Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2022

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 21o.

15d ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Ο ιερός Αυγουστίνος το 399 αποτρέπει τους Χριστιανούς της Καρθαγένης από την εισβολή στις ιδιοκτησίες των εθνικών προκειμένου να καταστρέψουν τα είδωλά τους. Είναι προτιμότερο, έγραφε, να ξερριζώσουμε τα είδωλα από τις καρδιές τους και να προσευχόμαστε γι' αυτούς, αντί να αποπνέουμε μένος εναντίον τους (Αυγουστίνου, Sermo LXII, 17 και 18, PL 38, 423A ). Να τι γράφει ο Αυγουστίνος:

17. «Πολλοί εθνικοί έχουν τα είδωλα στα κτήματά τους. Πρέπει να πάμε εκεί και να τα καταστρέψουμε; Όχι, διότι οι πρώτες μας προσπάθειες είναι να σπάσουμε τα είδωλα στις καρδιές τους. Όταν οι ίδιοι μεταστραφούν σε Χριστιανούς, είτε μάς προσκαλούν να τα σπάσουμε είτε μας προσδοκούν. Προς το παρόν πρέπει να προσευχόμαστε γι' αυτούς, όχι να είμαστε θυμωμένοι μαζί τους» και

18. «Οι εθνικοί νομίζουν ότι ψάχνουμε για είδωλα παντού κι ότι τα καταστρέφουμε σε όλα τα μέρη στα οποία τα ανακαλύπτουμε. Πώς κι έτσι; Δεν υπάρχουν μέρη μπροστά στα μάτια μας, στα οποία βρίσκονται είδωλα; Ή δεν ξέρουμε ότι υπάρχουν; Ωστόσο δεν τα καταστρέφουμε, διότι ο Θεός δεν τα έχει δώσει υπό την εξουσία μας. Πότε ο Θεός θα τα δώσει υπό την εξουσία μας; Όταν οι ιδιοκτήτες των ειδώλων γίνουν Χριστιανοί. (.....) Κηρύττουμε κατά των ειδώλων, τα βγάζουμε από τις καρδιές των ανθρώπων. Είμαστε διώκτες των ειδώλων˙ το ομολογούμε δημοσίως. Είμαστε λοιπόν και διατηρητές των ειδώλων; Εγώ δεν τα αγγίζω, αν δεν έχω την εξουσία. Δεν τα αγγίζω, όταν ο κύριος της ιδιοκτησίας παραπονείται γι' αυτό».

Επίσης γράφει: (Επιστολή c, κεφ. 1) «Θέλουμε τη διόρθωσή τους (δηλ των αιρετικών), όχι τη θανάτωσή τους. Θέλουμε το θρίαμβο της (εκκλησιαστικής) πειθαρχίας, όχι τις θανατικές ποινές». Επίσης (De haeresibus, 46) καταδικάζει τους διωγμούς κατά των αιρετικών.

15e ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

Ο Μέγας Αθανάσιος γράφει (Προς απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των αρειανών επί Κωνσταντίου, 33, 2-3, PG 25, 732a): «Ο Σωτήρας όμως είναι τόσον πράος, ώστε διδάσκει ''εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν'' και ''ὁ θέλων εἶναί μου μαθητής''˙ όταν έρχεται ο Σωτήρας προς έκαστον ημών, δεν ασκεί βίαν, αλλά αντιθέτως κρούει και λέγει ἄνοιξόν μοι, ἀδελφή μου νύμφη˙ αν μεν του ανοίξουν, εισέρχεται, αν όμως διστάζουν και δε θέλουν, αναχωρεί. Πράγματι η αλήθεια δεν διακηρύσσεται με ξίφη ή βέλη, ούτε με στρατιώτες, αλλά δια της πειθούς και των συμβουλών (Οὐ γὰρ ξίφεσιν, ἢ βέλεσιν, οὐδὲ διὰ στρατιωτῶν ἡ ἀλήθεια καταγγέλεται, ἀλλὰ πειθοῖ καὶ συμβουλίᾳ). Πού πειθώ, όμως, όπου υπάρχει ο φόβος του βασιλέως; Ή τί συμβουλή, όταν ο αντιλέγων τιμωρήται με εξορίαν και θάνατον;» Ο Μέγας Αθανάσιος δεν τιτλοφόρησε, όπως αποδεικνύουμε παρακάτω, κανένα σύγγραμμά του κατά Ελλήνων, και στρέφεται κατά των ειδώλων, της αρχαίας θρησκείας κι όχι κατά του αρχαίου πολιτισμού εν γένει ούτε κατά των ειδωλολατρών, ούτε τους απειλεί.

15f ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Λένε μερικοί ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας μισούσαν τους Έλληνες. Όμως το απόσπασμα αυτό από έργο του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου (Ομιλία λγ’ στην Α’' Κορινθίους επιστολή, PG 61, 282D) αποδεικνύει το αντίθετο: «Τί οὖν, φησίν, ἂν ἐχθροὶ ὦσι καὶ Ἕλληνες οὐ δεῖ μισεῖν; Μισεῖν μέν, οὐκ ἐκείνους δέ, ἀλλὰ τὸ δόγμα, οὐ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὴν πονηρὰν πράξιν, τὴν διεφθαρμένην γνώμην. Ὁ μὲν ἄνθρωπος ἔργον Θεοῦ ἡ δὲ πλάνη γὰρ ἔργον τοῦ διαβόλου». Δηλαδή: «Λένε κάποιοι, αν είναι εχθροί οι “Έλληνες”, δεν πρέπει και να τους μισούμε; Δεν μισούμε τους “Έλληνες”, αλλά το δόγμα˙ δε μισούμε τον άνθρωπο, αλλά την πονηρή πράξη, τη διεφθαρμένη γνώμη. Διότι ο άνθρωπος είναι έργο του Θεού, ενώ η πλάνη έργο του Διαβόλου». Αλλού (Ομιλία ι' στην Προς Εβραίους, 4): «και αν ακόμη δούμε έναν ειδωλολάτρη σε δυσκολία, πρέπει να τον ευεργετούμε, και γενικά κάθε άνθρωπο που βρίσκεται σε δύσκολη θέση».

Ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ενώ αρνείται ότι από μόνη της η φιλοσοφία διαπλάθει σωστό χαρακτήρα, ωστόσο απορρίπτει την ιδέα να γκρεμιστούν τα κτίρια των εθνικών φιλοσοφικών σχολών (τα διδασκαλεία, όπως τα έλεγαν τότε), δηλαδή απορρίπτει την ιδέα να καταργηθεί (άρα και να απαγορευτεί) η εξωχριστιανική φιλοσοφία (Προς πιστόν πατέραν, 11, PG 47, 367): «Τί οὖν; κατασκάψωμεν τὰ διδασκαλεῖα, φησί; Οὐ τοῦτο λέγω, ἀλλ’ ὅπως μὴ τὴν τῆς ἀρετῆς καθέλωμεν οἰκοδομὴν καὶ ζῶσαν κατορύξωμεν τὴν ψυχή». Ξεκάθαρα ο Χρυσόστομος λέει: «Τι λοιπόν; Θα κρημνίσωμεν, λέγει, τα διδασκαλεία; Δεν εννοώ αυτό, αλλά να μην καταστρέψωμεν το οικοδόμημα της αρετής και θάψωμεν ζωντανήν την ψυχήν». Συνεχίζει ο Χρυσόστομος αναφορικά με την μόρφωση (Προς πιστόν πατέραν, 12): «Και ας μη νομίζη κανείς ότι νομοθετώ να παραμένουν τα παιδιά αμόρφωτα. Αλλά εάν κανείς μάς εξησφάλιζε τα απαραίτητα, δε θα ήθελα να εμποδίσω να γίνη και αυτό επιπροσθέτως. Διότι, όπως ακριβώς όταν σαλεύωνται τα θεμέλια και κινδυνεύη όλη η οικία και η οικοδομή να καταπέση είναι έσχατη ανοησία και παραφροσύνη να σπεύδη κανείς προς τους επιχρισματοποιούς και όχι προς τους οικοδόμους, έτσι πάλιν είναι αδικαιολόγητος η φιλονικεία, όταν οι τοίχοι είναι στερεοί και ισχυροί, να εμποδίζωμεν αυτόν που θέλει να ασβεστώση». Και καταλήγει ο Χρυσόστομος (Προς πιστόν πατέραν, 13): «Έστω ότι υπάρχει εις ημάς διπλή εκλογή, και ούτως φοιτών μεν εις διδασκαλεία ας έχη τον αγώνα της μαθήσεως, εις δε τας ερημίας τον υπέρ της ψυχής. Ειπέ μου, πού θα επιτύχη καλύτερα; Αν μεν επιτύχη και εις τας δύο περιπτώσεις, το θέλω και εγώ, αν όμως κατά το ένα μειονεκτή, είναι καλύτερα να διαλέξη το υπέρτερον».

Ο Χρυσόστομος επαινεί το Σωκράτη, τον Θηβαίο Κράτη και τον κυνικό Διογένη για την ηθική τους συμπεριφορά ή την περιφρόνησή τους προς τα υλικά αγαθά˙ όχι όμως για τις μεταφυσικές τους αντιλήψεις. Πράγμα που δείχνει πόσο λογικός ήταν: και τον χρηστό βίο των μη Χριστιανών φιλοσόφων (όταν αυτός είναι τέτοιος) παραδέχεται, διότι σημασία δεν έχουν οι πολλές θεωρίες αλλά η πράξη και ο βίος, και ταυτόχρονα δεν απομακρύνεται από τις χριστιανικές απόψεις. Αυτός ο τρόπος σκέψης, φυσικά, μόνο ανθελληνικός δεν είναι, διότι δέχεται τα καλά των μη Χριστιανών.

Ο Χρυσόστομος επαινεί τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη (Προς άπιστον πατέραν, 4) καθώς και τον Αριστείδη, τον Διογένη και τον Επαμεινώνδα: «Ο άλλος [ο Πλάτων] έζη εις τον κήπον της Ακαδημίας όπου επότιζε και εφύτευε και έτρωγεν ελαίας και παρέθετε πτωχήν τράπεζαν και ευρίσκετο έξω από όλην εκείνην την πολυτέλειαν. Και δεν είναι μόνον αυτό αξιοθαύμαστον, αλλά και το ότι αφού έγινε δούλος και επωλήθη κατά διαταγήν του τυράννου (...). Τοιούτον πράγμα είναι η αρετή˙ όχι μόνο δι' όσων πράττει αλλά και δι' όσων υφίσταται. Και τι συνέβη με τον διδάσκαλον αυτού Σωκράτην; Πόσο ενδοξότερος του Αρχελάου, αν και εκείνος ήτο βασιλεύς; Αυτός δε έζη εις το Λύκειον και δεν είχε τίποτε περισσότερον από ένα ένδυμα. Και από την φήμη που υπάρχει τώρα φαίνονται και τα προηγούμενα». Επίσης αναφέρει επιδοκιμαστικά την άποψη του Πλάτωνα (Περί παρθενίας, η’, 2): «ο Πλάτων λέγει ότι είναι αγαθός αυτός που εδημιούργησε το παν και ότι κανείς φθόνος δεν γεννάται μέσα εις τον αγαθόν άνθρωπον».

Ο Χρυσόστομος λέει: «και οι Έλληνες είχον να επιδείξουν μεταξύ των ωρισμένους που εφιλοσόφησαν περί χρημάτων και μερικούς που κατενίκησαν το πάθος της οργής» (Περί του τας κανονικάς μη συνοικείν άνδρασι, 1). Και αναφέρει, αλλού, ως παράδειγμα προς μίμηση έναν ειδωλολάτρη φιλόσοφο, δεν τον κατονομάζει, που ανεχόταν την μέθυσο και φλύαρη γυναίκα του. Λέει ο Χρυσόστομος: «εγώ τώρα θρηνώ, όταν οι ειδωλολάτρες είναι φιλοσοφώτεροι από εμάς» (Λόγος κστ’ εις την Α' Προς Κορινθίους, 11). Επίσης γράφει (Ομιλία κα’ εις το Κατά Ματθαίον, 4): «ωρισμένοι από τους Έλληνες και αυτό το επέτυχαν, αν και όχι με την κατάλληλον διάθεσιν, και εγκατέλειψαν όλα τα υπάρχοντά των». Χρησιμοποιεί τους φιλοσόφους ως παράδειγμα και τους συγκρίνει με τους Χριστιανούς (Ομιλία ιζ’ εις το Κατά Ματθαίον, 7): «σκεφθείτε τους φιλοσόφους των Ελλήνων και τότε θα εννοήσετε πόσην τιμωρίαν αξίζομεν εμείς που παραβαίνομεν τους θείους νόμους. Όταν εκείνοι δια μίαν ανθρωπίνην κοσμιότητα καταβάλουν μυρίους κόπους, ενώ εσείς δεν δείχνετε το ίδιο ενδιαφέρον δια τα ουράνια».

Ο Χρυσόστομος γράφει (Λόγος στ’ στην Προς Ρωμαίους, 3): «"Δόξα όμως και τιμή και ειρήνη θα αποδοθή στον καθένα που εργάζεται το αγαθό, στον Ιουδαίο πρώτα και στον Έλληνα". Ποιον Ιουδαίο εννοεί εδώ ή για ποιούς Έλληνες μιλάει; Γι' αυτούς που έζησαν πριν από την παρουσία του Χριστού».

Τον καιρό που ο Χρυσόστομος ήταν ακόμη στην Αντιόχεια, είχε ξεσπάσει λαϊκή στάση στην πόλη και ορισμένοι γκρέμισαν τους ανδριάντες του αυτοκράτορα. Αυτός έστειλε στην Αντιόχεια επιτροπή για να καταδικάσει τους υπεύθυνους. Όμως, όπως γράφει ο Χρυσόστομος (Ομιλία ιζ’, εις τους άρχοντας, 1) οι μοναχοί που ασκήτευαν έξω από την πόλη «ενώ έμεναν τόσα έτη κλεισμένοι εις τας καλύβας των συγκεντρώθηκαν και ήλθον εις την πόλιν (..) Αφού παρουσιάσθησαν εις τους άρχοντας ωμίλησαν με θάρρος υπέρ των υπευθύνων, ώστε να γλιτώσουν τους συλληφθέντες από τα κακά που τους ανέμενον». Αντίθετα, οι παγανιστές ρήτορες και οι φιλόσοφοι το έσκασαν, για να γλιτώσουν, όπως γράφει ο Χρυσόστομος (Εις τους άρχοντας, 2) αγανακτισμένος: «Πού ειναι εκείνοι που φορούν τον φιλοσοφικόν μανδύαν, και έχουν να επιδείξουν μεγάλην γενειάδα, και κρατούν ρόπαλα εις την δεξιάν, οι εθνικοί φιλόσοφοι, τα κυνικά καθάρματα, οι οποίοι είναι αθλιότεροι από τα σκυλιά που κάθονται κοντά εις το τραπέζι, και δια να γεμίσουν το στομάχι των κάνουν τα πάντα; Όλοι τότε εγκατέλειψαν την πόλιν, όλοι απεμακρύνθησαν, εκρύβησαν μέσα εις τα σπήλαια». Δεν μένει, λοιπόν, παρά να δούμε πίσω από τις φαινομενικά αδικαιολόγητες ύβρεις του Χρυσόστομου, την άθλια συμπεριφορά των εθνικών σοφιστών και ρητόρων της εποχής του, που έκαναν τους σπουδαίους, τους συνεχιστές των αρχαίων φιλοσόφων, αλλά επεδείκνυαν συμπεριφορά δειλού και μόνο εξωτερικά προσπαθούσαν να μοιάσουν στους αρχαίους φιλοσόφους, φορώντας μανδύες, αφήνοντας μακριές γενειάδες κλπ. Αυτό ασφαλώς έκανε εντύπωση στον Χρυσόστομο, και σε τέτοια γεγονότα και άλλες παρόμοιες συμπεριφορές των σοφιστών της εποχής του θα οφείλονται οι τυχόν βαριές εκφράσεις του για αυτούς. Αλλά η φράση του Χρυσόστομου «Πού ειναι εκείνοι που φορούν τον φιλοσοφικόν μανδύαν, και έχουν να επιδείξουν μεγάλην γενειάδα, και κρατούν ρόπαλα εις την δεξιάν, οι εθνικοί φιλόσοφοι», μοιάζει πολύ με το επίγραμμα του γνωστού Λουκιανού (Π.Α. XI, 430): «Αν με το να τρέφεις γενειάδα, σοφία νομίζεις πως αποκτάς, κι ο τράγος με το μεγάλο γένι είναι’ ευθύς ο Πλάτων ολόκληρος», στο οποίο κοροϊδεύονται οι φιλόσοφοι του καιρού του, οι οποίοι άφηναν γενιάδα για παραστήσουν τους μεγάλους φιλοσόφους.

Ο... μισέλληνας Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει αυτά (Ερμηνεία εις την Προς Ρωμαίους, ομιλία κγ’, 2, PG 60, 611 Β): «Διότι, δεν είπε «μην ανταποδίδεις το κακό στους πιστούς», αλλά «σε κανένα», ούτε σε «Έλληνα», ούτε σε μιαρό, ούτε σε όποιονδήποτε» (...) «Σε κανένα μη δίνεις αφορμή αντιδικίας και φιλονικείας, ούτε στον Ιουδαίο ούτε στον εθνικό˙ αλλά αν κάπου δεις ότι ζημειώνεται η ευσέβεια, να μην προτιμήσεις την ομόνοια από την αλήθεια, αλλά να σταθείς γενναία μέχρι θανάτου˙ και ούτε έτσι να πολεμάς με την ψυχή, ούτε να αποστρέφεσαι τη γνώμη, αλλά να μάχεσαι μόνο με τα πράγματα. Γιατί αυτό σημαίνει το ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύσατε» (..). Ούτε να παίρνετε εκδίκηση, αγαπητοί, αλλά να δίνετε τόπο στην οργή».

Όταν ο Χρυσόστομος γράφει (Λόγος εις μακάριον Βαβύλαν, 3): «Γι' αυτό λοιπόν και κανένας χριστιανός βασιλεύς δεν εξέδωκε εναντίον σας [=των εθνικών] διατάγματα παρόμοια με εκείνα που επενόησαν εναντίον μας εκείνοι που λάτρευαν τους δαίμονες», βγαίνει το συμπέρασμα πως ο ίδιος ποτέ δεν συμβούλευσε τους αυτοκράτορες να νομοθετήσουν ή να εφαρμόσουν διωγμούς κατά των εθνικών, και συνεπώς είναι συκοφαντίες ότι λ.χ. ο Αρκάδιος «με την παρότρυνση του φοβερού ανθέλληνος Ιωάννου Χρυσοστόμου εκδίδει (...) το "ες έδαφος φέρειν"» (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, τ. 3, σ. 52).

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει ότι είναι ύβρις προς το Θεό να του ζητάμε πράγματα εναντίον των εχθρών μας (Περί του μη δημοσιεύειν τα αμαρτήματα των αδελφών, μηδέ κατεύχεσθαι των εχθρών, 11, PG 51, 363). «Επομένως, ο Κύριος (...) απαγορεύει να φονεύονται και να κατασφάζονται οι αιρετικοί», τονίζει αλλού ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Ομιλία μστ΄, εις το Κατά Ματθαίον, 1).

Ο Χρυσόστομος θεωρεί καύχημα των Χριστιανών ότι πολλά εθνικά βιβλία τα έσωσαν από τον αφανισμό οι ίδιοι (PG 50, 537B): «Κι αν έτυχε κάποιο να έχει διασωθεί, αυτό μπορεί κανείς να το βρει στα χέρια των Χριστιανών». Και προσθέτει: «Δεν επιτρέπεται στους Χριστιανούς να καταστρέφουν την πλάνη με τρόπο αναγκαστικό και βίαιο, αλλά να φροντίζουν με την πειθώ και τη διδασκαλία και την πραότητα να οδηγούν τους ανθρώπους στη σωτηρία» (Ιωάννη Χρυσόστομου, Λόγος εις μακάριον Βαβύλαν, 3, PG 50, 537 C). Δεν μπορούν, λοιπόν, οι όποιοι Νεοπαγανιστές ψεύτες να συκοφαντούν τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο ως ηθικό αυτουργό των (ελάχιστων) διώξεων κατά των εθνικών και των καταστροφών των ναών τους. Τα γραπτά του αποδεικνύουν και το ελληνικό ήπιο ήθος του.

15g Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Οι Νεοπαγανιστές αναφέρουν ένα απόσπασμα από μια ομιλία του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, εκ του οποίου βγάζουν το συμπέρασμα ότι αυτός είναι ο ηθικός αυτουργός της καταστροφής της βιβλιοθήκης του Σαράπειου, αποκαλώντας τα βιβλία της «δαίμονες».

Έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια πρωτοφανή προσπάθεια διαστρέβλωσης και πετσοκόμματος των κειμένων του Χρυσόστομου, ο οποίος, όπως θα δούμε, διόλου δεν ισχυρίζεται ότι τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου είναι δαίμονες. Ορίστε το απόσπασμα από τον «Λόγο κατά Ιουδαίων» (μετάφραση πανεπιστημιακών Α.Π.Θ. από τις Πατερικές Εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς):

Λόγος Κατά Ιουδαίων Α’, 5 (PG 48, 850E):«Επειδή όμως υπάρχουν μερικοί που θεωρούν και τη Συναγωγή σαν τόπο ιερό, είναι ανάγκη να πούμε και σε αυτούς λίγα λόγια. Για ποιον λόγο σέβεστε τον τόπο εκείνον, τον οποίον πρέπει να καταφρονείτε, να τον συχαίνεστε και να τον αποφεύγετε; Στον χώρο αυτόν, απαντούν, βρίσκεται ο νόμος και τα βιβλία των Προφητών. Και τί σχέση έχει αυτό; Όπου υπάρχουν δηλαδή τέτοια βιβλία, θα θεωρείται και ο τόπος άγιος; Οπωσδήποτε όχι».

Και, προσέξτε ειδικά εδώ (Λόγος Κατά Ιουδαίων Α’, 6, PG 48, 851F):

«Για να μάθετε, ότι τα βιβλία δεν αγιάζουν τον τόπο, αλλά τον καθιστά βέβηλο η προαίρεση εκείνων που συνέρχονται εκεί, θα σας διηγηθώ μια παλιά ιστορία. Ο Πτολεμαίος ο Φιλάδελφος, αφού συγκέντρωσε από παντού τα βιβλία και έμαθε ότι και οι Ιουδαίοι έχουν βιβλία, τα οποία φιλοσοφούν για το Θεό και για άριστη πολιτεία, έστειλε και κάλεσε άνδρες από την Ιουδαία, ερμήνευσε αυτά με εκείνους και τα τοποθέτησε στο ιερό του Σαράπιδος, μια που ο ίδιος ήταν ειδωλολάτρης, και αυτά μέχρι τώρα βρίσκονται εκεί, τα άγια των Προφητών. Τι λοιπόν, ο ναός του Σαράπιδος είναι άγιος, επειδή έχει τα βιβλία των Προφητών; Μακριά μια τέτοια σκέψη. Εκείνα [τα βιβλία] βέβαια έχουν τη δική τους αγιότητα, που όμως δεν την μεταδίδουν στον τόπο [του ναού], λόγω της μιαρίας εκείνων που συγκεντρώνονται εκεί. Το ίδιο λοιπόν πρέπει να σκεφτεί κανείς και για τη συναγωγή. Γιατί, αν και δεν στήθηκε εκεί [στη συναγωγή] κάποιο είδωλο, αλλά στον τόπο εκείνο [στη συναγωγή] κατοικούν δαίμονες. Και αυτό δεν το λέω μόνο για τη συναγωγή που βρίσκεται εδώ, αλλά και για τη συναγωγή που βρίσκεται στη Δάφνη».

Οι παγανιστές διαστρεβλώνουν το κείμενο του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, κατηγορώντας τον έτσι, πως ισχυρίζεται ότι «στο ναό του Σεράπιδος κατοικούν δαίμονες», ενώ ο Χρυσόστομος γράφει ότι «στην συναγωγή κατοικούν δαίμονες», όχι μόνο στην συναγωγή της Κωνσταντινούπολης, αλλά και σε αυτή της Δάφνης, στην Αντιόχεια. Αυτό αποδεικνύεται, διότι ο Χρυσόστομος λέει ρητά «αυτό το πράγμα (= «στον τόπο αυτόν κατοικούν δαίμονες») δεν το λέω μόνο για τη συναγωγή που βρίσκεται εδώ, αλλά και για τη συναγωγή που βρίσκεται στη Δάφνη». Για συναγωγές μιλάει.

Αυτή την διαστρέβλωση οι Ν/Π την επιτυγχάνουν πετσοκόβοντας το κείμενο του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου αφαιρώντας τμήματά του, ώστε να μην καταλαβαίνει κανείς, όταν ο Άγιος λέει «στον τόπο αυτόν κατοικούν δαίμονες» ότι ομιλεί περί της συναγωγής κι όχι περί του Σαράπειου, όπως επίσης να μην καταλαβαίνει κανείς ότι ο Άγιος ομιλεί για τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, που βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Σαράπειου, κι όχι για τα Εθνικά βιβλία της βιβλιοθήκης του Σαράπειου. Να πώς πετσοκόβουν οι Ν/Π χασάπηδες τον Χρυσόστομο (στο Διαδίκτυο): 

Ο Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΕ ΕΜΠΡΗΣΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΕ ΑΦΑΝΙΣΤΙΚΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ: «Τι λοιπόν, άγιος έσται ο ναός του Σεράπιδος (Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη) δια τα βιβλία; Μη γένοιτο!... αλλά δαίμονες οικούσι τον τόπον... μάλλον δε και αυτών (των Ελλήνων) όντων δαιμόνων... και παρ αυτών βωμός στέκει απάτης αόρατος εις τον οποίον ψυχάς ανθρώπων θυσιάζουσι... κατάλαβε λοιπόν και φανέρωσε (διέδωσε!) ότι δαίμονες κατοικούν εκεί» Ι. Χρυσ/μος λογοι κατα ιουδαιων 48.851.38 έως 852.35 Δαίμονες ηταν λοιπόν κατά τον "σοφό" ιεράρχη τα βιβλία της Αλεξανδρινής βιβλιοθήκης και ψυχοθυσιαστήρια οι βιβλιοθήκες των Ελλήνων!!!

Ολόκληρη η φράση, δηλαδή, η οποία επεξηγεί σε ποιον τόπο αναφέρεται ο Χρυσόστομος, παραλείπεται. Η πιο σημαντική φράση που δείχνει ότι ο Χρυσόστομος ομιλεί για την Συναγωγή, «θάβεται με αποσιωπητικά»..... Ας σωπάσουν τώρα λοιπόν, κάτω από τους τόνους αποσιωπητικών, με τους οποίους πετσοκόβουν τα κείμενα των Πατέρων.

Να συμπληρώσουμε για το Σεράπειο κι αυτό. Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι ο Χρυσόστομος αποκαλεί τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Σεράπειου «δαίμονες που κατοικούν στον τόπο [της βιβλιοθήκης]» και με ελληνόφρονα ειρωνία ανάμικτη με αποτροπιασμό λένε πως «δύο εκατομμύρια δαίμονες κατοικούν το Σαράπειο».

Εκτός από το ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι ο Χρυσόστομος ομιλεί περί συναγωγών, εκτός από την θλιβερή άγνοιά τους για το πραγματικό μέγεθος της βιβλιοθήκης του Σαράπειου (42.000 τόμοι κι όχι 2.000.000), κακοποιούν και την ελληνική γλώσσα. Γιατί ακόμη κι ένας απαίδευτος γνωρίζει ότι το ρήμα «κατοικώ» χρησιμοποιείται για ανθρώπους κι όχι για βιβλία ή καρέκλες ή μαχαιροπήρουνα ή πλυντήρια πιάτων. Τέλος, είναι προφανές ότι ο λόγος για τον οποίο ο Χρυσόστομος αποκαλεί «κατοικία δαιμόνων» τις συναγωγές δεν είναι τα βιβλία αλλά «η μιαρία εκείνων που συγκεντρώνονται εκεί». Δηλαδή, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που ο Χρυσόστομος όντως έγραφε ότι το Σεράπειο κατοικείται από δαίμονες, ο λόγος θα ήταν η μιαρία των ειδωλολατρικών τελετών κι όχι τα βιβλία της βιβλιοθήκης. Αλλά, όπως δείξαμε, ο Χρυσόστομος αναφέρεται στις συναγωγές και πουθενά δεν αντιστοιχεί βιβλία με δαίμονες.

Η αλήθεια είναι ότι ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος πράγματι κάνει λόγο για έναν τόπο όπου «κατοικούν δαίμονες». Αλλά αυτός ο τόπος δεν είναι οι αρχαίες ελληνικές βιβλιοθήκες, αλλά οι ιουδαϊκές συναγωγές (Ιω. Χρυσόστομου, Κατά Ιουδαίων, λόγος α’, 6): «Αλλά είναι καιρός πλέον να αποδείξουμε ότι εκεί κατοικούν και δαίμονες, όχι μόνο στον τόπο αυτόν, αλλά και στις ίδιες τις ψυχές των Ιουδαίων». Είναι ολοφάνερο ότι ο Χρυσόστομος αναφέρεται στις συναγωγές, κατ' αρχήν της Δάφνης (προάστειου της Αντιόχειας) και όλες γενικά. Αντίθετα με ότι ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες λοιπόν, ο Χρυσόστομος αναφέρεται στις συναγωγές ως τόπο όπου «κατοικούν δαίμονες». Φυσικά, οι αρχαιολάτρες κόβουν το κείμενο εκεί που τους συμφέρει, ώστε να εμφανίζεται ο Χρυσόστομος να λέει ότι το Σεράπειο είναι τόπος κατοικίας δαιμόνων. Η αλήθεια είναι ότι η αρχή του κειμένου που οι Αρχαιολάτρες παραθέτουν απέχει πάρα πολλές σελίδες από το τέλος του ίδιου παρατιθέμενου κειμένου. Τα αποσιωπητικά κρύβουν δεκάδες σειρές.

Πράγματι ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος αναφέρει στον ίδιο λόγο ότι σε κάποιον τόπο έχει στηθεί βωμός όπου θυσιάζονται ψυχές ανθρώπων. Ωστόσο αυτός ο τόπος που ο Χρυσόστομος αναφέρει δεν είναι η βιβλιοθήκη του Σεράπειου, όπως ψευδώς ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες (Κατά Ιουδαίων, λόγος α’, 6): «Ώστε ως προς την ασέβεια καμμία διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ αυτών [=των Ιουδαίων] και των εθνικών, τα της απάτης όμως φοβερότερα τίθενται σε ενέργεια από αυτούς [=τους Ιουδαίους]. Καθ’ όσον και σ’ αυτούς [=τους Ιουδαίους] έχει στηθή ένας αόρατος βωμός απάτης, στον οποίο δεν θυσιάζονται μόνο πρόβατα και μοσχάρια, αλλά και ψυχές ανθρώπων». Τα «ψυχοθυσιαστήρια» που αναφέρουν οι αρχαιολάτρες είναι οι συναγωγές των Ιουδαίων λοιπόν, κι όχι οι αρχαίες βιβλιοθήκες, όπως ισχυρίζονται οι αρχαιολάτρες παραποιώντας το κείμενο του Χρυσοστόμου. Οι αρχαιολάτρες παρεμβάλλουν στο ήδη διαστρεβλωμένο κείμενο του Χρυσόστομου τη λέξη «(διέδωσε)», ώστε να πείσουν ότι ο Χρυσόστομος όχι μόνο θεωρεί τη βιβλιοθήκη του Σεράπειου «κατοικία δαιμόνων», αλλά γράφει επιπλέον και «διέδωσέ το», δηλαδή προτρέπει τους αναγνώστες να διαδώσουν ότι είναι κατοικία δαιμόνων η βιβλιοθήκη! Φυσικά, όπως βλέπουμε, καμμία τέτοια προτροπή δεν κάνει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.
 

Πηγή: ierosolymitissa.org

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 20o.

15b ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν απέρριπταν την ελληνική παιδεία καθ' εαυτή, αλλά μόνο τις ειδωλολατρικές προεκτάσεις της, π.χ. τα μαθηματικά τα αποδέχονται μόνο αν δεν έχουν σχέση με τον μυστικισμό και την αριθμοσοφία. Τα αποδέχονται ως επιστήμη. Γι' αυτό κι ο Μέγας Βασίλειος θέλει να μαθαίνουν τα ελληνικά γράμματα, ώστε να διαλέγουν απο αυτά ό,τι καλύτερο έχουν. Κάνει επιλογή, την δική του επιλογή και σύνθεση (πράγμα απολύτως θεμιτό για οποιοδήποτε στοχαστή) και αυτή είναι η στάση εν γένει των εκκλησιαστικών πατέρων. Γι' αυτό άλλωστε και έχουμε ακόμη αρχαία κείμενα, επειδή τα διατήρησαν όλοι αυτοί. Εξάλλου μπορούμε να διαπιστώσουμε το φαινομενικώς παράδοξο πως οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες άλλοτε κατακρίνουν τους φιλοσόφους κι άλλοτε τους επαινούν. Αυτό εξηγείται με το σκεπτικό ότι οι Πατέρες κατακρίνουν τα αρνητικά των φιλοσόφων και επαινούν τα θετικά τους. Λένε μερικοί παγανιστές π.χ. «γιατί ο Χρυσόστομος σε μια ομιλία του βρίζει τον Πλάτωνα;» Μα διότι στην ομιλία αυτή ο Χρυσόστομος κατακρίνει την άποψη του Πλάτωνα ότι πρέπει οι γυναίκες να είναι κοινές για όλους τους άνδρες. Συνεπώς, δεν απορρίπτουν οι Πατέρες γενικά και αόριστα την ελληνική σκέψη. Κατακρίνουν και απορρίπτουν μόνον όσες ανοησίες λέγονται. Αυτό όμως, ότι λέγονται και ανοησίες από τους έλληνες φιλοσόφους –δύσκολο να το παραδεχτεί ένας σοβινιστής που πιστεύει πως ήταν τέλειοι και μόνο σωστά πράγματα έλεγαν οι αρχαίοι.

«Οι πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν τη φιλοσοφία αγαθό άριστο και παιδευτικό, υπό την προϋπόθεση ότι θα ερμηνεύσει εμπειρίες και τα δεδομένα της κτίσης και της ιστορίας, και κατά κανένα τρόπο δεν θα αντικαθιστά τη δογματική διδασκαλία, μια και το επιστητό της δογματικής δεν είναι η κτιστή πραγματικότητα. Η επιστήμη και η φιλοσοφία αναφέρονται μόνο στο επιστητό της κτίσης και της ιστορίας» (Ν. Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής, Βυζαντινής, Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναράς, σ. 414).

«Πρώτον, αν και η ελληνική παιδεία δεν κρίθηκε ποτέ, ούτε από τον Χριστό ούτε από τους Αποστόλους του θεόπνευστη, οπωσδήποτε δεν απορρίφθηκε από αυτούς ως βλαβερή. Δεύτερον, πολλοί από τους έλληνες φιλοσόφους δεν απέχουν πολύ από τη γνώση του αληθούς Θεού», γράφει ο Σωκράτης ο Βυζάντιος, τον 5ο αι. (Εκκλ. Ιστ., 3, 16). «Νομίζω ότι όλοι όσοι είναι μυαλωμένοι ομολογούν ότι η παιδεία είναι το πρώτιστο αγαθό μας. Και δεν εννοώ μόνο την ευγενέστερη δική μας παιδεία, δηλαδή τη Χριστιανική, αλλά και την Εθνική, την οποία πολλοί από τους Χριστιανούς, κακώς γνωρίζοντες τα πράγματα, απορρίπτουν ως επίβουλη και εσφαλμένη και απομακρύνουσα από το Θεό. Δεν πρέπει να μην τιμάμε την παιδεία, όπως νομίζουν μερικοί, τους οποίους πρέπει να θεωρούμε σκαιούς και απαίδευτους», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Επιτάφιος εις Μ. Βασίλειον, 11, PG 36, 508). «Προςήκει μὴ καμεῖν πανταχόθεν ἀνιχνεύοντας τὴν ἀλήθειαν», γράφει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (Περί της Εξαημέρου (PG 44, 27A)). «Ἧν μὲν οὖν πρὸ τῆς τοῦ Κυρίου παρουσίας εἰς δικαιοσύνην Ἕλλησιν ἀναγκαία φιλοσοφία, νυνὶ δὲ χρησίμη πρὸς θεοσέβειαν γίνεται, προπαιδεία τις οὖσα τοῖς τὴν πίστιν δι’ ἀποδείξεων καρπουμένοις, (...) πάντων μὲν γὰρ αἴτιος τῶν καλῶν ὁ θεός, ἀλλὰ τῶν μὲν κατὰ προηγούμενον ὡς τῆς τε διαθήκης τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς νέας, τῶν δὲ κατ’ ἐπακολούθημα ὡς τῆς φιλοσοφίας. Τάχα δὲ καὶ προηγουμένως τοῖς Ἕλλησιν ἐδόθη τότε πρὶν ἢ τὸν Κύριον καλέσαι καὶ τοὺς Ἕλληνας˙ ἐπαιδαγώγει γὰρ καὶ αὕτη τὸ Ἑλληνικὸν ὡς ὁ νόμος τοὺς Ἑβραίους εἰς Χριστόν», γράφει ο άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Στρωματείς, 1, 5). «Αν υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ των ειδωλολατρικών κειμένων και των χριστιανικών, θα μας ήταν χρήσιμη η γνώση και των δύο. Και στην αντίθετη περίπτωση όμως, η παράλληλη και συγκριτική μελέτη και γνώση της διαφοράς τους δεν είναι ασφαλώς μικρή ωφέλεια για την αναγνώριση με βεβαιότητα της καλύτερης και ανώτερης απ' τις δυό», γράφει ο Μέγας Βασίλειος («Προς τους νέους, για την επωφελή μελέτη των ελληνικών κειμένων», 2). «Καὶ πρῶτον τῶν πὰρ’ Ἕλλησι σοφῶν τὰ κάλλιστα παραθήσομαι εἰδὼς, ὡς εἴ τι ἀγαθόν, ἄνωθεν παρὰ Θεοῦ τοῖς ἀνθρώποισι δεδώρηται» (άγιου Ιωάννη Δαμασκηνού, Πηγή γνώσεως, PG 94, 524C). «Εἰ γὰρ καὶ μὴ καθὼς προσῆκε περὶ ἀναστάσεως φιλοσοφοῦσιν ἅπαντες [οι αρχαίοι φιλόσοφοι], ἀλλ’ ὅμως περὶ τῆς κρίσεως καὶ τῆς κολάσεως καὶ τῶν ἐκεῖ δικαστηρίων ἅπαντες συμφωνοῦσιν, ὅτι ἔσται τὶς τῶν ἐνταῦθα γινομένων ἀντίδοσις ἐκεῖ», γράφει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Εις Λάζαρον, 4, 4, PG 48, 104).

15c ΒΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

Μήπως ήταν υπεύθυνοι οι διοικούντες την Εκκλησία για τις καταστροφές που προκάλεσαν ο όχλος και οι αυτοκράτορες; Μελετώντας τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας βλέπουμε ότι αυτοί συνέχεια τονίζουν ρητώς την σύνδεση της αρετής και συνεπώς της Χριστιανικής πίστης με την ελεύθερη θέληση, οπότε αποκλείεται το ενδεχόμενο οι διάφοροι βανδαλισμοί και διώξεις Εθνικών να έγιναν με προτροπή ή ηθική αυτουργία δική τους.

Το σπάσιμο των ειδώλων καταδικάστηκε από τη σύνοδο της Ελβίρα (306 μ.Χ.), η οποία, στον 60ο κανόνα της αποφάσισε ότι κάθε Χριστιανός που θα καταδικαζόταν σε θάνατο από τους Ρωμαίους επειδή έσπασε αγάλματα, δεν θα καταγραφόταν ως μάρτυρας.

Ορισμένοι κάνουν λόγο για τις διατάξεις νη’ και πδ’ της τοπικής συνόδου της Καρθαγένης (419 μ.Χ.) με τις οποίες αυτή ζητά από τους βασιλείς να εξαλείψουν τα «εγκαταλείμματα των ειδώλων τα κατά πάσαν την Αφρικήν»: «Είναι φανερό πως πρόκειται για τοπικού χαρακτήρα πρωτοβουλία, που αφορούσε συγκυρίες της λατινικής Εκκλησίας στη Βόρεια Αφρική (Υποσημείωση 39: Έχει επισημανθεί, μάλιστα, ότι, ως αιτήματα-υπομνήματα, οι διατάξεις αυτές της Καρθαγένης δεν αποτελούν καν πραγματικούς κανόνες. Βλ. Π. Μπούμη, Ορθόδοξη ιεραποστολή, η απελευθέρωση των λαών και το «γκρέμισμα» των (ειδωλολατρικών) ναών: «Πορευθέντες». Χαριστήριος Τόμος προς τιμήν του αρχιεπ. Αλβανίας Αναστασίου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1997, σσ. 489-492). Στο κείμενο, άλλωστε, των διατάξεων είναι έκδηλη η εκ μέρους των συντακτών τους επίγνωση της συγκυριακότητάς τους. Και μάλιστα, είναι αξιοπρόσεκτο ότι η Σύνοδος επιφόρτισε τους επισκόπους με την καταστροφή των χριστιανικών ναϊδρίων που είχαν ανεγερθεί αυθαίρετα από δεισιδαίμονες χριστιανούς (κανών πγ’), όμως την καταστροφή των παγανιστικών ιερών δεν την ανέθεσε στους επισκόπους» (Σύναξη, τ. 69, σ. 63). Σχολιάζουμε και προσθέτουμε:

1. Οι κανόνες είναι τοπικής συνόδου, δεν αφορούν όλη τη Χριστιανοσύνη, άρα δεν αφορούν π.χ. την Ελλάδα-Μ. Ασία. Αφορούν τη Βόρεια Αφρική και μόνον. Φυσικά, η Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε την σύνοδο της Καρθαγένης ως Ορθόδοξη και όλες τις τοπικές αποφάσεις της αναφορικά με την Αφρική καθώς και όλες τις δογματικές αναφορικά με το σύνολο της Εκκλησίας. Δεν ζήτησε και η εν Τρούλω σύνοδος την εφαρμογή του τοπικού μέτρου σε όλη την Αυτοκρατορία αναγνωρίζοντας ότι η σύνοδος της Καρθαγένης είναι ορθόδοξη. Η τοπική σύνοδος κάνει λόγο για τα είδωλα της Αφρικής και συγκεκριμένα της Δυτικής-Βόρειας. Αν λ.χ. η τοπική σύνοδος επικύρωνε την εκλογή κάποιου ως επισκόπου σε μια πόλη, και η Οικουμενική Σύνοδος αναγνώριζε την ορθοδοξία αυτής της τοπικής συνόδου, αυτό δε θα σήμαινε ότι θα ανακήρυσσε «οικουμενικό πατριάρχη» τον επίσκοπο αυτόν, επειδή θα αναγνώριζε την εγκυρότητα της εκλογής του ως επισκόπου στην πόλη αυτή˙ ούτε αναγνωρίζοντας την τοπική σύνοδο θα σήμαινε ότι επέβαλε τον ίδιο άνθρωπο ως επίσκοπο όλων των χριστιανικών επισκοπών!

2. Είναι της λατινικής Δύσης, περιοχών με μικρό βάθος εκχριστιανισμού και βίωμα χριστιανικό.

3. Είναι μια έκτακτη περίπτωση, εξαιτίας της επίθεσης εθνικών κατά Χριστιανών στην Δ. Αφρική, όπως περιγράψαμε αλλού.

4. Οι επίσκοποι της Β. Αφρικής δεν επιφορτίζονται με καταστροφές παγανιστικών τόπων. Δεν τους δίνεται μια τέτοια άδεια.

5. Οι επίσκοποι της ΒΔ. Αφρικής δεν προτρέπουν τους (φανατικούς) Χριστιανούς να προβούν σε βανδαλισμούς, αλλά απευθύνονται μόνο στον Αυτοκράτορα.

6. Οι επίσκοποι της Β. Αφρικής επιφορτίζονται με καταστροφές χριστιανικών (μη αιρετικών, προφανώς το κείμενο δεν μιλά περί ναών κτισμένων από αιρετικούς) ναών.

7. Οι επίσκοποι ζητούν, ως χάρη, από τον Αυτοκράτορα, να εξαλείψει τα είδωλα από την ΒΔ. Αφρική. Δεν του το επιβάλλουν, ως «χριστιανικό καθήκον» του. Δηλαδή, δεν είπαν του Αυτοκράτορα: «αν δεν εξαλείψεις τα είδωλα, είσαι αμαρτωλός και αρνησίθρησκος». Η χριστιανικότητα του Αυτοκράτορα δεν εξαρτιόταν – κατά τη Σύνοδο της Καρθαγένης – από το αν αυτός θα πραγματοποιούσε αυτό που αυτοί του ζήτησαν. Δεν όφειλε, με άλλα λόγια, ο Αυτοκράτορας, να υπακούσει στους «κανόνες» αυτούς. Άλλο λ.χ. πράγμα ένας κανόνας που θα καθόριζε τα βιβλία της «Αγίας Γραφής» (ο οποίος θα ήταν υποχρεωτικός για όλους τους Χριστιανούς) κι άλλο ένας κανόνας-έκκληση (που όντας έκκληση δεν είναι υποχρεωτικός).

8. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η Σύνοδος έλαβε χώρα στην Καρθαγένη, σε τόπο 1) με υπόβαθρο και παρελθόν φοινικικής, δηλ. με ανθρωποθυσίες και ιεροδουλεία, λατρείας και 2) έπειτα από οχλήσεις των Εθνικών. Κυριολεκτικά «βγάζουν απ' τη μύγα ξύγκι» όσοι κάνουν λόγο για μια τοπική σύνοδο του 5ου αι. αγνοώντας τις υπόλοιπες συνόδους, τοπικές και Οικουμενικές, του 4ου και 5ου αι.

Ότι οι καταστροφές των παγανιστικών αρχαιοτήτων ήταν αυθαίρετες προσωπικές πράξεις Χριστιανών κι όχι συλλογικές ή επίσημες ενέργειες της Εκκλησίας βασισμένες σε εκκλησιαστικά κείμενα αποδεικνύεται από την πλήρη απουσία εκκλησιαστικών κανόνων (νόμων) οι οποίοι να υπαγορεύουν ή να προστάζουν-προτρέπουν τους Χριστιανούς να καταστρέφουν παγανιστικά μνημεία. Εσφαλμένες ενέργειες και παρεκτροπές κάποιων επισκόπων ή μοναχών ασφαλώς και δεν σημαίνουν ότι αποτελούσαν γραμμή της Εκκλησίας. Ουδέποτε η Εκκλησία (τα επίσημα συλλογικά όργανά της) επιφόρτισε επισκόπους με την καταστροφή παγανιστικών ιερών.

«Δεν είναι αρετή αυτό που γίνεται με τη βία» γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 2, 12 PG 94, 924Α). «Η σωτηρία των ανθρώπων δεν οικοδομείται με τη βία και την επιβολή, αλλά με την πειθώ και την προσήνεια», γράφει ένας άλλος Άγιος, ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης (Επιστολαί Β’, ρκθ’ Παύλω περί Ιούδα του προδότου, PG 78, 573B).

Ο άγιος Μαρτίνος ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τουρ της Γαλλίας, μεσολάβησε στον αυτοκράτορα Μάγνο Μάξιμο υπέρ του ισπανού αιρετικού Πρισκιλλιανού. Πήγε στους Τρεβήρους, όπου είπε στο Μάξιμο ότι η εκτέλεση του Πρισκιλλιανού θα ήταν καταπάτηση των θείων νόμων και τον πίεσε να υποσχεθεί ότι δεν θα χύσει το αίμα του αιρετικού (Σουλπικίου Σεβήρου, Sacra Historia, 2, 50 και Dialogi 3, col. 217). Ο άγιος Αμβρόσιος (επιστολή 24) καταδικάζει την θανάτωση του αιρετικού Πρισκιλλιανού. Ο άγιος Λέων, πάπας Ρώμης, (επιστολή 25, 18) υποστηρίζει την καθαίρεση, όχι την θανάτωση, όσων κληρικών ανήκουν στην αίρεση του Πρισκιλλιανισμού. Ο άγιος Κυπριανός (επιστολή 22, 4), αναφέρει ότι η αποστασία και η αίρεση δεν πρέπει να τιμωρούνται με θάνατο, αλλά με αφορισμό. Ο άγιος Ιλάριος, επίσκοπος Πουατιέ (Liber contra Auxentium, 3, 4), καταδικάζει τη θρησκευτική βία. Ο άγιος Ισίδωρος επίσκοπος Σεβίλλης (Sententiarum, 3, 4, 4-6) καταδικάζει την θανάτωση αιρετικών.
 

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 19o.

15. "Οι παπάδες και οι Εκκλησιαστικοί Πατέρες ήταν κατά της αρχαίας φιλοσοφίας και παιδείας, έβγαζαν λόγους «κατά Ελλήνων» και καταδικάζουν ο,τιδήποτε αρχαιοελληνικό μετα βδελυγμίας."

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αν επιτίθονται κατά φιλοσοφικών ρευμάτων οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, το κάνουν με τον ίδιο τρόπο που οι φιλόσοφοι αλληλοκατηγορούνταν μεταξύ τους και έστελναν στο πυρ το εξώτερο τις αντίπαλες φιλοσοφίες και τους αντίπαλους φιλόσοφους.


15a ΑΡΧΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΑΛΛΟΛΟΫΒΡΙΖΟΜΕΝΟΙ

-Ο Αριστοτέλης γράφει (Μεταφυσικά Α’, 986b, 27) ότι ο Ξενοφάνης ήταν πολύ κατώτερος από τον Παρμενίδη και μάλιστα «μικρόν αγροικότερος».

-Ο Αριστοτέλης αποκαλεί απαίδευτους τους Κυνικούς γράφοντας «οἱ Ἀντισθένιοι καὶ οἱ οὕτως ἀπαίδευτοι» (Μετά τα Φυσικά, Η’, 3 (1043b, 24)).

-Ο Αριστοτέλης γράφει για τον Πρωταγόρα: «ενώ δεν λένε τίποτα αυτού του είδους οι διανοητές, δίνουν την εντύπωση ότι λένε κάτι σημαντικό» (Μετά τα Φυσικά, Ι’, 1 (1053b, 4)).

- Ο Παρμενίδης πήρε εξαρχής εχθρική στάση απέναντι στον Ηράκλειτο. Κάπου γράφει:

«..................................................οἱ δὲ φοροῦνται κωφοὶ ὁμῶς τυφλοί τε τεθηπότες ἄκριτα φῦλα οἷς τὸ πέλειν τε καὶ οὐκ εἶναι ταὐτόν ἐστι κέλευθος» (Απ. 6, 8) Δηλαδή:«Ενώ αυτοί παραδέρνουν κουφοί μαζί και τυφλοί, σαστισμένοι, μπουλούκια χωρίς κρίση, αυτοί που δεν κάνουν παρά να θεωρούν το «είναι» και το «μη είναι» σαν το ίδιο πράγμα».

-Ο Ηράκλειτος χλευάζει τον Πυθαγόρα (Απ. 81): «Πυθαγόρας κοπίδων ἐστίν ἀρχηγός», «ο Πυθαγόρας είναι αρχηγός στους αγύρτες»,

-Ο Ηράκλειτος περιφρονεί τον Ησίοδο, τον Πυθαγόρα, τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο λέγοντας (Απ. 40): «Η πολυμάθεια δεν διδάσκει να έχεις νου. Αν ήταν έτσι θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο («Πολυμαθίη νόον ἔχειν οὐ διδάσκει˙ Ἡσίοδον γάρ ἄν ἐδίδαξε καί Πυθαγόρην αὖτις τε Ξενοφάνεά τε καί Ἑκαταῖον»).

-Ο Ξενοφάνης, όταν ο Εμπεδοκλής του είπε ότι ο σοφός άνδρας δεν βρίσκεται, αυτός του απάντησε ειρωνικά: «φυσικά, διότι πρέπει κανείς να είναι σοφός ώστε να αναγνωρίσει τον σοφό» («Ἐμπεδοκλέους δὲ εἰπόντος αὐτῷ ὅτι ἀνεύρετός ἐστιν ὁ σοφός, "εἰκότως," ἔφη· "σοφὸν γὰρ εἶναι δεῖ τὸν ἐπιγνωσόμενον τὸν σοφόν"» Διογένης Λαέρτιος, IX, 20).

-Για τον Επίκουρο, «ο στωικός Διότιμος, εχθρικά διατεθειμένος απέναντί του, τον διέβαλε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, κυκλοφορώντας πενήντα αισχρές επιστολές με το όνομα του Επίκουρου. Το ίδιο έκανε κι εκείνος που συγκέντρωσε και απέδωσε στον Επίκουρο τα ερωτικά γράμματα που αποδίδονται στον Χρύσιππο. Ακόμη, ο στωικός Ποσειδώνιος και ο κύκλος του και ο Νικόλαος και ο Σωτίων (...) υποστηρίζουν πως ο Επίκουρος περιφερόταν στα χαμόσπιτα και διάβαζε καθαρτήριες ευχές.(...) Λένε, επίσης, ότι ήταν προαγωγός του ενός αδελφού του (...)˙ ότι παρουσίαζε ως δικές τους τις διδασκαλίες του Δημόκριτου για τα άτομα και του Αρίστιππου για την ηδονή˙ ότι δεν ήταν γνήσιος αθηναίος πολίτης (...). Ο Επίκτητος τον ονομάζει αισχρολόγο και τον βρίζει για τα καλά. Ακόμη και ο Τιμοκράτης, αδελφός του Μητρόδωρου και μαθητής του Επίκουρου μέχρι να εγκαταλείψει τη Σχολή, στο έργο του με τον τίτλο ''Ευφρανταί'' γράφει ότι ο Επίκουρος ξερνούσε δύο φορές την ημέρα, επειδή του άρεσε να απολαμβάνει τα γεύματα, και ότι ο ίδιος με δυσκολία κατάφερε να ξεφύγει από εκείνες τις νυχτερινές φιλοσοφικές συζητήσεις (...)» Διογένης Λαέρτιος, X, 3-6), ενώ ο Τίμων, σκεπτικός, μαθητής του Πύρρωνα «λέει για τον Επίκoυρο: ο πιο ποταπός κι ο πιο ξεδιάντροπος από τους φυσικούς, δασκαλάκος για παιδιά φερμένος από τη Σάμο, ο πιο ανάγωγος από τα ζωντανά» (Διογ. Λαέρτ., X, 3).

-Αντίστοιχα, ο Επίκουρος «τους Πλατωνικούς τους αποκαλούσε «κόλακες του [Συρακούσιου τύραννου] Διονύσιου» και τον ίδιο τον Πλάτωνα «χρυσό»˙ τον Αριστοτέλη «άσωτο, που σπατάλησε την πατρική περιουσία και κατατάχθηκε στο στρατό και πουλούσε φάρμακα»˙ τον Πρωταγόρα «χαμάλη» και «γραφιά του Δημόκριτου» και επαρχιακό γραμματοδιδάσκαλο˙ τον Ηράκλειτο «κυκητή» [λόγω της θεωρίας του για τον κυκεώνα, απ. 125], τον Δημόκριτο «Ληρόκριτο» [φαφλατά], τον Αντίδωρο «Σαννίδωρο» [βλάκα], τους Κυζικηνούς [τον αστρονόμο και μαθηματικό Εύδοξο] «εχθρούς της Ελλάδας», τους διαλεκτικούς [τους Μεγαρικούς, του φίλου του Σωκράτη, Ευκλείδη] «φθονερούς για τα πάντα» και τον Πύρρωνα «αμαθή και ακαλλιέργητο»» (Διογένης Λαέρτιος, X, 7-8). Ενώ για το δάσκαλό του: «ο ίδιος ο Επίκουρος λέει στα γράμματά του για τον Ναυσιφάνη: «αυτά τον έφεραν εκτός εαυτού, σε σημείο που να με προσβάλει και να με αποκαλέσει "καθηγητή"». Και τον ονόμαζε σουπιά και αγράμματο και απατεώνα και πόρνο» (Διογ. Λαέρτ., X, 7-8).

-«Σε γενικές γραμμές ήταν [ο Αριστοτέλης], σύμφωνα με τον Επίκουρο, αντίπαλος πιο βλαβερός για τη σωτηρία της ζωής εκείνων που προετοιμάζονται, όπως οι αθλητές, για το στίβο της πολιτικής» (Φιλόδημου Περί ρητορικής, 2, 58, 10-15).

-Οι Επικούρειοι αμφισβητούσαν την ύπαρξη του φιλόσοφου Λεύκιππου (Διογένης Λαέρτιος, X, 13). Κι αυτό διότι αρνούνταν τον Λεύκιππο και ήθελαν να αντικρούσουν την εναντίον τους κατηγορία ότι ο Επίκουρος κατάκλεψε τον Λεύκιππο.

-Ο Πλούταρχος στο ένα από τα δύο συγγράμματα που έγραψε κατά των Επικούρειων, το ''Εί καλώς είρηται το λάθε βιώσας'', τονίζει (κεφ. 1, 1128bc) ότι όπως «άνθρωποι με ασυγκράτητη και ακόρεστη φιλοδοξία κατηγορούν τη δόξα στους άλλους, σαν να είναι αντεραστές τους, για να την κερδίσουν χωρίς ανταγωνισμούς», έτσι κι ο Επίκουρος, αντί να «ζήσει στην αφάνεια» διακήρυττε το «λάθε βιώσας», ώστε ο υπόλοιπος κόσμος να ακολουθήσει το ρητό του, ενώ ο ίδιος να κερδίσει δόξα και να μη μείνει στην αφάνεια – όπως θα έπρεπε, αν ακολουθούσε ο ίδιος το ρητό του.

-Ο Πλούταρχος έγραψε τέσσερα βιβλία κατά Στωικών κατηγορώντας τους, μεταξύ άλλων, ότι αυτά που δογματίζουν είναι παραδοξότερα κι από όσα ισχυρίζονται οι ποιητές της αρχαιοελληνικής μυθολογίας.

-Ο Αναξαγόρας κρατούσε κακία εναντίον του Δημόκριτου, γιατί δεν τον κάλεσε στις διαλέξεις που έκανε. Ο Δημόκριτος πάλι κακολογούσε τον Αναξαγόρα (Διογ. Λαέρ., II, 14 και IX, 34). Μάλιστα θεωρούσε πως η αστρονομία των συγγραμμάτων του Αναξαγόρα ήταν παρμένη από άλλους (Διογ. Λαέρτ., IX, 34 και Φαβωρίνος FHG, III, 582, απ. 33).

-Τον υλιστή Ίππωνα από τη Σάμο σατίρισαν οι Κρατίνος (στην κωμωδία Πανόπτης, απ. 155) και ο Αριστοφάνης (στις Νεφέλες, στ. 94 κ.ε.)

-Ο Κλεάνθης έλεγε πως οι Περιπατητικοί παθαίνουν κάτι ανάλογο με αυτό που παθαίνουν οι λύρες, οι οποίες βγάζουν ωραίο ήχο, αλλά δεν ακούνε ποτέ τον εαυτό τους (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173).

-Ο Πλατωνικός Αρκεσίλαος είπε «δε συγκινούμαι από κολακείες» και ο Στωικός Κλεάνθης του απάντησε: «σε κολακεύω λέγοντας ότι άλλα λες και άλλα κάνεις» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 171).

-«Ο Σωσίθεος ο ποιητής είπε για τον Κλεάνθη: "αυτούς που τους οδηγεί σαν βόδια η ανοησία του Κλεάνθη"» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 173). Δυστυχώς όμως για τον Σωσίθεο, στο θέατρο βρίσκονταν πολλοί οπαδοί του Κλεάνθη, οι οποίοι πέταξαν έξω τον Σωσίθεο.

-Ο Αρκεσίλαος παρομοίαζε τους Επικούρειους και τους μη Επικούρειους με τους άντρες και τους ευνούχους αντίστοιχα (Διογένης Λαέρτιος, IV, 6).

-ο Πλάτωνας κατηγορούσε τους σοφιστές. Ο Πλάτωνας δεν αναφέρει καν ούτε μια φορά το όνομα του Δημόκριτου (που είχε τόση φήμη στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αι., όση έχει ο Πλάτωνας σήμερα), επειδή τον μισούσε για την υλιστική φιλοσοφία του.

-Ο Πλάτωνας αντιπαθούσε τον συμμαθητή του, Αισχίνη, και δημιούργησε τη φήμη πως οι διάλογοι που ο δεύτερος έγραψε ήταν κλεμμένοι από άλλους και μάλιστα από τον ίδιο τον Σωκράτη (Διογένης Λαέρτιος, II, 60).

-Ο Πλάτωνας αποκαλεί τον πρώτο Κυνικό, τον Αντισθένη, περιπαιχτικά «οψιμαθή γέροντα» (Σοφιστής, 251b).

-Αντίστοιχα, ο Αντισθένης αποκαλούσε τον Πλάτωνα «επηρμένο»: «Ἔσκωπτέ τε Πλάτωνα ὡς τετυφωμένον» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7). «Όταν στη διάρκεια πομπής είδε ένα άλογο που χλιμίντριζε, είπε στον Πλάτωνα: "νομίζω θα μπορούσες κι εσύ να είσαι τέτοιο άλογο", κι αυτό γιατί ο Πλάτωνας επαινούσε ασταμάτητα τα άλογα» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 7). Ακόμη χειρότερα, αποκαλούσε τον Πλάτωνα κοροϊδευτικά «Σάθωνα» (Αθηναίος, XI, 507a). Σάθη είναι το αντρικό μόριο. Σάθων είναι αυτός που έχει μεγάλο αιδοίο. Συνήθιζαν όμως να λένε και τα παιδαρέλια με αυτό το όνομα.

-Ο Τίμων επικρίνοντας τον Αντισθένη, επειδή έγραφε πολλά, τον αποκαλεί «παντογνώστη φλύαρο» (Διογένης Λαέρτιος, VI, 18).

-Ο Διογένης ο Κυνικός έλεγε για τον δάσκαλό του, τον Αντισθένη, ότι «είναι μια τρομπέτα που δεν άκουγε τον εαυτό του» (Δίων Χρυσ., V, III, 2).

-Ο Πλάτων κατηγορούσε τον Αριστοτέλη, ότι ο τελευταίος τον εγκατέλειψε. «Ἀπέστη δὲ Πλάτωνος ἔτι περιόντος· ὥστε φασὶν ἐκεῖνον εἰπεῖν, "Ἀριστοτέλης ἡμᾶς ἀπελάκτισε καθαπερεὶ τὰ πωλάρια γεννηθέντα τὴν μητέρα."» (Διογένης Λαέρτης, V, 2). Αντίστοιχα ο Αριστοτέλης απαντούσε: «φίλος μεν Πλάτων, φιλτέρα δε αλήθεια».

-«Τους Ακαδημαϊκούς ο Τίμων τους διασύρει με τούτα τα λόγια: Των Ακαδημαϊκών η σαχλή περιττολογία» (Διογένης Λαέρτιος, IV, 67).

-Ο φιλόσοφος Μενέδημος «περιφρονούσε τους διδασκάλους της σχολής του Πλάτωνα και του Ξενοκράτη» (Διογένης Λαέρτιος, II, 134).

-Ο Διογένης ο Κυνικός κοροϊδεύει τον Πλάτωνα και τη φιλοσοφία του. Ο Διογένης ο Κυνικός «τὴν μὴν Εὐκλείδου [όχι του μαθηματικού] Σχολὴν ἔλεγε χολή, τὴν δὲ Πλάτωνος διατριβὴν κατατριβήν» (Διογένης Λαέρτιος VI, 24, 26 και 40 και 53).

-«Ο Θεόπομπος στον Ηδυχάρη λέει "Δεν υπάρχει τίποτε που να είναι πραγματικά ένα, αφού και ο αριθμός δύο, μόλις είναι ένα, όπως λέει ο Πλάτων"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 26).

-Ο Τίμων παίζοντας με το όνομα του Πλάτωνα έλεγε «όπως ανέπλαττε ο Πλάτων παράξενες κοινοτοπίες» («ὡς ἀνέπλασσε Πλάτων πεπλασμένα θαύματα εἰδώς») (Διογένης Λαέρτιος, III, 26).

-«Ο Άλεξις στον Αγκυλιώνα του γράφει "Μιλάς για πράγματα που δεν ξέρεις. Πήγαινε να τρέξεις μαζί με τον Πλάτωνα, και θα τα μάθεις όλα για το σαπούνι και το κρεμμύδι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 27).

-«Ο Άμφις στον Δεξιδημίδη γράφει "Ώ Πλάτων, όλο κι όλο που ξέρεις είναι μόνο να σκυθρωπιάζεις, σμίγοντας σεμνά τα φρύδια σαν σαλιγκάρι"» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28).

-«Ο Άλεξις στον Παράσιτο γράφει "Παρά να μωρολογείς μόνος με τον Πλάτωνα". Τον χλευάζει και ο Αναξίλας στον Βοτρυλίωνα, στην Κίρκη και στις Πλούσιες» (Διογένης Λαέρτιος, III, 28).

-Σύμφωνα με τον Αθηναίο (XI, 508b), οι Αθηναίοι σέβονταν τον Δράκοντα και τον Σόλωνα ως νομοθέτες και πειθάρχησαν στη νομοθεσία τους, ενώ περιγελούσαν τον νομοθέτη και πολιτειολόγο Πλάτωνα.

-Ο κωμωδιογράφος Έφιππος, στην κωμωδία του Ναυαγός, παρουσιάζει τον Πλάτωνα και τους μαθητές του, όχι μόνο να συκοφαντούν τους άλλους αλλά και να ζουν σε μεγάλη πολυτέλεια και να είναι συμφεροντολόγοι και ανήθικοι (Αθηναίος, XI, 509c-e).

-Ο Άλκιμος ο Σικελιώτης κατηγορούσε τον Πλάτωνα ως λογοκλόπο, ότι κατάκλεψε τον Επίχαρμο (Διογένης Λαέρτιος, III, 9). Ο Άλκιμος μάλιστα έγραψε μια διατριβή από τέσσερα βιβλία, στην οποία παρέθετε κείμενα και αποσπάσματα, για να αποδείξει τη λογοκλοπή του Πλάτωνα.

-Διάφοροι άλλοι υποστήριζαν πως οι πλατωνικοί διάλογοι δεν είναι πρωτότυποι, αλλά αντίθετα, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό τους, αντίγραφα διαλόγων άλλων φιλοσόφων (Αθηναίος, XI, 505b, Αὐτὸς δὲ τοὺς διαλόγους του μιμητικῶς γράψας, ὧν τῆς ἰδέας, οὐδ’ αὐτὸς εὑρετής ἐστιν).

-Ο Θεόπομπος ο Χίος πάλι γράφει: «Τοὺς πολλοὺς τῶν διαλόγων αὐτοῦ ἀχρείους καὶ ψευδεῖς ἄν τις εὕροι· ἀλλοτρίους δὲ τοὺς πλείους ὄντας ἐκ τῶν Ἀριστίππου διατριβῶν, ἑνίους δὲ κἀκ τῶν Ἀντισθένους, πολλοὺς δὲ κἀκ τῶν τοῦ Βρύσωνος τοῦ Ἡρακλεώτου» (F.H.G., I, 325). Φυσικά, εδώ δεν μας ενδιαφέρει αν οι πλατωνικοί διάλογοι ήταν αντιγραφή άλλων (που προφανώς δεν ήταν), αλλά ότι οι Αρχαίοι Έλληνες κατηγορούσαν τον Πλάτωνα μετ' επιμονής γι' αυτό το ζήτημα, δηλαδή να δείξουμε το μίσος των Αρχαίων προς τον Πλάτωνα.

-Ξενοφώντας και Πλάτωνας ήταν εχθροί, ο πρώτος παρουσίαζε τον Σωκράτη εντελώς διαφορετικό απ' ό,τι τον παρουσίαζε ο δεύτερος.

-Ο Διογένης Λαέρτιος (III, 40) μας λέει πως ο Πλάτων στα τελευταία του ήταν καταμόναχος και ψειριασμένος.

-Ο Αντιφών κατακρίνει τον Σωκράτη, γιατί γυρίζει κουρελής και βρωμιάρης στους δρόμους (Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα).

-Ο Λουκιανός έβριζε τον Αριστοτέλη («ο πιο αχρείος από όλους τους κόλακες» ''Νεκρικοί διάλογοι Διογένους και Αλεξάνδρου''), τον Εμπεδοκλή («αλαζόνα», «κουτό», ''Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου''), τον Πλάτωνα («έμπειρος στην τέχνη να κολακεύει τους τυράννους», ''Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Αιάκου'') και τον Σωκράτη («σοφιστής», «ψευτογενναίος», ''Νεκρικοί διάλογοι Μένιππου και Κέρβερου'').

-«Αν αφαιρέσει κανείς από τα βιβλία του Χρύσιππου τα λόγια των άλλων που έχει παραθέσει, το χαρτί θα του μείνει λευκό. Αυτά λέει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος» (Διογένης Λαέρτιος, VII, 181).

-Ο Λουκιανός στο ''Βίων πράσις'' γράφει για τον Αρίστιππο ότι η φιλοσοφία του είναι φιλοσοφία των πλούσιων και των γλεντζέδων, γι' αυτό την ακολουθούν οι άσωτοι και οι τύραννοι.

-Ο Ιουλιανός ο αυτοκράτωρ συνιστούσε το διάβασμα του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Στωικών, αλλά όχι τα έργα του Πύρρωνα (Σκεπτικοί) και του Επίκουρου (Επιστολή στον Αρσάκειο). Επίσης έγραψε πραγματεία κατά των Κυνικών. Ενώ ο ίδιος δεν ήταν Κυνικός, συμβούλευε έναν Κυνικό πώς πρέπει να είναι ο Κυνικός.

-Ο Νεοπλατωνικός παγανιστής φιλόσοφος Ιάμβλιχος, που ήταν μαθητής του Πορφύριου και επηρέασε σημαντικά τη σκέψη του Ιουλιανού, στο έργο του Αβάμμωνος διδασκάλου ''προς την Πορφυρίου προς Ανεβώ επιστολήν αποκρίσεις και των εν αυτή απορρημάτων λύσεις'', χαρακτηρίζει τους Έλληνες ανώριμους από την ίδια τη φύση τους, χωρίς εσωτερικότητα, ανίκανους να ανακαλύψουν μόνοι τους την αλήθεια˙ τους κατηγορεί ότι αλλοιώνουν με τη λεπτολογία τους όσα μαθαίνουν από τους άλλους λαούς (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 513). Γιατί τα λέει αυτά αφού ήταν παγανιστής; -Οι φιλόσοφοι όχι μόνο αλληλοβρίζονταν, αλλά ο Πλάτωνας ήθελε να κάψει, όπως είδαμε, μόνο τα βιβλία του Δημόκριτου, ο Πρόκλος όλα τα βιβλία εκτός του Τίμαιου. 
 

Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022

Οι Χριστιανοί εδίωξαν τους Έλληνες; 18o.

Ο ΜΑΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ

Tο επιχείρημα ότι οι Έλληνες εκχριστιανίστηκαν με το ζόρι, από τον 4ο αι. και μετά αδυνατεί να εξηγήσει πώς εκχριστιανίστηκε η ελληνιστική Ανατολή και η εξελληνισμένη Μικρά Ασία (σε ποσοστό άνω του 50%) από το 33 ώς το 330 μ.Χ. παρ' όλους τους διωγμούς. Πώς γίνεται η ελληνιστική Αντιόχεια των 800 χιλιάδων κατοίκων να μην προσφέρει ούτε ένα σφαχτό όταν πήγε ο Ιουλιανός εκεί να θυσιάσει; Εξάλλου η αρχαία ελληνική θρησκεία έσβηνε, ήδη πριν τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Σε ένα χρησμό του Μαντείου του Κλάριου Απόλλωνα για το τί είναι ο θεός η απάντηση ήταν: «Αυτοφυής, Αδίδακτος, Αμήτωρ, ούνομα μηδέ λόγω χωρούμενω, μικρά δε μερίς άγγελοι ημείς [οι θεοί]» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 494). Ένας άλλος χρησμός του ίδιου μαντείου (το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές, και δεχόταν κόσμο από τις εσχατιές της Αυτοκρατορίας) λέει: «(..) μάθε πως ανώτερος από όλους τους θεούς είναι ο Ιαώ, Άδης το χειμώνα, Ζευς στην αρχή της άνοιξης, Ήλιος το καλοκαίρι, αβρός Ιαώ το φθινόπωρο». Ιαώ είναι ο Ιεχωβάς (Ιαουέ ή Ιαχβέ ή Ιαχουέ ή Ιαέχ, δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς προφερόταν στην αρχαιοτάτη εβραϊκή διάλεκτο του 2000 π.Χ.) των Εβραίων (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 494).

Ο Πλούταρχος αναφέροντας την παρακμή των αρχαίων μαντείων, γράφει μεταξύ άλλων παραδειγμάτων πανάρχαιων μαντείων που σίγησαν στην εποχή του, ότι το ίδιο το δελφικό μαντείο, άλλοτε είχε δύο «προφήτιδες» και μια τρίτη εφεδρική, ενώ στην εποχή του (1ος-–2ος μ.Χ. αι.) μία ήταν αρκετή (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 8). Ο Παυσανίας (2ος μ.Χ. αι.) αναφέρει πλήθος εγκαταλλελειμένων ναών της αρχαιοελληνικής θρησκείας στην ελληνική ύπαιθρο. Και πιο πριν – από τα ελληνιστικά χρόνια – είχε αρχίσει η θεοποίηση ανθρώπων εν ζωή από τους Παγανιστές Έλληνες. Μόνο στην Αρκαδία, στο κέντρο της Αρχαίας Κλασσικής Ελλάδας, ο Παυσανίας (Αρκαδικά) αναφέρει πλήθος ναών ερειπωμένων, δίχως στέγη, και εγκατελειμένων: της Αφροδίτης (9, 6), της Αθηνάς (14, 4), της Αφροδίτης (12, 6), του Απόλλωνα (15, 4), του Ερμή (17, 1), της Αφροδίτης (24, 6), των Δώδεκα θεών (25, 3), της Ήρας (26, 2), της Δήμητρας (29, 5), του Ερμή (32, 1), του Ερμή (30, 6), των Μουσών (32, 2), του Άρη (32, 3), της Αρτέμιδος (35, 5), της Αθηνάς (36, 7), της Αφροδίτης (41, 10), της «Μητρός των θεών» (44, 1), της Αρτέμιδος (53, 11) και του πυθίου Απόλλωνα (54, 5). Αναρωτάται κανείς πού είχε πάει η θεοσέβεια προς τους παλιούς θεούς, και δεν αναστυλώνονταν τόσοι μεγάλοι ναοί, μεγάλων θεών από τους Ελληνες. Μήπως επειδή δεν τους ένοιαζε πια και τόσο το Δωδεκάθεο;

Εδώ να αναφέρουμε τον Πλούταρχο. Ισχυρίζονται οι Νεοπαγανιστές, ότι ο Πλούταρχος ενώ αναφέρει τόσες πολλές θρησκείες, ακόμη και την ιουδαϊκή, δεν αναφέρει το Χριστιανισμό, άρα στα χρόνια του (1ος-2ος μ.Χ. αι.) ο Χριστιανισμός δεν είχε διαδοθεί στην Ελλάδα. Όμως αυτό το στοιχείο δεν συνεπάγεται την μη διάδοση του Χριστιανισμού, διότι ο Πλούταρχος, ενώ αναφέρει πολλές θρησκείες, δεν αναφέρει τον Μιθραϊσμό! Λογικά λοιπόν, εάν σκεφτόμασταν όπως οι Νεοπαγανιστές, θα έπρεπε να ισχυριστούμε ότι η δεύτερη μεγαλύτερη μετά τον Χριστιανισμό θρησκεία της Ύστερης Αρχαιότητας, δεν υπήρχε καθόλου στην Ελλάδα, πράγμα αναληθές. Επομένως το ότι ο Πλούταρχος δεν αναφέρει τον Χριστιανισμό δεν συνεπάγεται κάτι για την απουσία Χριστιανών στην Ελλάδα στα χρόνια του.

Πολλοί παγανιστικοί ναοί ερήμωσαν επειδή απλούστατα εγκαταλείφθησαν από τους πρώην πιστούς τους, κι όχι επειδή κατεστράφησαν από τους Χριστιανούς. Το παράδειγμα της Αντιοχείας, που αναφέρει ο ίδιος ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, οι Αντιοχείς να αδιαφορήσουν παντελώς για την εορτή του πολιούχου τους Απόλλωνα, ασφαλώς και δεν ήταν μεμονωμένη περίπτωση. Είναι, με άλλα λόγια, παράλογο να θρηνεί κανείς για την τύχη ναών που οι ίδιοι οι εθνικοί τους είχαν εγκαταλήψει αιώνες πριν οι Χριστιανοί αυτοκράτορες διατάξουν την κατεδάφισή τους.

«Ότι πράγματι η δημόσια θρησκεία είχε ξεπέσει πολύ χαμηλά στην Αθήνα, πενήντα χρόνια μετά τη Χαιρώνια, το ξέρουμε από τον Ύμνο του Ερμοκλή προς τον Δημήτριο τον Πολιορκητή: σε καμμιά προηγούμενη περίοδο δεν μπορούσε ένας ύμνος, που ψαλλόταν σε μεγάλη δημόσια εορτή, να διακηρύττει πως οι θεοί της πόλης είναι αδιάφοροι ή δεν υπάρχουν, και πως αυτά τα άχρηστα ξόανα και οι πέτρες είχαν τώρα αντικατασταθεί από έναν «πραγματικό» θεό, τον ίδιο τον Δημήτριο.

ἄλλοι μὲν ἢ μακρὰν γὰρ ἀπέχουσι θεοί,

ἢ οὐκ ἔχουσιν ὦτα,

ἢ οὐκ εἴσιν, ἢ οὐ προςέχουσιν ἡμῖν οὐδὲ ἕν,

οὐ ξύλινον οὐδὲ λίθινον, ἀλλ’ ἀληθινόν

(«..είτε οι θεοί βρίσκονται πολύ μακριά, είτε δεν υπάρχουν, είτε δεν ενδιαφέρονται καθόλου για εμάς»).

Μπορεί η κολακεία να είναι ανειλικρινής˙ ο σκεπτικισμός όμως σίγουρα δεν είναι και θα πρέπει να είχε μεγάλη διάδοση, αφού γνωρίζουμε (Αθηναίος, 253 F (από τον Δούρη ή τον Δημοχάρη): «ταῦτ' ᾗδον οἱ Μαραθωνομάχαι ού δημοσία μόνον, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἰδίαν». Δηλαδή τραγουδούσαν τον ύμνο όχι μόνο δημόσια αλλά και στα σπίτια τους) πως ο Ύμνος ήταν πάρα πολύ δημοφιλής» (E.R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο, εκδ. Καρδαμίτσα, σ. 152).

Συνεπώς, η αρχαία ελληνική θρησκεία έσβηνε ή είχε σβήσει, καθώς οι αρχαίοι πρόγονοί μας αφ' ενός παράτησαν το δωδεκάθεο και διάλεξαν ασιατικές λατρείες πολύ πριν τη γέννηση του Χριστού, αφ' ετέρου οι φιλόσοφοι, οι σοφιστές κλπ αμφισβητούσαν την λαϊκή πίστη στο δωδεκάθεο ήδη από τα κλασσικά χρόνια. Η Ειδωλολατρία ήταν ένα πτώμα που αμέσως μόλις έχασε την κρατική υποστήριξη, έσβησε κι έγινε ακίνδυνη μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα. Τους Νεοπαγανιστές όμως καθόλου δεν τους ενδιαφέρει αν το ελληνικό Δωδεκάθεο είχε σβήσει και αντ' αυτού στην Ελλάδα λατρεύονταν ευρέως οι συριακοί, «Μεγάλη Θεά» και Άττις, οι αιγυπτιακοί Αταγάρτιος και Ίσιδα (που ήταν ανώτερη κι από τις Μοίρες), ο Όσιρις, οι ιρανικοί Μίθρας και Αναχίτα, όπως ούτε με τον ασιατικό Διόνυσο ή την Αστάρτη-Αφροδίτη έχουν πρόβλημα, κι ούτε «μη πατρώα λατρεία» τους αποκαλούνε, αλλά μόνο με τον Χριστό λυσσάνε και μόνο αυτον κατηγορούν ως ξενική θεότητα. Οι Νεοπαγανιστές που καταφέρονται με ρατσιστικό μένος εναντίον «της Ανατολής» επειδή οι θεοί της ήδη προ Χριστού έκαναν σκόνη το Δωδεκάθεο, ας μας εξηγήσουν, πώς γίνεται από τη μία να διακηρύσσουν ότι είναι «υπέρ όλων των παγανιστικών παραδόσεων» και από την άλλη να μην μπορούν να χωνέψουν πως οι αρχαίοι Έλληνες ελεύθερα (κανείς δεν τους επέβαλε να λατρεύουν όλους τους παραπάνω θεούς) διάλεξαν τις ασιατικές ανατολικές παγανιστικές λατρείες αντί των κλασσικών αρχαιοελληνικών. Και τώρα οι Νεοπαγανιστές θέλουν να επιστρέψουν σε αυτό που οι ίδιοι οι πρόγονοί μας απέρριψαν προ Χριστού, δηλαδή στο αρχαιοελληνικό Δωδεκάθεο.

Οι Νεοπαγανιστές προσπαθώντας να αντικρούσουν το κοινώς παραδεκτό μοτίβο της κατάρρευσης του παγανιστικού κόσμου λόγω οικονομικών, κοινωνικών και ηθικών αδιεξόδων, πετώντας στα σκουπίδια τόμους κοινωνικών, θρησκευτικών και πολιτικών αναλύσεων της Αυτοκρατορίας, υποστηρίζουν, (Βλάση Ρασσιά, Υπέρ Της Των Ελλήνων Νόσου, β' έκδοση, εκδ. Ανοιχτή πόλη, σ. 16), ότι η επικράτηση του Χριστιανισμού οφείλεται τάχα σε κάτι τυχαίο, σε μια εξάμηνη τρομακτική (!!!) επιδημία του 166 μ.Χ. συνέπεια της οποίας θανατώθηκε τάχα η αφρόκρεμα της παγανιστικής διανόησης της εποχής, «όλα τα ταλέντα», «όλη η κουλτούρα και η διανόηση» (Τώρα, αν ρωτήσουμε, γιατί οι Καλοί, Μορφωμένοι, λάτρεις της Επιστήμης, Ειδωλολάτρες με τόσα ιατρικά βιβλία που τα... έκαψαν αργότερα οι Χριστιανοί που, σε αντίθεση με τους Χριστιανούς, είχαν, υπέστησαν τέτοιες απώλειες σε μια επιδημία έξι μηνών, και κατέρρευσε ο πολιτισμός τους, ενώ παρ' όλες τις επιδημίες σε διάστημα 10 αιώνων, δεν κατέρρευσε ο Χριστιανικός πολιτισμός, είναι ρητορική η ερώτηση μας). Κι έτσι, βρίσκοντας κενό διανόησης, άρχισε να διαδίδεται από τότε ταχέως ο Χριστιανισμός, αφού «όλα» τα «ταλέντα» είχαν πεθάνει. Πολύ μελοδραματική εξήγηση. Γιατί, αν η επιδημία πήρε στον Άδη τα ταλέντα της μιας πλευράς, θα έπρεπε, πολύ λογικά και εφόσον ο Χάρος δεν κάνει διακρίσεις βάσει του θρησκεύματος των θυμάτων του, να είχε αφανίσει και τους Χριστιανούς και τα ταλέντα τους και τους ειδικούς στον προσηλυτισμό Χριστιανούς και τους επισκόπους τους και τη διανόησή τους. Και συνεπώς να μην είχαν ούτε κι οι Χριστιανοί τη ζωτικότητα να «κατακτήσουν» την Αυτοκρατορία. Αλλά γιατί δεν έγινε αυτό, δεν μπορούν οι οπαδοί... της Τύχης να μας το εξηγήσουν˙ απλώς κατακεραυνώνουν, τις μαρξιστικές και μη αναλύσεις τόσων και τόσων. Τι να κάνουμε˙ η... «Θεά Τύχη», την οποία ελάτρευαν οι Ειδωλολάτρες της ελληνιστικής και της ελληνορωμαϊκής εποχής, έρριξε τους υπόλοιπους «θεούς» στα Τάρταρα και μετά πήδηξε κι αυτή εκεί! Ήταν το... σχέδιο της Ειμαρμένης, την οποία δέχονται οι Στωικοί.

Ο Πλίνιος ο νεώτερος, διοικητής της επαρχίας του Πόντου και της Βιθυνίας (108-111) έγραφε στον αυτοκράτορα Τραϊανό ότι η «κίνηση» [ο Χριστιανισμός] είχε τόσο πολύ διαδοθεί, ώστε πολλοί ναοί έμεναν πια χωρίς πιστούς (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. ΣΤ', σ. 55).

Το ποσοστό των Χριστιανών στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 350 μ.Χ. ήταν 56,5% (Rodney Stark, The Rise of Christianity: A Sociologist Reconsiders History, Princeton, 1996, p. 7), δηλαδή ήδη, στο σύνολο της αυτοκρατορίας οι Χριστιανοί ήταν πλειοψηφία. Αν λοιπόν ήταν στο σύνολο της Αυτοκρατορίας η πλειοψηφία χριστιανική, τότε στο ανατολικό ελληνικό τμήμα της (το οποίο αφ' ενός είχε αποδεδειγμένα πάντοτε περισσότερους Χριστιανούς απ’ ότι το δυτικό, και αφ' ετέρου είχε αρχίσει να εκχριστιανίζεται πολύ πιο νωρίς απ’ ότι το δυτικό λατινικό τμήμα) είναι προφανές ότι οι Χριστιανοί όχι απλώς ήταν πλειοψηφία αλλά και μεγαλύτερη του 56%. Το 350 όμως δεν είχαν αρχίσει ακόμη διωγμοί κατά των Παγανιστών και των ναών τους (Κι αν είχαν αρχίσει, ήταν στα πρώτα 1-2 χρόνια τους, και μάλιστα πολύ πιο περιορισμένης έκτασης, οπότε δεν ήταν δυνατό να προκάλεσαν την υπερίσχυση των Χριστιανών άνω του 50%.) ώστε να ισχυριστεί κανείς ότι υπήρξε δια της βίας εκχριστιανισμός της πλειοψηφίας. Οι αριθμοί αυτοί δεν είναι αυθαίρετοι, διότι ήδη πριν το 350 είχαν αρχίσει πολλοί Χριστιανοί συγγραφείς να ισχυρίζονται ότι είναι η πλειοψηφία (A. Harnack, The mission and expansion of Christianity in the first three centuries, N.Y. G.P. Putnam’s Sons, vol 2, p. 29). Ήδη στις αρχές του 3ου αι. ο Τερτυλλιανός λέει: «είμαστε ακόμη χθεσινοί, αλλά έχουμε γεμίσει τον κόσμο» (Απολογία, 37, 4). Οι ισχυρισμοί των Χριστιανών για μαζικούς προσηλυτισμούς πριν τον Μ. Κωνσταντίνο, όπως αναφέρει ο Ευσέβιος, όχι μόνο γίνονται αποδεκτοί από πολλούς σύγχρονους ιστορικούς, αλλά οι τελευταίοι θεωρούν τους ισχυρισμούς αυτούς απαραίτητη υπόθεση, ώστε να εξηγηθεί η μεγάλη ταχύτητα διάδοσης του Χριστιανισμού. Έτσι, στην μελέτη του Christianising the Roman Empire, ο R. MacMullen συνιστά την αποδοχή ως αληθών των ισχυρισμών των Χριστιανών απολογητών περί μαζικών προσηλυτισμών «ώστε να εξηγήσουμε καλύτερα την ταχύτητα της αλλαγής που παρατηρούμε» (R. MacMullen, Christianising the Roman Empire, New Haven: Yale University, p. 29). Ο Harnack χαρακτηρίζει την ανάπτυξη του Χριστιανισμού με όρους όπως «ασύλληπτη ταχύτητα» και «εκπληκτική αύξηση» και συμφωνεί με τον ισχυρισμό του Αυγουστίνου, ότι «Ο Χριστιανισμός πρέπει να μεγάλωσε μέσω θαυμάτων, διότι το μεγαλύτερο θαύμα πέρα από κάθε θαύμα ήταν η εκπληκτική επέκταση της θρησκείας» (A. Harnack, The mission and expansion of Christianity in the first three centuries, N.Y. G.P. Putnam’s Sons, vol. 2, p. 335). Δίχως διωγμούς κατά Παγανιστών, λοιπόν, επικράτησε στο α' μισό του 4ου αι. ο Χριστιανισμός.

Αποδεικνύεται σαθρό το βασικό επιχείρημα των νεοπαγανιστών, πως ο Χριστιανισμός κυριάρχησε με καταπίεση και διωγμούς, και συνεπώς πως το χριστιανικό «οικοδόμημα» βασίζεται στη βία. Μέχρι τον Θεοδόσιο Α'’ στα 380 μ.Χ. επικρατούσε γενικώς ανεξιθρησκεία, κι όμως ο Χριστιανισμός είχε ήδη, τριάντα χρόνια πριν, γίνει η θρησκεία της πλειοψηφίας. Το κλειδί για την ερμηνεία της επικράτησης του Χριστιανισμού δεν είναι η βοήθεια των αυτοκρατόρων μετά το 330, λοιπόν, αλλά το ότι ο Χριστιανισμός είχε γίνει τόσο ισχυρός και ήταν τόσο αδύνατον να ξεριζωθεί ή να εμποδιστεί, που απλώς ίσως να επιταχύνθηκε η πρόοδός του. Αλλά το ξανατονίζουμε, δίχως τον έμφυτο δυναμισμό του, ποτέ δεν θα είχε επιβιώσει, ώστε να τραβήξει το ενδιαφέρον της Ρώμης και να επιβληθεί ως επίσημη θρησκεία στα 380 μ.Χ.

Ορισμένοι θα αντιπούν, ότι στις εκτός Ελλάδας, ανατολικές περιοχές υπήρξαν διωγμοί, άρα το ποσοστό αυτό του έτους 350 μ.Χ. είναι προϊόν βίας. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Όπως είδαμε, στην Ελλάδα δεν υπήρξαν διωγμοί, άρα δεν τίθεται ζήτημα βίαιας επικράτησης. Στην Μικρά Ασία έχουμε διώξεις μόνο στα μέσα του 6ου αιώνα, όταν η συντριπτική πλειοψηφία είχε γίνει προ 3-4 αιώνων χριστιανική. Όλοι οι παροδικοί διωγμοί συνέβησαν στην Συρία και την Αίγυπτο. Όμως, ήδη στις αρχές του 4ου αι. οι Χριστιανοί ήταν 50% και παραπάνω στην Μικρά Ασία, ενώ στην Αίγυπτο και τη Συρία ο Χριστιανισμός ήταν πλειοψηφία μεγαλύτερη απ’ αυτήν που ήταν στην Μ. Ασία. Συνεπώς, ναι μεν έγιναν καταστροφές ναών, περιστασιακές στην Αίγυπτο ή την Μ. Ανατολή, ωστόσο αυτές έγιναν δεκατίες μετά την ύπαρξη χριστιανικής πλειοψηφίας εκεί (η συντριπτική πλειοψηφία τους έγινε μετά τον 380 μ.Χ.). Άρα, εκεί όπου έγιναν διώξεις, δεν ήταν αυτές η αιτία που πλειοψηφούσε ο Χριστιανισμός, ενώ όπου δεν έγιναν διώξεις, ο Χριστιανισμός έγινε με αργότερο μεν ρυθμό, αλλά σύντομα η πλειοψηφία (αφού σε όλη την Αυτοκρατορία ήταν πλειοψηφία το 350).

Ορισμένοι αρχαιολάτρες, άλλοι περισσότερο κι άλλοι λιγότερο κακόπιστοι, ισχυρίζονται ένα ψεύδος. Ότι ώς έναν αιώνα πριν τον Μέγα Κωνσταντίνο (ή ώς και την εποχή του) η πλειοψηφία των Χριστιανών ήταν Εβραίοι και όχι Έλληνες. Ισχυρίζονται δε αυτό, για να αποδείξουν δήθεν ότι ο Χριστιανισμός επικράτησε δια της βίας. Απατώνται, αν νομίζουν ότι πείθουν κανέναν με τέτοιους ισχυρισμούς. «Ποια ήταν η εθνικότητα των προβυζαντινών χριστιανών μαρτύρων; Δεν διαθέτουμε κάποια ειδική διατριβή πάνω στα μαρτυρολόγια, αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η πλειονότητά τους ήταν Έλληνες (Έλληνες βεβαίως με κριτήριο την παιδεία). Εβραίοι πάντως δεν ήταν οι προβυζαντινοί χριστιανοί. Γνωρίζουμε ήδη από τις Πράξεις των Αποστόλων, ότι αυτοί που δημιουργούσαν προβλήματα στο έργο του Παύλου, ήταν μονίμως οι ιουδαίοι συμπατριώτες του. Ώσπου το πήρε απόφαση και έπαψε να ασχολείται μαζί τους. Στόχος του ήταν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι» (Θ. Ζιάκα, «Γιατί έγιναν οι Έλληνες Χριστιανοί;», Άρδην, τ. 28, σ. 52). Οι Ιουδαίοι που μιλούσαν την ελληνική ζητούσαν να σκοτώσουν τον απ/λο Παύλο (Πράξεις 9, 29). «Όταν αυτοί [=οι Ιουδαίοι] αντετάσσοντο και τον έβριζαν, ετίναξε τα ενδύματά του και τους είπε, "από τώρα θα πηγαίνω εις τους εθνικούς"» (Πράξεις, 18, 6). Από τους συνεργάτες του Παύλου, μόνο τρείς ήταν εξ Εβραίων Χριστιανοί, σύμφωνα με τον ίδιο τον Παύλο (Προς Κολοσσαείς 4, 11)˙ οι υπόλοιποι ήταν πρώην Εθνικοί, Έλληνες και εξελληνισμένοι. Τα ονόματα των προσώπων που αναφέρονται στις Πράξεις και στις επιστολές των Αποστόλων ενισχύουν την άποψη ότι Έλληνες και εξελληνισμένοι ήταν οι περισσότεροι πρώτοι Χριστιανοί: Φίλιππος, Τίμων, Παρμενάς, Νικόλαος, Τιμόθεος, Σώπατρος, Αρίσταρχος, Τυχικός, Τρόφιμος, Εύτυχος, Φοίβη, Επαίνετος, Ανδρόνικος, Απελλής, Αριστόβουλος, Τρύφαινα, Ασύγκριτος, Ερμάς, Φιλόλογος, Νηρέας, Ολυμπάς, Αχαϊκός, Νυμφάς, Άρχιππος, Αρτεμάς. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει κι από τα ονόματα αγίων.

Τι οδήγησε στην επικράτηση του Χριστιανισμού, μάς το λέει ο Ιουλιανός, όσο κι αν το κρύβουν οι Νεοπαγανιστές. Γράφει σε επιστολή του στον αρχιερέα της Γαλατείας, Αρσάκειο, ο Ιουλιανός: «Δε βλέπουμε τάχα ότι εκείνα, που αύξησαν περισσότερο την αθεΐα [=Χριστιανισμό] είναι η φιλανθρωπία προς τους ξένους, η φροντίδα για την ταφή των νεκρών και η προσποιητή αυστηρότητα της ζωής;» (429d). Ο Ιουλιανός διατυπώνει την ίδια άποψη και σε άλλες επιστολές του, αντιπαραθέτοντας μάλιστα την αντίστοιχη αδιαφορία των Εθνικών, ιερέων και λαού.

Δείχνουμε το ήθος του Παγανισμού της Ύστερης Αρχαιότητας, όπως ο Ιουλιανός το περιγράφει, ώστε να διαπιστώσει ο καθένας πόσο παρακμιακή ήταν η Ειδωλολατρία και πόσο είχε αηδιάσει ο λαός της Αυτοκρατορίας από το αισχρό επίπεδο των Παγανιστικών ιερατείων και του λαού. Έτσι,

1) οι Εθνικοί ιερείς «αντί να πηγαίνουν να προσεύχονται στους θεούς με τις γυναίκες, τα παιδιά και τους υπηρέτες τους, ισχυρίζονται ότι οι δούλοι ή τα παιδιά τους ή οι Γαλιλαίες (έτσι αποκαλούντο ειρωνικώς οι Χριστιανοί) σύζυγοί τους περιφρονούν τους θεούς και προτιμούν την αθεΐα από την ευσέβεια» (Επιστολή προς Αρσάκειο, 430ab).

2) Τα παγανιστικά ιερατεία έπιναν οινοπνευματώδη και ασκούσαν κακόφημα επαγγέλματα: «συμβούλευσε τους ιερείς να μην πίνουν στα καπηλειά ούτε να ασκούν επαγγέλματα και εργασίες αισχρές και κακόφημες» (Επιστολή προς Αρσάκειο, 430b).

3) Οι Ειδωλολάτρες ήταν αφιλόξενοι άνθρωποι: «Επικαλούμαστε τον Ξένιο Δία και είμαστε πιο αφιλόξενοι από τους Σκύθες» (Επιστολή 89α, 291b).

4) Οι Ειδωλολάτρες ήταν τσιγκούνηδες φιλοχρήματοι: «Εκείνος που λατρεύει τον Εταίριο Δία, ενώ βλέπει ότι οι γύρω του χρειάζονται χρήματα, δεν τους δίνει ούτε δραχμή» (Επιστολή 89α, 291c).

5) Οι Ειδωλολάτρες φέρονταν σκληρά στους συγγενείς τους: «Φερόμαστε στους συγγενείς μας σαν σε ξένους» (Επιστολή 89α, 291d).

6) Οι Ειδωλολάτρες φερόντουσαν απάνθρωπα: «Φερόμαστε ανελέητα και απάνθρωπα σε όσους δεν έκαναν τίποτα, από φόβο μήπως επωφεληθούν και οι κακούργοι» (Επιστολή, 291bc).

Βλέπουμε τη φρίκη του χριστιανοαναθρεμμένου Ιουλιανού για το επίπεδο των Ειδωλολατρών του 4ου αιώνα. Αυτή την αηδία ένοιωθαν όλοι για τον Παγανισμό και γι' αυτό ελάχιστοι Παγανιστές νοιάστηκαν να τον υπερασπίσουν.

Θα ήταν λάθος ο ισχυρισμός ότι η αιτία της επιτυχίας του Χριστιανισμού βρίσκεται απλώς στην παρακμή του Παγανισμού και στην φιλανθρωπία της Εκκλησίας. Το επιχείρημα της αδυναμίας του Παγανισμού, που την εκμεταλλεύτηκε ο Χριστιανισμός, γιατί τάχα «βρήκε τον κόσμο σε δύσκολη κατάσταση» δεν δικαιολογεί την αδιαφορία των Παγανιστών για την επικράτηση του Χριστιανισμού μέσα σε 100 χρόνια. Ούτε προσθέτει κάτι ο ισχυρισμός ότι ο νικητής Χριστιανισμός δε φοβόταν το θάνατο (π.χ. στο Κολοσσαίο) σε αντίθεση με τους ηττημένους παγανιστές που τον φοβόντουσαν, γι' αυτό και ο Χριστιανισμός κέρδισε τους ανθρώπους. Το θάρρος μπροστά στο θάνατο εντυπωσιάζει αλλά δεν προσηλυτίζει˙ πρέπει πρώτα ο εντυπωσιαζόμενος να πεισθεί ότι οι λόγοι της αυτοθυσίας των Χριστιανών ήταν σοβαροί και δεν ήταν «θανατολάγνοι» οι μάρτυρες. Και η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος πείστηκε. Οι δύο ανταγωνιστές, ο παγανισμός και ο Χριστιανισμός δεν μπορούσαν να ελπίζουν ότι θα κερδίσουν τον κόσμο με το μέρος τους, αν οι αξίες τους, οι αντιλήψεις και οι πρακτικές τους δεν ανταποκρίνονταν στη λαϊκή ψυχή. Δε θα μπορούσε ο Χριστιανισμός έτσι απλά, με έδικτα αυτοκρατόρων και γκρέμισμα κάποιων ναών, να νικήσει τον παγανισμό και να επικρατήσει, αν δεν υπήρχε στο λαό καμμία ευνοϊκή «προδιάθεση», κάποιο στοιχείο «αυθόρμητου χριστιανισμού». Το ίδιο κι ο παγανισμός, δε θα είχε ηττηθεί τόσο εύκολα (σε πολιτικό επίπεδο και σε επίπεδο λαϊκής απήχησης) αν δεν είχε ήδη ξεπεραστεί μέσα στο λαό, αν δεν είχε καταστεί ανίκανος να εκφράσει τις τάσεις της λαϊκής ψυχής. Ο Χριστιανισμός έδωσε λύση στα φιλοσοφικά προβλήματα της εποχής, καλύτερη από αυτήν του Νεοπλατωνισμού: Εκείνη η εποχή διαποτιζόταν από αντιλήψεις γνωστικιστικές: 1) ο κόσμος είναι φυλακή. 2) Τα ανθρώπινα είναι «ματαιότητα». 3) Η ζωή είναι όνειρο και εφιάλτης. 4) Το «πραγματικό» βρίσκεται κάπου αλλού, στις Ιδέες ή στον «εσώτερο χώρο». 5) Απαξίωση του σώματος, σωτηρία της εποχής. Αντίθετα, ο Χριστιανισμός νίκησε πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα, υποστηρίζοντας πως: 1) Ο κόσμος δεν είναι φυλακή, αλλά δώρο του Θεού, λίαν καλός. 2) Ματαιότητα είναι τα έργα του κακού, όχι όλα τα ανθρώπινα. 3) Η ζωή δεν είναι εφιάλτης, αλλά μόνο η βουτηγμένη στην κακία ζωή. 4) Το «πραγματικό» βρίσκεται στο εδώ και τώρα. Σκοπός δεν είναι η σωτηρία της ατομικής ψυχής, αλλά υποτάσσει τη «σωτηρία» στην κοινωνική προσφορά. 5) Δεν απαξιώνει το σώμα, γιατί πιστεύει στην ανάστασή του. Γι' αυτό και ο Κέλσος τους κατηγορεί ως «φιλοσώματον γένος». Εδώ κι αν ήταν επαναστατικός, κόντρα στο ρεύμα ο Χριστιανισμός. Γι' αυτό νίκησε: έδωσε απάντηση στη μιζέρια του Γνωστικισμού και στην ασυνέπεια των αντιγνωστικιστικών προτάσεων του Νεοπλατωνισμού (δες κεφάλαιο 81). Είναι πράγματι παράλογο να θεωρούν μερικοί «αυτονόητη» την αποφασιστικότητα των χριστιανών Νεομαρτύρων 400-600 χρόνων της Τουρκοκρατίας, και του χριστιανικού λαού, που παρ'’ όλες τις πιέσεις δεν αλλαξοπιστούσε, αλλά ανέβαινε και στα βουνά, ενώ ταυτόχρονα θεωρούν «δεδομένο» ότι η κοσμοπλημμύρα των παγανιστών της Αυτοκρατορίας του 320 μ.Χ. μεταστράφηκε στο Χριστιανισμό μέσα σε 150 χρόνια, λόγω κάποιων αυτοκρατορικών εδίκτων που (τουλάχιστον κατά τα πρώτα 50 χρόνια) δύσκολα και λίγο εφαρμόζονταν.

Όσο λοιπόν κι αν ισχυρίζονται το αντίθετο οι Νεοπαγανιστές, την ιστορική αλήθεια δεν μπορουν να την διαστρεβλώσουν ή να την αποκρύψουν: ο Χριστιανισμός έγινε πλειοψηφία χωρίς καταναγκασμό ή κρατική βία. Όπως φαίνεται, η καταστροφή ναών δεν ήταν η αιτία της επικράτησης του Χριστιανισμού˙ ούτε οι όσοι διωγμοί. Για τις καταστροφές καθ' εαυτές η ερμηνεία τους εξαρτάται από τα κριτήρια που έχει κανείς: τα σημερινά κριτήρια συμπεριφοράς ή τα κριτήρια συμπεριφοράς του 4ου αιώνα μ.Χ.

Αν έχει κανείς τα σημερινά κριτήρια, δεν μπορεί παρά να καταδικάσει απερίφραστα τις βιαιότητες και τις βαρβαρότητες αυτές εκ μέρους των Χριστιανών και των ιεραρχών τους. Τα κτίρια αυτά και τα αγάλματα, πέρα από έργα θρησκευτικά ήταν και έργα τέχνης, και είναι λυπηρό που δεν υπάρχουν, είτε από καταστροφές Χριστιανών είτε από άλλα αίτια (πόλεμοι, σεισμοί κ.ά.). Η αλήθεια μιας θρησκείας δεν εξαρτάται από τον τρόπο και τον βαθμό ακόμη της εξάπλωσής της, κατά τον ίδιο τρόπο που εάν κάποιος πει κάτι αληθές και ένας άλλος αρχίσει με βασανιστήρια να αναγκάζει τους υπόλοιπους να αποδεχθούν αυτό που είπε ο πρώτος, δεν σημαίνει πως αυτό που είπε παύει να είναι αληθές και σωστό. Αν οι Χριστιανοί που διέπρατταν βαρβαρότητες στον 4ο-5ο αι. πίστευαν το αντίθετο και συνέδεαν την αλήθεια της πίστης τους με την εξάπλωσή της, τότε οι πράξεις όσων από αυτούς πίστευαν κάτι τέτοιο είναι καταδικαστέες.

Αν όμως έχει κανείς τα κριτήρια της εποχής εκείνης, τότε η κατάσταση περιπλέκεται. Όταν δρα κάποιος, συνήθως δρα με τον τρόπο που καθορίζει το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής όπου ζει. Τα «ήθη» των τεσσάρων πρώτων αιώνων μ.Χ. ήταν οι διωγμοί των παγανιστών κατά των Χριστιανών και αργότερα οι διωγμοί των Χριστιανών κατά των παγανιστών. Όσοι όμως ζούσαν σε εκείνη την περίοδο δεν έβλεπαν αυτές τις πράξεις τόσο αποτρόπαιες (ή δεν τις έβλεπαν καθόλου αποτρόπαιες). Έτσι συνήθιζαν τότε, αυτό ήταν το μέτρο του πολιτισμού. Δεν «γινόταν» με τα κριτήρια της εποχής εκείνης, από την μία μέρα στην άλλοι οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν την συμπεριφορά αυτή προς τον διαφορετικό από αυτούς συνάνθρωπο. Η κακή συνήθεια δύσκολα εξαλείφεται. Η συνήθεια είναι δεύτερη φύση. Κακώς για τα σημερινά κριτήρια, ναί, αλλά οι αρχαίοι άνθρωποι δεν σκέφτονταν όπως οι σημερινοί άνθρωποι. Αυτά ήξεραν, αυτά έκαναν. Επίσης, όταν η ποσότητα (το πλήθος των Χριστιανών) αυξάνει, τότε πάντα η ποιότητα πέφτει, σε όλες τις περιπτώσεις. Όπως και να ‘χει, προκειμένου για ναούς θεοτήτων στους οποίους γινόταν εκπόρνευση γυναικών (της Αφροδίτης), βασανισμοί (μαστίγωμα νέων προς τιμήν της Άρτεμης), αυτοευνουχισμοί (της Κυβέλης) ή ανθρωποθυσίες (Λύκαιο Δία), δύσκολα μπορεί κανείς να λυπηθεί για την καταστροφή τους (όλων ή μερικών). Ετσι, αν δούμε τα πράγματα από τη σκοπιά των Χριστιανών εκείνων που γκρέμιζαν τα είδωλα και τους ναούς βάσει των αυτοκρατορικών εδίκτων, το έκαναν αυτό επειδή ήθελαν να σιγουρευτούν πως η φρίκη των λατρειών αυτών θα εξέλειπε δια παντός, εάν εξέλειπε και ο ναός όπου λάμβαναν χώρα οι λατρείες τέτοιου είδους.

Εάν λοιπόν οι Νεοπαγανιστές και «αρχαιολάτρες» εθνικιστές έχουν τα σημερινά κριτήρια για την ερμηνεία γεγονότων παλαιοτέρων εποχών, τότε θα πρέπει κι αυτοί, αν ήταν ειλικρινείς, να καταδίκαζαν την αρχαία δουλεία, την αρχαία ιεροδουλεία, την απόθεση άρρωστων παιδιών στον Καιάδα, τις ανθρωποθυσίες στους θεούς, την κατάσταση της γυναίκας και του παιδιού ως “res” (πράγμα), τους διωγμούς κατά των Χριστιανών, τον γενικότερο αμοραλισμό που διέπει την αρχαία σκέψη (π.χ. στο διάλογο Αθηναίων και Μηλίων, στον Θουκιδίδη), με μιά λέξη όλα τα άσχημα και αποτρόπαια της παγανιστικής αρχαιότητας. Πρέπει να τεθεί μια βάση. Αν οι Νεοπαγανιστές από την μια εφαρμόζουν τα σημερινά κριτήρια όταν πρόκειται για τις χριστιανικές διώξεις κατά των παγανιστών, και από την άλλη εφαρμόζουν τα παλαιότερα αρχαία κριτήρια όταν πρόκειται για τα άσχημα της Αρχαιότητας λέγοντας πως «αυτά ήταν ζήτημα κοινωνικής εξέλιξης της τότε εποχής», τότε εφαρμόζουν δυο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορά την ερμηνεία του παρελθόντος, και αυτό δεν θα περάσει τόσο εύκολα, όσο νομίζουν.

Συνοψίζοντας: ούτε η αλήθεια καθ' εαυτή των χριστιανικών δογμάτων κρίνεται ορθή ή εσφαλμένη βάσει διάφορων πράξεων των Χριστιανών (που έγιναν δίχως την εντολή της Εκκλησίας) ούτε η ειλικρίνεια της πίστης των σημερινών Ελλήνων κρίνεται από τον πιθανό βίαιο κι άρα ανειλικρινή εκχριστιανισμό ορισμένων Ελλήνων πριν 16 αιώνες, και το κυριότερο, ούτε όλες οι πράξεις των Χριστιανών είναι αυτονόητο πως έχουν ως βάση την πίστη τους.

Είναι της μόδας στις μέρες μας να είναι ελκυστικές οι ιστορικές απόψεις κι «αιρετικές» ερμηνείες που αποκλίνουν από την επικρατούσα ερμηνεία. Επίσης το ρητό «η ιστορία γράφεται πάντα από τους νικητές» ανάγεται σε αυταπόδεικτο αξίωμα και βάσει αυτού επιχειρείται η αμφισβήτηση της χριστιανικής ερμηνείας για τα αίτια της επικράτησης του Χριστιανισμού αφού «η ερμηνεία αυτή γράφτηκε από τους νικητές». Το «οι νικητές γράφουν την ιστορία» έντεχνα νοηματοδοτείται από τους Νεοπαγανιστές ως «η άποψη των ηττημένων είναι η σωστή αλλά αποσιωπάται». Όμως κάθε άλλο παρά αυταπόδεικτο είναι το αξίωμα ότι επειδή η ιστορία γράφεται (κυρίως) από τους νικητές, η ερμηνεία των νικητών είναι ψευδέστερη από αυτήν των ηττημένων. Ούτε κάθε «αιρετική» ερμηνεία της ιστορίας αξίζει απαραίτητα περισσότερη συμπάθεια από την κυρίαρχη ερμηνεία. Αν ίσχυαν οι αξιώσεις των αναθεωρητών και των συμπαθούντων τις «αιρετικές» απόψεις, κι αν απαραίτητα πρέπει – λόγω ουμανιστικής συμπόνοιας – να συμπαθούμε τους ηττημένους της Ιστορίας, τότε θα έπρεπε απαραίτητα να συμπαθήσουμε π.χ. τον Χίτλερ ή το Φασισμό. Αυτοί που θεωρούν σίγουρο ότι σε κάθε περίπτωση περισσότερη αλήθεια βρίσκεται στην ερμηνεία των ηττημένων, καλό θα ήταν, αν είναι τίμιοι, να υπερασπιστούν την ναζιστική ερμηνεία της Ιστορίας, αφού αυτήν την είχαν οι «καημένοι, οι ηττημένοι» Ναζί. Δεν ισχύει για κανένα λόγο λοιπόν η άποψη: «αξιωματικώς πάντοτε η Ιστορία που θα γραφόταν από τους ηττηθέντες θ’ αποτελούσε την εγκυρότερη όλων των Ιστοριών, αφού αυτή δεν θα αποτελούσε υπηρέτη κάποιων κρατούντων, αλλά απλώς μία τίμια φωνή ικανοποίησης της Θεάς Δικαιοσύνης και ηθικής, τουλάχιστον, αποκατάστασης κάποιων αμέτρητων πολλαπλά αδικηθέντων συνανθρώπων μας», εκτός κι αν οι ηττημένοι Ανθρωποθυσιαστές, Χριστιανοκτόνοι και Φιλοσοφοκτόνοι Ειδωλολάτρες, υπηρέτες των δικών τους κρατούντων και των δικών τους εξουσιαστικών ιδεολογημάτων, έπρεπε να «αποκατασταθούν» για χάρη της (ποιας;) «Δικαιοσύνης» – αυτής που έστελνε στα θηρία τους Χριστιανούς. Διότι, οι Νεοπαγανιστές αποσιωπούν το γεγονός ότι οι παγανιστές του 4ου ή του 5ου αι. μ.Χ., όταν έγραφαν τις ιστοριογραφίες τους, υπηρετούσαν τα δικά τους συμφέροντα και τους δικούς τους κρατούντες – οι οποίοι απλώς έχασαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι παγανιστές ιστορικοί δεν ήταν προκατειλημμένοι υπέρ αυτών των συμφερόντων, κρατούντων ή ότι τα παγανιστικά συμφέροντα ήταν δίκαια και οι παγανιστές κρατούντες είχαν το δίκαιο με το μέρος τους. Όταν π.χ. ο Ευνάπιος γράφει ότι η Αθήνα σώθηκε από τον βάρβαρο Αλάριχο χάρη σε θαυματουργική παρέμβαση... του θεού (!) Αχιλλέα ή όταν οι παγανιστές ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης υποστηρίζουν εντελώς σοβαρά ότι η παρακμή της Αυτοκρατορίας οφειλόταν στην... έλλειψη λατρείας προς τους «Θεούς», όταν ο κατά τα άλλα σοβαρός παγανιστής Πορφύριος ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της λατρείας του Χριστού οι «θεοί» δεν σταμάτησαν μια επιδημία, όταν οι παγανιστές ιστοριογράφοι, όπως ο Ζώσιμος, σπιλώνουν τους πρώτους Χριστιανούς Αυτοκράτορες, τότε ασφαλώς θέλουν να επιβάλλουν την άποψη και την ιδεολογία τους λέγοντας συκοφαντικά παραμυθάκια κατά του Χριστιανισμού. Συνεπώς το αξίωμα πως πρέπει να συμπαθούμε την ερμηνεία των ηττημένων της Ιστορίας και την «αιρετική άποψη» ως εξ αντικειμένου «αληθέστερη» δεν ισχύει και μάλιστα αποπροσανατολίζει τις προσπάθειές μας για την εύρεση της αλήθειας. 
 

ΒΟΜΒΑ:ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΜΒΟΛΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟΙ ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ;;; Μαυραγάνης στην ΕΡΤ Κομοτηνής.

Ένορκη κατάθεση του Stanley Plotkin για έμβρυα και πειραματικά εμβόλια!

Αναζητηση

Αναγνώστες