Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, 4ο. Αναίρεσις μύθων και βλασφημιών.

II. Στο έργο του Τάκιτου (? -115/7 μ.Χ.) Χρονικά (Annales), 15, 44

«...[ο Νέρων] διοχετεύει ύπουλα την ιδέα, ότι αίτιοι (για τον εμπρησμό της Ρώμης) είναι αυτοί που ήταν μισητοί για τα αισχρά τους έργα και ο λαός τούς αποκαλούσε Χριστιανούς˙ και τους βασανίζει με σκληρότερα βασανιστήρια. Ο εισηγητής αυτής της ονομασίας, Χριστός, καταδικάστηκε σε θάνατο από τον προυκαράτορα Πόντιο Πιλάτο επί της βασιλείας του Τιβέριου... για την ώρα η ολέθρια αυτή δεισιδαιμονία στριμώχτηκε... θανατώθηκαν όχι πλέον με την κατηγορία του εμπρησμού, αλλά για το μίσος προς το ανθρώπινο γένος. Και όταν θανατώνονταν, επινοήθηκαν αστείοι τρόποι...»

Στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της απουσίας παραποίησης.

α') Το απόσπασμα αυτό περιέχεται σε όλα τα χειρόγραφα των Χρονικών που έχουμε.

β') Το ύφος είναι ακριβώς όπως αυτό στα υπόλοιπα κείμενα του Τάκιτου.

γ') Το βιβλίο που περιγράφει τα έτη 29-32 μ.Χ. έχει χαθεί (John P. Meier, A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991, σ. 89). Αν υπήρχε παραποίηση, το βιβλίο δεν θα χανόταν, αλλά θα υπήρχε, παραποιημένο, ώστε να παραθέτει τα κρίσημα χρόνια του κηρύγματος και της Ανάστασης του Ιησού.

δ') Υπάρχει σαφής αντιχριστιανική χροιά στο κείμενο. Για να το γράψει Χριστιανός, θα έπρεπε να καταπνίξει τα πιστεύω του, να χλευάσει και να βρίσει τους πρωτομάρτυρες και αγίους.

ε') Ο Τάκιτος κατά γενική ομολογία είναι πολύ αξιόπιστος. Ο Ronald Syme, που έχει θεωρηθεί ως ο καλύτερος από τους σχολιαστές του Τάκιτου, στο Tacitus (Oxford: Clarendon, 1958) γράφει ότι (σ. 398) «η κύρια αρετή του Τάκιτου είναι η δυσπιστία» και προσθέτει ότι (σ. 281, 282) στον Τάκιτο «δεν ήταν άγνωστη η επιμελής έρευνα» και «η επιμέλειά του ήταν παραδειγματική». Ο G.E.F. Chilver, στο A Historical Commentary on Tacitus' Histories I and II. (Oxford: Clarendon, 1979) γράφει ότι (σ. 24) «δεν πρέπει να αμφισβητείται, ότι για τον Τάκιτο ο σκεπτικισμός ήταν αναπόφευκτος». Ο Donald Martin, στο Tacitus (Berkeley: U. of California Press, 1981) γράφει ότι (σ. 211) «είναι φανερό ότι ο Τάκιτος διάβαζε πολλά και η ιδέα ότι πίστευε άκριτα μεμονωμένες πηγές δεν ευσταθεί». Ο Michael Grant, στα Greek and Roman Historians: Information and Misinformation (London: Routledge, 1995), σ. 40-43 και στο Tacitus: The Annals of Imperial Rome (Penguin Books, 1973), σ. 18 γράφει ότι «ο Τάκιτος ήταν προσεκτικός, ώστε να αντιπαραθέτει ό,τι είχε του παραδοθεί προφορικά με την γραπτή παράδοση» και αλλού λέει ότι (σ. 20) «είναι αναμφίβολο ότι ο Τάκιτος επιμελήθηκε πολύ το να συλλέξει το υλικό του». Ο Donald Dudley, στο The World of Tacitus (Boston: Little, Brown & Co., 1968) γράφει ότι (σ. 29) «μπορεί να υποστηριχθεί με μεγάλη σιγουριά ότι η άποψη πως ο Τάκιτος αντέγραφε αυθεντίες που δεν επιβεβαιώνονταν αλλού δεν ισχύει». Ο Ronald Mellor, στο Tacitus (New York: Routledge, 1993) γράφει ότι (σ. 20, 45) «ο Τάκιτος δεν ακολουθεί δουλικά, όπως μερικοί παλαιότεροι Ρωμαίοι ιστορικοί, τις αλλοπρόσαλλες ιδέες των πηγών του» και (σ. 32) «ο Τάκιτος συμβουλευόταν παράξενες καθώς και προφανείς πηγές και διακρίνει το γεγονός από τη φήμη με σχολαστικότητα σπάνια για αρχαίους συγγραφείς». Ο Herbert W. Benario, στο An Introduction to Tacitus (Athens: U. of Georgia Press, 1975) λέει ότι (σ. 87) «ο Τάκιτος διάλεγε με ακρίβεια τις πηγές του και δεν εξαρτόταν πλήρως από καμμιά, και συχνά, σε κρίσημα σημεία, αγνοούσε την άποψη των προηγούμενων για να κάνει τις δικές του κρίσεις». Ο Arnaldo Momligliano, στο The Classical Foundations of Modern Historiography (Berkeley: U. of California Press, 1990) γράφει ότι (σ. 111-112) «ο Τάκιτος ήταν ένας συγγραφέας του οποίου η αξιοπιστία δεν μπορεί στα σοβαρά να αμφισβητηθεί». Παραθέτει ένα μόνο πιθανό λάθος του Τάκιτου, αλλά το εξηγεί επειδή ο Τάκιτος εμπιστεύτηκε κάποιον προηγούμενο ιστορικό αντί να συμβουλευτεί τα επίσημα αρχεία.

Αξίζει να σημειωθεί, πως μερικοί ισχυρίζονται ότι μόνο ο Τάκιτος αναφέρει τέτοιον διωγμό. Βρίσκονται σε άγνοια, διότι ο Σουητώνιος (τέλη 1ου-μέσα 2ου μ.Χ. αι.) στο βίο του Νέρωνα (16, 2) αναφέρει ότι «Τσάκισε τους Χριστιανούς με θανατικές καταδίκες, μια ράτσα ανθρώπων που ανήκαν σε μια νέα και κακοποιό δεισιδαιμονία».

Αντιρρήσεις για το απόσπασμα:

α') «Κανείς Πατέρας της Εκκλησίας δεν το παραθέτει ως απόδειξη» 

Απάντηση: φυσικά, διότι κανείς δεν προτίθετο να μεταφέρει τόσο σκληρές εκφράσεις προς το Χριστιανισμό και προς τους βασανιζόμενους... «με αστείους τρόπους» (π.χ. καίγονταν σαν φωτιστικές λαμπάδες) Χριστιανούς. Ακόμη κι αν δεν το παραθέτει κανείς, είναι σίγουρα αυθεντικό και όχι χριστιανική προσθήκη-δημιουργία, γιατί κανείς Χριστιανός δεν θα έβριζε έτσι τη θρησκεία του και τους αγίους μάρτυρες, ώστε να προσθέσει μια "Απόδειξη".

β') «Ο Τάκιτος μπορεί να πήρε τις πληροφορίες του για τον Ιησού από τους Χριστιανούς ή από τον Πλίνιο τον νεώτερο ή από κάποια άλλη δευτερεύουσα πηγή, και έτσι να μην είναι αξιόπιστος».

Απάντηση: Η ίδια η αξιοπιστία του Τάκιτου θα ήταν ικανή απάντηση, για την κατηγορία ότι αντιγράφει άκριτα ό,τι άκουσε από τους Χριστιανούς ή άλλους. Επιπλέον, ο Τάκιτος έχει έντονο το αντιχριστιανικό ύφος. Πώς θα μπορούσε να ρωτήσει τους Χριστιανούς, τους οποίους κατηγορεί ως εχθρούς της ανθρωπότητας; Γίνεται να βασίζεται κανείς σε πληροφορίες τόσο «άθλιων ανθρώπων»;

Για την αντιγραφή από τον Πλίνιο, είναι αλήθεια ότι οι δύο άντρες ήταν φίλοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πίστευε ό,τι του έλεγε ο Πλίνιος. Τα ''Χρονικά'', 15, 53 δείχνουν ότι ο Τάκιτος πήρε κάποιες πληροφορίες από τον Πλίνιο, αλλά και ότι τις αμφισβήτησε και τις θεώρησε τελείως αφελείς! Για μια απόπειρα συνωμοσίας και δολοφονίας του Νέρωνα, ο Τάκιτος αναγνωρίζει την δυσκολία ανεύρεσης της αλήθειας, σημειώνει όταν οι πληροφορίες του είναι αβέβαιες, και δεν χρησιμοποιεί κανένα από τα συμπεράσματα του Πλίνιου ως απόδειξη, διότι τα θεωρεί «τελείως παράλογα» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957., σ. 209). Στο έργο του Τάκιτου «υπάρχουν εξηνταοκτώ περιπτώσεις, στις οποίες ο Τάκιτος αναφέρει είτε μια κατεγραμένη δήλωση είτε μια πεποίθηση κάποιου, τις οποίες δεν δέχεται να δεχτεί ως αληθείς» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 201).

γ') «Ο Τάκιτος δεν ενδιαφερόταν να ερευνήσει τις πληροφορίες του για τον Ιησού. Μπορεί να δέχτηκε άκριτα τις πληροφορίες των Χριστιανών».

Απάντηση: Αυτή η μέθοδος σίγουρα θα ήταν εντελώς αντίθετη με τον χαρακτήρα και τη μέθοδο του Τάκιτου. Αλλά αυτό επιβεβαιώνεται και από τις αναφορές του για τους Ιουδαίους, έθνος που μισούσε περισσότερο από τους Χριστιανούς. Είναι παραπάνω από προφανές ότι ο Τάκιτος δεν πήρε τις απαξιωτικές πληροφορίες για τους Ιουδαίους από τους ίδιους κι ούτε θα καταδεχόταν ποτέ. Σίγουρα κανείς Ιουδαίος δεν θα του έλεγε όσα καταλογίζει στο έργο του για τους Ιουδαίους.

Το 95 μ.Χ. η ανηψιά του Δομιτιανού η Domatilla και ο άντρας της κατηγορήθηκαν για «αθεΐα», ότι δηλ. «παρασύρθηκαν σε ιουδαϊκά έθιμα». Φυσικά ο Ιουδαϊσμός ήταν ανεγνωρισμένη θρησκεία κι όχι «αθεΐα», άρα επρόκειτο για τον Χριστιανισμό. Τότε μπορεί ο Τάκιτος να βρήκε την ευκαιρία να μάθει για τον Χριστιανισμό όχι από φήμες, αλλά από επίσημα άτομα.

Ο Τάκιτος παραθέτει εξαιρετικά λεπτομερείς αναφορές για άτομα που παρίσταναν ότι ήταν ο αναστηθείς Νέρων και δίνει και άλλες δύο τέτοιες ιστορίες ανεστημένων (T. J. Luce and A. J. Woodman, eds. Tacitus and the Tacitean Tradition. Princeton U. Press, 1995, σ. 5), ώστε να τους «ξεσκεπάσει». Για τον Χριστό όμως, δεν κάνει την παραμικρή παρόμοια προσπάθεια.

δ') «Ο Τάκιτος δεν θα είχε άδεια να δει τα αυτοκρατορικά αρχεία, κι ακόμη κι αν είχε, αυτό δεν ήταν η συνήθης μέθοδός του να συμβουλεύεται γραπτές πηγές».

Απάντηση: Σίγουρα υπήρχε δυσκολία να δοθούν σε κάποιον τα κρατικά αρχεία για έρευνα. Αλλά ήταν να δοθούν σε κάποιον, ο Τάκιτος θα ήταν από τους πρώτους που θα του δινόταν άδεια. Ο Τάκιτος είχε μεγάλη φήμη, ως ρήτορας, πέρασε γρήγορα από πολλά κρατικά αξιώματα, καταλήγοντας έπαρχος της Ασίας, ένα από τα δύο σημαντικότερα αξιώματα (το άλλο ήταν έπαρχος της Αφρικής) κάτω από το συγκλητικό. Ήταν μέλος των ιερέων που ήταν υπεύθυνοι για τα σιβυλλικά βιβλία, τα οποία ήταν απόκρυφα, απαγορευμένα και κλειδωμένα στο Παλατίνο – και για πολλές τελετές του ρωμαϊκού κράτους. Ήταν γαμπρός του Agricola (Αγρικόλα), διοικητή της Βρεττανίας, που ήταν διοικητής για περισσότερο διάστημα απ' όσο κανείς άλλος, και φαίνεται να ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία λόγω της επιρροής του πεθερού του. Ως μεγάλος ιερέας, με μεγάλο αξίωμα κι επιρροή, δεν θα ήταν παράξενο, αν του επιτρεπόταν να συμβουλευτεί κρατικά αρχεία.

Εξάλλου υπάρχει απόδειξη ότι είχε τέτοια άδεια. «Αναφέρονται ομιλίες του αυτοκράτορα (Χρονικά, 1, 81). Αναφέρει γράμματα προς τον Τιβέριο και προς άλλους, (5,16 και 5,3) σαν να ήταν προσιτά σε αυτόν, ειδικά αυτό προς τον Τιβέριο» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 204). Στο 15,74 ο Τάκιτος παραθέτει τα αρχεία της Συγκλήτου από τον καιρό του Νέρωνα (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 21) και παραθέτει αρχεία της Συγκλήτου κι αλλού (5,4). Τα αρχεία αυτά περιείχαν γράμματα από αυτοκράτορες, κυβερνήτες επαρχιών (π.χ. τον Πιλάτο), συμμάχους και ξένους βασιλείς. «Τα πρώτα έξη βιβλια των ''Χρονικών'' περιέχουν αφθονία πληροφοριών ολοφάνερα προερχόμενων από το επίσημο αρχείο, μόνο από εκεί δυνάμενων να βρεθούν» (Ronald Syme, Tacitus. Oxford: Clarendon, 1958., σ. 278). Σχετικά με ένα συμβάν στην Αφρική: «ότι ο Τάκιτος συμβουλεύτηκε τα συγκλητικά αρχεία αποδεικνύεται από τον χαρακτήρα του υλικού, από τη δομή του (Ronald Syme, Tacitus. Oxford: Clarendon, 1958, σ. 281). Ο Ronald Mellor (Tacitus. New York: Routledge, 1993) λέει ότι (σ. 19-20) για τις Ιστορίες του «ο Τάκιτος χρησιμοποίησε τα αρχεία της συγκλήτου για λεπτομερείς περιγραφές ομιλιών και λόγων». Ο Herbert W. Benario (An Introduction to Tacitus. Athens: U. of Georgia Press, 1975.) γράφει ότι (σ. 80-87) ο Τάκιτος έκανε χρήση των έργων προηγούμενων ιστορικών, ιδιωτικών αρχείων, συγκλητικών αρχείων και των acta diurna.

ε') «Ο Τάκιτος είναι προκατειλλημένος και διαστρεβλώνει τις πληροφορίες του. Η αναφορά του στον Ιησού ίσως είναι αποτέλεσμα της προκατάληψής του προς τις ασιατικές θρησκείες».

Απάντηση: Πάνω κάτω, κατηγορείται ο Τάκιτος, ότι επειδή είχε προκατάληψη για τις ανατολικές θρησκείες, δεν θα ενδιαφερόταν να ψάξει πολύ για την αλήθεια. Όμως, ενώ, όταν αναφέρει τα σχετικά με τους Ιουδαίους, ο Τάκιτος κάνει υποτιμητικά σχόλια, για τους Χριστιανούς θα έπρεπε αντίστοιχα, υποτιμώντας τους να αμφισβητήσει την ύπαρξη του Ιησού ή να παραθέσει και φήμες ότι αυτός ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ, ώστε να τους γελοιοποιήσει εντελώς, ως πιστεύοντες σε ανύπαρκτο πρόσωπο. Δεν κάνει κάτι τέτοιο όμως.

στ') «Ο Τάκιτος αναφέρει τον Πιλάτο ως προκουράτορα, ενώ αυτός ήταν έπαρχος. Άρα είναι αναξιόπιστος. Διαφορετικά, σημαίνει ότι δεν συμβουλεύτηκε τα κρατικά αρχεία.»

Απάντηση: Υπάρχει απόδειξη πως υπήρχε ρευστότητα στη χρήση των όρων αυτών και ίσως ο Τάκιτος διέπραττε αναχρονισμό σκόπιμα.

Ο προκουράτορας είναι ένας οικονομικός διευθύνων, ένας αυτοκρατορικός αντιπρόσωπος, ενώ ο έπαρχος ήταν στρατιωτικός αξιωματούχος. Ο John P. Meier (A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991. σ. 100) λέει ότι σε μια περιθωριακή επαρχία όπως την Ιουδαία πιθανόν δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ αυτών των αξιωμάτων. Εξάλλου, ο Τάκιτος δεν είναι ο μόνος που συγχέει τα αξιώματα. Ο Ιώσηπος αποκαλεί τον Πιλάτο «προκουράτορα» επίσης, στην Ιουδαϊκή αρχαιολογία (18, 5, 6). Πού θα ήταν το παράξενο, αν ο Πιλάτος κατείχε και τα δύο αξιώματα, του έπαρχου και του προκουράτορα, σε μια υποβαθμισμένη επαρχία; «Τόσο οι προκουράτορες όσο και οι έπαρχοι στην Ιουδαία είχαν το δικαίωμα να εκτελούν εγκληματίες που δεν ήταν Ρωμαίοι πολίτες» (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 48). Η αρχή να κατέχονται από ένα άτομο και τα δύο αξιώματα ίσχυε ήδη από τότε που προσαρτήθηκε η Ιουδαία, το 6 μ.Χ. Δεδομένου ότι ο Τάκιτος ήταν ελιτιστής, υψηλόβαθμος, θεώρησε ότι το να γράψει πως ο προκουράτορας, κι όχι πολύ πιο υψηλόβαθμός του έπαρχος, –εκτέλεσε έναν εγκληματία, ώστε να εκφράσει την περιφρόνησή του. Δηλαδή να πει: «εκτελέστηκε (ο Ιησούς) από έναν ασήμαντο κρατικό υπάλληλο, τόσο σπουδαίος ήταν ο ιδρυτής της θρησκείας τους».

Μπορεί ο Τάκιτος να διέπραξε αναχρονισμό για δύο λόγους. Πρώτον, για να αποφύγει σύγχυση. Ο E. P. Sanders (The Historical Figure of Jesus. New York: Penguin Press, 1993, σ. 23) παραθέτει απόδειξη μέσω επιγραφών ότι το αξίωμα που ο Πιλάτος κατείχε λεγόταν «έπαρχος» μεταξύ 6 και 41 μ.Χ. αλλά μετά ονομάστηκε «προκουράτορας» στα έτη 44-66 μ.Χ., κι έτσι συμπεραίνει ότι ο Τάκιτος απλώς διάλεξε εκείνη την ονομασία του τίτλου, την οποία οι σύγχρονοί του αναγνώστες θα καταλάβαιναν ευκολότερα. Καθώς η ιστορία του προοριζόταν κυρίως για τους συγκλητικούς και άλλους υψηλόβαθμους αξιωματούχους, τόσο ο Τάκιτος όσο και αυτοί ελάχιστα θα πρόσεχαν την αλλαγή στον τίτλο, διότι θα καταλάβαιναν πως είναι το ίδιο αξίωμα, πως λέγοντας «προκουράτορας» για μια αρχαιότερη εποχή εννοεί το «έπαρχος» και δεν θα το θεωρούσαν λάθος.

Έτσι, η ένσταση για τη διαφορά μεταξύ των τίτλων απορρίπτεται κι ο Τάκιτος είχε πρόσβαση στα αρχεία, δίχως να κάνει κάποιο λάθος λόγω μη πρόσβασης.

ζ') «Ο Τάκιτος αναφέρει τον Ιησού ως Χριστό και όχι με το κανονικό του όνομα. Έτσι, μάλλον δεν είχε πρόσβαση στα κρατικά αρχεία».

Απάντηση: Βάσει των παραπάνω, των σχετικών με την διαφορά μεταξύ προκουράτορα και έπαρχου, δεν είναι καθόλου παράξενο αν ο Τάκιτος ανέφερε τον Ιησού με το όνομα, με το οποίο ήταν περισσότερο γνωστός, δηλαδή Χριστό. Άλλωστε, αν τον ανέφερε ως Ιησού αντί για Χριστό, δεν θα μπορούσε να πει ότι «αυτός (ο Χριστός) ήταν ο εισηγητής της ονομασίας (των Χριστιανών)»˙ θα έπρεπε να δώσει κι άλλες εξηγήσεις, οι οποίες περιττεύουν, αν χρησιμοποιούσε το «Χριστός». Δεν είναι ανάγκη δηλαδή, στα αυτοκρατορικά αρχεία να υπήρχε το όνομα Χριστός. Όπως και με το προκουράτορας, το οποίο ήταν έπαρχος, έτσι και με το Χριστός, τα κρατικά αρχεία θα έγραφαν Ιησούς, αλλά ο Τάκιτος το άλλαξε για τους λόγους που αναφέραμε. Και φυσικά, το «Χριστός» μπορεί, όπως είπαμε, να χρησιμοποιηθεί ως κύριο όνομα κι όχι με τη σημασία του «ο (πραγματικός) κεχρισμένος Μεσσίας».

η') «ο Τάκιτος αναφέρει ένα πολύ μεγάλο πλήθος Χριστιανών που πιάστηκε. Δεν μπορεί να ήταν τόσοι πολλοί Χριστιανοί στη Ρώμη τόσο νωρίς».

Απάντηση: το «μεγάλο πλήθος» είναι πράγματι πολύ σχετικό. Δεν αποδεικνύει τίποτα η αντίρρηση αυτή. Δίχως να δίνει συγκεκριμένο αριθμό, ο Τάκιτος μπορεί να θεωρεί τον αριθμό πολύ μεγάλο για μια τέτοια κακούργα αίρεση (αλλά στην πραγματικότητα να είναι μικρός). Η αίσθηση της ποσότητας διαφέρει ανάλογα με αυτόν που περιγράφει, αυτό που περιγράφεται και το τί θα περίμενε κανείς να μετρήσει συγκριτικά με το τι μέτρησε. Ένα κούφιο επιχείρημα.

θ') «Ο Τάκιτος υποτίθεται ότι όταν αναφέρει μια αναπόδεικτη φήμη, πάντα γράφει ότι αυτό που αναφέρει είναι (αναπόδεικτη) φήμη. Αν όμως αναφέρει μια φήμη χωρίς να πει ότι είναι φήμη, δε το ξέρουμε».

Απάντηση: Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι ο Τάκιτος αναφέρει φήμες, θεωρώντας τις φήμες, χωρίς να τις χαρακτηρίζει φήμες, τη στιγμή που ξέρουμε ότι ο Τάκιτος έχει τη συνήθεια να αναφέρει αν κάτι είναι απλώς φήμη; Φυσικά αυτό το «πάντα» μπορεί να είναι παγίδα. Αλλά δίχως απόδειξη περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή η συγκεκριμένη περίπτωση είναι αποδεδειγμένα η εξαίρεση, και δεδομένου του χαρακτήρα του Τάκιτου, πού βασίζεται η γνώμη των αρνητών; Η αντίρρηση ζητά αποδείξεις για πράγματα που η ίδια δεν μπορεί να αποδείξει.

ι') «Δεδομένης της άσχετης αναφοράς του Τάκιτου στον Χριστό, δε θα πρεπε να ξαφνιαστούμε, που ο Τάκιτος παραθέτει αυτήν τη φήμη δίχως να την χαρακτηρίσει φήμη».

Απάντηση: Γιατί είναι «άσχετη» η αναφορά του Τάκιτου, εφόσον πραγματεύεται τον εμπρησμό της Ρώμης, τον οποίο υποτίθεται ότι διέπραξαν οι Χριστιανοί; Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά του Τάκιτου στον Χριστό δεν είναι καθόλου άσχετη παρεμβολή, και συνεπώς δεν είναι κάτι το οποίο παρατίθεται ως φήμη. Επιπλέον, δεν υπάρχει απαραίτητα συσχέτιση μεταξύ ενός «άσχετου περιστατικού» με την αναφορά του ως φήμη δίχως όμως να χαρακτηρίζεται «φήμη». Ποιος λέει ότι θα έπρεπε, ακόμη κι αν ήταν, που δεν είναι, άσχετο περιστατικό, ο Τάκιτος να παραθέσει αδιάφορα μια φήμη, δίχως να την χαρακτηρίσει φήμη, εφόσον δεν είναι στο χαρακτήρα του να παραθέτει ως φήμη κάτι δίχως να το χαρακτηρίζει φήμη; Αναπόδεικτες αιτιάσεις.

ια') «Ο Τάκιτος, όπως φαίνεται και στα ''Χρονικά'' και στις ''Ιστορίες'' του, σχεδόν ποτέ δεν παραθέτει τις πηγές του. Συνεπώς, δεν ξέρουμε τί θεώρησε ότι ήταν φήμη, σε αντίθεση με αυτό που θεωρούσε ως «αξιόπιστη» προφορική πηγή».

Απάντηση: Οι αρχαίοι ιστορικοί δεν ένοιωθαν πως ήταν υποχρεωμένοι να αναφέρουν τις πηγές τους. Ελάχιστοι παραθέτουν πού και πού κάποια πηγή. Δεν είναι λοιπόν μόνο ο Τάκιτος η εξαίρεση, ώστε να αμφισβητήσουμε την αξιοπιστία του, επειδή δεν αναφέρει πηγές. Ίσως ο Τάκιτος «εξαπατήθηκε» θεωρώντας μια πηγή ως αξιόπιστη, ενώ ήταν φήμη, και γι' αυτό δεν την χαρακτηρίζει φήμη. Αλλά αυτό, δεδομένης της κριτικής ικανότητας του Τάκιτου είναι δυνατόν μόνο αν πιστέψουμε σε συνωμοσίες. Και επιπλέον, η αντίρρηση αυτή χρειάζεται επιχείρημα πως ειδικά στο κείμενο που μας αφορά συνέβη το πράγμα αυτό, αλλιώς είναι οι συνήθεις αοριστίες.

ιβ') «Πώς το ξέρουμε ότι, αν ο Τάκιτος δεν είχε ερευνήσει την ιστορικότητα του Ιησού, θα πίστευε ότι η ιστορικότητα του Ιησού είναι αβάσιμη φήμη;»

Απάντηση: Ο Τάκιτος μπορεί (και) να υπέθεσε ότι ο Ιησούς υπήρξε, αλλά αυτό δεν αποκλείει να έκανε τέτοιες έρευνες –π.χ. στα κρατικά αρχεία – που να του αποδείξουν ότι όντως υπήρξε ο Ιησούς.

Οι αντιρρησίες ίσως πουν ότι ο Τάκιτος δεν παραθέτει στοιχεία για τον Χριστιανισμό, και γι' αυτό δεν τον ενδιέφερε ούτε ο Χριστός, και επομένως η αναφορά του σε αυτόν ήταν χωρίς κριτική επεξεργασία. Αυτοί μπερδεύουν την ποσότητα με την ποιότητα. Ο Τάκιτος δεν έγραψε ιστορία του Χριστιανισμού, αλλά ανέφερε κάποια βασικά πράγματα, για να διευκολύνει τους αναγνώστες του, όταν θα διάβαζαν για τον εμπρησμό της Ρώμης. Πιστεύουν ότι, για να έχει εκατό τοις εκατό εξακριβώσει ο Τάκιτος αυτό που λέει για τον Χριστό, θα έπρεπε να γράψει ολόκληρη μελέτη για τον Χριστιανισμό. Μεγάλο λάθος.

Στην πραγματικότητα, αυτό που οι αρνητές της αυθεντικότητας της αναφορά του Τάκιτου λένε είναι: «Ναι, παραδεχόμαστε ότι ο Τάκιτος συνήθως είναι αξιόπιστος και ακριβής και εξετάζει τα πράγματα, αλλά αυτή ίσως είναι εξαίρεση». Δίχως καμμιά απόδειξη φυσικά.

Συμπέρασμα:

1. Μαθαίνουμε ότι ο Χριστός ήταν ο αρχηγός της θρησκείας κι όχι, όπως λένε κάποιοι, ότι ο Παύλος ήταν ο ιδεολογικός ιδρυτής.

2. Επιβεβαιώνεται η εκτέλεση του Ιησού από τον Πιλάτο.

3. Αναγνωρίζεται η Ιουδαία ως πηγή της θρησκείας, κι έτσι καταρρίπτονται αστείες θεωρίες περί αντιγραφής από παγανιστικές θρησκείες.

III. Η αναφορά του Πλίνιου του Νεώτερου, σε επιστολή προς τον αυτοκράτορα Τραϊανό, το 111 μ.Χ.:

«...5 ...τους έβαζα να επικαλεστούν τους θεούς...και επιπλέον να βρίσουν τον Χριστό˙ έπειτα έκρινα ότι πρέπει να τους αφήσω.... 6 κι όλοι αυτοί προσκύνησαν και την εικόνα σου και τα είδωλα των θεών και έβρισαν τον Χριστό.7 βεβαίωναν (οι Χριστιανοί) ότι το μεγαλύτερο παράπτωμα ή η μεγαλύτερη πλάνη τους ήταν, ότι συνήθιζαν μια ορισμένη μέρα πριν από την ανατολή του ήλιου να συναθροίζονται, να υμνούν εναλλάξ τον Χριστό ως Θεό, και να ορκίζονται ότι δε θα φονεύσουν....8 ...δεν διαπίστωσα τίποτε άλλο παρά μια τιποτένια και υπερβολική δεισιδαιμονία.»

«Το ύφος μοιάζει με αυτό των άλλων επιστολών και τα γράμματα είναι γνωστά από τον καιρό του Τερτυλλιανού [196-212]» (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 27).

Αντιρρήσεις:

α') «Αν ο Πλίνιος κατηγορούσε τους λάτρεις του Σέραπη ή του Απόλλωνα, θα του έλεγαν πως έψελναν ύμνους σε αυτούς, αλλά αυτό δε σημαίνει πως αυτοί οι παγανιστικοί θεοί υπήρχαν ως άνθρωποι».

Απάντηση: Ασφαλώς οι λάτρεις του Σάραπη ή του Απόλλωνα δεν θεώρησαν ότι ήταν άνθρωποι οι θεοί τους, ενώ οι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς ήταν άνθρωπος. Επιπλέον υπάρχει η λέξη «ως» Θεό. Δηλαδή ο Πλίνιος απορεί που λατρεύουν έναν θνητό ως θεό.

β') «Ο Πλούταρχος – που έζησε την ίδια εποχή με τον Πλίνιο, στα βιβλία του καταδικάζει τόσες και τόσες αιρέσεις και δεισιδαιμονίες, συμπεριλαμβανομένου και του Ιουδαϊσμού. Τον Χριστιανισμό ή τον Χριστό δεν τους αναφέρει καν. Γιατί;»

Απάντηση: διότι ο Πλούταρχος έζησε στην νότια Ελλάδα, ένα μέρος όπου ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί πολύ λίγο σε σχέση με την Βιθυνία, όπου βρισκόταν ο Πλίνιος, και όπως ο ίδιος λέει οι ναοί άρχισαν να ερημώνουν εξαιτίας του. Στην Κόρινθο και την Αθήνα υπήρχαν μικρές χριστιανικές κοινότητες, αλλά λόγω έλλειψης διωγμών, δεν υπήρχε αφορμή για κάτι τέτοιο. Ούτε έδιναν αφορμές οι Χριστιανοί σε κανέναν να τους κατηγορήσει ότι σέρνονταν στο χώμα ή ότι έκαναν άλλες εξευτελιστικές πράξεις ή ότι ζητιάνευαν.

γ') «Είναι πολύ αργά γραμμένη η επιστολή, ώστε να αποτελεί τεκμήριο για την ύπαρξη του Ιησού».

Απάντηση: έχει απαντηθεί στην ζ'’ αντίρρηση κατά του αποσπάσματος του Ιώσηπου.

IV. Η μαρτυρία του Mara-Bar Serapion, κάπου μεταξύ 73 και 160 μ.Χ. (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 56):

«Τί κέρδισαν οι Αθηναίοι θανατώνοντας τον Σωκράτη; Λιμός και πανούκλα επήλθε σε αυτούς ως καταδίκη για το έγκλημά τους. Τί κέρδισαν οι Σάμιοι καίγοντας τον Πυθαγόρα; Σε μια στιγμή η χώρα τους καλύφθηκε με άμμο. Τί κέρδισαν οι Εβραίοι σκοτώνοντας τον σοφό βασιλιά τους; Ακριβώς μετά το βασίλειό τους χάθηκε. Ο Θεός δίκαια εκδικήθηκε τους τρεις αυτούς σοφούς άνδρες. Οι Αθηναίοι πέθαναν από πείνα, οι Σάμιοι καλύφθηκαν από τη θάλασσα, οι Εβραίοι κατεστραμμένοι διώχθηκαν από τη γη τους και ζουν σε πλήρη απελπισία. Αλλά ο Σωκράτης σίγουρα δεν πέθανε. Ζει στα κηρύγματα του Πλάτωνα. Ο Πυθαγόρας δεν πέθανε, σίγουρα. Ζει μέσα στο άγαλμα της Ήρας. Ούτε ο σοφός βασιλιάς πέθανε. Ζει στα διδάγματα που έδωσε».

Αντιρρήσεις:

α') «Δεν αναφέρεται η λέξη Ιησούς. Το «σοφός βασιλιάς» δεν σημαίνει απαραίτητα Ιησούς. Υπήρχαν τόσοι πολλοί ψευδομεσσίες τον καιρό εκείνο, και μπορεί να αναφέρεται σε έναν από εκείνους».

Απάντηση: το κείμενο δίνει εφτά κριτήρια περιγράφοντας τον βασιλιά αυτόν. Κανείς από τους ψευδομεσσίες δεν πληρούσε και τα επτά κριτήρια, τα οποία είναι:

i) εκτελέστηκε. ii) Κατείχε τη σοφία. iii) Εκτελέστηκε πριν το ιουδαϊκό βασίλειο καταστραφεί. iv) Εκτελέστηκε προτού οι Ιουδαίοι διασπαρούν. v) Εκτελέστηκε λόγω των πράξεων των Ιουδαίων. vi) Συνέχισε να ζει μέσα από τη διδασκαλία που έδωσε. vii) Αναφερόταν ως «Βασιλιάς».

Ποιος μπορεί να είναι αυτός; Μερικοί λένε ότι ήταν ένας Εσσαίος «Διδάσκαλος της Ευσέβειας», αλλά υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι για το ποιος ήταν ο ίδιος ο «Δάσκαλος της Ευσέβειας», συμπεριλαμβανομένου και του Ιησού (Charles F. Pfeiffer, The Dead Sea Scrolls and the Bible. Grand Rapids: Baker Book House, 1969, σ. 72-77). Πάντως, ο δάσκαλος αυτός της ευσέβειας δεν πληροί παρά μόνο τα κριτήρια ii) και vi).

Ο «Βασιλιάς» αυτός εκτελέστηκε. Όσες προσπάθειες κι αν έγιναν να αποδειχθεί ότι και ο Εσσαίος Δάσκαλος της Ευσέβειας επίσης μαρτύρησε ή ακόμη σταυρώθηκε, οι πάπυροι της Νεκράς Θάλασσας δεν λένε τίποτα περισσότερο για το μαρτύριο του Δασκάλου, εκτός από το ότι υπέστη γενικώς καταδίωξη και ήταν σε κίνδυνο. Δεν λένε ότι θανατώθηκε. Έτσι, οποιαδήποτε προσπάθεια να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι αυτός ήταν ο βασιλιάς, ουσιαστικά είναι αντίθετη στα στοιχεία των παπύρων. Επομένως, ο Διδάσκαλος δεν πληροί ούτε τα κριτήρια iii, iv, v. Σχετικά με το κριτήριο iv:

Προφανώς όσο πιο πίσω πάμε, τόσο πιο δύσκολα ταιριάζει η περιγραφή, διότι αφού αμέσως μόλις ο βασιλιάς σκοτώθηκε, καταλύθηκε το βασίλειο των Εβραίων. Αν αυτός είναι ο Ονίας Γ', τότε η κατάλυση του ιουδαϊκού βασιλείου συνέβη περίπου 240 έτη νωρίτερα. Αν αυτός ήταν ο Ιούδας ο Εσσαίος, τότε συνέβη η κατάλυση 170 χρόνια νωρίτερα. Όποιος και να ήταν αυτός ο Δάσκαλος, πέθανε στα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα, πράγμα που τον τοποθετεί πολύ μακριά από το «αμέσως μετά την κατάλυση», δηλαδή το 70 μ.Χ., όταν οι Ιουδαίοι διεσπάρησαν στην οικουμένη και το βασίλειό τους κατελύθη.

Φυσικά, ο Δάσκαλος αυτός δεν αναφέρεται ως «Βασιλιάς», αλλά στα χειρόγραφα του Qumran ως ιερέας.

β') «Το κείμενο δείχνει ότι ο «Βασιλιάς» αυτός ήταν σύγχρονος του Σωκράτη και του Πυθαγόρα».

Απάντηση: Φυσικά και δεν δείχνει κάτι τέτοιο. Όταν ο Σωκράτης γεννήθηκε, ο Πυθαγόρας ήταν 60 χρονών! Δεν υπάρχει καμμία χρονική συγγένεια μεταξύ των τριών.

γ') «Το κείμενο είναι χρονικά απομακρυσμένο από τον Ιησού και πιθανώς επηρεασμένο από τη χριστιανική παράδοση. Κατηγορούνται οι Ιουδαίοι που σκότωσαν το βασιλιά τους. Η χρήση του «Βασιλιάς των Ιουδαίων» παραπέμπει σε χριστιανική επιρροή».

Απάντηση: Η χρονική διαφορά 70-100 χρόνων δε σημαίνει τίποτα, το έχουμε ξαναπεί. Το να σκέφτεσαι ανεξάρτητα δεν είναι εφεύρεση του 21ου αιώνα, υπήρχε και τότε, και συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει χριστιανική επίδραση. Η ομοιότητα δεν συνεπάγεται αντιγραφή ή επίδραση. Τα ευαγγέλια δεν γράφτηκαν το 33 μ.Χ., αλλά αργότερα, κι αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της συγγραφής τους και της συγγραφής του κειμένου αυτού, είναι μικρότερος, αφήνοντας μικρότερο χρόνο για χριστιανική επίδραση. Άλλωστε, ο Ιησούς κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να γίνει βασιλιάς των Ιουδαίων. Αυτό απηχεί τη φήμη του ως βασιλιά.

V. Η αναφορά του Ταλμούδ.

Η κύρια αντίρρηση είναι ότι οι συγγραφείς του Ταλμούδ δεν είχαν για τον Ιησού παρά μόνο μία πηγή: τους Χριστιανούς. Ωστόσο, δεν ξέρουμε καν πόσες πηγές είχε το Ταλμούδ, κι αν αυτές ήταν οι χριστιανικές.

Πάντως, ο θυμός και η μανία του Ταλμούδ κατά του Χριστού και του Χριστιανισμού οδηγεί σε ένα λογικό συμπέρασμα: εάν οι Ιουδαίοι συγγραφείς ήθελαν να πουν ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε, θα το έλεγαν. Δεν το είπαν. Γιατί; Διότι δε μπορούσαν να αρνηθούν την πραγματικότητα. Εάν πάλι υπήρχε το παραμικρό στοιχείο, που θα τούς έδινε το δικαίωμα να πουν ότι ο Ιησούς αυτός δεν υπήρξε, θα έλεγαν «δεν υπήρξε». Αν η Ιστορία τούς έδινε αυτό το δικαίωμα, η κριτική τους κατά των Χριστιανών θα στρεφόταν προς αυτήν την κατεύθυνση, και θα συμπεριλάμβανε και την «ανυπαρξία του Ιησού» στα όπλα της πολεμικής του Ταλμούδ. Αναρωτιέται κανείς, γιατί δεν υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε Ιησούς, οι Ιουδαίοι. Θα ήταν γι' αυτούς πολύ ευκολότερο να το πουν, αντί να εφευρίσκουν φανταστικές ιστορίες (ότι ήταν γιος Ρωμαίου στρατιώτη κ.ά.). Αν το έλεγαν, θα έφερναν τους Χριστιανούς σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν είχαν όμως στοιχεία, κι έτσι το μόνο που τους απέμεινε ήταν να δυσφημήσουν τον υπαρκτό Ιησού. Κανείς αντίπαλος του Χριστιανισμού δεν το είπε όμως τους τέσσερεις πρώτους αιώνες.

«Ναι, αλλά το Ταλμούδ εγράφη μεταξύ 2ου και 6ου αιώνα. Τί εγκυρότητα έχει η μαρτυρία ενός βιβλίου π.χ. του 5ου αιώνα για την ιστορικότητα ενός προσώπου τον 1ο αιώνα;»

Απάντηση: τα εδάφια που μιλούν για τον Ιησού υπάρχουν από τον 2ο αιώνα μ.Χ. Η αντικειμενική απόδειξη ότι υπάρχουν αυτά από τότε, είναι ότι ο ίδιος ο Κέλσος (2ος αι.) ουσιαστικώς τα αντιγράφει, λέγοντας ότι ο Ιησούς ήταν γιός ενός Πανδήρα, πράγμα που λέγεται στο Ταλμούδ. Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι το Ταλμούδ ανέφερε εξ αρχής τον Ιησού.

VI. Η αναφορά του Λουκιανού στο Περί της Πελεγρίνου τελευτής, 11 και 15:

«...κι εκείνοι (οι Χριστιανοί) τον σέβονταν σαν θεό τους και τον είχαν νομοθέτη και αρχηγό, μετά από εκείνον φυσικά που ακόμη τον λατρεύουν, τον άνθρωπο που σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη (τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐν τῇ Παλαιστίνῃ ἀνασκολοπισθέντα), επειδή εισήγαγε στη ζωή αυτή την καινή τελετή... προσκυνούν δε τον εσταυρωμένο εκείνον σοφιστή και ζουν σύφμωνα με τους νόμους εκείνου (αρχαίο κείμ.: τὸν δὲ ἀνεσκολοπισμένον ἐκεῖνον σοφιστήν)».

Φυσικά ένα τέτοιο προσβλητικό κείμενο ουδέποτε θα ήταν αποτέλεσμα Χριστιανού συγγραφέα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι «κακοί Χριστιανοί» που «έκαψαν όσα βιβλία δεν συμφωνούσαν μαζί τους» διέσωσαν μια σάτυρα κατά των Χριστιανών και τις ύβρεις κατά του Χριστού. Ιδού ο Σκοτεινός Μεσαίωνας.

Αντιρρήσεις:

α') «Ο Λουκιανός απλώς παίρνει τις πληροφορίες του από τους Χριστιανούς και τις μεταφέρει. Δεν λέει κάτι δικό του. Έτσι, δεν πρόκειται για πληροφορία για την ύπαρξη του Ιησού, αφού είναι από χριστιανικές πηγές. Εξάλλου είναι πολύ μεταγενέστερη πηγή».

Απάντηση: Ο Λουκιανός ήταν αθεϊστής. Χλεύαζε τους παγανιστικούς θεούς, αλλά, όπως φαίνεται χλεύαζε και τις ανατολίτικες δοξασίες. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τον ορθολογιστή Κυνικό και Επικούρειο Λουκιανό να αναζητά πληροφορίες για το Χριστιανισμό, τους Χριστιανούς και τον Χριστό από τους ίδιους, από ανθρώπους που περιφρονούσε ως «βλάκες», όπως τους αποκαλεί (παράγραφος 13).

Όμως ο Λουκιανός αναφέρεται στον τρόπο θανάτωσης του Ιησού ως «ανασκολπισμό» κι όχι σταύρωση. Αποκαλεί τον Ιησού «ανεσκολοπισμένον» κι όχι εσταυρωμένον. Αυτό είναι μεγάλη απόδειξη πως ο Λουκιανός δεν πήρε τις πληροφορίες του από τους Χριστιανούς, αλλά από άλλες πηγές. Δηλαδή δεν αντιγράφει χριστιανικές μαρτυρίες, και συνεπώς δεν είναι αναξιόπιστος.

Ότι είναι μεταγενέστερος δεν λέει τίποτε, όπως έχουμε πει. Γράφει το 165-167 μ.Χ. Δεν είναι παρά 120 χρόνια μετά τον Ιησού, 100 με 90 χρόνια από τα Ευαγγέλια.

β') «Πώς μπορούμε να βεβαιωθούμε ότι ο Λουκιανός δεν γράφει ακόμη μια Φανταστική ιστορία, όταν περιγράφει τον Ιησού; Είναι από ιστορική άποψη, ακριβής και αξιόπιστος ο Λουκιανός;»

Απάντηση: Ναι, είναι. Μπορεί να έγραψε ένα σωρό φανταστικές ιστορίες με πλήθος φανταστικά ταξίδια, αλλά στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται σε απόηχο ιστορικών γεγονότων έχοντας κατά νου τους Χριστιανούς, τους οποίους θέλει να χλευάσει. Τους χλευάζει τόσο πολύ, ώστε δεν τίθεται ζήτημα να εφεύρει κι έναν «ανύπαρκτο» ηγέτη τους. Αν ήθελε να δώσει την χαριστική βολή θα έγραφε λ.χ. «ο ανύπαρκτος σοφιστής, που λένε ότι έζησε στην Παλαιστίνη, για να εξαπατούν τον κόσμο και να δίνουν κύρος στην θρησκεία τους» ή κάτι παρόμοιο.

Επιπλέον, ο Λουκιανός έχει γράψει πραγματεία ''Πώς δει την ιστορίαν συγγράφειν'', όπου δείχνει να ενδιαφέρεται πάρα πολύ για την ιστορική ακρίβεια και γράφει μεταξύ άλλων «ο ιστορικός δεν πρέπει να θυσιάζει σε κανένα θεό παρά στην Αλήθεια. Πρέπει να παραμελήσει ο,τιδήποτε άλλο. Η ιστορία αντιπαθεί την παρεμβολή και του ελάχιστου λάθους. Το καθήκον του ιστορικού είναι να λέει τα πράγματα όπως συνέβησαν» (H. W. Fowler, The Works of Lucian of Samosata. Oxford: Clarendon, 1905, σ. 126-128).

Ο Λουκιανός ήταν μορφωμένος, λάτρης της ιστορικής ακρίβειας όταν επρόκειτο για ιστορικά ζητήματα, και γνώριζε για τους Χριστιανούς. Εάν ήξερε ότι ο Ιησούς ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο ή αν κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ, θα χρησιμοποιούσε τα στοιχεία αυτά στη σάτυρά του.

8) Συνολικά, όσον αφορά τους εθνικούς έως τον Λιβάνιο, υπάρχουν για τον Χριστό ή και τους Χριστιανούς οι αναφορές του Τάκιτου, του Πλίνιου Σεκούνδου, του Τραϊανού, του Επίκτητου, του Αδριανού, του Σουητώνιου, του Αντωνίνου Πίου, του Μάρκου Αυρήλιου, του Λουκιανού, του Κέλσου, του Δίων Κάσσιου, του Αίλιου Σπαρτιανού, του Αίλιου Λαμπρίδιου, του Γαλλιηνού, του Αμέλιου, του Αυρηλιανού, του Φλάβιου Βοπίσκου, του Διοκλητιανού, του Μαξιμιανού, του Πορφύριου, του Γαλέριου, του Μαξιμίνου, του Σαβίνου, του Λικίνιου, του Ιουλιανού και του Λιβάνιου. Εικοσιέξι εθνικοί συγγραφείς σε τρισήμισυ αιώνες και ούτε ένας δεν τολμά να αμφισβητήσει, έστω ως αστειάκι, έστω ως υπονοούμενο την ιστορικότητα του Ιησού. Ούτε οι πιο κυνικοί ούτε οι πιο άθεοι ούτε οι πιο σοφιστές ούτε οι πιο αντιχριστιανοί. Τί περίεργο. Ο Αριστοτέλης αμφισβητεί την ύπαρξη του Ορφέα, αλλά του Χριστού την ύπαρξη, κανείς. Κανείς δεν είχε λοιπόν την «εξυπνάδα» να μιλήσει για κάτι «τόσο» προφανές, την ανυπαρξία του Ιησού; Ή ήταν τόσο αφελείς, οι φιλόσοφοι, οι σοφιστές, οι παγανιστές, οι αυτοκράτορες, ώστε δεν σκέφτηκαν: «μήπως αυτό το πρόσωπο ουδέποτε υπήρξε;» Κανείς δε σκέφτηκε την ιδέα να στριμώξει τους Χριστιανούς, αρνούμενος την ύπαρξη του Ιησού, ώστε να τους κάνει να προσπαθούν να την αποδείξουν. Δεν μπορεί ούτε ένας να μην είχε την ιδέα να σκεφτεί διαφορετικά. Μήπως φοβόντουσαν; Τί φοβόντουσαν; Μια «άθλια δεισιδαιμονία», την οποία κορόϊδευαν συνεχώς και ενίοτε την καταδίωκαν; Η σιωπηρή αποδοχή της ύπαρξης του Χριστού είναι κάτι παραπάνω από ολοφάνερη. Όταν θεωρείς κάτι ανύπαρκτο, δεν αρκείσαι απλώς στο να το κοροϊδεύεις˙ υποστηρίζεις επιπλέον ότι είναι ανύπαρκτο.

9) Δεν έχει νόημα να μιλήσουμε για την μαρτυρία των Ευαγγελίων. Οι νεοπαγανιστές αρνούνται, ενώ για τα Ορφικά ή τον Ερμή Τρισμέγιστο γνωρίζουν με βεβαιότητα (!) πως εγράφησαν το 10000 π.Χ, την εγκυρότητά τους. Δεν λέει προφανώς τίποτε το γεγονός ότι τα Ευαγγέλια διατήρησαν αυτούσια την μορφή τους εξ αρχής.

Προφανώς, θεωρείται φυσιολογικό κάποιοι άνθρωποι (είτε αυτοί ήταν οι Απόστολοι και Ευαγγελιστές είτε κάποιοι που πρωτοξεκίνησαν την διάδοση του Χριστιανισμού) εσκεμμένα να δημιούργησαν ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, έπειτα να έπεισαν τους εαυτούς τους ότι η λογοτεχνική αυτή προσωπικότητα υπάρχει, μετά να έπεισαν και άλλους, και τέλος να δέχτηκαν να πεθάνουν για κάτι ανύπαρκτο.

Φυσικά, ισχύει το γεγονός ότι συχνά ο άνθρωπος εξαπατάται. Έτσι, μπορεί κάποιος να θεωρήσει πιθανό ότι οι Απόστολοι εξαπατήθηκαν νομίζοντας ότι βλέπουν τον αναστημένο Ιησού. Αλλά αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι ακόμη κι αν εξαπατήθηκαν αναφορικά με την Ανάσταση, δεν εξαπατήθηκαν όμως αναφορικά με την ύπαρξη καθ' εαυτή του Ιησού και η μαρτυρία τους γι' αυτήν είναι αληθινή. Δεύτερον, ότι κανείς οπαδός καμμιάς άλλης θρησκείας δεν πέθανε για ένα ψέμμα. Καμμιά άλλη θρησκεία της εποχής δεν ισχυρίστηκε ότι ο μίθρας ή ο Άδωνις ήταν ενσαρκωμένοι θεοί, ώστε να ισχυρίζεται για την ιστορικότητα των προσώπων αυτών, ούτε πέθαναν γι' αυτούς. Μόνο ο Χριστιανισμός. Αυτό, μαζί με τα υπόλοιπα, λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα: δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. 
 
Πηγή: ierosolymitissa.org

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2023

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, 3ο. Αναίρεσις μύθων και βλασφημιών.

75. "Η ύπαρξη του λεγόμενου Ιησού είναι ένας μύθος. Οι ελάχιστες εξωχριστιανικές μαρτυρίες για την ύπαρξή του είναι χαλκευμένες από τους Χριστιανούς, πολλές φορές και προκλητικά. Υπάρχουν δεκάδες ιστορικών προσώπων που έζησαν και άφησαν συγγραφικό έργο εκείνη την εποχή, αλλά δεν έγραψαν τίποτε για τον Ιησού. Όλη αυτή η ιδεολογία κατασκευάστηκε στο μύθο ενός ανύπαρκτου ανθρώπου".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ 1) Είναι εύκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα, γιατί δεν έγραψαν για τον Χριστό τόσοι πολλοί εθνικοί της εποχής του, όσους τουλάχιστον θα περιμέναμε να γράψουν. Ο Χριστιανισμός είναι εδώ και δεκαέξι αιώνες τόσο γνωστός σε όλους, τόσο διαδεδομένος, ώστε κανείς καταλήγει ασυναίσθητα να νομίζει ότι θα έπρεπε και τον πρώτο αιώνα να είναι το ίδιο σημαντικός για τους μορφωμένους παγανιστές του πρώτου αιώνα μ.Χ., ώστε να ασχοληθούν μαζί του.

Ο Ιησούς ήταν Ιουδαίος. Δηλαδή γεννήθηκε και έζησε σε μια γωνιά της αυτοκρατορίας και ανήκε σε ένα έθνος που το περιφρονούσαν οι εθνικοί για τη θρησκεία και τα έθιμά του. Γιατί να ασχοληθούν οι εθνικοί συγγραφείς με έναν από τους δεκάδες «μεσσίες» και προφήτες που ξεπρόβαλαν από ένα ειδεχθές μή παγανιστικό έθνος στα σύνορα της τεράστιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και μάλιστα με έναν «μεσσία» που δικάστηκε και καταδικάστηκε από το ρωμαϊκό δίκαιο να πεθάνει ατιμωτικά; Υπήρχαν πολύ πιο ενδιαφέροντες και τίμιοι άνδρες, (κατά την άποψη των εθνικών) για να γράψουν γι' αυτούς. Ποιος θα έδινε σημασία σε κάποιον θανατοποινίτη; Η Ιουδαία, όντας άκρο της αυτοκρατορίας, ήταν ουσιαστικά ένα μέρος που κανείς εθνικός δεν ήθελε να πάει και να γνωρίσει. Κι αν πήγαινε εκεί, θα έχανε τον καιρό του με έναν απ' τους δεκάδες «μεσσίες»; Αφού δεν υπήρχε στην Παλαιστίνη του 30 μ.Χ. κανείς εθνικός ιστορικός ή λόγιος, του οποίου το έργο να διεσώθη, δεν πρέπει να ξαφνιάζει η απουσία απευθείας λατινικών μαρτυριών.

Ο Ιησούς ήταν φτωχός, δεν ταξίδεψε στη Ρώμη, δεν έγραψε κανένα έργο, δεν έστειλε επιστολές στον αυτοκράτορα ή τη σύγκλητο. Γιατί να ασχοληθεί κάποιος λόγιος μαζί του; Μήπως όλοι οι απλοί άνθρωποι που δεν έκαναν όλ' αυτά, την ίδια εποχή, δεν υπήρξαν;

Στην εποχή εκείνη οι επικοινωνίες δεν ήταν όπως αυτές τις εποχής μας. Αλλά και πάλι, αν λ.χ. ένας βουδιστής καλόγερος έκανε θαύματα για δύο χρόνια στο Θιβέτ, είναι αμφίβολο αν θα τον προέβαλαν τα ΜΜΕ, εκτός κι αν δεν είχαν τίποτε άλλο να γεμίσει το δελτίο ειδήσεών τους. Τον πρώτο αιώνα τα πράγματα ήταν χειρότερα και ένα νέο έκανε μήνες να φτάσει στη Ρώμη. Αλλά, όπως είπαμε, κανείς δεν ενδιαφερόταν να καταγράψει τίποτε, για έναν ακόμη εκτελεσθέντα προφήτη, ενός ασήμαντου και εχθρικού για τους Ρωμαίους έθνους.

Ας δούμε μερικούς λόγιους του 1ου αιώνα μ.Χ. Ο Πετρώνιος έγραψε το «Σατυρικόν». Μια σάτυρα με θέμα το «γεύμα του Τριμάλχιου». Θα έπρεπε να γράψει και μια άλλη για τον Μυστικό Δείπνο; Ο Αρριανός έγραψε για τον Αλέξανδρο και τους Πέρσες. Ξέχασε να αναφέρει τους τρεις μάγους. Ο Πτολεμαίος τον 2ο μ.Χ. αιώνα ήταν αστρονόμος. Ξέχασε να αναφέρει το αστέρι της Βηθλεέμ. Δεν έγραψε κανείς ιστορία της Παλαιστίνης, ώστε να ασχοληθεί.

Δεν έχει νόημα λοιπόν να θεωρήσουμε την απουσία πολλών εξωχριστιανικών πηγών για την ύπαρξη του Ιησού ως απόδειξη ότι αυτός δεν υπήρξε.

2) Τα εξωχριστιανικά γραπτά του πρώτου αιώνα μ.Χ. που διασώζονται είναι τα εξής (Blaiklock, E. M. Jesus Christ: Man or Myth? Nashville: Thomas Nelson Publishers, 1984, σ. 13-16):

α’) μια ιστορία της Ρώμης από κάποιον Vellius Paterculus, βετεράνο αξιωματούχο του Τιβέριου, που εκδόθηκε το 30 μ.Χ., όταν ο Χριστός άρχισε να κηρύττει.

β') Μια επιγραφή που αναφέρει τον Πιλάτο.

γ') Παραμύθια γραμμένα από έναν μακεδόνα απελεύθερο, τον Φαίδρο, στη δεκαετία του 40 μ.Χ.

δ’) Στις δεκαετίες του 50 και του 60, έργα και ποιήματα του Σενέκα, ένα ποίημα από τον ανηψιό του Λουκιανό, ένα βιβλίο γεωπονικής από κάποιον Columella, συνταξιούχο στρατιώτη, αποσπάσματα από το Σατυρικόν του Πετρώνιου, μερικές σειρές από το έργο ενός λατίνου κωμικού, του Persius, η Φυσική Ιστορία του Πλίνιου, αποσπάσματα από σχόλια στον Κικέρωνα από κάποιον Asconius Pedianus, και μια ιστορία του Μεγαλέξανδρου από τον Quinus Qurtius.

ε') Στις δεκαετίες του 70 και του 80, ορισμένα ποιήματα και επιγράμματα του Μαρτιάλη (γεν. 45 μ.Χ.), έργα του Τάκιτου για τη ρητορική και του Ιώσηπου (Κατά Απιώνος, Ιστορία του ιουδαϊκού πολέμου).

στ') Τέλος, τη δεκαετία του 90 έχουμε ποιήματα του Statius, δώδεκα βιβλία του Quintillian περί ρητορικής, μια βιογραφία του Τάκιτου για τον πεθερό του, Agricola, και ένα έργο του για την Γερμανία.

Από όλα αυτά, μόνο ο Σενέκας ίσως να έγραφε για τον Ιησού. Αλλά δεδομένων των προβλημάτων του με τον Νέρωνα, ο οποίος τον θανάτωσε το 65 μ.Χ. είναι αμφίβολο αν είχε τον χρόνο ή τη διάθεση να ασχοληθεί με την Παλαιστίνη και τον Ιησού, ακόμη κι αν είχε κάτι ακουστά.

3) Ανυπαρξία αποδείξεων δεν σημαίνει απόδειξη ανυπαρξίας. Όχι με την έννοια ότι πρέπει να αποδείξουν κάποιοι πως δεν υπήρξε ο Ιησούς Χριστός, αλλά με την έννοια ότι είναι φυσιολογικό οι εξωχριστιανικές αναφορές να είναι ελάχιστες.

4) Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί πώς ο Πόντιος Πιλάτος δεν έκανε κάποια αναφορά στη Ρώμη για το περιστατικό της σταύρωσης του Ιησού; Η απάντηση είναι ότι καμμιά αναφορά κανενός Ρωμαίου διοικητή της Ιουδαίας επί οποιουδήποτε θέματος δεν έχει διασωθεί. Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι Ρωμαίοι ποτέ δεν κατείχαν την Παλαιστίνη; Ελάχιστες αναφορές από διοικητές επαρχιών διασώζονται σήμερα.

5) Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες εξωχριστιανικές μαρτυρίες. Αυτές είναι λίγες. Δηλαδή, θα έπρεπε να απορρίψουμε την μαρτυρία των λίγων εξ αιτίας της σιωπής των πολλών, σιωπής που οφείλεται είτε στην απώλεια του έργου τους είτε στην αδιαφορία τους για την Ιουδαία; Αυτό θα ήταν παράλογο. Μοιάζει με την ιστορία ενός κατηγορούμενου, στου οποίου την δίκη κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι τον είδαν να διαπράττει το έγκλημα, ενώ η υπεράσπιση έφερε δεκατέσσερεις μάρτυρες, οι οποίοι είπαν ότι δεν είδαν τον κατηγορούμενο να διαπράττει το έγκλημα. Φυσικά ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε!

6) Οι σημερινοί αρνητές της ύπαρξης του Χριστού αρνούνται αυτό που ακόμη και οι αντιχριστιανοί λόγιοι του δεύτερου και τρίτου αιώνα δέχονταν ως δεδομένο, την ύπαρξη του Χριστού. Ούτε ο Πορφύριος, ούτε ο Κέλσος, ούτε καν ο Ιουλιανός θεώρησαν σοβαρό να ασχοληθούν με το αν υπήρξε ο Χριστός, αλλά δέχτηκαν ότι υπήρξε. Ο Πορφύριος δέχεται ότι υπήρξε, απλώς ότι οι Χριστιανοί κάνουν λάθος που τον θεωρούν Θεό. Ο Κέλσος προσπαθεί να «αποδείξει» ότι ο Ιησούς δεν είναι υιός του Θεού, αλλά γιος ενός ρωμαίου στρατιώτη. Δεν θα ήταν διόλου εκπληκτικό, αν οι δυο αυτοί λόγιοι αρνούνταν ότι υπήρξε ο Ιησούς˙ θα ήταν πολύ εύκολο, όντας αντιχριστιανοί να αρνηθούν την ύπαρξη του Χριστού, προκειμένου να δώσουν το «χαριστικό χτύπημα» στη χριστιανική πίστη. Όμως δεν την αρνούνται, και μάλιστα προσπαθούν να αποδείξουν πως ήταν απλός άνθρωπος.

7) Υπάρχουν οι εξής εξωχριστιανικές μαρτυρίες για τον Ιησού.

I. στο έργο του Ιώσηπου (36-98 μ.Χ.) Ιουδαϊκή αρχαιολογία, βιβλίο 20, 200:

«Σαν τέτοιος που ήταν ο (αρχιερέας) Άνανος, πίστεψε, ότι τώρα που ο μεν Φήστος πέθανε, ο δε Αλβίνος βρισκόταν ακόμη στο δρόμο (για την Παλαιστίνη), βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία. Συγκαλεί λοιπόν συνέδριο κριτών και στήνει μπροστά τους τον αδερφό του Ιησού του λεγομένου Χριστού, Ιάκωβος το όνομά του, και μερικούς άλλους˙ και με την κατηγορία ότι παρανόμησαν τούς παρέδωσε να λιθοβοληθούν.»

Στοιχεία που συνηγορούν ότι είναι αυθεντικό το κείμενο:

α') Η αναφορά αυτή του Ιώσηπου βρίσκεται σε ΚΑΘΕ χειρόγραφο της Ιουδαϊκής Αρχαιολογίας που διασώζεται σήμερα (John P. Meier, A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991, σ. 57). Επίσης, το περιεχόμενο, το λεξιλόγιο, το ύφος του αποσπάσματος είναι ανάλογα του Ιώσηπου.

β’') Δεν χρησιμοποιείται κανένα χριστιανικό επίθετο του Ιακώβου, όπως το «Δίκαιος», που χρησιμοποιήθηκε πάρα πολύ συχνά γι' αυτόν στη χριστιανική γραμματεία (Ηγήσιππος, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Ωριγένης, Ευσέβιος, άγιος Ιερώνυμος κ.ά.). Ακόμη και ο τρόπος της θανάτωσης του Ιακώβου που αναφέρει ο Ιώσηπος διαφέρει από τον τρόπο που αναφέρει ο Χριστιανός Ηγήσιππος, ότι τον σκότωσαν ρίχνοντας τον από τη στέγη του Ναού (John P. Meier, A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991, σ. 57). Ένας χριστιανός παραποιητής θα το έβρισκε πιο εύκολο να επαναλάβει τα λόγια ενός χριστιανού ιστοριογράφου.

γ'’) Ο συγγραφέας δεν δίνει στο απόσπασμα αυτό καμμιά έμφαση ούτε στο Χριστό ούτε στον Ιάκωβο, αλλά στον αρχιερέα Άνανο. Ένας χριστιανός δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Ένας Χριστιανός θα επαινούσε και θα δόξαζε τον Ιησού ή τον Ιάκωβο.

δ’') Εάν ο Ιάκωβος που αναφέρει ο Ιώσηπος δεν ήταν ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Χριστού, θα ήταν παράξενο που ο συγγραφέας δεν δίνει άλλες πληροφορίες για το τί είχε ο Άνανος εναντίον του Ιακώβου. Η αιτία της έχθρας του Ιουδαίου αρχιερέα για τον αδελφό ενός (όπως πίστευε) ψευδομεσσία, κατανοείται εύκολα από τον αναγνώστη.

ε'’) Ο Ιώσηπος στο έργο του αναφέρει πάνω από μια ντουζίνα ανθρώπους με το όνομα Ιησούς. Έτσι, ο Ιώσηπος αναγκάζεται να δίνει πληροφορίες για τον κάθε Ιησού. Αυτό κάνει και στη περίπτωση αυτή («του λεγομένου Χριστού»). Υπάρχει ένας ακόμη Ιησούς και στο τέλος της παραγράφου. (Ο Ιώσηπος κανέναν άλλον Ιησού, δεν ονομάζει Ιησού τον λεγόμενο Χριστό, άρα αναφέρεται στον Κύριο Ιησού Χριστό, τον οποίον ομολόγησε ως Χριστό, ο απόστολος Πέτρος και οι υπόλοιποι αποστόλοι και μαθητές, τον Υιό του Θεού και Θεό Λόγο. Υπήρχαν κι άλλοι πολλοί με το όνομα Ιησούς, οι οποίοι είχαν άλλα αναγνωριστικά ονόματα, κι ας εμφανίζονταν ως μεσσίες. Μόνο ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε για τον εαυτό του ότι είναι Θεός, Υιός του Θεού Πατρός, και μόνο Εκείνος είπε για τον εαυτό του ότι είναι ο απεσταλμένος απ' τον Πατέρα, Χριστός, για να σώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες τους. Οι υπόλοιποι υποστήριζαν ότι είναι αυτό που περίμεναν οι Εβραίοι, έναν πολιτικό ηγέτη που θα τους ελευθέρωνε από την Ρώμη και τον ονόμαζαν προφήτη-μεσσία που θα γινόταν βασιλιάς του επιγείου βασιλείου του Ισραήλ. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν ονόμασε ποτέ τον εαυτό του προφήτη ή απελευθερωτή από την Ρώμη. Ονόμασε τον εαυτό του Χριστό γιατί ήταν, και οι Χριστιανοί έτσι τον ανέφεραν, γι' αυτό ο Ιώσηπος λέει ''Ιησού του λεγομένου Χριστού''.)

στ’') Το πιο σημαντικό: Ο Ωριγένης (περ. 185-253 μ.Χ.) κάνει τρεις αναφορές στην αναφορά του Ιώσηπου στον Ιάκωβο (Εις τον Ματθαίον 10, 17˙ Κατά Κέλσου, 1, 47 και 2, 13). Άρα το απόσπασμα σίγουρα υπήρχε πριν από το 3ο αιώνα. Και να μην ξεχνάμε πως όταν ζούσε ο Ωριγένης συνέβαιναν απανωτοί διωγμοί κατά των Χριστιανών, οι οποίοι ήταν μια κυνηγημένη μειονότητα, που δεν είχε δυνατότητα να μεταποιεί ελληνικές, ρωμαϊκές, και ιουδαϊκές πηγές. Επίσης, ο Ευσέβιος (Εκκλησιαστική Ιστορία, 2, 23) αναφέρει το απόσπασμα του Ιώσηπου καθώς και ο άγιος Ιερώνυμος (De Viris Illustribus, 2).

Οι αντιρρήσεις για την αυθεντικότητα του παραπάνω κειμένου είναι οι εξής:

α') «Δεν αναφέρονται τα ονόματα των υπολοίπων που υποτίθεται εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο (θυμηθείτε ότι ο Ιώσηπος είναι λεπτομερέστατος στο έργο του). Γενικά η παράγραφος δείχνει να είναι «γραμμένη στο πόδι και φευγαλέα». Από μόνη της, η παράγραφος δεν στέκεται, καθώς η ιστορική αναφορά σ' ένα σημαντικό πρόσωπο είναι πάντοτε ευθεία κι όχι έμμεση. Φαντασθείτε για παράδειγμα, ένας ιστορικός να έκανε αναφορά όχι άμεσα στον Ναπολέοντα, αλλά έμμεσα μέσω της Ιωσηφίνας.»

Απάντηση: Ο Ιάκωβος ήταν ο αρχηγός της πρώτης Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ, αδελφός του Ιησού. Οι άλλοι θα ήταν απλώς προσηλυτισμένοι απλοί Χριστιανοί, που συγκριτικά με τον αδελφό του ιδρυτή της θρησκείας τους και αρχηγό της εκκλησίας, ήταν περιττό να αναφερθούν. Η ιστορική αναφορά στον Ιησού είναι έμμεση και όχι ευθεία, όπως όταν πρόκειται για σημαντικά ιστορικά πρόσωπα, απλούστατα διότι ο Ιώσηπος όντας Ιουδαίος (δηλ. άπιστος στο κήρυγμα του Χριστού) και φιλορωμαίος (δηλαδή συνεργάτης αυτών που θανάτωσαν ως εγκληματία τον Ιησού) ΔΕΝ θεωρούσε σημαντικό, δηλαδή άξιο αναφοράς, πρόσωπο τον Ιησού. Δεν τον ενδιέφερε ο Ιησούς, δεν ήταν άλλωστε το θέμα της ιστορίας του, δεν τον θεωρούσε σημαντικό πρόσωπο, και γι' αυτό κάνει έμμεση αναφορά. Εξάλλου, το βιβλίο δεν είναι μελέτη για το Χριστιανισμό ή τον Ιησού. Αν δεν υπήρχε το περιστατικό με τον Ιάκωβο, δεν θα ανέφερε τον Ιησού στο κεφάλαιο αυτό ο Ιώσηπος.

β') «Ναι μεν μπορεί να μην χρησιμοποιείται για τον Ιάκωβο κανένας χαρακτηρισμός από αυτούς που οι Χριστιανοί του προσέδιδαν, αλλά αυτό απλώς σημαίνει ότι οι χριστιανοί παραποιητές είχαν συνείδηση του ότι ένας ευσεβής Ιουδαίος δεν θα μπορούσε να αναφέρει τον Ιησού ως «τον Χριστό»˙ έτσι, αυτοί εργάστηκαν παραποιώντας το έχοντας κατά νου περισσότερο την αληθοφάνεια παρά την πίστη τους».

Απάντηση: Μέγα λάθος. Σε οποιαδήποτε χριστιανική παραποίηση γίνεται, φαίνεται καταφανώς ότι οι παραποιητές είχαν περισσότερο ως κίνητρο την ευσέβεια παρά την ανάγκη να παραστήσουν την παραποίηση ως αληθοφανή. Αυτό φαίνεται σε πολλά κείμενα, αλλά και στο ίδιο το βιβλίο του Ιώσηπου. Σε ένα άλλο απόσπασμα ο Ιώσηπος φέρεται να αναφέρει τον Ιησού ως «τον Κύριο». Αν ένας παραποιητής είχε προσθέσει τέτοιον χαρακτηρισμό για τον Ιησού σε ένα εδάφιο, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο Ιώσηπος ήταν πιστός Ιουδαίος, τότε είναι σίγουρο πως ο ίδιος (ή κάποιος άλλος) παραποιητής θα ήταν εξ ίσου απρόσεκτος, και θα ξαναέκανε το ίδιο λάθος, να αποκαλέσει τον Ιάκωβο «αδελφό του Χριστού» αντί «αδελφό του λεγόμενου Χριστού».

γ') «Υπάρχει απόδειξη χριστιανικής παραποίησης. Η φράση «..Ιησού, του λεγόμενου Χριστού» είναι η ίδια με αυτήν του Κατά Ματθαίον 1, 16, «...Ιησούς ο λεγόμενος Χριστός».

Απάντηση: Το πώς γράφει ο Ιώσηπος πρέπει να συγκριθεί με τα υπόλοιπα τμήματα του έργου του κι όχι με το Κατά Ματθαίον. Στο Κατά Απιώνος, 2, 34, όπου μιλά για την Αλεξάνδρεια ως «όχι τον γενέθλιο τόπο, αλλά τον λεγόμενο (= μη αληθινό) γενέθλιο τόπο του Απίωνος». Ακόμη κι άν το επίθετο λεγόμενος δεν περιείχε υποτιμητική χροιά, δύσκολα κατανοείται γιατί ένας χριστιανός παραποιητής θα έμενε ευχαριστημένος από ένα αμφιλεγόμενο και ασαφές ως προς το νόημα επίθετο («λεγόμενος»), με το οποίο τόσο ελάχιστα δείχνει την αφοσίωσή του στο Χριστό. Άλλωστε υπάρχουν παραδείγματα και στο ίδιο το Κατά Ματθαίον, π.χ. στο 27, 22 ο Πιλάτος λέει «...Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν», που το επίθετο λεγόμενος έχει υποτιμητική χροιά (ο σκεπτικιστής Πιλάτος ασφαλώς δεν πίστευε ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός. Γι' αυτό τον λέει λεγόμενον = όχι αληθινό Χριστό.). Έτσι, δεν είναι απαραίτητα σωστό πως το «Ιησού του λεγόμενου Χριστού» του Ιώσηπου είναι επαινετικός χαρακτηρισμός, δηλαδή παραποίηση από Χριστιανό. Μπορεί απλώς ο Ιώσηπος χρησιμοποιώντας το λεγόμενος είτε να χρησιμοποιεί την προσωνυμία του Ιησού («Χριστός»), όπως άκουσε το πλήθος να τον ονομάζει είτε να γράφει λεγόμενος με την υποτιμητική έννοια (= μή αληθινός) που δίνεται και στο ίδιο το Κατά Ματθαίον. Ένας Χριστιανός παραποιητής που θα ήθελε να δηλώσει ότι ο Ιησούς είναι οπωσδήποτε ο αληθινός Χριστός (δηλ. ο Μεσσίας) δεν θα χρησιμοποιούσε το ασαφές επίθετο «λεγόμενος», διότι αυτό θα μπορούσε να κατανοηθεί δυσφημιστικά για τον Ιησού, δηλαδή ο λεγόμενος, ο μή αληθινός Χριστός. Τέλος, το επίθετο «Χριστός» μπορεί να χρησιμοποιηθεί, για να δηλώσει τον συγκεκριμένο Ιησού, τον Ιησού Χριστό, όπως άκουσε ο Ιώσηπος να τον αποκαλούν, δηλαδή ως όνομα κι όχι ως τίτλος, όχι για να υποδηλώσει τον αληθινό Μεσσία.

δ') «Είναι δείγμα χριστιανικής παραποίησης ότι ο Ιησούς αναφέρεται πρώτος, ενώ ο Ιάκωβος δεύτερος. Μόνο ένας Χριστιανός θα έδινε την πρωτιά στον Ιησού».

Απάντηση: Λάθος. Γιατί να μην έδινε ο Ιώσηπος την μορφή που έδωσε στο κείμενο, απλώς και μόνο επειδή ο Ιησούς ήταν γνωστότερος στο ευρύ κοινό από τον Ιάκωβο; Εάν η αναφορά αντιστρεφόταν και το κείμενο έγραφε «...και στήνει μπροστά στο συνέδριο των κριτών τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Ιησού, του λεγόμενου Χριστού, και μερικούς άλλους˙ και με την κατηγορία ότι παρανόμησαν...», τότε αυτή η μορφή θα δυσχέραινε την κατανόησή του, διότι δεν θα γινόταν σαφές εάν ο Ιώσηπος εννοεί πως ο Ιάκωβος εκτός από αδελφός του Ιησού ήταν αδελφός και των άλλων ή εάν ήταν ο Ιάκωβος και οι άλλοι που παρουσιάστηκαν μπροστά στους κριτές. Ίσως αυτό εύκολα γίνεται κατανοητό, αλλά πάντως, εφόσον ο Ιησούς ήταν πιο γνωστός στους αναγνώστες από τον Ιάκωβο, αφού ο Ιάκωβος αναφέρεται σε σχέση με αυτόν κι όχι το αντίθετο, ήταν και λογικότερο να αναφερθεί πρώτος. Όπως και να ‘χει, ο τρόπος έκφρασης «ο αδελφός του γνωστότερου Χ, ο λιγότερο γνωστός Ψ» δεν είναι καθόλου παράξενος.

ε') «Εάν ο Ιώσηπος πράγματι πίστευε πως ο Ιησούς υπήρξε, δεν θα τον ανέφερε μόνο μια φορά, αλλά θα έλεγε και κάτι περισσότερο, κάπου αλλού στο έργο του αυτό ή σε άλλο.»

Απάντηση: Φυσικά κάνει λόγο για τον Ιησού και σε άλλο απόσπασμα, το αποκαλούμενο Testimonium Flavianum, από το έργο του Ιουδαϊκή αρχαιολογία 18, 3, 3:

«Περίπου εκείνη την εποχή ζούσε ο Ιησούς, ένας σοφός άνθρωπος, αν κάποιος μπορεί να τον πει άνθρωπο, καθώς είχε πετύχει θαυμαστά κατορθώματα και ήταν ο δάσκαλος πολλών ανθρώπων που διψούσαν για καινοτομίες. Πήρε με το μέρος του πολλούς από τους Εβραίους, αλλά και πολλούς από τους Έλληνες. Ήταν ο Μεσσίας. Όταν ο Πιλάτος τον κατεδίκασε στον σταυρό, μετά από κατηγορία των αρχών μας (των Ιουδαίων), αυτοί που τον αγάπησαν από την αρχή δεν σταμάτησαν να είναι προσκολλημένοι σε αυτόν. Την τρίτη ημέρα εμφανίσθηκε σε αυτούς επανερχόμενος στη ζωή, καθώς οι ιερές προφητείες είχαν προείπει για αυτό και για μυριάδες άλλα θαυμαστά πράγματα που αφορούσαν αυτόν. Και η φυλή (ομάδα) των χριστιανών, όπως ονομάσθηκαν μετά απ' αυτόν, δεν έχει εξαφανισθεί μέχρι σήμερα».

Αυτό που θα έπρεπε να αναρωτηθούμε είναι, για ποιο λόγο ο Ιώσηπος θα έγραφε περισσότερα για τον Ιησού. Τη στιγμή που ο Ιώσηπος προκειμένου για την περίοδο δέκα χρόνων γύρω από τον θάνατο του Ιησού αφιερώνει μόνο μια σελίδα στην Ιστορία του ιουδαϊκού πολέμου και έξι σελίδες στην Ιουδαϊκή αρχαιολογία, θα ήταν παράξενο να αφιερώσει περισσότερες σελίδες για τον Ιησού από αυτές που αφιερώνει.

Ασφαλώς το παραπάνω απόσπασμα βρίθει επαίνων για τον Ιησού. Όμως θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, απλώς και μόνο επειδή ο Ιώσηπος δεν δεχόταν πως ο Ιησούς δεν ήταν θεός, δεν σημαίνει πως δεν παραδεχόταν ότι ίσως ήταν καλός άνθρωπος με κάποιες αρετές. Εδώ ακόμα και οι παγανιστές αντιχριστιανοί, όπως ο Πορφύριος, τον παραδέχονται για ενάρετο αρνούμενοι να δεχτούν την θεϊκότητά του. Γιατί να μην είναι παρόμοια η στάση του Ιώσηπου; Σίγουρα δεν τον παραδέχεται για Θεό. Αλλά από το σημείο αυτό, να μην τον παραδέχεται, μέχρι του σημείου να μην βρίσκει τίποτε θετικό σε αυτόν υπάρχει ένα ενδιάμεσο διάστημα, όπου μπορεί κάποιος πιστός Ιουδαίος να τοποθετηθεί, χωρίς να κατηγορηθεί ότι προδίδει τον ιουδαϊσμό του. Με άλλα λόγια, η αναφορά θετικών στοιχείων από τον Ιώσηπο δεν συνιστά απαραίτητα χριστιανική παραποίηση-προσθήκη. Μόνο όταν υπάρχουν χριστιανικοί χαρακτηρισμοί και έπαινοι που θα έκανε μόνο κάποιος που τον λογάριαζε Θεό, τότε μόνο έχουμε προσθήκη-παραποίηση.

Αυτό που προκύπτει είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να υπήρξε πλήρης παραποίηση του κειμένου ή προσθήκη ολόκληρου του κειμένου από Χριστιανούς αντιγραφείς, απλά επειδή υπάρχουν θετικές αναφορές στον Ιησού. Δεδομένου του τρόπου αντιγραφής των χειρογράφων κατά τον Μεσαίωνα (ένας διάβαζε φωναχτά και οι άλλοι αντέγραφαν), δύσκολα επιβεβαιώνεται μια πλήρης παραποίηση κειμένου.

Η απαρχή του τμήματος αυτού είναι χαρακτηριστικός τρόπος γραφής του Ιώσηπου. Βέβαια μπορεί κανείς να πει ότι αντέγραψαν το ύφος του, χωρίς αυτό να αποδεικνύεται. Η περιγραφή «σοφός άνδρας» δεν αντιτίθεται στον ιουδαϊσμό του Ιώσηπου, που απλώς θα αρνείτο τη θεϊκότητά του. Ο Ιώσηπος, ως φιλορωμαίος ασφαλώς θα εκτιμούσε την αντιμιλιταριστική στάση του Ιησού, που σε αντίθεση προς άλλους Ιουδαίους «μεσσίες»-κήρυκες της ένοπλης επανάστασης, δεν ήθελε εξέγερση κατά των Ρωμαίων κι έτσι θα είχε πιο ουδέτερη στάση από αυτήν των αντιχριστιανών Ιουδαίων. Η φράση «αν κάποιος μπορεί να τον πει άνθρωπο» μάλλον υποδηλώνει παραποίηση, δίχως αυτό να μειώνει τα όσα είπαμε για την προηγούμενη φράση: κανείς Χριστιανός δεν θα αποκαλούσε τον Ιησού απλώς «σοφό»˙ άρα η πρώτη φράση είναι του Ιώσηπου. Η φράση «Πήρε με το μέρος ... και πολλούς από τους Έλληνες» δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρως χριστιανική προσθήκη, αφού τα Ευαγγέλια δεν παρουσιάζουν τον Ιησού να ασχολείται πολύ με τους εθνικούς. Έτσι, το κείμενο αυτό δεν είναι πλήρως παραποιημένο, δηλαδή ο Ιώσηπος όντως έγραψε και άλλα πράγματα για τον Ιησού.

στ') «Το παραπάνω απόσπασμα είναι νοηματικά άσχετο. Ο Ιώσηπος αναφέρει τα προβλήματα των Εβραίων και χωρίς το Testimonium το κείμενο θα είχε την κανονική του ροή. Άρα είναι προσθήκη.»

Απάντηση: Ο τρόπος γραφής του είναι ακριβώς τα μπαλώματα και οι συρραφές. Μια σύντομη περιγραφή του βιβλίου 18 από το 35 έως το 89 δείχνει: 18, 35 Άφιξη του Πιλάτου στην Ιουδαία. 18, 55-59 Ο Πιλάτος εισάγει αυτοκρατορικά αγάλματα στο Ναό, προκαλώντας αναστάτωση. 18, 60-62 ο Πιλάτος απαλλοτριώνει θησαυρούς του Ναού, για να χτίσει ένα υδραγωγείο. 18, 63-64 Testimonium Flavianum. 18, 65-80 Ένα γεγονός στη Ρώμη, άσχετο με τον Πιλάτο, σχετικά με την αποπλάνηση ενός οπαδού της Ίσιδας. 18, 81-84 μια αφήγηση για τέσσερεις Ιουδαίους αλήτες, άσχετη με τον Πιλάτο. 18, 85-87, ένα περιστατικό μεταξύ του Πιλάτου και των Σαμαρειτών. 18, 88-89, ο Πιλάτος απολύεται από τον αυτοκράτορα. Συνεπώς υπάρχουν πολλά σημεία όπου ο Ιώσηπος πλατειάζει και συρράφει άσχετες ιστορίες.

ζ') «Το απόσπασμα του Ιώσηπου, ακόμη και αληθές να ήταν, είναι ήδη πολύ μακριά χρονικά από τα γεγονότα˙ δεν μας λέει τίποτα!»

Απάντηση: Αν κρίναμε τα αρχαία κείμενα έτσι, τότε δεν ξέρουμε τίποτα για τον Αλέξανδρο, αφού η ζωή του από τον Αρριανό, γράφτηκε τρεις αιώνες μετά το θάνατο του. Ή πάλι, ό,τι ξέρουμε για τον αυτοκράτορα Τιβέριο (14-37 μ.Χ.) θα ήταν ψέμματα, αφού προέρχεται από ιστορικούς που έζησαν πολύ μετά από αυτόν (π.χ. Τάκιτος (50-120), Σουητώνιος (117-160), Δίων Κάσσιος (-230) (Harris, Murray. 3 Crucial Questions About Jesus. Grand Rapids: Baker, 1994, σ. 26). Πράγματι, πολύ αφελές κι απελπισμένο επιχείρημα των αρνητών της ιστορικότητας του Χριστού.

η') «Ακόμη κι αν αυτά είναι αληθινά, γιατί ο Ιώσηπος δεν αναφέρει και το κύριο πιστεύω των Χριστιανών, την ανάσταση του Ιησού;»

Απάντηση: την αναφέρει έμμεσα, λέγοντας ότι «αυτοί που τον αγάπησαν από την αρχή δεν σταμάτησαν να είναι προσκολλημένοι σε αυτόν.» Φυσικά, ως Ιουδαίος δε θα δεχόταν να πει ότι στα αλήθεια αναστήθηκε (είναι χριστιανική προσθήκη το ότι το λέει), διότι δεν το πίστευε ως αληθές.

ι') «Ο Ιώσηπος, ως φιλορωμαίος, θα έπρεπε να αποφεύγει να γράψει πράγματα κατά ενός Ρωμαίου διοικητή της Ιουδαίας. Γιατί να γράψει ότι ο Πιλάτος έκανε λάθος καταδικάζοντας έναν σοφό άνθρωπο, τον Ιησού; Άρα έχουμε προσθήκη χριστιανική». 
 
Απάντηση: Και πάλι λάθος! Όλο το κείμενο έχει αρνητική αναφορά στον Πιλάτο, δεν είναι απλώς το απόσπασμα του Testimonium όπου ο Πιλάτος εμμέσως κατακρίνεται. Το θέμα όμως είναι ότι ο Ιώσηπος μπορούσε να λέει ό,τι θέλει για τον Πιλάτο, υπό τον όρο να μην πει τίποτα κακό για τους Ρωμαίους πάτρωνες του. Μπορεί να κατακρίνει έμμεσα τον Πιλάτο, αλλά όχι τη Ρώμη ως κράτος ή τους φίλους του. 
 

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, 2ο. Αναίρεσις μύθων και βλασφημιών.

74. "Αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται οι Χριστιανοί, υπάρχουν δεκαπέντε προχριστιανικοί εθνικοί θεοί, οι οποίοι σταυρώνονται και δεινοπαθούν. Σύμφωνα με το βιβλίο «15 Εσταυρωμένοι & Αναστημένοι σωτήρες», του Γεώργιου Γρηγορομιχελάκη, υπάρχουν τουλάχιστον 15 τέτοιοι: α’) ο Κρίσνα: «Ο Γάλλος συγγραφέας του έργου «Η Θρησκεία των αρχαίων» Γκινιάν, μιλά για την σταύρωση του θεού αυτού και αναφέρει πώς καρφώθηκε σε ένα δέντρο» (σελ. 88). β') ο ινδός θεός Σακία: «ένας από αυτούς που αναφέρεται ξεκάθαρα είναι ο Σακία, Βούδας Σακία ή Σάκι Μούνι» (σελ. 93) «σε κάποιες χώρες λέγεται πως ο θεός σταυρώθηκε από ένα βέλος που διαπέρασε το σώμα του και τον κάρφωσε σε ένα δένδρο» (σελ. 93). γ') ο θεός Ταμούζ της Συρίας: «αναστήθηκε από τους νεκρούς για να σώσει τον κόσμο» (σελ. 98): «Σύμφωνα με τις δυτικές ιστορίες οι οποίες απέκρυψαν την ιστορία της σταύρωσης, ζούσε στην γη και τραυματίστηκε από αγριόχοιρο, πέθανε και γκρεμίστηκε στα σκοτεινά δώματα της Αλλατού, της θεάς του θανάτου» (σελ. 99). «Η Ιστάρ (θεά Αστάρτη) πέτυχε να τον αναστήσει ραντίζοντάς τον με κρύο νερό και αλείφοντάς τον με αρώματα. Έτσι τον επαναφέρει στην ζωή μόνο σε ορισμένη ώρα του έτους» (σελ. 99), δ΄) ο θεός Βιττόμπα του Τελιγκονέζε (6ος αι π.Χ.): «Παρουσιάζεται στην ιστορία του με οπές από καρφιά στα χέρια και στα πόδια. Τα καρφιά, τα σφυριά και οι τανάλιες αναπαριστώνται διαρκώς στην σταύρωση του και είναι αντικείμενα λατρείας από τους οπαδούς του» (σελ. 99). «Το σιδηρούν στέμμα της Λομβαρδίας έχει ένα καρφί, το οποίο ισχυρίζονται πως είναι ο πραγματικός και γνήσιος σταυρός του και γι αυτό λατρεύεται στο όνομά του» (σελ. 99), ε’) ο θεός Ιάω του Νεπάλ (7ος π.Χ. αι.): «Για τον σωτήρα αυτό γνωρίζουμε πως σταυρώθηκε σε ένα δένδρο στο Νεπάλ» (σελ. 99). «Το όνομα του ενσαρκωμένου αυτού θεού και του ανατολίτη σωτήρα εμφανίζεται στα βιβλία των άλλων χωρών» (σελ. 99). Στ’) ο θεός Χεσούς των Κελτών (9ος αι. π.Χ.): «Οι Κέλτες Δρυίδες αναπαριστούσαν τον θεό τους Χεσούς εσταυρωμένο με ένα πρόβατο στη μια πλευρά και ένα ελέφαντα στην άλλη» (σελ. 100). «Ο ελέφαντας ως το μεγαλύτερο γνωστό ζώο επιλέχθηκε για να αναπαραστήσει το μέγεθος των αμαρτιών του κόσμου, ενώ το πρόβατο για να αναπαραστήσει την αθωότητα του θύματος» (σελ. 100), ζ’) ο θεός Κετσατκοάτλ στο Μεξικό (6ος αι. π.Χ.): «Η ιστορική ύπαρξη του θεού αυτού είναι αναμφισβήτητη και δεν μπορεί να εξαφανιστεί» (σελ. 100). «Ο Μεξικανός αυτός θεός εκτελέστηκε πάνω σε σταυρό και θυσιάστηκε για τις αμαρτίες της ανθρωπότητας» (σελ. 100). «Οι αποδείξεις για την ύπαρξή του βρίσκονται χαραγμένες στο χάλυβα και σε μεταλλικές πλάκες. Μία από τις πλάκες αυτές τον παρουσιάζει εσταυρωμένο πάνω σ’ ένα βουνό, όπως γράφει ο Ιουστίνος για τον Ιησού» (σελ. 100). «Σύμφωνα με άλλο συγγραφέα παρουσιάζεται εσταυρωμένος σε έναν σταυρό και σε μια άλλη αναφορά κρεμασμένος με ένα σταυρό στο χέρι» (σελ. 100), η’) ο θεός Κουιρίνους της Ρώμης (6ος αι. π.Χ.): «Κατά τον θάνατό του ολόκληρη η γη σκοτείνιασε όπως και στην περίπτωση του Ιησού, του Κρίσνα και του Προμηθέα» (σελ. 101), θ’) ο Προμηθέας του Αισχύλου, ι’) ο Θούλις της Αιγύπτου (1700 π.Χ.): «Ο Θούλις τη Αιγύπτου πέθανε πάνω στο σταυρό…» (σελ. 102), ια’) ο Ίντρα στο Θιβέτ (8ος π.Χ. αι.): «Για την σταύρωση αυτού του θεού και σωτήρα δεν έχουμε παρά μια σύντομη αναφορά το Thibetinum Alphabetum σελ. 230. Στο έργο αυτό βρίσκουμε εικόνες που αναπαριστούν τον Θιβετιανό αυτό σωτήρα εσταυρωμένο» (σελ. 103), ιβ’) ο Άττις της Φρυγίας: «Ο Άττις λατρεύονταν μαζί με την Κυβέλλη ως υιός και εραστής της» (σελ. 103). «Ο Παυσανίας VII 7 γράφει πως ο Δίας αγανάκτησε εναντίων του Άττι και έστειλε ένα αγριογούρουνο για να καταστρέψει τις σοδιές των Λυδών. Τότε ο Άττις και οι Λυδοί σκοτώθηκαν από το αγριογούρουνο, γι αυτό και οι Γαλάτες της Πεσσινούντας δεν αγγίζουν χοιρινό κρέας» (σελ. 103). «Ο Άττις είναι ένας από τους θεούς που πεθαίνουν και ανασταίνονται. Στην ιστορία του υπάρχει η λατινική φράση Suspensus Lingo» που δείχνει τον τρόπο του θανάτου του: Κρεμάστηκε σε ένα δέντρο, σταυρώθηκε, τάφηκε και αναστήθηκε. Στις κάρτες του Ταρώ ο Άττις παρουσιάζεται με την μορφή του Κρεμασμένου» (σελ. 104), ιγ’) ο Κριτέ της Χαλδαίας: «Ήταν γνωστός ως Λυτρωτής, ευλογημένος Υιός του Θεού, σωτήρας της φυλής, ο προσφέρων την λύτρωση σε ένα θυμωμένο θεό, Όλα αυτά καταγράφονται σύμφωνα με τον Χίγκινς, στα ιερά βιβλία των Χαλδαίων, όπου αναφέρεται και η σταύρωση του θεού. Όταν πέθανε η γη και ο ουρανός κλονίστηκαν» (σελ. 105), ιδ’) ο θεός Μπάλι της Ορίσσα: «Από τα βιβλία της Ανατολής μαθαίνουμε πως στην Ορίσσα, μια Ασιατική περιοχή, υπήρχε ένας εσταυρωμένος θεός» (σελ. 105). «ονομάζονταν και «Δεύτερος Κύριος», ως αναφορά σε ένα δεύτερο πρόσωπο ή το δεύτερο μέλος μια τριάδος, αφού οι περισσότεροι εσταυρωμένοι θεοί κατέχουν την θέση αυτή σε μια τριάδα θεοτήτων» (σελ. 105) και ιε’) ο Μίθρας της Περσίας: «Ο Πέρσης αυτός θεός, σύμφωνα με τον Χίγκινς, «σφαγιάσθηκε στο σταυρό για να λυτρώσει την ανθρωπότητα από τα αμαρτήματά της»» (σελ. 105). «Λέγεται πως γεννήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου και σταυρώθηκε σε ένα δένδρο» (σελ. 105). Οι Χριστιανοί το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να αντιγράψουν τις παραπάνω ιστορίες και να τις παρουσιάσουν ως κάτι τάχα καινούργιο".

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος βασίζεται σε δύο άξονες-ερωτήματα: 1) δανείστηκαν οι Χριστιανοί και οι Απόστολοι από αυτές τις μυθολογίες στοιχεία, ώστε να τα συνενώσουν στο πρόσωπο του Ιησού; και 2) Πληρούν οι θεοί αυτοί τα κριτήρια που εκπληρώνει ο Ιησούς, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη;

Για το πρώτο σκέλος, είναι κάτι παραπάνω από αφελές να ισχυριστεί κανείς ότι οι 12 αμαθείς ψαράδες Απόστολοι, που ξεκίνησαν την διάδοση του Χριστιανισμού γνώριζαν το σύνολο των μυθολογιών αυτών. Άνθρωποι που δεν ήξεραν τίποτε για τον κόσμο πέρα από την περιοχή όπου ψάρευαν, θα ήταν αδύνατο να γνωρίζουν όλες αυτές πληροφορίες, ώστε μετά, σε δεύτερο στάδιο, να καθίσουν και να επιλέξουν αυτές που τους χρειαζόταν για να «φτιάξουν» την προσωπικότητα του Χριστού, και σε τρίτο στάδιο να δεχθούν να βασανιστούν και να θανατωθούν πρόθυμα, για χάρη ενός ψέμματος, το οποίο σχεδίασαν με κάθε ακρίβεια. Μήπως ταξίδεψαν στο Μεξικό, το Θιβέτ, την Ινδία, στους Κέλτες, στην Μικρά Ασία, ώστε να συλλέξουν πληροφορίες; Ή κατέγραφαν στη μικρή γωνιά του κόσμου τις πληροφορίες που ξένοι τούς έδιναν; Αλλά και πάλι, πότε πρόλαβαν οι δώδεκα αγράμματοι ψαράδες μεταξύ της Σταύρωσης και της συγγραφής των Ευαγγελίων α’) να συλλέξουν τόσες πληροφορίες, β’) να τις επεξεργαστούν, εν μέσω διωγμών από τους συμπατριώτες τους; γ’) Δεν ήταν ευκολότερο γι' αυτούς να καταγράψουν ό,τι είδαν και άκουσαν οι ίδιοι για τον Χριστό, αντί να καταγράψουν τις μυθολογίες 15 ξένων, άγνωστων γι' αυτούς θεών από μακρινές ή πολύ μακρινές χώρες;

Για το δεύτερο σκέλος, αρκεί η παράθεση των διαφορών μεταξύ του Χριστού και των ψευδοθεοτήτων, δεδομένου ότι οι απαντήσεις στα ερωτήματα α' και β'’ είναι αρνητικές, ενώ στο γ' είναι καταφατική.

α') ο θεός Κρίσνα, θεός του ινδικού πανθέου, 8η ενσάρκωση του θεού Βισνού, φόνευσε τον βασιλιά και διώκτη του Κάσνα. Ήταν εραστής της βοσκοπούλας Ράδα. Φονεύτηκε με βέλος, όταν – σύμφωνα με την Μαχαβαράτα – μεταμορφώθηκε σε αντιλόπη. 
 
Συνεπώς: 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό ο Κρίσνα ανήκει σε πανθεϊστικό σύστημα και δεν είναι Υιός μονογενής του Ενός Θεού
 
2) αντίθετα από το Χριστό, ο Κρίσνα έχει ερωτικές σχέσεις, 
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, ο Κρίσνα δεν σταυρώνεται αλλά φονεύεται με βέλος
 
4) αντίθετα με τον Χριστό δεν αναστήθηκε σωματικά ή αλλιώς
 
5) αντίθετα από τον Χριστό, ο Κρίσνα δεν γεννήθηκε από παρθένο.

β') ο θεός Σακία, που δεν είναι θεός, διότι είναι ενσάρκωση του Βούδδα, δηλαδή απλός άνθρωπος, άγιος μεν (κατ' αυτούς), αλλά άνθρωπος. 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, ο Σακία είναι άνθρωπος
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, ο Σακία δεν σταυρώνεται με καρφιά, αλλά τοξεύεται
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, ο Σακία καρφώνεται σε δέντρο και όχι σε σταυρό
 
4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι αναστήθηκε, σωματικά ή άλλως, 
 
5) αντίθετα από τον Χριστό, ο Σακία δεν γεννήθηκε από παρθένα, πατέρας του ήταν ο Σουδοντάνα, ένας ευγενής. Οι μετέπειτα θρύλοι λέγουν πως εισήλθε στην βασίλισσα Μαγιά πριν γεννηθεί, με την μορφή λευκού ελέφαντα (πιθανόν στον ύπνο της).

γ') ο θεός Ταμούζ της Συρίας, σύζυγος της Ιστάρ, πληγώθηκε θανάσιμα από Κάπρο, απεσπάσθη από τον Άδη από αυτήν. 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ είχε σύζυγο
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ σκοτώθηκε από κάπρο και δεν πέθανε στο σταυρό
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ αναστήθηκε με τη βοήθεια της γυναίκας του, ενώ ο Χριστός ήταν Θεός και ανεστήθη μόνος του
 
4) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ ανεστήθη με τη βοήθεια κρύου νερού, 
 
5) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ ανασταίνεται μόνο συγκεκριμένες στιγμές το χρόνο, ενώ ο Χριστός ανεστήθη σαρκικώς μια για πάντα
 
6) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννήθηκε από παρθένο
 
7) αντίθετα από τον Χριστό, ο Ταμούζ ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα.

δ') ο θεός Βιττόμπα, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να γεννήθηκε από παρθένο
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν σταυρώθηκε, αλλά απλώς καρφώθηκε
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να ανεστήθη.

ε') ο θεός Ιάω, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να γεννήθηκε από παρθένο
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν σταυρώθηκε σε σταυρό, αλλά σε δένδρο, 
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη.

στ') ο θεός Χεσούς, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, παριστάνεται σταυρωμένος με έναν ελέφαντα από τη μια και ένα πρόβατο στην άλλη, 
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι γεννήθηκε από παρθένο
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη
 
4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ως μονογενής Υιός του ενός Θεού, διότι ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα, των Δρουΐδων.

ζ') ο «θεός» Κετσατκοάτλ, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, ήταν άνθρωπος και δεν θεωρήθηκε θεάνθρωπος
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, ήταν υιός του βασιλέα Τοτεπένχ Καμάντι της Τολάν, ο οποίος δολοφονήθηκε, 
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, έγινε βασιλιάς κράτους των Τολτέκων, 
 
4) αντίθετα με τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα των προκολομβιανών θρησκειών
 
5) αντίθετα με τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη
 
6) αντίθετα με τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι γεννήθηκε από παρθένο.

η') ο θεός Κουιρίνους, 
 
1) αντίθετα με τον Χριστό, είναι ο συνιδρυτής της Ρώμης Ρωμύλος, που έλαβε αυτό το όνομα από τους Ρωμαίους μετά θάνατον, θεωρούμενος υιός του Άρη, 
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννήθηκε από παρθένο
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα και δεν είναι Υιός του ενός Θεού μονογενής
 
4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη σωματικά ή άλλως, 
 
5) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται εάν πέθανε στο σταυρό ή αλλιώς.

θ') ο θεός Προμηθέας, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννήθηκε από παρθένο, αλλά από την Κλυμένη που ξάπλωσε σε κοινό κρεβάτι με τον Ιαπετό (Ησ. Θεογ. Στιχ. 507), 
 
2) αντίθετα από τον Χριστό δεν είναι Υιός μονογενής του ενός Θεού
 
3) αντίθετα από τον Χριστό ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα
 
4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν σταυρώθηκε, αλλά δέθηκε με αλυσίδες στον βράχο ενός βουνού, του Καυκάσου, 
 
5) αντίθετα από τον Χριστό, δεν ανεστήθη, εφόσον δεν πέθανε καν, αλλά διεσώθη από τον Ηρακλή.

ι') ο θεός Θούλις της Αιγύπτου, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν ήταν θεός, αλλά πραγματικό πρόσωπο, Φαραώ της Αιγύπτου, θεοποιημένος εν ζωή, όπως οι παγανιστές καίσαρες
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι γεννήθηκε από παρθένο
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι πεθαίνοντας ανεστήθη σωματικά ή άλλως
 
4) αντίθετα από τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα.

ια’) ο θεός Ίντρα, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ήταν Υιός μονογενής του ενός Θεού
 
2) αντίθετα από τον Χριστό δεν αναφέρεται σε μονοθεϊστικό σύστημα
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται γεννημένος από παρθένο
 
4) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι ανεστήθη σαρκικώς για πάντα.

ιβ') ο θεός Άττις, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννιέται από παρθένο γυναίκα άνθρωπο
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, έχει σεξουαλικές σχέσεις με την μητέρα του
 
4) αντίθετα από τον Χριστό, σκοτώθηκε από αγριογούρουνο σταλμένο από το Δία, 
 
5) αντίθετα από τον Χριστό, δεν σταυρώθηκε σε σταυρό
 
6) αντίθετα από τον Χριστό, δεν ανεστήθη ούτε σαρκικώς ούτε εξ άπαντος.

ιγ') ο θεός Κριτέ, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν ανήκει σε μονοθεϊστικό σύστημα, ώστε να είναι Υιός του Θεού μονογενής
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να γεννήθηκε από παρθένο
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται να ανεστήθη σαρκικώς και εξ άπαντος. Ποια είναι αυτά τα «ιερά βίβλία» των Χαλδαίων, που ομιλούν γι’ αυτόν;

ιδ') ο θεός Μπάλι, 
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι γεννήθηκε από παρθένο
 
2) αντίθετα από τον Χριστό, δεν αναφέρεται ότι είναι μονογενής Υιός του ενός Θεού, δηλαδή, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα
 
3) σε αντίθεση με τον Χριστό, ονομάζεται «δεύτερος Κύριος», 
 
4) σε αντίθεση με τον Χριστό, δεν αναφέρεται εάν ανεστήθη σαρκικά εξ άπαντος ή εάν ενσαρκώθηκε ώστε να πεθάνει
 
5) αντίθετα από τον Χριστό, είναι θεός του βασιλείου των νεκρών, κάτι αντίστοιχο του Πλούτωνα. Γιατί δεν κατονομάζονται τα «βιβλία της Ανατολής», τα οποία μιλούν γι' αυτόν; Άτιτλα είναι; Πώς μπορεί να αποδειχθεί τριάδα βάσει απλής παράθεσης του «Δεύτερου Κυρίου»; Είναι απαραίτητο να υπάρχει και «Τρίτος Κύριος», εάν απλώς υπάρχει Δεύτερος; Ποιος είναι αυτός, αν υπάρχει, στη θρησκεία του Μπάλι;

ιδ') ο θεός Μίθρας  
 
1) αντίθετα από τον Χριστό, δεν γεννήθηκε από παρθένο γυναίκα, αλλά σύμφωνα με τη μυθολογία από ένα αυγό.
 
2) αντίθετα από τον Χριστό δεν ανεστήθη σαρκικώς και εξ άπαντος
 
3) αντίθετα από τον Χριστό, ανήκει σε πολυθεϊστικό σύστημα και δεν είναι μονογενής Υιός του ενός Θεού.

Αλλά και ο Διόνυσος, που τον ξέχασαν, μέσα στην τρελή χαρά τους («αφού βρήκαμε δεκαπέντε παγανιστικούς Χριστούς, τί δεκαπέντε τί δεκάξι») ως ακόμη έναν «αναστημένο θεό», είχε μητέρα, την Σέμελη, την οποία διακόρευσε ο ύπατος Greek Lover Ζευς - και ήταν και εξαμηνίτικος (Απολ. Βιβλ. Γ', IV, 3)! Αλλά ειδικότερα, στο ζήτημα της παρθενίας των μητέρων των «θεών» αυτών, ακόμη και για τις μετενσαρκώσεις, όπου απλώς εισέρχεται στην κοιλία της μητέρας ο θεός-πνεύμα, οι μητέρες αυτές έχουν ήδη άντρα και συνεπώς δεν είναι παρθένες, ακόμη κι αν δεν διακορεύτηκαν από τον θεό για να γεννηθεί ένας γιος-θεός. 
 
Ο Χριστός είναι 
 
1) γεννημένος από την παρθένο Μαριάμ, 
 
2) μονογενής Υιός ενός Θεού, 
 
3) σταυρώνεται σε σταυρό, 
 
4) ανασταίνεται σαρκικώς εξ άπαντος. 
 
Οι «θεοί» που οι Ν/Π παρουσιάζουν:
 
1) συχνά δεν είναι θεοί, αλλά πραγματικοί άνθρωποι μετά θάνατον θεοποιηθέντες ή κατά τη διάρκεια της εξουσίας τους, 
 
2) δεν γεννώνται από παρθένα, 
 
3) δεν είναι μονογενείς Υιοί ενός μοναδικού Θεού, 
 
4) πολλές φορές δεν σταυρώνονται, αλλά τοξεύονται ή φονεύονται αλλιώς, 
 
5) έχουν σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες, ακόμη και με τη μάνα τους, 
 
6) πολλές φορές δεν ενσαρκώνονται καν, 
 
7) δεν ανασταίνονται σαρκικώς, 
 
8) δεν ανασταίνονται ούτε σαρκικώς ούτε μια και για πάντα, 
 
9) ανασταίνονται με μαγικά μέσα, νερό, αρώματα – με βοήθεια άλλων θεών, 
 
10) ανήκουν σε πολυθεϊστικά θρησκευτικά συστήματα.

Οι διαφορές είναι όχι απλώς προφανείς, όχι απλώς πολλές, αλλά τεράστιες και βαρυσήμαντες. Κανείς από τους «15 σταυρωμένους και αναστημένους θεούς» δεν έχει ούτε τις μισές ιδιότητες του Χριστού. Όλοι οι θεοί έχουν τουλάχιστον τις μισές ιδιότητες από τις δέκα παραπάνω. Τόσες διαφορές, τόσο σημαντικές, αποκλείουν δίχως δεύτερη σκέψη την πιθανότητα οι τρομοκρατημένοι, καταδιωκόμενοι, αμαθείς Ευαγγελιστές να κάτσουν και να συνδυάσουν ένα πρόσωπο με τις ιδιότητες του Ιησού βάσει των ιδιοτήτων των θεών, ώστε μετά να αρχίσουν απέραντα ταξίδια προκειμένου να διδάξουν και να πεθάνουν με σκληρό θάνατο, για χάρη ενός ψέμματος.

Ασφαλώς, ουδέποτε ο Χριστιανισμός είπε ότι δεν υπάρχουν σε αυτές προτυπώσεις του ερχομού του Χριστού. Ισχυρίστηκε ότι αυτός κατέχει ολόκληρη την αλήθεια (κι όποιος θέλει το δέχεται αυτό), όχι ότι οι άλλοι δεν κατέχουν κανένα μέρος της αλήθειας (σπερματικός λόγος) άποψη του αγίου Ιουστίνου του Φιλοσόφου και μάρτυρος, όχι καθολική θέση της εκκλησίας.

Αλλά υπάρχει και μία τρίτη απόδειξη ότι δεν είναι αντιγραφή η ιστορία του Χριστού με τις μυθολογίες. Οι διηγήσεις για τους θεούς αυτούς παραμένουν απλές διηγήσεις, μύθοι, δίχως κάποιο θεολογικό νόημα να ενυπάρχει σε αυτούς. Ποτέ δηλαδή δεν ανέπτυξε καμμία άλλη θρησκεία που είχε ως κεντρικά πρόσωπα τον Μαρντούκ ή τον Μίθρα ή άλλους, τέτοια σωτηριολογία σαν τη χριστιανική. Γιατί; Διότι απλώς τα «γεγονότα» της ζωής των θεών τους τα έβλεπαν ως απλούς μύθους-μοτίβα. Το πολύ πολύ να θεωρηθούν οι μύθοι ως συμβολισμοί φυσικών διαδικασιών (πράγμα αδύνατο για όλους τους μύθους). Από τί πράγμα (εννοείται, κακό) προσπάθησαν όλοι αυτοί οι παγανιστικοί θεοί να σώσουν τον άνθρωπο και τον κόσμο, ώστε να σταυρωθούν; Και γιατί να είναι έτσι αυτός ο κόσμος, ώστε να χρειαστεί η επέμβασή τους; Δεν υπάρχουν τέτοιες απαντήσεις στις θρησκείες αυτές, διότι πίσω από τα «γεγονότα» δεν υπάρχει καμμία πρόθεση για θεολογία, και καμμία θεολογική προϋπόθεση. Στο Χριστιανισμό όμως υπάρχει το θεολογικό υπόβαθρο: ο Χριστός σταυρώνεται για να σώσει τους ανθρώπους από κάτι συγκεκριμένο (αμαρτία), που υπάρχει στον κόσμο λόγω συγκεκριμένης αιτίας. Δεν έχουμε στο Χριστιανισμό παραμύθια κι ωραίες, αναίτιες ιστοριούλες. Οι οπαδοί των Μίθρα, Σακία κ.ο.κ. επικεντρώνονται στη θεότητα και θεωρούσαν τα γεγονότα αυτά ως μύθους, το πολύ πολύ συμβολικούς της αλληλουχίας των εποχών. Θεολογικές ή κοσμολογικές προϋποθέσεις και επεξηγήσεις των – αντίστοιχων του Χριστού – παθημάτων των παγανιστικών θεών δεν υπάρχουν στους παγανιστικούς μύθους (είτε αυτοί είναι γεγονότα είτε συμβολικοί).

Αλλά και άν όντως ο Ορφέας ή ο Άδωνις προσπάθησε να σώσει από την αμαρτία ή τη φθορά ή το κακό, τον άνθρωπο, γιατί υπάρχουν η αμαρτία και η φθορά στον κόσμο; Δίνουν οι μυθολογίες των θεών τέτοια εξήγηση; Σχεδόν καμμία. Αν οι ορφικοί απαντήσουν ότι το κακό, η φθορά κ.λπ. υπάρχουν λόγω της κακής ύλης, αυτό είναι το άκρως αντίθετο από την διδασκαλία του Χριστιανισμού. Καμμία σχέση δεν έχουν κάτι τέτοιες αντιλήψεις με το Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός θεωρεί αίρεση την άποψη ότι η ύλη είναι φύσει κακή, διότι τότε θα θεωρούσε και τον δημιουργό που την δημιουργεί, τον Θεό, κακό.

Με άλλα λόγια, η τεράστια διαφορά μεταξύ Χριστιανισμού και Ορφισμού (του μόνου από τους παγανιστικούς θεούς, του οποίου η θρησκεία είναι κάτι παραπάνω από μια απλή εξιστόρηση της τύχης του θεού), είναι ότι ο Χριστιανισμός την ύλη δεν την βλέπει ούτε κατώτερη (τιτάνεια) ούτε κακής ποιότητας ούτε της δίνει άλλο κανένα υποτιμητικό - άρα δαιμονικής προέλευσης - χαρακτηρισμό για το δημιούργημα του Θεού (δηλαδή την ύλη), διότι μόνο ο Χριστιανισμός σέβεται τόσο το σώμα του ανθρώπου, ώστε να διακηρύσσει ότι αυτό θα αναστηθεί-αφθαρτοποιηθεί. Όσους λοιπόν παγανιστικούς σταυρωμένους και αναστημένους «θεούς»-μύθους κι αν φέρνουν οι νεοπαγανιστές εναντίον του Χριστιανισμού, την τεράστια διαφορά μεταξύ αυτών και του Χριστιανισμού δεν θα μπορέσουν να την εξηγήσουν, εκτός αν φορέσουν τις παρωπίδες του εθνικισμού και του ρατσισμού.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, αντιγραφή των παγανιστικών μύθων από τον Χριστιανισμό, όπως ισχυρίζονται οι φιλοχριστιανοί (όταν προσπαθούν να βρουν ομοιότητες και αντιγραφή εκ μέρους του Χριστιανισμού, ώστε να τον θεωρήσουν ελληνικό και να τον αποδεχτούν) ή οι αντιχριστιανοί (όταν προσπαθούν να βρουν ομοιότητες, ώστε να κατηγορήσουν τον Χριστιανισμό ότι «τις έκλεψε») εθνικιστές (νεο-ορφικοί και μή) ή οι παγανιστές, διότι μόνο στον Χριστιανισμό υπάρχει βαθύ και διαφορετικό από τους άλλους μύθους νόημα των γεγονότων αυτών, και διότι μόνο στο Χριστιανισμό υπάρχουν οι θεολογικές, κοσμολογικές κ.ά. προϋποθέσεις, οι οποίες κάνουν επιτακτική την σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού. Πέραν ότι οι παγανιστικοί μύθοι ήταν αλληγορικοί, ενώ οι Χριστιανοί ουδέποτε είπαν ότι οι εξιστορήσεις για τον Χριστό ήταν αλληγορικές κι όχι γεγονότα, εάν ο Χριστιανισμός αντέγραψε τους μύθους αυτούς, τότε θα έπρεπε και στους μύθους, στις θρησκείες αυτές να υπάρχει αντίστοιχο περιεχόμενο και μεταφυσικό νόημα και κοσμολογικές προϋποθέσεις. Τέτοια ομοιότητα όμως στο νόημα ή στις προϋποθέσεις δεν βρίσκεται μεταξύ Χριστιανισμού και μυθολογιών.

Ορισμένοι νεοπαγανιστές λένε πως οι μύθοι των ανατολικών αυτών θεών δεν είχαν καμμία ιδέα της «αμαρτίας» και «σωτηρίας από την αμαρτία», αλλά, ως εθνικοί που είναι, κρίνουν το αληθές-ψευδές της ιδέας της αντίληψης περί «αμαρτίας» με βάση το αν οι αρχαίοι πρόγονοί μας είχαν αντίληψη περί «αμαρτίας» κι όχι αν δικαιολογείται τέτοια άποψη. Είναι φυσικό, για την εθνικιστική αντίληψη αυτών των νεοπαγανιστών είτε ν' απορρίπτει ο,τιδήποτε δεν είναι αρχαιοελληνικής προέλευσης είτε να το «ελληνοποιεί» κατά τρόπο επιπόλαιο, προκειμένου να το πιστέψει.
 

Αναζητηση

Αναγνώστες