Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2022

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 30o.

Ο Ιουλιανός ισχυρίζεται ότι «αν ο λαός της Αντιόχειας (...) με απεχθάνεται είναι (...) λόγω των χορευτών και των θεάτρων, όχι επειδή τους τα στέρησα, αλλά γιατί ενδιαφέρομαι λιγότερο για τέτοια πράγματα» (Αντιοχικός, 29, 357bc), ενώ στην πραγματικότητα παραδέχεται ότι «Αν ο λαός, που στη μεγάλη πλειοψηφία του αν όχι στο σύνολό του, προτίμησε την αθεΐα, με απεχθάνεται, είναι γιατί επιμένω στους ιερούς θεσμούς που ακολουθούσαν οι πατέρες μας» (Αντιοχικός, 28, 357b). Με άλλα λόγια ο Ιουλιανός δοκίμασε να σπιλώσει, και το κάνει και σε άλλα μέρη του Αντιοχικού, –τους Αντιοχείς ως θηλυπρεπή λαό που ενδιαφερόταν μόνο για τα θεάματα. Του ξέφυγε όμως κάπου και ομολόγησε την πραγματική αιτία, όσο κι αν θέλησε να δυσφημήσει την ξακουστή Αντιόχεια. Άλλωστε, η Αντιόχεια ήταν μια κοσμοπολίτικη πόλη 800 χιλιάδων κατοίκων και ήταν λογικό να έχει τις διασκεδάσεις, τα θέατρα και τα θεάματά της. Άρα δεν ήταν η αποχή του Ιουλιανού απ' τα θεάματα η αιτία της προστριβής ούτε η δήθεν τρυφηλότητα των Αντιοχέων, αλλά η θρησκευτική διαφορά. Ο Ιουλιανός, ο οποίος αναγνώριζε ότι οι Αντιοχείς είναι ελληνικής καταγωγής (Αντιοχικός, 40, 367ab), είχε διαπιστώσει ότι οι Έλληνες (φυλετικώς) απέρριπταν την καινοφανή ειδωλολατρία του. Η μεγαλύτερη ελληνική πόλη της αυτοκρατορίας απέρριπτε την επαναφορά της ειδωλολατρίας.

Το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο ο «ήπιος» Ιουλιανός αντιμετώπισε τους Αντιοχείς Έλληνες. Συνήθως οι αρχαιολάτρες λένε πως τάχα τους φέρθηκε με ευγένεια και δεν τους ανταπέδοσε και απλώς έφυγε απ' την πόλη τους γράφοντας τον Αντιοχικό. Στην πραγματικότητα, στο τέλος του Αντιοχικού διαβάζει κανείς πολύ σκοτεινές απειλές του Ιουλιανού: «Αφήνω το όλο θέμα στα χέρια της Αδράστειας (=Νέμεσης, θεάς της εκδίκησης)», (Αντιοχικός, 42, 370a). «Όσο για εσάς είθε οι θεοί, για την εύνοια και την τιμή που μου δείξατε, να σας ανταποδώσουν τα ίσα» (Αντιοχικός, 44, 371a). Και πραγματοποίησε τις απειλές του. Φεύγοντας διόρισε ως κυβερνήτη της Αντιόχειας τον Αλέξανδρο από την Ηλιόπολη, έναν άνθρωπο υπερβολικά σκληρό (Ammianus, XXIII, 2, 3), ο οποίος, όπως γράφει ο Λιβάνιος στάθηκε προς τους Αντιοχείς «χειμάρρου σφοδρότερος» (Πρεσβευτικός προς Ιουλιανόν, 74).

Ο Θεοδώρητος Κύρου (Εκκλ. Ιστ., 3, 3) και ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ., 5, 10) περιγράφουν το αηδιαστικό γεγονός του ξεκοιλιάσματος από τους εθνικούς, χριστιανών νεανίδων στην Ασκαλώνα, στην Γάζα και στην Ηλιούπολη του Λιβάνου. Κι αν αυτοί οι δύο είναι «φανατικοί» και μεταγενέστεροι, συνεπώς και αναξιόπιστοι (κατά τους παγανιστές) (όταν όμως οι ίδιοι συγγραφείς αναφέρουν χριστιανικούς βανδαλισμούς, τότε είναι πολύ αξιόπιστοι, κατά τους νεοειδωλολάτρες!), ο σύγχρονος Γρηγόριος γράφει (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος πρώτος, 87): «άλλοι από αυτούς οδήγησαν στη μέση παρθένες αγνές και ουράνιες, άθικτες σχεδόν κι από τα μάτια των αντρών, κι αφού τις ξεγύμνωσαν από την εσθήτα τους, για να τις ξεφτυλισουν με τη θέα, έπειτα τις έσκισαν και τις χώρισαν στα δύο, άλλοι μεν με τα ίδια τους τα δόντια έφαγαν και χόρτασαν με τα ωμά σπλάγχνα κατά τρόπο αντάξιο προς τη μανία τους, και μετά από αυτή την τρομερή τροφή, πρόσθεσαν κι άλλη˙ άλλοι ειδωλολάτρες, ενώ τα σπλάγχνα ακόμη σπαρταρούσαν, αφού τα ανέμιξαν με τροφή για γουρούνια, εξαπέλυσαν γουρούνια, για να βλέπουν σάρκες να τρώγονται με κριθάς και να σπαράσσονται, τροφή ανάμικτη». «Τότε, οι ειδωλολάτρες καθιέρωσαν ορισμένα απαίσια μυστήρια. Θυσιάζοντας μικρά αγόρια και κορίτσια, εξέταζαν τα εντόσθιά τους και ακόμη γεύονταν τις σάρκες τους», γράφει ο Σωκράτης (Εκκλ. Ιστ., 3, 14).

«Στη Σεβάστεια, άνοιξαν το φέρετρο του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, έκαψαν τα οστά του και οι στάχτες σκορπίστηκαν έξω» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 3). Στην Γάζα οι Ευσέβιος, Νεκτάβως και Ζήνων χτυπήθηκαν άγρια από τον παγανιστικό όχλο και παρόλο που είχαν φυλακιστεί, χωρίς καμμία δίκη σύρθηκαν από αυτούς στο έδαφος ώσπου τα μέλη τους διασκορπίστηκαν. «Οι ειδωλολάτρισσες χτυπούσαν τα θύματα με βελόνες, οι ειδωλολάτρισσες τους έριχναν καυτό νερό. Όταν ξεσχίστηκαν οι σάρκες των μαρτύρων, οι παγανιστές συνέτριψαν τα κρανία και τα μυαλά τους χύθηκαν έξω. Έπειτα τα σώματα των Χριστιανών πετάχτηκαν σε έναν τόπο εκτός πόλης όπου πέταγαν πτώματα ζώων και ρίχτηκαν στη φωτιά. Όσα οστά δεν κάηκαν αναμίχτηκαν με στάχτες και οστά καμηλών, ώστε να μη βρεθούν» (Σωζομενός, 5, 9).

«Στο Δορύστολο, φημισμένη πόλη της Θράκης, ο νικηφόρος αθλητής Αιμιλιανός ρίχτηκε στην πυρά από τον Καπιτωλίνο, κυβερνήτη της Θράκης» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 3). «Ο Αρτέμιος, διοικούσε τα στρατεύματα της Αιγύπτου. Είχε αποκτήσει το αξίωμα αυτό επί Κωνσταντίνου και είχε καταστρέψει πολλά είδωλα. Γι' αυτό το λόγο ο Ιουλιανός όχι μόνο δήμευσε την περιουσία του, αλλά διέταξε και τον αποκεφαλισμό του. Αυτή και άλλες παρόμοιες ήταν οι πράξεις του ανδρός που οι παγανιστές περιγράφουν ως τον ηπιότερο και λιγότερο εμπαθή άνθρωπο» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 14).

«Όταν ο αυτοκράτορας πέρασε ξανά από εκεί η Πούμπλια είπε στις άλλες να ψάλλουν το «αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού». Θυμωμένος ο Ιουλιανός διέταξε να φέρουν την Πούμπλια μπροστά του˙ και, δίχως να λυπηθεί για τα γκρίζα μαλλιά της είπε κάποιον από τους συνοδούς του να γρονθοκοπήσει τα αυτιά της» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 14).

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, ο οποίος διέταξε να θανατωθεί με βασανιστήρια ο ιερέας Θεοδώρητος, επειδή αντιστάθηκε στη δήμευση της περιουσίας της εκκλησίας της Αντιόχειας και το κλείσιμο των ναών (Σωζομενός, 5, 8);

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που διέταξε να ταφεί ζωντανός ο Δομέτιος στο σπήλαιο, χτίζοντας την είσοδό του όπου μόναζε, επειδή ο τελευταίος δεν υπάκουσε στην εντολή του πρώτου να μην δέχεται τα πλήθη των χριστιανών προσκυνητών που συνέρρεαν στη σπηλιά του (Ιωάννη Νικίου Χρονικόν, 80, 4);

«Τον ίδιο καιρό ο αυτοκράτορας διέγραψε την Καισάρεια την μεγάλη και πλούσια μητρόπολη της Καππαδοκίας από τον κατάλογο των πόλεων και της στέρησε ακόμη και το όνομα της Καισάρειας. Επί καιρό έβλεπε τους κατοίκους της πόλης με πολλή απαίχθεια, διότι ήταν με ζήλο προσκολλημένοι στο χριστιανισμό. Διέταξε επίσης όλοι οι ιερείς να καταταγούν στο στρατό υπό το διοικητή της επαρχίας. Διέταξε το χριστιανικό πληθυσμό να αριθμηθεί, γυναίκες και παιδιά ξεχωριστά. Απείλησε ότι η οργή του δεν θα πάψει, αλλά θα επιπέσει στην πόλη, μέχρι κανείς Γαλιλαίος να μην υπάρχει» (Σωζομενός, 5, 4). Ο... πολιτισμένος Ιουλιανός δήμευσε όλη την περιουσία της εκκλησίας της Καισάρειας, όπως λέει ο Σωζομενός στο ίδιο κεφάλαιο.

Επί Ιουλιανού καθημερινά παρατηρούσε κανείς «την αρπαγή αφιερωμάτων και χρημάτων, την αρπαγή ιερών σκευών, τα οποία ατιμάζονταν από βέβηλους, τους ιερείς και λαϊκούς που σέρνονταν και βασανίζονταν υπερασπιζόμενοι τους ναούς, τους πλήρεις αιμάτων κίονες. (...) (στην Αλεξάνδρεια) γέμισαν με αίμα τον ιερό μας οίκο και το ιερό βήμα και τον κυρίως ναό, και το έκαναν αυτό υπό την καθοδήγηση ενός από τους βασιλικούς φιλοσόφους», γράφει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 86).

Όταν ένας εθνικός δικαστής, για να διερευνήσει την υπόθεση του φόνου πολλών Χριστιανών από τον ειδωλολατρικό όχλο, συνέλαβε πολλούς Χριστιανούς αλλά και μερικούς εθνικούς, προσήχθη βίαια στον Ιουλιανό και γλίτωσε τον θάνατο εξοριζόμενος (Γρηγόριου Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 93).

Ο Ιουλιανός, επειδή οι αιρετικοί οπαδοί του Αρείου είχαν κάνει από φιλαργυρία διάφορα πράγματα στην πόλη της Έδεσσας, ο Ιουλιανός (Επιστολή 115) διέταξε την δήμευση των περουσιακών στοιχείων της εκκλησίας της Έδεσσας (όχι απλώς των αιρετικών Αρειανών, αλλά της Ορθόδοξης εκκλησίας, η οποία δεν είχε σχέση με τις παράνομες πράξεις των Αρειανών) απειλώντας με θάνατο, εξορία και εμπρησμούς όσους τυχόν αντιδράσουν στο ναζιστικής αντίληψης αυτό διάταγμά του.

Επειδή οι Χριστιανοί διαμαρτύρονταν στον Ιουλιανό για την έλλειψη ισονομίας, όταν οι ειδωλολάτρες άρχοντες επέβαλαν βαρύτερα χρηματικά πρόστιμα και σωματικές ποινές, αυτός όχι απλώς ανεχόταν την ανισότητα, αλλά απαντούσε ειρωνικά στους Χριστιανούς ότι πρέπει να υπομένουν τις κρατικές αδικίες (Σωκράτης, 3, 14). Μεγάλος οπαδός της θρησκευτικής ανοχής ο Ιουλιανός. Από τους άτυπους ανεπίσημους διωγμούς οι Χριστιανοί, άρχισαν να εγκαταλείπουν τις πόλεις μαζικά, λέει ο Σωζομενός (5, 16), αν και επίσημα δεν είχε κηρυχτεί διωγμός.

«Περνώντας από τις Κάρρες πήγε σε ένα ναό τιμώμενο από τους ασεβείς και αφού εκτέλεσε διάφορες τελετές με τους συντρόφους του, κλείδωσε και σφράγισε τις πόρτες, τοποθετώντας φρουρούς με διαταγές να μην μπει κανείς εντός του ναού προτού επιστρέψει. Όταν τα νέα του θανάτου του έφτασαν και η βασιλεία της ασέβειας αντικαταστάθηκε από αυτήν της ευσέβειας, ο ναός ανοίχθηκε, και εντός του βρέθηκε μια απόδειξη της ανθρωπιάς, της σοφίας και της ευσέβειας του τελευταίου αυτοκράτορα. Διότι βρήκαν μια γυναίκα κρεμασμένη ψηλά από τα μαλλιά της και με τα χέρια της τεντωμένα. Ο απαίσιος είχε ανοίξει τα σπλάγχα της, και υποθέτω ότι έμαθε από το συκώτι της, την νίκη του επί των Περσών» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 21). Μαρτύρησαν επί Ιουλιανού, εκτός άλλων, οι στρατιώτες Ιουβεντίνος και Μαξιμιανός, Μακεδόνιος, Τατιανός και Θεόδουλος στη Φρυγία, Βασίλειος, ιερέας στην Άγκυρα. Ο ίδιος ο Ιουλιανός διέταξε να βασανιστούν και να θανατωθούν οι αξιωματικοί Ιουβεντίνος και Μαξίμινος επειδή σε ένα συμπόσιο εξέφρασαν τη διαφωνία τους με τις τακτικές του (Θεοδώρητου, Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 11˙ άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στο P.G. 50, 571-77).

Μετά την αναχώρηση του Ιουλιανού από την Αντιόχεια για να συγκρουστεί με τους Πέρσες, βρέθηκαν στον ποταμό Ορόντη πτώματα από ανθρωποθυσίες (Γρηγ. Θεολ., Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 92). Λείψανα ανθρωποθυσιών ανακαλύφθηκαν και στα ανάκτορά του μετά το θάνατό του και ανήκουν σε παιδιά και παρθένες (Ιωάννου Χρυσοστόμου, P.G. 50, 555˙ Γρηγορίου Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 92).

Μετά την ενθρόνιση του ο Ιουλιανός εξόρισε χωρίς σημαντική αιτία τους αυλικούς Παλλάδιο, Ταύρο, Φλωρένιτο, Ευάγριο, Σατουρνίνο, Κυρίνο, οι οποίοι δεν είχαν διαπράξει κανένα έγκλημα, και θανάτωσε τον, επίσης όπως κι αυτός παραδέχτηκε, αθώο Ούρσουλο (Αμμιανός, XXII, 3, 3-7), καθώς και τους Ρωμανό και Βικέντιο στην Αλεξάνδρεια, επειδή ήταν φίλοι του Μεγάλου Αθανασίου (XXII, 11, 2).

«Αυτά τα λένε οι Χριστιανοί» απαντούν οι νεοπαγανιστές. Μάλιστα... Δηλαδή, ό,τι λένε ο Λιβάνιος, ο Ευνάπιος και οι άλλοι εθνικοί της εποχής εκείνης είναι αληθινό και δεν υπάρχει λόγος να το αμφισβητούμε˙ ενώ όταν μιλάνε οι Χριστιανοί, αυτοί είναι αναξιόπιστοι. Όταν ο Θεοδώρητος γράφει για τον Ιουλιανό, του οποίου τα αίσχη παραθέτουν κι άλλοι συγγραφείς, οπωσδήποτε «λέει ψέμματα»˙ ενώ όταν γράφει για τον Χρυσόστομο, του οποίου τις αποδιδόμενες από τον Θεοδώρητο πράξεις κανείς άλλος συγγραφέας δεν αναφέρει, τότε είναι «αυτόπτης μάρτυρας»! Αυτό λέγεται νεοπαγανιστική ερμηνεία των πηγών. Κατ' αρχήν όλα αυτά τα αίσχη που ο – ανίκανος να κυβερνήσει Ιουλιανός ανέχτηκε, τα παραθέτουν όλοι οι Χριστιανοί˙ όχι μόνο ο Θεοδώρητος Κύρου, αλλά και άλλοι, σύγχρονοί του. Κατά δεύτερον, και τα μισά απ’ όσα λένε να είναι αλήθεια, αρκεί για να καταδειχθεί το ποιόν του. Επιπλέον, και μόνη η εμπάθεια και μισαλλοδοξία του, όπως φαίνεται στις δικές του επιστολές, είναι αρκετή για να πάψουν οι νεοπαγανιστικές κραυγές περί «μεγάλου» και «εστεμμένου φιλόσοφου» Ιουλιανού. Όπως και να ‘χει, είναι άλλο πράγμα το ότι ο Ιουλιανός ουσιαστικά ανέχτηκε τις υπαρκτές διώξεις κατά των Χριστιανών, κι άλλο πράγμα να ξεκίνησε διωγμό τύπου Διοκλητιανού. Ήταν αρκετά έξυπνος, ώστε να αφήσει τη βρώμικη δουλειά στους απλούς εθνικούς, μη καταδικάζοντας κανέναν ομόδοξό του. Κι ενώ πρακτικά αδιαφορούσε για τους διωγμούς που διέπρατταν οι ομόθρησκοί του, στο πολιτικό επίπεδο επέβαλε περιορισμούς στους Χριστιανούς. Πολύ έξυπνη,– πολύ ύπουλη τακτική.

Ο Ιουλιανός ειρωνευόταν το ότι οι Χριστιανοί βασίζονταν στην πίστη και δήθεν στην αμάθεια, σε αντίθετη με τη δική του θρησκεία και φιλοσοφία. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος κονιορτοποιεί τα επιχειρήματά του: «Δικοί μας, λέει ο Ιουλιανός, είναι οι λόγοι και το δικαίωμα του ελληνίζειν ανήκει σε εμάς, που σεβόμαστε τους θεούς. Σε σας ανήκει η απερισκεψία και η αμάθεια˙ και τίποτε περισσότερο από το "πίστεψε" δεν είναι η σοφία σας. Δε νομίζω ότι θα μας περιγελάσουν γι' αυτό όσοι από τους δικούς σας ακολουθούν την πυθαγόρεια φιλοσοφία, για τους οποίους το "αυτός έφα" (δηλ. αυτός είπε) αποτελεί το πρώτο και μεγαλύτερο δόγμα. Διότι μετά την πρώτη και πολυθρύλητη φιλοσοφία της σιωπής, σε όσους μυούνταν στα δόγματα του Πυθαγόρα, ήταν επιτρεπτό, ερωτώμενοι επί οποιουδήποτε δόγματος να μην απαντούν τίποτε άλλο παρά μόνο ό,τι είχε δογματιστεί από τον Πυθαγόρα˙ και ο λόγος του δόγματος ήταν ό,τι ανεύθυνο και αβασάνιστο διατύπωσε αυτός. Οπότε καταλήγει στην ίδια σημασία το "αυτός έφα" προς το δικό μας "πίστεψε", με άλλες συλλαβές και ρήματα, έστω κι αν δεν παύετε να το διακωμωδείτε και να το διασύρετε. Διότι ο λόγος σε μας θέλει να μη δυσπιστούμε σε όσα ειπώθηκαν από τους θεοφόρους άντρες, αλλά η αξιοπιστία εκείνων να αποτελεί απόδειξη» (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 102).

«Απαγόρευσε στα παιδιά των Χριστιανών να παίρνουν μέρος στη μελέτη της ποίησης, της ρητορικής και της φιλοσοφίας» (Θεοδώρητος Κύρου, 3, 4). «Απαγόρευσε στα παιδιά των Χριστιανών να παρακολουθούν τα δημόσια σχολεία και να διδάσκονται τα γραπτά των Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων» (Σωζομενός, 5, 18). «Ὁ μέντοι τοῦ βασιλέως νόμος, ὃς τοὺς Χριστιανοὺς ἑλληνικῆς παιδείας ἐκώλυε...» (Σωκράτης, 3, 16). Ακόμη κι αν παραδεχτούμε ότι και οι τρεις ιστοριογράφοι είχαν άδικο ή ότι και οι τρεις ήταν ψεύτες και ότι «απλώς» ο Ιουλιανός ήθελε να διδάσκονται μόνο από παγανιστές δασκάλους τα κείμενα των φιλοσόφων, εύκολα διαβλέπει κανείς τον πανικό του ειδωλολατρικού κόσμου μπροστά στην επικείμενη κατάρρευσή του. Ότι ο Ιουλιανός εξέδωσε νόμο που να απαγορεύει τη διδασκαλία από Χριστιανούς, αυτό αποδεικνύεται κι από τα ίδια του τα λόγια. Ίσως να μην εκδόθηκε διάταγμα που να απαγόρευε την ελληνική παιδεία στους Χριστιανούς, αλλά αυτό δεν έχει πολλή σημασία, διότι το διάταγμα του Ιουλιανού εμμέσως εμπόδισε στους Χριστιανούς και να τη μελετούν, αφού οι Χριστιανοί γονείς, ειδικά οι μορφωμένοι, έπρεπε ή να αφήσουν αμόρφωτα τα παιδιά τους ή να εμπιστευτούν τη μόρφωσή τους σε ειδωλολάτρες εθνικούς με προφανείς συνέπειες: αποχριστιανισμό των νέων Χριστιανών. Έτσι, αφού κανείς Χριστιανός δεν ήθελε το παιδί του να γίνει ειδωλολάτρης, ο νόμος που απαγόρευε τη διδασκαλία από Χριστιανούς εμμέσως απαγόρευε και την διδασκαλία από τους Χριστιανούς. Άρα οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι είχαν δίκαιο και δεν υπερέβαλαν λέγοντας ότι ο Ιουλιανός απαγόρευε την ελληνική παιδεία. «Έπρεπε όμως να ταφεί στην αιώνια σιωπή εκείνο, ότι δηλαδή απαγόρευσε στους ρητοροδιδάσκαλους και στους γραμματικούς να διδάσκουν, αν αυτοί ήταν Χριστιανοί», παραδέχεται ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (XXII, 10, 7).

Τί να πει κανείς για το διάταγμα του – τρομοκρατημένου κατά βάθος – Ιουλιανού που απαγόρευε σε Χριστιανούς να διδάσκουν αρχαία συγγράμματα: σαν να λέμε ότι απαγορεύεται σε μή Βουδιστές να διδάσκουν βουδιστικά κείμενα, ή σε μη Κινέζους να διδάσκουν κινεζική ιστορία, γιατί πρέπει να συμφωνούν με όλα από αυτά που διδάσκουν. Μα είναι ολοφάνερο πως π.χ. κανείς εκτός του ίδιου του Πλάτωνα δεν γίνεται να συμφωνήσει με όλα τα πλατωνικά συγγράματα. Δεν είναι αληθές ότι, εάν δεν πιστεύεις σε κάτι, τότε δεν το έχεις κατανοήσει σωστά, ώστε να μην μπορείς να το διδάξεις. Είναι παραπάνω από προφανές ότι σήμερα πάρα πολλοί φιλόσοφοι, Δυτικοί και Ασιάτες, διδάσκονται από καθηγητές οι οποίοι δεν αποδέχονται το σύνολο της φιλοσοφίας τους˙ ωστόσο κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε ότι οι διδάσκοντες διαστρεβλώνουν τις απόψεις των φιλοσόφων. Το «ελληνίζειν», λοιπόν, δεν είναι ζήτημα πίστης στα ξόανα, όπως νόμιζε ο Ιουλιανός. Διότι, αν ίσχυε αυτό, τότε όλοι οι Έλληνες φιλόσοφοι που μισούσε ο Ιουλιανός και καταδίωξαν οι ειδωλολάτρες της κλασσικής εποχής, θα έπρεπε να μην είχαν το «ελληνίζειν». Θα έπρεπε π.χ. μόνο επικούρειοι (κι όχι γενικά οι εθνικοί) να διδάσκουν Επίκουρο.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος καταδεικνύει την αμάθεια του Ιουλιανού, που ταύτιζε την μυθολογική δεισιδαιμονία με την φιλοσοφία. «Συνομιλεί» ο Γρηγόριος με τον Ιουλιανό (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 103-109): «Σε ποιον ανήκει το δικαίωμα να διδάσκει ελληνικά; Ή θα ισχυριστείς ότι αυτό είναι αποκλειστικότητα της θρησκείας ή του έθνους και εκείνων που πρώτοι εφηύραν την διάλεκτο. Εάν (το προνόμιο να διδάσκουν τους ελληνικούς φιλοσοφικούς λόγους) είναι της ειδωλολατρικής θρησκείας, δείξε μου πού και σε ποιους από τους ιερείς ανήκει το προνόμιο να διδάσκουν ελληνικά, όπως ανήκει (το προνόμιο) να θυσιάζουν σε ορισμένους δαίμονες. Διότι δεν θυσιάζουν σε όλους τα ίδια, ούτε σε έναν όλα, ούτε κατά τον ίδιο τρόπο. (...) Πού λοιπόν η διδασκαλία των ελληνικών αποτελεί προνόμιο κάποιου από τους θεούς ή τους δαίμονες; Αν και, και να συνέβαινε αυτό, δε θα ήταν απόδειξη ότι είναι ελληνικό, παρά μόνο κάποιου από τους θεούς σας. (...) Ακόμη κι αν συνέβη να είναι ίδιοι αυτοί που ομιλούν την ελληνική γλώσσα και αυτοί που ακολουθούν την ειδωλολατρική θρησκεία, οι λόγοι δεν είναι της θρησκείας, ώστε φυσιολογικά εμείς να εκβληθούμε έξω από την ελληνική γλώσσα. Και αν ακόμη αμφότερα αναφέρονται στο ίδιο πράγμα, δεν είναι και μεταξύ τους ίδια, όπως ούτε αν υποθέταμε ότι ένας χρυσοχόος είναι επίσης και ζωγράφος, δεν περιλαμβάνεται η χρυσοχοΐα στη ζωγραφική, ούτε η ζωγραφική στη χρυσοχοΐα. (...) Ούτε η γλώσσα ανήκει μόνο σε εκείνους που την βρήκαν, αλλά σε όλους οι οποίοι συμμετέχουν σε αυτήν, ούτε καμμία τέχνη ή ενασχόληση άλλη. (...) Δεν είναι εφεύρεση των Φοινίκων τα γράμματα ή όπως λένε μερικοί των Αιγυπτίων; (...) Αν οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες, απ'’ τους οποίους εμείς επωφελούμαστε για τη μόρφωση μας, τα οικειοποιούνται όλα αυτά με τη δικαιολογία ότι τους ενδιαφέρουν, τι θα κάνουμε; Ποια δικαιολογία θα προβάλουμε προς αυτούς, παγιδευόμενοι με τους δικούς μας νόμους; (...) Εάν καυχάσαι για τα όπλα, από ποιον έλαβες τα όπλα; Δεν είναι των Κυκλώπων; (...) Οι θυσίες δεν προέρχονται από τους Χαλδαίους; Δεν είναι η μαγεία περσική εφεύρεση; Η μαντική τέχνη των ονείρων δεν άκουσες ότι είναι των Κάρων; Η οιωνική τίνων; Όχι άλλων παρά των Φρυγών. Από πού διδάχτηκες το καθένα; Δεν διδάχτηκες ένα από τον καθένα από αυτούς. Τι λοιπόν; Θα δεχτούμε, αφού όλα περιοριστούν στους πρώτους διδάξαντες και εφευρέτες, ότι δεν έχουμε τίποτε το δικό μας;» Κυριολεκτικά εκμηδενίζονται τα απίστευτης γελοιότητας επιχειρήματα του Ιουλιανού ότι μόνο οι εφευρέτες έχουν δικαίωμα στη χρήση μιας εφεύρεσης. Σύμφωνα με την αντίληψη του Ιουλιανού, μόνο απόγονοι μαθηματικών και μόνο το έθνος που εφηύρε τα μαθηματικά δικαιούται και να τα διδάσκει, διότι οι άλλοι «τα διαστρεβλώνουν»! Δίκαιο είχε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, λοιπόν, κι όχι ο Ιουλιανός.

Αυτός ήταν ο Ιουλιανός ο «Μέγας». Αναρωτάται κανείς, με τι κριτήρια δίνεται η προσωνυμία «Μέγας» σε έναν άνθρωπο που βασίλευσε μόλις 17 μήνες; Τί πρόλαβε να κάνει, που ήταν τόσο μεγάλο και σπουδαίο; Ένας άνθρωπος που, όντας ηγέτης, δεν κατάφερε καν να θέσει υπό τον έλεγχό του τους μαινόμενους εθνικούς υπηκόους του και να αποτρέψει τις βιαιοπραγίες τους, προφανώς διότι αντί να κυβερνά προτιμούσε να συγγράφει. Ένας άνθρωπος που δεν κατάφερε καμμιά στρατιωτική νίκη ως βασιλέας; Φυσικά δεν ήταν «Μέγας» ο Ιουλιανός˙ έτσι τον αποκαλούν ο φανατικός παγανιστής Ζώσιμος και οι νεοπαγανιστές. Είναι λογικό, άνθρωποι που αποκαλούν φιλέλληνα τον Νέρωνα, αυτό το τέρας που έκαιγε για αστείο τους Χριστιανούς και άρπαζε αρχαία αγάλματα, να αποκαλέσουν και τον, λόγω των οικογενειακών του ατυχιών, εμπαθή νεαρό βασιλά «Μέγα», που ήθελε τον αφανισμό αρχαίων και χριστιανικών βιβλίων. «Εφόσον κάποιος διώκει Χριστιανούς, είναι μέγας και φιλέλλην», λένε από μέσα τους. Όμως, θα ''έπρεπε'' να αποκαλέσουν και τους χριστιανομάχους Σουλτάνους «Μεγάλους» και φιλέλληνες.

Δεν λέμε ότι δεν είχε και θετικά στοιχεία ο Ιουλιανός. Αλλά ήταν σαν τους εικονομάχους αυτοκράτορες. Ήθελε με το στανιό να επιβάλλει – έστω και με έμμεσο τρόπο – τη θρησκεία του. Αυτό δεν γινόταν. Δεν άλλαζε ο ρους της ιστορίας. Οι καλές του προσπάθειες σε άλλα ζητήματα δεν είναι αρκετές, για να φύγουν οι κηλίδες του ύπουλου έμμεσου (από φόβο περισσότερο, όχι από ουμανισμό) διωγμού που διέπραττε.

«Άνθρωπος που σε παλαϊκώτερους χρόνους μπορούσε να φανή στ' αλήθεια φιλόσοφος, από φυσικό του σπουδαίως καθώς είταν ο νούς του. Μα με τους δασκάλους που έμπλεξε, με τα περιστατικά της ζωής του και με το δρόμο που πήρε πια τώρα ο κόσμος, φαίνεται παράκαιρος και παράλογος και ολότελα αταίριαστος με τα συστήματα που εγκαινίασε ο μεγαλοπίχερος θείος του» (Α. Εφταλιώτη, Ιστορία της Ρωμιοσύνης, τυπογραφείο της Εστίας, Αθήνα 1901, σ. 121).

Ο Καβάφης, όμως, τον οποίο μερικοί χαρακτηρίζουν ειδωλολάτρη είχε άλλη άποψη (Δεν έχουν διαβάσει την ρητή και ξεκάθαρη ομολογία χριστιανικής πίστης του, το ποίημα ''Μετέπειτα'';). Δεν πτοούνταν με τίποτα από κάτι τέτοιες «ιουλιανολατρίες» και έκρινε αυστηρότατα τον Αποστάτη αποστομώνοντας τους σημερινούς υποστηρικτές του (μέσα από τα ποιήματα του): τον χλευάζει, επειδή έπαιζε με «σύστημα καινούριας εκκλησίας, αστείον και στη σύλληψι και στην εφαρμογή» («Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν»)˙ ουσιαστικά τον αποκαλεί δειλό, επειδή υποκρινόταν τον Χριστιανό («Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία»)˙ τον αποκαλεί «μιαρότατο», «αποτρόπαιο» («Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών»)˙ ειρωνεύεται «τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του, τες ανιαρές περιαυτολογίες˙ την παιδαριώδη του θεατροφοβία˙ την άχαρι σεμνοτυφία του˙ τα γελοία το γένια» («Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς»)˙ ειρωνεύεται την τάχα βαθυστόχαστη υψηλοφροσύνη, ψηλομυτοσύνη του («Ουκ Έγνως») και τον παρουσιάζει ως ένα υστερικό νευρόσπαστο («Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας») και έναν ανόητο, επειδή πείστηκε από τις σοφιστείες των θεουργών («Ο Ιουλιανός εν τοις μυστηρίοις»). Βλέπουμε, πως ο Καβάφης καταδικάζει απερίφραστα τον Ιουλιανό, υιοθετώντας πλήρως τις χριστιανικές απόψεις γι' αυτόν, και η γνώμη του έχει μεγάλη σημασία, γιατί, αφού ο ίδιος ήταν τόσο ελληνολάτρης όσο και ομοφυλόφιλος, εύκολα θα μπορούσε, λόγω αντίδρασης, να υιοθετήσει αντιχριστιανικές απόψεις˙ ωστόσο δεν έκανε κάτι τέτοιο.

Ο Ιουλιανός κατ' ουσίαν γκρέμισε το οικοδόμημα που έχτιζε, αφού δεν υπέδειξε διάδοχο, αλλά αντίθετα άρχισε να συζητά περί ανέμων και υδάτων με τους φίλους του. Γιατί δεν όρισε έναν παγανιστή διάδοχο του θρόνου, ώστε να συνεχιστεί η επικράτηση του παγανισμού; Τόσο ο Λιβάνιος όσο και ο Αμμιανός σιωπούν αμήχανα. Είναι λάθος, πάντως, να νομίζουμε ότι ο Ιουλιανός αρνήθηκε να ορίσει (παγανιστή) διάδοχο στο θρόνο, δήθεν επειδή εκείνες τις στιγμές δεν είχε τις δυνάμεις για να σκεφτεί. Ο Ιουλιανός θεωρητικολογούσε και αμπελοφιλοσοφούσε με μεγάλη ευκολία ώς την ώρα του θανάτου του: άρα είχε τις απαραίτητες δυνάμεις για να σκεφτεί, και μπορούσε να εκλέξει έναν εκ των συνεργατών του για διάδοχο. Η μη υπόδειξη διαδόχου, λοιπόν, δεν ήταν ζήτημα αδυναμίας ή μετριοπάθειας του Ιουλιανού. Η αλήθεια είναι ότι ο Ιουλιανός, που τόσο φανατικά πίστευε ότι οι θεοί τον οδηγούσαν να επανορθώσει την αρχαία λατρεία και να καταστρέψει το Χριστιανισμό, δεν υπέδειξε διάδοχο διότι απλώς εκείνη τη στιγμή δεν πίστευε πια στην αλήθεια της υπεροχής του παγανισμού και των αρχαίων θεών. Οι θεοί του τον είχαν εξαπατήσει˙ δεν τον οδήγησαν στη νίκη, δεν τον προστάτεψαν, αλλά τον άφησαν κι αυτόν και την προσπάθειά του να χαθεί. Ο,τι πίστεψε ο Ιουλιανός, πλέον ήταν φανερό ότι αποτύγχανε. Τι νόημα είχαν πλέον όλα; Γι' αυτό προτιμούσε να συζητά για την ψυχή του «που σε λίγο θα ενωθεί με τα άστρα». Η άρνηση, αδιαφορία του Ιουλιανού να υποδείξει διάδοχο (ούτε καν «τον καλύτερο» δεν υπέδειξε στους στρατηγούς του, έστω από ενδιαφέρον για την επιβίωση της αυτοκρατορίας και του στρατού του) αποτελεί την σιωπηρή ομολογία της ήττας του και της νίκης του Χριστιανισμού˙ το αν φώναξε «νενίκηκας Γαλιλαῖε», όπως λέει ο Θεοδώρητος Κύρρου, ή όχι, ελάχιστη σημασία έχει. Ο Ιουλιανός, βουβός, αρνούμενος να ορίσει διάδοχο, πεθαίνοντας παραδεχόταν ότι οι θεοί, ο παγανισμός, ήταν ένα νικημένο ψεύδος. Ίσως ο καλύτερος χαρακτηρισμός για τον Ιουλιανό τον Αποστάτη να ήταν αυτός του Μεγάλου Αθανασίου, όταν αυτός έφευγε για την εξορία, μετά το διάταγμα του Ιουλιανού. «Ένα νεφύδριο είναι», είπε στους πιστούς. Ένα συννεφάκι, που γρήγορα θα περάσει, κι ύστερα ξανά γαλανός ο ουρανός. Μια μετριότητα εξιδανικευμένη για ιδεολογικούς λόγους. Πολύ κακό για το τίποτα.
 

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 29o.

17b Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που ίδρυσε αντρικά και γυναικεία (!!) μοναστήρια (Ιουλιανού, Επ. 81. I. 2.90. κ. ε. – 84. I. 2. 144. 6 κ.ε. –86. I. 2. 147. 15 κ.ε. –88. I. 2. 149. 19 κ.ε. – 89α. I. 2. 151. 19 κ.ε. – 89b. I. 2. 155. 11. κ.ε., Αμμ. Μαρκ. XXII, 7, 6, Σωζόμενος, 5). Κακό πράγμα ο μοναχισμός, τζιζ!

Τί να πει κανείς για τον καημένο τον Ιουλιανό, που όντας πρώην Χριστιανός και νεοφώτιστος Ειδωλολάτρης, πίστεψε πως μπορούσε να εμφυσήσει στους συγχρόνους του Ειδωλολάτρες την Χριστιανική αγάπη για τον πλησίον γράφοντας (Επιστολή 89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 290d-291a) «θα έλεγα επίσης, αν και είναι παραδοξολογία, ότι θα ήταν άγιο να δίναμε και στους εχθρούς ρούχα και τροφή, επειδή η ελεημοσύνη δίνεται στον άνθρωπο και όχι στο χαρακτήρα». Σωστά αποκαλεί «παραδοξολογία» την βοήθεια προς τους εχθρούς ο Ιουλιανός˙ διότι έτσι ακριβώς ακουγόταν στους ειδωλολάτρες η προτροπή αυτή ενός πρώην Χριστιανού προς αυτούς. Ως παράλογη. Δεν το λέει πουθενά η θρησκεία τους. Φυσικά, δεν τον άκουσαν και τον χλεύαζαν για το «νέο σύστημα εθνικής εκκλησίας» του. Νέο κρασί σε παλιούς ασκούς δεν έμπαινε.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό που απαγόρευε την ελεύθερη άσκηση επαγγελμάτων στους χριστιανούς, οι οποίοι, ακόμη και όταν ήθελαν να κινήσουν δίκη, έπρεπε να προσφέρουν θυσία στους θεούς, ρίχνοντας θυμίαμα στους εθνικούς θεούς; Αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος πρώτος, 96) πως ο Ιουλιανός είχε θεσπίσει: «να στερηθούν οι Χριστιανοί κάθε ελευθερία έκφρασης, να αποκλείονται από όλα, συλλόγους, αγορές, πανήγυρεις, ακόμη και τα δικαστήρια να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει όποιος δεν θυσίαζε στους βωμούς που βρίσκονταν μπροστά». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνιστά πολύ αξιόπιστη πηγή, διότι ήταν σύγχρονος του Ιουλιανού και δεν μπορούσε να λέει ό,τι του κατέβαινε εν όσω βρισκόταν εν ζωή ο Λιβάνιος, ο Αμμιανός κ.ά. εθνικοί υπερασπιστές της μνήμης του Ιουλιανού (δες και Ιωάνννη Χρυστοστόμου, P.G. 50, 573).

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που απομάκρυνε τους χριστιανούς αξιωματικούς από το στρατό (Σωκράτης, 3, 13˙ Γρηγόριος Θεολ., P.G. 35, 585C-D). «Εξέδωσε έδικτο ο Ιουλιανός διατάζοντας τους Χριστιανούς να εκδιωχθούν από το στρατό», γράφει ο Θεοδώρητος Κύρου (Εκκλησιαστική Ιστορία, 3, 4). «Όσοι αρνούνταν να θυσιάσουν στους θεούς, τους στερούσε τα πολιτικά δικαιώματα και το προνόμιο να συμμετέχουν σε συγκεντρώσεις και στο φόρουμ˙ επίσης δεν τους επέτρεπε να είναι δικαστές ή κατώτεροι δικαστές ή να κατέχουν στρατιωτικά αξιώματα» (Σωζομενού, Εκκλησιαστική Ιστορία, 5, 18).

Τι να πεί κανείς για τον ανεξίθρησκο Ιουλιανό, που με ειδικό νόμο επέβαλε την ονομασία «Γαλιλαίοι» στους χριστιανούς (Γρηγορίου Θεολόγου, Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός πρώτος, 76: «Γαλιλαίους ἀντὶ Χριστιανῶν ὀνομάσας τε καὶ καλεῖσθαι νομοθετήσας»˙ Ιουλιανού, Κατά Γαλιλαίων, 39α, 43α).

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που εξ αιτίας του η αυτοκρατορία γέμισε πληροφοριοδότες που είχαν αρχηγό τους τον Magister officiorum, ο οποίος ηγείτο των αυτοκρατορικών ταγμάτων scholae palatinae, των διαδόχων των πραιτωριανών. Οποιαδήποτε αντίδραση καταπνιγόταν εν τή γενέσει της. Τόση ανεξιθρησκεία.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που παραμελούσε τις Χριστιανικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας (του) στο έλεος των εχθρών φροντίζοντας μόνο για τις ειδωλολατρικές. Όπως γράφει ο Σωζομενός (5, 3, 4-6) «έγραφε συχνά στα συμβούλια των πόλεων. Αν οι πόλεις είχαν στραφεί προς την ειδωλολατρία, τους ικανοποιούσε όλα τους τα αιτήματα. Αν ήταν Χριστιανικές, δήλωνε την απαίχθειά του με το να μην τις επισκέπτεται και με το να μην δέχεται τις αντιπροσωπίες που του έστελναν με τα παράπονά τους». Ο Σωζομενός αναφέρει ως παράδειγμα την Νισίβη. Οι πολίτες της Νισίβης ζήτησαν (!) από τον αυτοκράτορά τους, που ήταν πολυγραφότατος και δεν είχε χρόνο ο καημένος,– να τους βοηθήσει εναντίον των Περσών. Αυτός τους απάντησε ότι εφόσον δεν άνοιγαν τους ναούς και δεν συμμετείχαν στις θυσίες, δεν άξιζαν καμμία προσοχή. Και ότι «η πόλη τους ήταν μιασμένη και δεν θα πατούσε εκεί πριν μάθει ότι στράφηκε προς τον ελληνισμό (ελληνισμός τότε ήταν συνώνυμο με την ειδωλολατρεία, δεν σχετιζόταν νοηματικώς η λέξη ελληνισμός με τους Έλληνες ως έθνος). Παρόμοιες απαντήσεις έδωσε και στους κατοίκους της Κωνσταντίας στην Παλαιστίνη και προσάρτησε την πόλη τους στην πόλη της Γάζας». Δηλαδή, ο Ιουλιανός συμπεριφερόταν όχι ως ηγεμόνας που προστατεύει το κράτος του, αλλά σαν ένας κοινός μαφιόζος, που εκβίαζε τους υπηκόους του, προκειμένου... να τους προστατεύσει από τους ξένους εισβολείς. Τέτοια φροντίδα για τους αλλόθρησκους υπηκόους του. Μπράβο ισοπολιτεία!

Τί να πει κανείς για τον «μετριοπαθή»... φιλόσοφο Ιουλιανό που σχεδόν... συνεχάρη τους κατοίκους της πόλεως της Έμεσας, για τους εμπρησμούς των χριστιανικών ναών (Μισοπώγων, 28, 357b); Αυτοί έκαψαν όλες τις εκκλησίες της πόλης τους, αλλά ο Ιουλιανός, όπως γράφει ο ίδιος, δεν κούνησε το δαχτυλάκι του˙ απλά αναφέρει αδιάφορα, σχεδόν επαινετικά την πολιτισμένη πράξη τους. Μάλιστα, λέει ότι κάτοικοι της Έμεσας κατέστρεψαν τους ναούς και τους τάφους των Χριστιανών έπειτα από δικό του (!) σύνθημα. Ομολογεί, δηλαδή, ο Ιουλιανός, ότι είναι ο ηθικός αυτουργός των διώξεων κατά των Χριστιανών. Αυτή ήταν η ισονομία και η ανεξιθρησκεία του Ιουλιανού. Επιπλέον αθωώνοντας –με την επιστολή που τους έστειλε– τους παγανιστές της Αλεξάνδρειας για το φόνο του Γεώργιου, ουσιαστικά ο Ιουλιανός έλεγε στους εθνικούς της αυτοκρατορίας: «σφάξτε, κάψτε, γκρεμίστε, κάνετε ό,τι θέλετε κατά των Χριστιανών˙ εγώ δε θα σας τιμωρήσω. Απλώς δεν θα κηρύξω επισήμως διωγμό». Πράγματι, όπως γράφει ο Σωκράτης (3, 11) «Αν και αρχικά ο Ιουλιανός συμπεριφερόταν ήπια προς όλους, όσο πέρναγε ο καιρός δεν έδειχνε πια την ίδια αταραξία». Και (3, 12) «απέχοντας από την υπερβολική σκληρότητα που ο Διοκλητιανός εφάρμοζε, δεν απείχε ωστόσο από τους διωγμούς». Επιπλέον (3, 13) «Σε όσους αρνούνταν να θυσιάσουν επέβαλε βαρύ πρόστιμο».

Τί να πει κανείς για τον διώκτη του Χριστιανισμού Ιουλιανό, που (Επιστολή Προς Εκδίκιον, Bizez 107, 377d-378abc) ήθελε να αφανίσει όλα τα χριστιανικά βιβλία: «Κάνε μου τη χάρη να βρεις όλα τα βιβλία του Γεώργιου (του Αρειανού επισκόπου Αλεξανδρείας που δολοφονήθηκε). Είχε πολλά βιβλία φιλοσοφικά και πολλά ρητορικά, είχε όμως και πολλά της διδαχής των δυσσεβών Γαλιλαίων (έτσι ονόμαζε ο Ιουλιανός τους Χριστιανούς)˙ αυτά τα τελευταία θα ήθελα βέβαια να τα εξαφανίσω ολοσχερώς» («ἃ βουλοίμην μὲν ἠφανίσθαι πάντῃ»).

Τί να πει κανείς για τον... «εστεμμένο φιλόσοφο» Ιουλιανό, τον θρησκόληπτο διώκτη ακόμη και των μη Χριστιανικών βιβλίων, των φιλοσοφικών βιβλίων που έγραφαν πράγματα αντίθετα με την ιρανική-μιθραϊκή θρησκεία του: (Επιστολή 89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c) «ας μη φτάνει στην ακοή επικούρειος ή πυρρώνειος λόγος. Τώρα αλήθεια, οι θεοί κάνοντας καλά κατέστρεψαν τα έργα τους, έτσι ώστε τα περισσότερα από τα βιβλία τους χάθηκαν».

Δηλαδή ο Ιουλιανός όχι μόνο ήθελε να κάψει τα χριστιανικά βιβλία, απλώς δεν μπορούσε, αλλά και χαιρόταν με την απώλεια φιλοσοφικών βιβλίων! Φοβερός ο «εστεμμένος φιλόσοφος» που γράφει «Μόνο η φιλοσοφία μάς ταιριάζει» (Επ. 89β, 300d). Βέβαια! Μόνο η φιλοσοφία που μας συμφέρει, μας ταιριάζει, εννοείται. Ό,τι δεν μας συμφέρει, το έχουν κάψει ευτυχώς οι θεοί. Οι θεοί, λοιπόν, δεν προάγουν την φιλοσοφία, σύμφωνα με τον Ιουλιανό, αλλά καταστρέφουν ό,τι δεν τους αρέσει. Βλέπουμε πως ο Ιουλιανός επικροτεί εμμέσως τις διώξεις κατά των «άθεων» φιλοσόφων και των έργων τους. Αλλά το κυριότερο είναι ότι ο Ιουλιανός – αποστομώνοντας τους εθνικιστές αρχαιολάτρες τονίζει πως τα έργα του Επίκουρου και του Πύρρωνα δεν τα κατέστρεψαν οι Χριστιανοί, αλλά οι ειδωλολάτρες – με την βοήθεια των «θεών». (Άλλος ένας συκοφαντικός μύθος πως οι Χριστιανοί έκαιγαν φιλοσοφικά έργα αποδεικνύεται ψευδής από τον ίδιο τον παγανιστή αυτοκράτορα Ιουλιανό). Συγκλονιστική ομολογία και μαρτυρία για την ειδωλολατρική Ιερά Εξέταση. Αξίζει μια σύγκριση μεταξύ του Ιουλιανού, που αδιαφορούσε για όποιο σύγγραμμα δεν συμφωνούσε με τις δοξασίες του, και των «αμαθών» Χριστιανών μοναχών που αντέγραφαν τα έργα του Ιουλιανού καθώς και των κλασσικών συγγραφέων επί 1000 χρόνια. Επίσης αξίζει να σκεφτούμε τί θα έπραττε ο Ιουλιανός, πόσα συγγράμματα, αρχαία ή χριστιανικά, θα έκαιγε, αν επέστρεφε νικητής από την Περσία.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, ο οποίος συνιστούσε παράλειψη όσων τμημάτων της αρχαιοελληνικής ιστορίας δεν συμφωνούσαν με τα κριτήρια του; Γράφει: «Πρέπει να μελετάμε την ιστορία που γράφτηκε με βάση τα πραγματικά γεγονότα. Ας παραλείψουμε όλα εκείνα που μοιάζουν με ιστορία που εφεύραν οι αρχαίοι, δηλαδή ερωτικές υποθέσεις και τα παρόμοια» (Επιστολή 89β, 301b).

Τί να πει κανείς για τον «Έλληνα» Ιουλιανό, όπως οι νεοπαγανιστές μάς τον παρουσιάζουν, που οι θυσίες του ανάγονται στους Χαλδαίους, η μαγεία κι ο Μίθρας απ' την Περσία, η μαντική από την Καρία. Όπως λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος «η Ασία ήταν το διδασκαλείο της ασεβείας του» (P.G. 35, 557). Τρομερή ελληνικότητα. Τόση, που ο «’Ελλην» μας πίστευε πως μέσα του ξαναζούσε η ψυχή του Μ. Αλέξανδρου (Σωκράτη, Εκκλ. Ιστ., 3, 21).

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, τον «εστεμμένο φιλόσοφο» που δήλωνε λάτρης της αγυρτείας, της θεουργίας δηλαδή. Αυτό ήταν το ένδοξο ελληνικό μέλλον του Ορθολογισμού που θα επικρατούσε με τον Ιουλιανό: χαρτορίχτρες, θεουργοί, μέντιουμ, πύρινες άϋλες οπτασίες κ.λπ. Ο Ιουλιανός, λέγοντας «φιλοσοφία» εννοούσε όλα αυτά τα ανορθολογικά πράγματα και το να αποκαλείται «εστεμμένος φιλόσοφος» κάποιος που χαιρόταν με την καταστροφή των επικούρειων βιβλίων και θαύμαζε τη θεουργία και τα μάγια, είναι τόσο παράλογο όσο να αποκαλούσαμε φιλόσοφους τα τηλεμέντιουμ, τις χαρτορίχτρες, τους αστρολόγους κ.λπ.

Τί να πει κανείς για τον φανταζμένο πολεμοκάπηλο Ιουλιανό που απέρριπτε τις προτάσεις ειρήνης του Πέρση βασιλιά, γιατί, πεπεισμένος από έναν ανόητο παγανιστή μάντη, τον αγύρτη Μάξιμο (τον οποίο οι νεοπαγανιστές παρουσιάζουν ως ιερό τέρας της φιλοσοφίας), νόμιζε ότι οι κατακτήσεις του θα ήταν μεγαλύτερες κι από αυτές του Αλέξανδρου. Ο Ιουλιανός, ο οποίος αρχικά θεωρούσε τον Αλέξανδρο αλαζόνα και υπερόπτη (Ιουλιανού, Θεμιστίω φιλοσόφω, 10, 49), στο τέλος όχι μόνο ταυτίστηκε μαζί του θεωρώντας τον εαυτό του μετεμψύχωσή του, αλλά και ήθελε να ξεπεράσει τις κατακτήσεις του Αλέξανδρου. Μιλάμε, δηλαδή, για μεγάλη τρέλα: «Δίνοντας πίστη στις προφητείες του φιλόσοφου Μάξιμου ξεγελιόταν ότι τα κατορθώματά του όχι μόνο θα ήταν ίσα, αλλά θα ξεπερνούσαν αυτά του Αλέξανδρου του Μακεδόνα˙ έτσι, που απέρριπτε περιφρονητικά τις παρακλήσεις του Πέρση μονάρχη. Υπέθετε ακόμη, σύμφωνα με τα διδάγματα του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα για την μετεμψύχωση της ψυχής, ότι κατεχόταν από την ψυχή του Αλέξανδρου ή μάλλον ότι ο ίδιος ήταν ο Αλέξανδρος μέσα σε άλλο σώμα. Αυτές οι γελοίες φαντασιώσεις τον ξεγέλασαν και τον έκαναν να απορρίψει τις διαπραγματεύσεις για ειρήνη που προτάθηκαν από το βασιλιά των Περσών» (Σωκράτης, 3, 21). Οι αρχαιολάτρες που απορρίπτουν την μαρτυρία του Σωκράτη ως συκοφαντική, ξεχνούν ότι και ο παγανιστής Λιβάνιος την ίδια γνώμη είχε: «Και φτάνει στην μεγάλη πόλη του Αντίοχου ή αν θέλετε, του αγαπητού του Αλέξανδρου που όπως συνέβη στο παρελθόν, ανάμεσα σε δυο Αθηναίους στρατηγούς η δόξα του "δεν τον άφηνε να κοιμηθεί"» (Λιβάνιου, Μονωδία επί Ιουλιανώ, 17). Άρα όντως ο Ιουλιανός άλλαξε γνώμη.

«Ο Ιουλιανός ευχαριστιόταν στο χειροκρότημα του όχλου και επιθυμούσε έπαινο για τα μικρότερα πράγματα πέραν του μέτρου, κι ο πόθος για δημοτικότητα συχνά τον οδηγούσε να συναναστρέφεται ανάξιους ανθρώπους» (Αμμιανός Μαρκελλίνος, XXV, 4, 18).

Τί να πει κανείς για τον φιλοϊουδαίο Ιουλιανό τον «Έλληνα»!, ο οποίος γράφει (Κατά Γαλιλαίων, 45) να μιμηθούμε τον Αβραάμ (!), κι ότι «ο Γιαχβέ στάθηκε ευμενής σε μένα» (!!) και γι’ αυτό τον σέβεται. Ούτε Ραββί Τζούλιανους να λεγόταν.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό που γράφει για τους Ιουδαίους και τον θεό τους (Επιστολή 89α, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 454a) ότι «..ο θεός που τιμούν είναι αληθινά παντοδύναμος και αγαθότατος και κυβερνά τον αισθητό κόσμο». Παντοδύναμος και αγαθότατος ο Γιαχβέ, σύμφωνα με τον Ιουλιανό, ο οποίος δεν έστειλε αυτή την επιστολή προς τους Ιουδαίους, ώστε να υποθέταμε πως θέλει να τους κολακέψει επαινώντας τη θρησκεία τους, αλλά προς ειδωλολάτρη αρχιερέα. Παντοδύναμος και αγαθότατος, να τα ακούν αυτά οι κατήγοροι της Π. Διαθήκης.

Ο δυστυχής Ιουλιανός, θέλοντας να γελοιοποιήσει τον Χριστό, που έλεγε ότι δε θα χτιζόταν ο ιουδαϊκός ναός, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το χτίσιμο, έπειτα από παράκληση των Ιουδαίων. Ωστόσο, όπως περιγράφει ο Χρυσόστομος (Λόγος Κατά Ιουδαίων, Ε’, 11), «μόλις οι Ιουδαίοι άρχισαν να καταγίνονται με τις παράνομες αυτές εργασίες τους και άρχισαν να ανοίγουν τα θεμέλια και είχαν αδειάσει πολύ χώμα και επρόκειτο να αρχίσουν να κτίζουν τον ναό, ξεπηδώντας φωτιά από τα θεμέλια, κατέκαυσε αμέσως και πολλούς ανθρώπους αλλά και τις πέτρες του τόπου εκείνου, και σταμάτησε από την παράνομη αυτή προσπάθεια όχι μόνο εκείνους που επεχείρησαν το έργο, αλλά και Ιουδαίοι πολλοί βλέποντας αυτό έμειναν κατάπληκτοι και καταντροπιάσθησαν. Όταν ο βασιλεύς Ιουλιανός τα πληροφορήθηκε όλα αυτά, αν και είχε τόση μανία για το έργο εκείνο, φοβούμενος μη τυχόν, προχωρώντας στο έργο, επισύρη στο κεφάλι του τη φωτιά εκείνη, σταμάτησε την προσπάθεια, υφιστάμενος την ήττα με όλον τον λαόν του. Και τώρα αν επισκεφθής τα Ιεροσόλυμα, θα δης γυμνά τα θεμέλια. Και αν ζητήσης να μάθης την αιτία, δεν θα ακούσης καμμία άλλη παρά αυτήν. Και αυτού του πράγματος μάρτυρες είματε εμείς όλοι˙ γιατί αυτό δεν συνέβη σε χρόνια ευσεβών βασιλέων, για να μην ισχυρίζονται μερικοί ότι "επενέβηκαν οι Χριστιανοί και εμπόδισαν όλα αυτά", αλλά τότε, όταν καταδιωκόταν η πίστη μας, η ειδωλολατρία βρισκόταν σε άνθιση». Ο Ιουλιανός και οι ραββίνοι του έσπασαν τα μούτρα τους, και οι θεοί του αποδείχτηκαν σκουπίδια μπροστά στον «Ναζωραίο μαραγκό»˙ ο Ιουλιανός λούφαξε φοβισμένος και άφησε κατά μέρος τα φερσίματα του κατά του Χριστού και των προφητειών του. Στο παράδειγμα αυτό φαίνεται σε τι κατήφορο έχουν κυλήσει όσοι ισχυρίζονται ότι τα αναφερόμενα θαύματα από τους Χριστιανούς ιστοριογράφους είναι συγκεκαλυμμένοι φόνοι και ψέμματα.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, τον άνθρωπο που οι «ανώτεροι» αρχαιολάτρες τον έχουν ανακηρύξει «υπερασπιστή του ελληνικού τρόπου ζωής», που μισούσε το θέατρο, τον ιππόδρομο, (για όσα δηλαδή κατηγορούν οι νεοπαγανιστές τους αγίους πατέρες που εναντιώθηκαν σε αυτά) και γαλουχήθηκε από τον παιδαγωγό του με αυτές εδώ τις συμβουλές (Μισοπώγων, 21, 351b-c): «Μην επιτρέψεις ποτέ στους συνομήλικούς σου που μαζεύονται στα θέατρα, να σε παρασύρουν στο λάθος να επιθυμείς κι εσύ τέτοια θεάματα. Σου αρέσουν οι ιπποδρομίες; Υπάρχει μία στον Όμηρο που περιγράφεται θαυμάσια. Πάρε το βιβλίο και διάβασε. Τους ακούς να μιλάνε για χορευτές; Άσε τους να χαίρονται! Στην Οδύσσεια, οι έφηβοι Φαίακες χορεύουν πιο αντρίκεια. Στον Όμηρο επίσης υπάρχουν και δέντρα των οποίων η περιγραφή είναι πολύ πιο ευχάριστη στο αυτί από ό,τι η εικόνα που βλέπουμε». Αντίθετα, όταν οι Χριστιανοί πατέρες της Εκκλησίας γράφουν κατά του θεάτρου και του ιπποδρόμου, είναι ανθέλληνες. ''Δίκαια'' πράγματα. Και λάτρης της εικονικής πραγματικότητας, ο Ιουλιανός. Πρωτοπόρος. Προτιμά την περιγραφή ενός βιβλίου από το περιγραφόμενο γεγονός.

Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό, που ''αγαπούσε'' παράφορα το θέατρο και τις ιπποδρομίες: (Μισοπώγων, 4, 339b) «Απαγορεύω στον εαυτό μου να πηγαίνει στα θέατρα (...) κι αν μπω στο θέατρο μοιάζω σαν να πληρώνω τις αμαρτίες μου», (Μισοπώγων, 5, 339d) «Μισώ τάς ἱπποδρομίας, όπως εκείνοι που χρωστούν χρήματα στις αγορές», (Μισοπώγων, 31, 359d) «το θέατρο φαινόταν εντελώς γελοίο στους ανθρώπους εκείνης της χώρας (της βάρβαρης Σκυθίας) όπως φαίνεται και σε εμένα». Πολιτισμός βαρβαρικός.

Τί να πει κανείς για τον ''λάτρη'' του θεάτρου Ιουλιανό, που γράφει (Επιστρολή 89β, 304bc) «Κι αν μπορούσα να απομακρύνω τις ασχημοσύνες από τα θέατρα (Να κάνει λογοκρισία, δηλαδή, στα σενάρια), έτσι ώστε να τα αποδώσω στον Διόνυσο καθαρά, με μεγάλη προθυμία θα αναλάμβανα τούτο το έργο. Επειδή, όμως, πιστεύω ότι τώρα δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, αλλά και αν ήταν, δε θα συνέφερε να γίνει, γι' αυτό εγκατέλειψα τελείως τούτη τη φιλοδοξία». Την μωροφιλοδοξία, θα προσθέταμε εμείς.

Τί να πει κανείς για τον «υπερασπιστή του ελληνικού τρόπου ζωής» Ιουλιανό, που ζητούσε (Επιστολή 89β Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 300d) «ο ιερέας (των ειδώλων) δεν πρέπει να διαβάζει ούτε Αρχίλοχο, ούτε Ιππώνακτα, ούτε κανέναν απ' αυτούς που γράφουν τέτοια πράγματα. Ας αποφεύγει επίσης από την παλιά κωμωδία όσα ειναι τέτοιου είδους, και καλύτερα, είναι να τ' αποφεύγει όλα». Πνεύμα και ηθική! Αυτή η επιστολή αποτελεί το πρώτο στην Ιστορία Index απαγορευμένων βιβλίων προς πιστούς, 900 χρόνια πριν από τους αιρετικούς παπικούς. Είναι φυσιολογικό πράγμα, αφού ο Ιουλιανός, όπως είδαμε παραπάνω, χαιρόταν με την εξαφάνιση του έργου του Επίκουρου και του Πύρρωνα, και ποιος ξέρει ποιών άλλων από τους ειδωλολάτρες ιεροεξεταστές. Έπειτα απ' όλα αυτά, οι νεοπαγανιστές, τη στιγμή που ο Ιουλιανός όριζε τι θα διαβάζουν και τι δε θα διαβάζουν οι ιερείς του, φαντάζονται όπως αποδείξαμε, ότι η σύνοδος της Καρχηδώνας δήθεν απαγόρευε σε επισκόπους την ανάγνωση εθνικών βιβλίων.

Τί να πει κανείς για τον «υπερασπιστή του ελληνικού ήθους», Ιουλιανό, που απαιτεί (Επιστολή 89β, 304b) «Οι (ειδωλολάτρες) ιερείς να μην πηγαίνουν ποτέ σε άσεμνα θεάματα ούτε να βάζουν θεατρίνους στα σπίτια τους». Όταν αυτά τα λένε οι σύνοδοι της Εκκλησίας, οι νεοπαγανιστές αφρίζουν από το κακό τους για τον (δήθεν) «τερατώδη ανθελληνισμό των πατέρων».

Τί να πει κανείς για τον «υπερασπιστή της φυσικής ελληνικής ζωής» Ιουλιανό, που γράφει (Επιστολή 89β, 304c) «αξιώνω από τους ιερείς να μην εμφανιστεί κανείς στο θέατρο ούτε να έχει φίλο ηθοποιό ή αρματοδρόμο. Επίσης να μην πλησιάζει στην πόρτα του ούτε χορευτής, ούτε μίμος». (Μίμος ελέγετο εκείνη την εποχή ο ηθοποιός).

Τί να πει κανείς για τον ''λάτρη'' της ισότητας των δύο φύλων, Ιουλιανό, ο οποίος γράφει (Επιστολή 89β, 304d) «απαγορεύεται στις γυναίκες τόσο η συμμετοχή στους (αθλητικούς) αγώνες όσο και η θέα». Η γυναίκα του Ιουλιανού, ως γνωστόν, πέθανε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.

Οι νεοπαγανιστές παρουσιάζουν τον Ιουλιανό ως «ήπιο» και «εστεμμένο φιλόσοφο», ωστόσο δεν μιλούν για τους διωγμούς και φόνους εναντίον των Χριστιανών που έγιναν κατά την διάρκεια της βασιλείας του, τις οποίες ο Ιουλιανός ανέχθηκε και κάποτε ενθάρρυνε .

Τί να πει κανείς για τον «ήπιο» Ιουλιανό που απεκάλεσε «εχθρό των θεών» των Μέγα Αθανάσιο εξορίζοντάς τον, επειδή αυτός διέπραξε το ''έγκλημα'' να βαφτίσει αρχόντισσες της Αλεξάνδρειας; (Επιστολή 6, προς Εκδίκιο, έπαρχο Αιγύπτου: «ὄμνυμι τὸν μέγαν Σάραπιν, ὡς εἰ μὴ πρὸ τῶν Δεκεμβρείων Καλενδῶν, ὁ θεοῖς ἐχθρὸς Ἀθανάσιος ἐξέλθῃ ἐκείνης (Αλεξάνδρειας) μᾶλλο δὲ καὶ πάσης τῆς Αἰγύπτου˙ τὸν μιαρόν, ὃς ἐτόλμησεν Ἑλληνίδας γυναῖκας ἐπ’ ἐμοῦ βαπτίσαι˙ διωκέσθω». Ο ψύχραιμος Ιουλιανός απεκάλεσε «ανθρωπίσκο» τον μικρόσωμο Αθανάσιο, όταν πρωτοέμαθε την πράξη του. Και αργότερα, σε νέα επιστολή του, ζήτησε το θάνατό του˙ αλλά ο Αθανάσιος είχε ήδη φύγει. 
 
Τί να πει κανείς για τον Ιουλιανό που γκρέμισε την μεγαλύτερη εκκλησία της Αντιοχείας σε αντίποινα για την πυρκαγιά που κατέστρεψε το ναό του Απόλλωνα στη Δάφνη, την οποία προκάλεσαν όχι οι Χριστιανοί, αλλά οι ειδωλολάτρες πιστοί, όπως αποδείχτηκε στο κεφάλαιο περί διώξεων. Ο Ιουλιανός ο ίδιος πίστευε ότι ο ναός της Δάφνης «καταστράφηκε από τη θρασύτητα μερικών άθεων» (Αντιοχικός, 15, 346a και 33, 361a). Εμείς εδώ θα παρατηρήσουμε τη σκληρότητα του Ιουλιανού, η οποία τον οδήγησε να βασανίσει τους ιερείς και τους νεωκόρους του ναού του Απόλλωνα, ώστε να ομολογήσουν πως οι Χριστιανοί έκαψαν το ναό. Οι νεωκόροι όμως, λέει ο Θεοδώρητος «όσο κι αν κακομεταχειρίστηκαν, δεν μπορούσαν να πουν ψέμματα (ότι δηλαδή οι εμπρηστές ήταν Χριστιανοί) και επέμεναν ότι η φωτιά άρχισε από πάνω όχι από κάτω. Επιπλέον ήρθαν χωρικοί από τα γειτονικά χωριά και είπαν ότι είχαν δει τον κεραυνό να κατεβαίνει από τον ουρανό» (Εκκλ. Ιστ., 3, 7). Ο Σωζομενός αναφέρει ότι «ο ιερέας του Απόλλωνα προσήχθη σε δικαστήριο, να κατονομάσει τους τολμηρούς εμπρηστές (να πει ότι ήταν Χριστιανοί), αλλά αν και δέθηκε και υπέφερε πολλά βασανιστήρια, δεν ανέφερε κανέναν (ως εμπρηστή)» (Εκκλ. Ιστ., 5, 20). 
 

Δρ Κωνσταντίνος Τσοπάνης - Αναφορά στα αρχεία Ρατσένκο.

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

Seeking Allah, Finding Jesus: The Christian Testimony of Nabeel Qureshi

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 28o.

17. "Οι Χριστιανοί δολοφόνησαν τον μεγάλο αυτοκράτορα Ιουλιανό."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Από τους διάφορους συγγραφείς που αναφέρουν τον δράστη της δολοφονίας του Ιουλιανού επιλέγουμε τον Λιβάνιο και τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, διότι αυτοί είναι όχι μόνο Παγανιστές αλλά και σύγχρονοί του.

17a Η κατηγορία ότι Χριστιανοί δολοφόνησαν τον Ιουλιανό προέρχεται ΜΟΝΟ από τον Λιβάνιο. Ο Λιβάνιος στο σύγγραμμά του ''Επιτάφ. Ιουλιανού'' 274-5 αναφέρει ότι τον δολοφόνησαν Χριστιανοί, ενώ στο σύγγραμμά του ''Περί της τιμωρίας Ιουλιανού'', 17-21, αναφέρει απλώς ότι οι δολοφόνοι ήταν Ρωμαίοι και όχι Πέρσες. Δηλαδή, ο Λιβάνιος δεν είναι σίγουρος, εάν οι δράστες ήταν Ρωμαίοι Χριστιανοί ή απλώς Ρωμαίοι άγνωστων λοιπών στοιχείων. Στο ''Μονωδία επί Ιουλιανώ'' όμως, που γράφτηκε το 364 μ.Χ., ο Λιβάνιος μάς λέει ότι «χτυπήθηκε από έναν τυχαίο Πέρση» (κεφ. 32). Τί έγινε μετά κι άλλαξε γνώμη; Δεν βρήκε «αποδείξεις»· απλώς πείστηκε ότι οι φήμες ήταν αληθινές. Άλλωστε στα κατοπινά επιχειρήματά του υπέρ της άποψης ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, δεν αναφέρει συγκεκριμένες μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, παρά μόνο κάνει σοφιστικά, δήθεν λογικά, τεχνάσματα, που τα αναλύουμε παρακάτω.

Η περιγραφή των στιγμών αυτών είναι η εξής: «Μέσα στον πυρετό όμως της μάχης ο αυτοκράτωρ αποκόπτεται από την προσωπική του φρουρά και, ειδικότερα, τον ιπποκόμο του που κρατούσε την πανοπλία και την ασπίδα του, και με αμείωτη τη μέθη εκείνη, εξακολουθούσε να καταδιώκει τον εχθρό, ώσπου... «εν μέσοις τοις πολεμίοις γενόμενος, δόρατι βάλλεται κατά της πλευράς» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 66). Είναι ξεκάθαρο από τη διήγηση ότι τη στιγμή του φόνου του, ο Ιουλιανός βρισκόταν «ανάμεσα στους εχθρούς», δηλαδή σχεδόν περικυκλωμένος... κυνηγώντας τους. Επιπλέον, ο Ιουλιανός είχε αποκοπεί από τους υπόλοιπους Ρωμαίους. Τί πιο λογικό, το χτύπημα να το δεχτεί από κάποιον από τους Πέρσες που τον περιτριγύριζαν, τρέχοντας να φύγουν, ενώ αυτός τους κυνηγούσε, αντί να υποθέσουμε ότι το δέχτηκε από στρατιώτη του;

Αν, λοιπόν, δεχτούμε πως τη στιγμή της καταδίωξης ο Ιουλιανός συνοδευόταν από λίγους δικούς του άνδρες, εάν ήταν κάποιος από αυτούς που τον χτύπησε – διότι μόνο αυτοί ήταν δικοί του στρατιώτες δίπλα του: είχε, όπως είπαμε, ξεκόψει από το στρατό, τότε αμέσως οι υπόλοιποι άνδρες του θα είχαν αντιληφθεί τον δολοφόνο συστρατιώτη τους και θα τον είχαν συλλάβει. Αλλά αφού αυτό δεν συνέβη, είναι αδύνατο να δολοφόνησε τον Ιουλιανό κάποιος από τους δικούς του, την στιγμή που κυνηγούσαν τους Πέρσες. Η άλλη περίπτωση, δηλ. όλοι αυτοί οι λίγοι στρατιώτες, που πήρε μαζί του ο Ιουλιανός για να κυνηγήσει τους Πέρσες, να ήταν Χριστιανοί ή όλοι να είναι στο κόλπο, είναι φυσικά εντελώς αναπόδεικτη, απίθανη και παράλογη, αφού ο Ιουλιανός δεν θα είχε Χριστιανούς στρατιώτες ως επίλεκτους δικούς του. Οπωσδήποτε, όλο και κάποιος ειδωλολάτρης στρατιώτης θα βρισκόταν εκεί˙ και στο κάτω κάτω, αν υπήρχαν τέτοιες φήμες ή αν είχαν δει οι ειδωλολάτρες Ρωμαίοι στρατιώτες κάποιον άλλον Ρωμαίο (χριστιανό ή μη) να υψώνει το δορύ του, τότε οι ειδωλολάτρες στρατιώτες θα διαμαρτύρονταν, αλλά και οι ειδωλολάτρες στρατηγοί του Ιουλιανού θα έψαχναν να βρουν τους προδότες δολοφόνους. Αλλά οι φήμες διαδόθηκαν από Πέρσες αυτόμολους κι όχι από Ρωμαίους εθνικούς στρατιώτες.

Εν πάσει περιπτώσει, ο Λιβάνιος δεν καθίσταται αναξιόπιστος, μόνο επειδή εμπιστεύεται φήμες αυτόμολων, αλλά κυρίως επειδή δεν ακολούθησε τον Ιουλιανό στην εκστρατεία του. Δεν ήταν εκεί ο Λιβάνιος, ώστε να ξέρει καλά τα πράγματα. Αντίθετα, ο Αμμιανός Μαρκελλίνος ήταν στο στρατόπεδο, ακολούθησε τον Ιουλιανό στην εκστρατεία, ήταν τη στιγμή του θανάτου του δίπλα του, και θα γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες από πρώτο χέρι. Ωστόσο, το συμπέρασμα του Αμμιανού είναι ότι δεν γνωρίζουμε ποιος τον χτύπησε: «Ἄγνωστον πόθεν», διαπιστώνει ο αμερόληπτος αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 66).

Να πώς περιγράφει ο Αμμιανός (XXV, 3, 3-6) τις στιγμές εκείνες πριν το φόνο του Ιουλιανού:

«3. Αναστατωμένος [ο Ιουλιανός] από την ατυχία, ξέχασε τον θώρακα της πανοπλίας του και απλώς άρπαξε μια ασπίδα μέσα στην σύγχυση (...).

4. Ενώ αγωνιζόταν να αποκαταστήσει την τάξη εκεί αδιαφορώντας για τον κίνδυνο, μια ομάδα Πάρθων ένοπλων ιππέων επιτέθηκε στους λόχους του κέντρου και γρήγορα πλημμύρισε την αριστερή πλευρά, η οποία υποχώρησε, διότι οι άντρες μας δεν μπορούσαν να αντέξουν την οσμή και τις φωνές των ελεφάντων.

5. Αλλά ενώ ο αυτοκράτορας ορμούσε εδώ κι εκεί εν μέσω της πρώτης γραμμής των πολεμιστών, οι ελαφρά οπλισμένες δυνάμεις μας όρμησαν κατά πάνω τους, και καθώς οι Πέρσες το έβαλαν στα πόδια, αυτοί πετσόκοβαν τα πόδια τους καθώς και αυτά των ελεφάντων.

6. Ο Ιουλιανός, αδιαφορώντας για την ασφάλειά του, φωνάζοντας και υψώνοντας τα χέρια του, προσπάθησε να δείξει στους άντρες του ότι ο εχθρός είχε φύγει άτακτα, και για να τους ξεσηκώσει σε μια ακόμη πιο μανιώδη καταδίωξη, όρμησε θαρραλέα στη μάχη. Η φρουρά του, που είχαν σκορπίσει τρομαγμένοι, του φώναζαν από’ όλες τις πλευρές να απομακρυνθεί από το πλήθος των οπισθοχωρούντων Περσών, που ήταν τόσο επικίνδυνο όσο η πτώση μιας κακοχτισμένης οροφής, όταν ξαφνικά, κανείς δεν ξέρει από πού, ένα ακόντιο ιππέα έγδαρε το δέρμα του βραχίωνά του, τρύπησε τα πλευρά του και σφηνώθηκε στον κάτω λοβό του ήπατός του».

Εφόσον οι άντρες του τον έβλεπαν και βρίσκονταν σε όλες τις πλευρές τριγύρω του, θα ήταν πολύ εύκολο να δουν αν το δόρυ είχε ριχτεί από Ρωμαίο στρατιώτη ή όχι. Ο Αμμιανός τονίζει ότι ο Ιουλιανός βρισκόταν μέσα ή δίπλα στους Πέρσες που έφευγαν, μακριά από το στρατό του, μακριά κι από την ίδια του τη φρουρά˙ γεγονός που κάνει λογικότερη την εκδοχή πως αυτοί τον χτύπησαν.

Αλλά ούτε ο Ιουλιανός σκέφτηκε το ενδεχόμενο να χτυπήθηκε από δικό του. Είναι λίγο δύσκολο να πιστέψουμε ότι, αμέσως μόλις χτυπήθηκε, ο Ιουλιανός δεν έστρεψε ενστικτωδώς το βλέμμα του προς την κατεύθυνση από την οποία ήρθε το ακόντιο. Αν λοιπόν κοίταξε προς την κατεύθυνση εκείνη, και είχε διαπιστώσει ότι ο δολοφόνος ήταν Ρωμαίος στρατιώτης, δεν θα είχε παραλείψει να αποκαλύψει αργότερα, στη σκηνή, την συνωμοσία. Αλλά τίποτα τέτοιο δεν έκανε ο Ιουλιανός, διότι (αφού θα κοίταξε στην κατεύθυνση απ' την οποία ήρθε το βέλος) μιλούσε για ένα σωρό άλλα θέματα. Προφανώς δεν αντελήφθη ούτε αυτός (ούτε οι φρουροί του, που τον έβλεπαν από τριγύρω) ότι τον δολοφόνησε Ρωμαίος στρατιώτης.

Έχουμε το φαινόμενο, ο Λιβάνιος, που δεν ήταν στην εκστρατεία να θεωρείται από τους Νεοπαγανιστές περισσότερο αξιόπιστος από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, ο οποίος πήρε μέρος στην εκστρατεία. Και γιατί να θεωρείται έτσι; Αφού και οι δυο ήταν Ειδωλολάτρες. Ποιος ο λόγος; Δεν υπάρχει λόγος. Όπου βασιλεύει ο Νεοπαγανισμός, εκεί επικρατεί το παράλογο, του να εμπιστεύεσαι έναν μη αυτόπτη μάρτυρα και να απορρίπτεις την μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Τόσο απλό.

Η αλήθεια είναι ότι και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος αναφέρει την εκδοχή ότι ο Ιουλιανός επλήγη από Ρωμαίους. Να τι λέει (XXV, 6, 6): «Βλέποντας αυτό, ο εχθρός από τα δασωμένα ύψη μας επετίθετο με κάθε είδους όπλα και με υβριστική γλώσσα, ως προδότες και φονιάδες ενός υπέροχου ηγεμόνα. Διότι κι αυτοί επίσης είχαν ακούσει από το στόμα φυγάδων, ως αποτέλεσμα μιας αβάσιμης φήμης, ότι ο Ιουλιανός είχε σκοτωθεί από ρωμαϊκό όπλο». Παρατηρούμε ότι ο Αμμιανός απορρίπτει την εκδοχή του Ρωμαίου (κι όχι απαραίτητα Χριστιανού Ρωμαίου) στρατιώτη φονιά ως αβάσιμη. Έχοντας υπόψη ότι ο Αμμιανός ολοκλήρωσε τη συγγραφή της ιστορίας του περί το 395 (Arnaldo Momigliano, Pagan and Christian historiography in the fourth century AD, Clarendon Press, Oxford 1963, p. 81), δηλαδή αρκετά χρόνια μετά τη δημοσιοποίηση των έργων του Λιβάνιου, στα οποία κατηγορούνταν οι Χριστιανοί για το φόνο, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Αμμιανός απέρριψε έπειτα από λεπτομερή έρευνα, κι όχι αβίαστα, την εκδοχή του Λιβάνιου. Δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε πως ο παγανιστής Αμμιανός δεν επιβεβαίωσε την εκδοχή τού Λιβάνιου τάχα επειδή φοβόταν˙ ο Λιβάνιος (που είχε τέτοια ελευθερία ώστε να αποκαλεί π.χ. στο ''Μονωδία επί Ιουλιανώ'', 8, 2 «Μελητίδη»=ηλίθιο τον Κωνστάντιο τον Β') καθώς και τόσοι άλλοι παγανιστές (π.χ. Ζώσιμος, Ευνάπος) που κατηγορούσαν τους Χριστιανούς ώς και τα μέσα του 5ου αι. για ένα σωρό πράγματα, διόλου δεν φοβόντουσαν˙ γιατί να φοβηθεί μόνο ο Αμμιανός; Άλλωστε, ο Αμμιανός δύο φορές απορρίπτει την εκδοχή του Λιβάνιου (XXV, 6, 6 και XXV, 3, 6).

Αλλά από πού έμαθαν οι αυτόμολοι αυτοί, μέσα στην ανακατωσούρα της μάχης, ότι τον χτύπησαν Ρωμαίοι και μάλιστα (!) Χριστιανοί; Μήπως είχαν και ταμπελάκια που ανέγραφαν τη θρησκεία τους στα στήθη τους οι Ρωμαίοι στρατιώτες, κι έτσι οι Πέρσες αυτόμολοι μπόρεσαν να δουν, αν υποθέσουμε ότι όντως τον σκότωσαν Ρωμαίοι στρατιώτες, πως φονεύτηκε από Χριστιανούς; Οι Πέρσες αυτόμολοι υποτίθεται πως είδαν ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από στρατιώτες του, ενώ οι υπόλοιποι στρατιώτες του Ιουλιανού δεν αντελήφθησαν τίποτε; Περίεργο δεν ακούγεται, ειδικά αφού ο Ιουλιανός είχε ξεκόψει από τον στρατό;

Ο Λιβάνιος μάλιστα, προκειμένου να στηρίξει ακόμη περισσότερο τον ισχυρισμό ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός Ρωμαίος στρατιώτης, ισχυρίζεται ότι ο Ιουλιανός επλήγη ευρισκόμενος εν μέσω του ρωμαϊκού στρατεύματος («εἰς μέσην τὴν στρατιάν») και προσθέτει ότι κανείς Πέρσης δεν θα τολμούσε να εισέλθει μόνος του στην καρδιά του ρωμαϊκού στρατού, φοβούμενος τον θάνατο, και ότι αν τυχόν η διείσδυση (που σκόπευε στο φόνο του Ιουλιανού) δεν είχε γίνει από ένα μεμονωμένο Πέρση αλλά από περισσότερους, τότε θα είχαν φονευτεί πολλοί Ρωμαίοι στρατιώτες και όχι μόνο ο αυτοκράτορας (Λιβάνιου, Περί της τιμωρίας Ιουλιανού 17, 1-9). Φαίνεται αμέσως ότι ο Λιβάνιος διαστρεβλώνει την αλήθεια, διότι ο αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός ισχυρίζεται – αντίθετα από το Λιβάνιο – πως ο Ιουλιανός επλήγη εν μέσω των εχθρών, μακριά από την ίδια τη φρουρά του κι όχι εν μέσω των δικών του στρατιωτών.

Ο Λιβάνιος (Περί της τιμωρίας Ιουλιανού 20, 1-13) γράφει ότι σε κάποια από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συνθήκης, ο Πέρσης βασιλιάς Σαπώρ ο Β' εξέφρασε στους απεσταλμένους των Ρωμαίων την απορία του, για το ότι δεν είχε επιβληθεί καμμία τιμωρία για το θάνατο του Ιουλιανού, λέγοντας ότι ο ίδιος, όταν κάποτε ένας αξιωματικός του είχε φονευτεί στη μάχη, είχε τιμωρήσει τους άντρες της φρουράς του νεκρού, αποκεφαλίζοντάς τους. Αυτό δεν υπονοεί όπως θέλει να πείσει ο Λιβάνιος, ότι ο Σαπώρ πίστευε πως Ρωμαίοι Χριστιανοί στρατιώτες σκότωσαν τον Ιουλιανό. Απλώς ο Σαπώρ πίστευε ότι θα έπρεπε – όπως και με τη φρουρά του Πέρση αξιωματούχου, να τιμωρηθούν οι άντρες της προσωπικής φρουράς του Ιουλιανού, γιατί δεν είχαν προστατέψει αποτελεσματικά τον αυτοκράτορά τους. Ο Σαπώρ «προτείνει» στους Ρωμαίους το «περσικό έθιμο» της τιμωρίας της φρουράς του νεκρού Ιουλιανού˙ δεν υπαινίσσεται ότι ο φονιάς ήταν Ρωμαίος ούτε βέβαια ότι κάποιος από τη φρουρά ήταν ο φονιάς. Και αυτό το επιχείρημα του Λιβάνιου είναι σοφιστικό και τόσο σαθρό, που καταρρίπτεται αμέσως.

Αντίθετα απ’ ό,τι λένε οι αρχαιόπληκτοι, οι Χριστιανοί ιστοριογράφοι δεν παραδέχονται ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από κάποιο Χριστιανό στρατιώτη του. Απλώς αναφέρουν ως μία από τις πολλές πιθανές εκδοχές και την εκδοχή ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός. Ο Σωκράτης (Εκκλ. Ιστ. 3, 21) γράφει ότι το ακόντιο ήρθε «ἐξ ἀφανοῦς» κι ότι ο φωνιάς έμεινε άγνωστος. Επίσης γράφει ότι «οἱ μὲν γὰρ ὑπό τινος Πέρσου αὐτομόλου βληθῆναι φασίν˙ οἱ δὲ ὑπὸ οἰκείου στρατιώτου». Κρατά ίσες αποστάσεις. Ο Θεοδώρητος Κύρου γράφει (Εκκλ. Ιστ., 3, 25) ότι «ώς τα σήμερα κανείς δεν γνωρίζει ποιος ήταν ο φονιάς»: τὸν μέντοι, τὴν δικαίαν ἐκείνην ἐπενεγκόντα πληγήν, οὐδεὶς ἔγνω μέχρι καὶ σήμερον. Ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ., 6, 1) δεν παραδέχεται ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, αλλά απλώς αναφέρει ότι δεν αποκλείεται η εκδοχή αυτή να είναι η σωστή: «μερικοί λένε ότι ήταν Πέρσης. Άλλοι ότι ήταν Σαρακηνός. Υπάρχουν άλλοι που επιμένουν ότι ο φονιάς ήταν Ρωμαίος στρατιώτης που ήταν αγανακτισμένος με την απερισκεψία και την αποκοτιά που επέδειξε ο αυτοκράτορας εκθέτοντας το στράτευμά του σε τέτοιο κίνδυνο». Ο Θεοδώρητος Κύρου αναφέρει (3, 20) πως «μερικοί λένε ότι πληγώθηκε από τους νομάδες που λέγονται Ισμαηλίτες, άλλοι από έναν στρατιώτη που δεν μπορούσε να αντέξει την πείνα στην ερημιά». Όμως, ο Σωζομενός ούτε παρών στην εκστρατεία ήταν, όπως ο Αμμιανός, ούτε είναι σύγχρονος του Ιουλιανού, πράγμα που αμέσως τον καθιστά αναξιόπιστο. Ο Σωζομενός λέει ότι «αν τον σκότωνε Χριστιανός, δε θα ήταν παράξενο, όπως οι Αθηναίοι σκότωσαν τους τυράννους τους». Δεν σημαίνει όμως ότι θεωρεί δεδομένο πως Χριστιανοί τον σκότωσαν, όπως ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές. Έτσι η άποψη ότι «ο Σωζομενός εμφανέστατα σύμφωνος με την εκδοχή της προδοτικής δολοφονίας, επαινεί τον δολοφόνο "που, για την αγάπη του Θεού και της θρησκείας, εξετέλεσε μια τόσο γενναία πράξη"» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 26) είναι εσφαλμένη, όχι μόνο γιατί ο Σωζομενός εκθέτει όλες τις πιθανές εκδοχές, όπως είδαμε, αλλά και γιατί γράφει, πριν από το απόσπασμα που παραθέτει ο Ρασσιάς, και «δεν είναι απίθανο ότι κάποιοι Ρωμαίοι [Χριστιανοί] στρατιώτες να συνέλαβαν την ιδέα» (δηλαδή απλώς εκλογικεύει την υπόθεση αυτήν, προσπαθεί να δείξει ότι δεν θα ήταν απίθανο αν συνέβη έτσι, δίχως όμως να ισχυρίζεται πως έχει αποδείξεις) και, μετά το απόσπασμα που παραθέτει ο Ρασσιάς, «πέραν αυτών δεν γνωρίζω τίποτα για τους άνδρες που έκαναν το φόνο». Ο Σωζομενός παραθέτει την άποψη του Λιβάνιου ότι ο φονιάς ήταν Χριστιανός, και σχολιάζει: «ίσως να είναι έτσι»: «Καὶ ὁ μὲν Λιβάνιος ὧδέ πη γράφων, Χριστιανῶν ἔσεσθαι ὑποδηλοῖ Ἰουλιανοῦ τὸν σφαγέα· ἴσως δὲ καὶ ἀληθές» (Σωζωμενός, 6, 2). Φαίνεται ότι για μερικούς το «ίσως» σημαίνει «ο Λιβάνιος έχει σίγουρα δίκαιο». Ο Σωζομενός λέει ότι αν ο δολοφόνος ήταν Χριστιανός, θα δολοφονούσε για την αγάπη του Θεού κ.λπ. («ψυχολογεί» τον δολοφόνο, υποθέτει τα κίνητρά του στην περίπτωση που ήταν Χριστιανός), αλλά δεν λέει ότι ο Λιβάνιος έχει δίκαιο. Κι εννοείται ότι κανείς Χριστιανός δε θα ντρεπόταν να αναφέρει τον δολοφόνο-σωτήρα των Χριστιανών, έστω και δίχως να τον δακτυλοδείξει.

Οι Νεοπαγανιστές αναφέρουν κάτι μυθοπλασίες του 5ου και 6ου αιώνα περί κάποιου Μερκούριου, που δολοφόνησε τον Ιουλιανό. Αυτά είναι μυθοπλασίες Χριστιανών βιογράφων του Μ. Βασιλείου και δεν αναφέρονται σε κάποιον Μερκούριο, αλλά στον άγιο Μερκούριο, ο οποίος μαρτύρησε για την χριστιανική του πίστη 90 χρόνια πριν το φόνο του Ιουλιανού, ο οποίος κατεβαίνει (!) από τον ουρανό και σκοτώνει τον Ιουλιανό. Αυτό ξεχνάνε να μας το πουν οι Νεοπαγανιστές.

«Οι χριστιανοί συγγραφείς βίων και αγίων κατά τους δύο επόμενους αιώνες διέδιδαν διάφορους θρύλους. Κατά τον δημοφιλέστερο από αυτούς, ο θάνατος του αυτοκράτορα αποδιδόταν στον στρατιωτικό άγιο Μερκούριο, ο οποίος λέγεται ότι είχε μαρτυρήσει με ανείπωτα βασανιστήρια επί του αυτοκράτορος Δεκίου (249-251). Το όνομα του Μερκούριου συνδέθηκε με τον Ιουλιανό μόλις στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αι. Το εύρημα των αγιογράφων που επινοήθηκε πιθανότατα στην Καισάρεια της Καππαδοκίας περί τα τέλη του 5ου αι. αφορά ένα υποτιθέμενο όνειρο του Μ. Βασιλείου. Στο όνειρο αυτό ο Βασίλειος είδε το Χριστό (ή σύμφωνα με άλλες εκδοχές, την Παναγία), καθισμένο στον ουράνιο θρόνο του, να καλεί τον Μερκούριο και να τον διατάζει να επιστρέψει στη γη για να δολοφονήσει τον Ιουλιανό.

Μια άλλη μορφή του θρύλου που, ανάγεται στις αρχές του 6ου αι., κάνει λόγο για ένα όνειρο του Ιοβιανού, που έγινε αυτοκράτορας (363-364) μετά το θάνατο του Ιουλιανού. Εδώ παρουσιάζεται ο Μερκούριος να εμφανίζεται στον Ιοβιανό και να του αναγγέλλει ότι σε τρεις εβδομάδες θα κτυπούσε τον Ιουλιανό με ένα βέλος.» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Ζ’, σ. 344).
 
Οι Νεοπαγανιστές, ωστόσο, φτάνουν στο σημείο, χωρίς αποδείξεις πάντα, έναν άγιο στα μέσα του 3ου αιώνα να τον «μεταφέρουν» στα μέσα του 4ου αιώνα, ώστε να τον βάλουν να σκοτώνει τον Ιουλιανό, ενάμισυ αιώνα μετά τη δολοφονία του Ιουλιανού. Ισχυρίζονται πλήθος ανοησιών οι Νεοπαγανιστές: ότι τάχα ο Μ. Βασίλειος ή άλλος κληρικός διέταξε έναν στρατιώτη Μερκούριο να δολοφονήσει τον Ιουλιανό, δίχως να μας δείξουν κάποιο κείμενο του Μ. Βασιλείου που να λέει κάτι τέτοιο ή να μας πουν την πηγή. Ισχυρίζονται ότι «το θεοκρατικό κατεστημένο εξέλεξε τον Ιοβιανό» ως αυτοκράτορα, αμέσως μετά το θάνατο το Ιουλιανού Ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες ότι «το θεοκρατικό κατεστημένο ανακήρυξε τον Ιοβιανό» αυτοκράτορα, αμέσως μετά το θάνατο το Ιουλιανού (Αλέξανδρος Χ. Μήτσιος, Άβατον, τ. 44, σ. 74), ενώ όπως περιγράφει την διαδικασία εκλογής Αυτοκράτορα ο αυτόπτης μάρτυρας Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο οποίος βρισκόταν στο στρατιωτικό συμβούλιο, οι στρατηγοί του Ιουλιανού εξέλεξαν τον Ιοβιανό. Μάλιστα ο Αμμιανός λέει ότι πρώτα ζήτησαν απ' τον Σαλλούστιο να αποδεχτεί το στέμμα (XXV, 5, 3), αλλά αυτός αρνήθηκε. Ακόμη και ο Ζώσιμος γράφει: ψήφῳ κοινῇ βασιλεὺς Ἰοβιανὸς ἀναδείκνυται (Νέα Ιστορία, Γ’, xxx, 1). Αλλά τι να περιμένει κανείς από Νεοπαγανιστές; Να λένε την αλήθεια;

Οι Νεοπαγανιστές επιμένουν και συνεχώς λένε ότι, αφού ο Πέρσης βασιλιάς είχε τάξει αμοιβή σε όποιον στρατιώτη του, σκότωνε τον Ιουλιανό, και όμως δεν παρουσιάστηκε κανείς μετά τη μάχη να ζητήσει την αμοιβή, άρα (!) Χριστιανοί του ρωμαϊκού στρατού τον σκότωσαν. Μπορεί να συνέβη αυτό, μπορεί όμως κι όχι. Μπορεί λ.χ. ο Πέρσης που τον σκότωσε να σκοτώθηκε κι αυτός λίγο αργότερα˙ μπορεί να μην κατάλαβε ποιον στόχευσε, διότι ο Ιουλιανός, όπως είπαμε στην αρχή, δεν φορούσε ούτε την αυτοκρατορική πανοπλία του ούτε την αυτοκρατορική ασπίδα του τη στιγμή του φόνου του, πράγμα που μειώνει την πιθανότητα ο φονιάς να γνώριζε ποιος ήταν αυτός τον οποίον χτυπούσε˙ μπορεί να στόχευε άλλον και να πέτυχε αυτόν, αλλά να μην είδε, μέσα στην ανακατωσούρα της μάχης, αν πέτυχε η βολή του, και ποιόν πέτυχε. Ακόμη και την γνώμη του ο Λιβάνιος δεν την πήρε από Ρωμαίους στρατιώτες της φρουράς του, αλλά από Πέρσες! Ότι οι μετέπειτα Χριστιανοί συγγραφείς χαίρονται με το θάνατό του, ή ότι κατασκεύασαν ιστορίες στις οποίες κάποιος άγιος Μερκούριος –που είχε φονευτεί πολύ πριν τον Ιουλιανό – κατεβαίνει απ' τον ουρανό και σκοτώνει τον Ιουλιανό, όλα αυτά είναι όντως έτσι, αλλα δεν συνεπάγονται απαραίτητα ότι αυτοί τον σκότωσαν. Με τη γνωστή προχειρότητά τους οι Νεοπαγανιστές βγάζουν συμπεράσματα που τους βολεύουν.

Η αναπόδεικτη άλλωστε, εκδοχή του Χριστιανού φονιά του Ιουλιανού δεν είναι η μόνη που οι Χριστιανοί συγγραφείς παραθέτουν όπως έχουμε δείξει. Ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ. 6, 1, 14), ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (PG 35, 680), ο Θεοδώρητος Κύρρου, ο Φιλοστόργιος (7, 15), ο Ιωάννης Λυδός (Περί μηνών 4, 118, 28-32), λένε ότι ο Ιουλιανός φονεύτηκε από κάποιον Σαρακηνό ιππέα. Ο Φιλοστόργιος λέει ότι αμέσως μόλις ένας από τους Σαρακηνούς φόνευσε τον Ιουλιανό, ένας από τους υπασπιστές του Ιουλιανού επιτέθηκε εναντίον του και του έκοψε το κεφάλι. Η εκδοχή αυτή υιοθετείται ακόμη κι από τον Λιβάνιο (Περί τιμωρίας Ιουλιανού 6, 4-6), που λέει ότι κάποιος Ταϊηνός ήταν ο φονιάς. Η λέξη Ταϊηνός είναι η συριακή λέξη για τους νομάδες της ερήμου, αυτούς που αλλού αναφέρονται ως Σαρακηνοί. Ωστόσο, εκείνη την εποχή οι Σαρακηνοί πολεμούσαν, ως μισθοφόροι, και στο πλευρό των Περσών (Αμμιανός, XXV, 6, 8) και στο πλευρό των Ρωμαίων. Συνεπώς, ακόμη κι αυτός ο ισχυρισμός του Λιβάνιου δεν αποδεικνύει πως ο φονιάς ήταν Χριστιανός. Ο εθνικός Ευτρόπιος, ιστοριογράφος του 4ου αι. γράφει (Ευτρόπιου, Παιανίου μετάφρασις εις την του Ευτροπίου Ρωμαϊκήν ιστορίαν 10, 16, 7-11) ότι ο Ιουλιανός επλήγη από κάποιον εχθρό («βληθεὶς ὑπό τινος τῶν πολεμίων, τὸν βίον ἀπέλιπεν»)– δεν γράφει ότι επλήγη από στρατιώτη του. Ο παγανιστής ιστορικός Ζώσιμος γράφει (Νέα Ιστορία, Γ’, xxix, 1) ότι ο Ιουλιανός επλήγη στην ακμή της μάχης και, αφού ψυχορράγησε τη νύχτα, πέθανε, δίχως να γράφει (ο Ζώσιμος) για Χριστιανό φονιά. Η σιωπή αυτή του φανατικού αντιχριστιανού Ζώσιμου, που έβριζε τον Μ. Κωνσταντίνο και την αγία Ελένη, δεν μπορεί ασφαλώς να είναι η σιωπή ενός δειλού που δεν τολμά να συκοφαντήσει και να βρίσει τους αντιπάλους του. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού βασιλέως στηλιτευτικός δεύτερος, 13) εκτός από την εκδοχή του Σαρακηνού μάς λέει πως άλλοι λένε ότι φονεύθηκε από Πέρσες, άλλοι ότι φονιάς ήταν κάποιος από τους βάρβαρους γελωτοποιούς που ακολουθούσαν τους στρατιώτες δίνοντας παραστάσεις στα συμπόσια τους, δίχως να αναφέρει ποια είναι η σωστή. Επίσης, (Κατά Ιουλιανού, 2, 13) αναφέρει την εκδοχή ότι κάποιος Ρωμαίος στρατιώτης αγανακτισμένος από τον Ιουλιανό τον δολοφόνησε, επειδή (2, 12) «ο σίτος δεν υπήρχε, η σφαγή ήτο σχεδόν βέβαιη, τριγύρω οι εχθροί˙ η προς τα εμπρός πορεία δεν ήτο εύκολος και αι τροφαί ολιγοσταί, ο στρατός είχε καταληφθή από δυσφορίαν και οργή προς τον βασιλέα˙ δεν υπήρχε καμμία αισία ελπίς˙ μία εις την παρούσαν κατάστασιν εφαίνετο η μόνη καλλιτέρα, να απαλλαγούν από την πονηράν βασιλείαν και ηγεσίαν». Με άλλα λόγια, όταν ο Ιουλιανός αποφάσισε, μέσα στην καρδιά της Περσίας, υποχώρηση, επειδή αντιλήφθηκε ότι η εκστρατεία είχε καταλήξει σε ένα φιάσκο, η αγανάκτηση του στρατού έφτασε στο αποκορύφωμά της.

Πράγματι, ο Ιουλιανός διέταξε πράγματα που εξόργισαν όλο το στρατό, και συνεπώς η δολοφονία του από έναν Ρωμαίο στρατιώτη, όχι απαραίτητα Χριστιανό, δεν φαντάζει τόσο παράδοξη όσο ακούγεται αρχικά. Όπως λέει ο Σωζομενός (Εκκλ. Ιστ., 6, 1, 7) ο Ιουλιανός διέταξε τους αρχηγούς του στόλου να ρίξουν τις προμήθειες σε τρόφιμα στο ποτάμι, ώστε οι στρατιώτες του μη έχοντας άλλη επιλογή, να πολεμήσουν για την σωτηρία τους με όλες τους τις δυνάμεις για την κατάληψη της Κτησιφώντος. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος (Κατά Ιουλιανού στηλιτευτικός λόγος δεύτερος, 11) γράφει ότι ήταν ένας Πέρσης ευγενής που προσποιείτο ότι είχε αυτομολήσει, από μίσος για τον βασιλιά των Περσών, στους Ρωμαίους, ο οποίος τον συμβούλευσε να διατάξει αυτό. Έπειτα, ενώ είχε αποφασιστεί η υποχώρηση, ο Ιουλιανός διέταξε την πυρπόληση όλου του στόλου, όπως αναφέρει ο Ιωάννης Ζωναράς (Επιτομή ιστοριών, 66, 9-10), πράγμα που επίσης αναφέρουν ο Λιβάνιος (Επιτάφιος επί Ιουλιανώ, 262, 1 κ.ε.) και ο Θεοδώρητος Κύρου, ο οποίος παρατηρεί ότι η πράξη αυτή του Ιουλιανού αποθάρρυνε ακόμη περισσότερο τους στρατιώτες. Επιπλέον ο Ιουλιανός διέπραξε το λάθος να εμπιστευτεί ακόμη έναν Πέρση, που είχε αφεθή να αιχμαλωτιστεί από τους Ρωμαίους, και είχε υποσχεθεί να τους οδηγήσει σώους στη Ρωμαϊκή επικράτεια οδηγώντας τους από λάθος διαδρομή, αλλά ομολόγησε ότι το έκανε αυτό επίτηδες (Σωζομενού, Εκκλ. Ιστ., 6, 1, 12˙ Φιλοστόργιος, 6, 15). Ο Ιουλιανός, βλέποντας ότι το στράτευμα είχε αγανακτίσει, σε λόγο του υποσχέθηκε στον κάθε στρατιώτη το ασήμαντο ποσό των εκατό δηναρίων, πράγμα που φάνηκε κοροϊδία στο στράτευμα, αφού τους έταζε το ποσό αυτό ως ανταμοιβή, αν κατόρθωναν να σώσουν το τομάρι τους από τους Πέρσες (Ammianus Marcellinus, XXIV, 3 , 3). Ο Αμμιανός (XXV, 2, 1) παραδέχεται ότι είχε αποκοπεί πλήρως από τις οδούς του ανεφοδιασμού του, υπέφερε από κάθε λογής ελλείψεις και (XXIV, 8, 3) ότι σε όλα αυτά προστίθονταν οι μύγες και τα κουνούπια που, όπως λέει ο Αμμιανός, «έκρυβαν τον ουρανό». Εννοείται πως κατά την πορεία της υποχώρησής τους, πέρα από τις κακουχίες και την έλλειψη τροφών, οι στρατιώτες δέχονταν φονικές επιθέσεις από τον κλεφτοπόλεμο των Περσών. Ο Θεοδώρητος Κύρου (3, 20) αναφέρει ότι «ο Ιουλιανός δεν είχε διατάξει ούτε να φέρουν προμήθειες από τη Ρώμη ούτε να τροφοδοτηθεί με προμήθειες λεηλατώντας την Περσία. Επέμενε να προχωρεί ο στρατός μέσα από ερημιές. Οι στρατιώτες του δεν είχαν ούτε να φάνε ούτε να πιούν, δεν είχαν κανέναν να τους οδηγήσει, και περιπλανώμενοι σε έρημη χώρα, αντιλήφθηκαν την αβουλία του σοφού βασιλιά τους». Έπειτα από τα παραπάνω, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ένας στρατός που οδηγήθηκε σε ξένη χώρα από τον Ιουλιανό, δίχως σοβαρή προετοιμασία, θα παρέμενε για πάντα στο πλευρό του βασιλιά του. Το πιο λογικό ήταν να αγανακτίσει με την προχειρότητα και την ματαιοδοξία του Ιουλιανού (που αρνήθηκε πρόταση ειρήνης του Πέρση βασιλιά) ο οποίος πραγματοποίησε την εκστρατεία μόνο και μόνο για να αποκτήση δόξα εφάμιλλη του Αλέξανδρου, παίζοντας με τις ζωές των στρατιωτών του. Καθόλου παράλογη (χωρίς να είναι βεβαιότητα) δεν είναι η πιθανότητα, κάποιος, εθνικός ή Χριστιανός στρατιώτης του, να τον δολοφόνησε, όχι από ιδεολογικούς λόγους, αλλά από αγανάκτιση για τις άνευ λόγου κακουχίες.
 

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 27o.

v) Ψευδείς κατηγορίες εναντίον του Οσίου Νίκωνα, ότι δολοφόνησε κάποιον που δήθεν ήταν εθνικός, επειδή αντιστέκονταν στην κατασκευή ναού.

Οι Νεοπαγανιστές ή δεν ξέρουν τι λένε ή δεν έχουν διαβάσει τον βίο του Οσίου Νίκωνα. Σε κανένα τμήμα του βίου δεν αναφέρεται πως ο άνθρωπος που εμπόδιζε τον Νίκωνα να κτίσει την εκκλησία ήταν παγανιστής. Το αντίθετο μάλιστα. Ο άνθρωπος αυτός ονομαζόταν Ιωάννης Άρατος, και ήταν ευπατρίδης Λακεδαιμόνιος.

Ο βίος του οσίου γράφει (132β κ.ε.): «... ενώ όλοι οι άνθρωποι τον βοηθούσαν, πλην ενός. Εκείνος ήτο ο Ιωάννης, που είχε το επώνυμο Άρατος («πάντων ὑπακουόντων αὐτῷ τῶν τῆς πόλεως συναιρομένων, πλὴν ἑνός. Ἰωάννης ἦν ἐκεῖνος ὧ Ἄρατος τὸ ἐπώνυμον»). Διότι μόνος αυτός, αφού πληγώθηκε από το κεντρί του φθόνου και κυριεύθηκε ολοσχερώς από το πάθος της βασκανίας (...) λυσσούσε κατά του Οσίου, λογαριάζοντας σαν δική του ζημιά την κατασκευή του θείου έργου». Δεν είναι γνωστός κανένας εθνικός της εποχής εκείνης που να είχε εβραϊκό όνομα. Εθνικός και να έχει εβραϊκό όνομα, είναι πρωτάκουστο. Συνεπώς, ο Ιωάννης Άρατος, που όντως παρεμπόδιζε τον Όσιο Νίκωνα, δεν ήταν εθνικός, αλλά Ορθόδοξος.

Οι Νεοπαγανιστές υπαινίσσονται («μυστηριωδώς») ότι κι αυτόν τον έσφαξε ο Όσιος Νίκων. Χωρίς στοιχεία. Χωρίς αποδείξεις. Χωρίς ενδείξεις. Με την παγανηστική εξαγωγή συμπερασμάτων. Το κείμενο μιλά για θαυματουργικό θάνατο-τιμωρία εκ Θεού. Ο Ιωάννης Άρατος έβριζε, διέβαλε και απειλούσε τον Όσιο Νίκωνα. Την επόμενη νύχτα είδε στον ύπνο του ότι δυο άντρες τον επιτημούσαν που έβρισε και απείλησε τον Όσιο. Την άλλη μέρα ξύπνησε με σφοδρό πυρετό και άρρωστος. Αντιλαμβανόμενος ότι έφταιξε, ζήτησε να του φέρουν τον Όσιο Νίκωνα, από τον οποίο ζήτησε συγγνώμη. Ο Όσιος τού είπε: «τα όσα έπραξες σε μένα, αδελφέ, όσον εξαρτάται από εμέ, ας είναι συγχωρεμένα˙ επειδή, όμως, το τέλος του βίου έχει ορισθή άνωθεν, οὐδεὶς ἔσται τοῦ λοιποῦ, καθώς λέγει ο προφήτης, ὁ δυνάμενος βουλὴν Θεοῦ διασκεδᾶσαι («Ὁ δὲ μακάριος˙ "τὰ ἐπ’ ἐμοί", εἶπε, "πραχθέντα σοι, ἀδελφέ, ὅσον τὸ εἰς ἐμὲ ἧκον, συγχωρετέα σοι".»). Ο Άρατος πέθανε μετά από τρεις μέρες από την αρρώστεια.

Παρατηρούμε ότι ο χριστιανός Νίκων αποκαλεί «αδελφέ» τον Ιωάννη Άρατο. Ένας χριστιανός δεν αποκαλεί αδελφό έναν εθνικό, ειδικά εκείνα τα χρόνια. Αφού τον αποκαλεί «αδελφέ» κι αφού ο Άρατος έχει χριστιανικό όνομα, συμπεραίνουμε λογικώς ότι δεν ήταν εθνικός, όπως πασχίζουν οι Νεοπαγανιστές να τον βγάλουν.

Φυσικά, ο βίος του οσίου δίνει τον ακριβή λόγο που ο Ιωάννης Άρατος διέβαλε τον όσιο Νίκωνα. Ο λόγος δεν ήταν, βέβαια, η... ειδωλολατρική πίστη του Αράτου, αφού πουθενά στο κείμενο δεν μας δίνεται αφορμή για να δεχτούμε τον ισχυρισμό αυτό, αλλά τα οικονομικά συμφέροντα. Να τι γράφει ο βίος (133α): «Διότι καθόλου δεν συμφωνούσε με τους άλλους Λάκωνες, αλλά συμπεριφερόταν αντιθέτως προς τα θελήματα αυτών. Γι' αυτό και, για την μετοίκησι των Ιουδαίων έξω της πόλεως, ισχυρίζετο ότι δεν έγινε ούτε ορθά, ούτε δικαιολογημένα και δεν κοκκίνιζε να κατηγορεί τους Λάκωνες γι'’ αυτήν την αιτία. (...) με πρόφασι κάποιας εργασίας με την οποία συνήθιζε να καθαρίζει τα υφάσματα, έβαλε μέσα στην πόλι, ο τολμητίας και θρασυκάρδιος εκείνος, έναν απ'’ αυτούς τους Ιουδαίους (...)». Ώστε ο Άρατος είχε εργαστήριο επεξεργασίας υφασμάτων, χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του εργαστηρίου του, Ιουδαίους τεχνίτες και αντιπαθούσε τον όσιο Νίκωνα, απλώς επειδή ο τελευταίος τού στέρησε το εβραϊκό εργατικό δυναμικό διώχνοντας τους Ιουδαίους. Τα υπόλοιπα, είναι οι συνήθεις ψευτιές και ανακρίβειες.

vi) Κατηγορίες κατά Βυζαντινών «οι Βυζαντινοί ολοένα έφερναν και εγκαθιστούσαν στη Λακωνική κατά ομάδες επήλυδες χριστιανούς, για να αλλοιώσουν την εθνική σύνθεση των εντοπίων».

Οι Νεοπαγανιστές δεν γνωρίζουν ότι ύστερα από τις επιδρομές των Αβάρων και των Σλάβων, μεταξύ 6ου και 8ου αιώνα ο πληθυσμός της Ελλάδας είχε αραιώσει, και χρειάζονταν εποικισμοί, για να αφομοιωθούν όχι οι ντόπιοι Έλληνες, αλλά οι εγκατεστημένοι Σλάβοι. Οι έποικοι αυτοί ήταν Μικρασιάτες, δηλαδή Έλληνες. Όσο Έλληνες ήταν οι πρόσφυγες Μικρασιάτες του 1922, άλλο τόσο ήταν και οι Έλληνες έποικοι που αφομοίωσαν τους Σλάβους της ηπειρωτικής Ελλάδας.

«Με τη μετακίνηση σλαβικού πληθυσμού στη Μ. Ασία η βυζαντινή εξουσία επιτύγχανε δύο πράγματα: από τη μια αποδυνάμωνε αριθμητικά το σλαβικό στοιχείο του ελλαδικού χώρου και από την άλλη διευκόλυνε το έργο της αφομοίωσής τους, καθώς οι Σλάβοι που μεταφέρθηκαν στη Μικρά Ασία βρέθηκαν ανάμεσα σε έναν ισχυρό ελληνικό πληθυσμό και υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους. Αλλά το δημογραφικό αυτό μέτρο εφαρμόστηκε και αντίστροφα, δηλαδή μεταφέρθηκαν ελληνικοί πληθυσμοί της Μ. Ασίας «επί τας Σκλαβηνίας», για να ενισχύσουν το ελληνικό στοιχείο σε αυτές τις περιοχές. Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Νικηφόρος μετά την αποκατάσταση της βυζαντινής εξουσίας στην Πελοπόννησο προχώρησε συστηματικά στην ενίσχυση του ελληνικού και χριστιανικού πληθυσμού, διευκολύνοντας την επιστροφή των παλαιών κατοίκων και μεταφέροντας πληθυσμό από την Μ. Ασία. Ο Νικηφόρος πριν από την εκστρατεία εναντίον των Βουλγάρων το 809-810, εφάρμοσε το ίδιο μέτρο και στις Σκλαβηνίες του βορειοελλαδικού χώρου, όπου εγκατέστησε πληθυσμούς που μετέφερε «εκ παντός θέματος της Μ. Ασίας» (Θεοφάνης, Α’, σ. 486, 10-12 κ.ε.)» (Μαρίας Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Βυζάντιο και Σλάβοι – Ελλάδα και Βαλκάνια, 6ος-20ος αι., εκδ. Βάνιας, σ. 91).

Δηλαδή, οι Ρωμηοί Αυτοκράτορες, «αποκαθάριζαν» την νότια Ελλάδα από τους Σλάβους επιδρομείς, μεταφέροντάς τους στην Μικρασία, ώστε να εξελληνιστούν ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς της, ενώ ταυτόχρονα, για να πυκνώσει ο ελληνικός πληθυσμός της Ν. Ελλάδας, έφερναν Έλληνες Μικρασιάτες στην Πελοπόννησο. Τόσο ανθέλληνες ήταν. Το πιο παράξενο είναι, ότι εν τέλει οι Νεοπαγανιστές αποδέχονται τους (αποδεδειγμένα ξένους και βάρβαρους) Σλάβους της Λακωνίας, αλλά απορρίπτουν τους (κατά μεγάλη πιθανότητα) Έλληνες Ορθόδοξους εκ Μικρασίας.

Οι Νεοπαγανιστές γράφοντας για την Λακωνία της βυζαντινής περιόδου διαπράττουν πλήθος λαθών, τα οποία οφείλονται τόσο στην εμπάθειά τους όσο και στην άγνοιά τους. Ισχυρίζονται πως οι βυζαντινοί ιστοριογράφοι είναι «παντελώς αναξιόπιστοι». Ταυτόχρονα, όμως, αντλούν από αυτούς πλήθος στοιχείων. Για την ακρίβεια, αντλούν από αυτούς ΟΛΑ τα στοιχεία τους. Άξιο απορίας είναι, αφού οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι είναι οι μόνοι που έγραψαν για τη Λακωνία της εποχής εκείνης και είναι ταυτόχρονα παντελώς αναξιόπιστοι, από ποιες πηγές βρίσκουν οι Νεοπαγανιστές τα στοιχεία που παραθέτουν; «Οι Χριστιανοί επήλυδες χτίζουν τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές», λένε οι Νεοπαγανιστές. Δίχως, φυσικά, καμμία απόδειξη. Γιατί απορρίπτουν την πιθανότητα οι ντόπιοι Λάκωνες να έκτισαν κάποιους, έστω, από τους ναούς αυτούς; Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι η ανυπαρξία βυζαντινών νομισμάτων για ένα διάστημα συνιστά... εγκατάλειψη της Λακωνίας από τους Χριστιανούς κατοίκους της. Προφανώς ήταν εκεί οι ίδιοι, ώστε να γνωρίζουν ότι μόνο οι Χριστιανοί (!) την εγκατέλειψαν, ενώ η απουσία νομισμάτων απλώς υποδηλώνει την προσωρινή κατάλυση της εξουσίας και την αποδιοργάνωση της οικονομικής ζωής της Λακωνίας από Σλάβους επιδρομείς. Φαίνεται ότι οι Σλάβοι επιδράμοντας έσφαζαν μόνο Χριστιανούς και δη «επήλυδες», αφού μόνο (!) οι έποικοι ήταν Χριστιανοί.

Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται: 1) Οι Βυζαντινοί στέλνουν εποίκους στη Λακωνία 2) Εξαιτίας επιδημίας στην Πόλη και μείωσης του πληθυσμού της, οι Βυζαντινοί «αποσύρουν» τους «Βυζαντινούς εποίκους», για να τους μεταφέρουν στην Πόλη, και στη Λακωνία μένουν μόνο οι Σλάβοι παγανιστές, οι Ιουδαίοι και οι Λάκωνες εθνικοί. Δηλαδή, οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι οι αυτόχθονες Λάκωνες ήταν μόνο Εθνικοί, ενώ όλοι οι Χριστιανοί ήταν «επήλυδες» Πώς το γνωρίζουν αυτό; Μήπως το λένε οι «παντελώς αναξιόπιστοι» βυζαντινοί ιστοριογράφοι; Δεν το λένε ούτε αυτοί, να η αλήθεια. Το ότι ο Χριστιανός βιογράφος του οσίου Νίκωνα ρητά αναφέρει ότι στην πόλη της Σπάρτης, επί όσιου Νίκωνος, υπήρχαν (προφανώς Έλληνες) Χριστιανοί και Ιουδαίοι, αλλά όχι (ούτε εκεί ούτε πουθενά αλλού στα βουνά) Έλληνες που ήταν «εθνικοί», αυτό φυσικά είναι «ασήμαντη λεπτομέρεια» για τους Νεοπαγανιστές που ισχυρίζονται όλα αυτά. Επίσης η παρουσία τόσων αγίων στην Πελοπόννησο μόνο τους ισχυρισμούς των Νεοπαγανιστών δεν αποδεικνύει. Η ύπαρξη εποίκων δεν σημαίνει σε καμμία περίπτωση ότι μόνο αυτοί ήταν Χριστιανοί. Ο βίος του Οσίου αναφέρει π.χ. ότι στην κατασκευή μιας εκκλησίας της Σπάρτης όλοι συμμετείχαν πρόθυμα στην ανέγερσή της.

Μήπως, επειδή οι Έλληνες Νεοπαγανιστές που αρνούνται ό,τι τους συμφέρει πιστεύουν στην μετεμψύχωση, συνεπάγεται πως ήταν τότε εκεί αυτόπτες μάρτυρες, οπότε οφείλουμε να τους πιστέψουμε αυτούς και όχι τους Βυζαντινούς βιογράφους; Τέτοιες ασυναρτησίες, όπως π.χ. ότι κάθε λογής κατάπνιξη επαναστάσεων των Σλάβων της Πελοποννήσου (απαραιτήτως) συνιστά... διωγμό κατά επαναστατημένων Ελλήνων (ανύπαρκτων εθνικών) δείχνουν το επίπεδο του Νεοπαγανιστικού κινήματος: να ισχυρίζεται ό,τι θέλει κι ό,τι του καπνίσει δίχως απολύτως καμμία απόδειξη, διαστρεβλώνοντας τις πηγές.

vii) Και άλλοι νεοπαγανιστικοί ισχυρισμοί.

1) Ισχυρίζονται πως οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι είναι «παντελώς αναξιόπιστοι». Ταυτόχρονα, όμως, αντλούν από αυτούς πλήθος στοιχείων. Για την ακρίβεια, αντλούν από αυτούς όλα τα στοιχεία τους. Άξιο απορίας είναι, αφού οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι είναι οι μόνοι που έγραψαν για τη Λακωνία της εποχής εκείνης και είναι ταυτόχρονα παντελώς αναξιόπιστοι, από ποιες πηγές βρίσκουν οι Νεοπαγανιστές τα στοιχεία που παραθέτουν; Απάντηση: από τους Βυζαντινούς ιστοριογράφους· μόνο που διαστρέφουν τα λεγόμενά τους.

2) «Οι Χριστιανοί επήλυδες χτίζουν τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές», λένε οι Νεοπαγανιστές. Δίχως, φυσικά, καμμία απόδειξη. Γιατί απορρίπτουν την πιθανότητα οι ντόπιοι Λάκωνες να έκτισαν κάποιους, έστω, από τους ναούς αυτούς ειδικά εφόσον γνωρίζουμε ότι παντού στην Ελλάδα χτίστηκαν παλαιοχριστιανικές βασιλικές, και μάλιστα ήδη από τον τέταρτο και πέμπτο αιώνα (θα έπρεπε οι Νεοπαγανιστές να ισχυριστούν ότι παντού στην Ελλάδα τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές τις έκτισαν... επήλυδες!); Και πόσο μπορεί να στέκει ο ισχυρισμός ότι έγιναν την εποχή εκείνη (4ος-5ος αι.) εποικισμοί στην Μάνη (και τη Λακωνία) τη στιγμή που α’) σαφέστατα οι εποικισμοί ως μέθοδος ελέγχου περιοχών αρχίζουν πολύ αργότερα και β’) η Μάνη όντας i) μικρής έκτασης, ii) άγονη και iii) πετρώδης περιοχή θα ήταν ο τελευταίος τόπος όπου θα έστελναν οι Αυτοκράτορες (και μάλιστα «από τον 5ο αιώνα») εποίκους για να την κατοικήσουν, και μάλιστα για λόγους προσηλυτισμού... Άρα οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές κτίζονται από τους Έλληνες κατοίκους της Λακωνίας, και με αυτές επιβεβαιώνεται ο εκχριστιανισμός των Ελλήνων ήδη από εκείνη την εποχή. Η αλήθεια είναι ότι η Σπάρτη ήταν έδρα επισκόπου από τα μέσα του 5ου μ.Χ. αι. (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, λ. Λακεδαιμονία), και φυσικά δεν γινόταν να υπάρχει επισκοπή δίχως Χριστιανούς. Επιπλέον, ήδη πριν τον άγιο Κωνσταντίνο μαθαίνουμε ότι κοινότητες Χριστιανών στη Ν. Ελλάδα υπήρχαν, εκτός από την Κόρινθο, την Αθήνα, τα Μέγαρα, την Πάτρα, τη Λάρισα, τη Γορτύνη, τη Μήλο, την Τήνο, την Πάρο, την Θήρα, την Αστυπάλαια, την Κάλυμνο, την Τένεδο, τη Λέρο, την Χίο, και στην Σπάρτη.

3) «Οι Χριστιανοί εγκαταλείπουν γύρω στα 600 τη Λακωνία, στην οποία επανεμφανίζοναι οι εθνικοί»! Εδώ μιλάμε για σενάριο επιστημονικής φαντασίας, όπου καθώς φαίνεται οι Νεοπαγανιστές καταλήγουν (μελετώντας, φυσικά, τους «πλήρως αναξιόπιστους Βυζαντινούς ιστοριογράφους»!) ότι για «αδιευκρίνιστους» λόγους μόνο(!) οι Χριστιανοί φεύγουν, οι εκκλησίες ερημώνουν και (πάλι για «αδιευκρίνιστους» λόγους) μένουν οι εθνικοί. Βέβαια, αν η αρχαιολογία κατέληξε ότι την εποχή που δήθεν εγκαταλείπουν τη Λακωνία οι Χριστιανοί έχουμε επιγραφές ή παγανιστικούς ναούς νεόκτιστους, θα είχαν δίκαιο – αλλά δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο! Ίσως λοιπόν οι εθνικοί αρρώσταιναν λιγότερο από τις επιδημίες απ' ό,τι οι Χριστιανοί συμπατριώτες τους (πράγμα προφανές, αφού τους γιάτρευε... ο Δίας). Όσο για τις εκκλησίες, είναι λογικό να ερημώσουν, έπειτα από τις επιδρομές Σλάβων. Εάν οι Χριστιανοί είχαν φύγει στα 600, τότε ο επίσκοπος Λακεδαιμονίας (Σπάρτης) δεν θα συμμετείχε, μαζί με τους επισκόπους Κορίνθου, Αθηνών και Άργους στις Συνόδους του 680 (ΣΤ’ Οικουμενική) και 690/92 ούτε σε Σύνοδο του 878 θα συμμετείχαν οι επίσκοποι Μεσσηνίας και Μονεμβασίας. Μόνο στη Μάνη έχουν διασωθεί 25 εκκλησίες της μεσοβυζαντινής εποχής. Τον 9ο αιώνα ασκήτευσε στη Λακεδαιμονία ο μετέπειτα επίσκοπος της πόλης Θεόκλητος – σε μια εποχή όπου υποτίθεται, κατά τους Νεοπαγανιστές, δεν υπήρχαν Χριστιανοί στην Σπάρτη.

4) Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι η ανυπαρξία βυζαντινών νομισμάτων για ένα διάστημα συνιστά... εγκατάλειψη της Λακωνίας από τους Χριστιανούς κατοίκους της. Βεβαίως τα βυζαντινά νομίσματα τα χρησιμοποιούσαν όλοι οι κάτοικοι της Λακωνίας, όχι μόνο οι Χριστιανοί αλλά και οι εθνικοί (εάν υπήρχαν τέτοιοι). Επομένως η ανυπαρξία νομισμάτων εκείνη την εποχή (μετά το 600) δεν υποδηλώνει «φυγή των Χριστιανών», όπως θέλουν να μας πουν οι Νεοπαγανιστές εμπαίζοντας την κοινή λογική, αλλά ότι οι επιδρομές των «υπέροχων, πτωχικών, φιλήσυχων Σλάβων παγανιστών» δεν ήταν «ειρηνικές εγκαταστάσεις» (όπως θέλουν να μας πουν οι Νεοπαγανιστές), αλλά καταστροφική εισβολή που κλόνισε την οικονομία του τόπου. «Κατά τον 9ον αιώνα στασιάζουν [οι Σλάβοι της Λακωνίας] και χτυπημένοι από τη βυζαντινή εξουσία ανεβαίνουν στον Ταΰγετο» (Ανάργυρου Ι. Κουτσιλιέρη, Ιστορία της Μάνης, εκδ. Παπαδήμα, σ. 191). Άλλωστε για την συγκεκριμένη περίοδο έχουμε (συγκριτικά με άλλες περιόδους) πολύ λίγα στοιχεία για όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ειδικά για την νότια Ελλάδα. Αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι συνέβη κάποια... κάθοδος εθνικών «από τα βουνά όπου κρύβονταν». «Εις τινάς εποχάς η νομισματική κυκλοφορία, ως διακριβούται μάλιστα εκ των ανασκαφών της Αγοράς των Αθηνών και της Κορίνθου, είναι ανύπαρκτος. Ουδέν ή σχεδόν ουδέν μνημείον της χριστιανικής λατρείας, ιδρυθέν κατά το χρονικόν τούτο διάστημα, περιήλθεν εις ημάς ή απεκαλύφθη δι' ανασκαφών» (Ζακυνθηνού Δ., Η βυζαντινή Ελλάς 392-1453, Αθήναι 1965, σ. 37). Τί συνεπάγεται η ανυπαρξία νομιμάτων στην Αθήνα; Ότι οι Χριστιανοί εγκατέλειψαν την Αθήνα μεταξύ 700-800; Όχι βέβαια! Αυτό λένε οι Νεοπαγανιστές όμως ότι έγινε με τους Χριστιανούς Σπαρτιάτες! Δυστυχώς για τους Νεοπαγανιστές ο Βίος δεν αναφέρει κανέναν Έλληνα εθνικό («Λάκωνες εθνικοί»), αλλά μόνο για Σλάβους (Μηλιγγούς κι Εζερίτες) εθνικούς. Η προσπάθεια δημιουργίας «Ελλήνων εθνικών» δια του βίου του Οσίου είναι διασκεδαστική πλην αποτυχημένη απόπειρα.

5) Σύμφωνα με τους Νεοπαγανιστές, στα 746-7, ένας διετής μεγάλος λιμός που έκανε θραύση στα Βαλκάνια και στη Λακωνική είχε χαρακτηριστικό του τα «περισσότερα θύματα ωστόσο στους επήλυδες Βυζαντινούς». Όπου... αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά βεβαίως ότι οι «θεοί» προστατεύουν τους εθνικούς. Αλλιώς δεν εξηγείται το «γεγονός». Ίσως «με τελετουργικούς χορούς και ταμ ταμ» τους βοήθησαν. Πώς λέμε «Νεοπαγανισμός και Ορθολογισμός»;

6) Το 755 «Για να πυκνώσει τον αποδεκατισθέντα υπό του μεγάλου λοιμού, πληθυσμό της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως), ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος, επανέφερε μεγάλα πλήθη Βυζαντινών εποίκων και έτσι αδυνάτισε επί πολλές δεκαετίες η Βυζαντινή παρουσία στους τόπους των Ελλήνων, ιδιαιτέρως δε στην Πελοπόννησο και την Λακωνική». Δυστυχώς όμως για τους Νεοπαγανιστές δεν υπήρξε ποτέ «Βυζαντινό έθνος», αλλά μόνο Έλληνες· επιπλέον οι Έλληνες είχαν εκχριστιανιστεί προ πολλού· κατά τρίτον, οι μεταφερθέντες στην Κωνσταντινούπολη ήταν απλώς κάτοικοι των περιοχών που μας ενδιαφέρουν και όχι «Βυζαντινοί χριστιανοί έποικοι» των περιοχών αυτών, και συνεπώς η μετεγκατάσταση στην Πόλη δεν έγινε με το κριτήριο που οι Νεοπαγανιστές αξιώνουν ότι έγινε (θα ήταν άλλωστε παράλογο από την πλευρά του Αυτοκράτορα και της εξουσίας, αν υποθέσουμε ότι στέλνονται έποικοι σε έναν τόπο με συγκεκριμένο σκοπό, για να ξαναμεταφερθούν αργότερα πάλι οι ίδιοι). Οι Λάκωνες και δη οι Μανιάτες όχι απλώς ήταν Χριστιανοί αλλά και έδρασαν ως Ακρίτες (οι Τσάκωνες και οι Μανιάτες) υπερασπιζόμενοι τα σύνορα της Αυτοκρατορίας τους, συμμετέχοντας στα ακριτικά σώματα, μαζί με Πόντιους, Μακεδόνες και Καππαδόκες.

7) Ξέροντας ότι δεν μπορούν να μιλούν (λ.χ. από τον 8ο αιώνα κ.ε.) για «επαναστάσεις εθνικών της Πελοποννήσου» (εννοείται ότι ούτε και για τους προηγούμενους αιώνες μπορούν να ανακαλύψουν «επαναστάσεις εθνικών») οι Νεοπαγανιστές κάνουν λόγο για «εξεγέρσεις μη χριστιανών». Μόνο που «ξεχνούν» ότι οι μόνοι μη Χριστιανοί ήταν οι «φιλειρηνικοί και πτωχικοί» Σλάβοι παγανιστές, σύμφωνα βεβαίως με τα «εντελώς αναξιόπιστα χρονικά των Βυζαντινών». Αλλά τί ανάγκη έχουν οι Νεοπαγανιστές ερευνητές από ψευδείς πληροφορίες αναξιόπιστων συγγραφέων; Η αλήθεια άλλωστε είναι ολοφάνερη. Όλα αυτά δείχνουν το πνευματικό επίπεδο του Νεοπαγανιστικού κινήματος: ισχυρίζεται ό,τι θέλει κι ό,τι «νομίζει», δίχως απολύτως καμμία απόδειξη, διαστρεβλώνοντας τις πηγές. 8) Ο Ρασσιάς ισχυρίζεται ότι οι Χριστιανοί άλλαξαν ακόμη και το όνομα της Σπάρτης ώστε να προσπαθήσουν να σβήσουν την αρχαία δόξα της: «...μέσα στην πόλη της "Λακεδαιμονίας" (όπως έχουν μετονομάσει την ένδοξη Σπάρτη οι χριστιανοί)» (Ρασσιά, Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Γ’, σ. 9). Εδώ εμείς απαντάμε ότι ο Ρασσιάς αγνοεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τον Βίο του όσιου Νίκωνα όσο και τον Όμηρο. Ας αρχίσουμε από’ τον δεύτερο. Ο Ρασσιάς θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η Σπάρτη ονομάζεται και «Λακεδαίμων» ήδη στον Όμηρο, όπως φαίνεται από τον τυπικό στίχο της Οδύσσειας ε 20 «Πύλος ἠγαθέην, ἠδ’ ἐς Λακεδαίμονα δῖαν». Αλλά κι ο Παυσανίας γράφει (Λακωνικά, 11, 1): «Προχωρώντας κανείς, μετά τον Θόρνακα έχει την πόλη που ονομαζόταν στην αρχή Σπάρτη, με τον καιρό όμως πήρε η ίδια και το όνομα Λακεδαίμων που πριν ήταν το όνομα της χώρας». Ώστε ήδη από την αρχαία εποχή η Σπάρτη λεγόταν και «Λακεδαίμων», πολύ πριν τάχα οι Χριστιανοί την μετονομάσουν επίτηδες σε «Λακεδαιμονία». 
 
Ο Ρασσιάς δεν θα πρόσεξε επίσης ότι στον Βίο του όσιου Νίκωνα, αναφέρεται τόσο η ονομασία «Λακεδαίμων-Λακεδαιμόνιοι» (π.χ. στα 130α, 131α, 131β, 140β, 142α, 146β κ.ο.κ.) όσο και η ονομασία «Σπάρτη» (π.χ. 130α, 130β, 134β, 141α κ.ο.κ.), δηλαδή καμμία χριστιανική συνωμοσία κατά της Σπάρτης δεν υφίσταται. Έτσι, οι Βυζαντινοί συναξαριστές απλώς συνέχισαν να χρησιμοποιούν, παράλληλα με το «Σπάρτη», το αρχαιοελληνικό «Λακεδαίμονα (Λακεδαίμων)»... Ούτε καν το «Λακεδαιμονία», όπως γράφει ο Ρασσιάς και ουδόλως επιχείρησαν να αλλάξουν το όνομα της πόλης. Συμπέρασμα: ο Ρασσιάς δεν έχει διαβάσει ούτε Όμηρο ούτε Παυσανία, για να ξέρει τι γράφει. Τρομερή ιστοριογνωσία. Τι ανυπέρβλητο εύρος γνώσεων, κύριε Ρασσιά! Και οι θεοί το ζηλεύουν!

Και κάτι τελευταίο:

Η καταγωγή του Οσίου Νίκωνα ήταν, σύμφωνα με τον βίο του (107α), «ἡ παρὰ τὸ θέμα τὸ Ἀρμενιακὸν κείμενη Πολεμωνιακὴ χώρα», η οποία αντιστοιχεί προς την αρχαία Παφλαγονία και ταυτίζεται με τον Πολεμωνιακό Πόντο. Περιλαμβάνει αυτή η χώρα τις προς ανατολάς χώρες του Αρμενικού Θέματος του αρχαίου βασιλείου του Πόντου: Από τον Θερμώδοντα ποταμό μέχρι την Τραπεζούντα. Κατά τη λατινική έκδοση της Πατρολογίας του Migne, πατρίδα του Όσιου Νίκωνα είναι ο Πολεμωνιακός Πόντος.

Ο Πολεμωνιακός Πόντος, όπως φαίνεται στο χάρτη στον τόμο Ζ’, σελ. 440 της «Ιστορίας του Ελλ. Εθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, περιελάμβανε την παραθαλάσσια λωρίδα γης μεταξύ Αμισού και Τραπεζούντας. Περιελάμβανε την Τραπεζούντα, όχι την Αμισό, την Κερασούντα και την Νεοκαισάρεια. Πρόκειται δηλαδή για το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής που σήμερα όλοι έχουμε κατά νου ως «Πόντο». Ειδικά κατά τον 10ο αι., κατά τον οποίο έζησε ο όσιος Νίκων, το «θέμα Αρμενιακών» περιλαμβάνει την περιοχή μεταξύ Σινώπης, Αμισού, Αμάσειας και Νεοκαισάρειας (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Η', σ. 171-172 ). Δηλαδή είναι ο δυτικός Πόντος. Από τον Πόντο λοιπόν κι όχι από την Αρμενία καταγόταν ο Όσιος Νίκων.
 
Άρα ο Όσιος Νίκων ήταν Πόντιος Έλληνας (εξάλλου, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι υπήρχε τότε ανάμιξη αρμενικών πληθυσμών στον Πόντο, το βέβαιο είναι ότι η σιγουριά με την οποία αποκαλείται ο Όσιος «Αρμένιος» είναι πέρα για πέρα αβάσιμη). Άλλο Αρμενία, άλλο Αρμενιακό Θέμα. Τα γραφόμενα από τον Νικόδημο τον Αγιορείτη ότι «οὔτος ἐκ τῆς τῶν Ἀρμενίων ὥρμητο χώρας» (Μηναίον έκδοσις Ανδρέως Σπινέλου εν Ενετία, 1551) ή ότι «κατήγετο ἐξ Ἀρμενίας» (Μέγα ωρολόγιον, έκδοσις εις Βενετία, 1870) είναι λανθασμένα. Συνεπώς, προκαλείται η εξής απορία στον καθένα: αφού οι Νεοπαγανιστές που εξαπέλυσαν όλες αυτές τις κατηγορίες κατά του οσίου Νίκωνα, υποτίθεται ότι διάβασαν το βίο του Οσίου Νίκωνος, πώς μπορούν να ισχυρίζονται γι'’ αυτόν ότι ήταν Αρμένιος;

1) Δεν διάβασαν στον βίο του αυτό το «Πολεμωνιακή»; Διάβασαν το βίο;

2) Μήπως δεν το πρόσεξαν;

3) Ή το πρόσεξαν, αλλά δεν έψαξαν να βρουν πού βρίσκεται αυτή η Πολεμωνιακή χώρα;

4) Μήπως το πρόσεξαν και το έψαξαν, αλλά τότε μοχθηρά σκέφτηκαν «ας πούμε επίτηδες ότι ήταν Αρμένιος, για να κινήσουμε εναντίον του Όσιου Νίκωνα τους εθνικιστές», οι οποίοι κρίνουν τους ανθρώπους βάσει της εθνικότητάς τους κι όχι των πράξεών τους; Τί απ' όλα αυτά ισχύει; Μήπως δεν διάβασαν το βίο και εμπιστεύτηκαν ως τυφλοσούρτη ξένα κείμενα;

Και τέλος πάντων, οι Νεοπαγανιστές αυτοαναιρούνται, αποκαλώντας τον Όσιο Νίκωνα «Αρμένιο»: Αφού τους ελληνικής καταγωγής Χριστιανούς δεν τους αποκαλούν ποτέ «Έλληνες», αλλά πάντα «Χριστιανούς», τότε, εάν ο όσιος Νίκωνας ήταν αρμενικής καταγωγής Χριστιανός, κατ' αντιστοιχίαν με τους Έλληνες Χριστιανούς, δεν θα έπρεπε να τον ονομάζουν «Αρμένιο», αλλά μόνο «Χριστιανό», γιατί προφανώς «Αρμένιοι» είναι μόνο οι παγανιστές Αρμένιοι˙ οι Χριστιανοί Αρμένιοι είναι σκέτο «Χριστιανοί» (όπως οι Έλληνες Χριστιανοί είναι σκέτο «Χριστιανοί» κι όχι «Έλληνες»). Αλλά οι Παγανιστές, δεν τον ονομάζουν «Χριστιανό», όπως θα ήταν σύμφωνα με την νεοπαγανιστική ορολογία, αλλά «Αρμένιο». Για να επηρεάσουν τους εθνικιστές παγανιστές και τους αρχαιοκεντρικούς εθνικιστές τα κάνουν αυτά όλα; Μολαταύτα, δεν τους βγήκε ούτε αυτό σε καλό. Ο όσιος Νίκων είναι Πόντιος Έλληνας κι όχι «σκληρός Αρμένιος προσηλυτιστής».

Βεβαίως, δεν έχει σημασία τι εθνικότητας ήταν ο Όσιος Νίκων. Οι πράξεις του εξετάστηκαν και αποδείχτηκε ότι οι κατηγορίες είναι ψευδείς. Οι Νεοπαγανιστές, που από τη μιά εξοργίζονται με τους Αρμένιους και από την άλλη συμπαθούν τους Σλάβους παγανιστές ληστές, το μόνο που καταφέρνουν είναι να φανερώσουν την άγνοιά τους.
 

Αναζητηση

Αναγνώστες