Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 31o.

18. "Οι χριστιανοί κατέσφαξαν την φιλόσοφο Υπατία, όπως το περιγράφει ένας χριστιανός, ο Σωκράτης, με υπαιτιότητα του ...«Αγίου» Κυρίλλου, επισκόπου Αλεξάνδρειας".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Πέντε πηγές είναι βασικές.

α') Ο ιστοριογράφος της εποχής Σωκράτης (Εκκλησιαστική Ιστορία) έχει αυτή την εκδοχή:

7, 13 «Ο λαός της Αλεξάνδρειας ευχαριστείται με την αναταραχή περισσότερο από ό,τι οποιοσδήποτε άλλος λαός: και εάν σε οποιαδήποτε στιγμή βρει μια πρόφαση, ξεσπά στις πιο ανυπόφορες υπερβολές. Διότι δεν παύει ποτέ από την αναταραχή του χωρίς αιματοχυσία».

7, 15 «Ακόμη και αυτή έπεσε θύμα της πολιτικής αντιζηλίας, που εκείνη την περίοδο επικρατούσε. Διότι, δεδομένου ότι συναντούσε συχνά τον Ορέστη, αναφέρθηκε συκοφαντικά μεταξύ του Χριστιανικού λαού, ότι αυτή ήταν που απέτρεπε τον Ορέστη από τη συμφιλίωση με τον επίσκοπο (Κύριλλο). Μερικοί από αυτούς, επομένως, έσπευσαν με άγριο και φανατικό ζήλο, του οποίου υποκινητής ήταν ένας αναγνώστης ονόματι Πέτρος, της έστησαν καρτέρι, όταν επέστρεφε σπίτι της, και σύροντάς την από την άμαξά της, την πήγαν στην εκκλησία που λέγεται Καισάρειο, όπου την έγδυσαν εντελώς και την δολοφόνησαν έπειτα με όστρακα».

5, 22 «Στην ίδια πόλη της Αλεξάνδρειας, οι αναγνώστες και οι ψάλτες επιλέγονται αδιάφορα από τους κατηχούμενους και τους πιστούς. Ενώ σε άλλες εκκλησίες, ο πιστός μόνον προάγεται σε αυτά τα αξιώματα».

β') Ο Μαλάλας (6ος αι.) γράφει (Χρονογραφία): «Τον καιρό εκείνο (επί βασιλείας Θεοδόσιου του Β') οι Αλεξανδρινοί, αφού αφέθηκαν εντελώς ελεύθεροι, συνέλαβαν και έκαψαν σε πυρά την φιλόσοφο Υπατία, που είχε μεγάλη φήμη και ήταν μεγάλης ηλικίας» («Κατ' ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν παρρησίαν λαβόντες οἱ Ἀλεξανδρεῖς φρυγάνοις ἔκαυσαν Ὑπατίαν τὴν περιβόητον φιλόσοφον»).

γ') Ο παγανιστής Δαμάσκιος (6ος αι.) αναφέρει για την Υπατία τα εξής, στο έργο του ''Ισιδώρου βίος'', που αποσπάσματά του σώζονται στο Λεξικό του Σουίδα ως εξής: «Καθώς ο Κύριλλος, επίσκοπος της αντίπαλης παράταξης, περνούσε από το σπίτι της Υπατίας συνάντησε ένα μεγάλο πλήθος στην πόρτα της, έναν κυκεώνα αλόγων και ανθρώπων. Ορισμένοι έρχονταν και ορισμένοι έφευγαν, ενώ άλλοι παρέμεναν εκεί. Ρώτησε ποιος ήταν ο σκοπός της συγκέντρωσης και γιατί γινόταν η φασαρία. Οι ακόλουθοί του απάντησαν ότι ήταν η κατοικία της φιλοσόφου Υπατίας και ότι το πλήθος είχε συγκεντρωθεί για να τη χαιρετίσει. Η πληροφορία τον πλήγωσε τόσο πολύ ώστε οργάνωσε εναντίον της μια δολοφονική επίθεση του χειρότερου είδους. Όταν η Υπατία βγήκε από το σπίτι της, μερικοί βάρβαροι που δεν φοβόντουσαν ούτε τη θεία δίκη ούτε την ανθρώπινη τιμωρία, όρμησαν ξαφνικά πάνω της και τη σκότωσαν, φέρνοντας στη χώρα τους απέραντο όνειδος και το κρίμα του αίματος ενός αθώου. Πραγματικά, η αυτοκρατορία τραυματίστηκε βαρύτατα από αυτό το γεγονός και οι δολοφόνοι θα είχαν ασφαλώς τιμωρηθεί αν ο Αιδέσιος δεν εξαγόραζε τους φίλους του αυτοκράτορα. Ο τελευταίος δεν επέβαλε ποινές (...)».

δ') Στο λήμμα Υπατία του Λεξικού του Σουίδα επίσης, που προέρχεται από τον Ονοματολόγο του Ησύχιου (6ος αι.), σε άλλη παράγραφο, αναφέρεται ως αιτία του φόνου της τα εξής: «αυτό το έπαθε λόγω του φθόνου για την υπερβολική σοφία της και μάλιστα για τα σχετικά με την αστρολογία˙ άλλοι αποδίδουν τον φόνο στον Κύριλο κι άλλοι στο έμφυτο των Αλεξανδρινών για την οχλαγωγία και την απερισκεψία».

ε') Στο Χρονικό, 84 του Ιωάννη Νικίου (7ος αι.) δίνεται μια ακόμη περιγραφή του θανάτου της: «Και μετά ένα πλήθος πιστών υπό την καθοδήγηση του Πέτρου του μάγιστου, αυτός ήταν τέλειος πιστός από κάθε άποψη στον Ιησού Χριστό, άρχισαν να ψάχνουν την ειδωλολάτρισσα (...). Και όταν έμαθαν το μέρος όπου ήταν, προχώρησαν προς αυτήν και την είδαν να κάθεται σε μια υπερυψωμένη καρέκλα. Αφού την κατέβασαν, την τράβηκαν μέχρι την μεγάλη εκκλησία που λέγεται Καισάρειον. Αυτό ήταν σε μέρες εορτής. Και της έσκισαν τα ρούχα και την έσυραν στους δρόμους ώσπου πέθανε».

στ') «Ο Δαμάσκιος αναφέρει περιληπτικά αλλά κατηγορηματικά ότι ολόκληρη η πόλη την αγαπούσε και την εκτιμούσε. Είχε επίσης δεχθεί σωρία δημοτικών διακρίσεων (βλ. Dam. frag. 102, σελ. 79.13-14 Zintzen). Ο Κύριλλος δεν μπορούσε ούτε να ονειρευτεί μια τέτοια αφοσίωση» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 169).

ζ') «Δεν υπάρχουν λόγοι για τους οποίους θα μπορούσαν να θεωρήσουν την Υπατία σύμμαχό τους οι ειδωλολατρικές ομάδες της πόλης˙ θυμόνταν την έλλειψη του ενδιαφέροντός της στην παραδοσιακή πίστη κατά τη διάρκεια των πρόσφατων αγώνων τους για τη διατήρηση της ελληνικής θρησκείας» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 170).

η') «Το γεγονός ότι οι σύμμαχοι του Ορέστη και της Υπατίας ήταν κατά βάσιν χριστιανοί περιέπλεξε την κατάσταση για τον Κύριλλο και τους κληρικούς του. Άλλωστε ο ίδιος ο Ορέστης ήταν χριστιανός και εκπρόσωπος ενός χριστιανικού κράτους, υποστηριζόταν από μέλη της χριστιανικής διανόησης της πόλης καθώς και από ένα τμήμα του χριστιανικού πληθυσμού που τον είχε υπερασπιστεί στην επίθεση των μοναχών» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 167-168).

θ') «Οι άνθρωποι του Κυρίλλου βρήκαν έναν τρόπο να απομακρύνουν την Υπατία από τον απλό κόσμο: ο Ιωάννης Νικίου αναφέρει ότι την παρουσίαζαν σαν μάγισσα και την κατηγορούσαν για το χειρότερο είδος μαγείας, τη λεγόμενη μαύρη μαγεία (...). Οι φήμες για την άσκηση μαύρης μαγείας προκάλεσαν απέραντο φόβο μεταξύ των απλών ανθρώπων, οι οποίοι συνεπώς ήταν έτοιμοι να αναλάβουν βίαιη και ανελέητη δράση εναντίον των μάγων (...). Οι εκκλησιαστικοί προπαγανδιστές κατάφεραν με αυτόν τον τρόπο να συνδέσουν μια ιστορία μαγείας με πληροφορίες για τις μαθηματικές και αστρονομικές έρευνες της Υπατίας, τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά ενδιαφέροντά της, και τις διαδόσεις που κυκλοφορούσαν γι' αυτήν στην πόλη. Για να επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες σχετικά με τις απαγορευμένες πρακτικές της Υπατίας, ήταν αρκετή η αναφορά στην απασχόληση του πατέρα της με την αστρολογία και τη μαγεία, τα γραπτά του για την ερμηνεία των ονείρων και τις επισκέψεις των Αλεξανδρινών αστρολόγων στο σπίτι του (...). ”Το πρώτο της θύμα ήταν ο κυβερνήτης της πόλης, ο Ορέστης”. Σαν αποτέλεσμα των μαγικών της επικλήσεων, σταμάτησε να πηγαίνει στην εκκλησία και άρχισε μια δραστήρια προσπάθεια «αθεοποίησης» των χριστιανών πιστών» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 171).

ι') «Όπως σωστά υποστηρίζει ο Ρουζέ και ορισμένοι άλλοι, ο Κύριλλος δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά υπεύθυνος για τον σχεδιασμό του εγκλήματος. Από το άλλο μέρος, η συμβολή του σε αυτό υπήρξε μεγάλη, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο φόνος σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε από τους παραβολάνους εν αγνοία του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν ο βασικός υποκινητής της εκστρατείας εναντίον της Υπατίας, υποδαυλίζοντας την προκατάληψη και την εχθρότητα εναντίον της φιλοσόφου και προκαλώντας φόβους για τις συνέπειες των υποτιθέμενων μαγικών ενεργειών της επί του επάρχου» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 182).

ια') «Τα αίτια του φόνου της Υπατίας ήταν περισσότερο πολιτικά παρά θρησκευτικά. Η Υπατία αντίθετα με άλλους παγανιστές συναδέλφους της, δεν ήταν αφοσιωμένη παγανίστρια: δεν καλλιεργούσε την νεοπλατωνική μαγεία, δεν πήγαινε στα παγανιστικά ιερά, δεν αντιδρούσε στην μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες, δεν συμπαραστάθηκε λόγω ή έργω στους αμυνόμενους μέσα στο Σαράπειο παγανιστές και είχε πολλούς χριστιανούς ως μαθητές. Δύο από αυτούς έγιναν επίσκοποι. Ο Κύριλλος την έβλεπε ως έναν ισχυρό υποστηρικτή του έπαρχου Ορέστη (Ο Ορέστης ήταν Χριστιανός μεν, αλλά δεν του άρεσε η ανάμειξη του Κύριλλου στα πολιτικά ζητήματα· μάλιστα προστάτευσε τους Εβραίους Αλεξανδρινούς όταν ο Κύριλλος(;) τους επιτέθηκε), στη διαμάχη πολιτείας και εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Ο Ορέστης συνδεόταν φιλικά με την Υπατία. Μετά τη δολοφονία της Υπατίας χάθηκε ένας ισχυρός υποστηρικτής του Ορέστη. Ο φόνος της Υπατίας, ο οποίος διεπράχθη από άτομα στην υπηρεσία του Κυρίλλου, δεν έχει καμμία σχέση με την αντιπαγανιστική πολιτική που ακολούθησε ο Κύριλλος αρκετά χρόνια μετά το θάνατό της· αυτή άρχισε μετά το 420» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 194). «Η Υπατία δεν δολοφονήθηκε εξαιτίας κάποιου παγανιστικού αγώνα. Το γεγονός ότι ήταν εθνική απλώς την έκανε πιο ευάλωτη σε μια σύγκρουση που στην πραγματικότητα είχε να κάνει με την πολιτική ζωή της Αλεξάνδρειας» (Pierre Chuvin, Οι τελευταίοι Εθνικοί, εκδ. Θύραθεν, σ. 112). Καταλαβαίνει κανείς πολύ καλά, τί φθηνή (σε εύπιστους ή ημιμαθείς) προπαγάνδα κάνουν οι νεοπαγανιστές όταν αποκαλούν την Υπατία «μάρτυρα του Εθνισμού» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 156) και (πάλι ο κ. Ρασσιάς) «ιερομάρτυρα»(!!).

ιβ') «Μετά την εγκληματική ενέργεια, ο Ορέστης πρέπει να ανακλήθηκε ή να υπέβαλε την παραίτησή του. Όπως και νά χει, δεν ξανακούστηκε τίποτα γι' αυτόν. Υπάρχουν λόγοι να υποθέσουμε ότι ένοιωσε αηδία για την πόλη και φοβήθηκε ότι θα είχε κι αυτός την τύχη της Υπατίας» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 176).

ιγ') «Οι μόνοι που προσπάθησαν να στρέψουν τον αυτοκράτορα εναντίον του πατριάρχη ήταν οι δημοτικοί σύμβουλοι της Αλεξάνδρειας. Ο Κύριλλος παρουσίασε το θέμα σαν πάλη εναντίον του παγανισμού, όπως τουλάχιστον ισχυρίστηκε η επίσημη εκκλησιαστική προπαγάνδα. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτό ακριβώς έκανε μπροστά στις ανώτατες αρχές, βασιζόμενοι στα γραπτά του Ιωάννη Νικίου ο οποίος στο τέλος της περιγραφής του αναφέρει ότι μετά το θάνατο της Υπατίας “όλοι υποτάχθηκαν στον πατριάρχη Κύριλλο, τον οποίο αποκαλούσαν «νέο Θεόφιλο» επειδή κατέστρεψε τα τελευταία απομεινάρια της ειδωλολατρίας στην πόλη”» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 177).

ιδ') «Μετά από επανειλημμένες αιτήσεις στην αυλή της Κωνσταντινούπολης, το δημοτικό συμβούλιο της Αλεξάνδρειας έλαβε ορισμένα μέτρα για την τιμωρία του Κυρίλλου. Στις 5 Οκτωβρίου 416 ο πραιτωριανός έπαρχος Μονάξιος, διάδοχος του Αυρηλιανού, εξέδωσε διάταγμα το οποίο αφαιρούσε από τον Κύριλλο την εξουσία του επί των ονομαζόμενων «παραβολάνων» (βλ. Θεοδοσιανό Κώδικα 16. 2, 42). Το αυτοκρατορικό διάταγμα του 416 απαγόρευσε στους παραβολάνους να εμφανίζονται σε δημόσιους χώρους ή να εισέρχονται στα κτίρια των δημοτικών συμβουλίων και δικαστηρίων˙ ο αριθμός τους μειώθηκε από 800 σε 500 και η στρατολογία νέων μελών ανατέθηκε στον έπαρχο» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος σ. 179).

ιε') Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζουν οι νεο-δωδεκαθεϊστές, ο θάνατος της Υπατίας δεν επέφερε την παρακμή της αλεξανδρινής επιστήμης και φιλοσοφίας, η διδασκαλία των Αριστοτέλη και Πλάτωνα γνώρισε άνθιση στον 5ο και 6ο αιώνα, όπως και τα μαθηματικά κι η αστρονομία, ώς την αραβική εισβολή. Παγανιστές φιλόσοφοι της Αλεξάνδρειας από την εποχή της Υπατίας ώς την αραβική εισβολή: Αμμώνιος, Δαμάσκιος, Σιμπλίκιος, Ιωάννης Φιλόπονος, Σαραπίων, Ωραπόλλων ο Νεότερος, Αραίσκος, Ασκληπιός, Ωραπόλλωνας ο Πρεσβύτερος, Ασκληπιάδης, Ασκληπιόδοτος κ.ά. (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 194-195).

Συμπεράσματα:

1) Η ηθική αυτουργία του Κυρίλλου δεν μπορεί να αποδειχθεί, χωρίς, από την άλλη, να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι για την μη ανάμιξή του. Διότι, από τη μια δεν έχουμε μαρτυρίες από συγχρόνους του, ότι συνήργησε ή ότι προκάλεσε ή ότι ήθελε τη δολοφονία της˙ αλλά από την άλλη δεν μπορούμε να ξέρουμε τι έγινε στα παρασκήνια. Ότι ο αναγνώστης Πέτρος και οι παραβολάνοι ήταν στην υπηρεσία του Κύριλλου δεν συνεπάγεται απαραίτητα πως ενήργησαν έπειτα από εντολές ή έμμεσες παραινέσεις του προς αυτούς, διότι είναι γνωστό πως το σώμα των παραβολάνων αποτελείτο από θερμόαιμους άνδρες, έτοιμους δηλαδή να οδηγηθούν στη σύγκρουση και σε ακραίες πράξεις. Δεν είναι απαραίτητο, λοιπόν, ότι ο Κύριλλος τους έβαλε τη σκέψη να βγει από τη μέση η Υπατία: από την ίδια τους την παρορμητικότητα πολύ εύκολα θα οδηγούνταν μόνοι τους στην σκέψη να τη δολοφονήσουν. Από την άλλη πλευρά βέβαια, δεν μπορούμε να είμαστε εντελώς βέβαιοι για τον ρόλο του Κυρίλλου, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξέρουμε τι οδηγίες έδωσε (ή δεν έδωσε) ή τί σκέψεις είχε για την τελική επίλυση του προβλήματος.

2) Οι ιστοριογράφοι διχάζονται ως προς τα αίτια. Άλλοι μιλούν για πολιτικά αίτια, άλλοι για προσωπική διαμάχη, άλλοι για τον χαρακτήρα των Αλεξανδρινών, άλλοι στις συκοφαντίες του Κύριλλου περί μαγείας, αστρολογίας.

3) Ο Σωκράτης που ήταν σύγχρονος της Υπατίας δεν τον κατηγορεί ως σχεδιαστή του φόνου. Μπορεί αυτό να οφείλεται στο φόβο του μην τον βλάψουν οι άνθρωποι του Κυρίλλου, αν μιλούσε, αλλά μπορεί και απλώς να οφείλεται στο ότι δεν υπήρξαν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ της ενοχής του Κυρίλλου. Όταν αποκαλεί «ντροπή για τον Κύριλλο και την Αλεξανδρινή Εκκλησία» όλα αυτά, δεν είναι αυτονόητο ότι υποννοεί πως ο Κύριλλος θέλησε ή αποδέχθηκε ή σχεδίασε το φόνο˙ μπορεί να υποννοεί ότι η όλη κατάσταση είναι κάθε άλλο παρά χριστιανική, διότι ο Κύριλλος θα έπρεπε, σύμφωνα με το Σωκράτη, να τιμωρήσει τους υπευθύνους.

4) Οι άλλοι τέσσερεις, μεταγενέστεροι, ιστοριοριογράφοι είτε δεν γνωρίζουν (Ησύχιος) τα αίτια είτε γενικόλογα μιλάνε ότι οι Αλεξανδρινοί αφέθηκαν ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, αυτό δεν σημαίνει ό,τι ο Κύριλλος τους άφησε να κάνουν ό,τι θέλουν˙ ή πάλι, εάν αυτός τους άφησε ελεύθερους να κάνουν ό,τι θέλουν, δεν συνεπάγεται ότι γνώριζε τί θα κάνουν˙ μπορεί απλά να τους είπε «κάντε ό,τι θέλετε», δίχως να γνώριζε τί θα έκαναν, είτε τον κατηγορούν ευθέως ως σχεδιαστή του φόνου (ο παγανιστής Δαμάσκιος). Ο Ιωάννης Νικίου είναι ο μόνος που χαίρεται, αλλά δεν αποδίδει ευθύνη στον Κύριλλο, τουλάχιστον άμεση. Έχουμε, δηλαδή, τρεις διαφορετικές απόψεις. Επομένως, δεν υπήρξε πλήρης διαλεύκανση.

5) Είναι ωστόσο βέβαιο, ότι ο Κύριλλος είτε επειδή είχε τάσεις φθόνου για την δόξα της Υπατίας (βλ. παρ. δ') είτε επειδή έβλεπε την Υπατία ως κύριο σύμμαχο του έπαρχου Ορέστη στον αγώνα για πολιτική επικράτηση (βλ. παρ. α’'), διέδωσε ή δέχθηκε ή ανέχθηκε να διαδοθούν από τους βοηθούς του εναντίον της, αναληθείς και αναίσχυντες φήμες περί μαύρης μαγείας (βλ. παρ. ε'’, θ’).

6) Αλλά πάλι, ούτε τώρα μπορεί να αποδειχθεί ότι ο Κύριλλος διέδωσε αυτά τα πράγματα, εφόσον υποτεθεί ότι αυτός τα διέδωσε, με σκοπό να δολοφονηθεί η Υπατία. Πιθανότερο είναι ότι, άν τα διέδωσε, το έκανε με σκοπό να «αμαυρωθεί η φήμη» της Υπατίας και να πάψει αυτή να επηρεάζει τον κόσμο υπέρ του Ορέστη δια μέσου της φήμης της. Όχι για να την σκοτώσουν. Του αρκούσε να αμαυρωθεί η φήμη της. Κι έτσι πετύχαινε το στόχο του. Δηλαδή, σε αυτήν την περίπτωση δεν ήξερε για το σχέδιο δολοφονίας της.

7) Ο παγανιστής Δαμάσκιος δεν θεωρεί ως αιτία της δολοφονίας την θρησκεία τής Υπατίας, αλλά το φθόνο του Κυρίλλου (βλ. παρ. ε’'). Είναι ατεκμηρίωτο λοιπόν, οι νεοπαγανιστές να παρουσιάζουν την Υπατία ως μάρτυρα του Εθνισμού, δηλαδή να θεωρούν ότι η Υπατία δολοφονήθηκε απλώς επειδή ήταν παγανίστρια. Την καπηλεύονται.

8) Η Υπατία άλλωστε δεν καλλιεργούσε την παγανιστική θεουργία, δεν πήγαινε στα ιερά, είχε χριστιανούς μαθητές, δεν ήταν αντιχριστιανή, δεν αντέδρασε στην καταστροφή του Σεράπειου, και οι παγανιστές της Αλεξάνδρειας που τα θυμόντουσαν όλα αυτά, ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για την μοίρα της, όπως κι αυτή δεν συμμετείχε στους αγώνες τους (βλ. παρ. ζ’', ια’).

9) Το πιθανότερο αίτιο είναι μάλλον η πολιτική συμμαχία Υπατίας και Ορέστη. Αυτή έφερνε σε δύσκολη θέση τον Κύριλλο, διότι ο Ορέστης ήταν Χριστιανός και γι' αυτό δεν μπορούσε ο Κύριλλος να διαδίδει ότι ο παγανισμός επιτίθεται στον Χριστιανισμό. Τα ίδια ισχύουν και για τους «Έλληνες εθνικούς», που δεν έχουν καμμία βάση, όταν ισχυρίζονται ότι η όλη διαμάχη ήταν μεταξύ παγανισμού και Χριστιανισμού: η διαμάχη ήταν μεταξύ πολιτικής χριστιανικής εξουσίας από την μία, και εκκλησιαστικής χριστιανικής εξουσίας από την άλλη. Η Υπατία είχε την ατυχία να είναι το θύμα της διαμάχης αυτής˙ η παγανιστική της θρησκεία αναμφίβολα την έκανε ευάλωτη στις επιθέσεις του Κυρίλλου. Αλλά η ίδια ήταν σύμμαχος του χριστιανού Ορέστη. Δεν τίθεται λοιπόν θέμα θρησκευτικής αντιπαράθεσης.

10) Η «μαγεία» και η παγανιστική θρησκεία, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα, ως αφορμή. Δεν ήταν η αιτία του φόνου της.

11) Ακόμη λοιπόν κι αν δεχθούμε ότι ο Κύριλλος, όχι μόνο συκοφαντούσε την Υπατία, αλλά και ότι πρότεινε ή αποδέχθηκε ή οργάνωσε τη δολοφονία της, οι λόγοι ήταν καθαρώς προσωπικοί και πολιτικοί και ουδόλως έχουν να κάνουν με την αντιπαράθεση Χριστιανισμού-παγανισμού. Η Υπατία, άλλωστε έζησε υποδειγματική ηθική ζωή, σύμφωνα με τα χριστιανικά πρότυπα˙ έμεινε παρθένα σε όλη της την ζωή (Δαμάσκιου, Βίος Ισιδώρου). Πιθανότατα, αν η Υπατία δεν ήταν παγανίστρια, αλλα Χριστιανή και είχε φονευτεί, οι νεοπαγανιστές θα την ειρωνεύονταν και αυτήν για την παρθενικότητά της.

12) Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η συγκάλυψη των ενόχων αποδεικνύει την ηθική ενοχή του Κυρίλλου, διότι μπορεί απλώς ο Κύριλλος να μην ήθελε να καταδικαστούν άνδρες της ασφάλειας του. Όχι να φοβόταν μήπως αποκαλυφθεί η δική του ενοχή. Αυτό συμβαίνει και στις καθημερινές διαπροσωπικές σχέσεις: συνήθως κάποιος καλύπτει και υπερασπίζεται τους φίλους του, τους δικούς του ανθρώπους, παίρνει το μέρος τους, ακόμη κι όταν αυτοί παρεκτραπούν.

13) Όταν ο Ιω. Νικίου γράφει ότι «όλοι υποτάχθηκαν στον Κύριλλο» εννοεί ότι η πολιτική εξουσία της Αλεξάνδρειας έπαψε να αντιδρά στις αυθαιρεσίες του˙ με το «όλοι» εννοεί την πολιτική εξουσία. Κι όταν γράφει, πάλι ο Νικίου, ότι τον αποκαλούσαν «Νέο Θεόφιλο», επειδή «κατέστρεψε τα απομεινάρια της ειδωλολατρίας στην πόλη», απλώς τον κολακεύουν και τον δοξάζουν, που κατάφερε και επιβλήθηκε στην πολιτική εξουσία. Άλλωστε ο Θεόφιλος ήταν συγγενής (θείος) του Κυρίλλου και είχε καταστρέψει το Σαράπειο. Ο Ιω. Νικίου είναι τόσο φανατισμένος κατά της Υπατίας, ώστε αν ήξερε ότι ο Κύριλλος είχε παρασκηνιακά δώσει εντολή να την δολοφονήσουν, θα το έλεγε ξεκάθαρα και μάλιστα με μεγάλη χαρά ή, έστω, πιο κομψά κι εμμέσως, ότι «ο αναγνώστης Πέτρος εκτελούσε διαταγές ανωτέρου του» ή ότι ήταν «έμπιστος του Κυρίλλου».

14) Ο φόνος της Υπατίας δεν είχε επίπτωση στην (παγανιστική και μη) φιλοσοφική παιδεία στην Αλεξάνδρεια˙ αυτή συνεχίστηκε ώς την αραβική κατάκτηση.

15) Πάντως, για την ιστορία ο χριστιανός ιστορικός της εποχής Σωκράτης, αφού περιγράφει τα γεγονότα, προσθέτει, δίνοντας την γνώμη των άλλων Χριστιανών: «Το γεγονός αυτό αποτελεί ντροπή και για τον Κύριλλο και για την εκκλησία της Αλεξάνδρειας. Τελείως ξένα πράγματα για όσους πιστεύουν στα λόγια του Χριστού είναι οι φόνοι οι μάχες και τα παρόμοια» (7, 15). Όταν ο Σωκράτης αποκαλεί το γεγονός «ντροπή για τον Κύριλλο» δεν υπάρχει λόγος να δεχτούμε απαραίτητα πως εννοεί ότι η ντροπή έγκειται στο ότι αυτός ήταν ο ηθικός αυτουργός και ο σχεδιαστής του εγκλήματος. Μπορεί να εννοεί ότι η «ντροπή» έγκειται στο γεγονός ότι δεν προσπάθησε να τιμωρήσει τους δράστες. Όταν επίσης αποκαλεί το γεγονός «ντροπή» για την Εκκλησία της Αλεξάνδρειας (πρέπει να έχουμε υπόψη ότι «εκκλησία» σημαίνει το σύνολο των πιστών κι όχι την διοίκηση της Εκκλησίας μόνο) απλώς έχει κατά νου τον όχλο που δολοφόνησε την Υπατία˙ όχι τον (υποτιθέμενο υπαίτιο) Κύριλλο. Η δήλωση αυτή του Σωκράτη δεν αποτελεί απαραίτητα έμμεση κατηγορία πως ο Κύριλλος ήταν ο ηθικός αυτουργός του φόνου.

16) Γενικότερα, δεν μπορούμε να στηριζόμαστε τόσο εύκολα σε ιστοριογράφους που γράφουν 200 χρόνια (Ιωάννης Νικίου) ή 150 χρόνια (ο εξ Αντιοχείας Μαλάλας) μετά τα γεγονότα, τη στιγμή που έχουμε τη μαρτυρία του Σωκράτη ο οποίος έζησε την εποχή εκείνη και γνώριζε από πρώτο χέρι τα γεγονότα και την κατάσταση στην Αλεξάνδρεια.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, ότι τα γραφόμενα του κ. Ρασσιά, «Λίγο πριν το Πάσχα του 415, ο φανατικός αυτός ανθέλληνας, μετά από ένα γεμάτο λύσσα κήρυγμα κατά της γυναικείας φύσεως, κατά των Ελλήνων και κατά της Υπατίας ειδικότερα –η οποία είχε διαπράξει το τρομερό... έγκλημα, του να διδάσκει άνδρες και μάλιστα, μαθηματικά, τα οποία για τους εβραιοχριστιανούς ήσαν η επιστήμη των... μάγων (!) – κατόρθωσε να εξαπολύσει το μανιασμένο εκκλησίασμα σε αναζήτηση αυτού του "αντιχριστιανικού τέρατος". Ο όχλος, καθοδηγούμενος από κάποιον διάκονο Πέτρο, βρήκε την ατυχή φιλόσοφο μοναχή της στον δρόμο με έναν μόνο –κατά τραγική ειρωνία της τύχης χριστιανό μαθητή της. (...), ενώ ο Κύριλλος θα αγιοποιηθεί και αυτός (!) από της Εκκλησία για τα "κατορθώματά του" (...)» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ της των Ελλήνων νόσου, εκδ. Ανοιχτή Πόλη, σ. 59) είναι, απλώς, φαντασίες. Αυτή την χολυγουντιανή εκδοχή, όπου ο κακός Κύριλλος, μετά από ένα κήρυγμα μίσους, εξαπολύει το εκκλησίασμα στο... κυνήγι της Υπατίας, αλήθεια, πού την βρήκε ο κ. Ρασσιάς; Γιατί οι πηγές που υπάρχουν, μόνο κάτι τέτοιες μυθοπλασίες δεν δικαιολογούν. Λέει καμμιά πηγή ότι την ημέρα της δολοφονίας ο Κύριλλος έκανε κήρυγμα κατά Ελλήνων, κατά της γυναικείας φύσης και ειδικότερα κατά της Υπατίας εντός της εκκλησίας; Λέει καμμιά πηγή ότι ο Κύριλλος είπε την ημέρα του φόνου στο εκκλησίασμα «πηγαίνετε, βρείτε (και σφάξτε) την Υπατία»; Και βέβαια, είναι χαρακτηριστικό των «Ελλήνων εθνικών», να ισχυρίζονται πως η Εκκλησία... ανταμοίβει διαφόρους για τις υπηρεσίες τους προς αυτήν. Ο Κύριλλος έχει σπουδαίο θεολογικό έργο και γι' αυτό αγιοκατατάχθη. Μπορεί ο κ. Ρασσιάς να φέρει ως απόδειξη των ισχυρισμών του την απόφαση της αγιοκατατάξεως – ή κάποιο αντίστοιχο συνοδικό κείμενο – η οποία να λέει ρητά, ότι ο Κύριλλος αγιοκατατάχθη, επειδή (μεταξύ άλλων) «διέταξε να εξοντωθεί η Υπατία»; 
 
Τέλος, φυσικά και δεν περιμέναμε να γνωρίζουν οι «Έλληνες εθνικοί» για τη διάκριση που έκαναν... οι «εβραιοχριστιανοί» (!) μεταξύ «γεωμετρικής τέχνης», δηλ. μαθηματικών και «μαθηματικής τέχνης», δηλαδή απόκρυφης, μαγικής αριθμητικής. Βέβαια ο κ. Ρασσιάς έβαλε νερό στο κρασί του: «Για την άμεση ηθική αυτουργία ή όχι του Κυρίλλου στο τρομερό αυτό έγκλημα έχει βεβαίως γίνει συζήτηση μεγάλη, με διάφορα επιχειρήματα από τις δύο πλευρές, που δεν είναι του παρόντος να αναπτυχθούν, ώστε το ζήτημα να μένει (όπως και σε άλλες περιπτώσεις) εσαεί μετέωρο προ όφελος των απατεώνων και των εγκληματιών» (Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Β’, σ. 54), δίχως βέβαια να... αποφύγει να βρίσει όσους διαφωνούν μαζί του. «Εσαεί μετέωρο», πάει να πει (αν συνυπολογίσουμε ότι η Υπατία αποδεδειγμένα δεν ήταν "μάρτυρας του Εθνισμού") «ουδέν εποιήσατε». Και κάτι τελευταίο για το θλιβερό αυτό γεγονός: «έχουμε εξακριβώσει ότι η φιλόσοφος γεννήθηκε γύρω στο 335 μ.Χ. και όχι γύρω στο 370. Όταν πέθανε το 415 είχε αρκετά προχωρημένη ηλικία – ήταν περίπου 60 χρονών. Ετσι φαίνεται ότι δεν υπάρχει λογική βάση για την εικόνα της Υπατίας, την ώρα του φρικτού θανάτου της, σαν μιας νέας κοπέλας με κορμί αντάξιο της Αφροδίτης, που θα μπορούσε να κεντρίσει το σαδισμό και τον πόθο των δολοφόνων της» (M. Dzielska, Υπατία η Αλεξανδρινή, εκδ. Ενάλιος, σ. 189). Αυτό το τελευταίο αναφέρθηκε ως απάντηση σ' εκείνους, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι δολοφόνοι της την έσφαξαν... λόγω σεξουαλικής πείνας.
 

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 30o.

Ο Ιουλιανός ισχυρίζεται ότι «αν ο λαός της Αντιόχειας (...) με απεχθάνεται είναι (...) λόγω των χορευτών και των θεάτρων, όχι επειδή τους τα στέρησα, αλλά γιατί ενδιαφέρομαι λιγότερο για τέτοια πράγματα» (Αντιοχικός, 29, 357bc), ενώ στην πραγματικότητα παραδέχεται ότι «Αν ο λαός, που στη μεγάλη πλειοψηφία του αν όχι στο σύνολό του, προτίμησε την αθεΐα, με απεχθάνεται, είναι γιατί επιμένω στους ιερούς θεσμούς που ακολουθούσαν οι πατέρες μας» (Αντιοχικός, 28, 357b). Με άλλα λόγια ο Ιουλιανός δοκίμασε να σπιλώσει, και το κάνει και σε άλλα μέρη του Αντιοχικού, –τους Αντιοχείς ως θηλυπρεπή λαό που ενδιαφερόταν μόνο για τα θεάματα. Του ξέφυγε όμως κάπου και ομολόγησε την πραγματική αιτία, όσο κι αν θέλησε να δυσφημήσει την ξακουστή Αντιόχεια. Άλλωστε, η Αντιόχεια ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη 800 χιλιάδων κατοίκων και ήταν λογικό να έχει τις διασκεδάσεις, τα θέατρα και τα θεάματά της. Άρα δεν ήταν η αποχή του Ιουλιανού απ' τα θεάματα η αιτία της προστριβής ούτε η δήθεν τρυφηλότητα των Αντιοχέων, αλλά η θρησκευτική διαφορά. Ο Ιουλιανός, ο οποίος αναγνώριζε ότι οι Αντιοχείς είναι ελληνικής καταγωγής (Αντιοχικός, 40, 367ab), είχε διαπιστώσει ότι οι Έλληνες (φυλετικώς) απέρριπταν την καινοφανή ειδωλολατρία του. Η μεγαλύτερη ελληνική πόλη της αυτοκρατορίας απέρριπτε την επαναφορά της ειδωλολατρίας.

Το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο ο «ήπιος» Ιουλιανός αντιμετώπισε τους Αντιοχείς Έλληνες. Συνήθως οι αρχαιολάτρες λένε πως τάχα τους φέρθηκε με ευγένεια και δεν τους ανταπέδοσε και απλώς έφυγε απ' την πόλη τους γράφοντας τον Αντιοχικό. Στην πραγματικότητα, στο τέλος του Αντιοχικού διαβάζει κανείς πολύ σκοτεινές απειλές του Ιουλιανού: «Αφήνω το όλο θέμα στα χέρια της Αδράστειας (=Νέμεσης, θεάς της εκδίκησης)», (Αντιοχικός, 42, 370a). «Όσο για εσάς είθε οι θεοί, για την εύνοια και την τιμή που μου δείξατε, να σας ανταποδώσουν τα ίσα» (Αντιοχικός, 44, 371a). Και πραγματοποίησε τις απειλές του. Φεύγοντας διόρισε ως κυβερνήτη της Αντιόχειας τον Αλέξανδρο από την Ηλιόπολη, έναν άνθρωπο υπερβολικά σκληρό (Ammianus, XXIII, 2, 3), ο οποίος, όπως γράφει ο Λιβάνιος στάθηκε προς τους Αντιοχείς «χειμάρρου σφοδρότερος» (Πρεσβευτικός προς Ιουλιανόν, 74).

Ο Θεοδώρητος Κύρου (Εκκλ. Ιστ., 3, 3) και ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ., 5, 10) περιγράφουν το αηδιαστικό γεγονός του ξεκοιλιάσματος από τους εθνικούς, χριστιανών νεανίδων στην Ασκαλώνα, στην Γάζα και στην Ηλιούπολη του Λιβάνου. Κι αν αυτοί οι δύο είναι «φανατικοί» και μεταγενέστεροι, συνεπώς και αναξιόπιστοι (κατά τους παγανιστές) (όταν όμως οι ίδιοι συγγραφείς αναφέρουν χριστιανικούς βανδαλισμούς, τότε είναι πολύ αξιόπιστοι, κατά τους νεοειδωλολάτρες!), ο σύγχρονος Γρηγόριος γράφει (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος πρώτος, 87): «άλλοι από αυτούς οδήγησαν στη μέση παρθένες αγνές και ουράνιες, άθικτες σχεδόν κι από τα μάτια των αντρών, κι αφού τις ξεγύμνωσαν από την εσθήτα τους, για να τις ξεφτυλισουν με τη θέα, έπειτα τις έσκισαν και τις χώρισαν στα δύο, άλλοι μεν με τα ίδια τους τα δόντια έφαγαν και χόρτασαν με τα ωμά σπλάγχνα κατά τρόπο αντάξιο προς τη μανία τους, και μετά από αυτή την τρομερή τροφή, πρόσθεσαν κι άλλη˙ άλλοι ειδωλολάτρες, ενώ τα σπλάγχνα ακόμη σπαρταρούσαν, αφού τα ανέμιξαν με τροφή για γουρούνια, εξαπέλυσαν γουρούνια, για να βλέπουν σάρκες να τρώγονται με κριθάς και να σπαράσσονται, τροφή ανάμικτη». «Τότε, οι ειδωλολάτρες καθιέρωσαν ορισμένα απαίσια μυστήρια. Θυσιάζοντας μικρά αγόρια και κορίτσια, εξέταζαν τα εντόσθιά τους και ακόμη γεύονταν τις σάρκες τους», γράφει ο Σωκράτης (Εκκλ. Ιστ., 3, 14).

«Στη Σεβάστεια, άνοιξαν το φέρετρο του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, έκαψαν τα οστά του και οι στάχτες σκορπίστηκαν έξω» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 3). Στην Γάζα οι Ευσέβιος, Νεκτάβως και Ζήνων χτυπήθηκαν άγρια από τον παγανιστικό όχλο και παρόλο που είχαν φυλακιστεί, χωρίς καμμία δίκη σύρθηκαν από αυτούς στο έδαφος ώσπου τα μέλη τους διασκορπίστηκαν. «Οι ειδωλολάτρισσες χτυπούσαν τα θύματα με βελόνες, οι ειδωλολάτρισσες τους έριχναν καυτό νερό. Όταν ξεσχίστηκαν οι σάρκες των μαρτύρων, οι παγανιστές συνέτριψαν τα κρανία και τα μυαλά τους χύθηκαν έξω. Έπειτα τα σώματα των Χριστιανών πετάχτηκαν σε έναν τόπο εκτός πόλης όπου πέταγαν πτώματα ζώων και ρίχτηκαν στη φωτιά. Όσα οστά δεν κάηκαν αναμίχτηκαν με στάχτες και οστά καμηλών, ώστε να μη βρεθούν» (Σωζομενός, 5, 9).

«Στο Δορύστολο, φημισμένη πόλη της Θράκης, ο νικηφόρος αθλητής Αιμιλιανός ρίχτηκε στην πυρά από τον Καπιτωλίνο, κυβερνήτη της Θράκης» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 3). «Ο Αρτέμιος, διοικούσε τα στρατεύματα της Αιγύπτου. Είχε αποκτήσει το αξίωμα αυτό επί Κωνσταντίνου και είχε καταστρέψει πολλά είδωλα. Γι' αυτό το λόγο ο Ιουλιανός όχι μόνο δήμευσε την περιουσία του, αλλά διέταξε και τον αποκεφαλισμό του. Αυτή και άλλες παρόμοιες ήταν οι πράξεις του ανδρός που οι παγανιστές περιγράφουν ως τον ηπιότερο και λιγότερο εμπαθή άνθρωπο» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 14).

«Όταν ο αυτοκράτορας πέρασε ξανά από εκεί η Πούμπλια είπε στις άλλες να ψάλλουν το «αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Θυμωμένος ο Ιουλιανός διέταξε να φέρουν την Πούμπλια μπροστά του˙ και, δίχως να λυπηθεί για τα γκρίζα μαλλιά της είπε κάποιον από τους συνοδούς του να γρονθοκοπήσει τα αυτιά της» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 14).

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, ο οποίος διέταξε να θανατωθεί με βασανιστήρια ο ιερέας Θεοδώρητος, επειδή αντιστάθηκε στη δήμευση της περιουσίας της εκκλησίας της Αντιόχειας και το κλείσιμο των ναών (Σωζομενός, 5, 8);

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που διέταξε να ταφεί ζωντανός ο Δομέτιος στο σπήλαιο, χτίζοντας την είσοδό του όπου μόναζε, επειδή ο τελευταίος δεν υπάκουσε στην εντολή του πρώτου να μην δέχεται τα πλήθη των χριστιανών προσκυνητών που συνέρρεαν στη σπηλιά του (Ιωάννη Νικίου Χρονικόν, 80, 4);

«Τον ίδιο καιρό ο αυτοκράτορας διέγραψε την Καισάρεια την μεγάλη και πλούσια μητρόπολη της Καππαδοκίας από τον κατάλογο των πόλεων και της στέρησε ακόμη και το όνομα της Καισάρειας. Επί καιρό έβλεπε τους κατοίκους της πόλης με πολλή απαίχθεια, διότι ήταν με ζήλο προσκολλημένοι στο χριστιανισμό. Διέταξε επίσης όλοι οι ιερείς να καταταγούν στο στρατό υπό το διοικητή της επαρχίας. Διέταξε το χριστιανικό πληθυσμό να αριθμηθεί, γυναίκες και παιδιά ξεχωριστά. Απείλησε ότι η οργή του δεν θα πάψει, αλλά θα επιπέσει στην πόλη, μέχρι κανείς Γαλιλαίος να μην υπάρχει» (Σωζομενός, 5, 4). Ο... πολιτισμένος Ιουλιανός δήμευσε όλη την περιουσία της εκκλησίας της Καισάρειας, όπως λέει ο Σωζομενός στο ίδιο κεφάλαιο.

Επί Ιουλιανού καθημερινά παρατηρούσε κανείς «την αρπαγή αφιερωμάτων και χρημάτων, την αρπαγή ιερών σκευών, τα οποία ατιμάζονταν από βέβηλους, τους ιερείς και λαϊκούς που σέρνονταν και βασανίζονταν υπερασπιζόμενοι τους ναούς, τους πλήρεις αιμάτων κίονες. (...) (στην Αλεξάνδρεια) γέμισαν με αίμα τον ιερό μας οίκο και το ιερό βήμα και τον κυρίως ναό, και το έκαναν αυτό υπό την καθοδήγηση ενός από τους βασιλικούς φιλοσόφους», γράφει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 86).

Όταν ένας εθνικός δικαστής, για να διερευνήσει την υπόθεση του φόνου πολλών Χριστιανών από τον ειδωλολατρικό όχλο, συνέλαβε πολλούς Χριστιανούς αλλά και μερικούς εθνικούς, προσήχθη βίαια στον Ιουλιανό και γλίτωσε τον θάνατο εξοριζόμενος (Γρηγόριου Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 93).

Ο Ιουλιανός, επειδή οι αιρετικοί οπαδοί του Αρείου είχαν κάνει από φιλαργυρία διάφορα πράγματα στην πόλη της Έδεσσας, ο Ιουλιανός (Επιστολή 115) διέταξε την δήμευση των περουσιακών στοιχείων της εκκλησίας της Έδεσσας (όχι απλώς των αιρετικών Αρειανών, αλλά της Ορθόδοξης εκκλησίας, η οποία δεν είχε σχέση με τις παράνομες πράξεις των Αρειανών) απειλώντας με θάνατο, εξορία και εμπρησμούς όσους τυχόν αντιδράσουν στο ναζιστικής αντίληψης αυτό διάταγμά του.

Επειδή οι Χριστιανοί διαμαρτύρονταν στον Ιουλιανό για την έλλειψη ισονομίας, όταν οι ειδωλολάτρες άρχοντες επέβαλαν βαρύτερα χρηματικά πρόστιμα και σωματικές ποινές, αυτός όχι απλώς ανεχόταν την ανισότητα, αλλά απαντούσε ειρωνικά στους Χριστιανούς ότι πρέπει να υπομένουν τις κρατικές αδικίες (Σωκράτης, 3, 14). Μεγάλος οπαδός της θρησκευτικής ανοχής ο Ιουλιανός. Από τους άτυπους ανεπίσημους διωγμούς οι Χριστιανοί, άρχισαν να εγκαταλείπουν τις πόλεις μαζικά, λέει ο Σωζομενός (5, 16), αν και επίσημα δεν είχε κηρυχτεί διωγμός.

«Περνώντας από τις Κάρρες πήγε σε ένα ναό τιμώμενο από τους ασεβείς και αφού εκτέλεσε διάφορες τελετές με τους συντρόφους του, κλείδωσε και σφράγισε τις πόρτες, τοποθετώντας φρουρούς με διαταγές να μην μπει κανείς εντός του ναού προτού επιστρέψει. Όταν τα νέα του θανάτου του έφτασαν και η βασιλεία της ασέβειας αντικαταστάθηκε από αυτήν της ευσέβειας, ο ναός ανοίχθηκε, και εντός του βρέθηκε μια απόδειξη της ανθρωπιάς, της σοφίας και της ευσέβειας του τελευταίου αυτοκράτορα. Διότι βρήκαν μια γυναίκα κρεμασμένη ψηλά από τα μαλλιά της και με τα χέρια της τεντωμένα. Ο απαίσιος είχε ανοίξει τα σπλάγχα της, και υποθέτω ότι έμαθε από το συκώτι της, την νίκη του επί των Περσών» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 21). Μαρτύρησαν επί Ιουλιανού, εκτός άλλων, οι στρατιώτες Ιουβεντίνος και Μαξιμιανός, Μακεδόνιος, Τατιανός και Θεόδουλος στη Φρυγία, Βασίλειος, ιερέας στην Άγκυρα. Ο ίδιος ο Ιουλιανός διέταξε να βασανιστούν και να θανατωθούν οι αξιωματικοί Ιουβεντίνος και Μαξίμινος επειδή σε ένα συμπόσιο εξέφρασαν τη διαφωνία τους με τις τακτικές του (Θεοδώρητου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 11˙ άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στο P.G. 50, 571-77).

Μετά την αναχώρηση του Ιουλιανού από την Αντιόχεια για να συγκρουστεί με τους Πέρσες, βρέθηκαν στον ποταμό Ορόντη πτώματα από ανθρωποθυσίες (Γρηγ. Θεολ., Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 92). Λείψανα ανθρωποθυσιών ανακαλύφθηκαν και στα ανάκτορά του μετά το θάνατό του και ανήκουν σε παιδιά και παρθένες (Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 50, 555˙ Γρηγορίου Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 92).

Μετά την ενθρόνιση του ο Ιουλιανός εξόρισε χωρίς σημαντική αιτία τους αυλικούς Παλλάδιο, Ταύρο, Φλωρένιτο, Ευάγριο, Σατουρνίνο, Κυρίνο, οι οποίοι δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα, και θανάτωσε τον, επίσης όπως κι αυτός παραδέχτηκε, αθώο Ούρσουλο (Αμμιανός, XXII, 3, 3-7), καθώς και τους Ρωμανό και Βικέντιο στην Αλεξάνδρεια, επειδή ήταν φίλοι του Μεγάλου Αθανασίου (XXII, 11, 2).

«Αυτά τα λένε οι Χριστιανοί» απαντούν οι νεοπαγανιστές. Μάλιστα... Δηλαδή, ό,τι λένε ο Λιβάνιος, ο Ευνάπιος και οι άλλοι εθνικοί της εποχής εκείνης είναι αληθινό και δεν υπάρχει λόγος να το αμφισβητούμε˙ ενώ όταν μιλάνε οι Χριστιανοί, αυτοί είναι αναξιόπιστοι. Όταν ο Θεοδώρητος γράφει για τον Ιουλιανό, του οποίου τα αίσχη παραθέτουν κι άλλοι συγγραφείς, οπωσδήποτε «λέει ψέμματα»˙ ενώ όταν γράφει για τον Χρυσόστομο, του οποίου τις αποδιδόμενες από τον Θεοδώρητο πράξεις κανείς άλλος συγγραφέας δεν αναφέρει, τότε είναι «αυτόπτης μάρτυρας»! Αυτό λέγεται νεοπαγανιστική ερμηνεία των πηγών. Κατ' αρχήν όλα αυτά τα αίσχη που ο – ανίκανος να κυβερνήσει Ιουλιανός ανέχτηκε, τα παραθέτουν όλοι οι Χριστιανοί˙ όχι μόνο ο Θεοδώρητος Κύρου, αλλά και άλλοι, σύγχρονοί του. Κατά δεύτερον, και τα μισά απ’ όσα λένε να είναι αλήθεια, αρκεί για να καταδειχθεί το ποιόν του. Επιπλέον, και μόνη η εμπάθεια και μισαλλοδοξία του, όπως φαίνεται στις δικές του επιστολές, είναι αρκετή για να πάψουν οι νεοπαγανιστικές κραυγές περί «μεγάλου» και «εστεμμένου φιλόσοφου» Ιουλιανού. Όπως και να ‘χει, είναι άλλο πράγμα το ότι ο Ιουλιανός ουσιαστικά ανέχτηκε τις υπαρκτές διώξεις κατά των Χριστιανών, κι άλλο πράγμα να ξεκίνησε διωγμό τύπου Διοκλητιανού. Ήταν αρκετά έξυπνος, ώστε να αφήσει τη βρώμικη δουλειά στους απλούς εθνικούς, μη καταδικάζοντας κανέναν ομόδοξό του. Κι ενώ πρακτικά αδιαφορούσε για τους διωγμούς που διέπρατταν οι ομόθρησκοί του, στο πολιτικό επίπεδο επέβαλε περιορισμούς στους Χριστιανούς. Πολύ έξυπνη,– πολύ ύπουλη τακτική.

Ο Ιουλιανός ειρωνευόταν το ότι οι Χριστιανοί βασίζονταν στην πίστη και δήθεν στην αμάθεια, σε αντίθετη με τη δική του θρησκεία και φιλοσοφία. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος κονιορτοποιεί τα επιχειρήματά του: «Δικοί μας, λέει ο Ιουλιανός, είναι οι λόγοι και το δικαίωμα του ελληνίζειν ανήκει σε εμάς, που σεβόμαστε τους θεούς. Σε σας ανήκει η απερισκεψία και η αμάθεια˙ και τίποτε περισσότερο από το "πίστεψε" δεν είναι η σοφία σας. Δε νομίζω ότι θα μας περιγελάσουν γι' αυτό όσοι από τους δικούς σας ακολουθούν την πυθαγόρεια φιλοσοφία, για τους οποίους το "αυτός έφα" (δηλ. αυτός είπε) αποτελεί το πρώτο και μεγαλύτερο δόγμα. Διότι μετά την πρώτη και πολυθρύλητη φιλοσοφία της σιωπής, σε όσους μυούνταν στα δόγματα του Πυθαγόρα, ήταν επιτρεπτό, ερωτώμενοι επί οποιουδήποτε δόγματος να μην απαντούν τίποτε άλλο παρά μόνο ό,τι είχε δογματιστεί από τον Πυθαγόρα˙ και ο λόγος του δόγματος ήταν ό,τι ανεύθυνο και αβασάνιστο διατύπωσε αυτός. Οπότε καταλήγει στην ίδια σημασία το "αυτός έφα" προς το δικό μας "πίστεψε", με άλλες συλλαβές και ρήματα, έστω κι αν δεν παύετε να το διακωμωδείτε και να το διασύρετε. Διότι ο λόγος σε μας θέλει να μη δυσπιστούμε σε όσα ειπώθηκαν από τους θεοφόρους άντρες, αλλά η αξιοπιστία εκείνων να αποτελεί απόδειξη» (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 102).

«Απαγόρευσε στα παιδιά των Χριστιανών να παίρνουν μέρος στη μελέτη της ποίησης, της ρητορικής και της φιλοσοφίας» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 4). «Απαγόρευσε στα παιδιά των Χριστιανών να παρακολουθούν τα δημόσια σχολεία και να διδάσκονται τα γραπτά των Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων» (Σωζομενός, 5, 18). «Ὁ μέντοι τοῦ βασιλέως νόμος, ὃς τοὺς Χριστιανοὺς ἑλληνικῆς παιδείας ἐκώλυε...» (Σωκράτης, 3, 16). Ακόμη κι αν παραδεχτούμε ότι και οι τρεις ιστοριογράφοι είχαν άδικο ή ότι και οι τρεις ήταν ψεύτες και ότι «απλώς» ο Ιουλιανός ήθελε να διδάσκονται μόνο από παγανιστές δασκάλους τα κείμενα των φιλοσόφων, εύκολα διαβλέπει κανείς τον πανικό του ειδωλολατρικού κόσμου μπροστά στην επικείμενη κατάρρευσή του. Ότι ο Ιουλιανός εξέδωσε νόμο που να απαγορεύει τη διδασκαλία από Χριστιανούς, αυτό αποδεικνύεται κι από τα ίδια του τα λόγια. Ίσως να μην εκδόθηκε διάταγμα που να απαγόρευε την ελληνική παιδεία στους Χριστιανούς, αλλά αυτό δεν έχει πολλή σημασία, διότι το διάταγμα του Ιουλιανού εμμέσως εμπόδισε στους Χριστιανούς και να τη μελετούν, αφού οι Χριστιανοί γονείς, ειδικά οι μορφωμένοι, έπρεπε ή να αφήσουν αμόρφωτα τα παιδιά τους ή να εμπιστευτούν τη μόρφωσή τους σε ειδωλολάτρες εθνικούς με προφανείς συνέπειες: αποχριστιανισμό των νέων Χριστιανών. Έτσι, αφού κανείς Χριστιανός δεν ήθελε το παιδί του να γίνει ειδωλολάτρης, ο νόμος που απαγόρευε τη διδασκαλία από Χριστιανούς εμμέσως απαγόρευε και την διδασκαλία από τους Χριστιανούς. Άρα οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι είχαν δίκαιο και δεν υπερέβαλαν λέγοντας ότι ο Ιουλιανός απαγόρευε την ελληνική παιδεία. «Έπρεπε όμως να ταφεί στην αιώνια σιωπή εκείνο, ότι δηλαδή απαγόρευσε στους ρητοροδιδάσκαλους και στους γραμματικούς να διδάσκουν, αν αυτοί ήταν Χριστιανοί», παραδέχεται ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (XXII, 10, 7).

Τί να πει κανείς για το διάταγμα του – τρομοκρατημένου κατά βάθος – Ιουλιανού που απαγόρευε σε Χριστιανούς να διδάσκουν αρχαία συγγράμματα: σαν να λέμε ότι απαγορεύεται σε μή Βουδιστές να διδάσκουν βουδιστικά κείμενα, ή σε μη Κινέζους να διδάσκουν κινεζική ιστορία, γιατί πρέπει να συμφωνούν με όλα από αυτά που διδάσκουν. Μα είναι ολοφάνερο πως π.χ. κανείς εκτός του ίδιου του Πλάτωνα δεν γίνεται να συμφωνήσει με όλα τα πλατωνικά συγγράματα. Δεν είναι αληθές ότι, εάν δεν πιστεύεις σε κάτι, τότε δεν το έχεις κατανοήσει σωστά, ώστε να μην μπορείς να το διδάξεις. Είναι παραπάνω από προφανές ότι σήμερα πάρα πολλοί φιλόσοφοι, Δυτικοί και Ασιάτες, διδάσκονται από καθηγητές οι οποίοι δεν αποδέχονται το σύνολο της φιλοσοφίας τους˙ ωστόσο κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε ότι οι διδάσκοντες διαστρεβλώνουν τις απόψεις των φιλοσόφων. Το «ελληνίζειν», λοιπόν, δεν είναι ζήτημα πίστης στα ξόανα, όπως νόμιζε ο Ιουλιανός. Διότι, αν ίσχυε αυτό, τότε όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι που μισούσε ο Ιουλιανός και καταδίωξαν οι ειδωλολάτρες της κλασσικής εποχής, θα έπρεπε να μην είχαν το «ελληνίζειν». Θα έπρεπε π.χ. μόνο επικούρειοι (κι όχι γενικά οι εθνικοί) να διδάσκουν Επίκουρο.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος καταδεικνύει την αμάθεια του Ιουλιανού, που ταύτιζε την μυθολογική δεισιδαιμονία με την φιλοσοφία. «Συνομιλεί» ο Γρηγόριος με τον Ιουλιανό (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 103-109): «Σε ποιον ανήκει το δικαίωμα να διδάσκει ελληνικά; Ή θα ισχυριστείς ότι αυτό είναι αποκλειστικότητα της θρησκείας ή του έθνους και εκείνων που πρώτοι εφηύραν την διάλεκτο. Εάν (το προνόμιο να διδάσκουν τους ελληνικούς φιλοσοφικούς λόγους) είναι της ειδωλολατρικής θρησκείας, δείξε μου πού και σε ποιους από τους ιερείς ανήκει το προνόμιο να διδάσκουν ελληνικά, όπως ανήκει (το προνόμιο) να θυσιάζουν σε ορισμένους δαίμονες. Διότι δεν θυσιάζουν σε όλους τα ίδια, ούτε σε έναν όλα, ούτε κατά τον ίδιο τρόπο. (...) Πού λοιπόν η διδασκαλία των ελληνικών αποτελεί προνόμιο κάποιου από τους θεούς ή τους δαίμονες; Αν και, και να συνέβαινε αυτό, δε θα ήταν απόδειξη ότι είναι ελληνικό, παρά μόνο κάποιου από τους θεούς σας. (...) Ακόμη κι αν συνέβη να είναι ίδιοι αυτοί που ομιλούν την ελληνική γλώσσα και αυτοί που ακολουθούν την ειδωλολατρική θρησκεία, οι λόγοι δεν είναι της θρησκείας, ώστε φυσιολογικά εμείς να εκβληθούμε έξω από την ελληνική γλώσσα. Και αν ακόμη αμφότερα αναφέρονται στο ίδιο πράγμα, δεν είναι και μεταξύ τους ίδια, όπως ούτε αν υποθέταμε ότι ένας χρυσοχόος είναι επίσης και ζωγράφος, δεν περιλαμβάνεται η χρυσοχοΐα στη ζωγραφική, ούτε η ζωγραφική στη χρυσοχοΐα. (...) Ούτε η γλώσσα ανήκει μόνο σε εκείνους που την βρήκαν, αλλά σε όλους οι οποίοι συμμετέχουν σε αυτήν, ούτε καμμία τέχνη ή ενασχόληση άλλη. (...) Δεν είναι εφεύρεση των Φοινίκων τα γράμματα ή όπως λένε μερικοί των Αιγυπτίων; (...) Αν οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες, απ'’ τους οποίους εμείς επωφελούμαστε για τη μόρφωση μας, τα οικειοποιούνται όλα αυτά με τη δικαιολογία ότι τους ενδιαφέρουν, τι θα κάνουμε; Ποια δικαιολογία θα προβάλουμε προς αυτούς, παγιδευόμενοι με τους δικούς μας νόμους; (...) Εάν καυχάσαι για τα όπλα, από ποιον έλαβες τα όπλα; Δεν είναι των Κυκλώπων; (...) Οι θυσίες δεν προέρχονται από τους Χαλδαίους; Δεν είναι η μαγεία περσική εφεύρεση; Η μαντική τέχνη των ονείρων δεν άκουσες ότι είναι των Κάρων; Η οιωνική τίνων; Όχι άλλων παρά των Φρυγών. Από πού διδάχτηκες το καθένα; Δεν διδάχτηκες ένα από τον καθένα από αυτούς. Τι λοιπόν; Θα δεχτούμε, αφού όλα περιοριστούν στους πρώτους διδάξαντες και εφευρέτες, ότι δεν έχουμε τίποτε το δικό μας;» Κυριολεκτικά εκμηδενίζονται τα απίστευτης γελοιότητας επιχειρήματα του Ιουλιανού ότι μόνο οι εφευρέτες έχουν δικαίωμα στη χρήση μιας εφεύρεσης. Σύμφωνα με την αντίληψη του Ιουλιανού, μόνο απόγονοι μαθηματικών και μόνο το έθνος που εφηύρε τα μαθηματικά δικαιούται και να τα διδάσκει, διότι οι άλλοι «τα διαστρεβλώνουν»! Δίκαιο είχε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λοιπόν, κι όχι ο Ιουλιανός.

Αυτός ήταν ο Ιουλιανός ο «Μέγας». Αναρωτάται κανείς, με τι κριτήρια δίνεται η προσωνυμία «Μέγας» σε έναν άνθρωπο που βασίλευσε μόλις 17 μήνες; Τί πρόλαβε να κάνει, που ήταν τόσο μεγάλο και σπουδαίο; Ένας άνθρωπος που, όντας ηγέτης, δεν κατάφερε καν να θέσει υπό τον έλεγχό του τους μαινόμενους εθνικούς υπηκόους του και να αποτρέψει τις βιαιοπραγίες τους, προφανώς διότι αντί να κυβερνά προτιμούσε να συγγράφει. Ένας άνθρωπος που δεν κατάφερε καμμιά στρατιωτική νίκη ως βασιλέας; Φυσικά δεν ήταν «Μέγας» ο Ιουλιανός˙ έτσι τον αποκαλούν ο φανατικός παγανιστής Ζώσιμος και οι νεοπαγανιστές. Είναι λογικό, άνθρωποι που αποκαλούν φιλέλληνα τον Νέρωνα, αυτό το τέρας που έκαιγε για αστείο τους Χριστιανούς και άρπαζε αρχαία αγάλματα, να αποκαλέσουν και τον, λόγω των οικογενειακών του ατυχιών, εμπαθή νεαρό βασιλά «Μέγα», που ήθελε τον αφανισμό αρχαίων και χριστιανικών βιβλίων. «Εφόσον κάποιος διώκει Χριστιανούς, είναι μέγας και φιλέλλην», λένε από μέσα τους. Όμως, θα ''έπρεπε'' να αποκαλέσουν και τους χριστιανομάχους Σουλτάνους «Μεγάλους» και φιλέλληνες.

Δεν λέμε ότι δεν είχε και θετικά στοιχεία ο Ιουλιανός. Αλλά ήταν σαν τους εικονομάχους αυτοκράτορες. Ήθελε με το στανιό να επιβάλλει – έστω και με έμμεσο τρόπο – τη θρησκεία του. Αυτό δεν γινόταν. Δεν άλλαζε ο ρους της ιστορίας. Οι καλές του προσπάθειες σε άλλα ζητήματα δεν είναι αρκετές, για να φύγουν οι κηλίδες του ύπουλου έμμεσου (από φόβο περισσότερο, όχι από ουμανισμό) διωγμού που διέπραττε.

«Άνθρωπος που σε παλαϊκώτερους χρόνους μπορούσε να φανή στ' αλήθεια φιλόσοφος, από φυσικό του σπουδαίως καθώς είταν ο νούς του. Μα με τους δασκάλους που έμπλεξε, με τα περιστατικά της ζωής του και με το δρόμο που πήρε πια τώρα ο κόσμος, φαίνεται παράκαιρος και παράλογος και ολότελα αταίριαστος με τα συστήματα που εγκαινίασε ο μεγαλοπίχερος θείος του» (Α. Εφταλιώτη, Ιστορία της Ρωμιοσύνης, τυπογραφείο της Εστίας, Αθήνα 1901, σ. 121).

Ο Καβάφης, όμως, τον οποίο μερικοί χαρακτηρίζουν ειδωλολάτρη είχε άλλη άποψη (Δεν έχουν διαβάσει την ρητή και ξεκάθαρη ομολογία χριστιανικής πίστης του, το ποίημα ''Μετέπειτα'';). Δεν πτοούνταν με τίποτα από κάτι τέτοιες «ιουλιανολατρίες» και έκρινε αυστηρότατα τον Αποστάτη αποστομώνοντας τους σημερινούς υποστηρικτές του (μέσα από τα ποιήματα του): τον χλευάζει, επειδή έπαιζε με «σύστημα καινούριας εκκλησίας, αστείον και στη σύλληψι και στην εφαρμογή» («Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν»)˙ ουσιαστικά τον αποκαλεί δειλό, επειδή υποκρινόταν τον Χριστιανό («Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία»)˙ τον αποκαλεί «μιαρότατο», «αποτρόπαιο» («Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών»)˙ ειρωνεύεται «τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του, τες ανιαρές περιαυτολογίες˙ την παιδαριώδη του θεατροφοβία˙ την άχαρι σεμνοτυφία του˙ τα γελοία το γένια» («Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς»)˙ ειρωνεύεται την τάχα βαθυστόχαστη υψηλοφροσύνη, ψηλομυτοσύνη του («Ουκ Έγνως») και τον παρουσιάζει ως ένα υστερικό νευρόσπαστο («Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας») και έναν ανόητο, επειδή πείστηκε από τις σοφιστείες των θεουργών («Ο Ιουλιανός εν τοις μυστηρίοις»). Βλέπουμε, πως ο Καβάφης καταδικάζει απερίφραστα τον Ιουλιανό, υιοθετώντας πλήρως τις χριστιανικές απόψεις γι' αυτόν, και η γνώμη του έχει μεγάλη σημασία, γιατί, αφού ο ίδιος ήταν τόσο ελληνολάτρης όσο και ομοφυλόφιλος, εύκολα θα μπορούσε, λόγω αντίδρασης, να υιοθετήσει αντιχριστιανικές απόψεις˙ ωστόσο δεν έκανε κάτι τέτοιο.

Ο Ιουλιανός κατ' ουσίαν γκρέμισε το οικοδόμημα που έχτιζε, αφού δεν υπέδειξε διάδοχο, αλλά αντίθετα άρχισε να συζητά περί ανέμων και υδάτων με τους φίλους του. Γιατί δεν όρισε έναν παγανιστή διάδοχο του θρόνου, ώστε να συνεχιστεί η επικράτηση του παγανισμού; Τόσο ο Λιβάνιος όσο και ο Αμμιανός σιωπούν αμήχανα. Είναι λάθος, πάντως, να νομίζουμε ότι ο Ιουλιανός αρνήθηκε να ορίσει (παγανιστή) διάδοχο στο θρόνο, δήθεν επειδή εκείνες τις στιγμές δεν είχε τις δυνάμεις για να σκεφτεί. Ο Ιουλιανός θεωρητικολογούσε και αμπελοφιλοσοφούσε με μεγάλη ευκολία ώς την ώρα του θανάτου του: άρα είχε τις απαραίτητες δυνάμεις για να σκεφτεί, και μπορούσε να εκλέξει έναν εκ των συνεργατών του για διάδοχο. Η μη υπόδειξη διαδόχου, λοιπόν, δεν ήταν ζήτημα αδυναμίας ή μετριοπάθειας του Ιουλιανού. Η αλήθεια είναι ότι ο Ιουλιανός, που τόσο φανατικά πίστευε ότι οι θεοί τον οδηγούσαν να επανορθώσει την αρχαία λατρεία και να καταστρέψει το Χριστιανισμό, δεν υπέδειξε διάδοχο διότι απλώς εκείνη τη στιγμή δεν πίστευε πια στην αλήθεια της υπεροχής του παγανισμού και των αρχαίων θεών. Οι θεοί του τον είχαν εξαπατήσει˙ δεν τον οδήγησαν στη νίκη, δεν τον προστάτεψαν, αλλά τον άφησαν κι αυτόν και την προσπάθειά του να χαθεί. Ο,τι πίστεψε ο Ιουλιανός, πλέον ήταν φανερό ότι αποτύγχανε. Τι νόημα είχαν πλέον όλα; Γι' αυτό προτιμούσε να συζητά για την ψυχή του «που σε λίγο θα ενωθεί με τα άστρα». Η άρνηση, αδιαφορία του Ιουλιανού να υποδείξει διάδοχο (ούτε καν «τον καλύτερο» δεν υπέδειξε στους στρατηγούς του, έστω από ενδιαφέρον για την επιβίωση της αυτοκρατορίας και του στρατού του) αποτελεί την σιωπηρή ομολογία της ήττας του και της νίκης του Χριστιανισμού˙ το αν φώναξε «νενίκηκας Γαλιλαῖε», όπως λέει ο Θεοδώρητος Κύρρου, ή όχι, ελάχιστη σημασία έχει. Ο Ιουλιανός, βουβός, αρνούμενος να ορίσει διάδοχο, πεθαίνοντας παραδεχόταν ότι οι θεοί, ο παγανισμός, ήταν ένα νικημένο ψεύδος. Ίσως ο καλύτερος χαρακτηρισμός για τον Ιουλιανό τον Αποστάτη να ήταν αυτός του Μεγάλου Αθανασίου, όταν αυτός έφευγε για την εξορία, μετά το διάταγμα του Ιουλιανού. «Ένα νεφύδριο είναι», είπε στους πιστούς. Ένα συννεφάκι, που γρήγορα θα περάσει, κι ύστερα ξανά γαλανός ο ουρανός. Μια μετριότητα εξιδανικευμένη για ιδεολογικούς λόγους. Πολύ κακό για το τίποτα.
 

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 29o.

17b Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που ίδρυσε αντρικά και γυναικεία (!!) μοναστήρια (Ιουλιανού, Επ. 81. I. 2.90. κ. ε. – 84. I. 2. 144. 6 κ.ε. –86. I. 2. 147. 15 κ.ε. –88. I. 2. 149. 19 κ.ε. – 89α. I. 2. 151. 19 κ.ε. – 89b. I. 2. 155. 11. κ.ε., Αμμ. Μαρκ. XXII, 7, 6, Σωζόμενος, 5). Κακό πράγμα ο μοναχισμός, τζιζ!

Τί να πει κανείς για τον καημένο τον Ιουλιανό, που όντας πρώην Χριστιανός και νεοφώτιστος Ειδωλολάτρης, πίστεψε πως μπορούσε να εμφυσήσει στους συγχρόνους του Ειδωλολάτρες την Χριστιανική αγάπη για τον πλησίον γράφοντας (Επιστολή 89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 290d-291a) «θα έλεγα επίσης, αν και είναι παραδοξολογία, ότι θα ήταν άγιο να δίναμε και στους εχθρούς ρούχα και τροφή, επειδή η ελεημοσύνη δίνεται στον άνθρωπο και όχι στο χαρακτήρα». Σωστά αποκαλεί «παραδοξολογία» την βοήθεια προς τους εχθρούς ο Ιουλιανός˙ διότι έτσι ακριβώς ακουγόταν στους ειδωλολάτρες η προτροπή αυτή ενός πρώην Χριστιανού προς αυτούς. Ως παράλογη. Δεν το λέει πουθενά η θρησκεία τους. Φυσικά, δεν τον άκουσαν και τον χλεύαζαν για το «νέο σύστημα εθνικής εκκλησίας» του. Νέο κρασί σε παλιούς ασκούς δεν έμπαινε.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό που απαγόρευε την ελεύθερη άσκηση επαγγελμάτων στους χριστιανούς, οι οποίοι, ακόμη και όταν ήθελαν να κινήσουν δίκη, έπρεπε να προσφέρουν θυσία στους θεούς, ρίχνοντας θυμίαμα στους εθνικούς θεούς; Αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος πρώτος, 96) πως ο Ιουλιανός είχε θεσπίσει: «να στερηθούν οι Χριστιανοί κάθε ελευθερία έκφρασης, να αποκλείονται από όλα, συλλόγους, αγορές, πανήγυρεις, ακόμη και τα δικαστήρια να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει όποιος δεν θυσίαζε στους βωμούς που βρίσκονταν μπροστά». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνιστά πολύ αξιόπιστη πηγή, διότι ήταν σύγχρονος του Ιουλιανού και δεν μπορούσε να λέει ό,τι του κατέβαινε εν όσω βρισκόταν εν ζωή ο Λιβάνιος, ο Αμμιανός κ.ά. εθνικοί υπερασπιστές της μνήμης του Ιουλιανού (δες και Ιωάνννη Χρυστοστόμου, P.G. 50, 573).

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που απομάκρυνε τους χριστιανούς αξιωματικούς από το στρατό (Σωκράτης, 3, 13˙ Γρηγόριος Θεολ., P.G. 35, 585C-D). «Εξέδωσε έδικτο ο Ιουλιανός διατάζοντας τους Χριστιανούς να εκδιωχθούν από το στρατό», γράφει ο Θεοδώρητος Κύρου (Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 4). «Όσοι αρνούνταν να θυσιάσουν στους θεούς, τους στερούσε τα πολιτικά δικαιώματα και το προνόμιο να συμμετέχουν σε συγκεντρώσεις και στο φόρουμ˙ επίσης δεν τους επέτρεπε να είναι δικαστές ή κατώτεροι δικαστές ή να κατέχουν στρατιωτικά αξιώματα» (Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, 5, 18).

Τι να πεί κανείς για τον ανεξίθρησκο Ιουλιανό, που με ειδικό νόμο επέβαλε την ονομασία «Γαλιλαίοι» στους χριστιανούς (Γρηγορίου Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 76: «Γαλιλαίους ἀντὶ Χριστιανῶν ὀνομάσας τε καὶ καλεῖσθαι νομοθετήσας»˙ Ιουλιανού, Κατά Γαλιλαίων, 39α, 43α).

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που εξ αιτίας του η αυτοκρατορία γέμισε πληροφοριοδότες που είχαν αρχηγό τους τον Magister officiorum, ο οποίος ηγείτο των αυτοκρατορικών ταγμάτων scholae palatinae, των διαδόχων των πραιτωριανών. Οποιαδήποτε αντίδραση καταπνιγόταν εν τή γενέσει της. Τόση ανεξιθρησκεία.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που παραμελούσε τις Χριστιανικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας (του) στο έλεος των εχθρών φροντίζοντας μόνο για τις ειδωλολατρικές. Όπως γράφει ο Σωζομενός (5, 3, 4-6) «έγραφε συχνά στα συμβούλια των πόλεων. Αν οι πόλεις είχαν στραφεί προς την ειδωλολατρία, τους ικανοποιούσε όλα τους τα αιτήματα. Αν ήταν Χριστιανικές, δήλωνε την απαίχθειά του με το να μην τις επισκέπτεται και με το να μην δέχεται τις αντιπροσωπίες που του έστελναν με τα παράπονά τους». Ο Σωζομενός αναφέρει ως παράδειγμα την Νισίβη. Οι πολίτες της Νισίβης ζήτησαν (!) από τον αυτοκράτορά τους, που ήταν πολυγραφότατος και δεν είχε χρόνο ο καημένος,– να τους βοηθήσει εναντίον των Περσών. Αυτός τους απάντησε ότι εφόσον δεν άνοιγαν τους ναούς και δεν συμμετείχαν στις θυσίες, δεν άξιζαν καμμία προσοχή. Και ότι «η πόλη τους ήταν μιασμένη και δεν θα πατούσε εκεί πριν μάθει ότι στράφηκε προς τον ελληνισμό (ελληνισμός τότε ήταν συνώνυμο με την ειδωλολατρεία, δεν σχετιζόταν νοηματικώς η λέξη ελληνισμός με τους Έλληνες ως έθνος). Παρόμοιες απαντήσεις έδωσε και στους κατοίκους της Κωνσταντίας στην Παλαιστίνη και προσάρτησε την πόλη τους στην πόλη της Γάζας». Δηλαδή, ο Ιουλιανός συμπεριφερόταν όχι ως ηγεμόνας που προστατεύει το κράτος του, αλλά σαν ένας κοινός μαφιόζος, που εκβίαζε τους υπηκόους του, προκειμένου... να τους προστατεύσει από τους ξένους εισβολείς. Τέτοια φροντίδα για τους αλλόθρησκους υπηκόους του. Μπράβο ισοπολιτεία!

Τί να πει κανείς για τον «μετριοπαθή»... φιλόσοφο Ιουλιανό που σχεδόν... συνεχάρη τους κατοίκους της πόλεως της Έμεσας, για τους εμπρησμούς των χριστιανικών ναών (Μισοπώγων, 28, 357b); Αυτοί έκαψαν όλες τις εκκλησίες της πόλης τους, αλλά ο Ιουλιανός, όπως γράφει ο ίδιος, δεν κούνησε το δαχτυλάκι του˙ απλά αναφέρει αδιάφορα, σχεδόν επαινετικά την πολιτισμένη πράξη τους. Μάλιστα, λέει ότι κάτοικοι της Έμεσας κατέστρεψαν τους ναούς και τους τάφους των Χριστιανών έπειτα από δικό του (!) σύνθημα. Ομολογεί, δηλαδή, ο Ιουλιανός, ότι είναι ο ηθικός αυτουργός των διώξεων κατά των Χριστιανών. Αυτή ήταν η ισονομία και η ανεξιθρησκεία του Ιουλιανού. Επιπλέον αθωώνοντας –με την επιστολή που τους έστειλε– τους παγανιστές της Αλεξάνδρειας για το φόνο του Γεώργιου, ουσιαστικά ο Ιουλιανός έλεγε στους εθνικούς της αυτοκρατορίας: «σφάξτε, κάψτε, γκρεμίστε, κάνετε ό,τι θέλετε κατά των Χριστιανών˙ εγώ δε θα σας τιμωρήσω. Απλώς δεν θα κηρύξω επισήμως διωγμό». Πράγματι, όπως γράφει ο Σωκράτης (3, 11) «Αν και αρχικά ο Ιουλιανός συμπεριφερόταν ήπια προς όλους, όσο πέρναγε ο καιρός δεν έδειχνε πια την ίδια αταραξία». Και (3, 12) «απέχοντας από την υπερβολική σκληρότητα που ο Διοκλητιανός εφάρμοζε, δεν απείχε ωστόσο από τους διωγμούς». Επιπλέον (3, 13) «Σε όσους αρνούνταν να θυσιάσουν επέβαλε βαρύ πρόστιμο».

Τί να πει κανείς για τον διώκτη του Χριστιανισμού Ιουλιανό, που (Επιστολή Προς Εκδίκιον, Bizez 107, 377d-378abc) ήθελε να αφανίσει όλα τα χριστιανικά βιβλία: «Κάνε μου τη χάρη να βρεις όλα τα βιβλία του Γεώργιου (του Αρειανού επισκόπου Αλεξανδρείας που δολοφονήθηκε). Είχε πολλά βιβλία φιλοσοφικά και πολλά ρητορικά, είχε όμως και πολλά της διδαχής των δυσσεβών Γαλιλαίων (έτσι ονόμαζε ο Ιουλιανός τους Χριστιανούς)˙ αυτά τα τελευταία θα ήθελα βέβαια να τα εξαφανίσω ολοσχερώς» («ἃ βουλοίμην μὲν ἠφανίσθαι πάντῃ»).

Τί να πει κανείς για τον... «εστεμμένο φιλόσοφο» Ιουλιανό, τον θρησκόληπτο διώκτη ακόμη και των μη Χριστιανικών βιβλίων, των φιλοσοφικών βιβλίων που έγραφαν πράγματα αντίθετα με την ιρανική-μιθραϊκή θρησκεία του: (Επιστολή 89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c) «ας μη φτάνει στην ακοή επικούρειος ή πυρρώνειος λόγος. Τώρα αλήθεια, οι θεοί κάνοντας καλά κατέστρεψαν τα έργα τους, έτσι ώστε τα περισσότερα από τα βιβλία τους χάθηκαν».

Δηλαδή ο Ιουλιανός όχι μόνο ήθελε να κάψει τα χριστιανικά βιβλία, απλώς δεν μπορούσε, αλλά και χαιρόταν με την απώλεια φιλοσοφικών βιβλίων! Φοβερός ο «εστεμμένος φιλόσοφος» που γράφει «Μόνο η φιλοσοφία μάς ταιριάζει» (Επ. 89β, 300d). Βέβαια! Μόνο η φιλοσοφία που μας συμφέρει, μας ταιριάζει, εννοείται. Ό,τι δεν μας συμφέρει, το έχουν κάψει ευτυχώς οι θεοί. Οι θεοί, λοιπόν, δεν προάγουν την φιλοσοφία, σύμφωνα με τον Ιουλιανό, αλλά καταστρέφουν ό,τι δεν τους αρέσει. Βλέπουμε πως ο Ιουλιανός επικροτεί εμμέσως τις διώξεις κατά των «άθεων» φιλοσόφων και των έργων τους. Αλλά το κυριότερο είναι ότι ο Ιουλιανός – αποστομώνοντας τους εθνικιστές αρχαιολάτρες τονίζει πως τα έργα του Επίκουρου και του Πύρρωνα δεν τα κατέστρεψαν οι Χριστιανοί, αλλά οι ειδωλολάτρες – με την βοήθεια των «θεών». (Άλλος ένας συκοφαντικός μύθος πως οι Χριστιανοί έκαιγαν φιλοσοφικά έργα αποδεικνύεται ψευδής από τον ίδιο τον παγανιστή αυτοκράτορα Ιουλιανό). Συγκλονιστική ομολογία και μαρτυρία για την ειδωλολατρική Ιερά Εξέταση. Αξίζει μια σύγκριση μεταξύ του Ιουλιανού, που αδιαφορούσε για όποιο σύγγραμμα δεν συμφωνούσε με τις δοξασίες του, και των «αμαθών» Χριστιανών μοναχών που αντέγραφαν τα έργα του Ιουλιανού καθώς και των κλασσικών συγγραφέων επί 1000 χρόνια. Επίσης αξίζει να σκεφτούμε τί θα έπραττε ο Ιουλιανός, πόσα συγγράμματα, αρχαία ή χριστιανικά, θα έκαιγε, αν επέστρεφε νικητής από την Περσία.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, ο οποίος συνιστούσε παράλειψη όσων τμημάτων της αρχαιοελληνικής ιστορίας δεν συμφωνούσαν με τα κριτήρια του; Γράφει: «Πρέπει να μελετάμε την ιστορία που γράφτηκε με βάση τα πραγματικά γεγονότα. Ας παραλείψουμε όλα εκείνα που μοιάζουν με ιστορία που εφεύραν οι αρχαίοι, δηλαδή ερωτικές υποθέσεις και τα παρόμοια» (Επιστολή 89β, 301b).

Τί να πει κανείς για τον «Έλληνα» Ιουλιανό, όπως οι νεοπαγανιστές μάς τον παρουσιάζουν, που οι θυσίες του ανάγονται στους Χαλδαίους, η μαγεία κι ο Μίθρας απ' την Περσία, η μαντική από την Καρία. Όπως λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος «η Ασία ήταν το διδασκαλείο της ασεβείας του» (P.G. 35, 557). Τρομερή ελληνικότητα. Τόση, που ο «’Ελλην» μας πίστευε πως μέσα του ξαναζούσε η ψυχή του Μ. Αλέξανδρου (Σωκράτη, Εκκλ. Ιστ., 3, 21).

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, τον «εστεμμένο φιλόσοφο» που δήλωνε λάτρης της αγυρτείας, της θεουργίας δηλαδή. Αυτό ήταν το ένδοξο ελληνικό μέλλον του Ορθολογισμού που θα επικρατούσε με τον Ιουλιανό: χαρτορίχτρες, θεουργοί, μέντιουμ, πύρινες άϋλες οπτασίες κ.λπ. Ο Ιουλιανός, λέγοντας «φιλοσοφία» εννοούσε όλα αυτά τα ανορθολογικά πράγματα και το να αποκαλείται «εστεμμένος φιλόσοφος» κάποιος που χαιρόταν με την καταστροφή των επικούρειων βιβλίων και θαύμαζε τη θεουργία και τα μάγια, είναι τόσο παράλογο όσο να αποκαλούσαμε φιλόσοφους τα τηλεμέντιουμ, τις χαρτορίχτρες, τους αστρολόγους κ.λπ.

Τί να πει κανείς για τον φανταζμένο πολεμοκάπηλο Ιουλιανό που απέρριπτε τις προτάσεις ειρήνης του Πέρση βασιλιά, γιατί, πεπεισμένος από έναν ανόητο παγανιστή μάντη, τον αγύρτη Μάξιμο (τον οποίο οι νεοπαγανιστές παρουσιάζουν ως ιερό τέρας της φιλοσοφίας), νόμιζε ότι οι κατακτήσεις του θα ήταν μεγαλύτερες κι από αυτές του Αλέξανδρου. Ο Ιουλιανός, ο οποίος αρχικά θεωρούσε τον Αλέξανδρο αλαζόνα και υπερόπτη (Ιουλιανού, Θεμιστίω φιλοσόφω, 10, 49), στο τέλος όχι μόνο ταυτίστηκε μαζί του θεωρώντας τον εαυτό του μετεμψύχωσή του, αλλά και ήθελε να ξεπεράσει τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου. Μιλάμε, δηλαδή, για μεγάλη τρέλα: «Δίνοντας πίστη στις προφητείες του φιλόσοφου Μάξιμου ξεγελιόταν ότι τα κατορθώματά του όχι μόνο θα ήταν ίσα, αλλά θα ξεπερνούσαν αυτά του Αλέξανδρου του Μακεδόνα˙ έτσι, που απέρριπτε περιφρονητικά τις παρακλήσεις του Πέρση μονάρχη. Υπέθετε ακόμη, σύμφωνα με τα διδάγματα του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα για την μετεμψύχωση της ψυχής, ότι κατεχόταν από την ψυχή του Αλέξανδρου ή μάλλον ότι ο ίδιος ήταν ο Αλέξανδρος μέσα σε άλλο σώμα. Αυτές οι γελοίες φαντασιώσεις τον ξεγέλασαν και τον έκαναν να απορρίψει τις διαπραγματεύσεις για ειρήνη που προτάθηκαν από το βασιλιά των Περσών» (Σωκράτης, 3, 21). Οι αρχαιολάτρες που απορρίπτουν την μαρτυρία του Σωκράτη ως συκοφαντική, ξεχνούν ότι και ο παγανιστής Λιβάνιος την ίδια γνώμη είχε: «Και φτάνει στην μεγάλη πόλη του Αντίοχου ή αν θέλετε, του αγαπητού του Αλέξανδρου που όπως συνέβη στο παρελθόν, ανάμεσα σε δυο Αθηναίους στρατηγούς η δόξα του "δεν τον άφηνε να κοιμηθεί"» (Λιβάνιου, Μονωδία επί Ιουλιανώ, 17). Άρα όντως ο Ιουλιανός άλλαξε γνώμη.

«Ο Ιουλιανός ευχαριστιόταν στο χειροκρότημα του όχλου και επιθυμούσε έπαινο για τα μικρότερα πράγματα πέραν του μέτρου, κι ο πόθος για δημοτικότητα συχνά τον οδηγούσε να συναναστρέφεται ανάξιους ανθρώπους» (Αμμιανός Μαρκελλίνος, XXV, 4, 18).

Τί να πει κανείς για τον φιλοϊουδαίο Ιουλιανό τον «Έλληνα»!, ο οποίος γράφει (Κατά Γαλιλαίων, 45) να μιμηθούμε τον Αβραάμ (!), κι ότι «ο Γιαχβέ στάθηκε ευμενής σε μένα» (!!) και γι’ αυτό τον σέβεται. Ούτε Ραββί Τζούλιανους να λεγόταν.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό που γράφει για τους Ιουδαίους και τον θεό τους (Επιστολή 89α, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 454a) ότι «..ο θεός που τιμούν είναι αληθινά παντοδύναμος και αγαθότατος και κυβερνά τον αισθητό κόσμο». Παντοδύναμος και αγαθότατος ο Γιαχβέ, σύμφωνα με τον Ιουλιανό, ο οποίος δεν έστειλε αυτή την επιστολή προς τους Ιουδαίους, ώστε να υποθέταμε πως θέλει να τους κολακέψει επαινώντας τη θρησκεία τους, αλλά προς ειδωλολάτρη αρχιερέα. Παντοδύναμος και αγαθότατος, να τα ακούν αυτά οι κατήγοροι της Π. Διαθήκης.

Ο δυστυχής Ιουλιανός, θέλοντας να γελοιοποιήσει τον Χριστό, που έλεγε ότι δε θα χτιζόταν ο ιουδαϊκός ναός, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το χτίσιμο, έπειτα από παράκληση των Ιουδαίων. Ωστόσο, όπως περιγράφει ο Χρυσόστομος (Λόγος Κατά Ιουδαίων, Ε’, 11), «μόλις οι Ιουδαίοι άρχισαν να καταγίνονται με τις παράνομες αυτές εργασίες τους και άρχισαν να ανοίγουν τα θεμέλια και είχαν αδειάσει πολύ χώμα και επρόκειτο να αρχίσουν να κτίζουν τον ναό, ξεπηδώντας φωτιά από τα θεμέλια, κατέκαυσε αμέσως και πολλούς ανθρώπους αλλά και τις πέτρες του τόπου εκείνου, και σταμάτησε από την παράνομη αυτή προσπάθεια όχι μόνο εκείνους που επεχείρησαν το έργο, αλλά και Ιουδαίοι πολλοί βλέποντας αυτό έμειναν κατάπληκτοι και καταντροπιάσθησαν. Όταν ο βασιλεύς Ιουλιανός τα πληροφορήθηκε όλα αυτά, αν και είχε τόση μανία για το έργο εκείνο, φοβούμενος μη τυχόν, προχωρώντας στο έργο, επισύρη στο κεφάλι του τη φωτιά εκείνη, σταμάτησε την προσπάθεια, υφιστάμενος την ήττα με όλον τον λαόν του. Και τώρα αν επισκεφθής τα Ιεροσόλυμα, θα δης γυμνά τα θεμέλια. Και αν ζητήσης να μάθης την αιτία, δεν θα ακούσης καμμία άλλη παρά αυτήν. Και αυτού του πράγματος μάρτυρες είματε εμείς όλοι˙ γιατί αυτό δεν συνέβη σε χρόνια ευσεβών βασιλέων, για να μην ισχυρίζονται μερικοί ότι "επενέβηκαν οι Χριστιανοί και εμπόδισαν όλα αυτά", αλλά τότε, όταν καταδιωκόταν η πίστη μας, η ειδωλολατρία βρισκόταν σε άνθιση». Ο Ιουλιανός και οι ραββίνοι του έσπασαν τα μούτρα τους, και οι θεοί του αποδείχτηκαν σκουπίδια μπροστά στον «Ναζωραίο μαραγκό»˙ ο Ιουλιανός λούφαξε φοβισμένος και άφησε κατά μέρος τα φερσίματα του κατά του Χριστού και των προφητειών του. Στο παράδειγμα αυτό φαίνεται σε τι κατήφορο έχουν κυλήσει όσοι ισχυρίζονται ότι τα αναφερόμενα θαύματα από τους Χριστιανούς ιστοριογράφους είναι συγκεκαλυμμένοι φόνοι και ψέμματα.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, τον άνθρωπο που οι «ανώτεροι» αρχαιολάτρες τον έχουν ανακηρύξει «υπερασπιστή του ελληνικού τρόπου ζωής», που μισούσε το θέατρο, τον ιππόδρομο, (για όσα δηλαδή κατηγορούν οι νεοπαγανιστές τους αγίους πατέρες που εναντιώθηκαν σε αυτά) και γαλουχήθηκε από τον παιδαγωγό του με αυτές εδώ τις συμβουλές (Μισοπώγων, 21, 351b-c): «Μην επιτρέψεις ποτέ στους συνομήλικούς σου που μαζεύονται στα θέατρα, να σε παρασύρουν στο λάθος να επιθυμείς κι εσύ τέτοια θεάματα. Σου αρέσουν οι ιπποδρομίες; Υπάρχει μία στον Όμηρο που περιγράφεται θαυμάσια. Πάρε το βιβλίο και διάβασε. Τους ακούς να μιλάνε για χορευτές; Άσε τους να χαίρονται! Στην Οδύσσεια, οι έφηβοι Φαίακες χορεύουν πιο αντρίκεια. Στον Όμηρο επίσης υπάρχουν και δέντρα των οποίων η περιγραφή είναι πολύ πιο ευχάριστη στο αυτί από ό,τι η εικόνα που βλέπουμε». Αντίθετα, όταν οι Χριστιανοί πατέρες της Εκκλησίας γράφουν κατά του θεάτρου και του ιπποδρόμου, είναι ανθέλληνες. ''Δίκαια'' πράγματα. Και λάτρης της εικονικής πραγματικότητας, ο Ιουλιανός. Πρωτοπόρος. Προτιμά την περιγραφή ενός βιβλίου από το περιγραφόμενο γεγονός.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που ''αγαπούσε'' παράφορα το θέατρο και τις ιπποδρομίες: (Μισοπώγων, 4, 339b) «Απαγορεύω στον εαυτό μου να πηγαίνει στα θέατρα (...) κι αν μπω στο θέατρο μοιάζω σαν να πληρώνω τις αμαρτίες μου», (Μισοπώγων, 5, 339d) «Μισώ τάς ἱπποδρομίας, όπως εκείνοι που χρωστούν χρήματα στις αγορές», (Μισοπώγων, 31, 359d) «το θέατρο φαινόταν εντελώς γελοίο στους ανθρώπους εκείνης της χώρας (της βάρβαρης Σκυθίας) όπως φαίνεται και σε εμένα». Πολιτισμός βαρβαρικός.

Τί να πει κανείς για τον ''λάτρη'' του θεάτρου Ιουλιανό, που γράφει (Επιστρολή 89β, 304bc) «Κι αν μπορούσα να απομακρύνω τις ασχημοσύνες από τα θέατρα (Να κάνει λογοκρισία, δηλαδή, στα σενάρια), έτσι ώστε να τα αποδώσω στον Διόνυσο καθαρά, με μεγάλη προθυμία θα αναλάμβανα τούτο το έργο. Επειδή, όμως, πιστεύω ότι τώρα δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, αλλά και αν ήταν, δε θα συνέφερε να γίνει, γι' αυτό εγκατέλειψα τελείως τούτη τη φιλοδοξία». Την μωροφιλοδοξία, θα προσθέταμε εμείς.

Τί να πει κανείς για τον «υπερασπιστή του ελληνικού τρόπου ζωής» Ιουλιανό, που ζητούσε (Επιστολή 89β Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 300d) «ο ιερέας (των ειδώλων) δεν πρέπει να διαβάζει ούτε Αρχίλοχο, ούτε Ιππώνακτα, ούτε κανέναν απ' αυτούς που γράφουν τέτοια πράγματα. Ας αποφεύγει επίσης από την παλιά κωμωδία όσα ειναι τέτοιου είδους, και καλύτερα, είναι να τ' αποφεύγει όλα». Πνεύμα και ηθική! Αυτή η επιστολή αποτελεί το πρώτο στην Ιστορία Index απαγορευμένων βιβλίων προς πιστούς, 900 χρόνια πριν από τους αιρετικούς παπικούς. Είναι φυσιολογικό πράγμα, αφού ο Ιουλιανός, όπως είδαμε παραπάνω, χαιρόταν με την εξαφάνιση του έργου του Επίκουρου και του Πύρρωνα, και ποιος ξέρει ποιών άλλων από τους ειδωλολάτρες ιεροεξεταστές. Έπειτα απ' όλα αυτά, οι νεοπαγανιστές, τη στιγμή που ο Ιουλιανός όριζε τι θα διαβάζουν και τι δε θα διαβάζουν οι ιερείς του, φαντάζονται όπως αποδείξαμε, ότι η σύνοδος της Καρχηδώνας δήθεν απαγόρευε σε επισκόπους την ανάγνωση εθνικών βιβλίων.

Τί να πει κανείς για τον «υπερασπιστή του ελληνικού ήθους», Ιουλιανό, που απαιτεί (Επιστολή 89β, 304b) «Οι (ειδωλολάτρες) ιερείς να μην πηγαίνουν ποτέ σε άσεμνα θεάματα ούτε να βάζουν θεατρίνους στα σπίτια τους». Όταν αυτά τα λένε οι σύνοδοι της Εκκλησίας, οι νεοπαγανιστές αφρίζουν από το κακό τους για τον (δήθεν) «τερατώδη ανθελληνισμό των πατέρων».

Τί να πει κανείς για τον «υπερασπιστή της φυσικής ελληνικής ζωής» Ιουλιανό, που γράφει (Επιστολή 89β, 304c) «αξιώνω από τους ιερείς να μην εμφανιστεί κανείς στο θέατρο ούτε να έχει φίλο ηθοποιό ή αρματοδρόμο. Επίσης να μην πλησιάζει στην πόρτα του ούτε χορευτής, ούτε μίμος». (Μίμος ελέγετο εκείνη την εποχή ο ηθοποιός).

Τί να πει κανείς για τον ''λάτρη'' της ισότητας των δύο φύλων, Ιουλιανό, ο οποίος γράφει (Επιστολή 89β, 304d) «απαγορεύεται στις γυναίκες τόσο η συμμετοχή στους (αθλητικούς) αγώνες όσο και η θέα». Η γυναίκα του Ιουλιανού, ως γνωστόν, πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.

Οι νεοπαγανιστές παρουσιάζουν τον Ιουλιανό ως «ήπιο» και «εστεμμένο φιλόσοφο», ωστόσο δεν μιλούν για τους διωγμούς και φόνους εναντίον των Χριστιανών που έγιναν κατά την διάρκεια της βασιλείας του, τις οποίες ο Ιουλιανός ανέχθηκε και κάποτε ενθάρρυνε .

Τί να πει κανείς για τον «ήπιο» Ιουλιανό που απεκάλεσε «εχθρό των θεών» των Μέγα Αθανάσιο εξορίζοντάς τον, επειδή αυτός διέπραξε το ''έγκλημα'' να βαφτίσει αρχόντισσες της Αλεξάνδρειας; (Επιστολή 6, προς Εκδίκιο, έπαρχο Αιγύπτου: «ὄμνυμι τὸν μέγαν Σάραπιν, ὡς εἰ μὴ πρὸ τῶν Δεκεμβρείων Καλενδῶν, ὁ θεοῖς ἐχθρὸς Ἀθανάσιος ἐξέλθῃ ἐκείνης (Αλεξάνδρειας) μᾶλλο δὲ καὶ πάσης τῆς Αἰγύπτου˙ τὸν μιαρόν, ὃς ἐτόλμησεν Ἑλληνίδας γυναῖκας ἐπ’ ἐμοῦ βαπτίσαι˙ διωκέσθω». Ο ψύχραιμος Ιουλιανός απεκάλεσε «ανθρωπίσκο» τον μικρόσωμο Αθανάσιο, όταν πρωτοέμαθε την πράξη του. Και αργότερα, σε νέα επιστολή του, ζήτησε το θάνατό του˙ αλλά ο Αθανάσιος είχε ήδη φύγει. 
 
Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό που γκρέμισε την μεγαλύτερη εκκλησία της Αντιοχείας σε αντίποινα για την πυρκαγιά που κατέστρεψε το ναό του Απόλλωνα στη Δάφνη, την οποία προκάλεσαν όχι οι Χριστιανοί, αλλά οι ειδωλολάτρες πιστοί, όπως αποδείχτηκε στο κεφάλαιο περί διώξεων. Ο Ιουλιανός ο ίδιος πίστευε ότι ο ναός της Δάφνης «καταστράφηκε από τη θρασύτητα μερικών άθεων» (Αντιοχικός, 15, 346a και 33, 361a). Εμείς εδώ θα παρατηρήσουμε τη σκληρότητα του Ιουλιανού, η οποία τον οδήγησε να βασανίσει τους ιερείς και τους νεωκόρους του ναού του Απόλλωνα, ώστε να ομολογήσουν πως οι Χριστιανοί έκαψαν το ναό. Οι νεωκόροι όμως, λέει ο Θεοδώρητος «όσο κι αν κακομεταχειρίστηκαν, δεν μπορούσαν να πουν ψέμματα (ότι δηλαδή οι εμπρηστές ήταν Χριστιανοί) και επέμεναν ότι η φωτιά άρχισε από πάνω όχι από κάτω. Επιπλέον ήρθαν χωρικοί από τα γειτονικά χωριά και είπαν ότι είχαν δει τον κεραυνό να κατεβαίνει από τον ουρανό» (Εκκλ. Ιστ., 3, 7). Ο Σωζομενός αναφέρει ότι «ο ιερέας του Απόλλωνα προσήχθη σε δικαστήριο, να κατονομάσει τους τολμηρούς εμπρηστές (να πει ότι ήταν Χριστιανοί), αλλά αν και δέθηκε και υπέφερε πολλά βασανιστήρια, δεν ανέφερε κανέναν (ως εμπρηστή)» (Εκκλ. Ιστ., 5, 20). 
 

Δρ Κωνσταντίνος Τσοπάνης - Αναφορά στα αρχεία Ρατσένκο.

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

Seeking Allah, Finding Jesus: The Christian Testimony of Nabeel Qureshi

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 28o.

17. "Οι Χριστιανοί δολοφόνησαν τον μεγάλο αυτοκράτορα Ιουλιανό."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Από τους διάφορους συγγραφείς που αναφέρουν τον δράστη της δολοφονίας του Ιουλιανού επιλέγουμε τον Λιβάνιο και τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, διότι αυτοί είναι όχι μόνο Παγανιστές αλλά και σύγχρονοί του.

17a Η κατηγορία ότι Χριστιανοί δολοφόνησαν τον Ιουλιανό προέρχεται ΜΟΝΟ από τον Λιβάνιο. Ο Λιβάνιος στο σύγγραμμά του ''Επιτάφ. Ιουλιανού'' 274-5 αναφέρει ότι τον δολοφόνησαν Χριστιανοί, ενώ στο σύγγραμμά του ''Περί της τιμωρίας Ιουλιανού'', 17-21, αναφέρει απλώς ότι οι δολοφόνοι ήταν Ρωμαίοι και όχι Πέρσες. Δηλαδή, ο Λιβάνιος δεν είναι σίγουρος, εάν οι δράστες ήταν Ρωμαίοι Χριστιανοί ή απλώς Ρωμαίοι άγνωστων λοιπών στοιχείων. Στο ''Μονωδία επί Ιουλιανώ'' όμως, που γράφτηκε το 364 μ.Χ., ο Λιβάνιος μάς λέει ότι «χτυπήθηκε από έναν τυχαίο Πέρση» (κεφ. 32). Τί έγινε μετά κι άλλαξε γνώμη; Δεν βρήκε «αποδείξεις»· απλώς πείστηκε ότι οι φήμες ήταν αληθινές. Άλλωστε στα κατοπινά επιχειρήματά του υπέρ της άποψης ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, δεν αναφέρει συγκεκριμένες μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, παρά μόνο κάνει σοφιστικά, δήθεν λογικά, τεχνάσματα, που τα αναλύουμε παρακάτω.

Η περιγραφή των στιγμών αυτών είναι η εξής: «Μέσα στον πυρετό όμως της μάχης ο αυτοκράτωρ αποκόπτεται από την προσωπική του φρουρά και, ειδικότερα, τον ιπποκόμο του που κρατούσε την πανοπλία και την ασπίδα του, και με αμείωτη τη μέθη εκείνη, εξακολουθούσε να καταδιώκει τον εχθρό, ώσπου... «εν μέσοις τοις πολεμίοις γενόμενος, δόρατι βάλλεται κατά της πλευράς» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 66). Είναι ξεκάθαρο από τη διήγηση ότι τη στιγμή του φόνου του, ο Ιουλιανός βρισκόταν «ανάμεσα στους εχθρούς», δηλαδή σχεδόν περικυκλωμένος... κυνηγώντας τους. Επιπλέον, ο Ιουλιανός είχε αποκοπεί από τους υπόλοιπους Ρωμαίους. Τί πιο λογικό, το χτύπημα να το δεχτεί από κάποιον από τους Πέρσες που τον περιτριγύριζαν, τρέχοντας να φύγουν, ενώ αυτός τους κυνηγούσε, αντί να υποθέσουμε ότι το δέχτηκε από στρατιώτη του;

Αν, λοιπόν, δεχτούμε πως τη στιγμή της καταδίωξης ο Ιουλιανός συνοδευόταν από λίγους δικούς του άνδρες, εάν ήταν κάποιος από αυτούς που τον χτύπησε – διότι μόνο αυτοί ήταν δικοί του στρατιώτες δίπλα του: είχε, όπως είπαμε, ξεκόψει από το στρατό, τότε αμέσως οι υπόλοιποι άνδρες του θα είχαν αντιληφθεί τον δολοφόνο συστρατιώτη τους και θα τον είχαν συλλάβει. Αλλά αφού αυτό δεν συνέβη, είναι αδύνατο να δολοφόνησε τον Ιουλιανό κάποιος από τους δικούς του, την στιγμή που κυνηγούσαν τους Πέρσες. Η άλλη περίπτωση, δηλ. όλοι αυτοί οι λίγοι στρατιώτες, που πήρε μαζί του ο Ιουλιανός για να κυνηγήσει τους Πέρσες, να ήταν Χριστιανοί ή όλοι να είναι στο κόλπο, είναι φυσικά εντελώς αναπόδεικτη, απίθανη και παράλογη, αφού ο Ιουλιανός δεν θα είχε Χριστιανούς στρατιώτες ως επίλεκτους δικούς του. Οπωσδήποτε, όλο και κάποιος ειδωλολάτρης στρατιώτης θα βρισκόταν εκεί˙ και στο κάτω κάτω, αν υπήρχαν τέτοιες φήμες ή αν είχαν δει οι ειδωλολάτρες Ρωμαίοι στρατιώτες κάποιον άλλον Ρωμαίο (χριστιανό ή μη) να υψώνει το δορύ του, τότε οι ειδωλολάτρες στρατιώτες θα διαμαρτύρονταν, αλλά και οι ειδωλολάτρες στρατηγοί του Ιουλιανού θα έψαχναν να βρουν τους προδότες δολοφόνους. Αλλά οι φήμες διαδόθηκαν από Πέρσες αυτόμολους κι όχι από Ρωμαίους εθνικούς στρατιώτες.

Εν πάσει περιπτώσει, ο Λιβάνιος δεν καθίσταται αναξιόπιστος, μόνο επειδή εμπιστεύεται φήμες αυτόμολων, αλλά κυρίως επειδή δεν ακολούθησε τον Ιουλιανό στην εκστρατεία του. Δεν ήταν εκεί ο Λιβάνιος, ώστε να ξέρει καλά τα πράγματα. Αντίθετα, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος ήταν στο στρατόπεδο, ακολούθησε τον Ιουλιανό στην εκστρατεία, ήταν τη στιγμή του θανάτου του δίπλα του, και θα γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες από πρώτο χέρι. Ωστόσο, το συμπέρασμα του Αμμιανού είναι ότι δεν γνωρίζουμε ποιος τον χτύπησε: «Ἄγνωστον πόθεν», διαπιστώνει ο αμερόληπτος αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 66).

Να πώς περιγράφει ο Αμμιανός (XXV, 3, 3-6) τις στιγμές εκείνες πριν το φόνο του Ιουλιανού:

«3. Αναστατωμένος [ο Ιουλιανός] από την ατυχία, ξέχασε τον θώρακα της πανοπλίας του και απλώς άρπαξε μια ασπίδα μέσα στην σύγχυση (...).

4. Ενώ αγωνιζόταν να αποκαταστήσει την τάξη εκεί αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, μια ομάδα Πάρθων ένοπλων ιππέων επιτέθηκε στους λόχους του κέντρου και γρήγορα πλημμύρισε την αριστερή πλευρά, η οποία υποχώρησε, διότι οι άντρες μας δεν μπορούσαν να αντέξουν την οσμή και τις φωνές των ελεφάντων.

5. Αλλά ενώ ο αυτοκράτορας ορμούσε εδώ κι εκεί εν μέσω της πρώτης γραμμής των πολεμιστών, οι ελαφρά οπλισμένες δυνάμεις μας όρμησαν κατά πάνω τους, και καθώς οι Πέρσες το έβαλαν στα πόδια, αυτοί πετσόκοβαν τα πόδια τους καθώς και αυτά των ελεφάντων.

6. Ο Ιουλιανός, αδιαφορώντας για την ασφάλειά του, φωνάζοντας και υψώνοντας τα χέρια του, προσπάθησε να δείξει στους άντρες του ότι ο εχθρός είχε φύγει άτακτα, και για να τους ξεσηκώσει σε μια ακόμη πιο μανιώδη καταδίωξη, όρμησε θαρραλέα στη μάχη. Η φρουρά του, που είχαν σκορπίσει τρομαγμένοι, του φώναζαν από’ όλες τις πλευρές να απομακρυνθεί από το πλήθος των οπισθοχωρούντων Περσών, που ήταν τόσο επικίνδυνο όσο η πτώση μιας κακοχτισμένης οροφής, όταν ξαφνικά, κανείς δεν ξέρει από πού, ένα ακόντιο ιππέα έγδαρε το δέρμα του βραχίωνά του, τρύπησε τα πλευρά του και σφηνώθηκε στον κάτω λοβό του ήπατός του».

Εφόσον οι άντρες του τον έβλεπαν και βρίσκονταν σε όλες τις πλευρές τριγύρω του, θα ήταν πολύ εύκολο να δουν αν το δόρυ είχε ριχτεί από Ρωμαίο στρατιώτη ή όχι. Ο Αμμιανός τονίζει ότι ο Ιουλιανός βρισκόταν μέσα ή δίπλα στους Πέρσες που έφευγαν, μακριά από το στρατό του, μακριά κι από την ίδια του τη φρουρά˙ γεγονός που κάνει λογικότερη την εκδοχή πως αυτοί τον χτύπησαν.

Αλλά ούτε ο Ιουλιανός σκέφτηκε το ενδεχόμενο να χτυπήθηκε από δικό του. Είναι λίγο δύσκολο να πιστέψουμε ότι, αμέσως μόλις χτυπήθηκε, ο Ιουλιανός δεν έστρεψε ενστικτωδώς το βλέμμα του προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε το ακόντιο. Αν λοιπόν κοίταξε προς την κατεύθυνση εκείνη, και είχε διαπιστώσει ότι ο δολοφόνος ήταν Ρωμαίος στρατιώτης, δεν θα είχε παραλείψει να αποκαλύψει αργότερα, στη σκηνή, την συνωμοσία. Αλλά τίποτα τέτοιο δεν έκανε ο Ιουλιανός, διότι (αφού θα κοίταξε στην κατεύθυνση απ' την οποία ήρθε το βέλος) μιλούσε για ένα σωρό άλλα θέματα. Προφανώς δεν αντελήφθη ούτε αυτός (ούτε οι φρουροί του, που τον έβλεπαν από τριγύρω) ότι τον δολοφόνησε Ρωμαίος στρατιώτης.

Έχουμε το φαινόμενο, ο Λιβάνιος, που δεν ήταν στην εκστρατεία να θεωρείται από τους Νεοπαγανιστές περισσότερο αξιόπιστος από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, ο οποίος πήρε μέρος στην εκστρατεία. Και γιατί να θεωρείται έτσι; Αφού και οι δυο ήταν Ειδωλολάτρες. Ποιος ο λόγος; Δεν υπάρχει λόγος. Όπου βασιλεύει ο Νεοπαγανισμός, εκεί επικρατεί το παράλογο, του να εμπιστεύεσαι έναν μη αυτόπτη μάρτυρα και να απορρίπτεις την μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Τόσο απλό.

Η αλήθεια είναι ότι και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος αναφέρει την εκδοχή ότι ο Ιουλιανός επλήγη από Ρωμαίους. Να τι λέει (XXV, 6, 6): «Βλέποντας αυτό, ο εχθρός από τα δασωμένα ύψη μας επετίθετο με κάθε είδους όπλα και με υβριστική γλώσσα, ως προδότες και φονιάδες ενός υπέροχου ηγεμόνα. Διότι κι αυτοί επίσης είχαν ακούσει από το στόμα φυγάδων, ως αποτέλεσμα μιας αβάσιμης φήμης, ότι ο Ιουλιανός είχε σκοτωθεί από ρωμαϊκό όπλο». Παρατηρούμε ότι ο Αμμιανός απορρίπτει την εκδοχή του Ρωμαίου (κι όχι απαραίτητα Χριστιανού Ρωμαίου) στρατιώτη φονιά ως αβάσιμη. Έχοντας υπόψη ότι ο Αμμιανός ολοκλήρωσε τη συγγραφή της ιστορίας του περί το 395 (Arnaldo Momigliano, Pagan and Christian historiography in the fourth century AD, Clarendon Press, Oxford 1963, p. 81), δηλαδή αρκετά χρόνια μετά τη δημοσιοποίηση των έργων του Λιβάνιου, στα οποία κατηγορούνταν οι Χριστιανοί για το φόνο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Αμμιανός απέρριψε έπειτα από λεπτομερή έρευνα, κι όχι αβίαστα, την εκδοχή του Λιβάνιου. Δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε πως ο παγανιστής Αμμιανός δεν επιβεβαίωσε την εκδοχή τού Λιβάνιου τάχα επειδή φοβόταν˙ ο Λιβάνιος (που είχε τέτοια ελευθερία ώστε να αποκαλεί π.χ. στο ''Μονωδία επί Ιουλιανώ'', 8, 2 «Μελητίδη»=ηλίθιο τον Κωνστάντιο τον Β') καθώς και τόσοι άλλοι παγανιστές (π.χ. Ζώσιμος, Ευνάπος) που κατηγορούσαν τους Χριστιανούς ώς και τα μέσα του 5ου αι. για ένα σωρό πράγματα, διόλου δεν φοβόντουσαν˙ γιατί να φοβηθεί μόνο ο Αμμιανός; Άλλωστε, ο Αμμιανός δύο φορές απορρίπτει την εκδοχή του Λιβάνιου (XXV, 6, 6 και XXV, 3, 6).

Αλλά από πού έμαθαν οι αυτόμολοι αυτοί, μέσα στην ανακατωσούρα της μάχης, ότι τον χτύπησαν Ρωμαίοι και μάλιστα (!) Χριστιανοί; Μήπως είχαν και ταμπελάκια που ανέγραφαν τη θρησκεία τους στα στήθη τους οι Ρωμαίοι στρατιώτες, κι έτσι οι Πέρσες αυτόμολοι μπόρεσαν να δουν, αν υποθέσουμε ότι όντως τον σκότωσαν Ρωμαίοι στρατιώτες, πως φονεύτηκε από Χριστιανούς; Οι Πέρσες αυτόμολοι υποτίθεται πως είδαν ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από στρατιώτες του, ενώ οι υπόλοιποι στρατιώτες του Ιουλιανού δεν αντελήφθησαν τίποτε; Περίεργο δεν ακούγεται, ειδικά αφού ο Ιουλιανός είχε ξεκόψει από τον στρατό;

Ο Λιβάνιος μάλιστα, προκειμένου να στηρίξει ακόμη περισσότερο τον ισχυρισμό ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός Ρωμαίος στρατιώτης, ισχυρίζεται ότι ο Ιουλιανός επλήγη ευρισκόμενος εν μέσω του ρωμαϊκού στρατεύματος («εἰς μέσην τὴν στρατιάν») και προσθέτει ότι κανείς Πέρσης δεν θα τολμούσε να εισέλθει μόνος του στην καρδιά του ρωμαϊκού στρατού, φοβούμενος τον θάνατο, και ότι αν τυχόν η διείσδυση (που σκόπευε στο φόνο του Ιουλιανού) δεν είχε γίνει από ένα μεμονωμένο Πέρση αλλά από περισσότερους, τότε θα είχαν φονευτεί πολλοί Ρωμαίοι στρατιώτες και όχι μόνο ο αυτοκράτορας (Λιβάνιου, Περί της τιμωρίας Ιουλιανού 17, 1-9). Φαίνεται αμέσως ότι ο Λιβάνιος διαστρεβλώνει την αλήθεια, διότι ο αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός ισχυρίζεται – αντίθετα από το Λιβάνιο – πως ο Ιουλιανός επλήγη εν μέσω των εχθρών, μακριά από την ίδια τη φρουρά του κι όχι εν μέσω των δικών του στρατιωτών.

Ο Λιβάνιος (Περί της τιμωρίας Ιουλιανού 20, 1-13) γράφει ότι σε κάποια από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συνθήκης, ο Πέρσης βασιλιάς Σαπώρ ο Β' εξέφρασε στους απεσταλμένους των Ρωμαίων την απορία του, για το ότι δεν είχε επιβληθεί καμμία τιμωρία για το θάνατο του Ιουλιανού, λέγοντας ότι ο ίδιος, όταν κάποτε ένας αξιωματικός του είχε φονευτεί στη μάχη, είχε τιμωρήσει τους άντρες της φρουράς του νεκρού, αποκεφαλίζοντάς τους. Αυτό δεν υπονοεί όπως θέλει να πείσει ο Λιβάνιος, ότι ο Σαπώρ πίστευε πως Ρωμαίοι Χριστιανοί στρατιώτες σκότωσαν τον Ιουλιανό. Απλώς ο Σαπώρ πίστευε ότι θα έπρεπε – όπως και με τη φρουρά του Πέρση αξιωματούχου, να τιμωρηθούν οι άντρες της προσωπικής φρουράς του Ιουλιανού, γιατί δεν είχαν προστατέψει αποτελεσματικά τον αυτοκράτορά τους. Ο Σαπώρ «προτείνει» στους Ρωμαίους το «περσικό έθιμο» της τιμωρίας της φρουράς του νεκρού Ιουλιανού˙ δεν υπαινίσσεται ότι ο φονιάς ήταν Ρωμαίος ούτε βέβαια ότι κάποιος από τη φρουρά ήταν ο φονιάς. Και αυτό το επιχείρημα του Λιβάνιου είναι σοφιστικό και τόσο σαθρό, που καταρρίπτεται αμέσως.

Αντίθετα απ’ ό,τι λένε οι αρχαιόπληκτοι, οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι δεν παραδέχονται ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από κάποιο Χριστιανό στρατιώτη του. Απλώς αναφέρουν ως μία από τις πολλές πιθανές εκδοχές και την εκδοχή ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός. Ο Σωκράτης (Εκκλ. Ιστ. 3, 21) γράφει ότι το ακόντιο ήρθε «ἐξ ἀφανοῦς» κι ότι ο φωνιάς έμεινε άγνωστος. Επίσης γράφει ότι «οἱ μὲν γὰρ ὑπό τινος Πέρσου αὐτομόλου βληθῆναι φασν˙ οἱ δὲ ὑπὸ οἰκείου στρατιτου». Κρατά ίσες αποστάσεις. Ο Θεοδώρητος Κύρου γράφει (Εκκλ. Ιστ., 3, 25) ότι «ώς τα σήμερα κανείς δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο φονιάς»: τὸν μέντοι, τὴν δικαίαν ἐκείνην ἐπενεγκόντα πληγήν, οὐδεὶς ἔγνω μέχρι καὶ σήμερον. Ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ., 6, 1) δεν παραδέχεται ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, αλλά απλώς αναφέρει ότι δεν αποκλείεται η εκδοχή αυτή να είναι η σωστή: «μερικοί λένε ότι ήταν Πέρσης. Άλλοι ότι ήταν Σαρακηνός. Υπάρχουν άλλοι που επιμένουν ότι ο φονιάς ήταν Ρωμαίος στρατιώτης που ήταν αγανακτισμένος με την απερισκεψία και την αποκοτιά που επέδειξε ο αυτοκράτορας εκθέτοντας το στράτευμά του σε τέτοιο κίνδυνο». Ο Θεοδώρητος Κύρου αναφέρει (3, 20) πως «μερικοί λένε ότι πληγώθηκε από τους νομάδες που λέγονται Ισμαηλίτες, άλλοι από έναν στρατιώτη που δεν μπορούσε να αντέξει την πείνα στην ερημιά». Όμως, ο Σωζομενός ούτε παρών στην εκστρατεία ήταν, όπως ο Αμμιανός, ούτε είναι σύγχρονος του Ιουλιανού, πράγμα που αμέσως τον καθιστά αναξιόπιστο. Ο Σωζομενός λέει ότι «αν τον σκότωνε Χριστιανός, δε θα ήταν παράξενο, όπως οι Αθηναίοι σκότωσαν τους τυράννους τους». Δεν σημαίνει όμως ότι θεωρεί δεδομένο πως Χριστιανοί τον σκότωσαν, όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές. Έτσι η άποψη ότι «ο Σωζομενός εμφανέστατα σύμφωνος με την εκδοχή της προδοτικής δολοφονίας, επαινεί τον δολοφόνο "που, για την αγάπη του Θεού και της θρησκείας, εξετέλεσε μια τόσο γενναία πράξη"» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 26) είναι εσφαλμένη, όχι μόνο γιατί ο Σωζομενός εκθέτει όλες τις πιθανές εκδοχές, όπως είδαμε, αλλά και γιατί γράφει, πριν από το απόσπασμα που παραθέτει ο Ρασσιάς, και «δεν είναι απίθανο ότι κάποιοι Ρωμαίοι [Χριστιανοί] στρατιώτες να συνέλαβαν την ιδέα» (δηλαδή απλώς εκλογικεύει την υπόθεση αυτήν, προσπαθεί να δείξει ότι δεν θα ήταν απίθανο αν συνέβη έτσι, δίχως όμως να ισχυρίζεται πως έχει αποδείξεις) και, μετά το απόσπασμα που παραθέτει ο Ρασσιάς, «πέραν αυτών δεν γνωρίζω τίποτα για τους άνδρες που έκαναν το φόνο». Ο Σωζομενός παραθέτει την άποψη του Λιβάνιου ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, και σχολιάζει: «ίσως να είναι έτσι»: «Καὶ ὁ μὲν Λιβάνιος ὧδέ πη γράφων, Χριστιανῶν ἔσεσθαι ὑποδηλοῖ Ἰουλιανοῦ τὸν σφαγέα· ἴσως δὲ καὶ ἀληθές» (Σωζωμενός, 6, 2). Φαίνεται ότι για μερικούς το «ίσως» σημαίνει «ο Λιβάνιος έχει σίγουρα δίκαιο». Ο Σωζομενός λέει ότι αν ο δολοφόνος ήταν Χριστιανός, θα δολοφονούσε για την αγάπη του Θεού κ.λπ. («ψυχολογεί» τον δολοφόνο, υποθέτει τα κίνητρά του στην περίπτωση που ήταν Χριστιανός), αλλά δεν λέει ότι ο Λιβάνιος έχει δίκαιο. Κι εννοείται ότι κανείς Χριστιανός δε θα ντρεπόταν να αναφέρει τον δολοφόνο-σωτήρα των Χριστιανών, έστω και δίχως να τον δακτυλοδείξει.

Οι Νεοπαγανιστές αναφέρουν κάτι μυθοπλασίες του 5ου και 6ου αιώνα περί κάποιου Μερκούριου, που δολοφόνησε τον Ιουλιανό. Αυτά είναι μυθοπλασίες Χριστιανών βιογράφων του Μ. Βασιλείου και δεν αναφέρονται σε κάποιον Μερκούριο, αλλά στον άγιο Μερκούριο, ο οποίος μαρτύρησε για την χριστιανική του πίστη 90 χρόνια πριν το φόνο του Ιουλιανού, ο οποίος κατεβαίνει (!) από τον ουρανό και σκοτώνει τον Ιουλιανό. Αυτό ξεχνάνε να μας το πουν οι Νεοπαγανιστές.

«Οι χριστιανοί συγγραφείς βίων και αγίων κατά τους δύο επόμενους αιώνες διέδιδαν διάφορους θρύλους. Κατά τον δημοφιλέστερο από αυτούς, ο θάνατος του αυτοκράτορα αποδιδόταν στον στρατιωτικό άγιο Μερκούριο, ο οποίος λέγεται ότι είχε μαρτυρήσει με ανείπωτα βασανιστήρια επί του αυτοκράτορος Δεκίου (249-251). Το όνομα του Μερκούριου συνδέθηκε με τον Ιουλιανό μόλις στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αι. Το εύρημα των αγιογράφων που επινοήθηκε πιθανότατα στην Καισάρεια της Καππαδοκίας περί τα τέλη του 5ου αι. αφορά ένα υποτιθέμενο όνειρο του Μ. Βασιλείου. Στο όνειρο αυτό ο Βασίλειος είδε το Χριστό (ή σύμφωνα με άλλες εκδοχές, την Παναγία), καθισμένο στον ουράνιο θρόνο του, να καλεί τον Μερκούριο και να τον διατάζει να επιστρέψει στη γη για να δολοφονήσει τον Ιουλιανό.

Μια άλλη μορφή του θρύλου που, ανάγεται στις αρχές του 6ου αι., κάνει λόγο για ένα όνειρο του Ιοβιανού, που έγινε αυτοκράτορας (363-364) μετά το θάνατο του Ιουλιανού. Εδώ παρουσιάζεται ο Μερκούριος να εμφανίζεται στον Ιοβιανό και να του αναγγέλλει ότι σε τρεις εβδομάδες θα κτυπούσε τον Ιουλιανό με ένα βέλος.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 344).
 
Οι Νεοπαγανιστές, ωστόσο, φτάνουν στο σημείο, χωρίς αποδείξεις πάντα, έναν άγιο στα μέσα του 3ου αιώνα να τον «μεταφέρουν» στα μέσα του 4ου αιώνα, ώστε να τον βάλουν να σκοτώνει τον Ιουλιανό, ενάμισυ αιώνα μετά τη δολοφονία του Ιουλιανού. Ισχυρίζονται πλήθος ανοησιών οι Νεοπαγανιστές: ότι τάχα ο Μ. Βασίλειος ή άλλος κληρικός διέταξε έναν στρατιώτη Μερκούριο να δολοφονήσει τον Ιουλιανό, δίχως να μας δείξουν κάποιο κείμενο του Μ. Βασιλείου που να λέει κάτι τέτοιο ή να μας πουν την πηγή. Ισχυρίζονται ότι «το θεοκρατικό κατεστημένο εξέλεξε τον Ιοβιανό» ως αυτοκράτορα, αμέσως μετά το θάνατο το Ιουλιανού Ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες ότι «το θεοκρατικό κατεστημένο ανακήρυξε τον Ιοβιανό» αυτοκράτορα, αμέσως μετά το θάνατο το Ιουλιανού (Αλέξανδρος Χ. Μήτσιος, Άβατον, τ. 44, σ. 74), ενώ όπως περιγράφει την διαδικασία εκλογής Αυτοκράτορα ο αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο οποίος βρισκόταν στο στρατιωτικό συμβούλιο, οι στρατηγοί του Ιουλιανού εξέλεξαν τον Ιοβιανό. Μάλιστα ο Αμμιανός λέει ότι πρώτα ζήτησαν απ' τον Σαλλούστιο να αποδεχτεί το στέμμα (XXV, 5, 3), αλλά αυτός αρνήθηκε. Ακόμη και ο Ζώσιμος γράφει: ψήφῳ κοινῇ βασιλεὺς Ἰοβιανὸς ἀναδείκνυται (Νέα Ιστορία, Γ’, xxx, 1). Αλλά τι να περιμένει κανείς από Νεοπαγανιστές; Να λένε την αλήθεια;

Οι Νεοπαγανιστές επιμένουν και συνεχώς λένε ότι, αφού ο Πέρσης βασιλιάς είχε τάξει αμοιβή σε όποιον στρατιώτη του, σκότωνε τον Ιουλιανό, και όμως δεν παρουσιάστηκε κανείς μετά τη μάχη να ζητήσει την αμοιβή, άρα (!) Χριστιανοί του ρωμαϊκού στρατού τον σκότωσαν. Μπορεί να συνέβη αυτό, μπορεί όμως κι όχι. Μπορεί λ.χ. ο Πέρσης που τον σκότωσε να σκοτώθηκε κι αυτός λίγο αργότερα˙ μπορεί να μην κατάλαβε ποιον στόχευσε, διότι ο Ιουλιανός, όπως είπαμε στην αρχή, δεν φορούσε ούτε την αυτοκρατορική πανοπλία του ούτε την αυτοκρατορική ασπίδα του τη στιγμή του φόνου του, πράγμα που μειώνει την πιθανότητα ο φονιάς να γνώριζε ποιος ήταν αυτός τον οποίον χτυπούσε˙ μπορεί να στόχευε άλλον και να πέτυχε αυτόν, αλλά να μην είδε, μέσα στην ανακατωσούρα της μάχης, αν πέτυχε η βολή του, και ποιόν πέτυχε. Ακόμη και την γνώμη του ο Λιβάνιος δεν την πήρε από Ρωμαίους στρατιώτες της φρουράς του, αλλά από Πέρσες! Ότι οι μετέπειτα Χριστιανοί συγγραφείς χαίρονται με το θάνατό του, ή ότι κατασκεύασαν ιστορίες στις οποίες κάποιος άγιος Μερκούριος –που είχε φονευτεί πολύ πριν τον Ιουλιανό – κατεβαίνει απ' τον ουρανό και σκοτώνει τον Ιουλιανό, όλα αυτά είναι όντως έτσι, αλλα δεν συνεπάγονται απαραίτητα ότι αυτοί τον σκότωσαν. Με τη γνωστή προχειρότητά τους οι Νεοπαγανιστές βγάζουν συμπεράσματα που τους βολεύουν.

Η αναπόδεικτη άλλωστε, εκδοχή του Χριστιανού φονιά του Ιουλιανού δεν είναι η μόνη που οι Χριστιανοί συγγραφείς παραθέτουν όπως έχουμε δείξει. Ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ. 6, 1, 14), ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (PG 35, 680), ο Θεοδώρητος Κύρρου, ο Φιλοστόργιος (7, 15), ο Ιωάννης Λυδός (Περί μηνών 4, 118, 28-32), λένε ότι ο Ιουλιανός φονεύτηκε από κάποιον Σαρακηνό ιππέα. Ο Φιλοστόργιος λέει ότι αμέσως μόλις ένας από τους Σαρακηνούς φόνευσε τον Ιουλιανό, ένας από τους υπασπιστές του Ιουλιανού επιτέθηκε εναντίον του και του έκοψε το κεφάλι. Η εκδοχή αυτή υιοθετείται ακόμη κι από τον Λιβάνιο (Περί τιμωρίας Ιουλιανού 6, 4-6), που λέει ότι κάποιος Ταϊηνός ήταν ο φονιάς. Η λέξη Ταϊηνός είναι η συριακή λέξη για τους νομάδες της ερήμου, αυτούς που αλλού αναφέρονται ως Σαρακηνοί. Ωστόσο, εκείνη την εποχή οι Σαρακηνοί πολεμούσαν, ως μισθοφόροι, και στο πλευρό των Περσών (Αμμιανός, XXV, 6, 8) και στο πλευρό των Ρωμαίων. Συνεπώς, ακόμη κι αυτός ο ισχυρισμός του Λιβάνιου δεν αποδεικνύει πως ο φονιάς ήταν Χριστιανός. Ο εθνικός Ευτρόπιος, ιστοριογράφος του 4ου αι. γράφει (Ευτρόπιου, Παιανίου μετάφρασις εις την του Ευτροπίου Ρωμαϊκήν ιστορίαν 10, 16, 7-11) ότι ο Ιουλιανός επλήγη από κάποιον εχθρό («βληθεὶς ὑπό τινος τῶν πολεμίων, τὸν βίον ἀπέλιπεν»)– δεν γράφει ότι επλήγη από στρατιώτη του. Ο παγανιστής ιστορικός Ζώσιμος γράφει (Νέα Ιστορία, Γ’, xxix, 1) ότι ο Ιουλιανός επλήγη στην ακμή της μάχης και, αφού ψυχορράγησε τη νύχτα, πέθανε, δίχως να γράφει (ο Ζώσιμος) για Χριστιανό φονιά. Η σιωπή αυτή του φανατικού αντιχριστιανού Ζώσιμου, που έβριζε τον Μ. Κωνσταντίνο και την αγία Ελένη, δεν μπορεί ασφαλώς να είναι η σιωπή ενός δειλού που δεν τολμά να συκοφαντήσει και να βρίσει τους αντιπάλους του. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού βασιλέως στηλιτευτικός δεύτερος, 13) εκτός από την εκδοχή του Σαρακηνού μάς λέει πως άλλοι λένε ότι φονεύθηκε από Πέρσες, άλλοι ότι φονιάς ήταν κάποιος από τους βάρβαρους γελωτοποιούς που ακολουθούσαν τους στρατιώτες δίνοντας παραστάσεις στα συμπόσια τους, δίχως να αναφέρει ποια είναι η σωστή. Επίσης, (Κατά Ιουλιανού, 2, 13) αναφέρει την εκδοχή ότι κάποιος Ρωμαίος στρατιώτης αγανακτισμένος από τον Ιουλιανό τον δολοφόνησε, επειδή (2, 12) «ο σίτος δεν υπήρχε, η σφαγή ήτο σχεδόν βέβαιη, τριγύρω οι εχθροί˙ η προς τα εμπρός πορεία δεν ήτο εύκολος και αι τροφαί ολιγοσταί, ο στρατός είχε καταληφθή από δυσφορίαν και οργή προς τον βασιλέα˙ δεν υπήρχε καμμία αισία ελπίς˙ μία εις την παρούσαν κατάστασιν εφαίνετο η μόνη καλλιτέρα, να απαλλαγούν από την πονηράν βασιλείαν και ηγεσίαν». Με άλλα λόγια, όταν ο Ιουλιανός αποφάσισε, μέσα στην καρδιά της Περσίας, υποχώρηση, επειδή αντιλήφθηκε ότι η εκστρατεία είχε καταλήξει σε ένα φιάσκο, η αγανάκτηση του στρατού έφτασε στο αποκορύφωμά της.

Πράγματι, ο Ιουλιανός διέταξε πράγματα που εξόργισαν όλο το στρατό, και συνεπώς η δολοφονία του από έναν Ρωμαίο στρατιώτη, όχι απαραίτητα Χριστιανό, δεν φαντάζει τόσο παράδοξη όσο ακούγεται αρχικά. Όπως λέει ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ., 6, 1, 7) ο Ιουλιανός διέταξε τους αρχηγούς του στόλου να ρίξουν τις προμήθειες σε τρόφιμα στο ποτάμι, ώστε οι στρατιώτες του μη έχοντας άλλη επιλογή, να πολεμήσουν για την σωτηρία τους με όλες τους τις δυνάμεις για την κατάληψη της Κτησιφώντος. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος δεύτερος, 11) γράφει ότι ήταν ένας Πέρσης ευγενής που προσποιείτο ότι είχε αυτομολήσει, από μίσος για τον βασιλιά των Περσών, στους Ρωμαίους, ο οποίος τον συμβούλευσε να διατάξει αυτό. Έπειτα, ενώ είχε αποφασιστεί η υποχώρηση, ο Ιουλιανός διέταξε την πυρπόληση όλου του στόλου, όπως αναφέρει ο Ιωάννης Ζωναράς (Επιτομή ιστοριών, 66, 9-10), πράγμα που επίσης αναφέρουν ο Λιβάνιος (Επιτάφιος επί Ιουλιανώ, 262, 1 κ.ε.) και ο Θεοδώρητος Κύρου, ο οποίος παρατηρεί ότι η πράξη αυτή του Ιουλιανού αποθάρρυνε ακόμη περισσότερο τους στρατιώτες. Επιπλέον ο Ιουλιανός διέπραξε το λάθος να εμπιστευτεί ακόμη έναν Πέρση, που είχε αφεθή να αιχμαλωτιστεί από τους Ρωμαίους, και είχε υποσχεθεί να τους οδηγήσει σώους στη Ρωμαϊκή επικράτεια οδηγώντας τους από λάθος διαδρομή, αλλά ομολόγησε ότι το έκανε αυτό επίτηδες (Σωζομενού, Εκκλ. Ιστ., 6, 1, 12˙ Φιλοστόργιος, 6, 15). Ο Ιουλιανός, βλέποντας ότι το στράτευμα είχε αγανακτίσει, σε λόγο του υποσχέθηκε στον κάθε στρατιώτη το ασήμαντο ποσό των εκατό δηναρίων, πράγμα που φάνηκε κοροϊδία στο στράτευμα, αφού τους έταζε το ποσό αυτό ως ανταμοιβή, αν κατόρθωναν να σώσουν το τομάρι τους από τους Πέρσες (Ammianus Marcellinus, XXIV, 3 , 3). Ο Αμμιανός (XXV, 2, 1) παραδέχεται ότι είχε αποκοπεί πλήρως από τις οδούς του ανεφοδιασμού του, υπέφερε από κάθε λογής ελλείψεις και (XXIV, 8, 3) ότι σε όλα αυτά προστίθονταν οι μύγες και τα κουνούπια που, όπως λέει ο Αμμιανός, «έκρυβαν τον ουρανό». Εννοείται πως κατά την πορεία της υποχώρησής τους, πέρα από τις κακουχίες και την έλλειψη τροφών, οι στρατιώτες δέχονταν φονικές επιθέσεις από τον κλεφτοπόλεμο των Περσών. Ο Θεοδώρητος Κύρου (3, 20) αναφέρει ότι «ο Ιουλιανός δεν είχε διατάξει ούτε να φέρουν προμήθειες από τη Ρώμη ούτε να τροφοδοτηθεί με προμήθειες λεηλατώντας την Περσία. Επέμενε να προχωρεί ο στρατός μέσα από ερημιές. Οι στρατιώτες του δεν είχαν ούτε να φάνε ούτε να πιούν, δεν είχαν κανέναν να τους οδηγήσει, και περιπλανώμενοι σε έρημη χώρα, αντιλήφθηκαν την αβουλία του σοφού βασιλιά τους». Έπειτα από τα παραπάνω, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ένας στρατός που οδηγήθηκε σε ξένη χώρα από τον Ιουλιανό, δίχως σοβαρή προετοιμασία, θα παρέμενε για πάντα στο πλευρό του βασιλιά του. Το πιο λογικό ήταν να αγανακτίσει με την προχειρότητα και την ματαιοδοξία του Ιουλιανού (που αρνήθηκε πρόταση ειρήνης του Πέρση βασιλιά) ο οποίος πραγματοποίησε την εκστρατεία μόνο και μόνο για να αποκτήση δόξα εφάμιλλη του Αλέξανδρου, παίζοντας με τις ζωές των στρατιωτών του. Καθόλου παράλογη (χωρίς να είναι βεβαιότητα) δεν είναι η πιθανότητα, κάποιος, εθνικός ή Χριστιανός στρατιώτης του, να τον δολοφόνησε, όχι από ιδεολογικούς λόγους, αλλά από αγανάκτιση για τις άνευ λόγου κακουχίες.
 

Αναζητηση

Αναγνώστες