Η ψυχή που μελετά ακατάπαυστα κάθε ημέρα το λόγο του Κυρίου, συνηθίζει και στον ύπνο να προσκολάται σε αυτά τα νοήματα.

(Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Ανύπαρκτοι και οι υποτιθέμενοι «διωγμοί εθνικών» στο Άγιο Όρος!

 
Η κορυφή του όρους Άθως από αεροφωτογραφία!
 
Οι Νεοπαγανιστές έχουν διαδώσει τόσο πολλά ψεύδη κατά της Εκκλησίας και της Ρωμανίας, που απ’ ό,τι φαίνεται για πολύ καιρό ακόμα θα διαψεύδονται μία – μία οι συκοφαντίες τους από την ιστορική έρευνα!

1. Το νεοπαγανιστικό παραμύθι:

Για το έτος 325 μ.Χ. οι Νεοπαγανιστές υποστηρίζουν το ακόλουθο παραμύθι:

«Στο ιερό όρος Άθως εξαπολύεται μέγας διωγμός κατά των Εθνικών και καταστρέφονται όλα τα εκεί Ελληνικά Ιερά» (Βλάση Ρασσιά, Μια Ιστορία Αγάπης, τ. Α’, σ. 144), άποψη που αναλύεται διεξοδικότερα στο Υπέρ της των Ελλήνων Νόσου (β’ έκδοση, εκδ. Ανοικτή Πόλη, τ. 3, σ. 18 και 115-116): «Θέλοντας ο Κωνσταντίνος να μετατρέψει τον Άθω –με προτροπή πάντοτε της θεομανούς μητέρας του- σε μοναστικό κέντρο, κήρυξε σκληρό διωγμό εναντίον όλων των Ελλήνων της χερσονήσου, την οποίαν ουσιαστικά εκκένωσε κι έφερε μετά ξένους και εκχριστιανισμένους πληθυσμούς για να προετοιμασθεί η μετατροπή αυτής της αγίας περιοχής αρτεμιδικής λατρείας ((5) Η χερσόνησος του Άθω, υπήρξε από αρχαιοτάτων χρόνων κατάσπαρτη από Ελληνικά Ιερά, ως φυσικό αποτέλεσμα της μακράς εκεί παρουσίας Ελληνικών πληθυσμών, που ίδρυσαν και κατοίκησαν μια σειρά από πόλεις, τα ονόματα των οποίων έχουν διασωθεί τόσο από τον γεωγράφο Σκύλακα, όσο και από τους Ηρόδοτο και Θουκυδίδη: Σάνη, Δίον, Ολόφυξος, Παλαιώριον, Άκανθος, Κλεωναί, Θύσσος, Ακρόθωον, κ.λ.π. Περίφημη υπήρξε η εκεί πολίχνη Καρυαί, με το ονομαστό Ιερό της Αρτέμιδος «Καρύας» ή «Καρυάτιδος», το οποίο, όπως και τα άλλα εκεί Ιερά της ιδίας Θεάς (Άρτεμις «Αγραία», Άρτεμις «Ποταμία»), αποτελούσε άβατο για τους άνδρες και τόπο ιερατικής μυήσεως των νεαρών «παρθένων» (ανύπανδρων γυναικών) που στέλνονταν μετά ως πρωθιέρειες στα ανά την Ελλάδα Ιερά της Θεάς. Υπήρχε επίσης και Μαντείο του Απόλλωνος, όπως και Ιερά του «Ομωλωϊου» και «Φυξίου» Διός, του Διονύσου, του Ηρακλέους των Μηλέων, της «Ουρανίας» Αφροδίτης, του Νηρέως, της Μορφούς, της Δήμητρος, της Ήρας κ.ά. Εκεί, δέσποζε και το μεγαλειώδες άγαλμα του «Αθώου» Διός, το «Αθώον», που αναφέρεται από τον εξ Αλεξανδρείας Έλληνα λεξικογράφο Ησύχιο στις αρχές του 4ου αιώνος μ.α.χ.χ.), σε εν κράτει κράτος του ανδρικού μοναχισμού. Τα ελληνικά Ιερά ήλθαν «ες έδαφος», το πανάρχαιον «Αθώον»-δηλαδή ο βωμός και το μεγαλειώδες άγαλμα του «Αθώου» Διός-γκρεμίσθηκε και κομματιάσθηκε, και οι Έλληνες εξεδιώχθησαν έκτοτε δια παντός από την χερσόνησο, η οποία, στη συνέχεια, από μυητικολατρευτικό κέντρο της Θεάς της αγρίας φύσεως και της αγνότητας, της Θεάς Αρτέμιδος, και εν μέρει άβατον για τους άνδρες, επρόκειτο πολύ σύντομα να καταλήξει.. «Περιβόλι της Παναγίας» και άβατον για ο,τιδήποτε το θηλυκό. Ο ιερομόναχος Γεράσιμος Σμυρνιωτάκης, στο βιβλίο του «Το Άγιον Όρος» (Εταιρεία «Ελληνισμός», Αθήνα 1903) θα περιγράψει την όλη «μεταβίβαση» με τρόπο που συντομώτερός του δεν θα μπορούσε ίσως να υπάρξει: «Επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, τω 321 μ.Χ., υπήρχον εν Άθωι ειδωλολάτραι. Καταπεσόντος δ’ είτα του αγάλματος του Διός μετά μικρόν δε και των επιβωμείων αιμάτων καταπαυσάντων, επέλαμψεν το χριστιανικόν φως»(!)».

2. Η διάψευση των συκοφαντών:

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι πόλεις «Θυσσός, οι Κλεωνές, το Ακρόθωο, ο Ολόφυξος και το Δίο, κατοικούνται από ανάμικτα έθνη δίγλωσσων, που εκτός από τη δική τους μιλούσαν δηλαδή και την ελληνική, βαρβάρων».

Η ιστορικός Διονυσία Παπαχρυσάνθου εξετάζει την εμφάνιση του Χριστιανισμού στον Άθωνα και γράφει στο βιβλίο της Ο Αθωνικός μοναχισμός, αρχές και οργάνωση (εκδ. ΜΙΕΤ, σ. 24-33):

«Κατά την αρχαιότητα, πέντε ή έξι μικρές πόλεις είχαν αναπτυχθεί στον Άθω. Όλες εξαφανίστηκαν ή ερημώθηκαν στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Η τελευταία γνωστή σε μας μνεία κατοίκων είναι το 203 μ.Χ.: ο Γερμανός, ένας ειδωλολάτρης, γιος του Ηρακλά, κατασκεύασε μια σαρκοφάγο, η οποία θα δεχόταν το σώμα το δικό του και της συζύγου του ((4) Η σαρκοφάγος φυλάσσεται στο Βατοπέδι (πρβλ. Σμυρνάκης, σελ. 14, όπου πρέπει να διορθωθεί «Ηρακλά» αντί «Ηρακλάς»). Η επιγραφή της φέρει χρονολογία: έτους αντ’ μηνός Πανήμου β’. Πρόκειται, όπως είναι φυσικό, για το Μακεδονικό ημερολόγιο, κατά το οποίο ο μήνας Πάνημος (ή Πάνεμος) συμπίπτει περίπου με τον Ιούνιο. Ο πρώτος εκδότης της επιγραφής, W.M. Leake (Travels in Nothern Greece, III, Λονδίνο 1835, σε. 140 σημ. 2 και πίνακας XXV, αρ. 124), ακολουθούμενος από τον A. Boeckh (Corpus Inscriptionum Graecorum, Βερολίνο 1843, ανατ. Hildesheim – Νέα Υόρκη 1977, II, σελ. 994, αρ. 2007 m), την χρονολογεί το 321 μ.Χ., ξεκινώντας από τη νεότερη μακεδονική χρονολόγηση, που αρχίζει με τη μάχη του Ακτίου (31 π.Χ., σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο 32 π.Χ.). Αλλά ο Μ. Δήμιτσας (Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις, Αθήνα 1896, αρ. 781) παρατηρεί πολύ σωστά ότι στην επιγραφή δεν υπάρχει η λέξη «σεβαστού» δίπλα στη λέξη «έτους». Πρέπει λοιπόν να δεχτούμε ότι η χρονολογία ακολουθεί το κοινό Μακεδονικό ημερολόγιο, που αρχίζει το 148 π.Χ., και ότι το 351 της επιγραφής αντιστοιχεί με το έτος 203 μ.Χ.).

Η γενική παρακμή της Χαλκιδικής, που άρχισε ήδη από την ελληνιστική εποχή ((5) Το πρώτο δυνατό χτύπημα καταφέρθηκε το 348 π.Χ., όταν ο Φίλιππος Α’ της Μακεδονίας κατέσκαψε την Όλυνθο, διασκορπίζοντας τον πληθυσμό της, και υπέταξε με τη βία ή την προδοσία τις άλλες πόλεις της Ολυνθιακής ομοσπονδίας. Οι πόλεις της Χαλκιδικής δεν ξαναβρήκαν ποτέ την παλαιά τους αίγλη: πρβλ. L. Bürchner, Real-Encyclopädie III, 1899, στήλη 2074· Δ. Ζαγκλή, Χαλκιδική, Θεσσαλονίκη 1956) και συνεχίστηκε στη ρωμαϊκή ((6) Πρβλ. Fanula Papazoglu, Makedonski gradovi u Rimsko doba, Σκόπια 1957, σελ. 303-308, 357), ευθύνεται πιθανότατα για την παρακμή των αθωνικών πόλεων, οι οποίες, λόγω της μειονεκτικής γεωγραφικής θέσης τους, είχαν και λιγότερες πιθανότητες να αποφύγουν τη φθορά. Από τον 3ο αιώνα η Μακεδονία υφίσταται επιδρομές και λεηλασίες από διάφορα βαρβαρικά έθνη ((7) Η Μακεδονία μαζί με την Παννονία και τη Θράκη υπέστησαν τις περισσότερες καταστροφές από τις επιδρομές και εγκαταστάσεις των Γότθων: πρβλ. π.χ. E. Stein, Histoire du Bas Empire I, Παρίσι 1959, σελ. 191, 193, 194, 228, 229, 362· II, Παρίσι 1949, σελ. 12-14, 18, 309), και η αναστάτωση που επέφερε η μαζική εισβολή των σλαβικών φύλων άρκεσε, κατά τη γνώμη μου, να εξαφανίσει και τα τελευταία ίχνη αστικής ζωής στον Άθω, πιθανώς γύρω στον 5ο αιώνα ((8)

Οι πόλεις του Άθω δεν σημείωσαν ποτέ μεγάλη εξέλιξη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του J. Beloch (Die Bevölkerung der griechisch-römischen Welt, Λιψία 1886, σελ. 204), ο συνολικός πληθυσμός τους την εποχή της μεγαλύτερης ακμής τους (5ος – 4ος αι. π.Χ.) ανερχόταν σε χίλιους κατοίκους). Το ότι ο Ερμόλαος, τον 6ο αιώνα, στην επιτομή του Στεφάνου Βυζαντίου αναγράφει τέσσερις πόλεις στον Άθω ((9) Εκ των Εθνικών Στεφάνου κατ’ επιτομήν, έκδ. A. Meinke, Βερολίνο 1849), ανατ. Graz 1958, σελ. 36: Άθως, σελ. 63: Ακρόθωοι, σελ. 232: Δίον, σελ. 490: Ολόφυξος) δεν είναι στέρεη απόδειξη ότι επιζούσαν ακόμη εκείνη την εποχή, γιατί συνήθως οι κατάλογοι των πόλεων αντιγράφονταν χωρίς αναθεώρηση και προσαρμογή ((10) Για τη χρονολόγηση του Στεφάνου, τις πηγές και την ιστορική αξία του έργου πρβλ. E. Honigmann, Real-Encyclopädie, 2η σειρά, VI, 1929, στήλες 2369-2399).

Ορισμένοι ερευνητές συμπεραίνουν την ύπαρξη πόλεων την εποχή του Ιουστινιανού Α’ στηριζόμενοι στον Προκόπιο, ο οποίος αναγράφει μέσα στις μακεδονικές οχυρωμένες πόλεις την πόλη Χάραδρος. Αλλά η ταύτιση που κάνουν με την αθωνική πόλη Χαραδρούς, την οποία αναφέρει ο Ψευδοσκύλαξ ((13) Σκύλακος Καρυανδέως, Περίπλους, έκδ. C. Müllerus, Geographi graeci minores I, Παρίσι 1855, ανατ. Hildesheim 1965, σελ. 53 και κριτικό υπόμνημα), φαίνεται άστοχη: είναι ο μόνος, τον 6ο αιώνα, που μιλά γι’ αυτήν την αθωνική πόλη. Ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης δεν την γνωρίζουν, αλλά ούτε και οι νεότεροι γεωγράφοι, Στράβων, Πλίνιος, Πτολεμαίος, πράγμα που ενισχύει την άποψη ότι, και αν υπήρξε ποτέ μια τέτοια πόλη, είχε εξαφανιστεί πολύ πριν από την πρωτοβυζαντινή εποχή.

Και αναφέρουμε μόνο πληροφοριακά την εύκολη εξήγηση που δίνουν μερικοί για την ερήμωση του Άθω από τους κατοίκους: «τους μετέφεραν όλους στην Πελοπόννησο με διαταγή που δόθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο ή τον Κωνσταντίνο τον Πωγωνάτο ή ακόμη από τον Αλέξιο Α’ Κομνηνο»· αυτό δεν αποτελεί παρά μια μοναστική παράδοση αρκετά μεταγενέστερη ((15) Στον Μεγάλο Κωνσταντίνο ρίχνει την ευθύνη ο Λόγος ιστορικός του Κασταμονίτου (για τον οποίο βλ. παρακάτω, σελ. 30 και σημ. 28-30)· ο Uspenskij, Istorija II, σελ. 136 παραθέτει το σχετικό χωρίο: «Ο Μέγας Κωνσταντίνος εις τον καιρόν της βασιλείας του εξώρισεν απ’ εδώ τους Τζακωνίτας εις την Πελοπόννησον ως λέγουσιν οι ιστορικοί» (sic). Στον Αλέξιο Α’ Κομνηνό, δύο πλαστόγραφα χρυσόβουλλα της μονής Βατοπεδίου (πρβλ. W. Regel, Χρυσόβουλλα και γράμματα της… μονής του Βατοπεδίου, Πετρούπολη 1898, αρ. 1, σελ. 4, και Βατοπέδι, αρ. 13, σελ. 232), τα οποία εμπνέει ίσως η Διήγησις Μερική (έκδ. Meyer, Haupturkunden, σελ. 163-184), η οποία τοποθετεί την απομάκρυνση από τον Άθω των Βλάχων βοσκών επί βασιλείας του Αλεξίου Α’.

‘Οσο για τον Κωνσταντίνο Πωγωνάτο, το όνομά του το προβάλλει ο Uspenskij (ό.π., σελ. 43, 126-127), γιατί βοηθά στο σκηνικό που πλάθει σχετικά με την εξέλιξη της μοναστικής ζωής στον Άθω).

Το μόνο εξακριβωμένο γεγονός είναι ότι οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει τον Άθω πολύ πριν από την εγκατάσταση μοναχών. Οι αρχαιότερες αθωνικές πηγές δεν κάνουν μνεία για παλαιές κατοικίες, που θα χρησιμοποίησαν οι νεοφερμένοι, και ακόμη λιγότερο για παλαιές ερειπωμένες εκκλησίες, που ασφαλώς οι μοναχοί θα τις ανακαίνιζαν, αν βέβαια υπήρχαν. Άλλωστε, στα μέσα του 9ου αιώνα, για να περιποιηθούν τον άρρωστο μοναχό Θεόδωρο, τον μετέφεραν έξω από τον Άθω και τον εγκατέστησαν «πλησίον των χωρίων», όπου μπορούσε να προμηθευτεί την κατάλληλη τροφή ((16) Βίος Ευθυμίου, σελ. 32-33), και στα μέσα του 10ου αιώνα ο Άθως χαρακτηρίζεται «επιμιξίας ανθρώπων πόρρω» (δηλαδή μακριά από ανθρώπους) (17) Βίος Αθανασίου Α’, σελ. 15 στ. 13 (= Noret, σελ. 18). (…) Η αθωνική παράδοση θεωρεί τον Μεγάλο Κωνσταντίνο ιδρυτή των πρώτων μοναστηριών στον Άθω· τα μοναστήρια που έκτισε τα κατέστρεψε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, τα ξανάχτισε ο ευσεβής αυτοκράτορας Θεοδόσιος, για να ξανακαταστραφούν από τους εικονομάχους αυτοκράτορες.

Η διαδικασία αυτή δεν αντέχει στην ελάχιστη κριτική: ο Κωνσταντίνος δεν έκτισε μοναστήρια ούτε στην Κωνσταντινούπολη ((38) Πρβλ. G. Dragon, “Les moines et la Ville. Le monachisme à Constantinople jusq’au concile de Chalcédoine”, Centre de Recherche d’ Histoire et Civilisation de Byzane. Travauz et Mémoires 4, 1970, σελ. 229-230), ούτε πολύ περισσότερο στον Άθω, ώστε ο Ιουλιανός δεν είχε τίποτα να καταστρέψει. Ούτε ο Θεοδόσιος ασχολήθηκε με τον Άθω, και η δεύτερη καταστροφή είναι το ίδιο φανταστική όσο και η πρώτη – χρειάστηκε μόνο για να εξηγήσει τη σιωπή των πηγών όσον αφορά τα μοναστήρια στον Άθω ώς το τέλος του 9ου αιώνα.

Ο μόνος σύγχρονος μελετητής που προσπάθησε να συμφιλιώσει παράδοση και ιστορία ((39) Ο Κ. Φρεαρίτης («Περίπλους Μακεδονίας και Ελάσσονος Ασίας», Πανδώρα 15, 1864/65, σελ. 194-195) παραδέχεται την ύπαρξη μοναχών στον Άθω από τον 4ο αιώνα, δεν προσπαθεί ωστόσο να εξηγήσει τη σιωπή των πηγών, παρόλο που την αναγνωρίζει) υπήρξε ο Πορφύριος Ουσπένσκη ((40) Ο ρώσος επίσκοπος Πορφύριος Ουσπένσκη αφιέρωσε στην ιστορία του αθωνικού μοναχισμού τρεις τόμους: Istorija II, III1, III2. Ο Γεράσιμος Σμυρνάκης άντλησε απ’ αυτόν πολλά στοιχεία, κυρίως για το ιστορικό του τμήμα και την παλαιότερη περίοδο), ο οποίος, χωρίς αποδείξεις, βεβαιώνει ότι ο Άθως εκχριστιανίστηκε από τον επίσκοπο Κλήμεντα που ήλθε από την Ιερουσαλήμ, ότι υπήρχαν εκεί τον 4ο – 5ο αιώνα «μοναστήρια λαϊκά» για τους κληρικούς ((41) Στην Ανατολή τέτοιου είδους μοναστήρια είναι γνωστά μόνο στη Συρία: πρβλ. A. Vööbus, History of ascetism in the Syrian Orient II. Early Monasticism in Mesopotamia and Syria, CSCO, Subsidia 17, Louvain 1960, σελ. 331-342), ότι Πελοποννήσιοι μετανάστευσαν στον Άθω και ξαναγύρισαν αργότερα στην Πελοπόννησο και ότι μια σειρά καταστροφές έπληξαν το Όρος ((42) Ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο Istorija II αποτελείται από τέτοιες διαβεβαιώσεις, που πολύ λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα). Τίποτα βέβαια από αυτά δεν ευσταθεί».

Συμπέρασμα: Και εδώ, οι Νεοπαγανιστές, επέλεξαν αναξιόπιστες και αστήρικτες πηγές, και αφού τις εμπλούτισαν με άφθονη Νεοπαγανιστική φαντασία, δημιούργησαν άλλο ένα παραμύθι για δήθεν διωγμό τους από τους... Χριστιανούς.

Μόνο που όλα αυτά τα ψεύδη τους, καθημερινά γίνονται μπούμερανγκ εναντίον τους, εκθέτοντάς τους δημόσια ως συκοφάντες.

Γιάννης Τ.
 
Πηγή: blogs.sch.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζητηση

Αναγνωστες