Η ψυχή που μελετά ακατάπαυστα κάθε ημέρα το λόγο του Κυρίου, συνηθίζει και στον ύπνο να προσκολάται σε αυτά τα νοήματα.

(Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Το παγανιστικό παραμύθι τής σφαγής τής Κρήτης.

Ο Νικηφόρος Φωκάς, ήταν ο απελευθερωτής τής Κρήτης από τους Άραβες. Για τους Νεοπαγανιστές όμως, ήταν διώκτης τών... (ανύπαρκτων τότε στην Κρήτη) ειδωλολατρών, τους οποίους επιμένουν να ονομάζουν: "έλληνες", λες και ο Ρωμαίικος στρατός ήταν κάτι άλλο!

Στη συνέχεια, θα δώσουμε πρώτα μια εικόνα τών επιτευγμάτων τού μεγάλου αυτού αυτοκράτορα, και τής απελευθέρωσης τής Κρήτης από τους Άραβες, και μετά θα παρουσιάσουμε το Νεοπαγανιστικό παραμύθι, για να γελάσει ο κάθε πικραμένος.

Τα παρακάτω, είναι παρμένα από τη διεύθυνση: http://11dim-kaval.kav.sch.gr/main/roads/fokas.htm


Ο Νικηφόρος Φωκάς και η απελευθέρωση τής Κρήτης.

Ο Νικηφόρος Φωκάς καταγόταν από τη μεγάλη οικογένεια των Φωκάδων της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του Βάρδας Φωκάς ήταν στρατηγός του θέματος των Ανατολικών.

Από πολύ νεαρή ηλικία απέκτησε πλούσια εμπειρία από τους πολέμους των Βυζαντινών εναντίον των Αράβων.

Ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και ως νεαρός Πατρίκιος διακρίθηκε στην εκστρατεία του πατέρα του εναντίον των Αράβων. Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος τον διόρισε αρχηγό του Βυζαντινού στρατού στην Ανατολή. Ο Ρωμανός Β΄ (959 μ.Χ-963 μ.Χ.) τον τίμησε με τον τίτλο του Μάγιστρου και τον διόρισε πάλι Δομεστίνο των σχολών της Ανατολής, ενώ το 960 του ανέθεσε την αρχηγεία της εκστρατείας για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους ΄Αραβες.

Ο θάνατος του Αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄(15 Μαρτίου 963) δημιούργησε σοβαρά προβλήματα, αφού η αυτοκράτειρα Θεοφανώ ήταν μόλις 20 ετών, οι δε γιοι του Βασίλειος και Κωνσταντίνος έξι και τριών ετών αντίστοιχα. Η άσκηση της εξουσίας θα περιερχόταν στον ευνούχο Ιωσήφ Φρίγγα, ο οποίος συνωμοτούσε εναντίον του ενδόξου στρατηγού. Ο Νικηφόρος Φωκάς είχε πλήρη γνώση της κατάστασης. Απέκτησε σιγά σιγά και το θαυμασμό της νεαρής Αυτοκράτειρας, η οποία δεν συμφωνούσε με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας από παρακοιμώμενο ευνούχο. Τελικά ο Νικηφόρος Φωκάς πείστηκε να επιδιώξει την άνοδό του στον θρόνο της Aυτοκρατορίας παρά τη ροπή του προς το ασκητικό ιδεώδες, την οποία του την είχε εμφυσήσει ο φίλος του Αθανάσιος ο Αθωνίτης.

Η δύναμή του ήταν τέτοια που η χήρα του Αυτοκράτορα, η Θεοφανώ, ήρθε σε συνεννόηση μαζί του και, αφού στέφθηκε αυτοκράτορας από το στρατό το 963 στην Καισάρεια, τον νυμφεύτηκε στη μεγάλη εκκλησία της Πρωτεύουσας, την Αγία Σοφία.

Μέλος της μεγάλης στρατιωτικής οικογένειας των Φωκάδων, ο Νικηφόρος είναι ιδιότυπη περίπτωση αυτοκράτορα, που συνδυάζει την τραχύτητα του στρατιωτικού με τη θρησκευτική απλότητα του μοναχού. Μακριά από κάθε πολυτέλεια, ζει στα ανάκτορα όπως και στο στρατόπεδο χωρίς όμως να αδιαφορεί για τα συμφέροντα των αριστοκρατών, στους οποίους ανήκει. Με τη νομοθεσία του, ενώ καλυτερεύει τη θέση των μεγαλογαιοκτημόνων απέναντι στους μικροϊδιοκτήτες, προστατεύει ιδιαίτερα τη στρατιωτική ιδιοκτησία, θεωρώντας πρωταρχικής σημασίας την οικονομική ενίσχυση του στρατού. Παράλληλα σταματά τον πολλαπλασιασμό των μοναστηριών - επιτρέπει την ίδρυση νέων μόνο σε έρημα μέρη, όπως είναι το Άγιο Όρος - και εκδίδει διάταγμα (964) εναντίον της αύξησης της εκκλησιαστικής περιουσίας καθώς πίστευε πως ο πλούτος δεν ταίριαζε με την πνευματική φύση της και τον ασκητικό τρόπο ζωής των μοναχών. Περιόρισε επίσης την αρχή της προτιμήσεως για γαίες δυνατών ή φτωχών στα μέλη των αντίστοιχων τάξεων και φρόντισε να ενισχύσει την τάξη των στρατιωτών, ορίζοντας ως αναπαλλοτρίωτο όριο στρατιωτικών κτημάτων εκτάσεις αξίας 12 νομισμάτων. Με τον τρόπο αυτόν οι στρατιώτες μπορούσαν να καλύπτουν τα έξοδα του εξοπλισμού τους.

Έκανε πολλούς πολέμους και εκτίναξε τα σύνορα της Aυτοκρατορίας πέρα από τον Ευφράτη. Ακόμα έδειξε περισσότερο ενδιαφέρον για τα Βυζαντινά συμφέροντα στις επαρχίες της Νότιας Ιταλίας και της Σικελίας. Αντιμετώπιζε με μεγάλη επιτυχία τα προβλήματα στα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας. Ακόμα απελευθέρωσε πολλές πόλεις με θριαμβευτικές νίκες, ανακατέλαβε την Κύπρο και επιβεβαίωσε την Βυζαντινή κυριαρχία στη Μεσόγειο.

Βασική κατεύθυνση της πολιτικής του Αυτοκράτορα υπήρξε η συνέχιση των αγώνων εναντίον των Αράβων στην Ανατολή.

Πράγματι ο Νικηφόρος αφού συγκέντρωνε τον Βυζαντινό στρατό στα Φύγολα της Μικράς Ασίας εκμεταλευόμενος την απουσία του αραβικού στόλου από την Κρήτη κατέπλευσε στον κολπίσκο πλησίον του Χάνδακα και άρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον του συγκεντρωμένου στρατού. Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν ολόκληρο το χειμώνα. Στις 7 Μαρτίου του 961 μ.Χ. κατέλαβε το Χάνδακα και εκκαθάρισε το νησί από τα υπολείμματα των Αράβων, ενώ άφησε αξιόλογη τη φρουρά για τη προστασία του νησιού από νέες αραβικές επιδρομές.

Κατά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη τέλεσε θρίαμβο ενώπιον του Αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ και μεγάλου πλήθους, οι οποίοι εντυπωσιάστηκαν από τον μεγάλο αριθμό των αιχμαλώτων καθώς και τον ΄Αραβα Εμίρη της Κρήτης Αμπντ-Αλ-Αμιζ.

Μετά την επιστροφή του στην Ανατολή οργάνωσε συστηματικά τον αγώνα των Αράβων.

Νίκησε σε επανηλειμμένες αναμετρήσεις τον χαλίφη των Αράβων Σαιφ-αλ Ντάου Λαχ, κατέλαβε 60 σημαντικά φρούρια και την πρωτεύουσα του κράτους του Χαλεπίου στη Βόρεια Συρία (Δεκέμβριος 962 μ.Χ.). Οι νίκες εναντίον των Αράβων σε όλα τα πεδία ανύψωσαν το γόητρο της Aυτοκρατορίας και την προσωπική ακτινοβολία του μεγάλου βυζαντινού αρχηγού.

Τα πρώτα δύο έτη της βασιλείας του απομάκρυνε τους ΄Αραβες από την Κιλικία. Οι πόλεις Τάρας, Άδανα, Μονεστία και άλλες απελευθερώθηκαν με θριαμβευτικές νίκες του βυζαντινού στρατού. Το 966 μ.Χ. ο Νικηφόρος πολιόρκησε χωρίς επιτυχία την Αντιόχεια αλλά προσάρτησε μεγάλο τμήμα της Συρίας. Το 967 μ.Χ. οργάνωσε νέα εκστρατεία στη Συρία, κινήθηκε κατά μήκος της παραλιακής ζώνης, απελευθέρωσε πολλές πόλεις και τελικά αποφάσισε την πολιορκία της Αντιόχειας. Κατέλαβε την ΄Εδεσσα, στην οποία βρήκε την αχειροποίητη εικόνα του Χριστού, προχώρησε μέχρι την Τρίπολη του όρους Λιβάνου, κατέλαβε είκοσι περίπου οχυρά φρούρια και επέβαλε νέα πολιορκία στην Αντιόχεια. Η πολιορκία ανατέθηκε στους στρατηγούς Πέτρο Φωκά και Μιχαήλ Βούρτζη οι οποίοι τελικά κατόρθωσαν να καταλάβουν την Πόλη (29 Οκτωβρίου 969 μ.Χ). Σύντομα καλύφθηκε και το Χαλέπι και ο Άραβας εμίρης του Χαλεπίου αναγνώρισε τη βυζαντινή κυριαρχία. Οι επιτυχίες του Νικηφόρου στην Ανατολή εξουδετέρωσαν πλήρως την αραβική απειλή για πολλές δεκαετίες ενώ παράλληλα αποκατέστησαν την βυζαντινή παρουσία μέχρι τη Μεσοποταμία.

Η τόσο σημαντική αύξηση δύναμης και αίγλης του Βυζαντίου υπαγορεύει στον Νικηφόρο την αγέρωχη στάση του απέναντι στους Βουλγάρους, όταν αντιπρόσωποί τους ζητούν την πληρωμή φόρων που πληρώνονταν από παλαιά. Η μυστική συνεννόηση Βουλγάρων και Ούγγρων, που έδινε τη δυνατότητα στους τελευταίους να κάνουν επιδρομές στη Θράκη περνώντας από βουλγαρικό έδαφος, προκαλεί τον Νικηφόρο να στρέψει τους Ρώσους εναντίον των Βουλγάρων, γεγονός επικίνδυνο για το ίδιο το Βυζάντιο, κυρίως ύστερα από τη ρωσική κατάληψη της Βουλγαρίας. Συναίσθηση υπεροχής, αλλά και παράδοση αιώνων, δημιουργεί τη δυσμενή αντίδραση του Νικηφόρου, όταν επανιδρύεται στη Δύση η Αυτοκρατορία, αυτή τη φορά από Γερμανό ηγεμόνα, τον Όθωνα Α' (962), ο οποίος μονοπωλεί τον τίτλο του Αυτοκράτορα των Ρωμαίων.

Η ισχυρή αντίδραση του Νικηφόρου για την ανεπίτρεπτη στάση του Γερμανού ηγεμόνα εκδηλώνεται και με τη δυσμενή υποδοχή, που επιφυλάσσει στον πρέσβη του Όθωνα, Λιουτπράνδο (968).

Η συνεχής πολεμική δραστηριότητα των Βυζαντινών για μια ολόκληρη εξαετία (963 μ.Χ.-969 μ.Χ.) είχε κουράσει τον Βυζαντινό στρατό και είχε προκαλέσει τη δυσφορία του λαού από τις επαχθείς φορολογικές επιβαρύνσεις. Ο ανιψιός του, Ιωάννης Τσιμισκής εκμεταλεύτηκε αυτή τη δυσφορία και σε συνεργασία με την αυτοκράτειρα Θεοφανώ, συγκρούστηκε με το Νικηφόρο και οργάνωσε συνομωσία για την εκθρόνισή του, η οποία συντελέστηκε με τη δολοφονία του ηρωικού Αυτοκράτορα τη νύχτα της 10ης Οκτωβρίου το 969 μ.Χ. Αυτό ήταν το άδικο τέλος του Νικηφόρου Φωκά, ενός από τους σημαντικότερους Αυτοκράτορες του Βυζαντίου.

Ο Νικηφόρος Φωκάς υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Αυτοκράτορες του Βυζαντίου και μεγαλόπνοος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της Αυτοκρατορίας. Φύση ιδιόρυθμη και δυναμική, αισθανόταν ιδιαίτερη ικανοποίηση στο πεδίο των μαχών και στην εμπειρία της ασκητικής ησυχίας. Οι στρατιωτικές και στρατηγικές του ικανότητες είχαν αναπτυχθεί στο έπακρο όπως φαίνεται και από τα στρατιωτικά του έργα. Αδάμαστος πολεμιστής και μεγαλόπνοος ηγέτης, αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στο πεδίο των μαχών και στην πνευματική άσκηση.

Το αισχρό παραμύθι τών Νεοπαγανιστών:

Η Γενοκτονία 270.000 Ελλήνων το 961 από τους βυζαντινούς κατακτητές

Καθ’ όλη την διάρκεια της χιλιετούς βυζαντινής αυτοκρατορίας η Κρήτη ήταν το κόκκινο πανί για τους βυζαντινούς κατακτητές. Γι’ αυτό την αιματοκύλησαν πολλές φορές.

Το 727 οι Κρητικοί όχι μόνον συμμετέχουν μαζί με όλους τους Έλληνες στην Μεγάλη Επανάσταση κατά των βυζαντινών, αλλά επιπλέον ετοιμάζουν πανστρατιά και επιτίθενται κατά της Κωνσταντινουπόλεως για να εκθρονίσουν(!!!) τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ τον Ίσαυρο.

Αρχηγό τους είχαν έναν Κρητικό ονόματι Κοσμά, ο οποίος ήταν μεγαλοπρεπής, ωραίος και γενναίος. Και παραλίγο να κατάφερναν να κυριαρχήσουν σε όλη την Μεσόγειο, όπως αναφέρει στην «Ιστορία των Σφακίων» ο ηγούμενος Γρηγόριος Παπαδοπετράκης.

Όμως οι λογαριασμοί βυζαντινών και Κρητικών παρέμεναν από αιώνες ανοικτοί και δεν έκλεισαν ποτέ. Ο Αλέξιος Κομνηνός, δια του υιού του Ισαακίου, το 1192, στέλνει απειλητική επιστολή προς το νησί της Κρήτης. Απειλούσε ότι αν δεν υποταχθούν στο βυζάντιο οι Κρητικοί, θα εξολοθρεύσει όλους τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά, όπως έπραξαν στο παρελθόν, έγραφε η επιστολή, ο Βελισσάριος, ο Ιουστινιανός, ο Νικηφόρος Φωκάς και ο Βάρδας ο θαλασσινός.

Οι βυζαντινοί είχαν υποστεί αναρίθμητες ήττες από τους Κρητικούς, που ήταν πολύ γενναίοι μαχητές και θεοσεβείς. Οι Κρητικοί ουδέποτε πρόδωσαν τους Πατρώους Θεούς και τα Πάτρια ειωθότα. Το παράδειγμά τους έδινε θάρρος στους άλλους Έλληνες να διατηρήσουν τον Ελληνισμό τους και την Πατρώα Ελληνική Θρησκεία. Γι’ αυτό ήθελαν να τους αφανίσουν οι βυζαντινοί κατακτητές.

Οι μνήμες από την τελευταία ήττα, ήταν ακόμη νωπές. Το 949 ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Ζ’ υπέστη πανωλεθρία από τους γενναίους Κρητικούς καθώς όλο το βυζαντινό στράτευμα που έστειλε για να κατακτήσει το ηρωικό Νησί κατεσφάγη, όπως μας πληροφορεί ο Λέων Διάκονος.

Τα Κρητικά πλοία περήφανα έπλεαν στην Μεσόγειο αψηφώντας τον βυζαντινό στόλο. Και όποτε είχαν ευκαιρία έκαναν τολμηρές επιδρομές και κατέστρεφαν ολοσχερώς τον βυζαντινό στόλο. Ο Λέων Διάκονος γράφει για την «των Κρητών δυναστείαν, τραχηλιώσαν και κατά Ρωμαίων φονικόν πνέουσαν». Δηλαδή έσπερναν τον θάνατο στους βυζαντινούς οι σκληροτράχηλοι Κρητικοί, γράφει ο Λέων Διάκονος στην Ιστορία του.

Οι Κρητικοί ήταν ακατάβλητοι κυρίως για δύο λόγους, γράφει ο Συνεχιστής του Θεοφάνους: Πρώτον διότι είχαν διατηρήσει αλώβητο το Ελληνικό Ιερατείο τους, το οποίο προΐστατο στους Απελευθερωτικούς Αγώνες, και δεύτερον διότι ήταν φοβεροί έμποροι, κάτι που τους προσπόριζε τα αναγκαία χρήματα για τους πολέμους κατά των βυζαντινών.

Το μίσος των βυζαντινών κατά των Ελλήνων της Κρήτης αποτυπώνεται ανάγλυφα από τον παρακοιμώμενο Ιωσήφ Βρίγγα ο οποίος προσπαθεί να διεγείρει το βυζαντινό συμβούλιο κατά των Κρητικών. Ο Συνεχιστής του Θεοφάνους καταγράφει τα λόγια του Ιωσήφ: «Είναι τόσα τα δεινά που υπέστησαν οι Ρωμαίοι από τους αρνητές του Χριστού, σφαγές και καταστροφές εκκλησιών και αρπαγές περιουσιών και αιχμαλωσίες. Πρέπει να αγωνισθούμε υπέρ των Χριστιανών και να μην δειλιάσουμε από την απόσταση της θαλάσσης ούτε από τις φήμες».

Πράγματι οι γενναίοι Κρητικοί απελευθέρωναν τα παράλια της Ιωνίας από τους βυζαντινούς κατακτητές και κατέστρεφαν χριστιανικές εκκλησίες και έπιαναν χριστιανούς αιχμαλώτους για να τους ανταλλάξουν με Έλληνες.

Το 960 ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Ρωμανός Β’ και ο παρακοιμώμενος Ιωσήφ Βρίγγας ανέθεσαν στον Αρμένιο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά τον αφανισμό της Κρήτης και των Κρητικών. Ο τεράστιος βυζαντινός στόλος ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη στις 5 Ιουλίου 960. Αποτελείτο από 3300 πλοία που μετέφεραν στρατό και εφόδια. Οι βυζαντινοί είχαν στρατολογήσει βάρβαρα στίφη Σλαύων, Αρμενίων και Ρώσων, για να κατασφάξουν τους Έλληνες της Κρήτης.

Ο M. Canard, στο Byzance et les Arabes μας πληροφορεί ότι οι Έλληνες διέθεταν μόλις 240 πλοία και ζήτησαν από τους Άραβες πολεμοφόδια και στρατό. Εκείνο τον καιρό οι Άραβες με επικεφαλής τον Χαμβδά πολεμούσαν στο μέτωπο της Μικράς Ασίας τους βυζαντινούς κατακτητές, και έτσι δεν μπόρεσαν να τους στείλουν παρά μικρές ποσότητες πολεμοφοδίων, αλλά καθόλου στρατό. Έτσι οι γενναίοι Κρητικοί μαχητές αντιμετώπισαν μόνοι τους τον τεράστιο βυζαντινό στόλο που μετέφερε 500.000 βυζαντινούς κατακτητές στο ηρωικό Νησί.

Οι Έλληνες γρήγορα έμαθαν τα νέα και άρχισαν να οχυρώνωνται. Η ιστορία έχει καταγράψει ως επικεφαλή της ηρωικής αντιστάσεως την Κρητικοπούλα Ιέρεια της Αρτέμιδος Κλεαγέτη.

Ο Πρίσκος στην χρονογραφία του μας πληροφορεί ότι ήταν μόλις 25 ετών το 960, και αμέσως άρχισε να εμψυχώνει τους Κρητικούς περιδιαβαίνουσα όλα τα οχυρά. Η Κλεαγέτη ήταν πολύ μορφωμένη και γόνος Ιερατικής οικογενείας. Η μητέρα της λεγόταν Ζηνόκλεια, ήταν Ιέρεια της Ήρας, και είχε πάρει μέρος στην μάχη της Κρήτης κατά των βυζαντινών το 949. Με το τόξο της είχε σκοτώσει 50 βυζαντινούς κατακτητές. Η Ζηνόκλεια τελούσε τα Ελληνικά Μυστήρια και είχε διδάξει από μικρή την θυγατέρα της Κλεαγέτη το πώς να πολεμά τους βυζαντινούς κατακτητές.

Ο Λέων Διάκονος στην Ιστορία του αναφέρει την Κλεαγέτη με υβριστικούς όρους. Την αποκαλεί «γύναιον εταιρικόν», «αναιδές», και ότι τάχα έκανε μαγγανείες. Όμως της αναγνωρίζει, αν και με υβριστικό τόνο, ότι ήταν μάντισσα και ότι ήταν ατρόμητη, καθώς πλησίαζε μόνη της μέχρι τα φυλάκια των βυζαντινών και τους προκαλούσε σε πόλεμο.

Οι Κρητικοί Ιερείς και Ιέρειες μόλις αντίκρισαν του πρώτους βυζαντινούς στρατιώτες έκαναν καθαρμό σε όλο το Νησί για να φύγει το χριστιανικό μίασμα.

Ο Νικηφόρος Φωκάς αμέσως μετά την απόβαση αρχίζει γενική επίθεση. Σφάζει αρκετούς Κρητικούς τις πρώτες ημέρες. Νοιώθοντας ότι η νίκη του θα είναι εύκολη εξ αιτίας του τεραστίου όγκου του στρατεύματός του, δίνει 10.000 βυζαντινούς στρατιώτες στον στρατηγό Νικηφόρο Παστιλά και τον διατάσσει να εισβάλει στην ενδοχώρα του Νησιού και να κατασκοπεύσει τους Κρητικούς.

Η ατρόμητη Ιέρεια Κλεαγέτη απαντά με ανταρτοπόλεμο. Βάζει τις Κρητικοπούλες να δίνουν κρασί στους βυζαντινούς στρατιώτες, να τους μεθούν και να αποσπούν πληροφορίες. Αφού τους διέλυσαν την πειθαρχία η Κλεαγέτη διέταξε τους 400 Κρητικούς που είχε υπό τις διαταγές της να λάβουν θέσεις μάχης στα βουνά.

Μόλις οι Κρητικοί είδαν τους βυζαντινούς αποδιοργανωμένους ξεκίνησαν επίθεση με επικεφαλής την ηρωική Ιέρεια της Αρτέμιδος. Οι βυζαντινοί αντιστάθηκαν με σθένος. Η Κλεαγέτη σημάδεψε με το τόξο της τον βυζαντινό στρατηγό Νικηφόρο Παστιλά, κτύπησε το άλογό του και τον ανάγκασε να ξεκαβαλικέψει. Αμέσως χύμηξε πάνω του με το τσεκούρι της και τον σκότωσε.

Οι βυζαντινοί σε αυτή την δεύτερη φάση του αγώνος τράπηκαν σε φυγή αλλά οι Κρητικοί τους πήραν στο κυνήγι. Ελάχιστοι από τους στρατιώτες του Νικηφόρου Παστιλά κατόρθωσαν να επιστρέψουν ζωντανοί στο στρατόπεδο του Νικηφόρου Φωκά.

Ο Φωκάς, ωσάν να κτυπήθηκε από κεραυνό, μόλις άκουσε τα νέα άρχισε να ετοιμάζει ενέδρες. Άρχισε να πολιορκεί τον Χάνδακα (Ηράκλειο).

Ο Πρίσκος, έχει καταγράψει το πώς απευθύνθηκε στους στρατιώτες του λέγων ότι «Δεν νομίζω να αγνοεί κανείς σας την επιθετικότητα και το θράσος των απογόνων της Αριάδνης, τις τόσες διαρπαγές και τα φονικά που έχουν διαπράξει κατά των Ρωμαίων. Δεν ανέχεται η εκκλησία του Χριστού να λυμαίνωνται το χριστεπώνυμο πλήθος οι ειδωλολάτρες.

Μην εξοκείλετε στην απειθαρχία και την καλοπέραση διότι θα πάθετε ότι και οι στρατιώτες του Νικηφόρου Παστιλά. Ας μην σπαταλάμε τον καιρό μας με οκνηρία και μέθη, αλλά παραμένοντας Ρωμαίοι ας επιδείξουμε στον πόλεμο κατά των ειδωλολατρών το γενναίο μας φρόνημα».

Μετά πήρε τον στρατό του και άρχισε επίθεση καθώς είχε πληροφορίες ότι 40.000 Κρητικοί ετοιμάζονταν να του επιτεθούν αιφνιδιαστικά και να τον εκδιώξουν από το Νησί. Ο Νικηφόρος Φωκάς περίμενε να νυκτώσει και επιτέθηκε το βράδυ στους Κρητικούς, οι οποίοι δεν άκουσαν την Κλεαγέτη και έκαναν το λάθος να κατασκηνώσουν σε πεδιάδα.

Εκεί ο Νικηφόρος Φωκάς τους έπιασε στον ύπνο, απροετοίμαστους, και τους έσφαξε όλους. Ο Νικηφόρος Φωκάς, για να αποδείξει το πόσο βάρβαρος ήταν και το πόσο μισούσε τους Έλληνες, διέταξε τους στρατιώτες του να κόψουν τα κεφάλια των Ελλήνων και να τα μαζέψουν σε σακκιά.

Ύστερα διέταξε να τα καρφώσουν σε κοντάρια και να τα τοποθετήσουν μπροστά στο κάστρο του Χάνδακος. Μετά, όπως διασώζει ο Λέων Διάκονος, ο Φωκάς διέταξε όσα κεφάλια Κρητικών περίσσεψαν να τα εκσφενδονίζουν με τις βαλλίστρες μέσα στα τείχη του κάστρου...

Οι Κρητικοί μόλις ανεγνώρισαν τους ομοφύλους των, ξέσπασαν σε οιμωγές. Ακούστηκαν κλάματα. Τρόμος κατέλαβε το στρατόπεδο των Κρητικών. Ακούστηκαν κραυγές και θρήνοι ωσαν η πόλη να είχε ήδη κατακτηθεί. Μολονότι δεν είχαν καμμία διάθεση για ειρήνη με τους βυζαντινούς, τώρα είχαν χάσει το θάρρος τους. Εκείνη την δύσκολη στιγμή εμφανίστηκε στα τείχη η νεαρή Ιέρεια Κλεαγέτη. Το πρόσωπό της έλαμπε από ζωντάνια όταν ενθάρρυνε τους Κρητικούς.

Ο Πρίσκος διέσωσε τα λόγια της: «Γενναίοι άνδρες και γυναίκες, αιώνες τώρα πολεμούμε τους Ρωμαίους. Οι Θεοί δεν μας εγκατέλειψαν, πάντα στέκονται στο πλευρό μας. Μόλις κατατροπώσαμε τους Ρωμαίους του Παστιλά. Τώρα θα λιποψυχήσουμε μπροστά σ’ έναν ασεβή Ρωμαίο; Εμπρός! Τραβήξτε τα σπαθιά. Ακονίσατε τους πελέκεις. Τεντώσατε τα βέλη. Θάνατος στους Ρωμαίους κατακτητές. Βοήθησέ μας Τοξόκλυτη Θεά. Ίσιωσε τα θανατηφόρα βέλη μας να βρουν τον στόχο τους».

Η νεαρή Ιέρεια αμέσως διατάζει επίθεση. Εμψυχωμένοι από την ατρόμητη Ιέρειά τους που όρμησε πρώτη, 35.000 Κρητικοί, μαζί και γυναικόπαιδα, εφορμούν εναντίον των βυζαντινών κατακτητών. Ο Νικηφόρος Φωκάς ταράζεται από την ξαφνική αντεπίθεση. Αλλά πριν προλάβει να συνέλθει καταμετρά 90.000 χιλιάδες νεκρούς, οι περισσότεροι από τα επίλεκτα βυζαντινά σώματα των Αρμενίων.

Ο Νικηφόρος Φωκάς αναγκάζεται να σαλπίσει υποχώρηση. Έβλεπε πιά ότι ήταν πολύ δύσκολο να κατατροπώσει τους Κρητικούς και μάλιστα με τέτοια οχυρά. Αποφάσισε, γράφει ο Λέων Διάκονος, να πολιορκήσει τον Χάνδακα(Ηράκλειο). Αποφάσισε να λιμοκτονήσει τους Κρητικούς μέχρις ότου κατασκευάσει νέες πολιορκητικές μηχανές. Έτσι τελείωσε ο χειμώνας του 960-961.

Κατά την διάρκεια του χειμώνος δεν έπαυσαν τελείως οι εχθροπραξίες. Ομάδες καταδρομών των Κρητικών κτυπούσαν συνεχώς τους βυζαντινούς κατακτητές. Οι απώλειες των Κρητικών έφτασαν τις 30.000 νεκρούς και των βυζαντινών τις 110.000 νεκρούς, αναφέρει ο M. Canard στο Byzance et les Arabes.

Στο τέλος Φεβρουαρίου του 961, ο Νικηφόρος Φωκάς άρχισε πάλι τον πόλεμο με νέο στρατό και εφόδια που παρέλαβε από την Κωνσταντινούπολη. Αντιθέτως η θέση των Κρητικών γινόταν όλο και πιό δύσκολη καθώς τα τρόφιμα λιγόστευαν και ο ναυτικός αποκλεισμός του Νησιού δεν επέτρεπε τον ανεφοδιασμό.

Οι στρατιωτικοί αρχηγοί των Κρητικών, Ναύκλος και Ανεμάς, έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να περιμένουν, μέσα στην πόλη, βοήθεια από τους Άραβες. Όμως η Κλεαγέτη τους είπε να συνεχίσουν τον ανταρτοπόλεμο στα βουνά και να μην πολεμήσουν μέσα στην πόλη διότι το κάστρο ίσως να μην αντέξει την πολιορκία. Τελικά υπερίσχυσε η γνώμη του Ανεμά, η οποία δυστυχώς απεδείχθη μοιραία.

Οι βυζαντινοί κατακτητές άρχισαν την πολιορκία σκάβοντας κάτω από την τάφρο και άρχισαν να ξεκολλούν πέτρες από το τείχος. Πρόσθεσαν ξύλα στα υποστηρίγματα και τους έβαλαν φωτιά. Σε λίγο η φωτιά απανθράκωσε τα υποστηρίγματα και δύο επάλξεις του κεντρικού τείχους κατέρρευσαν. Αμέσως όρμησαν στην πόλη τα βυζαντινά στίφη και άρχισαν γενική σφαγή χωρίς να κάνουν διάκριση αμάχου και μαχομένου πληθυσμού. Τα γυναικόπαιδα έτρεχαν να κρυφτούν στα σοκάκια αλλά οι βυζαντινοί τους εξολόθρευαν ανηλεώς. Για τρεις ολόκληρες ημέρες δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να σφάζουν άμαχο πληθυσμό.

Η κατάκτηση της Κρήτης ολοκληρώθηκε στις 7 Μαρτίου 961. Οι πηγές κατέγραψαν 200.000 νεκρούς Κρητικούς, μαζί με τα γυναικόπαιδα, που γενοκτόνησαν οι βυζαντινοί υπάνθρωποι. Μαζί με τους ήδη νεκρούς Κρητικούς στα πεδία των μαχών, το Ολοκαύτωμα της Κρήτης αριθμεί 270.000 νεκρούς, σφαγιασθέντες από τα βυζαντινά στίφη του Νικηφόρου Φωκά.

Ο Νικηφόρος Φωκάς, χωρίς κανένα ίχνος θεοσέβειας, ανδρείας και πολιτισμού, ζήτησε να βρουν το πτώμα της Ιέρειας Κλεαγέτης. Μόλις οι βυζαντινοί το βρήκαν, ο βάρβαρος Αρμένιος στρατηγός διέταξε να της κόψουν το κεφάλι και να το καρφώσουν σε ένα κοντάρι. Αφού το έφτυσε, το περιέφερε πάνω στο άλογό του ως τρόπαιο...

Ο Νικηφόρος Φωκάς για να ολοκληρώσει την καταστροφή της Κρήτης διατάσσει την φυλετική αλλοίωση του Κρητικού λαού. Εγκαθιστά στο ηρωικό Νησί βαρβάρους Σλαύους, Ρώσους και Αρμένιους. Επιπλέον διατάσσει τους μοναχούς των χριστιανών να εκχριστιανίσουν βιαίως τον Κρητικό λαό. Ο Νίκων ο «Μετανοείτε» αποβιβάζεται στην Κρήτη με προστασία βυζαντινής φρουράς και αρχίζει νέες σφαγές.

Παρά την τρομακτική γενοκτονία, οι Κρητικοί ανένηψαν και συνέχισαν τον Ιερό Αγώνα για Ελευθερία, κάτι που αποδεικνύεται με την απειλητική επιστολή που έστειλε ο Αλέξιος Κομνηνός το 1192, όπως αναφέραμε και στην αρχή του άρθρου μας.

Η Γενοκτονία 270.000 Κρητικών από τους βυζαντινούς κατακτητές το 961 έχει χαραχθεί βαθιά στην μνήμη όλων των Ελλήνων παρά τις προσπάθειες των νεοβυζαντινών κατακτητών να την διαγράψουν.

Ξεπερνώντας κάθε όριο θράσους, ο «πατριάρχης» των χριστιανών Βαρθολομαίος, πριν από δύο χρόνια, έστησε τον ...ανδριάντα(!) του Νικηφόρου Φωκά στην Κρήτη(!!!).

Όπως δείχνουν τα γεγονότα υπάρχουν ακόμη ανοικτοί λογαριασμοί μεταξύ Ελλήνων και βυζαντινών...

Πηγές:

Λέων Διάκονος, Ιστορία

M. Canard, Byzance et les Arabes

Πρίσκος, Κρητικά, στην συλλογή Jus Graeco-Romanum

Γρηγορίου Παπαδοπετράκη, Ιστορία των Σφακίων, Αθήνα 1971

Ισίδωρος Ηλιάκης


_____________________________________________________
Πρίσκος

Επειδή γνωρίζουμε τις Νεοπαγανιστικές απάτες, και ότι δεν μπορεί κάποιος να εμπιστεύεται ΤΙΠΟΤΑ από όσα λένε τέτοιοι άνθρωποι, αναζητήσαμε εν συντομία στο Ίντερνετ τη λέξη: "Πρίσκος", για να βρούμε πληροφορίες γι αυτόν, και να δούμε αν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ή παραμύθι σαν τα όσα λένε. Αυτόν δεν τον βρήκαμε. Βρήκαμε άλλους Πρίσκους, από διαφορετικές εποχές. Βρήκαμε τους παρακάτω "Πρίσκους":

"Εις τους κατά τους μεσαιωνικούς προπάτορας ημών, είπον, αποδίδεται συχνάκις το όνομα των Βυζαντινών, αυτοί όμως ούτοι ουδέποτε ωνόμασαν εαυτούς Βυζαντινούς. Αληθεύει τωόντι, ότι εν τη 5η εκατονταετηρίδι, κτά Γουίδων και Φώτιον, ο μεν Πρίσκος έγραψεν ¨Ιστορία Βυζαντινήν¨, ο δε Μάλχος ¨Βυζαντιακά¨, αλλ΄εκ των τοιούτων επιγραφών των προκειμένων ιστοριών συνάγεται, ότι εν αυτοίς εγένετο λόγος περί της πόλεως του Βυζαντίου μάλλον παρά περί όλου του βυζαντινού κράτους".

"Πρίσκος: 1. Βυζαντινός ιστορικός (5ος αι. μ.Χ.). 2. Βυζαντινός στρατηγός (6ος - 7ος αι μ.Χ.)".

"Η μέχρι του Ίστρου Θράκη κατά τους Δ΄ -Ζ΄ αιώνας μ.Χ. δεν ήτο αόριστος, αλλά πραγματική γεωγραφική και διοικητική έννοια. Τούτο δεικνύουσι σαφώς όχι μόνον η κατά την Notitiam διοικητική διαίρεσις, αλλά και πολλά χωρία Βυζαντινών ιστορικών του Ε΄ και Στ΄ αιώνος. Ο Ολυμπιόδωρος (του Ε΄ αιώνος) διακρίνει τας προς Ν. του Δανουβίου Βορείας χώρας απλώς εις Ιλλυρικόν και Θράκην. Ο σύγχρονος με αυτόν Πρίσκος αναφέρει Ρωμαίον (Βυζαντινόν) στρατηγόν, ο οποίος «είχε τήν πρός τω Θρακίω μέρει του ποταμου (του Ίστρου) φυλακήν»".

"Την ίδια εποχή με τον Βάρρωνα και ο Βιργίλιος γράφει τα "Γεωργικά" του, ενω τους ακολουθούν και ο Τρόγος Πομπηίος (Περί ζώων και φυτών) το 20 π.Χ., ο Ιούβας Β' που έγραψε για τα Ευφόρβια12, ο Ετρούσκος Ταρκίτιος Πρίσκος που συνέθεσε ενα έργο για τα άνθη και τα χρώματα των φυτών, οι Sisennae (πατέρας και γιός) που έγραψαν "περι Γεωργίας", ο Γάϊος Τρεμέλλιος Σκρόφας, ο Μανίλιος Σούρας και ο Αφρικανός Τουράνιος Cracilis (περι Ζωολογίας και Βοτανικής)".

"Με την ονομασία Τουρουλός ή Τζουρουλός στα βυζαντινά χρόνια, ήταν έδρα ιππικών μονάδων και αποτελούσε ισχυρό φρούριο - προμαχώνα της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο κλείστηκε υποχωρώντας προ των Αβάρων, ο στρατηγός Πρίσκος, ενώ το 1237 μετά το Χριστό κατέφυγε σ' αυτή ο Πετραλοίφας, πολιορκημένος από τους Βούλγαρους και τους Φράγκους".

"Πρίσκος: (μεταξύ 410 και 420-περίπου 472). Βυζαντινός ιστορικός και σοφιστής από το Πάνιο της Θράκης. Το κυριότερο έργο του είναι μια ιστορία της εποχής του, που έμεινε γνωστή ως "Ιστορία βυζαντιακή και τα κατ' Αττίλαν". Σε αυτήν πραγματευόταν τα γεγονότα των ετών 441-472".

Στα παραπάνω παρατηρούμε ότι όλοι αυτοί οι "Πρίσκοι", δεν έχουν καμία σχέση με την εποχή που κακοποιούν οι Νεοπαγανιστές.

Βρήκαμε όμως άλλον έναν "Πρίσκο", τον οποίο θα αναφέρουμε όμως σε ξεχωριστό αρχείο, επειδή η αφήγηση δείχνει την πραγματικότητα, και φανερώνει ποιοι ήταν οι διώκτες και ποια τα θύματα. Σας καλούμε λοιπόν να δείτε το αρχείο αυτό, με θέμα: Μαρτύριο Αγίας Ευφημίας.

Πηγή: oodegr.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζητηση

Αναγνωστες