Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2022

«Ἕνα συμπόσιο ὁρόσημο γιὰ τὸν οἰκουμενισμὸ στὴν Ἑλλάδα»



«Ἕνα συμπόσιο ὁρόσημο γιὰ τὸν οἰκουμενισμὸ στὴν Ἑλλάδα»

Tὸ συμπόσιον ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Σεβ. Περιστερίου χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς παπικοὺς ὡς ὁρόσημον! Αὐτὴ εἶναι ἡ προσφορὰ τοῦ Σεβ. Γρηγορίου! Προσυπογράφει καὶ «τὰ συμπεράσματα… πὼς μεταξὺ τῶν δύο παραγόντων δὲν ὑφίστανται ἀντιφατικὲς διαφορές»; Παραθέτομεν ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἄρθρον τῆς ἐφημερίδος «Καθολικὴ» τῆς 15ης Σεπτεμβρίου 2022:

Ἀπὸ τὶς 26 ἕως τὶς 28 Αὐγούστου πραγματοποιήθηκε τὸ 16ο Διαχριστιανικὸ Συμπόσιο, φιλοξενούμενο ἀπὸ τὸν ἀγαπητό, νέο Μητροπολίτη Περιστερίου κύριο Γρηγόριο στὴ Μητρόπολή του. Ἡ φιλοξενία του ἦταν πέρα ἀπὸ κάθε προσμονὴ θετική, πλούσια, γενναιόδωρη καὶ ἀδελφικὴ καὶ τοῦ ὀφείλουμε ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ.




Τὸ συμπόσιο αὐτὸ πραγματοποιεῖται ἤδη ἀπὸ 30 χρόνια καὶ ἔχει οἰκουμενικὸ καὶ ἀκαδημαϊκὸ χαρακτῆρα. Φορεῖς αὐτοῦ τοῦ Συμποσίου εἶναι ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) καὶ αὐτὴ τοῦ Ἰνστιτούτου Πνευματικότητας τοῦ Πανεπιστημίου «Antonianum» τῆς Ρώμης. Πραγματοποιεῖται κάθε δύο χρόνια, ἐναλλάξ, μία φορά στὴν Ἰταλία καὶ μία φορά στὴ Ἑλλάδα καὶ στὴ χώρα μας φιλοξενεῖται ἀπὸ κάποιον ὀρθόδοξο μητροπολίτη.
 


Τὸ συμπόσιο αὐτό, μαζὶ μὲ τὴν Βιβλικὴ Ἑταιρεία, ἀποτελοῦν τὶς δύο κύριες οἰκουμενικὲς πρωτοβουλίες στὴν Ἑλλάδα. Εἶναι τόσα σπουδαία ἡ οἰκουμενικὴ αὐτὴ προσπάθεια ὥστε, ὅταν ὁ Πάπας Φραγκίσκος, κατὰ τὴν πρόσφατη ἐπίσκεψή του στὴν Ἑλλάδα, ἐπισκέφτηκε τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμο, στὴν προσφώνησή του σὲ αὐτὸν εἶπε: «Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ ὑπενθυμίσω (…) τὴ σημασία τῶν διαχριστιανικῶν συμποσίων, ποὺ προωθεῖ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης σὲ συνεργασία μὲ τὸ Ποντιφικὸ Πανεπιστήμιο Antonianum τῆς Ρώμης»…

…Τὰ Συμπόσια αὐτὰ ἐξελίσσονται, συνήθως, ὡς ἑξῆς: Τὸ θέμα ποὺ κάθε φορά ἐπιλέγεται ἀναφέρεται στὸν τομέα τῆς πνευματικότητας καὶ ὄχι τῆς δογματικῆς (προσευχή, μοναχισμός, χριστιανικὴ μαρτυρία…). Τὸ ἴδιο κατὰ μέρους θέμα ἀναλύεται διαδοχικὰ ἀπὸ ἕνα ὀρθόδοξο καὶ ἀπὸ ἕνα καθολικὸ θεολόγο. Κάθε φορά ἡ ἐμπειρία καὶ τὰ συμπεράσματα, μᾶς εἶναι εὐχάριστα καταπληκτικά. Ἀντιλαμβανόμαστε πὼς μεταξὺ τῶν δύο παραδόσεων δὲν ὑφίστανται ἀντιφατικὲς διαφορές, ἀλλὰ συμπληρωματικές. Πρόκειται γιὰ ἕνα κοινὸ πλοῦτο, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν κοινή μας κληρονομία: τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς κοινοὺς Πατέρες καὶ Ἁγίους τῆς πρώτης χριστιανικῆς χιλιετίας.
 

Πηγή: aktines.blogspot.com

(Σχόλιο: Ο παναιρετικός οικουμενισμός καλπάζει χωρίς ουσιαστικές αντιστάσεις από πουθενά. Όσοι παλεύουν κατά του οικουμενισμού αλλά δεν έχουν αποτελέσματα οι αγώνες τους, πρέπει να προβληματισθούν. Εκείνοι που αγωνίζονται στην αντιαιρετική παλαίστρα πρέπει εκτός από την ομολογία της πίστεως να εκπέμπουν και από τα έργα της αρετής, να εμπνέουν τους άλλους με το φώς της ψυχής τους. Όπως λέει ο Απόστολος Ιάκωβος στην Καθολική του επιστολή, η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή.) 

ΒΥΖΑΝΤΙΟ, 11ο. Συκοφαντιών συνέχεια για το Βυζάντιο...

70. "Οι μοναχοί με τα μοναστήρια τους αποτέλεσαν μάστιγα. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι Έλληνες κλείνονταν σε αυτά κατά τη βυζαντινή εποχή, με αποτέλεσμα την καταστροφή της οικονομίας και την ελάττωση του πληθυσμού, πράγμα που επέφερε την παρακμή του Βυζαντίου. Υπολογίζεται ότι την εποχή της άλωσης υπήρχαν 500 χιλιάδες καλόγεροι που δεν έπραξαν τίποτα για να σωθεί το κράτος τους. Τα μοναστήρια άρπαζαν τα χωράφια των φτωχών αποκτώντας περιουσίες αμύθητες. Στο τέλος οι καλόγεροι δεν δίσταζαν να συνεργαστούν με τους Τούρκους, για να διαφυλάξουν αυτήν την περιουσία".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ο Γερμανός Βυζαντινολόγος H.-G. Beck, που διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, πρόεδρος του Γερμανικού Κέντρου Μελετών της Βενετίας, αντιπρόεδρος της Γερμανικής Εταιρείας Σπουδών, μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Μονάχου, της Βιέννης, του Λονδίνου, των Βρυξελλών και την Αθηνών, δίνει κάποια ικανοποιητικά στοιχεία για τον βυζαντινό μοναχισμό και την επίδρασή του στη Ρωμανία στο βιβλίο του, ''Η Βυζαντινή Χιλιετία'':

«Κάθε φορά που κάποιος αναλαμβάνει να παρουσιάσει στον σημερινό θεατή την βυζαντινή ζωή, ο μοναχισμός αποτελεί ένα από τα πιο γραφικά στοιχεία του σκηνικού. Ο «σκηνοθέτης» ξεκινά από πολύ παλιά και θεωρεί την γενίκευση, βασική υφολογική αρχή. Σύμφωνα με μερικούς, ο «εκκλησιαστικός μηχανισμός» περιέρχεται ήδη τον 6ο αιώνα στα χέρια των μοναχών, το μοναστικό κίνημα εκπορθεί και τα «πανεπιστήμια», το Βυζάντιο «καλογεροκρατείται» από τον 6ο κιόλας αιώνα. Για αποδείξεις ούτε κουβέντα. Άλλοι καταφεύγουν στη στατιστική, συγκεντρώνουν τους πάντες που φόρεσαν κάποτε, έστω και για λίγες μέρες, το ράσο και καταλήγουν έτσι σε εντυπωσιακούς αριθμούς και σε μια εξίσου εντυπωσιακή «δημογραφική κρίση» (σ. 285).

«Αλλά, όταν διαβάζουμε τους βίους των μοναχών, μάς δημιουργείται η εντύπωση ότι πολλοί διάλεξαν την ζωή του καλόγερου σχετικά αργά, αφού παντρεύτηκαν και άσκησαν κάποιο δημόσιο αξίωμα, ότι μάλιστα υπήρχε ένα σημαντικό στρώμα που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε με την έκφραση «συνταξιούχοι που έγιναν καλόγεροι». Παράδειγμα της τελευταίας κατηγορίας είναι ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος, που προηγουμένως είχε αποκτήσει φήμη στην Κωνσταντινούπολη ως σχολάρχης, και ο Θεοφάνης ο Ομολογητής, που πριν μπει σε μοναστήρι ήταν παντρεμένος και είχε διατελέσει κρατικός λειτουργός».

«Αριθμητικά σημαντική πρέπει να ήταν επίσης η κατηγορία των Βυζαντινών που καλογέρεψαν λίγο πριν πεθάνουν, για να εξασφαλίσουν την τελευταία στιγμή την σωτηρία της ψυχής τους.

Υπήρχε μια μεγάλη ομάδα μοναχών, για τους οποίους το μοναστήρι ήταν καταφύγιο και πρόσφερε ασφάλεια από εξωτερικές, ολότελα υλικές σκοτούρες, όπως η φορολογία, η στρατιωτική θητεία κτλ. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την ομάδα Βυζαντινών που ζητούσαν άσυλο στα μοναστήρια έπαιζαν οι αυτοκράτορες, οι ανώτεροι αξιωματούχοι και τα μέλη της αριστοκρατίας. Όχι λίγοι από αυτούς είχαν εκθρονιστεί και ανατραπεί. Αποσύρονταν λοιπόν σε ένα μοναστήρι, εκούσια ή αναγκαστικά, για να αποφύγουν μια χειρότερη τύχη» (σ. 287).

«Τα συμπεράσματα προκύπτουν από μόνα τους: δεν έχει νόημα να συμπεριλάβουμε σε μια στατιστική των βυζαντινών μοναχών και της δύναμής τους, τούς λαϊκούς που «προσηλυτίστηκαν» την τελευταία στιγμή» (σ. 288).

Για τους τεράστιους αριθμούς μοναχών:

«Ας μην ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τους μεγάλους αριθμούς μοναχών, που υπολόγισαν μερικοί μελετητές. Κατά βάθος, οι αριθμοί αυτοί είναι το ίδιο επισφαλείς όσο και τα άλλα δημογραφικά στοιχεία που αφορούν το βυζαντινό πληθυσμό και τα διάφορα στρώματά του. Αν όμως κάνουμε μια σύγκριση με την μεσαιωνική Δύση, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την εντύπωση ότι στην τελευταία ο τρόπος ζωής, η παιδεία, η αρχιτεκτονική, η τέχνη και η βιοτεχνία επηρεάζονται από τους μοναχούς περισσότερο από όσο στην Ανατολή. Στην Ανατολή η μορφωτική και πολιτισμική παράδοση δεν είχε διακοπεί ποτέ και με κανένα τρόπο δεν αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο του Κλήρου, πολύ λιγότερο των μοναχών. Δεν υπήρξε κανένα καινούργιο πολιτισμικό ξεκίνημα. (σ. 291) Η Βυζαντινή κοινωνία θεωρούσε ότι η κοινωνική υπηρεσία που πρόσφερε ο μοναχισμός ήταν να λειτουργεί σαν ένας πνευματικός φάρος, που έδειχνε στον κοσμικό Βυζαντινό έναν υποτίθεται ιδανικό τρόπο ζωής. Αυτό της αρκούσε, σε γενικές γραμμές» (σ. 298).

Για την «αρπαχτικότητα» των μοναστηριών:

«Δεν ήταν περισσότερο αδίσταχτα από τους μεγαλόσχημους κοσμικούς, δηλαδή έχουμε να κάνουμε μάλλον με ένα γενικό πρόβλημα της αγροτικής ιστορίας του Βυζαντίου και λιγότερο με το ερώτημα κατά πόσο δέχονταν κριτική τα θεωρητικά ιδεώδη του μοναχισμού» (σ. 300).

Για τις παρεκτροπές κάποιων μοναχών:

«Αν όμως πλάι σε εκείνους που με το ράσο και την μακριά γενειάδα τους καταγίνονταν με ευτελείς εγκόσμιες ασχολίες, χιλιάδες άλλοι έμειναν ανώνυμοι και πέρασαν από την ιστορία χωρίς να αφήσουν τα αποτυπώματά τους, τότε ίσως σε πολλές περιπτώσεις ο λόγος είναι ότι πήραν στα σοβαρά το ιδανικό της απάρνησης του κόσμου, όπως και αν το κρίνουμε εμείς εκ των υστέρων, δηλαδή έμειναν πιστοί στον εαυτό τους. Παρ' όλη την κριτική, ο ιστορικός πρέπει κι εδώ να τηρήσει την παλιά αρχή ότι «η αμφιβολία είναι υπέρ του κατηγορουμένου» (σ. 304).

Για τα αποτελέσματα του ασπασμού από πολλούς του μοναχικού βίου στην αύξηση του πληθυσμού:

«Πολλοί έχουν ισχυριστεί ότι η ραγδαία αύξηση των μοναστικών κοινοτήτων προξένησε δημογραφική κρίση στο Βυζάντιο, γιατί οι Βυζαντινοί που γίνονταν καλόγεροι δεν άφησαν απογόνους. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι στρατιές των μοναχών ξεκλήρισαν ολόκληρες οικογένειες και έφεραν μεγάλη ελάττωση του παραγωγικού πληθυσμού. Δεν είναι εύκολο να τοποθετηθούμε κριτικά απέναντι σε τέτοιους ισχυρισμούς. Είναι γνωστό ότι οι Βυζαντινοί δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά με την αριθμητική ακρίβεια: οι πενηνταπέντε γίνονται εύκολα εκατό και οι εκατό εξίσου εύκολα χίλιοι. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέψουμε ότι οι μεγάλοι αριθμοί μοναχών που αναφέρονται κάθε τόσο προέρχονται συνήθως από το στόμα εγκωμιαστών του μοναχισμού, που θέλουν έτσι να εξυμνήσουν την τεράστια επιτυχία του μοναστικού κινήματος. Δημογραφική κρίση; Ξέρουμε ότι υπήρξαν πράγματι τέτοιες κρίσεις, π.χ. στην Κωνσταντινούπολη του 6ου και του 8ου αιώνα. Αλλά οι πηγές, από όσο γνωρίζω, αποδίδουν αυτές τις κρίσεις στην πανώλη και όχι στο μοναχισμό, (σ. 312). Επιπρόσθετα, είναι πολύ πιθανό ότι πολλοί Βυζαντινοί κλείνονταν σε μοναστήρι μόνο όταν είχαν πια εκπληρώσει το «χρέος» τους απέναντι στις απαιτήσεις της δημογραφικής πολιτικής του κράτους.» (σ. 313).

Για τις περιουσίες των μοναστηριών:

«Μου είναι ακατανόητο πώς ξέρουν μερικοί συγγραφείς ότι ήδη τον 7ο και τον 8ο αιώνα το ένα τρίτο του συνόλου της γης ήταν ιδιοκτησία της Εκκλησίας και των μοναστηριών. Οι πρώτες πληροφορίες, που προκύπτουν από επίσημα έγγραφα, για την ύπαρξη σημαντικής έγγειας ιδιοκτησίας των μοναστηριών τοποθετούνται μόλις στα τέλη του 9ου και στις αρχές του 10ου αιώνα. Αλλά και εδώ λείπουν οποιαδήποτε αριθμητικά δεδομένα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οικονομετρικά. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο γεγονός ότι σε ολόκληρη την ιστορία τους προβάλλουν μικρότερη αντίσταση στα έκτακτα κρατικά μέτρα για τον προσπορισμό χρημάτων από όσο η ιδιωτική οικονομία» (σ. 313). Συνιστά, βέβαια, νεοπαγανιστική εφεύρεση ο ισχυρισμός ότι η περιουσία της Εκκλησίας προέρχεται από την καταλήστευση των περιουσιών των εθνικών. Ο Μ. Κωνσταντίνος και οι επόμενοι αυτοκράτορες, όταν έκαναν δωρεές στην Εκκλησία, απλώς ουσιαστικά τής επέστρεφαν την περιουσία που οι παγανιστές αυτοκράτορες άρπαζαν και δήμευαν κατά τους Διωγμούς έως το 324. Η εκκλησιαστική περιουσία, όπως λέει κι ο Μπεκ, μόνο μετά τον 9ο αιώνα, – όταν δεν υπήρχαν σαφώς εθνικοί για να τους ληστέψει, έχει καταμετρηθεί και συνεπώς καμμία τέτοια κατηγορία δεν ευσταθεί. Οι αρχαίοι ναοί ανήκαν στο κράτος. Δεν ήταν περιουσίες ιδιόκτητες.

Για την οικονομική ζημιά που προκάλεσε η αύξηση της μοναστηριακής περιουσίας:

«Μπορεί πράγματι να πιστοποιηθεί ότι στο πέρασμα των αιώνων η μοναστηριακή περιουσία στο Βυζάντιο γινόταν όλο και μεγαλύτερη. (...) Αλλά σε ό,τι αφορά την οικονομική ζημιά, διαπιστώνω μια αντίφαση. Από την μία μεριά οι μελετητές τονίζουν, πιθανότατα με το δίκιο τους, την απληστία των μοναστηριών, που πολλαπλασίαζαν την έγγεια ιδιοκτησία τους με κάθε μέσο, και από την άλλη δηλώνουν ότι τα μοναστήρια παραμελούσαν την γη τόσο πολύ ώστε άλλοτε εύφορα εδάφη μετατρέπονταν σε ερημότοπους. Έτσι, σύμφωνα με τους παραπάνω μελετητές, τα μοναστήρια οδήγησαν την γεωργία στην καταστροφή. Θεωρητικά, βέβαια, μπορούμε να φανταστούμε ότι μαζεύει κανείς οικόπεδα και κτήματα μόνο για να τα μαζέψει, για να τα κατέχει, χωρίς να ενδιαφέρεται να τα καλλιεργήσει. Αν όμως κοιτάξουμε τα επίσημα έγγραφα, θα δούμε καθαρά ότι μαζί με την γή το μοναστήρι αποκτούσε και τους ανθρώπους που την καλλιεργούσαν έως εκείνη την στιγμή, ως ιδιοκτήτες της ή ακόμη συχνότερα, ως πάροικοι ενός άλλου κυρίου. Η απόκτηση μιας τέτοιας έκτασης γης έφερνε στο μοναστήρι, αυτόματα, και την εργατική δύναμη των παροίκων, επομένως το προϊόν της γής. Και από τα έγγραφα που προαναφέραμε προκύπτει σαφέστατα ότι τα μοναστήρια δεν ήταν διατεθειμένα να αδιαφορήσουν γι' αυτό το προϊόν ή ακόμη περισσότερο, να παραιτηθούν από αυτό το όφελος των παροίκων. Τα μοναστήρια ήξεραν τη δουλειά τους, και το πλεόνασμα του προϊόντος κατέληγε σίγουρα στην αγορά, δηλαδή έμπαινε στο οικονομικό κύκλωμα της Αυτοκρατορίας. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η αποδοτικότητα των μοναστηριακών γαιών ήταν μικρότερη ή ότι ωφελούσε λιγότερο την γενική κυκλοφορία των αγαθών από όσο η αποδοτικότητα των γαιών που ανήκαν σε προνοιαρίους και άλλους μεγαλοκτήμονες. Οπωσδήποτε, δεν πιστεύω ότι η οικτρή οικονομική κατάσταση του Βυζαντίου στα ύστερα χρόνια οφείλεται αποκλειστικά, ή έστω κατά κύριο λόγο, στα μοναστήρια. Από τον 12ο αιώνα, αλλά προπαντός τον 13ο, η Βενετία και άλλες εμπορικές πόλεις της Ιταλίας, αποσπούσαν από τους αυτοκράτορες τόσα προνόμια, ώστε ακόμα και η απαλλοτρίωση ολόκληρης της μοναστηριακής περιουσίας δεν θα μπορούσε να καλλιτερέψει πολύ την κατάσταση» (σ. 315).

Κατηγορούν τα μοναστήρια ότι συνθηκολόγησαν με τους Τούρκους, την εποχή της οθωμανικής εξάπλωσης, για να γλιτώσουν την περιουσία τους. Αλλά αυτό το έπρατταν και πόλεις π.χ. τα Ιωάννινα, όταν έβλεπαν ότι η αντίσταση ήταν μάταιη και οδηγούσε σε σφαγή και εξανδραποδισμό (περίπτωση άλωσης της Θεσσαλονίκης). Δεν είναι συμπεριφορά αποκλειστικά ή κύρια των μοναστηριών. Επιπλέον, στα μοναστήρια αυτά υπήρχαν και υπάρχουν χιλιάδες θησαυροί και αρχαία χειρόγραφα. Αν τα μοναστήρια και οι άοπλοι μοναχοί έκαναν πως αντιστέκονταν σε έναν στρατό που ούτε ο ρωμαίικος στρατός μπόρεσε να αντιμετωπίσει, το πιθανότερο είναι ότι θα σφάζονταν και τα μοναστήρια θα καίγονταν, μαζί με τους ανεκτίμητους θησαυρούς τους και τα αρχαιοελληνικά έγγραφα.

Κατηγορούνται επίσης τα μοναστήρια για την μεγάλη περιουσία που απέκτησαν κατά την Τουρκοκρατία. Αυτές οι κατηγορίες είναι αβάσιμες. Οι Τούρκοι είχαν συνήθειο να αρπάζουν όλα τα χωράφια των Ελλήνων, εκτός από αυτά της Εκκλησίας, διότι σέβονταν τον ιερό τους χαρακτήρα («βακούφια»). Οι Έλληνες, λοιπόν, προκειμένου να αποφύγουν την διαρπαγή των κτημάτων τους από τους μπέηδες και τους πασάδες, έκαναν συμφωνία με την Εκκλησία να χαρίζουν σε αυτήν τα κτήματά τους, με τον όρο να τα εκμεταλλεύονται αυτοί και τα παιδιά τους. Εάν δεν το έπρατταν αυτό οι χωρικοί ή εάν οι Τούρκοι άρπαζαν ακόμη και τα εκκλησιαστικά κτήματα, τότε δεν θα απέμενε κανένας Έλληνας με δική του κτηματική περιουσία, με ανυπολόγιστες συνέπειες, όπως για παράδειγμα την αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος στη Δ. Ευρώπη και την ολοκληρωτική ερήμωση της Ελλάδας. Όσο για την σημερινή εκκλησιαστική περιουσία, η αλήθεια είναι ότι τους δύο τελευταίους αιώνες το κράτος έχει αρπάξει δια της βίας μέγιστο τμήμα της. Γι' αυτό και έχει συμφωνήσει με την Εκκλησία να μισθοδοτεί επ' άπειρον τους κληρικούς, αντί να πληρώσει για την αξία της διαρπαγείσας περιουσίας. Αυτό είναι ανεξάρτητο του χωρισμού ή μη Εκκλησίας-Κράτους και αποστομώνει όσους επιτήδειους ισχυρίζονται ότι... υπάρχει «παπαδόσημο» ή ότι οι κληρικοί είναι δημόσιοι υπάλληλοι και ότι οι Έλληνες φορολογούμενοι υποχρεώνονται να πληρώνουν τους λειτουργούς μίας θρησκείας στην οποία ίσως δεν πιστεύουν (Περισσότερα για το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας: http://www.oodegr.com/oode/koinwnia/perius1.htm ).

Αλλά και κατά την επανάσταση του 1821 ο ρόλος των μοναστηριών ήταν ευεργετικός. Γράφει ο Μακρυγιάννης: «Εκεί [στα μοναστήρια] ήταν και οι τζεμπιχανέδες [πυρομαχικά] μας και όλα τα αναγκαία του πολέμου˙ ότι ήταν παράμερον και μυστήριον από τους Τούρκους. Και θυσίασαν οι καϊμένοι οι καλόγεροι˙ και σκοτώθηκαν οι περισσότεροι εις τον αγώνα. Και οι Μπαυαρέζοι παντήχαιναν [νόμιζαν] ότ' είναι οι Καπουτζίνοι της Ευρώπης, δεν ήξεραν ότ' είναι σεμνοί κι’ αγαθοί άνθρωποι» (Απομνημονεύματα, Μακρυγιάννη, εκδ. Πέλλα, σ. 368). Σε ανταμοιβή της εθνικής προσφοράς των μοναστηριών το 1821, το βαυαρικό Ελληνικό κράτος έκλεισε τα 412 από τα 546 μοναστήρια της ελληνικής επικράτειας. Ύστερα απ' αυτό, περιμένουμε από τους νεοπαγανιστές να τιμήσουν το μεγάλο βασιλιά Όθωνα και την Αντιβασιλεία. 
 

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

ΒΥΖΑΝΤΙΟ, 10ο. Συκοφαντιών συνέχεια για το Βυζάντιο...

69. "Ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μαχόταν στα τείχη της Κωνσταντινούπολης, 500 χιλιάδες καλόγεροι τραγουδούσαν χαρούμενοι στα μοναστήρια τους και δεν συνεισέφεραν στην άμυνα. Οι Χριστιανοί προτιμούσαν τους Τούρκους".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αφού οι νεοδωδεκαθεϊστές εθνικιστές δεν θεωρούν ελληνικό το Βυζάντιο και τους πιάνει αηδία μόνο με την σκέψη περί Βυζαντίου, τί τους νοιάζει αυτό κι ο ξένος βασιλιάς του και το τέλος του;

Από πού βρήκαν το νούμερο αυτό; Γιατί εντός της Πόλης όλοι κι όλοι ήταν 80 χιλιάδες, και πάνω από τα 5/6 ήταν γέροι και γυναικόπαιδα. Πού ήταν αυτοί οι 500  χιλιάδες μεσα στα μοναστήρια στην Πόλη, κρυμμένοι στα έγκατα της γής μήπως; Ή μήπως εννοούν πως έπρεπε να μαζευτούν μέσα στην Κωνσταντινούπολη όλο το ελληνικό έθνος (αφού οι νεοπαγανιστές δεν τους λογαριάζουν για Έλληνες όλους αυτούς εκεί μέσα); Και πώς θα περνούσαν μέσω των τουρκικών στρατευμάτων που πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη, οι 500 αυτές χιλιάδες; Θα τους έλεγαν «συγγνώμη, μπορούμε να περάσουμε μέσα;» Ή μήπως ξεχνούν οι νεοπαγανιστές ότι όλες οι περιοχές – όλη η Μικρασία και σχεδόν όλα τα Βαλκάνια – ήταν υπό τουρκική κατοχή και συνεπώς δεν θα άφηναν κανέναν οι Τούρκοι να πλησιάσει, πόσο μάλλον 500 χιλιάδες;

Οι Χριστιανοί δεν συμπαθούσαν τους Τούρκους. Απλώς θυμόντουσαν τα μύρια δεινά που ο λαός (αφού όλοι Χριστιανοί ήταν τότε, και συνεπώς λαός=χριστιανοί, είτε αρέσει σε μερικούς είτε όχι) υπέφερε από τους Φράγκους οι οποίοι ήθελαν να τους εκλατινίσουν γλωσσικώς και θρησκευτικώς.

Ο φιλολατίνος Βαρλαάμ ο Καλαβρός, λίγα χρόνια πριν την Άλωση του 1453 γράφει χαρακτηριστικά στον ρωμαιοκαθολικό Πάπα: «Δεν είναι οι δογματικές διαφορές που χωρίζουν τις ελληνικές καρδιές από τη δική σου, όσο το μίσος που κυριεύει στο πνεύμα τους για τους Λατίνους, σαν αποτέλεσμα των πολλών και μεγάλων δεινών που κατά καιρούς υπέφεραν από αυτούς και εξακολουθούν να υποφέρουν οι Έλληνες κάθε μέρα». Στα 1400 ο Κρητικός Ιωσήφ Βρυέννιος λέει: «Ας μην απογοητευτεί κανείς από φρούδες ελπίδες ότι τα ενωμένα στρατεύματα των Ιταλών θα έρθουν να μας σώσουν. Αν αυτοί ισχυρίζονται ότι θα ξεσηκωθούν για να μας υπερασπιστούν, θα πάρουν τα όπλα μόνο για να καταστρέψουν την Πόλη μας, τη φυλή μας και το όνομα μας».

Γιατί όμως τα έλεγαν αυτά; Λόγω θρησκοληψίας; Λόγω παραφροσύνης; Τους έπιασε ξαφνικά τουρκολατρεία τους ανθρώπους της εποχής εκείνης, ή θυμόντουσαν τα όσα δεινά τράβηξαν και τραβούσαν ακόμα και στα 1453 από τους Δυτικούς; Ασφαλώς, για να αντιπαθούν τους Δυτικούς τόσο πολύ, θα είχαν ισχυρότατους λόγους. Δεν μπορεί να μην είχαν. Να τι επακολούθησε στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, και έμεινε ανεξίτηλο μαζί με τα υπόλοιπα γεγονότα της Φραγκοκρατίας στη μνήμη των Ελλήνων της εποχής του 1453:

Μετά την επίσημη αναγνώριση των Ευρωπαίων ως κατακτητών του Βυζαντίου, άρχισε η χωρίς οίκτο λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη. Οσοι τολμούσαν να αντισταθούν εσφάζοντο επί τόπου. Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό, εκκλησία μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί φρικώδη λεηλασία. Ιδίως τους προσέλκυσε ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπήκαν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λέρωναν με τις κορπιές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και άρχισαν με φρενιτιώδη ταχύτητα να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένως το έκαναν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάνδηλα, μέχρι και κουρτίνες. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της λεηλασίας μια Γαλλίδα πόρνη ανεβασμένη στον πατριαρχικό θρόνο χόρευε άσεμνα μισόγυμνη και τραγουδούσε. Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλύτωσαν: συλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί. (π.χ. το πτώμα του Βασιλείου Β' του Μακεδόνα πετάχθηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Ευρωπαίοι μια φλογέρα – ειρωνικά. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά».)

Κυρίως όμως καταστράφηκαν αναρίθμητα έργα τέχνης: τόσο της κλασσικής αρχαιότητας π.χ. αγάλματα του Δία, του Απόλλωνα, των Διοσκούρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμης, της Ήρας, της Ελένης του Μενελάου κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσας μας, όσο και της βυζαντινής περιόδου, τα οποία κομμάτιαζαν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα έλυωναν στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα. Μονο οι Βενετοί μπόρεσαν να σώσουν ορισμένα από αυτά, όπως τα περίφημα τέσσερα χάλκινα άλογα του Ιπποδρόμου που τα μετέφεραν στη Βενετία και τα τοποθέτησαν στο ναό του Αγίου Μάρκου. Οι πιο φρικτοί από όλους ήταν οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί που ήταν εξοικειωμένοι με το βυζαντινό πολιτισμό του οποίου ήταν θαυμαστές και αντιγραφείς, αλλά και λόγω των γνωριμιών τους με τους Έλληνες ήταν οι πλέον φιλέυσπλαχνοι έναντι των ηττημένων. Ηταν τέτοια η έκταση της καταστροφής που στο τέλος το άλλοτε περικαλλές άστυ, η βασιλίδα των πόλεων της οικουμένης, που επί 9 αιώνες είχε συσσωρεύσει αμύθητα πλούτη, κατάντησε σκέτο κουφάρι.

Μεθυσμένοι από τη νίκη τους οι Δυτικοί περιγελούσαν τους νικημένους, φορούσαν με γελοίο τρόπο τα ρούχα που τούς είχαν αρπάξει, τοποθετούσαν στα κεφάλια των αλόγων τους τις καλύπτρες και τα κοσμήματα των Ρωμηών. Άλλοι κρατούσαν αντί για σπαθί χαρτιά, μελανοδοχεία, και βιβλία, και περιφέρονταν στους δρόμους της Πόλης, παριστάνοντας τους λογίους. Το πιο τραγικό από όλα ήταν όμως ότι ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως, αδιακρίτως ηλικίας ή ιδιότητας (π.χ. οι μοναχές) υποβλήθηκε στην τρομερή διαδικασία του βιασμού. Τότε ακριβώς εσφάγησαν οι περισσότεροι από τους άρρενες κατοίκους: διότι στην προσπάθειά τους οι πατέρες και οι σύζυγοι να διαφυλάξουν την τιμή των θυγατέρων και των συζύγων έπεσαν θύματα των αποχαλινωμένων (και αποκτηνομένων) Δυτικών. Βόγκηξε η Κωνσταντινούπολη από τον ατελείωτο βιασμό. Δεν περιγράφονται τα μαρτύρια που υπέστησαν οι κάτοικοι επί τρεις συνεχείς ημέρες, διότι τους βασάνιζαν απάνθρωπα για να τους αποκαλύψουν τα μέρη όπου είχαν κρύψει χρυσά και αργυρά νομίσματα και κυρίως τιμαλφή. Μόνο όταν κορέστηκε η δίψα τους για αρπαγή, αίμα και γενετήσιες απολαύσεις, ησύχασαν. Κατόπιν συγκέντρωσαν όλη τη λεία και την έθεσαν υπό την φύλαξη των ευγενών (Ν. Τσάγγα, Μάτζικερτ, η αρχή του τέλους του μεσαιωνικού Ελληνισμού, εκδ. Γκοβόστη, σ. 323).

Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης που ήταν επίσης παρών στην Άλωση της Πόλης: «Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων. (...) Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τί θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (...)».

Αυτή ήταν η απαρχή της Φραγκοκρατίας, και αναρωτάται κανείς γιατί αντιπαθούσαν τόσο πολύ οι Έλληνες του 1453 τους Λατίνους; Στην Κρήτη είχαν αρχίσει να γράφουν τα ελληνικά με λατινικό αλφάβητο λόγω λατινικής επιρροής. Οι Τούρκοι δεν τους απαγόρευαν την θρησκεία ή την γλώσσα και τέλος πάντων, οι Ελληνες της Κάτω Ιταλίας που ήταν ορθόδοξοι και ελληνόφωνοι έως τον 11ο αι. εκλατινίστηκαν όταν οι Νορμανδοί κατέλαβαν την Ιταλία και σήμερα ελάχιστοι μιλούν ελληνικά, ενώ έως τον 20ό αι. υπήρχαν στη Μικρά Ασία εκατομμύρια ελληνικών πληθυσμών που διατήρησαν την ελληνοφωνία και την ορθοδοξία και επέστρεψαν στην Ελλάδα. Οι Τούρκοι εξισλάμισαν και τουρκοποίησαν πολλούς ελληνόφωνους πληθυσμούς, αλλά όχι όλους. Έμειναν 3 εκατομμύρια το 1922. Οι Λατίνοι τους εκλατίνισαν όλους τους κατοίκους της Νότιας Ιταλίας. Τί ήταν λοιπόν το λιγότερο δυσάρεστο, ο χαμός όλων ή ο χαμός πάρα πολλών αλλά όχι όλων; Γιατί, ας μη ξεχνάται, μόνο η Πόλη είχε απομείνει και δεν υπήρχε ελπίδα επανάκτησης των εδαφών Βαλκανίων-Μικρασίας, ούτε και η Δύση ενδιαφέρθηκε να κάνει πόλεμο στους Τούρκους για χάρη των Ελλήνων. Δύο πλοία και 700 στρατιώτες έστειλε η Δύση το 1453, ενώ είχε ήδη υπογραφεί η Ένωση των Εκκλησιών. Τόσα πολλά. Τόσο πολύ νοιαζόταν.

Ασφαλώς πρέπει να πάψει το παραμύθι της συνωμοσίας ότι η Εκκλησία «παρέσυρε» τον λαό κάνοντάς τον αντιδυτικό και φανατίζοντάς τον, ή ότι μόνο η εκκλησία ήταν αντιδυτική ενώ ο λαός παρασύρθηκε από τους παπάδες. Ο λαός ήταν αυτός που υπέφερε περισσότερο στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, και γι' αυτό και ήταν αντιδυτικός. Είναι ντροπή αυτοί που κατά τα άλλα μιλούν εξ ονόματος του λαού να ισχυρίζονται πως ο λαός δεν ήξερε το συμφέρον του ή πως ήταν μικρό παιδί που το παρέσυρε η Εκκλησία (δηλ. η ηγεσία, επίσκοποι, κλπ), και δεν έβλεπε τα όσα του προκαλούσαν οι Λατίνοι από το 1204 και μετά. Όλοι αυτοί που ισχυρίζονται ότι «εξαπατήθηκε ο λαός», με παιδαριώδεις συνωμοσίες αναλύουν την ιστορία.

Ο ανθελληνισμός των Δυτικών της εποχής εκείνης (άλλοι, φυσικά, οι Δυτικοί εκείνοι κι άλλοι οι σημερινοί) δεν είναι πλάσμα της φαντασίας κάποιων σημερινών φανατικών, που θέλουν κατηγορώντας την Δύση να δικαιολογήσουν την σημερινή ανικανότητα των Ελλήνων να αυτοκυβερνηθούν˙ ούτε είναι μυστικές συνωμοσίες, που καταγράφηκαν σε κάποια δυτικά κρυμμένα έγγραφα. Αιώνες πριν το 1204, ο ιταλός πρέσβης του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα, ο Λιουπράνδος της Κρεμώνας παραθέτει μια συζήτηση που ο ίδιος είχε με τον Νικηφόρο Φωκά: «Ετοιμαζόμουν να τού απαντήσω σε έντονο ύφος, αλλά ο Νικηφόρος δεν με άφησε, γιατί μου φώναξε για να με προσβάλει: «Εσείς δεν είστε Ρωμαίοι [=Ρωμηοί] αλλά Λογγοβάρδοι!» Τότε θύμωσα και εξερράγην. Εκείνος ήθελε ακόμη να μιλήσει και με το δάχτυλό του μου έκανε νεύμα να σιωπήσω, αλλά εγώ αδιαφόρησα και του είπα: «Ο αδελφοκτόνος Ρωμύλος, που έδωσε το όνομά του στους Ρωμαίους (...) προσέφερε άσυλο στη Ρώμη σε κάθε χρεοκοπημένο και δραπέτη σκλάβο και φονιά και αξιοθάνατο. Αυτή την συμμορία τη βάφτισε Ρωμαίους. Από αυτή την αριστοκρατία κατάγονται εκείνοι που εσείς ονομάζετε κοσμοκράτορες. Γι' αυτό εμείς οι Λογγοβάρδοι, οι Σάξωνες, οι Φράγκοι, οι Λοθαρίγγιοι, οι Βαυαροί, οι Σουηβοί και οι Βουργούνδιοι, τους περιφρονούμε τόσο πολύ που όταν θυμώνουμε και θέλουμε να βρίσουμε βαριά κάποιους εχθρούς τους αποκαλούμε Ρωμαίους [=Ρωμηούς]. Και με αυτή τη λέξη εννοούμε ο,τιδήποτε το αχρείο, τη δειλία, την τσιγκουνιά, την ακολασία και το ψέμα. Με άλλα λόγια, όλες τις αμαρτίες» (κεφ. 12).

Ας εξετάσουμε τώρα καθ' εαυτό το επιχείρημα της «προδοσίας της Εκκλησίας» όσο και της φήμης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ως υπερασπιστή. Σύμφωνα με τον Κορδάτο, υπήρξε αρχικά συμφωνία για την παράδοση της Πόλης, μεταξύ Μωάμεθ Β'’ και Παλαιολόγου. Την άποψη αυτή, ο Κορδάτος, την βασίζει στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του Ρώσου (κατ' άλλους Πολωνού ή Τάταρου ή Έλληνα) Δημήτρη Καντεμίρ ή Καντεμίρη (1663 Μολδαβία-–1727 Ρωσσία), η οποία γράφτηκε στα τέλη του 17ου αιώνα με αρχές του 18ου και πράγματι περιγράφει ότι η Πόλη δεν πάρθηκε δια της βίας, αλλά με συνθήκη. Ο Κορδάτος προσθέτει, ότι ενώ είχε συμφωνηθεί η παράδοση, ο σουλτάνος έθεσε και νέους όρους, οπότε ο Παλαιολόγος ακύρωσε την συνθήκη και έπεσε μαχόμενος, αλλά ο Μωάμεθ δεν έσφαξε όλους τους κατοίκους ούτε λεηλάτησε τις εκκλησίες και τις περιουσίες τους, παρά μόνο των φιλοενωτικών. Τους ανθενωτικούς τούς άφησε ήσυχους. Με αυτόν τον τρόπο, υποστηρίζει, αιτιολογείται η ύπαρξη σώων χριστιανικών εκκλησιών μετά την Άλωση, αφού ο ισλαμικός νόμος προστάζει την σφαγή και λεηλασία κάθε πόλης που καταλαμβάνεται δια της βίας. Ωστόσο, προκύπτουν τα εξής ζητήματα:

1) Ενώ ο Κορδάτος λέει ότι οι Τούρκοι «όσα (εκκλησίες, περιουσίες κ.ά.) ανήκαν στους ανθενωτικούς τα σεβάστηκαν» (Γιάννη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 373), αυτό δεν αληθεύει: «Ουδεμία διάκρισις των διασωθέντων ναών κατά συνοικίας είναι δυνατή. Ο ναός των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος διετηρήθη άθικτος εις ουδεμίαν από τας δήθεν συνθηκολογήσας συνοικίας ανήκει. Ωσαύτως η Μονή της Χώρας, ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, η Αγία Θεοδώρα, η Περίβλεπτος, εκκλησίαι, αι οποίαι διετηρήθησαν χριστιανικαί και μετά την Άλωσιν, μεταβληθείσαι αργότερον εις τζαμιά, ευρίσκονται εις διαφόρους συνοικίας. Την λεηλασίαν εξάλου, όπως παραδίδουν πάντες οι ιστορικοί της Αλώσεως, ουδείς των ναών της Κωνσταντινουπόλεως διέφυγεν» (Μαρία Κ. Χαιρέτη, Μνημοσύνη I, (1967) σ. 336, στο Ι. Μ. Χατζηφώτη, Βυζάντιο και Εκκλησία, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σ. 42). Χαρακτηριστικά γράφει ο Νικόλο Μπαρμπάρο, υπερασπιστής της Πόλης: «όσους έβρισκαν στους δρόμους τούς περνούσαν από τη λεπίδα της χατζάρας τους, γυναίκες και άντρες και γέρους και παιδιά, αδιακρίτως». Ο Φραντζής πάλι, λέει, απορρίπτοντας την άποψη του Κορδάτου: «κανένα μέρος ή καταφύγιο δεν γλίτωσε από την έρευνα (των Τούρκων) ή την βεβήλωση» και «παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών» (κεφάλαιο 8). Κι ο ανθενωτικός Κριτόβουλος το ίδιο ισχυρίζεται. Συνεπώς, οι Τούρκοι έσφαζαν αδιακρίτως ανθενωτικούς και φιλενωτικούς. Εάν υπήρχε συμφωνία ανθενωτικών και Τούρκων, τότε οπωσδήποτε ο Μωάμεθ ο Β' θα είχε δώσει εντολή να μην σφάζουν οι στρατιώτες όποιον έβρισκαν μπροστά τους και να μην λεηλατούν όλα τα σπίτια, άρα κι αυτά των ανθενωτικών.

2) Κανείς από τους ιστορικούς της Άλωσης, ούτε ο Δούκας ούτε ο Φραντζής, ούτε ο Χαλκοκονδύλης, ούτε ο Κριτόβουλος, δεν αναφέρει πουθενά για μερική παράδοση της Κων/πολης ή για συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου. Αυτοί οι τέσσερις ιστοριογράφοι, μαζί με άλλους δύο, έναν Ρώσο κι έναν Βενετό, πουθενά δεν κάνουν λόγο για συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου ή μερική παράδοση εκ μέρους των κατοίκων. Ούτε οι τουρκικές πηγές αναφέρουν κάτι τέτοιο. Ο Κορδάτος βασίζεται αποκλειστικά στον Καντεμίρη, ο οποίος έγραψε 200 με 250 χρόνια μετά την Άλωση. Είναι λογικότερο να πιστέψουμε τον αυτόπτη μάρτυρα Φραντζή, τον αυτόπτη μάρτυρα Βενετό Νικόλο Μπαρμπάρο, τον αυτόπτη μάρτυρα Ρώσο Νέστορα Ισκεντέρη καθώς και τους Δούκα, Κριτόβουλο και Χαλκοκονδύλη, οι οποίοι ήταν σύγχρονοι της Άλωσης, αλλά δεν αναφέρουν τίποτε περί παράδοσης ή συνθηκολόγησης, παρά να πιστέψουμε σε αβάσιμες μυθοπλασίες του Καντεμίρη, δύο αιώνες μετά την Άλωση, τις οποίες κανείς άλλος πριν από αυτόν δεν είχε ισχυριστεί. Ο Υψηλάντης, αντιγράφει απλώς τον Καντεμίρη, ένα αιώνα μετά.

3) Ο ίδιος ο Κορδάτος, παραθέτει την άποψη κάποιου τουρκολόγου Χότζη, ότι η συμφωνία έγινε μεταξύ Ανθενωτικών - Σουλτάνου. Ωστόσο, αρνείται την πιθανότητα οι ανθενωτικοί (π.χ. ο Νοταράς) να έκαναν μυστική συνθηκολόγηση, κρυφά από τον Παλαιολόγο: «Η γνώμη του Χότζη, ότι, τάχα, η συμφωνία της παράδοσης δεν υπογράφηκε από τον αυτοκράτορα Παλαιολόγο, αλλά από τους άρχοντες (Νοταρά και λοιπούς) μού φαίνεται, πως δεν είναι σωστή. Ο σουλτάνος θα δυσκολευόταν να κάνη αυτές τις υποχωρήσεις, ούτε μπορούσαν οι διάφοροι Νοταράδες να ενεργήσουν από κεφαλιού τους, να ανοίξουν το κάστρο και να πάνε στη σκηνή του σουλτάνου, να διαπραγματευτούν τους όρους της παράδοσης και να ξαναγυρίσουν. Όπως ξέρουμε, και όταν ακόμα οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη, πολλοί, από τους ενωτικούς, αντιστάθηκαν και πολέμησαν ώρες. Ήταν, λοιπόν, δυνατόν ο Νοταράς και οι οπαδοί του να ανοίξουν την πόρτα του κάστρου και να πάνε στο Μωάμεθ χωρίς να το θέλει ο βασιλιάς Κωνσταντίνος; Δε θέλει ρώτημα, πως μια τέτοια ενέργεια θα είχε πολύ σοβαρές συνέπειες για το Νοταρά και τους φίλους του. Θα τους κάνανε κομμάτια οι ενωτικοί, που ήταν οπλισμένοι και μανιασμένοι» (Γιάννη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 378). Ο Κορδάτος, πολύ σωστά, αναφέρει ότι οι φιλενωτικοί (π.χ. ο Φραντζής κ.ά.) μισούσαν και περιφρονούσαν τους ανθενωτικούς. Επομένως είναι λογικό, ότι εάν υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ Τούρκων και ανθενωτικών, οι φιλενωτικοί θα το κατήγγειλαν και θα το φώναζαν, μέσα από τα γραπτά τους. Θα γινόταν, εξάλλου, αμέσως γνωστό, από τον Μωάμεθ, ότι οι ανθενωτικοί τον βοήθησαν και γι' αυτό το λόγο αυτός τους έδωσε προνόμια. Ωστόσο, κανείς φιλενωτικός ιστοριογράφος της Άλωσης δεν κατηγόρησε τους ανθενωτικούς για μυστική συμφωνία παράδοσης της Πόλης. Ο Φραντζής εκφράζεται περιφρονητικά για τον Νοταρά, αλλά δεν λέει ότι συμφώνησε πριν την Άλωση μυστικά μαζί του για να πέσει εύκολα η Πόλη. Άρα, το επιχείρημα της «προδοσίας της (ανθενωτικής πλευράς της) Εκκλησίας» είναι απαράδεκτο ελλείψει στοιχείων.

4) Ο Κορδάτος ισχυρίζεται ότι ο λόγος που ο ανθενωτικός Κριτόβουλος (που έγραψε τη διήγησή του 14 χρόνια μετά την Άλωση, στην Πόλη), δεν αναφέρει την συνθηκολόγηση του Παλαιολόγου είναι, για να εμφανίσει τον σουλτάνο ως «μεγάλο στρατηλάτη, δηλαδή θέλει να τονίσει πως ο τίτλος του Πορθητή του αξίζει» (Γιάννη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 379). Αυτά βέβαια δεν είναι ιστορία, αλλά μυθοπλασίες της Χαλιμάς. Εάν έστω κι ένας από τους υπόλοιπους ιστοριογράφους έκανε λόγο για συνθηκολόγηση, τότε η απόκρυψή της από τον Κριτόβουλο θα ήταν πιθανόν να δικαιολογηθεί, κατά τον τρόπο που ο Κορδάτος λέει. Αφού όμως κανείς δεν κάνει λόγο για συνθηκολόγηση, ποιος ο λόγος να υποθέσουμε ότι αυτή έλαβε χώρα; Ο Κορδάτος ισχυρίζεται ότι ο Φραντζής την αποκρύπτει, διότι ο ίδιος είναι φιλενωτικός, άρα έλαβε μέρος στην απόφαση για συνθηκολόγηση κι επομένως θα κατηγορούνταν ως προδότης. Όμως: ούτε οι ανθενωτικοί κατηγορούν τους φιλενωτικούς ότι οι τελευταίοι ζήτησαν συνθηκολόγηση, ούτε οι φιλενωτικοί κατηγορούν τους ανθενωτικούς ότι προσπάθησαν να παραδώσουν προδοτικά την Πόλη. Τί συνέβη; Παρασιωπούν οι μέν τα κακά των δε, παρασιωπούν και οι δε τα κακά των μεν; Πάλι συνωμοσία; Πολύ πιο εύκολο θα ήταν, γράφοντας τις διηγήσεις τους, και αλληλομισούμενοι, οι ενωτικοί κι οι ανθενωτικοί να επέρριπταν ο ένας στον άλλο τέτοιες κατηγορίες, αντί να συμφωνήσουν μυστικά, ώστε κανείς να μη μάθει την αλήθεια. Απλώς πρόκειται για μυθοπλασίες, με σκοπό να κατηγορηθεί είτε ο Παλαιολόγος είτε η Εκκλησία (δηλ. η ηγεσία).

5) Ο Κορδάτος υποστηρίζει ότι ο θρύλος του Μαρμαρωμένου βασιλιά γεννήθηκε σε περιοχές με έντονη επιρροή των δυτικών, τα Νησιά και τον Μωριά, όπως λέει (Γιάννη Κορδάτου, Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, εκδότης Πέτρος Δ. Καραβάκος, Αθήνα 1953, σ. 379), ενώ στις υπόλοιπες περιοχές υπήρχε η αντίληψη ότι ο Παλαιολόγος πέθανε για τις αμαρτίες του, δηλαδή τον φιλενωτισμό του. Ωστόσο, ο Μωριάς δεν ήταν δυτικός εκείνη την εποχή˙ ήταν βυζαντινή επικράτεια. Επιπλέον, ακόμη κι ο φιλενωτικός Φραντζής, στο λόγο που αποδίδει στον Παλαιολόγο μια μέρα πριν την Άλωση, βάζει τον Δραγάση να λέει ότι «αν τυχόν για τις δικές μου αμαρτίες ο Θεός παραχωρήσει την νίκη στους ασεβείς...». Συνεπώς, η αντίληψη περί αμαρτίας-τιμωρίας δεν είναι μόνο ανθενωτική, αλλά και φιλενωτική και επομένως η «αμαρτία» δεν αφορά την φιλενωτική πολιτική του Κωνσταντίνου του ΙΑ'. Άλλωστε, ο Παλαιολόγος δεν πίεζε κανέναν να αποδεχτεί την ένωση και ήταν πολύ ήπιος.

6) Τα προνόμια που έδωσε ο Πορθητής στην Εκκλησία οφείλονται αποκλειστκά σε δικές του σκοπιμότητες. Οι Τούρκοι δεν ήθελαν να προκαλέσουν τους Ορθόδοξους της Βαλκανικής, την οποία μόλις είχαν κατακτήσει. Πρέπει λοιπόν να υποθέσουμε, ότι πριν την Άλωση, ο Μωάμεθ είχε σκεφτεί να δώσει τα προνόμια στην Εκκλησία, με σκοπό να μην ερεθίσει τους πολυπληθείς ορθόδοξους των νεοκατακτημένων περιοχών. Γι' αυτό εξηγούνται και οι ναοί που παρέμειναν χριστιανικοί μετά την Άλωση. Παρέμειναν χριστιανικοί μεν, βεβηλώθηκαν και λεηλατήθηκαν δε.

7) Όπως μάς είναι γνωστό, ο Μωάμεθ τιμώρησε έναν στρατιώτη του που κατέστρεφε την Αγία Σοφία, λέγοντάς του ότι τα δημόσια κτίρια είναι δικά του. Όντας δικά του, μπορούσε να τα επιστρέψει στους χριστιανούς κτήτορές τους ή να τα κάνει ό,τι θέλει.

8) Προβάλλεται από μερικούς, ως πειστήριο της δήθεν προδοτικής στάσης της Εκκλησίας κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ο στίχος «είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» που βρίσκει κανείς σε θρήνους για την Άλωση. Ξεχνούν όμως πως στους ίδιους θρήνους βρίσκει κανείς το στίχο «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας είναι». Πώς γίνεται να επιδιώκεται προδοτικά από την Εκκλησία η πτώση της Πόλης κι από την άλλη να δίνεται ελπίδα πως κάποτε θα την ξαναπάρουμε; Αν η Εκκλησία ήταν φιλότουρκη και είχε προδοτικό ρόλο κατά την Άλωση, τότε σκοπός της θα ήταν όχι να σπείρει ελπίδες ότι «πάλι με χρόνια με καιρούς» θα ξαναγίνουν δικά μας τα χαμένα, αλλά το αντίθετο: να λέει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να απελευθερωθούμε. Επίσης ξεχνάται ότι σε άλλους θρήνους (π.χ. τον ποντιακό «Πάρθεν η Ρωμανία») στο άκουσμα της είδησης της Άλωσης «μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια». Αν η Εκκλησία και τα μοναστήρια είχαν προδοτικό ρόλο και αν είταν φιλότουρκα, τότε καθόλου δε θα θρηνούσαν για την Άλωση, και η λαϊκή μούσα δεν θα ανέφερε τέτοια αντίδραση.

9) Ας μην παπαγαλίζουν οι «αρχαιολάτρες» εθνικιστές το ρητό του Νοταρά «καλύτερα να δει κανείς στην Πόλη Τούρκους παρά Λατίνους». Ο Νοταράς δεν συνεργάστηκε με τους Τούρκους, και δεν πρόδωσε ούτε την πίστη του, ούτε την αξιοπρέπειά του έχασε, και αποκεφαλίστηκε. Οι ανθενωτικοί δεν έλεγαν «θέλουμε να υποδουλωθούμε στους Τούρκους», αλλά «αν τυχόν υποδουλωθούμε, είναι προτιμότερο από τους Τούρκους παρά από τους Λατίνους». Αυτά τα δύο πράγματα δεν σημαίνουν καθόλου το ίδιο πράγμα. Το πρώτο («θέλουμε να υποδουλωθούμε στους Τούρκους») σημαίνει προδοσία, αλλά ουδέποτε το είπαν οι ανθενωτικοί. Το δεύτερο, αυτό που είπαν οι ανθενωτικοί («αν τελικά κάποιοι μας υποδουλώσουν, καλλίτερα να είναι οι Τούρκοι παρά οι Λατίνοι») συνιστά απάντηση σε ένα δίλλημα υποθετικό, κι όχι εθελοδουλεία.

10) Και φυσικά, διαφεύγει από πολλούς η λεπτομέρεια πως η διοίκηση της Εκκλησίας είχε υπογράψει την Ένωση των Εκκλησιών. Ποιους εννοούν με τον όρο «Εκκλησία», όταν ισχυρίζονται πως «η Εκκλησία βοήθησε τους Τούρκους να πάρουν την Πόλη»; Αν εννοούν την διοίκηση της Εκκλησίας αυτή ήταν φιλενωτική. Μήπως εννοούν τον λαό, δηλαδή το πλήρωμα της Εκκλησίας; Σ' αυτήν την περίπτωση, θα έπρεπε να σιωπήσουν και να μη κατηγορούν την Εκκλησία. Το γνωστο σοφιστικό επιχείρημα εφαρμόζουν και πάλι: όποτε τους συμφέρει, «Εκκλησία» είναι η ιεραρχία, ενώ αλλιώς «Εκκλησία» είναι ο λαός. 

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2022

Γκουλάγκ: τα σοβιετικά στρατόπεδα θανάτου και ο αρχιτέκτονάς τους.



Η μαρξιστική αντίληψη για το έγκλημα υποστηρίζει ότι η γενεσιουργός αιτία του είναι η «εκμετάλλευση των μαζών» και συνεπώς όταν αυτή θα παύσει να υφίσταται, θα εξαλειφθεί και η παραβατική συμπεριφορά των ανθρώπων. Μετά, όμως από την βίαιη κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, ο Λένιν διατύπωσε την άποψη ότι η δημιουργία του σοβιετικού κράτους θα προκαλούσε την εμφάνιση ενός νέου είδους εγκληματία που θα αποκαλούνταν «ταξικός εχθρός».

Τα λαϊκά δικαστήρια που συστάθηκαν αμέσως μετά την «Οκτωβριανή Επανάσταση» δεν άργησαν να προσδιορίσουν και να στοχοποιήσουν ως τέτοιους τους τραπεζίτες, τους εμπόρους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους φύλακες της τσαρικής περιόδου και γενικά κάθε άτομο που έδινε την εντύπωση του «ύποπτου», τους οποίους και καταδίκαζαν αυθαίρετα σε ποινές φυλάκισης, καταναγκαστικά έργα και σε θανατική ποινή.


 
Η αφορμή για την υλοποίηση του σχεδίου του Λένιν για εγκλεισμό των «εχθρών» σε «ειδικά στρατόπεδα» δόθηκε μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατά της ζωής του από την Δώρα Καπλάν, τον Αύγουστο του 1918. Το σώμα που θα αναλάμβανε την εφαρμογή της πολιτικής του «Κόκκινου Τρόμου» ήταν η «Παν-Ρωσική Έκτακτη Επιτροπή για την Μάχη κατά των Αντεπαναστατικών Συνωμοσιών και της Δολιοφθοράς», γνωστή και ως «Τσεκά», δηλαδή η μυστική αστυνομία, υπό την ηγεσία του Πολωνού «επαναστάτη» Φέλιξ Ντζερζίνσκι (Felix Dzerzhinsky). Τον Σεπτέμβριο εξαπολύθηκε ένα ανηλεές κύμα τρομοκρατίας με συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτελέσεις των «εχθρών» της επανάστασης. Το πρώτο διάταγμα που εκδόθηκε κατά την περίοδο του «Κόκκινου Τρόμου» δεν απαιτούσε απλά την σύλληψη και την φυλάκιση των εκπροσώπων της μπουρζουαζίας και των γαιοκτημόνων, των κληρικών και των αντεπαναστατικών στοιχείων, αλλά και τον εγκλεισμό τους σε «στρατόπεδα συγκέντρωσης». Μέχρι το τέλος του 1919 είχαν καταγραφεί 21 τέτοια στρατόπεδα, τα οποία αυξήθηκαν σε 107 στο τέλος του 1920. Οι διοικητές των στρατοπέδων αυτών επιδίωκαν περισσότερο να εξευτελίσουν και να χλευάσουν τους έγκλειστους, πρώην εύπορους αστούς, τους οποίους ανάγκαζαν να εκτελούν ταπεινωτικές δουλειές, παρά να τους εμφυσήσουν το πνεύμα της παραγωγικής εργασίας, όπως υποστήριζαν οι ηγέτες της «επανάστασης». 
 


Κρατούμενοι εργάζονται στην διάνοιξη της διώρυγας της Λευκής Θάλασσας. Η σημασία του έργου ήταν ασήμαντη, αλλά μέχρι την ολοκλήρωσή του πέθαναν τουλάχιστον 25.000 άνθρωποι.

Μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου, είχαν διαμορφωθεί δύο συστήματα φυλακών: Το Κομισαριάτο Δικαιοσύνης και αργότερα Κομισαριάτο Εσωτερικών ήταν υπεύθυνο για τις φυλακές, στις οποίες είχαν εγκλειστεί οι «ποινικοί» εγκληματίες. Η Τσεκά που μετέπειτα μετονομάσθηκε σε GPU, OGPU, NKVD και KGB ήλεγχε τα «ειδικά» ή «έκτακτα» στρατόπεδα, στα οποία φυλακίζονταν οι «πολιτικοί κρατούμενοι». Στις «ειδικές» φυλακές δεν κρατούνταν μόνο οι «αντιδραστικοί», αλλά και αναρχικοί, στελέχη αριστερών κομμάτων και κινημάτων, όπως οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες, οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στην «επανάσταση», αλλά μετά την επικράτησή της δεν τάχθηκαν με το μέρος του Λένιν. Οι συγκεκριμένοι κρατούμενοι οργάνωναν : διαμαρτυρίες και απεργίες πείνας, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, είχαν διασυνδέσεις στο εξωτερικό με «συγγενείς» ιδεολογικά ομάδες, τις οποίες ενημέρωναν για την άθλια κατάσταση των φυλακών και δέχονταν τις επισκέψεις του Ερυθρού Σταυρού Πολιτικών Κρατούμενων.

Η Τσεκά ήταν αδύνατο να ελέγξει τις εξεγέρσεις των «σοσιαλιστών» και των άλλων απείθαρχων κρατούμενων, που κρατούνταν στις πτέρυγες των φυλακών της Μόσχας. Γι’ αυτό, την Άνοιξη του 1923, αποφάσισε να τους μεταφέρει στα νησιά Σολοβέτσκι στην Λευκή Θάλασσα, όπου υπήρχε ένα μοναστικό συγκρότημα, που και στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί ως φυλακή για τους αντιπάλους των Τσάρων. Στα «βόρεια στρατόπεδα ειδικής σημασίας», γνωστά ως SLON, αρχικά οι «αντιδραστικοί» ιερείς και οι «σοσιαλιστές» κρατούμενοι δεν εργάζονταν και είχαν καταφέρει να διατηρήσουν αρκετά «προνόμια». Ζούσαν μακριά από τους υπόλοιπους κρατούμενους, οι οποίοι αντίθετα υποβάλλονταν σε σκληρά και άσκοπα βασανιστήρια από τους σαδιστές φρουρούς τους ή εκτελούνταν, όταν κρίνονταν ύποπτοι για υποκίνηση εξέγερσης ή πέθαιναν από τις επιδημίες τύφου και λιμού.

Ο αρχιτέκτονας των Γκουλάγκ


 
Οι φυλακές του Σολοβέτσκι ήταν ασύμφορες οικονομικά για το σοβιετικό κράτος και η ηγεσία του αναζητούσε τρόπους, ώστε από την λειτουργία τους να εξασφαλίζει κέρδος. Την αφορμή έδωσε μια επιστολή που έριξε στο «κυτίο παραπόνων» ο Νάφταλι Φρένκελ (Naftaly Frenkel), ένας Εβραίος κρατούμενος, στην οποία ανέλυε τα προβληματικά στοιχεία των παραγωγικών δραστηριοτήτων του στρατοπέδου και πρότεινε μια συντονισμένη μέθοδο κατανομής τροφίμων και οργάνωσης κρατούμενων. Ειδικότερα, οι κρατούμενοι του SLON θα χωρίζονταν σε τρεις ομάδες, ανάλογα με τις σωματικές τους ικανότητες: σε όσους ήταν ικανοί να εκτελούν βαριά εργασία, σε όσους ήταν ικανοί για ελαφριά εργασία και στους ανάπηρους. Συνεπώς, οι κρατούμενοι θα σιτίζονταν ανάλογα με τον όγκο της εργασίας τους. Οι αδύναμοι θα στερούνταν την τροφή, θα αποδυναμώνονταν ακόμη περισσότερό και τελικά είτε θα αρρώσταιναν είτε θα πέθαιναν.

 
 
Η επιστολή αυτή τράβηξε την προσοχή του Γκένρικ Γιάγκοντα (Genrikh Yagoda - βλέπε εδώ) στελέχους και αργότερα επικεφαλής της μυστικής αστυνομίας και η σταλινική ηγεσία δεν άργησε να υιοθετήσει το σύστημα σε όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
 
Ο Φρένκελ γρήγορα προβιβάσθηκε σε φύλακα του στρατοπέδου, αποφυλακίσθηκε το 1927, έγινε διοικητής του Σολοβέτσκι, συνάντησε τον Στάλιν κατά την δεκαετία του 1930 και επέζησε κατά την περίοδο των εκκαθαρίσεων. Το Σολοβέτσκι εξελίχθηκε σε μια οργανωμένη επικερδή επιχείρηση, η οποία αναλάμβανε την εκτέλεση εργασιών και λειτουργούσε ανταγωνιστικά με άλλες κρατικές επιχειρήσεις, που ασκούσαν τις ίδιες δραστηριότητες.

Μετά την εφαρμογή του συστήματος Φρένκελ έπαυσε πλέον ο διαχωρισμός μεταξύ ποινικών και πολιτικών κρατούμενων. Η «ειδική» μεταχείριση των σοσιαλιστών στο Σολοβέτσκ που δεν εργάζονταν αλλά λάμβαναν μεγάλες μερίδες τροφής, προκάλεσε την αντίδραση των σοβιετικών αρχών, oι οποίες αποφάσισαν να τερματίσουν το προνομιακό καθεστώς κράτησής τους. Το 1925 τους απομάκρυναν από το μοναστήρι του Σαβατίεβο στo νησί και τους μετέφεραν σε μακρινές κλειστές φυλακές στην Κεντρική Ρωσία, όπου αντιμετώπισαν χειρότερες συνθήκες διαβίωσης.


 
Ο Naftaly Aronovich Frenkel (στην άκρη δεξιά στην φωτογραφία) γεννήθηκε το 1883, στην Κωνσταντινούπολη σε οικογένεια Εβραίων της Τουρκίας. Αργότερα η οικογένεια μετακόμισε στην Οδησσό. Του απονεμήθηκε το βραβείο του «Τάγματος του Λένιν» τρεις φορές και τίτλος του «Ήρωα της Σοσιαλιστικής Εργασίας». Ποτέ δεν παραπέμφθηκε σε δίκη για τα εγκλήματά του κατά της ανθρωπότητας.

Κατά τη διάρκεια των ετών 1937-1945 ο Frenkel ήταν ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Κατασκευής Σιδηροδρόμων.

Στις 28 Απριλίου 1947, ο Frenkel σταμάτησε για λόγους υγείας και του απονεμήθηκε σύνταξη. Πέθανε το 1960 στην Μόσχα.

Σταδιακά, από το καλοκαίρι του 1954 μέχρι την άνοιξη του 1956 αποφυλακίσθηκαν οι κρατούμενοι των στρατοπέδων του Γκουλάγκ. Όμως, η πλήρης κοινωνική αποκατάστασή τους, που περιλάμβανε την εξεύρεση εργασίας και στέγης και την εξασφάλιση σύνταξης, ήταν πολύ σπάνιο φαινόμενο και δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα ομαλής επανένταξής τους στο κοινωνικό σύνολο.

 
 
Ο Μπρέζνιεφ, ο οποίος αντιτίθετο στην αποσταλινοποίηση, δεν επανέφερε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ωστόσο οι «επικίνδυνοι» αντικαθεστωτικοί, όταν οδηγούνταν στις φυλακές, τελούσαν υπό αυστηρό καθεστώς επιτήρησης, αν και τους είχαν παραχωρηθεί κάποια στοιχειώδη δικαιώματα επικοινωνίας με τον «έξω κόσμο». Οι σοβιετικές αρχές χρησιμοποιούσαν, πλέον, τον εγκλεισμό των αντικαθεστωτικών σε ψυχιατρικά νοσοκομεία για να τους συκοφαντήσουν ως «διανοητικά άρρωστους» ή στην καλύτερη περίπτωση ως «προβληματικούς».

Αργότερα, η KGB, υπό την αρχηγία του μετέπειτα αρχηγού του κράτους Γιούρι Αντρόποφ, καταδίωκε όσους τάσσονταν υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων ή συμμετείχαν σε θρησκευτικές ή εθνικιστικές οργανώσεις. Τελικά, τα τέλη του 1986, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ έδωσε αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, που παρέμειναν έγκλειστοι σε φυλακές.

Επίλογος:

Η ιστορική έρευνα μέχρι και σήμερα αναλύει τα στατιστικά στοιχεία, για να υπολογίσει τους ανθρώπους που πέρασαν από τα σοβιετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις αποικίες σωφρονιστικής εργασίας ή είχαν εκτοπιστεί στις αχανείς και έρημες εκτάσεις της Ρωσίας. Ο συνολικός αριθμός, πιθανόν να ανέρχεται σε 28.700.000. Για τους θανάτους οι ερευνητές μόνο εικασίες κάνουν. Άλλοι αναφέρουν ότι τα θύματα του σταλινισμού ανέρχονται σε 10-12.000.000, ενώ οι συγγραφείς της «Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού» τα υπολογίζουν σε
20.000.000!


 
Μνημείο Γκουλάγκ

Οι Σοβιετικοί προσπάθησαν να σβήσουν από την συλλογική μνήμη τα στρατόπεδα Γκουλάγκ. Η ανθρωπότητα καταδικάζει δικαιολογημένα τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, χωρίς όμως να έχει συνειδητοποιήσει ότι ανάλογες ή και μεγαλύτερες θηριωδίες διαπράχθηκαν στην Σοβιετική Ένωση, την περίοδο 1919-1956.Το κομμουνιστικό καθεστώς απαγόρευε την φωτογράφιση σε όλη την χώρα και η παραβίαση της απαγόρευσης διωκόταν αυστηρά, συνεπώς, χωρίς τις φωτογραφικές μαρτυρίες των θυμάτων τους η χαρακτηριστική βαρβαρότητα των σοβιετικών στρατοπέδων δεν εισέδυσε ποτέ στην συνείδηση του δυτικού κόσμου, όπου τέτοια ζητήματα καταδικάζονταν απερίφραστα. Ούτε η κινηματογραφική βιομηχανία ασχολήθηκε με τα σοβιετικά στρατόπεδα. Οι αριστεροί διανοούμενοι στην Δύση αντιδρούσαν στην αποκάλυψη της αλήθειας για το σύστημα Γκουλάγκ και υποστήριζαν ότι επρόκειτο για «αντισοβιετική προπαγάνδα».
 
Η σημερινή Ρωσία προσπαθεί να μην αναμοχλεύει το σταλινικό παρελθόν. Πολλοί Ρώσοι πιστεύουν ότι το καθεστώς ήταν απάνθρωπο, ωστόσο η πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση ήταν ισχυρή και η κατάρρευσή της «πλήγωσε» την υπερηφάνειά τους. 
 
Πηγή: ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / (από το περιοδικό ''Μάχες και Στρατιώτες'', τεύχος 18 άρθρο Μ. Ντασκαγιάννη και από το διαδίκτυο)

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2022

ΒΥΖΑΝΤΙΟ, 9ο. Συκοφαντιών συνέχεια για το Βυζάντιο...

68. "Οι Έλληνες δεινοπάθησαν από τους Βυζαντινούς."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Εξ ονόματος ποίων Ελλήνων μιλούν οι νεοπαγανιστές; Αυτή η γενίκευση που κάνουν οι νεοπαγανιστές – επειδή το επίκεντρο της Αυτοκρατορίας ήταν η Θράκη, η Μακεδονία, η Μικρά Ασία, δηλαδή η βόρεια κι όχι η νότια Ελλάδα, λένε ότι οι Έλληνες παραμελήθηκαν από το Βυζάντιο – είναι παράλογη. Η αντίληψη αυτή παραγνωρίζει τον ελληνιστικό μετασχηματισμό. «Ελλάδα» πλέον δεν ήταν η Σπάρτη κι η Αθήνα μόνο. Ήταν η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Θεσσαλονίκη, η Κωνσταντινούπολη, η Μικρά Ασία. Όσοι σκέφτονται την εποχή εκείνη με τα σημερινά δεδομένα και τα σημερινά όρια της Ελλάδας, είναι φυσικό να υποθέσουν ότι ο Ελληνισμός παραμελήθηκε.

Την Άλωση της Πόλης, το τέλος της Ρωμαίικης αυτοκρατορίας το θρήνησαν όλοι οι πρόγονοι μας, Κύπριοι και Μωραϊτες, Κρήτες και Πόντιοι, Βόρειοι και Νότιοι. Kι ο Κωνσταντίνος ΙΑ' στο Μωριά στέφθηκε αυτοκράτορας όλων, νότιων και βόρειων και ανατολικών και δυτικών. Κι ο νότιος Έλληνας Κολοκοτρώνης «βασιλιά μας» τον ονομάζει τον Ρωμιό αυτοκράτορα, το Σούλι και την Μάνη ως κάστρα του βασιλιά (Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 68), και στην (μισητή για τους νεοπαγανανιστές) Κωνσταντινούπολη στόχευε να φτάσουν οι Έλληνες και θεωρούσε δεδομένο ότι θα έφταναν οι Έλληνες αν δεν υπήρχε ο διχασμός (Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα, εκδ. Αφών Τολίδη, σ. 104). Και σε όλες, εξαρχής, τις εθνοσυνελεύσεις της Επανάστασης του '21 οι νότιοι Έλληνες ήταν αυτοί που αποκαλούσαν τους Ρωμιούς Αυτοκράτορες «αειμνήστους ημών Χριστιανούς αυτοκράτορες της Ελλάδος». «ΗΜΩΝ».

68a ΡΩΜΗΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Ας δούμε πόσο έβλαψαν οι κακοί Βυζαντινοί τους Έλληνες της σημερινής Ελλάδας.

«Ο Μ. Κωνσταντίνος όχι μόνο, όπως είδαμε, ήθελε να ονομάζεται στρατηγός των Αθηνών, αλλά αύξησε και τα προνόμια των επικεφαλής των σχολών και των δασκάλων τους και τους δασκάλους αυτούς τούς απάλλαξε από πολλούς φόρους. (...) Έστελνε επίσης, για να μοιραστεί, στο δήμο των Αθηναίων αξιόλογη ποσότητα σιταριού κάθε χρόνο» (Κ. Παπαρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1885, επανέκδ. εκδ. Κάκτος, 1992, τ. 8, 3). Στον Αθηναίο Νεοπλατωνικό, τον Νικάνορα, ο οποίος είχε την αρχή του δαδούχου στην Ελευσίνα, έδωσε τους αναγκαίους πόρους, ώστε να κάνει ο Νικάνορας ταξίδι στην Αίγυπτο για μελέτες (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 92). Και φυσικά, θα ήταν εντελώς απίθανο, από την μια ο Κωνσταντίνος να βοηθά τον Νικάνορα κι από την άλλη να σκοτώνει τον Σώπατρο για θρησκευτικούς λόγους. Επίσης, ο Κωνσταντίνος, στη μάχη κατά του Λικίνιου χρησιμοποίησε τον ελληνικό στόλο, που ελλιμενιζόταν στον Πειραιά. Ο Κωνσταντίνος έφτιαξε τειχισμένο τεχνητό λιμάνι για τη Θεσσαλονίκη, στα Ν.Δ. της πόλης.

«Ἀλλὰ καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Κωνσταντίνου ἐπέδειξαν πολλαχῶς τὴν πρὸς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸ ἐν αὐταῖς πανεπιστήμιον, εὔνοιαν αὑτῶν. Τὸν περιώνυμον σοφιστὴν Προαιρέσιον, οὗ καὶ αὐτοὶ οἱ Ρωμαῖοι ἔστησαν δημοσίᾳ ἀνδριάντα, ἐτίμα ὁ αὐτοκράτωρ Κώνστας τοσοῦτον, ὥστ’ ἐξ ἀγάπης πρὸς αὐτὸν ἐδώρησε εἰς τοὺς Ἀθηναίους τοὺς ἔκ τινων νήσων πόρους» (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 93).

Ο «ανθέλληνας» Θεοδόσιος Α' έχτισε τα τείχη της Θεσσαλονίκης. Αυτά την κατέστησαν την δεύτερη πιο καλά οχυρωμένη πόλη μετά την Κωνσταντινούπολη, απρόσβλητη από τις επιθέσεις Βουλγάρων και Σλάβων.

Ο «ανθέλληνας» Θεοδόσιος Β' με την προτροπή της Αθηναίας γυναίκας του, Αθηναΐδας, ελάττωσε τους φόρους των Αθηναίων και στο πανεπιστήμιο που ίδρυσε, οι ελληνικές έδρες ήταν ισάριθμες των λατινικών. Ένας γάμος, δηλαδή, επιτάχυνε την επικράτηση της ελληνικής, εμποδίζοντας τον εκλατινισμό της Ανατολής.

Περνάμε στον ''μισέλληνα Ιουστινιανό''. Αυτός τείχισε την πόλη Εύροια στην Ήπειρο (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ', α’, 40). Έχτισε διπλές επάλξεις στα οχυρά φρούρια των Θερμοπυλών, οχύρωσε και τείχισε τις εκεί διαβάσεις εγκαθιστώντας φρουρές (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ'’, β’, 4˙ 7˙ 14). Έχτισε ισχυρά τείχη για τις πόλεις Σάκκο, Υπάρη, Κοράκιο, Ούνο, Βαλέες, Λεοντάρι, στην Στερεά Ελλάδα (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ', β’ 16). Ανακαίνισε οχυρά στην Ηρακλειάδα, κοντά στο Σπερχειό (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ'’, β’, 22). Τείχισε τον Ισθμό, εγκατέστησε εκεί φρουρές και έκτισε φρούρια (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ', β’, 27-28). Έχτισε μια οχυρωμένη πόλη στη θέση της σημερινής Καστοριάς (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ', γ’, 4). Ανακαίνισε τους περιβόλους των τειχών Εχινού, Θηβών, Φαρσάλων, και όλων των πόλεων της Θεσσαλίας, όπως της Δημητριάδας, της Τρίκης (Τρικάλων) (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ'’, γ’, 5). Έχτισε ισχυρότατα τείχη στη Λάρισα και στην Καισάρεια, στην Δ. Μακεδονία επί του Αλιάκμονα (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ', γ’, 10). Στις εκβολές του Αξιού έκτισε φρούριο (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ'’, γ’, 30). Στην Ήπειρο, ο Ιουστινιανός έχτισε 13 νέα φρούρια κι ανακαίνισε 23 παλιά. Στην Μακεδονία ανακαινίστηκαν 46 φρούρια, ενώ στη Θεσσαλία 7 (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ', δ’, 2). Σύνολο, 89 φρούρια που έκτισε στην Ελλάδα για την προστασία της, ο ανθέλληνας Ιουστινιανός. Επίσης, ο Ιουστινιανός ανέκτισε τα τείχη της Κορίνθου, των Πλαταιών και της Αθήνας, τα οποία είχαν ερειπωθεί από τον καιρό των γοτθικών επιδρομών του 3ου αιώνα, και κατέστησε οχυρώτερα τα τείχη της Ακρόπολης (F. Gregorovius, Ιστορία των Αθηνών, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήναι 1904, σ. 140). «Για όλα αυτά τα μέρη (της Ελλάδας) ο βασιλιάς έχει δείξει μεγάλο ενδιαφέρον. (...) ο βασιλιάς Ιουστινιανός βοήθησε όλες τις ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν μέσα στα τείχη των Θερμοπυλών να νοιώθουν ασφαλείς, αφού ανακαίνισε όλους τους περιβόλους» (Προκόπιου Περί Κτισμάτων, Δ'’, δ’, 1, 23). Φυσικά, όλα αυτά που λέει ο Προκόπιος είναι αρχαιολογικώς επαληθευμένα και δεν αποτελούν – όπως αποτελούν οι λοιδωρίες κατά της Θεοδώρας φαντασία και κολακεία.

Η Θήβα στη βυζαντινή εποχή ήταν κέντρο επεξεργασίας μεταξιού, πράγμα που της έδινε πολύ πλούτο. Τόσο παρηκμασμένη ήταν. Στην Κόρινθο μαρτυρούνται χαρτοποιοί (επεξεργαστές περγαμηνής), δηλαδή κατασκευαστές του υλικού, στο οποίο αντιγράφονταν τα αρχαία κλασσικά έργα (Κων/νος Πορφυρογέννητος, Προς ιδίον υιόν Ρωμανόν, κεφ 52, 11, σ. 256). Γίνεται, στον τόπο εκείνο να υπήρχαν περγαμηνές αλλά όχι αρχαία αντίγραφα; Επίσης στην Κόρινθο έχουμε μαρτυρίες (A. Bon, Le Pιloponnese byzantin Jusqu’en, σ. 131) για εργαστήρια υαλουργίας. Επί Βυζαντίου ιδρύονται πόλεις όπως η Άρτα, ο Μυστράς, η Μονεμβασιά.

Ο Ρωμαίικος στρατός επί Ρωμανού Β' πέταξε έξω από την Κρήτη τους Άραβες κατακτητές της, απελευθερώνοντάς την και επανελληνίζοντας την με νέους κατοίκους, απόγονοι των οποίων είναι οι σημερινοί Κρητικοί. Επί αιώνες οι Αυτοκράτορες πολεμούσαν τους Βούλγαρους ώστε αυτοί να μην υποδουλώσουν την Μακεδονία και την Θράκη (π.χ. αρκεί να θυμίσουμε την εκστρατεία του αυτοκράτορα Σταυράκιου κατά των Σλαύων της Πελοποννήσου το 783, τον Νικηφόρο Α' στα 805-6 να καταστέλλει εξέγερση Σλάβων ή τη μάχη του Νικηφόρου Ουρανού το 997 στον Σπερχειό κατά των Βουλγάρων, όπου ο Ρωμηός στρατηγός κόντεψε να φονεύσει τον Σαμουήλ). Τό ίδιο έκαναν και με τους Σλαύους που είχαν κατέβει στη νότια Ελλάδα, έκαναν εκστρατείες και τους καθυπέταξαν κι όποτε αυτοί επαναστατούσαν, έστελναν στρατό. Επιπλέον, μετέφεραν Έλληνες Μικρασιάτες στην Ελλάδα μεταφέροντας τους Σλαύους στην Μικρά Ασία, ώστε να εξελληνιστούν οι Σλαύοι και να ελαττωθεί η παρουσία τους στην Ελλάδα. Ο Λέων στα ''Τακτικά'' του γράφει για την μέθοδο των αυτοκρατόρων: «Ταῦτα [τα σλαυικά φύλα] ὁ ἡμέτερος ἐν θείᾳ τῇ λήξει γενόμενος πατὴρ καὶ αὐτοκράτωρ Ρωμαίων Βασίλειος τῶν ἀρχαίων ἠθῶν ἔπεισαι μεταστῆναι καὶ γραικώσας καὶ ἄρχουσι κατὰ τὸν ρωμαϊκὸν τύπον ὑποτάξας καὶ βαπτίσματι τιμῆσαι». Δηλαδή, τους υπέτασσαν στην ρωμαϊκή εξουσία, τους βάφτιζαν και τους εξελλήνιζαν γλωσσικά. Είναι άξιο παρατήρησης, ότι η πολιτική ανεκτικότητας των Ρωμηών Ελλήνων αυτοκρατόρων προς τους Σλαύους και την γλώσσα τους δεν αφορούσε παρά μόνο τη βόρεια χερσόνησο του Αίμου. Οι αυτοκράτορες δεν επέτρεψαν την σλαυική γλώσσα από τη Μακεδονία και κάτω, αλλά με γλωσσικό εξελληνισμό και με μετακινήσεις πληθυσμών απέτρεψαν οι ελληνικές χώρες να γίνουν όπως οι βόρειες βαλκανικές. Την περιοχή της Ελλάδας, την ήθελαν ελληνική. Εάν οι Αυτοκράτορες δεν θεωρούσαν ομοεθνείς, δικούς τους, τους Έλληνες, θα αδιαφορούσαν για την εθνολογική σύσταση της Ελλάδας. Με νύχια και με δόντια κρατούσαν οι Ρωμηοί πρόγονοι μας την Κάτω Ιταλία, και όσο την κατείχαν τα ελληνικά εκεί επικρατούσαν, ενώ όταν υποδουλώθηκε στους Νορμανδούς εν τέλει εκλατινίστηκαν οι κάτοικοί της.

Πάντως, δύο Αθηναίες αυτοκράτειρες, η Ευδοξία-Αθηναΐδα και η Ειρήνη (που βασίλευσε μόνη της, άρα ούτε το επιχείρημα πως δεν υπήρξε αυτοκράτορας από την σημερινή Ελλάδα, ισχύει), η πρώτη προωθώντας τα ελληνικά εις βάρος των λατινικών και η δεύτερη προωθώντας την εικονοφιλία εις βάρος της ασιατικής εικονομαχίας, έπαιξαν τεράστιο ρόλο στην υπόθεση της ελληνικότητας της Ρωμανίας ως κράτους (Άλλες Ελληνίδες σύζυγοι Αυτοκρατόρων ήταν η Θεοφανώ, σύζυγος του Σταυράκιου, η Θέκλα, θυγατέρα του Θεόφιλου, η Θεοδώρα, χήρα του Θεόφιλου, η Ευσεβία, Θεσσαλονικιά, σύζυγος του Κωνστάντιου Β'’, η Κύπρια Θεοδώρα).

Η πλήρης άγνοια της διττής σημασίας των ονομάτων οδηγεί τους Ν/Π στη διάπραξη ξεκαρδιστικών λαθών, που παύουν να είναι ξεκαρδιστικά όταν αυτοί αρχίζουν τις ύβρεις. Το όνομα «Βυζάντιο» ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από τους «Βυζαντινούς» ως δηλωτικό του κράτους τους. Οι συγγραφείς όλοι της «βυζαντινής» εποχής όταν γράφουν «Βυζάντιο» εννοούν την Κωνσταντινούπολη. Ηταν τόσο ανθέλληνες μάλλον, που χρησιμοποιούν το αρχαιοελληνικό αντί του ρωμαϊκού ονόματος. Γράφει λοιπόν ο αρχαιολάτρης Στέφανος Μυτιληναίος στο Δαυλό (τ. 243): «Για τους επαναστάτες Έλληνες η Οθωμανική Αυτοκρατορία ταυτιζόταν με το Βυζάντιο.» Ως απόδειξη γι' αυτό φέρνει τη φράση της Β' Εθνοσυνέλευσης (1823) «ο κρότος των ημετέρων όπλων, αντηχήσας, διετάραξε το Βυζάντιον». Πού να γνωρίζει ο αρχαιολάτρης ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες και οι λόγιοι τους εξακολουθούσαν την συνήθεια των «Βυζαντινών» προγόνων τους και των λογίων του «Βυζαντίου» να επιμένουν να δίνουν σε πόλεις και λαούς τις αρχαιοελληνικές ονομασίες («Πέρσες» σήμαινε Τούρκοι, «Κέλτες» σήμαινε Φράγκοι, «Σκύθες» σήμαινε Ρώς. Η Άννα Κομνηνή π.χ. γράφει «Η Επίδαμνος, που έχει επικρατήσει να την ονομάζουν Δυρράχειο»). Συνεπώς «Βυζάντιο», προτού καθιερωθεί να σημαίνει την Ρωμανία, σήμαινε την Κωνσταντινούπολη, και «βυζαντινός στόλος» τον εκ Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στόλο. Αλήθεια, πώς γίνεται να ταύτιζαν οι επαναστάτες Έλληνες του 1821 το κράτος «Βυζάντιο» με την Οθωμανική αυτοκρατορία, και ταυτόχρονα (δες Κεφ. 67), σε όλες τις Εθνοσυνελεύσεις εξ αρχής έως τέλους, και στη δεύτερη να αποδέχονται τους νόμους των «ημετέρων αειμνήστων Βυζαντινών Αυτοκρατόρων»; Το όνομα «Βυζαντινός» είχε λοιπόν διττή σημασία, εκτός κι αν ισχυριστούν οι αρχαιολάτρες που έγραψαν τέτοια απίστευτα πράγματα, ότι οι Επαναστάτες του 1821 αυθύς εξαρχής από την Α'’ Εθνοσυνέλευση όρισαν ως ελληνικούς νόμους, τους νόμους των Τούρκων κατακτητών τους!

68b ΕΙΝΑΙ Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ;

Υπάρχει μια αντίληψη, ότι οι Τούρκοι είναι οι κληρονόμοι του Βυζαντίου, τόσο από πλευράς διοικητικών μεθόδων, όσο και από πλευράς νοοτροπίας. Πιστεύουμε ότι αυτό δεν είναι σωστό.

1. Αν οι Τούρκοι παρέλαβαν κάποια στοιχεία από το βυζαντινό διοικητικό σύστημα, όταν κατέλαβαν την Πόλη, αυτό οφείλεται στην απουσία αντίστοιχου τουρκικού διοικητικού συστήματος. Όσον καιρό οι Τούρκοι ήταν νομάδες, δεν χρειάζονταν διοικητικό σύστημα απαραίτητο για την διοίκηση μιας αυτοκρατορίας. Όταν έγιναν αυτοκρατορία,
χρειάζονταν ένα σοβαρό διοικητικό σύστημα. Το πιο κοντινό σε αυτούς παράδειγμα, αφού οι περισσότεροι Τούρκοι ήταν εξισλαμισμένοι Μικρασιάτες, ήταν το βυζαντινό. Δεν σημαίνει, όμως αυτό, ότι οι Τούρκοι είναι οι κληρονόμοι του Βυζαντίου.

2. Το νομικό σύστημα της Ρωμανίας ήταν το εξελληνισμένο ρωμαϊκό δίκαιο, η συνέχεια του ρωμαϊκού δικαίου. Αντιθέτως, η νομοθεσία των Οθωμανών δεν ήταν καμμία άλλη από την Σαρία, τον ισλαμικό νόμο.

3. Η Ρωμανία ήταν ένα κοσμικό κράτος, δίχως καμμία θεοκρατία, όπως δείξαμε. Αντίθετα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ο κληρονόμος του Χαλιφάτου (οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την κυριότητα του Χαλιφάτου μόλις το 1924) και είχαν θεοκρατία. Ο Σουλτάνος ήταν και Χαλίφης, σύμφωνα με την ισλαμική θεοκρατία. Οι νόμοι έπρεπε να είναι σύμφωνοι με το Ισλάμ και να εγκρίνονται από τους ειδικούς μουσουλμάνους κληρικούς.

4. Πέραν αυτών, οι Τούρκοι ποτέ δεν μίλησαν ούτε έμαθαν ελληνικά. Το όνομα Τούρκοι ποτέ δεν σήμαινε κάποιον λαό που είχε ως μητρική γλώσσα τα ελληνικά. Οι Οθωμανοί δίωξαν την ελληνική και κατάφεραν να εκτουρκίσουν γλωσσικά την Μ. Ασία, σε αντίθεση με τους «Ρωμαίους» που σεβάστηκαν την ελληνική, εξελληνίστηκαν, και επέβαλαν τα ελληνικά. Ήταν η Μ. Ασία που εκτουρκίστηκε κι όχι οι Τούρκοι που εξελληνίστηκαν.

5. Το ιερό βιβλίο της θρησκείας τους δεν γράφτηκε στα ελληνικά ούτε μεταφράστηκε, παρά μόνο στις μέρες μας, σε αυτά.

6. Οι Τούρκοι δεν διδάσκονταν ποτέ στα σχολεία και τα πανεπιστήμιά τους, κατά την Οθωμανική περίοδο, τις αρχαίες τραγωδίες, τους αρχαίους φιλόσοφους, τους αρχαίους ποιητές.

7. Οι Τούρκοι δεν είχαν αρχαία αγάλματα να κοσμούν τα παλάτια τους, τον Ιππόδρομο, τις πλατείες και τις οδούς της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι Βυζαντινοί είχαν. Με άλλα λόγια, δεν είχαν καμμία σχέση με το αρχαιοελληνικό πνεύμα και πολιτισμό.

8. Κατά την αλλαγή της θρησκείας από παγανιστική σε χριστιανική δεν άλλαξε ούτε το έθνος (δεν ήρθε κάποιο νέο έθνος να επιβάλλει την αλλαγή αυτή) ούτε το κράτος (δεν δημιουργήθηκε νέο κράτος, το οποίο να κατέκτησε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), ενώ αντίθετα, η περίοδος της αλλαγής από χριστιανική σε ισλαμική θρησκεία συνοδεύτηκε από αλλαγή τόσο του έθνους (ήρθε ένα νέο έθνος, οι Τούρκοι, που επέβαλε το Ισλάμ), όσο και του κράτους (το κράτος των Οσμανών κατέλαβε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εισβάλλοντας σε αυτήν˙ ούτε ενώθηκε μαζί της ούτε την διαδέχτηκε μέσω συνθήκης)

9. Αντίθετα από τους Ρωμηούς διανοούμενους του Βυζαντίου, οι οποίοι στους τελευταίους αιώνες της Αυτοκρατορίας είχαν επαναφέρει το όνομα «Έλληνας» ως δηλωτικό της καταγωγής των ίδιων και των κατοίκων της, οι Τούρκοι διανοούμενοι ποτέ δεν επανέφεραν το όνομα «χριστιανός» ή το «Ρωμηός» (ούτε, φυσικά, το «Έλληνας») ως δηλωτικό της θρησκευτικής και εθνικής καταγωγής των ίδιων και των κατοίκων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ύπαρξης της. Οι Οθωμανοί κατέλυσαν την ελληνορωμαϊκή Οικουμένη, δεν την συνέχισαν. Δεν έχουν (όπως και οι επηρεασμένοι από την Δύση και τους Τάταρους, Ρώσσοι, οι δίχως καμμία επαφή με την ελληνορωμαϊκότητα του Βυζαντίου, τους οποίους κάποιοι ταυτίζουν με το Βυζάντιο, ώστε να αποδώσουν στο τελευταίο τα κουσούρια της Τσαρικής Ρωσίας) καμμία «ελληνορωμαϊκότητα» δεν είχαν σε καμμία περίοδο. Πώς θα μπορούσαν να την συνεχίσουν την στιγμή που οι ασυγκρίτως ανώτεροι πνευματικά Άραβες Μουσουλμάνοι εξαράβισαν και αφελλήνισαν γλωσσικώς την Μ. Ανατολή;

10. Όπως και να ‘χει, η Ρωμανία ήταν Ορθόδοξη, ελληνική και (τυπικά) ρωμαϊκή. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία ούτε Ορθόδοξη, ούτε ελληνική, ούτε ρωμαϊκή ήταν˙ οι Οθωμανοί αγνοούσαν την «ελληνορωμαϊκότητα», μισούσαν την Ορθοδοξία, αφελλήνισαν και εκτούρκισαν την ελληνίδα Μικρά Ασία. Ρωμανία και Οθωμανικό κράτος είναι τα άκρως αντίθετα.

11. Κάνουν λόγο για τον... φιλελληνισμό του Μωάμεθ του Πορθητή. Αυτός είχε μητέρα Ελληνίδα και ήταν κάπως μορφωμένος. Ήξερε ότι έχει υπηκόους (και) Έλληνες. Αλλά σε καμμία περίπτωση δεν σκέφτηκε να ανακηρύξει το κράτος του ελληνικό και χριστιανικό, δηλαδή να συνεχίζει την Ρωμανία όπως αυτή υπήρχε επί 1000 χρόνια (ελληνική-ορθόδοξη-ρωμαϊκή). Ούτε ελληνικό-ισλαμικό, ούτε τουρκικό-χριστιανικό, ούτε φυσικά ελληνικό-χριστιανικό, σκέφτηκε ο Πορθητής να φτιάξει το κράτος του. Το έθνος και την θρησκεία του πατέρα του ακολούθησε, όχι της μητέρας του. Οι υπόλοιποι Σουλτάνοι δεν είχαν καμμία ιδέα.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η συνήθης άποψη, ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι το Βυζάντιο εξισλαμισμένο, είτε αυτό έγινε ενσυνείδητα είτε ασυνείδητα για τους Οθωμανούς, είναι αφελής, αντιεπιστημονική, και συχνά κακοήθης και αρχαιολατρική πονηριά. Οι Τούρκοι και οι Οθωμανοί ακούν Ρωμανία, Βυζαντινή Αυτοκρατορία και φρίττουν˙ διότι ξέρουν ότι είναι οι κατακτητές της, οι εχθροί αυτής και των απογόνων της. Αλλιώς θα μας θεωρούσαν «αδέρφια» κι όχι «αγνώμονες ραγιάδες» που «είχαμε το θράσσος να πάμε να πάρουμε πίσω την Πόλη». 

Ο Ιουλιανός ομολογεί αλήθειες μέσα στις επιστολές του για τους Χριστιανούς.

 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiQ58qHNc_0tpfqjKztbs6-a11ViQZhDDc-69R4yoqGmpTf8OExETgk1Tqzm7KfwCu74jGn3I8CwIR49ylvhFecEx5oLdXwGiOc6JWYvdWevUhegmqzLK4mqwGw0bIRKyg0IthoZk2fCFLU/s1600/Julian.jpg

Ο Ιουλιανός ο Αποστάτης, αν και καταφέρθηκε εναντίον της Εκκλησίας και της Χριστιανικής πίστεως, μιλώντας μάλιστα πολύ υποτιμητικά για αυτήν χαρακτηρίζοντάς την «αθεΐα», «ασέβεια», και τους Χριστιανούς «Γαλιλαίους», εντούτοις έγραψε και πράγματα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως απολογητικά στοιχεία υπέρ της. Τέτοια σπαράγματα αληθείας παρουσιάζονται παρακάτω, από τις επιστολές του. Έχουν αξία διότι προέρχονται από έναν αρνητή της πίστεως. Τα στοιχεία ελήφθησαν από τον τρίτο τόμο των «Απάντων του Ιουλιανού», από τις εκδόσεις Ζήτρος.

Η κλασσική αρχαία γραμματεία διδασκόταν στην εποχή του Χριστιανικού Βυζαντινού Κράτους, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται ψευδώς οι σημερινοί αρχαιολάτρες. Μάλιστα, ο Ιουλιανός θεωρούσε ότι δεν ήταν σωστό να διδάσκεται από χριστιανούς καθηγητές. Αυτό που ενδιαφέρει στο προκειμένω, είναι ότι έχουμε την σαφέστατη αναφορά από τον Ιουλιανό.
 
Στην επιστολή 61 [ep. 42] γράφει: «Κατά τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Δημοσθένη, τον Ηρόδοτο, τον Θουκιδίδη, τον Ισοκράτη και τον Λυσία οι θεοί είναι προστάτες κάθε μορφωτικής προσπάθειας. Δεν πίστευαν τον εαυτό τους αφιερωμένο άλλοι στον Ερμή και άλλοι στις Μούσες; Νομίζω ότι είναι άτοπο όσοι εξηγούν τα έργα τους να περιφρονούν τους θεούς που εκείνοι τιμούσαν. Ωστόσο, αν και θεωρώ ότι αυτό είναι άτοπο, δεν υποστηρίζω ότι πρέπει αυτοί να αλλάξουν γνώμη και να διδάσκουν τους νέους· τους αφήνω στην δυνατότητα επιλογής να μην διδάσκουν όσα θεωρούν ότι δεν είναι σημαντικά, αλλ' αν θέλουν να διδάξουν, να διδάσκουν πρώτα και να προσπαθούν να πείσουν τους μαθητές τους ότι ούτε ο Όμηρος ούτε ο Ησίοδος ούτε κανείς απ’ όσους ερμηνεύουν, αφού τους κατηγόρησαν για ασέβεια, για αστοχασιά και για πλάνη στη γνώμη τους για τους θεούς» (σελ. 411).
 
Κατά την περιοδεία του στην Μ. Ασία επισκέφτηκε την Τροία, και ο Επίσκοπος Πήγασος (ο οποίος ήταν αρειανόφρονας) του έδειχνε τους αρχαιολογικούς χώρους, ο Ιουλιανός παρατήρησε ότι δεν έκανε το σημείο του σταυρού. Από τα λόγια του φαίνεται καθαρά ότι τόσο το σημείο του σταυρού όσο και η χρήση του ως συμβόλου ήταν κοινός τόπος μεταξύ των Χριστιανών.
 
Στην επιστολή 79 [ep. 78] γράφει: «Εκείνος με μεγάλη προθυμία με οδήγησε εκεί, μου άνοιξε τον ναό και, σαν να με χρησιμοποιούσε ως μάρτυρα, μου έδειξε με ακρίβεια όλα τα αγάλματα που ήταν σώα· και δεν έκανε τίποτε απ' όσα συνηθίζουν να κάνουν εκείνοι οι ασεβείς, δηλαδή να σχεδιάζουν πάνω στο μέτωπό τους το σημείο της ασέβειας (σημείο της ασέβειας εννοεί ο ειδωλολάτρης αυτοκράτορας το σημείο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, το οποίο εκείνη την εποχή οι προπατορές μας Χριστιανοί το σημείωναν στο μέτωπό τους) και δεν σφύριζε, όπως εκείνοι, σιγά- σιγά· διότι το πιο σημαντικό της θεολογίας τους είναι αυτά τα δύο, το σφύριγμα για τους δαίμονες και το να σχεδιάζουν στο μέτωπό τους τον σταυρό» (σελ. 455).
 
Πολύ σημαντική είναι η επιστολή του Ιουλιανού προς τον εθνικό αρχιερέα Αρσάκιο, όπου αναγνωρίζει τηνφιλανθρωπική δράση των Χριστιανών και την πτωτική πορεία της εθνικής θρησκείας. Μάλιστα, η πίστη είχε εισχωρήσει ακόμα και σε  οικογένειες εθνικών ιερέων.
 
«Νομίζουμε ότι αυτά αρκούν και δεν βλέπουμε ότι εκείνα που αύξησαν προπαντών την αθεΐα είναι η φιλανθρωπία που δείχνουν προς τους ξένους, η μέριμνά τους για την ταφή των νεκρών και η προσωπική σοβαρότητα της ζωής τους;» (σελ. 497). (Η αναφορά του Ιουλιανού στην φιλανθρωπία των Χριστιανών είναι σημαντική διότι οι σημερινοί παγανιστές παρουσιάζουν τους Χριστιανούς με τελείως διάφορο και αναληθή τρόπο)
 
«Αυτούς ή φιλοτίμησέ τους ή πείσε τους να σοβαρευτούν ή καθαίρεσέ τους από το ιερατικό αξίωμά τους, αν δεν πηγαίνουν να προσεύχονται στους θεούς με τις γυναίκες, με τα παιδιά και με τους δούλους τους, αλλά ανέχονται να δείχνουν ασέβεια προς τους θεούς οι δούλοι τους ή οι γιοί τους ή οι Γαλιλαίες γυναίκες τους και να προτιμούν την αθεΐα από τη θεοσέβεια» (σελ. 497).
 
«Διότι είναι ντροπή, ενώ από τους Ιουδαίους  δεν επαιτεί κανείς και ενώ οι ασεβείς Γαλιλαίοι εκτός από τους δικούς τους τρέφουν και τους δικούς μας, οι δικοί μας φτωχοί να μην έχουν τη δική μας βοήθεια. [...] Λοιπόν ας μην αφήνουμε σε άλλους να κάνουν σαν ζηλωτές τα καλά μας έργα κι ας μην τα ντροπιάζουμε οι ίδιοι με τη ραθυμία μας, ή καλύτερα, ας μην εγκαταλείπουμε την ευλάβεια μας προς τους θεούς» (σελ. 499). (Ομολογεί ο ειδωλολάτρης Ιουλιανός ότι οι Χριστιανοί έτρεφαν και φρόντιζαν όχι μόνο για τους ομοπίστους αδελφούς τους, αλλά και για τους ειδωλολάτρες κι ας υπέστησαν οι παππούδες και πατέρες τους, τα παιδιά τους παλαιότερα, σφαγές, λιοντάρια, μονομάχους, βιασμούς, κάψιμο ζωντανών Χριστιανών, από τους παλαιούς ειδωλολάτρες)
 
Σε άλλη επιστολή του (89b), αναφέρει: «Επειδή, κατά την γνώμη μου, έτυχε να παραβλέπονται και να παραμελούνται από τους ιερείς οι θεόφτωχοι, το παρατήρησαν οι ασεβείς Γαλιλαίοι και ανέλαβαν αυτή την φιλανθρωπία και δυνάμωσαν την χειρότερη επιχείρηση με την εντύπωση των σωστών ενεργειών τους [...] με τον ίδιο τρόπο άρχισαν και αυτοί με τη λεγόμενη από αυτούς αγάπη, φιλοξενία και διακονία της κοινής τράπεζας (όπως η πράξη, έτσι και η λέξη διακονία έχει διαφορετική σημασία) παρέσυραν πάρα πολλούς στην αθεΐα» (σελ. 557).
 
Η αδιαφορία των ανθρώπων για την εθνική θρησκεία (όσων δεν είχαν γίνει ακόμα χριστιανοί), εκφράζεται από τον Ιουλιανό και σε άλλη μια επιστολή του, προς τον εθνικό αρχιερέα Θεόδωρο: «[...] ενώ εμείς είμαστε τόσο αδιάφοροι απέναντι στους θεούς, ώστε έχουμε λησμονήσει τα πατροπαράδοτα [..]». (σελ. 519).
 
Όχι μόνο οι Χριστιανοί δεν κατέστρεψαν κλασσικά έργα τέχνης, αλλά τα διέσωσαν στα μοναστήρια. Σε αντίθεση με τον Ιουλιανό που σε επιστολή του προς τον έπαρχο της Αιγύπτου Εκδίκιο, εκφράζει την επιθυμία του να καταστρέψει την χριστιανική γραμματεία της εποχής του από την βιβλιοθήκη του αρειανόφρονα Γεωργίου του Καππαδόκη, μετά την δολοφονία του. «Εγώ από μικρό παιδί είχα σφοδρό πόθο να αποκτήσω βιβλία. Λοιπόν θα είναι άτοπο να βλέπω με αδιαφορία να τα σφετερίζονται άνθρωποι που δεν τους αρκεί το χρυσάφι, για να κορέσουν τη μεγάλη επιθυμία τους να πλουτίσουν, αλλ' επιπλέον σκέφτονται να υπεξαιρέσουν εύκολα και αυτά. Κάνε μου λοιπόν μια προσωπική χάρη να βρεθούν όλα τα βιβλία του Γεωργίου. Πολλά από τα βιβλία του ήταν φιλοσοφικά, πολλά ρητορικά, πολλά ήταν και της διδασκαλίας των ασεβών Γαλιλαίων· αυτά τα τελευταία θα ήθελα να τα εξαφανίσω εντελώς, αλλά για να μην εξαφανισθούν μαζί τους τα πιο χρήσιμα, ας αναζητηθούν και αυτά με προσοχή» (σελ. 581).
 
Ο Ιουλιανός ομολογεί τους διωγμούς κατά των Χριστιανών που διέπραξε ο αρειανόφρονας Κωνστάντιος (εξάδελφος του Ιουλιανού): «Φανταζόμουν ότι οι αρχηγοί των Γαλιλαίων θα χρωστούσαν μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη σ' εμένα παρά σ' εκείνον που πήρε την εξουσία πριν από εμένα· διότι κατά την διάρκεια της βασιλείας εκείνου πολλοί από αυτούς εξορίστηκαν, καταδιώχτηκαν και φυλακίστηκαν [...]» (σελ. 599).
 
Επίσης, στην ίδια επιστολή, παραινεί τους εναπομείναντες οπαδούς της εθνικής θρησκείας να μην επιτίθενται κατά των Χριστιανών. «Και πάλι και πολλές φορές συμβουλεύω όσους είναι προσανατολισμένοι στην πραγματική θεοσέβεια να μη ζημιώνουν τα πλήθη των Γαλιλαίων, να μην κάνουν επιθέσεις εναντίον τους και να μην τους βρίζουν». (Ομολογεί ο Ιουλιανός ότι οι παγανιστές κυνηγούσαν τους Χριστιανούς ενώ είχαν τελειώσει οι επίσημες αυτοκρατορικές διώξεις από την εποχή του Διοκλητιανού τυπικά τουλάχιστον. Γράφει λοιπόν ότι οι παγανιστές επιτίθεντο και ύβριζαν τους Χριστιανούς)

Αναζητηση

Αναγνώστες