
Ὁ Μιχαήλ Η Παλαιολόγος (1259-1282) ζήτησε τήν θεολογική γνώμη τῶν Ἀρχιερ´έων, τοῦ Πατριάρχου, πολλῶν μοναστικῶν κέντρων καί λογάδων κληρικῶν. Συγκάλεσε ‘’Διάσκεψι’’ στήν Κωνσταντινούπολη μέ τήν συμμετοχή τοῦ πατριάρχη Ἰωσήφ καί ἄλλων ἐπισκόπων. Στήν ‘’Διάσκεψι’’ αὐτή ὁ αὐτοκράτορας ὑποστήριζε ὅτι οἱ διαφορές ἦσαν ἐπουσιώδεις. Ἡγέτης τῶν ἀνθενωτικῶν τότε ἦταν ὁ Ἰωάννης Βέκκος, ὁ ὁποῖος τόνισε, «ὀνομάζονταί τινες αἱρετικοί μή ὄντες τοιοῦτοι, ἄλλοι δέ εἰσί, καίπερ μή ὀνομαζόμενοι» (Γεωργ.Παχυμέρη, V, 12). Ἕνα ἀπό τά μοναστικά κέντρα πού ἀπάντησε πρός τόν αὐτοκράτορα, ἦταν καί τό Ἅγιον Ὄρος. (V. Laurent Darrouzes, DossierGrecdel΄uniondeLyon, 1273-1277 Paris 1976, σελ. 377-403). Σέαὐτήτήν ‘’Διάσκεψι’’ ὁ πατριάρχης Ἰωσήφἔκανε ὅρκο ὅτι δέν θά ἀποδεχθῆ τήν ἕνωσι καθώς καί ὅλοι οἱv συνοδικοί. Ἡ ῾῾Διάσκεψις᾽ ἀπέτυχε, ἀλλά ὁ αὐτοκράτωρ ἀπεδέχθη προσωπικά τήν λατινική Ὁμολογία πίστεως. Στή συνέχεια ἐκλήθη εἰδικά ὁ πατριάρχης Ἰωσήφ, ἀπό τόν αὐτοκράτορα, νά λάβη σαφῆ θέσι. Ὁ πατριάρχης υἱοθέτησε σέ συνεδρία τῆς Πατριαρχικῆς συνόδου τόν συνταχθέντα, ἀπό τόν μαθητή του Ἰώβ τόν Ἰασίτη, ἀντιρρητικό κατά τῶν λατίνων ῾῾τόμον᾽᾽ καί τόν ἀπέστειλε ὡς ἀπολογία του.
 
Ὁ αὐτοκράτωρ ἀντέδρασε βίαια, ἀλλά ὁ πατριάρχης παρέμεινε ἀμετακίνητος, καί ἠρνεῖτο τήν ὁποιαδήποτε ὑποχώρησι στίς παπικές ἀξιώσεις. Πιεζόμενος δέ νά ὑποχωρήση γιά τήν ἐπικείμενη ἀποστολή ἀντιπροσωπείας στή σύνοδο τῆς Λυών, ἀναγκάσθηκε νά ἀποσυρθῆ στή μονή Περιβλέπτου (1274). Ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ αὐτοκράτορα, τόν Ἰούλιο τοῦ 1274 στή Λυών, ὑπέγραψε τόν Ὅρκον πίστεως στήν ἕνωσι. Ὁ πατριάρχης Ἰωσήφ, ὡς μή δεχόμενος τίς ἀποφάσεις τῆς συνόδου τῆς Λυών, δέν ἔγινε δεκτός γιά νά ἐπανέλθη στόν πατριαρχικό θρόνο. Ἡ πλειονότης τῆς συνόδου τῶν Ἀρχιερέων, δηλ. 28 Μητροπολίτες μέ τούς ὑποκειμένους ἐπισκόπους τους καί 9 Ἀρχιεπίσκοποι, πιεζομένη ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος ὑπέκυψε στό πρόσταγμά του καί ἐνέκρινε τήν ἕνωσι.
 
Στό συνοδικό γράμμα ἀνεφέρετο : «Ἐπειδήπερ ἅπαντες ἡμεῖς, εἰς ταὐτόν γνώμης γινόμενοι μετά τοῦ Θεοστεφοῦς καί κραταιοῦ ἁγίου ἡμῶν αὐθέντου καί βασιλέως, τήν εἰρήνην τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἐκκλησιῶν, τῆς τε ἡμετέραςκαί τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμής, ὡς ἐπωφελῆ τε καί σωτήριον τῷ ἡμετέρῳ χριστιανικῷ πληρώματι κατεδεξάμεθα καί τήν ἕνωσιν ἤδη σύν Θεῷ ἐτελέσαμεν – ἐτελέσαμεν δέ ἐπί τούτοις τοῖς προσδιορισμοῖς · πρῶτον ἀρχιερέα καί ἡγεῖσθαι καί λέγειν τόν ἁγιώτατον πάπαν, εἶναι πρός αὐτόν ἔκκλητον ἐκ παντός ἐκκλησιαστικοῦ προσώπου ἀδικεῖσθαι τοῖς ἐνταῦθα δικαστηρίοις ὑπολαμβάνοντος, καί τρίτον ἀναφοράν ἐν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ ποιεῖσθαι...» (ὅπ. π. σελ. 321). Μάλιστα ἡ σύνοδος αὐτή ἔθεσε καί ἀπαγόρευσι, μετά τήν ὑπογραφεῖσα ἕνωσι νά ἀπαγορεύεται «…προφάσεις συμπλάττειν καί λόγους ἀνακινεῖν κακοτέχνως κατά τῆς τοιαύτης ἐκκλησιαστικῆς ἀποκαταστάσεως...» (ὅπ. π. σελ. 323). Ἀπαγορεύθηκε ἡ ὁποιαδήποτε διαμαρτυρία καί ἀπό τόν ὁποιοδήποτε, εἴτε λαϊκό, εἴτε κληρικό, διότι εἶναι ἐνάντια εἰς τό κοινό καλό καί συμφέρον, καί ὑποκινεῖται ἀπό ματαιοδοξία. Ἐδέσμευσαν καί τούς ἑαυτούς των, ὅσοι συμμετεῖχαν σέ αὐτή τήν σύνοδο, γιά νά μήν ὑπάρξη περίπτωσι μετανοίας ἀρχιερέως. «Τόν τοιοῦτον ἅπαντες κοινῇ ψηφιζόμεθα αὐτοκατάκριτον εἶναι καί ἄνευ τοῦ συστῆναι ἐπ' αὐτῷ δικαστήριον, ὡς τῆς οἰκείας «ὑπογραφῆς ἀθετητήν» καί τό ἑαυτοῦ μέρος τόν τῆς εἰρήνης σύνδεσμον παραλύοντα…στερίσκεσθαι δέ πάσης ἀρχιερατικῆς καί ἱερατικῆς τιμῆς, ὡς ἄνθρωπον ταρακτήν καί τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ λυμεώνα» (ὅπ. π. σελ. 323). Πέραν ἀπό τούς ἑαυτούς των, ἐδέσμευσαν καί ὅλους τούς μελλοντικούς, «εἰς τό τῆς ἀρχιερωσύνης προβαίνειν ἀξίωμα καί οὕτως ἐγκαθίστασθαι εἰς ἀρχιερέα καί συντηρεῖν ταῦτα ἀμετακίνητα…»( ὅπ. π. σελ. 323). Ὁ διάδοχος τοῦ ὁμολογητοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ, ὁ Ἰωάννης Βέκκος, δημιούργησε μίαν λατινόφρονα καί φιλοπαπική παράδοσι στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία μέχρι καί σήμερα ταλαιπωρεῖ τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Θεοῦ.
 
Τό κείμενο τῆς ἀπολογίας τοῦ Ἁγίου Πατριάρχου Ἰωσήφ, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ ἁγιοπατερικό μνημεῖο πίστεως καί ὁμολογίας, τό πήραμε ἀπό τήν ἔκδοσι, πού ἤδη ἀναφέρθηκε, « DossierGrecdel’ uniondeLyon (1273-1277) – V.Laurent, et J.Darrouzes – Parris 1976, σελ.135-301». Λόγω τῆς ἐκτάσεως τοῦ κειμένου, ἀνθολογήσαμε καίρια σημεῖα αὐτῆς καί τά διεσκευάσαμε καταλλήλως στή νεοελληνική. Οἱ ἀριθμοί πού ἀκολουθοῦν εἰς τά παρατιθέμενα αὐτούσια χωρία τῆς ἀπολογίας, παραπέμπουν στήν ἀρίθμησι τῆς ὡς ἄνω ἐκδόσεως.
--------------- .--------------- .------------
 
«Κράτιστε, Θεόστεπτε, Θεοκυβέρνητε… βασιλεῦ» (σελ.137).
 
Μέ μίαν μακράν προσφώνησι εἰς τόν βασιλέα, κατά τόν συνήθη τρόπον τῆς ἐποχῆς, ἀρχίζει τόν λόγο του ὁ Πατριάρχης. Μετά ἐπικαλεῖται ἕνα χωρίον τῆς Γραφῆς : «Ζῶσαι ὡς ἀνήρ τήν ὀσφύν σου καί δός ἀπόκρισιν ἀνδρικήν» (Ἰώβ, 40,2). Ἀναφέρει ὅτι κατά προσταγήν τοῦ βασιλέως, πρέπει νά καταθέση τήν γνώμην του πρός τόν ἀποσταλέντα τόμο, γιά τήν ζήτησι τῶν τριῶν κεφαλαίων. Δέν θά μιλήσει ἐξ ἑαυτοῦ, μέ λόγια δικά του, ἀλλά θά λάβη τήν ἀφορμή καί τήν σύστασι τοῦ λόγου του ἀπό τά θεοπαράδοτα λόγια. Δέν ἔρχεται σέ ἀντίρρησι μέ τόν βασιλικόν λόγον, ἀλλά «ὡς πρός τήν ὑπόθεσιν ἀντιτίτεσθαι» (σελ.137).
 
Εἰς τήν συνέχεια ἀναφέρει ὅτι οἱ πρό αὐτοῦ Πατέρες, ἐχρησιμοποίησαν μίαν «οἰκονομικήν σιωπήν» μέ τούς Ἰταλούς. Ἔκριναν, «μήθ' ὑποκύπτειν τούτοις πρός ἕνωσιν παντελῶς, ἵνα μή συγκατακριθῶμεν διά τό ἀδιάφορον τῆς ἑνότητος» μαζί τους, ἀλλά οὔτε «μήν ἀποβάλλειν παντάπασι τούτους καί ἀναθεματίζειν ὡς αἱρετίζοντας», ἐλπίζοντας εἰς μίαν ἐπιστροφήν τους πρός τήν ἀλήθειαν καί γιά νά μή τούς προκαλοῦμε «πρός ἄσπονδον ἔχθραν καί πόλεμον ἀδιάλλακτον» (σελ.139). Εἰς τό σημεῖο αὐτό, παρενθετικῶς, πρέπει νά λεχθῆ ὅτι ἡ σύνοδος τῶν Βλαχερνῶν τό 1285, ἐπί Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Κυπρίου, ἡ ὁποία κατεδίκασε τόν Ἰωάννην Βέκκον, ἀναθεμάτισε καί τούς παπικούς ὡς αἱρετικούς. Μέχρι τήν ἐποχή του, συνεχίζει ὁ Ἅγιος Ἰωσήφ, ὅσοι ἀπό τούς Ἰταλούς ὁμολογοῦσαν τήν ὀρθόδοξον πίστιν, «καί τό βάπτισμα δεχόμεθα τούτων καί τά νόμιμα συνοικέσια τῶν ἐξ ἀμφοῖν τοῖν γενοῖν γίνεσθαι οὐ κωλύομεν» (σελ.139). Δηλαδή ἐδέχοντο, κατόπιν ὁμολογίας, τό βάπτισμα τῶν Ἰταλῶν – τό ράντισμα αὐτῶν εἰσήχθη ἀργότερα – καί τούς μικτούς γάμους μέ αὐτούς. Ἐπίσης γινόντουσαν «παρ΄εὐσεβῶν βασιλέων ἐν τοῖς τοιούτοις οἰκονομίαι». 
 
Δηλαδή, ὑπῆρξαν περιπτώσεις πού δέν ἐτηρήθη ἡ «εἰρημένη ἀκρίβεια» σέ ἰδικές περιπτώσεις μερικῶν βασιλέων, ἀλλά τό σπάνιον δέν γίνεται νόμος διά τήν Ἐκκλησίαν, οὔτε μέ αὐτό ἀνατρέπονται αἱ ἐκκλησιαστικαί παραδόσεις. «Τίς γάρ ἀνάγκη διά τήν τῶν πολλῶν ἀδιαφορίαν συναδιαφορεῖν τόν τήν ἀκρίβειαν ἀσπαζόμενον; »(σ.141).
 
Μή, λοιπόν, ἀθετοῦμε «καί ἀναιρεῖν πατέρων θεσμούς». Μή μετακινοῦμε τά ὅρια πού μᾶς ἔθεσαν, διότι αὐτό εἶναι ἔργο ἀπιστίας καί ἀθετήσεως πρός τόν ἴδιον τόν Κύριον. « Ὁ γάρ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ» (Λουκ. 10.16). «Ἀθετεῖ δέ πάντως ὁ μή τοῖς δόγμασι στοιχῶν, ἀλλά πέρα προβαίνειν τῶν κειμένων ὅρων βουλόμενος» (σ.141). Οἱ Ἰταλοί, ὅπως θα ἀποδείξη στῇ συνέχεια ὁ λόγος, κατεφρόνησαν τόν Θεόν, γι΄αὐτό «καί τῆς ἐκκλησίας ἀποκηρύττειν καί ἀναθεματίζειν τούτους…ἀποδιαστάντες αὐτῶν ὡς λοιμῶν»(σ.141). Οἱ πρό ἐμοῦ Πατέρες «οὐχ ὑποβαλόντες δέ τούτους τῷ ἀναθέματι, καί μετριάσαντες μέν τήν τιμωρίαν αὐτοῖς δι΄οἰκονομίαν», παρόλο πού ἦσαν ἄξιοι τοῦ ἀναθέματος «ὡς αἱρετίζοντες».σ.141). Ἔγινε ἐρώτησις καί ἀπαιτήθηκε ἀπό ἐμᾶς νά ἀναφέρουμε σέ ποιά τάξι ἔχουμε τούς Ἰταλούς, σύμφωνα μέ τή διαίρεσι τοῦ Μεγ. Βασιλείου γιά ὅσους ἐκπίπτουν ἀπό τό κοινό ἐκκλησιαστικό σῶμα. Ὁ Ἅγιος τούς χωρίζει σέ αἱρετικούς, σχισματικούς καί παρασυναγωγές. «Οἴδαμενγάρ τοῦτο καί προδιαγγέλομεν ὅτι ἐν τῇ πρώτη τάξει τῶν ἄνωθεν ἀπηριθμημένων, τῶν ἀποβάλλεσθαι δή παντάπασιν ἀξίων, καί οἱ Ἰταλοί τάττεσθαι καθεστήκασιν ἄξιοι» (σ.143). Διότι, ὅποιος ἐκκλίνει ἔστω καί λίγο τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, εἶναι αἱρετικός. Ὁ ἀνατρέπων τό εὐαγγέλιον «καί τοῖς ὅροις μή ἐμμένων τῆς πίστεως», ἀνήκει στήν μερίδα τῶν κακοδόξων.
 
Πώς ὅμως ἀνατρέπει τό Εὐαγγέλιον ὁ Ἰταλός, καί πώς ἀθετεῖ τούς ὄρους τῆς πίστεως; Ἄκουσε τόν Χρυσορρήμονα, ὅπου στήν πρώτη ὁμιλία του, στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή, λέγει : «καί μικρόν παραποιηθέν, τό ὅλον λυμαίνεται… ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως κἄν τό βραχύτατον ἀνατρέψῃ τῷ παντί λυμαίνεται» (Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, P.G.61,622-623).
 
Ἀμφιβάλλει κανείς διά τήν ἀποβολή τῶν Λατίνων; Μᾶς ζήτησαν, γιά νά ἔχουμε κοινωνία μαζί τους, νά παραχωρήσουμε τά πρωτεῖα στόν πάπα, νά τόν κάνουμε κριτή τῶν πάντων καί νά τόν συναριθμήσουμε στούς εὐσεβεῖς Ἀρχιποιμένες τοῦ Χριστοῦ μνημονεύοντας τό ὄνομά του. «Ὁ γάρ καταδεχόμενος ταῦτα οὐχ ὅπως κατάκριτος μόνον καί ἄθλιος διά τό τοῖς κανόσι μή πάντα ταῦτα δοκεῖν, ἀλλά καί τό εὐαγγέλιον συνανατρέπων Χριστοῦ οἷς τούς ἀθετητάς τούτου συμπαραδέχεται, βαρυτάτην ἑαυτῷ καί ἀπαραίτητον τήν κόλασιν προξενήσειεν» (σ.145). Ὁ καταδεχόμενος, λοιπόν, τά τρία αὐτά κεφάλαια ἀποδέχεται τούς ἀθετούντας τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστο καταργεῖ τό Εὐαγγέλιον. Τόν άἀθετήσουμε κάτι ἀπ΄ ὅσα εἶναι στίς Γραφές, εἶναι ἔκπτωσις πίστεως. «Πᾶς ὁ παραβαίνων καί μή μένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, Θεόν οὐκ ἔχει» (Β΄ Ἰω. 9). Τό ὅτι δέν ἔμειναν στήν διδαχή τοῦ Χριστοῦ τό ἔθνος τῶν Λατίνων, τό δείχνει τρανῶς ἡ βλασφημία ποῦ πρόσθεσαν κατά τοῦ ἉγίουΠνεύματος. «Ἄραγε οἱ μή τηροῦντες τόν λόγον ὅν περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶπεν οὐκ ἀγαπῶσιν αὐτόν ˙ εἰ γάρ ἠγαπήκασι, καί τόν λόγον τούτου τετηρήκασιν ἄν» (σ.151). Μέ αὐτούς τούςλόγουςμου «Τό ζητούμενον ἀπεδείχθη». Τούς Ἰταλούς ἐγώ «καί μή ἀναθεματίζων γάρ ἀναθεματίζω, ὡς ἐδηλώθη, καί ἀναθεματίζων οὐκ ἀναθεματίζω. Πρός πρόσωπον γάρ τοῦτον τόν ἀναθεματισμόν οὐκ ἐκφωνῶ, τῇ οἰκονομία τῶν πατέρων ἀρκούμενος…» (σ.153).
 
Ἔρχομαι τώρα νά ἐκθέσω τί ὀμολογῶ διάτήν μακαρίαν καί ὑπερούσιον Τριάδα, ἀκολουθῶν τήν παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, γιά νά ἰδοῦμε ἀπό ἐδῶσέ τί παρεκκλίνουν οἱ Ἰταλοί ἀπό τήν παράδοσι. Σέ ἐμᾶς πού εἴμαστε ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἀληθείας, πιστεύεται ὅτι ὁ Θεός εἶναι δημιουργός τῶν ἁπάντων «ὅσα τε κατ΄αἴσθησιν καί ὅσα τούς νοητούς διακόσμους πληροῦσι καί τήν φύσιν τήν ὑπερ κόσμιον». Πιστεύεται «ἕντεκαίτρία ὁ Θεός ἐστιν. .. Τριάς ἐν μονάδι καί ἐνΤριάδι μονάς, Θεός εἷς τά τρία καί Θεός οὐδέν ἧττον ἕκαστον τῶν τριῶν» (σ.155). Διαιροῦνται οἱ συμφυεῖς καί ἀχώρισται ὑποστάσεις, μόνον κατ΄ἐπίνοιαν. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον «τρεῖς ὑποστάσεις ἐν μιᾷ φύσει πρός μίαν ἀσύγχυτον συνάφειαν ἑνιζόμεναι, καί μία θεότης ἐν τρισί χαρακτῆρσιν ἀτμήτως πάντη καί ἀδιαιρέτως τήν διαίρεσιν ἔχουσα…(σ.155). Ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα, ἀναφέρονται εἰς μίαν ἀρχήν καί αἰτίαν, τόν Πατέρα, ἐκ τοῦ ὁποίου «ἀνάρχως καί ἀϊδίως καί ὑπέρ αἰτίαν καί λόγον, ὡς ἀκτῖνες δίδυμοι συνεξέλεμψαν, ὁ μέν γεννητῶς, τό δέ ἐκπορευτῶς, οὐ χρόνου τινός, οὐ τομῆς, οὐ πάθους κατά τήν ἄρρητον γέννησιν καί τήν ἀνέκφραστον ἐκπόρευσιν μεσιτεύσαντος» (σ.157). Ἡ διαφορά τῶν ἰδιοτήτων εἶναι «παντάπασιν ἀνεπικοινώνητος».
 
Ὁμολογώντας λοιπόν, τήν καλήν αὐτήν ὁμολογίαν, διαφεύγω ἀπό τήν «ἰουδαϊκήν πενίαν», διότι τά προσκηνούμενα εἶναι τρία, «εἰ καί ἕν τῇ φύσει». Ἐπίσης ἀποπέμπω καί τήν εἰδωλολατρικήν μυθολογία, διότι «εἰς μίαν ἀρχήν καί ἕν αἴτιον, τόν Πατέρα, τά ἐξ΄αὐτοῦ ὑπερούσια φῶτα εὐσεβῶς ἀναφέρων, τόν Υἱόν καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί τά τρία ἕν γινώσκω τῇ φύσει καί τῷ μοναδικῷ τῆς θελήσεως» (σ.157). Οἱ Ἰταλοί ὅμως, λέγουν ἀσεβῶς ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε ὅτι ἕνα εἶναι καί ὄχι δύο, τό αἴτιον τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων. Ποιός ἄραγε μπορεῖ νά ἀριθμήση τόν φόρτο τῶν πολλῶν ἀτοπημάτων πού γεννῶνται ἀπό αὐτό τό ψεῦδος; Συγχέει τίς ἰδιότητες τῶν θεαρχικῶν ὑποστάσεων καί καταλύει τήν ἐπίγνωσι τῆς Τριάδος. Δυναμώνει καί πάλι τήν φλόγα τῆς ἑλληνικῆς πολυθεϊας, πού ἐδῶ καί πολλούς χρόνους εἶχε σβησθεῖ, ἀποταμιεύοντας σέ ὅσους ἔτσι πιστεύουν « πῦρ ἄσβεστον» (σ.159).
 
Ὅσο ἀπαρνεῖται ὁ Ἰταλός τό Πνεῦμα καί τοῦ ἀφαιρεῖ τήν ἐκπόρευσι ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, καί τό θέτει σέ σχέσι μέ τόν Υἱό, ἀθετεῖ τόν ἴδιο τόν Σωτήρα καί «τόν λόγον αὐτοῦ ὅν ἡμῖν αὐτολέκτως περί τοῦ Πνεύματος παραδέδωκεν, καί ὡς ἀθετητής ἐμοί τῆς ὅλης Τριάδος καί λελόγισται καί μεμίσηται»(σ.163). Γι΄αὐτό καί τίθεται ἀναντιρρήτως σέ ἀναθεματισμό ὑπό τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Πώς λοιπόν κάποιος θά ἀξιώση τήν οἱανδήποτε κοινωνίαν μαζί τους; Ἤ, θά συναριθμήση τήν μερίδα του μαζί μέ τούς Ἰταλούς; Οὐδείς, ἀπό ὅσους ποθοῦν νά εἶναι ἡ μερίδα τους μετά τοῦ Χριστοῦ.
 
Ἐπειδή, ὅμως, ὁ τόμος τοῦ Βασιλέως ἀπό τήν ἀρχήν τοῦ προοιμίου «περί εἰρήνης διείληπται, καλόν ταύτην καί κοινωφελές φάσκων καί διά τοῦτο καί τήν μετά τῶν Ἰταλῶν καθολικήν εἰρήνην εἰσηγούμενος τε καί προτρεπόμενος ὡς ἀγαθόν τί…», πρός αὐτά καί ἡ δική μου μετριότης «μετά τῆς περί αὐτήν θείας καί ἱεράς ἀδελφότητος ποιήσεται τήν ἀπάντησιν» (σ.169).
 
Τό σημαινόμενον τῆς εἰρήνης δεν εἷναι ἁπλοῦν, οὔτε μονοειδές, ἀλλά ποικίλον καί πολυσχιδές. Συμμεταβάλλεται καί συμμορφώνεται προσαρμοζόμενον στή φύσι τῶν πραγμάτων. Ἡ εἰρήνη, ἐάν εἶναι κατά Θεόν, εἶναι ἀγαθόν, ἐάν δέν εἶναι κατά Θεόν εἶναι ὀλέθριον. Κατά Θεόν εἰρήνη ὑπάρχει ὅταν δέν ἀκολουθεῖ ἀθέτησις τῶν θείων νόμων καί διατάξεων. Κάνοντας εἰρήνη μετά τῶν Ἰταλῶν, εἰσπράττω ὡς ἀντάλλαγμα τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν μερίδα τῶν ἁγίων καί τήν ἀποστέρησι τῆς κοινωνίας μετ΄αὐτῶν. Διαχωρίζομαι «παρ΄ὧν ἐγεννήθην. ..ἀναγεννηθείς διά τοῦ λουτροῦ...παρ΄ὧν Θεῷ συνηρμόσθην σύσσωμος τῷ Χριστῷ γεγονώς διά τῆς κοινωνίας τῶν θείων αὐτοῦ μυστηρίων ἅ σάρξ καί αἷμα τούτου καί λέγεται καί πιστεύεται, παρ΄ὧν ἐμυήθην τό τῆς θεογνωσίας μυστήριον, παρ΄ὧν τό τοῖς λειτουργοῖς Θεοῦ συντετάχθαι. ..» (σ.171). Ἐάν ὅλα αὐτά ἀθετήσω, ἀδικῶ τόν ἑαυτόν μου καθιστώντας αὐτόν ἐλεεινόν. Μή λοιπόν, προτείνετε μόνον τό εἰρηνεύειν, ἀλλά νά προσέξετε τό «πῶς εἰρηνεύειν» καί ἐάν εἶναι κατ΄ἐντολήν Θεοῦ. Δέν εἶναι πάντοτε ἡ ὁμόνοια καλό, διότι καί οἱ ληστές συμφωνοῦν καί ἔχουν ὁμόνοια. «Μή τοίνυν θορυβεῖσθε· ὅταν γάρ ἀποσχισθῇ τό χεῖρον, τότε λοιπόν τό κρεῖττον συνάπτεται τῷ οὐρανῷ» (σ.177). Μήν ἐπιζητεῖτε ἁπλά καί μόνον τήν εἰρήνην μετά τῶν Ἰταλῶν, ἀλλά νά τήν προσδιορίσετε ἀκριβῶς.
 
Ἐάν τήν θεωρεῖτε «κατά φύσιν», καί οἱ Λατίνοι ἄνθρωποι εἶναι ὅπως καί ἐμεῖς καί δέν ἐρχόμαστε σέ ρῆξι, ἀλλά ἐπικοινωνοῦμε σέ πολλά πράγματα ἀπ΄ὅσα δέν παραβαίνετε ἡ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας. Γιά παράδειγμα, συνδεόμαστε μέ τούς νόμους τῆς φιλίας καί ἔχουμε ἐμπορικές σχέσεις. Ἐάν ὅμως κάποιος μέ φιλόνεικη διάθεσι προβαίνει σέ κάτι πέρα ἀπό αὐτά ἀντιπροτείνοντας εἰρήνη, σέ αὐτούς τούς παρακεκινδυνευμένους λόγους πού ἐγκυμονοῦν ἀπώλεια ψυχῶν, τότε θά ἀντισταθοῦμε καί θά ἀποστραφοῦμε τήν συμβουλή ὡς ἐπιβλαβῆ. Διατί ; Διότι οἱ ἅγιοι προτρέπουν, ὅτι καί αὐτούς ἀκόμα πού ὁμολογοῦν τήν ὑγιῆ πίστι, ἀλλά ἔχουν ὅμως κοινωνία μέ αὐτούς πού δέν ἔχουν ὀρθή πίστι, νά ἀπέχετε ἀπό αὐτούς. Ἐάν λοιπόν αὐτούς πού ὀρθοδοξοῦν, ἀλλά κοινωνοῦν μέ ἑτερόδοξους πρέπει νά τούς ἀποβάλλουμε, πόσο μᾶλλον πρέπει νά ἀποφεύγουμε τούς Ἰταλούς, πού τόλμησαν τήν βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Προσπερνάω τό θέμα τῶν Ἀρμενίων, μέ τούς ὁποίους οἱ Ἰταλοί ἔχουν κοινωνία καί ἀσπασμούς, λαμβάνοντας ἀπό αὐτούς τήν ὑποταγή, καί δέν τούς ἀποστρέφονται γιά τίς αἱρέσεις πού ἔχουν, οὔτε πάλι ὑπολογίζουν ὅτι ἔχουν ἀποβληθεῖ καί ἀναθεματισθεῖ ὑπό τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου.
 
Ὡς πρός τό θέμα λοιπόν τῆς εἰρήνης μετά τῶν Ἰταλῶν, «…καί παρακαλοῦμεν καί ποθοῦμεν καί ἀξίωσιν προτεινόμεθα καί ἱκεσίας προβαλούμεθα, εἰ δοκεῖ, ἀλλ΄ὡς ἐνδέχεται, ἀλλ΄ὡς δύναται»(σ.187). Εἶναι δυνατόν αὐτό νά γίνη ἀπό ἐμᾶς, μόνον ὅταν εἶναι «εὐαπόδεκτον τῷ Θεῷ». Ἀλλά πώς θά γίνουν εὐαπόδεκτοι στόν Θεό ὅταν εἶναι εἰς Αὐτόν μισητοί ; καί πώς θά ἀγκαλιάσουμε τούς μισητούς στό Θεό καί θά ἔλθουμε σέ κοινωνία μαζί τους; «Οὐδαμῶς. Εἰ δυνατόν, τό ἐξ ἡμῶν...» (σ.187).
 
Οὐδέποτε ἐμεῖς δώσαμε κάποια ἀφορμή διενέξεως στόν μέγιστον πάπαν, οὔτε λεηλατήσαμε τίς χώρες του, οὔτε κάναμε δική μας τήν δική του γῆ, οὔτε ξεριζώσαμε τά ἀμπέλια του, οὔτε κλέψαμε τούς ἵππους του, οὔτε ληστέψαμε τά κοπάδια του. Οὐδέποτε προξενήσαμε σέ αὐτόν ἀπό πλεονεξία κάτι τό μικρό, ἤ τό μεγάλο. Ἐάν λοιπόν θέλη ὁ μέγιστος αὐτός, νά ἔχη πρός ἐμᾶς τήν ὅμοια εἰρήνη, ἄς καταπραΰνη τόν θυμό τῶν ὁμοφύλων του καί νά μή τούς σπρώχνη σέ πολέμους καί μάχες ἐναντίον μας. Ἐπειδή δέν παραχωροῦμε σέ αὐτόν νά ἐμπαίξη τά ἱερά μας, οὔτε ἀπομακρυνόμεθα τῶν ἀποστολικῶν καί πατρικῶν θεσμῶν πού μᾶς ἔχουν παραδοθεῖ, θέλει νά μᾶς σφάξη καί σηκώνει ψηλά τό ξίφος κατά τῆς κεφαλῆς μας, χωρίς νά ὑπολογίζη τίποτε καί κανέναν. «Λίθον πάντα κινείτω, καί μηδέν τι παραλιμπανέτω τῶν ὅσα δύναται καθ΄ἡμῶν. Ἔχομεν Θεόν, ὑπέρ οὗκαί δι΄ὅν ἡ ἔχθρα · πολεμήσει ὑπέρ ἡμῶν καί ἡμᾶς ἀμερίμνους ποιήσειε» (σ.187).
 
Ὁ τόμος τοῦ Βασιλέως, προβάλλει τήν γνώμη ὅτι θά διατηρήσουμε ἀπαράτρωτον τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς μας, ὅπως περιέχεται στό ἅγιον σύμβολον καί ὅπως διδαχθήκαμε καί ὁμολογοῦμε. Ἐπίσης ὅτι θά διαφυλάξουμε τίς ἔγγραφες καί ἄγραφες παραδόσεις τῶν Πατέρων μας, πού παρελάβαμε ἀπό τίς ἅγιες ἑπτά οἰκουμενικές συνόδους καί ὅλες τίς ἔγκριτες τοπικές συνόδους. Οὐδεμία κατάκρισις –λέγει– θά ἐπακολουθήση σέ μᾶς, ἄν ὀνομάσουμε πρῶτον ἀρχιερέα τόν ἁγιώτατον πάπαν, ἄν τοῦ ἀποδώσουμε τήν ἔκκλητον καί ἄν μνημονεύουμε του ὀνόματός του στίς ἐκκλησίες μας κατά τήν λατρείαν τοῦ ἁγίου Θεοῦ μας.
 
Εἰς αὐτούς τούς λόγους τοῦ βασιλέως, ἐμεῖς λέγουμε, πώς γίνεται νά εἰρηνεύση ὁ πάπας μέ τόσους πολέμους πού ἔχει κινήσει ἐναντίον μας; Αὐτό δέν τό ἔχει κάνει οὔτε σέ αὐτούς πού εἶναι ὑποτεταγμένοι σέ αὐτόν, πού ἔχουν τήν ἐκείνου θρησκείαν καί εἶναι ἀπό τό ἰδικόν του γένος. Διότι πολλούς ἀπό τούς ὁμοεθνεῖς του, δέν μπόρεσε νά τούς κάνη νά συνδιαλλαγοῦν καί νά ἀκολουθήσουν τήν δική του θέλησι. Πώς λοιπόν εἶναι δυνατόν νά παράσχη εἰρήνη σέ μᾶς, πού δέν εἴμαστε ἀπό τήν δική του φυλή καί διαφέρουμε κατά πολύ ὡς πρός τήν κατάστασι τῆς θρησκείας;
 
Ἐάν σέ αὐτά πού ζητεῖ ὁ βασιλεύς, ἡ συγκατάβασις εἶναι ἀναμάρτητος, ὅπως λέει, εἶναι ὡς νά ζητᾶμε ἀπό κάποιον νά τόν καρατομήσουμε καί νά τόν βεβαιώνουμε ὅτι δέν θά τοῦ προξενήσουμε ἄλλη βλάβη. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἄν παραδεχθοῦμε αὐτούς, ἀθετοῦμε τούς ἑαυτούς μας, τό βάπτισμα καί τήν πίστι πού ὁμολογήσαμε. Διότι, καί αὐτό, τό νά ζητά νά μεταβάλουμε κάτι ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές μας παραδόσεις, εἶναι καθαρή παράβασις.
 
«Τά ζητούμενα κεφάλαια τῷ μεγίστῳ πάπα δοθῆναι τρία μέν εἰσι τό δοκεῖν, ἕν δέ τά πάντα, εἴ τίς σκοποίη κατά ἀλήθειαν»(σ.199). Διότι ἐάν δοθῆ τό ἕνα ἀπό τά τρία, αὐτό φέρει μαζί του καί τά ἄλλα. Ἐάν ἀναιρεθῆ τό ἕνα, αὐτό καταργεῖ καί τά ἄλλα. Ὁ πρῶτος τῆς κάθε ἐπαρχίας, ἔχει διορισθεῖ ἀπό τούς κανόνες νά ἔχη καί τήν ἔκκλητον, καί αὐτός πού ἔχει αὐτό ἐξ ἀνάγκης ἔχει καί τήν ἀναφορά στίς μυστικές εὐχές πρό τῶν ἄλλων, ὅταν ἐκφωνεῖτε ἡ προσφορά. Αὐτά εἶναι ἀλληλένδετα.
 
Τό πρῶτο ζητούμενον κεφάλαιον εἶναι, νά ὀνομάζεται ἀπό ἐμᾶς ὁ ἁγιώτατος πάπας πρῶτος ἀρχιερέας. Πού καί ἀπό ποιούς ἀρχιερεῖς; Στούς δικούς του καί ἀπό τούς δικούς του ἤδη ὀνομάζεται. Σέ μᾶς καί ἀπό ἐμᾶς ἀπεδείξαμε ὅτι δέν εἶναι δυνατόν. Ἐάν εἶναι ἄξιος καταποντισμοῦ, ὅπως λέγει ὁ Κύριος, «ὁ σκανδαλίσας ἕνα τῶν μικρῶν τούτων» (Ματθ.18,6), δηλ. τῶν πιστῶν, μέ πόσους καταποντισμούς εἶναι ἄξιος, ὡς ὑποβρύχιος, αὐτός πού ἔχει κατασκανδαλήσει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας; Πώς γίνεται νά εἶναι αὐτός πρῶτος;
 
Τό δεύτερον ζητούμενον κεφάλαιον, ὅσοι κρίνονται καί καταδικάζονται ἀπό ἐμᾶς, σέ ἐκκλησιαστικές ὑποθέσεις καί νομίζουν ὅτι ἀδικοῦνται, νά προστρέχουν εἰς αὐτόν καί νά ἔχη αὐτός τήν ἔκκλητον. Ἀλλά, μέ τήν ἀνατροπή τοῦ πρώτου κεφαλαίου ἀνατρέπεται καί αὐτό, πλήν ὅμως θά προσθέσω σέ αὐτά καί κάτι ἀκόμα. Εἶναι δυνατόν νά εὑρίσκουν τήν ἰατρειά τους οἱ ὑγιαίνοντες ἀπό τούς νοσοῦντας; Ἤ, οἱ βλέποντες ἀπό τούς τυφλούς; Πώς εἶναι δυνατόν νά εὕρη τήν εὐλογία τῆς εὐθυδικίας ὁ εὐσεβής ἀπό τούς διεστραμμένους;
 
Τό τρίτον ζητούμενον κεφάλαιον, ὅτι δέν εἶναι πρός κατάκρισιν τό νά μνημονεύεται ἀπό ἐμᾶς τό ὄνομά του στίς ἱερές ἀκολουθίες μας. Πώς εἶναι δυνατόν, αὐτός πού ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι δέν ὀρθοφρονεῖ νά συνταχθῆ μέ τούς ὀρθοφρονούντας; Ἀντιθέτως, δέν θά παραιτηθοῦμε εἰς τό νά τόν μνημονεύουμε ὅπως ἐπιστρέψη «καί μεταμαθεῖν τό καλόν» (σ.203). Τό πρῶτο ὁδηγεῖ στήν αἰώνιο κατάκρισι, ἐνῶ τό δεύτερον δέν ἀντιβαίνει στούς θεσμούς καί στίς διατάξεις τοῦ Θεοῦ.
 
Ἑπομένως, δέν εἶναι δίκαιον νά ὀνομάσωμεν πρῶτον εἰς τήν τάξιν τῆς ἱεραρχίας τόν πάπαν, οὔτε ὡς πατέρα, οὔτε ὡς ἀδελφόν, οὔτε κατ' ἄλλον τρόπον οἰκονομικῶς. Ὁ μέγας ἀσκητής καί μάρτυς Στέφανος, ὅπως ἀναφέρεται στόν βίον του, ὅταν τοῦ ἔδωσαν στά χέρια του τόν ψευδῆ τόμον τῶν κακοδόξων καί ἐδιάβασε τήν ἐπιγραφήν πού ἔλεγε, «ὅρος τῆς ἁγίας ἑβδόμης συνόδου», εἶπε : «Πῶς μπορεῖ νά λεχθῆ ὡς ἑβδόμη, ἐφ΄ὅσον δέν ἀκολουθεῖ τίς ἕξι πρό αὐτῆς συνόδους; Κάθε τί πού εἶναι ἕβδομον, εἶναι ἕβδομον γιατί ἕπεται τοῦ ἕκτου, τοῦ πέμπτου μέχρι καί τοῦ πρώτου». Ἑπομένως καί τό δεύτερον εἶναι ἑπόμενον τοῦ πρώτου, γι΄αὐτό καί εἶναι δεύτερον. Θά ἀκολουθήσω, λοιπόν, καί ἐγώ τίς ἀσέβειες τοῦ πάπα καί θά συμβλασφημήσω τό Πανάγιον Πνεῦμα, θά «συναζυμοθυτήσω καί συντηρήσω τά σάββατα καί τό ὅλον εἰπεῖν συναθετήσω τῶν θείων πατέρων τάς παραδόσεις καί τά ἐντάλματα;» (σ.207). Νά ἀνοίξει ἡ γῆ νά μέ καταπιῆ, ἐάν θελήσω τέτοιο πράγμα ποτέ.
 
Ἐάν δώσουμε στόν πάπα τά πρεσβεῖα στήν δική μας ἱεραρχίαν, δέν θά οἰκονομήσουμε τήν παῦσι τῆς ἀσεβείας, ἀλλά τήν στήριξιν αὑτῆς. Ὄχι, τήν λύσι τῆς κακίας, ἀλλά τήν ἰσχυροτέραν βεβαίωσίν της. Ἐάν τώρα πού ἐλέγχεται ἀπό ἐμᾶς, ἐπιτιμᾶται, κατηγορεῖται καί πού παρακαλεῖται ὅπως ἐπιστρέψη γιατί ὀνομάζεται ἀπόβλητος, ὅλα αὐτά τά θεωρεῖ ὡς ἕνα μηδέν, καί κλωτσάει καί ἀντιλέγει, πώς γίνεται ὅταν καθίση ἐπάνω μας μέ ἐξουσία ὡς δικαστής, καί μᾶς ἔχει ὑποχείριους ἐμᾶς πού ἀντιδρούσαμε, πώς γίνεται –λέγω– νά μήν ἀνομήση περισσότερο, νά μήν ἀσεβήση καί νά μή διαπράξη χειρότερα;
 
Λέγουν, ὅτι πρέπει νά τοῦ ἐμπιστευθῶ τήν ἐπιστασία τῆς ποίμνης καί νά καταδεχθῶ τά δευτερεῖα, μετά ἀπό αὐτόν δηλαδή. Δέν μέ ἀπασχολεῖ οὐδόλως τό πρωτεύειν, οὔτε ἔμαθα νά φιλονικῶ περί αὐτοῦ. Ἔχω μάθει ὅμως νά ἐκδιώκω τούς λύκους ἀπό τήν ποίμνη. Ἐάν δέ ἔρθουν εἰς τήν εὐσέβειαν, ὄχι μόνον τά πρωτεῖα θά παραχωρήσω στόν πάπα, ἀλλά καί μέ χαρά θά ἐξέλθω ἀπό αὐτόν τόν θρόνο, καί ἐάν θελήση θά ἀσπασθῶ καί τό κόκκινο πέδιλό του (σ.213).
 
Οἱ κανόνες θεσμοθετοῦν ὅτι ἕκαστος τῶν μεγάλων ἀρχιερέων ἔχει τήν ἔκκλητον στήν ἐπαρχίαν του καί δέν διορίζουν νά ὑποτάσσεται ὁ ἕνας εἰς τόν ἄλλον, οὔτε νά ἐπεμβαίνη ὁ ἕνας στήν ἐπαρχία τοῦ ἄλλου. Ὁ καθένας νά διοικῆ τά καθ΄ἑαυτόν καί νά ἀναγνωρίζεται ὡς κεφαλή εἰς τούς ὑπ΄αὐτόν ἀρχιερεῖς, συναρμολογούμενος μέ τόν Χριστόν, ὡς κεφαλήν ὅλων. Νά ἐκλέγεται καί νά ψηφίζεται καί νά χειροτονεῖται ἀπό τούς ἀρχιερεῖς τῆς ἐπαρχίας, κατά τήν ἀνέκαθεν τάξιν καί παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας (κανών ΚΗ΄, Δ΄ Οἰκουμ. Συνόδου). Ἑπομένως δέν εἶναι πρῶτος ὁ πάπας, οὔτε ἔχει ὑποτεταγμένον κανένα πατριάρχην. Μή γένοιτο! Ἐάν θέλουμε νά μήν παραβαίνουμε τούς κανόνες, ὁ πάπας οὔτε πρῶτος εἶναι, οὔτε καί ἔκκλητον ἔχει. Ὁ κανών « τῶν ἐξ΄Ἰταλίας μόνων τήν ἐξουσίαν τῷ πάπα δίδωσιν. ..ὅπου δ΄ἄν οὗτοι καί τύχωσι διατρίβοντες...» (σ.231) (κανών Α΄, τῆς ἐν Ἁγίᾳ Σοφίᾳ συνόδου -879).
 
Ὡς ἀνακεφαλαίωσι τοῦ λόγου. Ἤ, θά εὐσεβήσουν οἱ Ἰταλοί καί θά τούς χαρίσουμε τά πάντα, ἀκόμα καί αὐτές τίς ψυχές μας – διότι δέν προτιμοῦμε τίποτε περισσότερο ἀπό τήν σωτηρία τῶν ἀδελφῶν - , ἤ, νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό ἐμᾶς, διότι δέν δεχόμεθα τήν «ζύμην» αὐτῶν, ὡς φαρισαϊκήν, ὑπέρογκον καί ὑπερήφανον. «Οὐκ οἴδαμεν αὐτῶν τήν φωνήν, ἀλλοτρίαν τε οὖσαν καί τῆς τοῦ ἡμετέρου διδασκάλου καί σωτῆρος ἀντίθετον» (σ.243).
 
«Ἀθετήσας τις νόμον Μωσέως, ἐπί δυσίν ἤ τρισί μάρτυσι χωρίς πάσης φιλανθρωπίας ἀποθνῄσκει καθά φησιν ὁ ἀπόστολος» (Ἑβρ. 10,28).
 
Πόσων ''θανάτων'' εἶναι ἄξιος ὁ Ἰταλός πού ἔχει ἐκφαυλίσει τήν φωνήν τοῦ Σωτῆρος καί βλασφήμησε στό Πνεῦμα τό Ἅγιον; Καί αὐτό ὄχι μπροστά σέ δύο ἤ τρεῖς μάρτυρες, ἀλλά μέ ἀναίδεια κηρύττει τήν βλασφημία του ὡς σέ θέατρο, ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου «καί πάντας ὑπαγαγεῖν πρός τό ἴσον τῆς ἀπωλείας βάραθρον μηχανώμενος» (σ. 243). Ὁ Ἰταλός ἀπέθανε καί χάθηκε, διότι δέν μετέχει τοῦ ἀληθινοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, ἕνεκα αὐτῆς τῆς βλασφημίας του. Δέν ἔχει τόν Ζῶντα Θεόν, ἐπειδή ἀρνήθηκε τήν διδαχή του καί πρόσθεσε τόν ἑαυτόν του «τῇ νομικῆ καί νεκρά λατρεία διά τῆς ἀζυμοθυσίας...» (σ.243) Ἐμεῖς «Θεῷ λατρεύομεν ζῶντι, αὐτῷ μόνῳ προσκυνεῖν δεδιδάγμεθα, αὐτῷ μόνῳ ἀκολουθεῖν. Εἶεν.» (σ.243).
 
Ὅσον ἀφορᾶ τό μνημόσυνον τοῦ ὀνόματος τοῦ πάπα, «εἴρηται μέν ἡμῖν ἀνωτέρω πολλάκις, καί ἀποφευκτέα καί ἀποτρόπαιος ἀποδέδεικται» (σ.243), ἀλλά περί αὐτοῦ τοῦ ζητήματος θά ἀναφέρουμε λίγα λόγια ἀκόμη. Εὐχόμεθα «ὑπέρ βασιλέων καί πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων». Πολλές φορές αὐτοί εἶναι ἀσεβεῖς. Εὐχόμεθα, «τούς πεπλανημένους ἐπίστρεψον, τούς διασκορπισμένους ἐπισυνάγαγε». Αὐτοί βέβαια εἶναι πλανεμένοι καί ὄχι ὀρθόδοξοι. Εὐχόμεθα «ὑπέρ παντός τοῦ στρατοπέδου». Μέσα στό στρατόπεδο δέν εἶναι μόνον εὐσεβεῖς, ἀλλά καί ἄπιστοι καί κακόπιστοι. Ὑπερευχόμεθα λοιπόν ὑπέρ πάντων, καί τῶν ἀπίστων ἀκόμη, τό ὁμολογῶ. Οὔτε πάλι θά παραιτηθοῦμε ποτέ τῆς εὐχῆς ὑπέρ τῶν ἀσεβούντων, μή γένοιτο. Ἀλλά καί ποτέ δέν θά συνάψουμε μέ τούς εὐσεβεῖς, τούς μή εὐσεβεῖς, οὔτε θά πάψουμε νά διακρίνουμε ἀνάμεσα βεβήλου καί καθαροῦ, οὔτε θά μολύνουμε τήν Ἐκκλησία « διά τῆς αὐτῶν ζύμης» (σ.247), τοῦ «αἰγυπτιακοῦ καί ἀθέου φυράματος» αὐτῶν. Ἀπαιτεῖ ὁ βασιλεύς νά γίνεται δέησις ὑπέρ τοῦ πάπα, «ὅ ζητεῖ, ἔχει λαβών καί πρό τῆς αἰτήσεως... καί ἔστι καί γίνεται · καί οὗτος γάρ ἐκ τοῦ κόσμου, καί οὗτος πεπλάνηται» (σ.245).
 
Ἑπομένως, δέν θά ὑποκύψω στόν πάπα, οὔτε θά τόν συντάξω μαζί μέ μένα καί μέ ὅλους τούς ἁγιωτάτους πατριάρχας. Οὔτε καί τό μνημόσυνον αὐτοῦ θά ἀποδεχθῶ, ὄχι ὅτι ἐγώ εἶμαι ἀκατάδεκτος, ἀλλά διότι ἐκεῖνος εἶναι «ἀθετητής καί ψευδάδελφος» (σ.249). Δέν θά τόν προσφωνήσω ὡς πρῶτον τῶν ἱερέων τοῦ Θεοῦ, οὔτε ὡς ἡγεμόνα τῶν ψυχῶν πού ἔχουν νυμφευθεῖ τόν Θεό διά τῆς πίστεως. «Τούς περί τήν ὁμολογίαν σφαλέντας καί τούς λοιπούς σκανδαλίζοντας, χρεών ἀποκόπτειν καί ἀπορρίπτειν μακράν, μηδέν αὐτοῖς κοινωνοῦντας, ἵνα μή σύν αὐτοῖς ἐν γεέννῃ κατακριθῶμεν καί ἐκπέσωμεν τῆς βασιλείας...» (σ.249). «Πρῶτον γάρ ἐκφωνοῦντος τοῦ τήν θυσίαν τελεταρχοῦντος τό τοῦ οἰκείου ἀρχιερέως ὄνομα καί χαρισθῆναι τοῦτον τῇ ἐκκλησία σῶον, ἔντιμον, ὑγιῆ, μακροημερεύοντα, «ὀρθοτομοῦντατονλόγον τῆς ἀληθείας», οὕτως ὁ διάκονος τήν τῶν ἁγίων πατριαρχῶν ἀπαρίθμησιν ἐκφωνεῖ, ὡς ὀρθοτομούντων δηλαδή τόν λόγον τῆς ἀληθείας καί ταυτογνωμονούντων τῷ τήν θυσίαν προσφέροντι» (σ.251). Ἤ, λοιπόν δεῖξε μου τόν πάπα νά ὀρθοτομῇ τόν ὑγιαίνοντα λόγον, καί τότε θά τόν συντάξω μέ τούς ὁμοίους, ἤ ἄφησε νά προσφέρετε ἀκατάκριτος ἡ ἀληθινή λατρεία στόν θεόν. Ἐσεῖς ζητεῖτε, ὄχι νά εὐχόμεθα ὑπέρ τοῦ πάπα, ἀλλά διά τοῦ μνημοσύνου νά τόν συντάξωμεν μέ τούς εὐσεβεῖς ἀρχιποιμένας. Αὐτό πώς θά γίνη δέν γνωρίζω, διότι εἶναι «τῇ φύσει μαχόμενον». Δέν γίνεται ἡ ἴδια πηγή νά βγάζη καί ἁλμυρό καί πόσιμο νερό, οὔτε καί ἡ Ἐκκλησία νά διδάσκη δύο ἀντίθετα δόγματα. Ὅποιος μνημονεύει τόν πάπα ὡς ἀρχιερέα, ἤ τοῦ προσφέρει τήν ἔκκλητον, ἤ τόν ἀναγνωρίζει ὡς πρῶτον, εἶναι ὑποχρεωμένος νά ἐκτελῆ καί ὅλον τόν λατινισμόν, νά ἑορτάζη Ἰουδαϊκῶς, νά δέχεται τά ἄζυμα καί νά μεταλαμβάνη ἀπό αὐτά, νά σαββατίζη καί νά περιφρονῆ τήν νηστεία, καί γιά νά φθάσω στόν κολοφῶνα τῶν κακῶν, νά βλασφημῆ ἀθέως εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. «Ἴδε, ἐγώ μετά Παύλου λέγω ὅτι, ἐάν συγκαταβῆτε Λατίνοις, Χριστός ὑμᾶς οὐδέν ὠφελήσει» (σ.253). Μαρτύρομαι, λοιπόν, καί ἐγώ ὅτι ὅποιος συγκαταβαίνει σέ κάτι ἀπό αὐτά πού ζητάει ὁ πάπας «ὀφειλέτης ἐστί πάντα τά ἔθη καί πᾶσαν παράβασιν λατινικήν διαπράττεσθαι καί ὅτι κατήργηται ἀπό Χριστοῦ ὁ τοιοῦτος καί ἐκπίπτει τῆς χάριτος» (σ.253).
 
Μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «ὅταν γάρ τί καινόν ἐπεισενεχθῆ, ἀεί καινοτομίας τίκτει· καί ἄπειρος ἡ πλάνη τοῦ ἐξελθόντος τόν λιμένα τόν εὔδιον καί οὐδαμοῦ ἵσταται. Ἐπί πλεῖον προκόψουσιν ἀσεβείας καί ο λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομήν ἕξει · ἀκάθεκτον γάρ τό κακόν...» (Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ἐπιστολή πρός Τιμόθεον, P.G,62,626). Ἐγώ θά προσθέσω κάτι σύντομο καί ἁπλό. Ἐάν δέν ἔχουμε τήν βέβαιη πληροφορία στίς διδασκαλίες τῶν ἁγίωνΠατέρων, ἐάν δέν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στήν πίστιμας, ἐάν θεωροῦμε μάταιο τῶν Ἀποστόλων τό κήρυγμα, ἐάν τά μυστήρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας πολιτείας διαφέρουν ἀπό τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί μᾶς ἀποπλανοῦν, τότε ἄς δεχθοῦμε τούς Ἰταλούς καί ἄς πράξουμε αὐτά πού εἶναι σέ αὐτούς εὐάρεστα. Ἐάν ὅμως δέν θέλουμεὅλααὐτά, οὔτε κἄν νά τά ἀκούσωμε, ἄς ἀναπηδήσουμε φεύγοντες ὡς ἀπό φίδια. «Αὐτούς γάρ καί φιλοῦμεν καί ὡς μέλη σεσηπότα πενθοῦμεν καί τήν ἴασιν αὐτοῖς ἐπευχόμεθα » (σ.257).
 
«Τίοὖν; Ἆρ' ἐν γωνίᾳ ὁ πάπας καί ὑπ΄ὀδόντα καί μόνοις ψιθυρισμοῖς τήν αἵρεσιν καινοτομεῖ τήν κατά τοῦΠνεύματος, ἤ παρρησία κηρύττει καί ἀνερυθριάστως καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, μηδέν τι δεδοικώς μηδ΄ ὑποστελλόμενος;» (σ.261). Ὁ πάπας με ἀναίδεια «καθ΄ ὑπερβολήν εἰς ὑπερβολήν» κηρύττει τήν αἵρεσιν. Πρίν λίγο καιρό ἔστειλε πρός τόν κράτιστον καί ἅγιον μουαὐτοκράτορα, γραφές μέ λόγουςθεολογικούς.
 
Στή συνέχεια τῶν γραφῶν βλασφημεῖ εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί μέ θρασύτητα «ἀποτετόλμηκε τήν φωνήν ·Εἰ γοῦν ὁμολογήσετε τήν ἄνωθεν εἰρημένην πίστιν, ἑτοίμως ἔχομεν δέξασθαι ὑμᾶς» (σ.263). «Ὦ γῆ καί ἥλιε καί Θεοῦ προφῆται καί μύσται καί οἰκονόμοι καί πατέρων θεία πληθύς καί διδασκάλων ὁμήγυρις –καλῶ γάρ ὑμᾶς εἰς κοινόν θέατρον-, οἵαν συνέλαβε καί ἔτεκε βλασφημίαν"ὁ εἰς τό ὕψος ἀδικίαν λαλήσας"ὁν οῦς ὁ ὑψηλός, ὁ Ἀσσύριος...Ἔστι δέ ἄλλη πίστις ὀρθῶς ἔχουσα παρά τήν παραδεδομένην ἡμῖν, εἰς ἤν ὡμολογήσαμεν, εἰς ἥν ἐβαπτίσθημεν καί τῆς προπατορικῆς κατάρας ἠλευθερώθημεν; Μή γένοιτο. Καί πῶς ἑτέραν ὁμολογήσομεν πίστιν, εἰ μή προφανῶς νοσοῦμεν ἀπιστίαν τῆς πίστεως; Ὁρᾶτε ὅπως οὐ μόνον γυμνῇ τῇ κεφαλῇκηρύττειτήναἵρεσιν, ἀλλά καί ἀθέτησιν τῆς ἡμῶν καταφρυάττεται πίστεως... » (σ.263).
 
Μή ξεχνᾶμε ἀκόμη, ὅτι ὁ πάπας ἔχει ἀποβληθεῖ καί ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο, μέ τήν κοινή ψῆφο ὅλων τῶν πατριαρχῶν. Τῆς πατριαρχικῆς αὐτῆς Συνόδου «παρῆν μέν ὁ Κηρουλάριος...παρῆν καί ὁ Ἀντιοχείας καί ὁ Βουλγαρίας καί ὁ Κύπρου...ὁ Ἀλεξανδρείας καί ὁ Ἱεροσολύμων ἀπῆσαν μέν, ἀλλ΄οὐκ ἐστασίασαν, ἀπεδέξαντο δέ μᾶλλον τά περί τοῦ πάπα ὁρισθέντα καί κατεδέξαντο καί ὁμογνώμονες καί σύμψηφοι ἐπί τῇ τούτου ἀποβολῇ ἐχρημάτισαν...» (σ.267). Ποιός τώρα, ἀπό τούς τέσσερεις ἁγιώτατους πατριάρχας ἀνέχεται νά ἔχη ὡς κοινωνόν τόν πάπαν; Ἤ, νά τόν συναριθμῆ στούς ἀρχιερεῖς; «Ἐκβεβλημένος δέ καί ὁ πάπας ἐδείχθη, καί πῶς τοῦτον ἀδελφόν καί συλλειτουργόν ὀνομάσαιμι;» (σ.267). Ἐάν, λοιπόν, ἡ ἐν Ἐφέσῳ εἶναι ἡ Τρίτη οἰκουμενική σύνοδος, ὅπου δέν ἦσαν ὅλοι παρόντες ἐκ τῶν μεγάλων ἀρχιερέων, καί μάλιστα μερικοί ἀπό τούς ἁπόντες πῆραν ἀρνητική θέσι, πολύ περισσότερο αὐτή ἡ σύνοδος πού ἀπέβαλε τόν πάπα ἀπό τήν Ἐκκλησία εἶναι οἰκουμενική καί ἀνεπίληπτος. Τό ὅτι ἀπουσιάζαν μερικοί μεγάλοι ἀρχιερεῖς, συνέβη καί στίς δύο συνόδους. Σέ αὐτή τή σύνοδο κατά τοῦ πάπα ἔχουμε τό περισσόν, ὅτι δέν πῆραν ἀρνητική θέσι οἱ ἁπόντες , οὔτε ἔκαναν μάχη πρός τή σύνοδο. Ἑπομένως «παρ΄οἰκουμενικῆς συνοδικῆς διαγνώσεως διά τό ταυτόγνωμον καί σύμψηφον πάντων ὁ πάπας τῆς ἐκκλησίας ἀπεσφενδόνηται...» (σ.267).
 
Πολλοί ἀναφέρουν ὅτι προκύπτουν λόγοι οἰκονομίας, προβάλλοντες μάλιστα μεγάλον ὄγκον ἐπιχειρημάτων. Τούς ἐρωτῶ ὅμως, ὁ Κύριος ποιούς οἰκονόμους μακαρίζει; Αὐτούς πού ἁπλά οἰκονομοῦν; Ἤ, τούς πιστούς καί φρονίμους; Φανερόν εἶναι ὅτι τούς δευτέρους. Δέν πρέπει νά κάνουμε παράβασι τῶν διατεταγμένων γιά λόγους οἰκονομίας, διότι ἡ παράβασις εἶναι γνώρισμα ἀπιστίας καί ὄχι πίστεως. Ἡ οἰκονομία δέν ταυτίζεται μέ τήν παρανομία. Δέν εἶναι οἰκονομία ὅταν παραχωρεῖς συμβιβασμούς στούς Ἰταλούς, οἱ ὁποῖοι βλασφημοῦν.
 
Ὁ μέγας Βασίλειος σέ μία ἐπιστολή του λέγει, ὅτι πρέπει νά καταρτιζώμασθε διά τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν, « αἵ οὔτε καιροῖς οὔτε περιστάσεσιν ἀνθρωπίνων πραγμάτων συμεταβάλλονται...(Μ. Βασιλείου, ἐπιστ. 244, P.G, 32,921 §8). Ἴσως κάποιος νά μᾶς κατηγορήση ὅτι δείχνουμε ἔλλειψι συμπαθείας καί ὅτι ἔχουμε μνησικακία. «Ὑπερεύχεσθαι γάρ τοῦ πάπα εἰς τό ἐπιστρέψαι οὐ παραιτούμεθα, οὐδέ διψῶμεν τήν ἀπώλειαν αὐτοῦ, μή γένοιτο.» (σ.277). Τόν Ἰταλόν πολύ εὐχαρίστως θά τόν παραδεχθῶ καί θά τόν κάνω κοινωνόν μου, ἐάν ὀμολογήση τήν πίστι σέ ὅλες τίς πρό ἐμοῦ ἁγίας συνόδους, καί ὅταν ἀπαρνηθῆ ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Ἐάν θελήσουμε νά γίνη ἕνωσις, θά γίνη σέ ὅσα δέν βλάπτονται ψυχές καί σέ ὅσα δέν κινδυνεύουμε νά χωρισθοῦμε ἀπό τόν Θεό. Δυστυχῶς ὅμως «οὐδέ καί Τριάς κηρύττεται τοῖς Λατίνοις...οὐδέ τόν ὅρον ἀπαραλύμαντον τετηρήκασι καί τήν ὁμολογίαν τῆς πίστεως · βοᾶ γάρ πρός τοῦτο ἡ κατά τοῦ Πνεύματος βλασφημία, ἥν ἐν τῇ ὁμολογίᾳ προσέθεντο» (σ.281).
 
Κυριεύεται ἡ ψυχή μου ἀπό φρίκη ἀκούγωντας τά λόγια τοῦ θαυμαστοῦ Ἱερεμία, τοῦ ἡγιασμένου ἐκ κοιλίας μητρός. «Ποιμένες ἠφρονεύσαντο, καί τόν Κύριον οὐκ ἐξεζήτησαν. Ὤ,οἱ ποιμένες οἱ ἀπολλύντες καί διασκορπίζοντες τά πρόβατα τῆς νομῆς μου· διά τοῦτο τάδε λέγει Κύριος ἐπί τούς ποιμαίνοντας τόν λαόν μου. ..ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι ὑμῶν εἰς σφαγήν» (Ιερεμ.10,21-25). Γι΄αὐτό ἐσεῖς, ὁ λαός μου, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποίαν ἐνυμφεύθη ὁ Χριστός ὡς νύμφη ἄμωμον καί ἀμίαντον, «φυλάξασθε ἀπό τοῦ μιάσματος τούτου, παρακαλῶ, τοῦ τῶν Ἰταλῶν· μή προσάψωμεν ἑαυτοῖς τόν ἐκ τούτων μιασμόν καί ἀποστραφῇ ἡμᾶς ὁ τῶν ψυχῶν νυμφίος καί αἰωνίως καταισχυνώμεθα» (σ.289).
 
Ἡ εἰρήνη εἶναι καλή καί οὐδείς τήν ἀμφισβητεῖ, ἀλλά τότε «κρατύνεσθαι τό τῆς εἰρήνης ὄνομα καί πρᾶγμα, ὅταν μή ταῖς τῶν ἁγίων γνώμαις ἀντιταττώμεθα,μηδέ τοῖς ἐκείνων ἀντιπράττωμεν ὅροις» (σ.291). Πρέπει ἀκόμα νά προσέξουμε αὐτούς πού προσποιῶνται ὅτι ὁμολογοῦν τήν ὑγιῆ πίστι, ἀλλά κοινωνοῦν με τούς ἑτερόφρονας, αὐτούς πρῶτα τούς κάνουμε ἐπίπληξι καί ἄν συνεχίζουν νά κοινωνοῦν ὄχι μόνον νά τούς ἔχουμε ἀκοινώνητους, ἀλλά οὔτε καί ἀδελφούς νά τούς ἀποκαλοῦμε. Γι΄αὐτό σᾶς παρακαλῶ, ὅλους ὅσους ἐπιποθεῖτε νά κληρονομήσετε τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, νά μήν ὑποκύψετε σέ αὐτά τά ζητήματα πού ἀναφέραμε, διότι «εἰς παντελῆ λατινισμόν εἰσάγουσιν ἡμᾶς» (σ.291). Αὐτός πού διώκεται ἀπό αὐτούς πού φαίνεται ὅτι εἶναι ὁμόπιστοι, λόγω τῆς ὑγιοῦς πίστεως, θά ἔχη μεγαλύτερον στέφανον ἀπό αὐτόν πού μαρτυρεῖ ἀπό εἰδωλολάτρη.
 
«Οὐκ ἔχουσιν τοίνυν ἀπολογίαν οἱ Ἰταλοί εὔλογον περί τῆς ἑαυτῶν πλάνης· αὐτοί γάρ ἑαυτοῖς πλάνη καί ἀπώλεια γεγόνασι, καί οὐ μόνον εἰς τό Πνεῦμα βλασφημοῦσι τό Ἅγιον, ἀλλά καί πᾶσαν ἀσέβειαν κατεργάζονται» (σ,297-299). Μή μολυνθοῦμε ἀπό τήν κοινωνία μαζί τους, οὔτε νά μετάσχουμε στήν λοιμική νόσο τους καί τήν ψώρα πού ἔχουν. Νά φυλάξουμε τούς ἑαυτούς μας μέ κάθε τρόπο καί τελείως νά ἀπέχουμε ἀπό τήν μερίδα τούς. «Μή μέντοι ὡς ἐχθρούς αὐτούς ἡγητέον, μηδέ μισητέον, εἰ καί αὐτοί καθ΄ἡμῶν ἀεί λυσσῶσι καί μαίνονται» (σ.299). Κάποτε ἦσαν ἀδελφοί μας, διότι εἶχαν ἀναγεννηθεῖ ἀπό τήν ἴδια κολυμβήθρα τοῦ Θείου Βαπτίσματος. Παρ΄ὅλο ὅμως πού ψωρίασαν καί ἀσθενοῦν καί ἐπιμένουν στή νόσο, δέν εἶναι ἄξιοι νά τούς μισοῦμε, ἀλλά μᾶλλον νά τούς ἐλεοῦμε, νά τούς ἀγαποῦμε καί νά ἀναφέρουμε εὐχάς ὑπέρ αὐτῶν συνεχῶς, ἐλπίζοντες νά τούς ἐπισκεφθῆ κάποτε ὁ Θεός καί νά ἐπιστρέψουν, νά τούς χαρίση τήν ὑγεία, νά σταματήση ἡ σῆψις, νά τούς ἀπαλλάξη ἀπό τήν μανία καί νά τούς ἀποκαταστήση ὡς μέλη ἄμωμα τῆς ἁγίας Αὐτοῦ καί καθολικῆς Ἐκκλησίας.
 
Τά ἔγραψα ὅλα αὐτά πρός ἀπολογίαν «τοῦ δοθέντος λόγου καί παραίνεσιν πατρικήν» (σ.299), συλλέξας λίγα ἐκ τῶν πολλῶν. «Τό μέν διά τήν σήν θείαν καί σεπτήν κέλευσιν –πρός σέ γάρ ὁ λόγος τήν ἐπιστροφήν ἤδη ποιεῖται, κράτιστε καί ἅγιε καί θεοφρούρητε καί θεόστεπτε αὐτοκράτορ μου-, τό δέ διά τήν ἀνατεθειμένην ἡμῖν ἐκ Θεοῦ ἐνοχήν καί τό χρέος τό ἀπαραίτητον» (σ.299).
------
 
Ὁ Πατριάρχης Ἰωσήφ «διῴκησε τήν ἐκκλησίαν μέχρι τοῦ Μαΐου 1275, ὅτε μή δυνάμενος ἐπί πλέον νά ὑπομείνῃ τήν ἐν τῷ ὀρθοδόξῳ δόγματι ἐμμονήν τοῦ πατριάρχου ὁ λατινόφρων αὐτοκράτωρ Μιχαήλ ὁ Παλαιολόγος, ἀπεμάκρυνεν ἀπό τοῦ θρόνου...» (Μανουήλ Γεδεών, Πατριαρχικοί πίνακες, Ἀθῆναι 1996², σελ.286). Μετά τήν ἔκδοσι τῆς ἀπολογίας του (Ἰούνιος 1273) περιορίσθηκε στήν Μονήν τῆς Περιβλέπτου. Τόν Μάϊο τοῦ 1275, μέ τήν ἐκλογή τοῦ Ἰωάννου Βέκκου, ἐξορίσθηκε στό φρούριο τῆς ἐν Χιλῇ τοῦ Εὐξείνου Πόντου.
 
Ὁ Ἰωάννης Βέκκος πατριάρχευσε ἀπό 26 Μαΐου 1275 μέχρι 26 Δεκεμβρίου 1282. Μετά τήν ἐκλογή του ἐπεκύρωσε τήν ἕνωσι πού εἶχε γίνει στή Λυών τό 1274, καί τήν εἶχαν ὑπογράψει οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ αὐτοκράτορα. Ὁ νέος πατριάρχης εἶχε ὡς ἀποστολή νά ἐπιβάλη τήν βούλησι τοῦ αὐτοκράτορα για τήν ἕνωσι, στήν Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς, γι΄αὐτό καί «πάντα ἦν αὐτός τῷ βασιλεῖ καί γλῶσσα καί χείρ καί κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου και λέγων και γράφων και δογματίζων…». Ὁ Βέκκος ἐδίωξε ἀπηνῶς κάθε ὀρθόδοξον πού ἀντιδροῦσε στήν ἕνωσι, μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Μιχαήλ τοῦ Παλαιολόγου τό 1282. Στή συνέχεια, ταραττομένης τῆς Ἐκκλησίας, ὁ νέος αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος κατεβίβασε ἐκ τοῦ θρόνου τόν Ἰωάννη Βέκκο καί τόν περιώρισε στήν Μονή τῆς Παναχράντου. Τότε, μετά τήν ἀποχώρησι τοῦ λατινόφρονος ἔγιναν θυρανοίξια καί ὅλη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας «ἐπλήσθη πᾶσα δι΄ἁγιασμοῦ, πρόστωακατάἐξώστωα, ἀναστήματά τε καί κίονες, ἀλλά καί τίμιαι εἰκόνες τοῦ μέγιστουνεώδιά τῆς τοῦ ὕδατος ἐπιρραντίσεως ἡγιάζοντο· διείρχετο τοίνυν τυφλῷ παιδί χειροκρατούμενος, ὁ Γαλακτίων καί ἐπεῤῥάντιζε» (Μ. Γεδεών, ὅπ, π.σελ. 289). Ὁ Ἱερομόναχος Γαλακτίων ὁ Γαλησιώτης εἶχε τυφλωθεῖ ὑπό τοῦ Μιχαήλ Παλαιολόγου, διότι τόν εἶχε ἐλέγξειὡς «χρώμενον ἀζύμοις», δηλ. ὅτι κοινωνοῦσε μέ τούς αἱρετικούς λατίνους. Ἐπανῆλθε τότε στόν πατριαρχικό θρόνο ὁ ὁμολογητής πατριάρχης ἅγιος Ἰωσήφ, ὅπου μετά τρεῖς μήνας ἀπεβίωσε. Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γεραίρει τήν μνήμη του στίς 30 Ὀκτωβρίου. «Αὐτοῦ ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ὁ θεός, ἐλέησον ἡμᾶς καί ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ νῦν πειρασμοῦ».
 
Ἰούνιος 2017, Μοναχός Παΐσιος Καρεώτης
Ἐτήσιος μνήμη τῆς Καθηγητής Ἀθωνιάδος
ἐν Κολυμπαρίῳ Κρήτης Σχολῆς
ἀντορθοδόξου συνόδου
 
Πηγή: aktines.blogspot.gr

Αναζητηση

Αναγνωστες