Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Ἀδάμ, Ἰούδας, Πάπας.

http://www.pravoslavie.ru/sas/image//100319/31984.x.jpg
 
Ἅγιος Ἰουστίνος του Τσέλιε (Πόποβιτς).

Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις: του Αδάμ, του Ιούδα, του πάπα. Η ουσία της πτώσεως εις την αμαρτίαν είναι πάντοτε η ιδία:
 
Το να θέλη κάνεις να γίνη καλός δια του εαυτού του.
 
Το να θέλη κάνεις να γίνη τέλειος δια του εαυτού του.
 
Το να θέλη κανείς να γίνη θεός δια του εαυτού του.
 
Αλλά τοιουτοτρόπως ο άνθρωπος ασυναισθήτως εξισούται με τον διάβολον. Διότι και αυτός ήθελε να γίνη Θεός δια του εαυτού του, να αντικαταστήση τον Θεόν με τον εαυτόν του. Και εις την υψηλοφροσύνην του αυτήν δια μιάς έγινε διάβολος, τελείως κεχωρισμένος από τον Θεόν και όλος εναντίον του Θεού. Η ουσία της αμαρτίας, λοιπόν, πάσης αμαρτίας συνίσταται εις αυτήν την αλαζονικήν αυταπάτην. Αυτή είναι η ουσία και αυτού του διαβόλου, του Σατανά. Αυτό δεν είναι άλλο τι παρά το να θέλη κανείς να μένη εις την φύσιν του, το να μη θέλη εντός του τίποτε, εκτός του εαυτού του. Ο διάβολος ευρίσκεται όλος εις αυτό: εις το να μη θέλη καθόλου τον Θεόν μέσα του, εις το να θέλη να είναι πάντοτε μόνος, πάντοτε να ανήκη εις μόνον τον εαυτόν του, πάντοτε όλος εις τον εαυτόν του, όλος δια τον εαυτόν του, πάντοτε ερμητικώς κλειστός έναντι του Θεού και παντός ό,τι ανήκει εις τον Θεόν.

Η πτώσις του πάπα έγκειται εις το να θέλη να αντικαταστήση τον Θεάνθρωπον με τον άνθρωπον. 

Πηγή: hristospanagia.gr

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Ἄμα ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται ἐντός του τόν Θεό, εἶναι ἤδη στόν Παράδεισο!

Ἅγιος Ἰουστῖνος του Τσέλιε (Πόποβιτς).

 
 
Η αθανασία του ανθρώπου ξεκινά από την σύλληψή του μέσα στην κοιλιά της μητέρας του. Και πότε αρχίζει ο Παράδεισος και η κόλαση του ανθρώπου; Από την ελεύθερη επιλογή για το θεϊκό αγαθό ή για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό ή για τον διάβολο.
 
Και ο Παράδεισος μας και η κόλασις του ανθρώπου αρχίζουν εδώ από την γη για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη ζωή. Τι είναι Παράδεισος; Είναι η αίσθηση της παρουσίας του Θεού. 
 
Άμα ο άνθρωπος αισθάνεται εντός του τον Θεό, είναι ήδη στον Παράδεισο, γιατί όπου είναι ο Θεός, εκεί είναι και η Βασιλεία του Θεού, εκεί και ο Παράδεισος. 
 
Από τότε που ο Θεός Λόγος κατέβηκε στην γη και έγινε άνθρωπος, ο Παράδεισος έγινε η αμεσότερη πραγματικότητα για την γη και τον άνθρωπο. Επειδή, όπου είναι ο Χριστός εκεί και ο Παράδεισος. 
 
ΑΒΒΑ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (1894-1979) ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΘΕΟΣΟΦΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ, εκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Πηγή:
hristospanagia.gr

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς και Οικουμενισμός.


http://www.impantokratoros.gr/dat/C8C2612B/image1.png?636007643130177890

Διαπρύσιος κήρυκας της οικουμενικότητας της «θεανθρώπινης» Ορθοδοξίας.

Άσπονδος εχθρός του «ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού οικουμενισμού.

[Η κάτωθι θεολογική γνωμοδότηση του Οσίου και θεοφόρου Πατρός Ιουστίνου (Πόποβιτς) προκλήθηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας για το αν μπορεί να συμμετάσχει η Ορθόδοξη Εκκλησία σε «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν η ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι». Έχει δημοσιευθεί με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό Κοινωνία τα 18 (1975), σ. 95- 101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.

π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος]

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ», ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ (του αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς).
 
Πανιερώτατοι Πατέρες,

Την στάσιν της έναντι των αιρετικών - και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι - η Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της μοναδικής και αναλλοιώτου.

Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: ”Επίσκοπος η πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω”. Αυτός ο ι­ε­ρός Κα­νών των αγίων Α­πο­στό­λων δεν προσδιο­ρί­ζει ποί­α α­κρι­βώς προ­σευ­χή η ακολουθία απαγορεύε­ται, αλ­λά α­πα­γο­ρεύ­ει κά­θε κοι­νήν με­θ’ αιρε­τι­κών προσευ­χήν, έ­στω και την κα­τ’ ι­δί­αν (“συνευ­ξά­με­νος”­). Εις δε τας οικουμενιστικάς κοι­νάς προ­σευ­χάς μή­πως δεν γί­νων­ται και α­δρό­τε­ρα και ευρύ­τε­ρα τού­των; Ο 32ος κα­νών της εν Λα­ο­δι­κεί­α Συνό­δου ορίζει· «Ό­τι ου δεί αι­ρε­τι­κών ευ­λο­γί­ας λαμβάνειν, αί­τι­νές ει­σιν αλογίαι μάλλον η ευ­λο­γί­αι». Μή­πως ό­μως δεν συμβαίνει εις τας κοι­νάς οικουμενιστι­κάς συ­ναν­τή­σεις και συμπροσευ­χάς να ευ­λο­γούν αιρετικοί ρωμαιοκαθολικοί επίσκο­ποι και ιερείς, προτεστάν­ται πά­στορες, ακό­μη δε και γυναίκες; (­!­).

Αυ­τοί και ό­λοι οι άλ­λοι σχε­τι­κοί κα­νό­νες των α­γί­ων Απο­στό­λων και των α­γί­ων Πα­τέ­ρων ί­σχυ­ον ό­χι μό­νον κα­τά την πα­λαι­άν ε­πο­χήν, αλ­λ’ ε­ξα­κο­λου­θούν να εί­ναι εν α­πο­λύ­τω ι­σχύ­ϊ και σή­με­ρον, δι’ ό­λους η­μάς τους συγ­χρό­νους ορ­θο­δό­ξους Χρι­στι­α­νούς. Ισχύουν αναμφιβόλως και δια την θέσιν μας έναντι των ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών. Διότι ο μεν ρωμαιοκαθολικισμός είναι πολλαπλή αίρεσις, περί δε του προτεσταντισμού τι να είπωμεν; Καλλίτερον να μη ομιλώμεν. Ήδη ο Άγιος Σάββας εις την εποχήν του, επτάμισυ αιώνας πριν, δεν ωνόμαζεν άραγε τον ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν αίρεσιν»; Και πόσα από τότε νέα δόγματα δεν επενόησεν ο πάπας και «αλαθήτως» εδογμάτισε ! Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα, ο ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.

Και η πολύ επαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ουδέν ήλλαξεν ούτε όσον αφορά εις την τερατώδη ταύτην αίρεσιν, αλλά, τουναντίον, επεκύρωσεν αυτήν.

Ένεκα τούτου, αν είμεθα Ορθόδοξοι και θέλωμεν να παραμείνωμεν Ορθόδοξοι, τότε οφείλομεν και ημείς να τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα, του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών, εκ των οποίων ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν πιστεύουν ορθοδόξως εις τα δύο βασικά δόγματα του Χριστιανισμού : εις την Αγίαν Τριάδα και εις την Εκκλησίαν.

Πανιερώτατε και Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες,

Έως πότε θα εξευτελίζωμεν δουλικώς την Αγίαν μας Ορθόδοξον Αγιοπατερικήν και Αγιοσαββιτικήν Εκκλησίαν δια της οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακής στάσεώς μας έναντι του Οικουμενισμού και του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλιου Εκκλησιών; Εντροπή καταλαμβάνει πάντα ειλικρινή Ορθόδοξον, ανατραφέντα υπό την καθοδήγησιν των Αγίων Πατέρων, όταν αναγιγνώσκη, ότι οι Ορθόδοξοι Σύνεδροι της 5ης Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Γενεύης (8-16 Ιουνίου 1968) σχετικώς προς την συμμετοχήν των Ορθοδόξων εις το έργον του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών», έλαβον τότε την απόφασιν «όπως εκφρασθή η κοινή επίγνωσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι αύτη αποτελεί οργανικόν μέρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών».

Αυτή η απόφασις είναι κατά την ανορθοδοξίαν και αντιορθοδοξίαν της αποκαλυπτικώς φρικαλέα. Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της θεολογοι, ακόμα δε και Ιεράρχαι, μεταξύ των οποίων και Σέρβοι, να επιζητούν την «οργανικήν» μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών, το οποίον, κατ’ αυτόν τον τρόπον γίνεται εις νέος εκκλησιαστικός «οργανισμός», μία «νέα Εκκλησία» υπεράνω των Εκκλησιών, της οποίας οι Ορθόδοξοι και μη Ορθόδοξοι εκκλησίαι αποτελούν μόνο «μέλη» («οργανικώς μεταξύ των συνδεδεμένα»!); Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία!

Απορρίπτομεν την ορθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αυτόν τον οργανικόν δεσμόν μετά του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού και του παναχράντου Του Σώματος – της Ορθοδόξου Εκκλησίας των αγίων Αποστόλων και Πατέρων και Οικουμενικών Συνόδων – και θέλομεν να γίνωμεν «οργανικά μέλη» του αιρετικού, ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού συλλόγου, ο οποίος αποτελείται από 263 αιρέσεις, η δε κάθε μία από αυτάς πνευματικός θάνατος !

Ως Ορθόδοξοι, είμεθα «μέλη Χριστού». «Άρα ουν τα μέλη του Χριστού, ποιήσω πόρνης μέλη; Μη γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Και ημείς τούτο πράττομεν δια της «οργανικής» συνδέσεώς μας μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, το οποίον ουδέν άλλο είναι ειμή αναβίωσις της αθέου ανθρωπολατρείας – ειδωλολατρείας.

Είναι πλέον έσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, όπως η Ορθόδοξος Αγιοπατερική και Αγιοσαββίτικη Εκκλησία μας, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, των αγίων Ομολογητών, Μαρτύρων και Νεομαρτύρων, παύση να αναμιγνύεται εκκλησιαστικώς, ιεραρχικώς και λατρευτικώς μετά του ούτω καλουμένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και όπως αρνηθεί δια παντός την οιανδήποτε συμμετοχήν εις τας κοινάς προσευχάς και την λατρείαν (η οποία λατρεία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι όλη οργανικώς συνδεδεμένη εις μίαν ολότητα και συγκεφαλαιούται εις την θείαν Ευχαριστίαν), και γενικώς την συμμετοχήν εις οιανδήποτε εκκλησιαστικήν πράξιν, η οποία ως τοιαύτη, φέρει εν εαυτή και εκφράζει τον μοναδικόν και ανεπανάληπτον χαρακτήρα της Μίας, Αγία, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της πάντοτε Μιας και Μοναδικής.

Μη σμίγουσα εκκλησιαστικώς μετά των αιρετικών, είτε αν είναι αυτοί συγκεντρωμένοι πέριξ της Γενεύης, είτε πέριξ της Ρώμης, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία, κατά πάντα πιστή προς τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρας, δεν θα αρνηθή δια τούτο την Χριστιανικήν της αποστολήν και το ευαγγελικόν της χρέος: όπως ενώπιον του συγχρόνου κόσμου, όσον του μη ορθοδόξου, τόσον και του απίστου, ταπεινώς αλλά ευθαρσώς μαρτυρή περί της Αληθείας, της Παναληθείας, περί του ζώντος και αληθινού Θεανθρώπου και περί της πανσωστικής και παμμεταμορφωτικής δυνάμεως της Ορθοδοξίας. Οδηγουμένη υπό του Χριστού η Εκκλησία μας, δια του αγιοπατερικού πνεύματος και χαρακτήρος των θεολόγων της, πάντοτε θα είναι «έτοιμη προς απολογίαν παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3, 15). Και η Ελπίς ημών νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων και εις όλην την αιωνιότητα είναι μία και μοναδική: Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός εν τω Θεανθρωπίνω του σώματι, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων. Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι οφείλουν να συμμετέχουν όχι εις «οικουμενικάς κοινάς προσευχάς», αλλ’ εις θεολογικούς διαλόγους εν τη Αληθεία και περί της Αληθείας, όπως δια μέσου των αιώνων έπραττον οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας. Η Αλήθεια της Ορθοδοξίας και της Ορθοπιστίας είναι «μερίς» μόνον των σωζομένων» (πρβλ 7ος κανών Β΄ Οικουμ. Συνόδου).

Παναληθές είναι το Ευαγγέλιον του αγίου Αποστόλου: «σωτηρία εν αγιασμώ και πίστει αληθείας» (Β΄ Θες. 2,13). Η θεανθρωπίνη πίστις είναι η πίστις της Αληθείας. Η Ουσία αυτής της πίστεως είναι η Αλήθεια, είναι η μόνη Παναλήθεια, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Χριστός. Η δε θεανθρωπίνη αγάπη είναι «η αγάπη της Αληθείας»(Β΄Θες. 2,10). Η ουσία αυτής της αγάπης είναι η Παναλήθεια, δηλ. ο Θεάνθρωπο Χριστός. Και αυτή η Πίστις και αυτή η Αγάπη είναι η καρδία και η συνείδησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πάντα ταύτα διεφυλάχθησαν αλώβητα μόνον εν τη αγιοπατερική Ορθοδοξία, περί της οποίας οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι κεκλημένοι να μαρτυρούν αφόβως ενώπιον της Δύσεως και της ψευδοπίστεώς της και της ψευδοαγάπης της.

Ιερά Μονή Τσελιέ 13/26 Νοεμβρίου 1974.

Συνιστά εαυτόν ταις αγίαις αποστολικαίς προσευχαίς της Υμετέρας Πανιερότητος και των αγίων Πατέρων της Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων, ο ανάξιος Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος (Πόποβιτς).

Πηγή: impantokratoros.gr

Ορθοδοξία και Ορθοπραξία.


Αρχιμανδρίτου Λ.Μ.Γ.
Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με 
 
Η Ορθοδοξία, αγαπητοί αδελφοί, της οποίας εορτάζουμε το θρίαμβο, είνε το καύχημα όλων μας. Όλων χωρίς καμμία σχεδόν εξαίρεσι. Κατά παράδοξο τρόπο ακόμη και μη θρησκεύοντες Έλληνες, άνθρωποι που δεν έχουν πολλή σχέσι με την Εκκλησία και δεν γνωρίζουν την Ορθοδοξία και πάρα πολύ καλά, καταλαβαίνουν εν τούτοις, ότι η θρησκεία αυτού του τόπου αποτελεί ένα θησαυρό, και εκφράζονται με καμάρι γι' αυτήν. Πολλοί από αυτούς ενθουσιάζονται και από αισθητικά στοιχεία του ελληνορθοδόξου πολιτισμού, είτε της αρχιτεκτονικής είτε της ζωγραφικής είτε της μουσικής είτε της ποικίλης χειροτεχνίας, που μιλούν μέσα στο είναι τους σαν μητρική γλώσσα. συγκινούνται από σχήματα, χρώματα, ήχους, ευωδίες, γεύσεις, μορφές και γραμμές, κατά ένα αυθόρμητο ανεξήγητο τρόπο.

Τύπος και ουσία.

Αυτά όμως δεν αποτελούν βέβαια την ουσία της Ορθοδοξίας. Γι' αυτό, και όταν αυτά κάποτε λείπουν, η Ορθοδοξία δεν παύει να υπάρχη. Πέρασε άλλωστε, τόσο σε παλαιότερα όσο και σε νεώτερα χρόνια, μικρότερες ή μεγαλύτερες περιόδους στη ζωή της και χωρίς αυτά, χωρίς να έχη λ.χ. καμπάνες να καλούν στη λατρεία και χωρίς να διαθέτη βυζαντινούς ναούς στολισμένους με εικόνες και ντυμένους με τη ζεστασιά των λειτουργικών της τεχνών. Η Εκκλησία των διωγμών και των κατακομβών στους πρώτους αιώνες, η Εκκλησία του γένους μας κατά την Τουρκοκρατία, αλλά και η Εκκλησία των χωρών του παραπετάσματος μέχρι την περεστρόικα, δεν είχε αυτά τα εξωτερικά βοηθήματα. Και όμως έζησε και τότε. Τέτοια αισθητικά στοιχεία, σαν αυτά που αναφέραμε προηγουμένως, αποτελούν την εξωτερική της μορφή, το ένδυμα του σώματός της, τον φλοιό του καρπού της, τον τύπο όπως λέμε. Χρειάζονται ασφαλώς και αυτά, είνε ωραία και έχουν αξία, χρειάζεται δηλαδή και ο τύπος. Δεν είνε όμως αυτά η ουσία.

Ποια είνε η ουσία της Ορθοδοξίας, ο καρπός, το είναι της, ποια είνε εκείνα που χωρίς αυτά δεν υπάρχει; Η ουσία της Ορθοδοξίας είνε, αδελφοί μου, πρώτον το δόγμα και η θεολογία της, οι αποκεκαλυμμένες δηλαδή διά Πνεύματος αγίου αλήθειες, που εμπιστεύθηκε στα χέρια της ο Θείος Ιδρυτής και Θεμελιωτής της διά του θεοπνεύστου κανόνος των αγίων Γραφών, και που εξήγησαν οι πατέρες και διδάσκαλοι διατυπώνοντας τους δογματικούς όρους. Είνε κατόπιν η αρετή και αγιότης του βίου της, με την οποία επιβεβαιώνεται, στο πρόσωπο των τέκνων της, των αγίων μαρτύρων, των ομολογητών και των οσίων της, η αγάπη και υπακοή της στις εντολές του ουρανίου Νυμφίου και Σωτήρος της. Είνε επίσης το ιερό συνοδικό πολίτευμα, με το οποίο ωργάνωσε την παρουσία της μέσα στον κόσμο και διεφύλαξε την ενότητά της μέσα στην ιστορία. Είνε ακόμη η προσευχή, η λατρεία και τα μυστήριά της, με τα οποία κρατεί αδιάκοπη την αποστολική διαδοχή και κοινωνεί και ενώνεται αδιαλείπτως με την μυστική Κεφαλή της. Είνε τέλος η όλη πνευματικότης και ο μυστικισμός της, που την διατηρούν στο σωστό προσανατολισμό μέσα σ' ένα κόσμο υλόφρονα, πολυπράγμονα, διαρκώς μεταβαλλόμενο και συχνά αλλοπρόσαλλο. Με ένα λόγο ουσία της Ορθοδοξίας είνε η βιβλική, αποστολική και πατερική της παράδοσις, που την καθιστούν σώμα Χριστού και την κρατούν μακριά από υπερβολές και ελλείψεις στη μέση και βασιλική οδό, που οδηγεί με ασφάλεια στον θεοχάρακτο προορισμό της, στην θέωσι του ανθρώπου.

Απ' όλα αυτά τα ουσιαστικά στοιχεία, μπορούμε να πούμε ότι κύρια, θεμελιώδη και περιεκτικά όλων των άλλων είνε τα δύο πρώτα. το δόγμα και το ήθος, η πίστι και η ζωή, η ορθοδοξία και η ορθοπραξία, ή ακόμη απλούστερα το τί πιστεύει και το πώς ζη ο ορθόδοξος Χριστιανός. Αυτά τα δύο είνε απαραίτητα για τη σωτηρία μας, όπως είνε απαραίτητα στη βάρκα τα δύο κουπιά για να ταξιδέψη και στο πουλί τα δύο φτερά για να πετάξη. με ένα φτερό το πουλί πέφτει στο χώμα και με ένα κουπί η βάρκα στριφογυρίζει διαρκώς στο ίδιο σημείο. Για να σωθούμε, χρειάζεται να έχουμε και ορθοδοξία και ορθοπραξία. για να διαπλεύσουμε το πέλαγος του παρόντος βίου και να φθάσουμε στο λιμάνι του παραδείσου, μας χρειάζονται και τα δύο αυτά κουπιά. και για να πετάξουμε στα ύψη της ουρανίου βασιλείας, είνε απαραίτητα και τα δύο αυτά φτερά. Γι' αυτό στην αγία Γραφή τονίζονται και τα δύο. «Η πίστις σου σέσωκέ σε» (Ματθ. 9, 22) λέει, αλλά και «η πίστις, εάν μη έργα έχη, νεκρά εστι καθ' ε­αυτήν» και «η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστι» (Ιάκ. 2, 17, 26). «Ούτε πολιτείας ακρίβεια καθ' εαυτήν μη διά της εις Θεόν πίστεως πεφωτισμένη ωφέλιμος, ούτε ορθή ομολογία αγαθών έργων άμοιρος ούσα παραστήσαι ημάς δυνήσεται τω Κυρίω, αλλά δει αμφότερα συνείναι, "ίνα άρτιος η ο του Θεού άνθρωπος" (Β' Τιμ. 3, 17) και μη κατά το ελλείπον χωλαίνει ημών η ζωή. Πίστις γάρ εστιν η σώζουσα ημάς, ως φησιν ο απόστολος, "δι' αγάπης ενεργουμένη" (Γαλ. 5, 6)» (Μ. Βασίλειος Ε.Π.Ε. 3, 324. P.G. 32, 1040Α). Δηλαδή. Ούτε η προσεκτική ζωή καθ' εαυτήν είνε ωφέλιμη, αν δεν έχη φωτισθή διά της πίστεως στον Θεό, ούτε η ορθή ομολογία θα μπορέση να μας δικαιώση εμπρός στο κριτήριο του Κυρίου, αν δεν συνοδεύεται από καλά έργα, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν και τα δύο, «για να είνε άρτιος ο άνθρωπος του Θεού» και να μην κουτσαίνη η ζωή μας ως προς το μέρος που λείπει. Διότι η πίστι είνε αυτή που μας σώζει, όπως λέει ο απόστολος, «όταν δείχνεται ζωντανή με έργα».

Όταν τα δύο αυτά συνυπάρχουν και αλληλοενισχύωνται, τότε είμαστε στο σωστό δρόμο, έχουμε ελπίδα σωτηρίας. Αλλά την ορθοδοξία εμείς την έχουμε ως κληρονομία από τους προγόνους και τους γονείς μας. δεν κουραστήκαμε για να την αποκτήσουμε. Τί γίνεται όμως με την ορθοπραξία; Εδώ καλούμεθα να αγωνιστούμε. Λέει ο Μ. Βασίλειος. «Την μεν πίστιν ομολογούμεν πάντες, ουκέτι δε πάντες κατά τας εντολάς πολιτευόμεθα», την μεν ορθή πίστι όλοι την ομολογούμε, αλλά δεν ζούμε όλοι κατά τις θείες εντολές (P.G. 30, 236B-C). Όταν προσπαθούμε να έχουμε και την ορθοπραξία, τότε έχουμε τους εξής τρεις πολύτιμους καρπούς: Πρώτον, δείχνουμε εμπράκτως την αγάπη μας στο Χριστό, πράγμα που μας το ζητάει και εκείνος για να μας ανταποδώση και τη δική του αγάπη πλουσιοπάροχα. Δεύτερον, δείχνουμε συνέπεια στο πιστεύω μας, πράγμα που αποτελεί μια καλή μαρτυρία στους γύρω μας. Και τρίτον, εδραιώνεται και μέσα μας ακόμη περισσότερο η βεβαιότης ότι η πίστι μας είνε αληθινή. Ας δούμε αυτά τα τρία λίγο πιο αναλυτικά.

1. Αγάπη προς το Χριστό.

Σε κάθε ανθρώπινη σχέσι η αγάπη επιβάλλει σεβασμό στη θέλησι και στο λόγο του άλλου. Δεν μπορείς να λες ότι αγαπάς τον πατέρα σου ή τον αδελφό σου ή το φίλο σου ή τη σύζυγό σου ή το παιδί σου, τη στιγμή που δείχνεις πως δεν υπολογίζεις τη γνώμη τους ή την επιθυμία τους. Αν προσέχης τα λόγια τους και είσαι πρόθυμος να κάνης ό,τι σου ζητούν, δείχνεις πως τους αγαπάς. Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό στη σχέσι μας με το Χριστό και Θεό μας. Η τήρησις των εντολών του Χριστού είνε το δείγμα της αγάπης μας προς αυτόν. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας γράφει. «Αύτη εστίν η αγάπη του Θεού, ίνα τας εντολάς αυτού τηρώμεν». αυτό θα πη ν' αγαπούμε το Θεό, να τηρούμε τις εντολές του (Α' Ιωάν. 5, 3). Τήρησις των εντολών σημαίνει ορθοπραξία. Και ο Χριστός το είπε κατ' επανάληψιν. Όποιος με αγαπά, θα το δείξη τηρώντας τις εντολές μου. «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε (αν μ' αγαπάτε, τηρήστε τις εντολές μου)... Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με (όποιος κρατεί και τηρεί τις εντολές μου, εκείνος είνε που με αγαπά)» (Ιω­άν. 14, 15, 21).

Θέλει έμπρακτη την απόδειξι της αγάπης μας ο Χριστός. Και όταν την βλέπη σ' εμάς, τότε μας την ανταποδίδει. Τον αγαπούμε εμπράκτως; μας αγαπά κι αυτός. «Εάν τας εντολάς μου τηρήσητε, μενείτε εν τη αγάπη μου (αν τηρήσετε τις εντολές μου, θα μείνετε στην αγάπη μου, εγώ θα σας αγαπώ)» (Ιωάν. 15, 10). Και υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία και ασφάλεια από το να σ' αγαπά ο Θεός;

Αν όμως εμείς δεν υπολογίζουμε τις εντολές του, τί περιμένουμε; Πώς να μας αγαπά, όταν εμείς περιφρονούμε και καταπατούμε τις εντολές του; Όχι αγάπη και έλεος από το Θεό, αλλά οργή και τιμωρία θα μας περιμένη.

2. Συνέπεια στο πιστεύω μας - απήχησι στους γύρω μας.

Έπειτα, όταν έχουμε ορθοπραξία, ενάρετη ζωή, τότε είμαστε συνεπείς με το πιστεύω μας. διαφορετικά, οι λεγόμενοι ορθόδοξοι είμεθα ασυνεπείς και υποκριταί. «Δεν ωφελούμεθα σε τίποτα προς σωτηρίαν από την ορθή πίστι μας όταν η ζωή μας είνε διεφθαρμένη», φωνάζει ο ι. Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε. 12, 522-524. P.G. 59, 50). διότι άλλα λέμε και άλλα πράττουμε, άλλα διακηρύσσουμε και άλλα εφαρμόζουμε.

Όποιος μαζί με την ορθή πίστι προσπαθεί να έχη και ορθή ζωή, αυτός δίδει καλή μαρτυρία για την πί­στι του και κάνει και τους έξω, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον να τη σέβωνται. Η πρώτη Εκκλησία ακτινοβολούσε χάρι και δύναμι στον κόσμο, διότι ο βίος της ήτο συνεπής με την πίστι της. Και πάντα όταν ο Χριστιανός αγωνίζεται να εφαρμόζη αυτά που πιστεύει, είνε σεβαστός και απολαύει κάποιας τιμής μέσα στην κοινωνία που τον περιβάλλει, ακόμη και όταν όλοι αυτοί δεν συμφωνούν με την πίστι του.

Και όχι μόνο τιμή και σεβασμό. Ο συνεπής Χριστιανός γίνεται σιγά - σιγά μαγνήτης που ελκύει και τους άλλους στην πίστι του. Λέει ο Μ. Βασίλειος. «Δέλεάρ εστι προς την της αληθείας πιθανότητα η κατά την πολιτείαν επιδεικνυμένη ακρίβεια». δόλωμα, αγαθό δόλωμα, που ελκύει και πείθει για την αλήθεια της πίστεώς του, γίνεται η ακρίβεια που δείχνει ο Χριστιανός στη ζωή του (P.G. 30, 637C). Ένα παράδειγμα από την ιστορία. λοιμός επικρατούσε στην Αλεξάνδρεια, και ο κίνδυνος να μεταδοθή η ασθένεια και σε άλλους έκανε και στενούς ακόμα συγγενείς να εγκαταλείπουν τους αρρώστους μόνους στα σπίτια και ν' απομακρύνωνται από φόβο για τη ζωή τους. αλλά οι Χριστιανοί πλησίαζαν, έμπαιναν στα σπίτια αυτά με κίνδυνο της ζωής τους, και συμπαρίσταντο στους εγκαταλελειμμένους ασθενείς ειδωλολάτρες. Τότε πολλοί είπαν: Η δική σας πίστι είνε αληθινή, θέλουμε κ' εμείς να γίνουμε Χριστιανοί. Χωρίς λόγια ή κήρυγμα, και μόνη της η ζωή φωνάζει και καλεί στην αληθινή πίστι. Έτσι εξηγείται πώς η Εκκλησία και υπό διωγμούς και κατατρεγμούς, αντί να εξασθενή και να διαλύεται, ενισχύετο και εξαπλωνόταν. Όσο το αίμα των παιδιών της εχύνετο, τόσο περισσότερο αυτή διεδίδετο. Αλλά και εν καιρώ ειρήνης. έλεγε ο ειδωλολάτρης διδάσκαλος της ρητορικής Λιβάνιος για τη μητέρα του μαθητού του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου «Βαβαί οίαι γυναίκες παρά Χριστιανοίς εισι», πω πω τί γυναίκες υπάρχουν στους Χριστιανούς! Η αγία ζωή και το ένδοξο τέλος των Χριστιανών εκείνων, η ομολογία και το μαρτύριό τους, ήταν η πιο έγκυρη υπογραφή με την οποία επεσφράγιζαν την ορθή και άμωμο πίστι τους.

Εκ του αντιθέτου, όταν η ορθή πίστι δεν συνοδεύεται και από ορθή ζωή, τότε ο Χριστιανός κάνει την πίστι του ανάξια σεβασμού. «Όταν εμείς εν έργοις ασχημονώμεν, ποίοις στόμασι διαλεξόμεθα περί δογμάτων;», όταν εμείς ασχημονούμε με τα έργα μας, με ποια στόματα θα μιλήσουμε για τις αλήθειες της πί­στεώς μας; λέει ο ι. Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε. 16Β', 498-502. P.G. 60, 440). Όχι μόνο ανάξια σεβασμού αλλά και άξια διπλού χλευασμού κάνει την πίστι του ο ασυνεπής Χριστιανός. «Ο πιστός, βίον καταγέλαστον ζων, έσται μειζόνως καταγέλαστος», όταν ο πιστός ζη μια καταγέλαστη ζωή, θα γίνη περισσότερο καταγέλαστος (εν συγκρίσει με κάποιον άλλο), λέει πάλι ο ι. Χρυσόστομος (Ε.Π.Ε. 17, 66. P.G. 60, 490). Και προχωρεί ακόμα περισσότερο λέγοντας. «Αιτία της σημερινής απιστίας είναι ο δικός μας ρυπαρός βίος» (Ε.Π.Ε. 18, 162. P.G. 61, 52). Το δε αποκορύφωμα της ενοχής μας ποιο είνε; Ότι η ασυνέπειά μας κάνει να βλασφημήται το όνομα του Θεού. «Ουδείς αν ην έλλην ει ημείς ήμεν Χριστιανοί, ως δει (κανένας δεν θα ήταν ειδωλολάτρης, αν εμείς ήμασταν Χριστιανοί όπως πρέπει). Ας δείξουμε επί της γης ουράνια πολιτεία, για να προσελκύσουμε και τους άλλους στην πί­στι» (Χρυσόστομος Ε.Π.Ε. 23, 282-286. P.G. 62, 551-552).

3. Βεβαιότης και εμπέδωσις μέσα μας.

Ο πρώτος λοιπόν πολύτιμος καρπός από το ταίριασμα ορθοπραξίας και ορθοδοξίας είνε η οφειλομένη αγάπη μας προς το Χριστό και η δική του θεία αγάπη προς εμάς, ο δεύτερος είνε ότι η συνέπεια με το πιστεύω μας δημιουργεί καλή απήχησι στους γύρω μας και τους ελκύει στην πίστι μας. Και ο τρίτος; Όταν ο πιστός αγωνίζεται να τηρή τις εντολές του Χριστού και της Εκκλησίας του, πραγματοποιεί ένα σπουδαίο πείραμα. Πειραματίζεται, πάνω στην ίδια την προσωπική του πορεία, μ' αυτό που πίστεψε και αποδέχθηκε ως οδηγητικό κανόνα της ζωής του. Πολεμώντας την αμαρτία και τα πάθη του, διακρίνει καθαρώτερα πλέον τον κόσμο της βασιλείας του Θεού, βεβαιώνεται για την οντότητα της Εκκλησίας του, αποκτά ακράδαντη πεποίθησι για την υπόστασί της.

Φανταστήτε, αγαπητοί μου αδελφοί, ένα ναυτικό που θέλει να ταξιδέψη. Παίρνει μια πυξίδα, τη στερεώνει στο τιμόνι του πλοίου του, και αρχίζει δοκιμαστικώς να ταξιδεύη ακολουθώντας τις ενδείξεις της. τί διαπιστώνει; ότι μ' αυτήν φθάνει τελικώς σε αίσιο τέρμα, στο λιμάνι που ήθελε. Ε, αυτό τον βεβαιώνει, ότι μ' αυτήν θα έχη πάντα ασφάλεια στα ταξίδια του. Έτσι και εκείνος που ασπάσθηκε την Ορθοδοξία. αρχίζει να πειθαρχή στα λόγια της Κεφαλής της Εκκλησίας, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δηλαδή στις εντολές του Ευαγγελίου. Όσο δύσκολες και αν φαίνονται στην αρχή, αυτός συνεχίζει σταθερά να αγωνίζεται. Δοκιμάζει π.χ. να προσεύχεται και να εκκλησιάζεται ανελλιπώς, να απέχη από τις αιτίες και αφορμές της αμαρτίας, να μετανοή για τ' αμαρτήματά του και να τα εξομολογήται σε πνευματικό πατέρα, να μετέχη στα ιερά μυστήρια, να μη λέη ψέματα, να είνε τίμιος και εργατικός, να ελεή και να βοηθή τον πλησίον του, να είνε όσο μπορεί περισσότερο ταπεινός και ήσυχος, να αγαπά ει δυνατόν όλο τον κόσμο και πάνω απ' όλα το Θεό. Τώρα μια ειρήνη βαθειά απλώνεται μέσα του και ακτινοβολεί γύρω του. Ε αυτός, εκτός από τους άλλους λόγους για τους οποίους τον είλκυσε στην αρχή η Ορθοδοξία, έχει τώρα και μέσα από την προσωπική πείρα του μία νέα ισχυρή μαρτυρία που τον βεβαιώνει ότι η πίστι του είνε η σωστή. Η ορθοπραξία εδραιώνει την ορθοδοξία, η ζωή στερεώνει την πίστι, η πράξις εμπεδώνει τη θεωρία. Η τήρησις των εντολών του Χριστού βεβαιώνει τον πιστό, ότι δεν έκανε λάθος που τον ακολούθησε. Τον ενθουσιάζει και τον ισχυροποιεί στην πίστι του. Η ορθόδοξος ζωή εμπεδώνει την ορθόδοξο πίστι.

Αντιθέτως η φαύλη ζωή, όταν ο Χριστιανός δεν αγωνίζεται να την αποφύγη αλλά κάνη βαθμιαίως όλο και νέες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς, σιγά - σιγά διαβρώνει την ορθόδοξο πίστι του. Μένει βέβαια πάντα κάποια σπίθα ορθοδοξίας, αλλά κι αυτή κινδυνεύει να σβήση τελικώς μέσα στους ανέμους των συμβιβασμών και της ζωής των απολαύσεων. Ένα παράδειγμα. Στους λεγομένους «μεικτούς γάμους», γάμους δηλαδή ορθοδόξων με ετερόδοξα πρόσωπα, βλέπουμε συχνά το ορθόδοξο μέλος, άνδρα ή γυναίκα, ν' απεμπολή την πατρώα ευσέβεια, γιατί βρέθηκε μπλεγμένο είτε στο δέλεαρ του πλούτου είτε στα δίχτυα του έρωτος. Να μια περίπτωσι που η απουσία ορθού βίου, ορθοπραξίας, πνίγει την ορθοδοξία (κάτι που μιλώντας με εκκλησιαστική ακρίβεια συνιστούμε να αποφεύγεται).

Πριν τελειώσω, αδελφοί μου, θα μεταφέρω εδώ μερικά πατερικά λόγια, τα οποία παραθέτω μεταφρασμένα.

«Είναι απαραίτητος ο ενάρετος βίος μαζί με την ορθή πίστι. Ο Χριστός σε λίγα χωρία μιλάει για το τί να πιστεύουμε, ενώ σε πολλά μιλάει για το πώς να ζούμε, ή μάλλον για το πώς να ζούμε μιλάει παντού. Πρέπει η ζωή μας να είναι απηρτισμένη από όλες τις αρετές. Με την ελεημοσύνη ας φροντίζουμε ώστε η ζωή να είνε συνεπής» (Χρυσόστομος Ε.Π.Ε. 11, 532-536. P.G. 58, 613-614).

«Τί αποτελέσματα έχει ο διεφθαρμένος βίος. Ας φροντίζουμε να έχουμε καλόν βίον, για να μη δεχθού­με δόγματα κακά. Είνε απαραίτητο το υγιές δόγμα και ο ορθός βίος» (Χρυσόστομος Ε.Π.Ε. 16Β', 76-78. P.G. 60, 331-332).

«Η ακάθαρτη ζωή είνε εμπόδιο για τα υψηλά δόγματα. Αυτός που θέλει να βρη την αλήθεια πρέπει να είνε καθαρός από όλα τα πάθη» (Χρυσόστομος Ε.Π.Ε. 16Β', 498-502. P.G. 60, 440).

«Όπως η πλανεμένη πίστι γεννά συνήθως ακάθαρτη ζωή, έτσι και η διεφθαρμένη ζωή πολλές φορές γεννά πλάνη στην πίστι» (Χρυσόστομος Ε.Π.Ε. 27, 248. P.G. 51, 252).

«Δεν θα κερδίσουμε τίποτα έχοντας την ορθή πί­στι, όταν η ζωή μας είνε διεφθαρμένη. Όπως πάλι δεν υπάρχει όφελος από μία άψογη ζωή, όταν η πίστι δεν είνε υγιής» (Χρυσόστομος Ε.Π.Ε. 27, 336. P.G. 51, 287).

«Για να σωθούμε εμείς δεν αρκεί το να γνωρίζουμε τα ορθά δόγματα, αλλά χρειάζεται να έχουμε και άψογη διαγωγή» (Χρυσόστομος Ε.Π.Ε. 33, 350. P.G. 63, 516).

Είθε, με τη χάρι του Κυρίου, να φιλοτιμηθούμε ώστε να ασκηθούμε στην ορθοπραξία, που δικαιώνει την Ορθοδοξία μας.

Γνωρίζοντας οι ορθόδοξοι, ότι «εκτός της Εκκλησίας (δηλαδή της Ορθοδοξίας) δεν υπάρχει σωτηρία», και βλέποντας τους μεν λεγομένους χριστιανούς να είνε σχεδόν το ένα τρίτο (1/3) του πλανήτου, τους δε ορθοδόξους να είνε το ένα τρίτο (1/3) περίπου των χριστιανών, δηλαδή μια πολύ μικρή μειοψηφία μέσα στην σημερινή ανθρωπότητα, γεννώνται μέσα μας δύο σκέψεις.

Πρώτον διερωτώμεθα. τί θα γίνη όλο αυτό το πλήθος; Δεν θα γνωρίσουν αυτοί ποτέ το φως της αληθινής πίστεως για να σωθούν; Επειδή συνέβη να γεννηθούν ή ειδωλολάτρες ή βουδδισταί ή κομφουκιανισταί ή μωαμεθανοί ή ιουδαίοι ή προτεστάντες ή παπικοί ή χιλιασταί ή ό,τιδήποτε άλλο, θα μείνουν λοιπόν έξω από τη σωτηρία; Όχι. Γι' αυτό η Ορθοδοξία έχει μέσα στη φύσι της την ιεραποστολή, την αγνή ιεραποστολή, και την υπογραμμίζει ιδιαιτέρως την Κυριακή της Ορθοδοξίας, καθώς ακούμε στο ευαγγέλιο ο ένας να φέρνη τον άλλο στο Χριστό, ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ (βλ. Ιωάν. 1, 44-52).

Και η άλλη σκέψι. Εμείς τί καλό κάναμε άραγε και μας ευνόησε τόσο ο Κύριος, ώστε να γνωρίσουμε την αλήθεια του και ν' ανήκουμε στην μόνη σώζουσα Εκκλησία του; Διότι είνε όντως μεγάλη εύνοια αυτό. σε ένα χωρίο της θεοπνεύστου Γραφής το να βρη ο άνθρωπος την αληθινή και σώζουσα πίστι χαρακτηρίζεται ως λαχείο (βλ. Β' Πέτρ. 1, 1). Μεροληπτεί λοιπόν ο Θεός; Όχι ασφαλώς, αδελφοί μου. Ο Θεός είνε δίκαιος. Όσοι αξιώθηκαν να γίνουν μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έγιναν κατά τις ανεξερεύνητες βουλές του Θεού βέβαια, αλλ' έγιναν και παραμένουν, και διότι οι ίδιοι το θέλουν. Η ελευθερία του ανθρώπου υπάρχει πάντα και είνε σεβαστή από τον Θεό. Ο Χριστός λέει σε κάθε άνθρωπο.. εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ' αυτού και αυτός μετ' εμού» (Απ. 3, 20). Το μεγάλο δικαίωμα ανήκει σε όλους. ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμ. 2, 4), και το φως του Χριστού «φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάν. 1, 9). Αν το να δεχθή κάποιος την σωτήριο πίστι της Ορθοδοξίας χαρακτηρίζεται ως λαχείο, αυτό λέγεται για να δειχθή το μέγεθος του κέρδους, ο απερίγραπτος πλούτος που του χαρίζεται. όχι διότι κάποιος άλλος δεν μπορεί ν' απολαύση τον ίδιο πλούτο. Γι' αυτό ο πλούτος της χάριτος και της σωτηρίας σε άλλα σημεία της Γραφής χαρακτηρίζεται ως «δωρεά» και ως «χάρις», δηλαδή χάρισμα, που προσφέρεται σε όλους (βλ. Ιωάν. 4, 10 κ.α. Πράξ. 11, 23 κ.α.). Δεν υπάρχει, όπως γνωρίζουμε, απόλυτος προορισμός. η ορθόδοξος πίστις απορρίπτει τη δοξασία περί απολύτου προορισμού. «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω

Ότι έτσι είνε τα πράγματα το δείχνει άλλωστε και η καθημερινή πραγματικότης. Βλέπουμε παιδιά γεννημένα μέσα στην Ορθοδοξία και βαπτισμένα στην κολυμβήθρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μεγαλώνοντας, ν' απαρνούνται την πίστι τους και ν' ασπάζωνται άλλα δόγματα ή και άλλες θρησκείες, χωρίς να τους εμποδίζη σ' αυτή την επιλογή ο Θεός. Αλλά πληροφορούμεθα καθημερινώς και το αντίστροφο. άνθρωποι άλλων θρησκειών και άλλων δογμάτων δείχνουν ενδιαφέρον και πλησιάζουν την Ορθοδοξία, γίνονται κατηχούμενοι και τέλος βαπτίζονται στην κολυμβήθρα της Ορθοδοξίας.

Όσο λυπηρό είνε ότι κάποιοι «απωθούν το λόγο του Θεού» δεν κρίνουν τους εαυτούς των «αξίους της αιωνίου ζωής» (Πράξ. 13, 46), τόσο ευχάριστο είνε ότι κάποιοι άλλοι από τα πέρατα της γης, ειδωλολάτρες της Αφρικής και της Ασίας, δείχνονται άξιοι να δεχθούν την Ορθοδοξία κάνοντας υπακοή στις εντολές του Χριστού. «Όταν τους πούμε ότι κάτι είνε αποστολική παράδοσις, π.χ. το να νηστεύουν Τετάρτη και Παρασκευή, αμέσως το δέχονται και το τηρούν χωρίς άλλο λόγο», έλεγε ο επίσκοπος Γκάνας Παντελεήμων. Και ορθόδοξοι Χριστιανοί της Ελλάδος δείχνονται ανάξιοι της Ορθοδοξίας, χλευάζοντας «τα κεριά και τα λιβάνια» και αποκαλώντας τις προσευχές «πατερμά». Άλλοι χάνουν και άλλοι κερδίζουν την Ορθοδοξία, αναλόγως της στάσεως και της ζωής τους, δηλαδή της ορθοδοξίας ή κακοπραξίας τους. Επαναλαμβάνεται η ιστορία των πρωτοτοκίων του Ησαύ με τον Ιακώβ (βλ. Γέν. κεφ. 27) και ισχύει ο λόγος του Χριστού «Και έσονται πρώτοι έσχατοι και έσχατοι πρώτοι» (Ματθ. 19, 30 κ.α.).

«ΑΔΕΛΦΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ» ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ Λ.Μ.Γ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» 

Πηγή: impantokratoros.gr

Μέ ποιό τρόπο νικοῦν οἱ χριστιανοί τόν κόσμο...

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς)
 
Αυτός ο κόσμος είναι πεδίο μάχης στο οποίο συνέχεια δίδεται ο αγώνας για τον Χριστό και ενάντια στο Χριστό. Εκείνοι που είναι από τον Θεό παλεύουν για τον Χριστό και νικούν εκείνους που είναι ενάντια στον Χριστό, τους νικούν με τον Χριστό-Θεό που είναι μέσα τους. Αυτός είναι στους ανθρώπινους κόσμους μας ο μόνος Νικητής της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. Ο,τιδήποτε προέρχεται απ’ αυτά και εργάζεται γι’ αυτά, είτε αυτό είναι επιστήμη, ή πολιτισμός, ή θρησκεία, ή τέχνη, ή φιλοσοφία, ή κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα έχει νικηθεί από τον Χριστό. Οι σκλάβοι των αντιχριστιανικών ιδεών (και είναι πάντα του αντιχρίστου) είναι ποικίλοι και πολυάριθμοι, και μ’ όλα τα μέσα μάχονται ενάντια στον Χριστό.
 
Πράγματι, «ότι ουκ έστιν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις (Εφεσ. Στ', 12). Η πανοπλία της πάλης μας είναι οι ευαγγελικές αρετές: η μακροθυμία, η αγάπη προς τους εχθρούς, η προσευχή, η νηστεία, η αλήθεια, το δίκαιο, η καλωσύνη, η πραότητα, η ταπεινοφροσύνη και άλλα (βλ. Εφεσ. Στ', 13-18). 

Παλεύοντας με τούτα τα όπλα, εμείς πάντα «υπερνικώμεν» με τη βοήθεια του Κυρίου Χριστού, ο οποίος μας αγαπά (Ρωμ. η', 37). Γι’ αυτό ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Υμείς εκ του Θεού εστε, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω».

π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ

Πηγή: hristospanagia.gr

(Σχόλιο Εγκολπίου: Αν είμασταν Χριστιανοί όπως πρέπει δεν θα υπήρχαν ειδωλολάτρες, είχε πει ο μέγας Χρυσόστομος, ο άγιος Ιωάννης. Σήμερα με τόσα σχίσματα, αιρέσεις, νεοειδωλατρίες, υλιστικό τρόπο ζωής και τόσα φαινόμενα αποστασίας, ποιος τολμά να πει ότι είμαστε πραγματικοί Χριστιανοί αλλά για όλ' αυτά φταίνε οι άλλοι; Δυστυχώς τολμούν πολλοί...)

Πῶς διακρίνονται τά τέκνα τοῦ Θεοῦ ἀπό τά τέκνα τοῦ διαβόλου.

Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε (Πόποβιτς)
 
«Εν τούτω φανερά εστι τα τέκνα του Θεού και τα τέκνα του διαβόλου∙ πας ο μη ποιών δικαιοσύνην ουκ έστιν εκ του Θεού και ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού (Α’ Ιωάν. 3,10).»
 
Από το δίκαιο και την αγάπη διακρίνονται τα τέκνα του Θεού σ’ αυτόν τον κόσμο από τα τέκνα του διαβόλου. Ενώ τα τέκνα του διαβόλου διακρίνονται από την αδικία και το μίσος, από την αμαρτία και την ανομία.
 
Στην πραγματικότητα υπάρχουν στον κόσμο δύο οικογένειες: του Θεού και του διαβόλου. Κάθε άνθρωπος ανήκει σε μία απ’ αυτές. Εάν είναι φιλοδίκαιος, ανήκει στου Θεού. Εάν είναι φιλάμαρτος – στου διαβόλου.
 
«Ουκ έστιν εκ του Θεού» όχι μόνο όποιος πράττει αδικία, αλλά και «πας ο μη ποιών δικαιοσύνην»∙ «ουκ έστιν εκ του Θεού» όχι μόνο όποιος μισεί τον αδελφό του, αλλά και «ο μη αγαπών τον αδελφόν αυτού».
 
Είναι το αλάνθαστο ευαγγελικό θεανθρώπινο μέτρο που σωστά δείχνει σε ποια από τις δύο οικογένειες ανήκει κάθε άνθρωπος: στου Θεού ή στου διαβόλου. Το δίκαιο και η αγάπη: το δίκαιο ως σύνολο όλων των ευαγγελικών αρετών, η αγάπη ως θεϊκή δύναμη που τις πραγματώνει, είναι το σημάδι των παιδιών του Θεού, των υιών του Θεού σ’ αυτόν τον κόσμο.
 
Γι’ αυτά και δι’ αυτών εκείνοι ζουν και λόγω αυτών πεθαίνουν. Το ανθρώπινο ον μπαίνει στην οικογένεια του Θεού, στη βασιλεία του Θεού, μόνο εάν η δικαιοσύνη του είναι «πλείον των γραμματέων και Φαρισαίων» (Ματθ. Ε΄, 20), δηλαδή εάν είναι θεϊκή, θεανθρώπινη, και όχι ανθρώπινη, ουμανιστική, ανθρωποπρεπής.

π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ

Πηγή: hristospanagia.gr
 
(Σχόλιο Εγκολπίου: Πόσοι από μας που νομίζουμε ότι είμαστε Χριστιανοί και μάλιστα Ορθόδοξοι, είμαστε πραγματικοί μαθητές του Χριστού; Εκείνος μας λέει στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο του, ότι αυτό θα είναι το γνώρισμα μας στους άλλους ότι είμαστε μαθητές του, αν έχουμε αγάπη μεταξύ μας. 

Όμως τί κατήφορος πνευματικός! Τί πτώση έχουμε οι σημερινοί Χριστιανοί όταν λοιδορούμε τον διπλανό μας, όταν καταδικάζουμε τους άλλους για τις διαφορετικές τους απόψεις αντί να ευχόμεθα στον Κύριο να μας φωτίζει όλους. 
 
Τί στεγανά έχουμε οι σημερινοί Χριστιανοί που απορρίπτουμε όχι τις κακές ιδέες αλλά κρίνουμε και τον άνθρωπο που τις έχει, αντί ν' αφήσουμε την κρίση στον Θεό. Μικροί πάπες, μικροί αλάθητοι που μιλούμε σαν αυθεντίες χωρίς καμία αυθεντία. 
 
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει πολύ ευαγγελικά ότι δεν πρέπει να αποστρεφόμεθα τον άνθρωπο αλλά τις ιδέες του αν αυτές είναι κατά του Θεού και κατά των ανθρώπων. Εμείς σήμερα έχουμε το φρικτό έθιμο να απορρίπτουμε ως λάθος ό,τι δεν γνωρίζουμε, και μάλιστα ν' απορρίπτουμε και τον άνθρωπο γιατί διαφωνεί μαζί μας. Δηλαδή καταργούμε την εντολή του Θεού για αγάπη και κρατάμε τις ιδέες μας ως το στέγαστρο του εγώ μας.
 
Και αν οι ιδέες μας είναι αντιβιβλικές και αντιπατερικές πόσο μακρυά είμαστε από τον Ιησού τον Κύριο μας;)

Γιατί ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος; Τί εἶναι ὁ Παράδεισος καί τί ἡ Κόλαση; Τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία;

Αγίου Ιουστίνου Ποποβιτς
 
Πράγματι η αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους δεν μπορούσε με τίποτα να καταδειχθεί καλύτερα παρά με τούτο: «απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον» (τον Θεό Λόγο), ώστε οι άνθρωποι να «ζήσωμεν δι’ αυτού».
 
Η ζωή του Θεού με την ενσάρκωση του Λόγου έγινε η δική μας, ανθρώπινη ζωή. Ο λόγος έγινε άνθρωπος, για μα δώσει στον άνθρωπο την ζωή του Θεού, να τον μάθει αυτήν την ζωή και να του δώσει τις δυνάμεις να μπορεί να πραγματώνει τούτη την ζωή και ανθρώπινες συνθήκες.
 
Ποια είναι η θεϊκή ζωή; Η ζωή του Ιησού Χριστού στην γη. Σε τι έγκειται τούτη η θεϊκή ζωή; Στο βίωμα της θείας Αλήθειας, της θείας Αγάπης, της θείας Δικαιοσύνης, της θείας Αγιοσύνης, και των υπολοίπων θείων ιδιοτήτων. Όλες αυτές τις θεϊκές ζωτικές δυνάμεις ο Θεάνθρωπος τις μετέφερε στο δικό μας ανθρώπινο κόσμο και τις μεταμόρφωσε στη δική μας ανθρώπινη ζωή. Εκείνος μπήκε στην ζωή μας, έφερε μέσα της τις δυνάμεις της θεϊκής ζωής κι έτσι μεταμόρφωσε τη δική μας ανθρώπινη ζωή σε θεοζωή.Σε τούτο έγκειται όλο το μυστήριο, όλη η αγάπη του Θεού προς εμάς τους ανθρώπους.
 
Έτσι ο Θεάνθρωπος με τον πιο τέλειο τρόπο έλυσε το πρόβλημα της ανθρώπινης ζωής.
 
Οι άνθρωποι είναι κτισμένοι θεόμορφοι λόγω τούτης της θεοζωής. Εάν οι άνθρωποι ζούσαν με τις δυνάμεις της θεομορφίας και του θεοπόθου, όλο και περισσότερο και πληρέστερα θα πραγμάτωναν την θεοζωή και έτσι για πάντα θα παρέμεναν στον παράδεισο. Επειδή ο παράδεισος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εν Θεώ ζωή, η ζωή με τον Θεό, η θεοζωή. Μόλις ο άνθρωπος έβαλε την αμαρτία μέσα του, στην ζωή του, άρχισε να μεταμορφώνει την ζωή του σε διαβολοζωή. Επειδή ζωή με την αμαρτία σημαίνει ζωή με τον διάβολο, επειδή ο διάβολος ζεί μόνο με την αμαρτία. Θέλεις να μάθεις με τι ζει ο διάβολος; Πράττε την αμαρτία και θα μάθεις. Επειδή στην αμαρτία είναι όλο το μυστικό της ζωής του.
 
Ο διάβολος είναι όλος στην αμαρτία και ούτε καν υφίσταται έξω απ’ αυτήν. Και όπου είναι ο διάβολος, εκεί είναι και η κόλαση. Η κόλαση δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ζωή μέσα στις αμαρτίες. Στην πραγματικότητα, η θεοζωή και η διαβολοζωή, η θεοφιλία και η διαβολοφιλία, είναι οι μόνοι δύο τρόποι ανθρώπινης ζωής στην γη και σε άλλους κόσμους, οι μόνες δύο κατηγορίες της ανθρώπινης ύπαρξης σε οποιονδήποτε κόσμο. Είναι οι δύο αιώνιοι καθορισμοί του ανθρωπίνου όντος. Ο άνθρωπος με τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτούς. Εάν μπορούσε να απελευθερωθεί απ’ αυτούς, θα έπαυε να είναι ανθρώπινο ον.
 
«Ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού», εν Χριστώ. Και εμείς θα ζήσουμε «δι’ αυτού», όταν ζούμε με την Αλήθεια Του, με την Αγάπη Του, με την Δικαιοσύνη Του, με την Καλωσύνη Του. Δηλαδή όταν ζούμε με το Ευαγγέλιό Του, με την Εκκλησία Του. Δεν είναι μόνο το Ευαγγέλιό Του στην Εκκλησία, αλλά και Αυτός ο ίδιος, ο θαυμαστός Θεάνθρωπος, με όλες τις τελειότητές Του και όλες τις άγιες δυνάμεις Του και αρετές. Και κάτι ακόμα περισσότερο βρίσκεται εδώ: η Εκκλησία είναι το αείζωο Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού, ο αείζωος οργανισμός Του και τα μέλη της Εκκλησίας είναι μόρια και κύτταρα αυτού του οργανισμού, και όλοι «ζήσωμεν δι’ Αυτού», με τον Θεάνθρωπο.
 
Ως εκ τούτου, το μεγάλο Ευαγγέλιο του αγίου Βοανεργές «ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού», διαρκώς πραγματώνεται στην Εκκλησία, σε όλα τα μέλη της, από την αρχή της έως και σήμερα, επειδή όλοι αυτοί ζούν εν Αυτώ και δι’ Αυτού. Είναι μία αδιάκοπη ανέλιξη της θεοζωής. Σ’ αυτήν εισέρχεσαι με τα άγια μυστήρια. Σ’ αυτήν για πάντα μένεις με τις άγιες αρετές. Η Εκκλησία δεν είναι άλλο, παρά ο Θεάνθρωπος παρατεταμένος δι’ όλων των αιώνων, και εν Αυτώ η θεοζωή.

π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ

Πηγή: hristospanagia.gr

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Άγιος Αμβρόσιος Τσελάϊα, Πατριάρχης Γεωργίας, +16 Μαρτίου 1927.

 
 
Ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος Τσελάϊα, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1861 στὸ χωριὸ Μαρτβίλι τῆς ἐπαρχίας Σαμαγκρέλο τῆς Γεωργίας. Σπούδασε στὸ ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τῆς Τυφλίδος καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀκαδημία τοῦ Καζάν.

 
 
Μόνασε στὴ μονὴ τοῦ Σελίσκι καὶ τὸ 1906 ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Στὶς 14 Ὀκτωβρίου 1921 ἐξελέγη Καθολικὸς Πατριάρχης Γεωργίας καὶ ποίμανε τὸ ποίμνιό του θεοφιλῶς. Στις 7 Φεβρουαρίου 1922 ο Άγιος Αμβρόσιος απέστειλε υπόμνημα προς τη Διάσκεψη της Γένοβας , στο οποίο περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έζησε η Γεωργία μετά την εισβολή του Κόκκινου Στρατού. Το υπόμνημα αυτό περιείχε μια διαμαρτυρία εκ μέρους του λαού της Γεωργίας, ο οποίος στερούνταν των δικαιωμάτων του, κατά της σοβιετικής κατοχής και ζητούσε την παρέμβαση της πολιτισμένης ανθρωπότητας ενάντια στις βιαιοπραγίες του καθεστώτος των Μπολσεβίκων.
 
Τον Φεβρουάριο του 1923 , ο Πατριάρχης Αμβρόσιος και όλα τα μέλη της Πατριαρχικής Συνόδου συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Τον Μάρτιο του 1924 οι σοβιετικές αρχές οργάνωσαν μια ταπεινωτική ανοιχτή δίκη. Όλοι οι ιερείς που συνελήφθησαν μαζί με τον πατριάρχη, έδειξαν την αλληλεγγύη τους προς τον Αμβρόσιο, ο οποίος ανέλαβε την πλήρη ευθύνη για τις πράξεις του.


 
Τα τελευταία του λόγια σχετικά με τη διαδικασία ήταν: «Η ψυχή μου ανήκει στον Θεό, η καρδιά μου είναι η χώρα μου και το σώμα μου να το κάνουν ό,τι θέλουν οι δήμιοι. Τελικά δεν καταδικάστηκε σε θάνατο όπως αναμενόνταν αλλά σε 8ετή κάθειρξη. Απελευθερώθηκε το 1926 και εκοιμήθη στην Τιφλίδα στις 16/29 Μαρτίου 192.

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Στάρετς Ζωσιμᾶς, συμβουλές για το πάθος της πολυλογίας.

 
 
Κάποια αδελφή έλεγε κάποτε θλιμμένη στο στάρετς Ζωσιμά:

-Τι να κάνω, γέροντα, που νικιέμαι από τη γλώσσα μου και φλυαρώ και ματαιολογώ; Στεναχωριέμαι πολύ γι’ αυτό και παίρνω κάθε τόσο απόφαση να διορθωθώ, αλλά πάλι πέφτω.
 
-Να θυμάσαι ότι, όπως είπε ο Κύριος, για κάθε περιττό μας λόγο θα μας ζητηθεί ευθύνη την ημέρα της Κρίσεως. Κατάφυγε στη βοήθειά Του. Και όποτε αμαρτάνεις να μετανοείς. Χίλιες φορές έπεσες; Χίλιες να μετανοήσεις.
 
- Κάποιες φορές λέω κάτι χρήσιμο ή ψυχωφελές. Ενώ όμως αρχίζω με πνευματικούς λόγους, σε λίγο, χωρίς να το καταλάβω, ξεγλιστράω στην αργολογία ή την κατάκριση ή την περιέργεια ή τον κομπασμό… Μετά από όλα αυτά με κυριεύει κατάθλιψη και αθυμία. Τι να κάνω; Δεν μπορώ να διορθωθώ…

- Για να μάθεις να μιλάς καλά και προσεκτικά, πρέπει πρώτα να μάθεις να σωπαίνεις, τη συμβούλεψε ο γέροντας. Όσο θερμό κι αν είναι το κελί μας, αν ανοίγουμε συχνά τα παράθυρα θα παγώσει. Κι αν ανοίγουμε κάθε τόσο ένα μπουκάλι με άρωμα, σύντομα θα εξατμιστεί. Γι’ αυτό ο προφήτης λέγει «ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν» (Ψαλμ. Λη’2). Ακούς; «ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν». Αποφάσισα δηλαδή να μην ξεστομίζω ούτε αγαθούς λόγους. Και τότε, συνεχίζει, «ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου».
 
Όπως γράφει ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης, ο καλός λόγος είναι κατώτερος από τη σιωπή με διάκριση. Βέβαια, κι από τη σιωπή του στόματος ανώτερη είναι η σιωπή του νου, τόσο ανώτερη, όσο και η ψυχή από το σώμα. Γιατί είναι δυνατό, ενώ τηρείται σιωπή του στόματος, εσωτερικά ο νους να σχηματίζει λογισμούς και νοήματα.

Απόσπασμα από το Βιβλίο «Το γεροντικό του Βορρά» του Πέτρου Μπότση

Πηγή:
hristospanagia3.blogspot.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες