Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Ὁ προδότης Ἰούδας

Ἅγιος Νικόλαος Αρχ/πος Ἀχρίδος

Ἐπιστολή στόν σιδερὰ Ῥαντοσάββα Ι., γιά τὸν προδότη Ἰούδα

Ῥωτᾶς: «Θὰ συγχωρηθεῖ, ἄραγε, στόν Ἰούδα ἡ ἁμαρτία τῆς προδοσίας τοῦ Διδασκάλου καὶ Κυρίου του Ἰησοῦ Χριστοῦ;». Δὲν γνωρίζω γιά ποιό λόγο σὲ ἐνδιαφέρει κάτι τέτοιο. Γιά μᾶς ἀποτελεῖ τή μεγαλύτερη μέριμνα αὐτό, τὸ νά μὴν προδώσουμε ἐμεῖς τὸν Χριστὸ μὲ τίς ἀνομίες μας. Καὶ ἀκόμα πιὸ σημαντικό τό πῶς νά σώσουμε τίς ψυχὲς μας. Γιατὶ δές, τὸ ῥολόι τῆς ζωῆς μας μετράει γοργὰ τὶς μέρες καὶ τὶς ὦρες ὑπενθυμίζοντάς μας τὴν ἐπικείμενη ἔξοδο ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο. Ὅλοι ἐμεῖς θὰ βρεθοῦμε ἐνώπιον τοῦ αἰώνιου Κριτή, ὁ Ὁποῖος θὰ ἐκφέρει τὴ δίκαιη Κρίση Του γιά ὅλα ἐκεῖνα πού πράξαμε στή ζωὴ μας, ἐνώπιον ὅλων τῶν οὐρανίων ἀνθρώπων.

Ὅταν οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν σὲ δίκη, σκέφτεται ὁ καθένας τὰ δικὰ του ἁμαρτήματα καὶ τὶς ἀδικίες καὶ τὸ πῶς θὰ δικαιολογήσει τὸν ἑαυτὸ του ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ. Κανεὶς δέν ἔχει τὸ χρόνο καὶ τὴν ἐπιθυμία νά σκεφτεῖ γιά τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, μήτε καὶ νά μπεῖ στά μυστικὰ τοῦ νοῦ τοῦ δικαστή πού θὰ κρίνει. Ποιός γνωρίζει τὸ πῶς θὰ κρίνει ὁ αἰώνιος Κριτὴς ἐμένα καὶ ἐσένα; Σίγουρο εἶναι μονάχα ἕνα, ὅτι θὰ μᾶς κρίνει κατὰ τὸ δίκαιο καὶ ὄχι ἄδικα, ἐνῶ ἐμεῖς θὰ θέλαμε περισσότερο νά μᾶς κρίνει ὄχι κατὰ τὸ δίκαιο ἀλλὰ μὲ ἔλεος. Μάταια ὅμως. Ἐκεῖνος ὑποσχέθηκε νά κρίνει δίκαια.

Γι’ αὐτὸ μᾶς καταλαμβάνει φόβος καὶ τρόμος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐγώ, δέν ἐπιθυμῶ οὔτε γιά σένα, οὔτε γιά μένα καὶ γιά κανένα στόν κόσμο, νά βρεθεῖ σὲ κείνη τὴν πλευρά πού θὰ βρίσκεται ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης. Ἐπειδὴ ὁ Ἰούδας, εἶναι προδότης. Εἶναι προδότης καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ του. Πρόδωσε τὸν Χριστό, τοὺς Ἀποστόλους, τὸν ἑαυτὸ του τὸν ἴδιο ὡς ἄνθρωπο. Πρόδωσε τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους στούς Ἰουδαίους καὶ τὸν ἑαυτὸ του στό διάβολο. Γιατὶ εἶναι γραμμένο: «τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς» (Ἰω. 13, 27). Εἶναι δύσκολο νά μετρήσει κανεὶς ὅλο τὸ βάθος τοῦ κακοῦ πού κατέλαβε τὸν Ἰούδα. Ἦταν ἄπιστος καὶ ἀχόρταγος, κλέφτης καὶ φιλάργυρος, φίλαυτος καὶ προδότης τέλος, ἀπελπισμένος καὶ αὐτόχειρας.

Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πολλὲς φορὲς τὸν προειδοποίησε νά ἀφήσει τὸν κακὸ του δρόμο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔμεινε ἀμετανόητος. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἔδειχνε ἀπέναντί του, τὴν ἴδια φροντίδα καὶ ἀγάπη καθὼς καὶ στούς ὑπολοίπους μαθητὲς, ἀλλὰ ἐκεῖνος στήν ἀγάπη ἀπαντοῦσε μὲ μῖσος. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γονάτισε καὶ τοῦ ἔπλυνε τὰ πόδια, λίγο πρὶν τὴν προδοσία καὶ ἀπὸ τὸ χέρι Του, τοῦ πρόσφερε τεμάχιο ἄρτου βουτηγμένο στο ἁλάτι. Μὲ ψωμὶ καὶ ἁλάτι, ἐμεῖς ὑποδεχόμαστε τοὺς ὑψηλοὺς καλεσμένους. Ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς Κύριος θέλησε νά ἀνυψώσει τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ Ἰούδα, γι’ αὐτὸ τοῦ προσέφερε ἄρτο καὶ ἁλάτι. Τὸν χαιρέτησε μὲ ἄρτο καὶ ἁλάτι, ἀκριβῶς πρὶν τὴν προδοσία. Ὁ Ἰούδας, πῆρε μὲ τὸ χέρι του τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τὰ πῆρε μὲ τὸ χέρι μὰ τὰ ἀπέῤῥιψε στήν καρδιά του μὲ περιφρόνηση. Ὁ θνητὸς ἄνθρωπος, ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀθανάτου!

Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸν ἐγκατέλειψε πλήρως, καὶ μετὰ τὸ ψωμί, τότε εἰσῆλθε σ’ ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς (Ἰω. 13, 27). Ἀπὸ ἐκείνη τή στιγμή ὁ Ἰούδας, πρώην μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ πρώην ἄνθρωπος, διεγράφη ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν ἀνθρώπων καὶ καταγράφηκε στίς τάξεις τῶν πνευμάτων τῆς κολάσεως. Ἐσὺ τώρα, πειράζεις τὸν Θεὸ καὶ ῥωτᾶς ἂν ὁ Θεὸς θελήσει νά συγχωρήσει τὰ πνεύματα τῆς κολάσεως καὶ νά τὰ σώσει. Δοκιμάζεις τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἔκαναν καὶ οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζοντας τή δύναμη τοῦ Θεοῦ στό Γολγοθᾶ, λέγοντας: «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ» (Μτ. 27, 40).

Γιά τὸ πείραγμά τους αὐτὸ οἱ Ἑβραῖοι, ἔλαβαν ἄξια πληρωμὴ σὲ τοῦτο τὸν κόσμο. Φυλάξου λοιπὸν καὶ ἐσὺ, γιά νά μὴ λάβης τὴν ἀμοιβὴ τῶν ὁμοφρονούντων μὲ τὸν Ἰούδα. Δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν προορισμένος ἀπὸ Θεοῦ, νά γίνει προδότης ὅπως νομίζεις ἐσύ. Ἂν ἦταν ἔτσι, τότε γιατὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ κόπιασε τόσο γιά νά τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν κακὴ του πράξη; Για ποιό λόγο, πρὶν ἀπ’ ὅλα, τὸν προσέλαβε ὡς μαθητή Του καὶ τὸν κράτησε δίπλα Του γιά τρία χρόνια; Γιατὶ νά ταπεινωθεῖ μπροστὰ του καὶ νά τοῦ πλύνει τὰ πόδια; Γιατὶ μὲ τὰ ἴδια τὰ Ἅγια χέρια Του νά τοῦ δώσει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι; Διαβάζοντας μέσα στήν ψυχὴ τοῦ Ἰούδα τίς κακὲς προθέσεις του, ὁ Κύριος ἔκανε ὅλα αὐτὰ γιά νά τὸν σώσει ἀπὸ τὴν αἰώνια ἀπώλεια. Καὶ ἂν ἔχει εἰπωθεῖ ὅτι οἱ σκανδαλοποιοὶ θὰ πρέπει νά ἔρθουν, ἔχει πάλι εἰπωθεῖ καὶ τοῦτο, σὰν αὐστηρὴ προειδοποίηση: «οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται» (Μτ. 18, 7). Σκανδαλοποιὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς καὶ σὰν τέτοιος, πρέπει νά ἐπιτελέσει τὸ ἔργο του.

Γι’ αὐτό, «ἀνάγκη γάρ ἐστιν ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα» (Μτ. 18, 7), ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ διά μέσου ἐκείνου. Ἀλίμονο ὅμως στόν ἄνθρωπο ποὺ θὰ παραδοθεῖ στό σατανᾶ καὶ θὰ γίνει ὄργανό του. Ἀλίμονο σὲ ἐκεῖνον πού ἀντίθετα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ δείξει τὴν ἀγάπη του στόν ἀντίπαλο τοῦ Θεοῦ. Νά προσεύχεσαι στόν Θεό, νά σὲ φυλάγει ἀπὸ τὸν Σκανδαλοποιό πού σκανδάλισε τὸν Ἰούδα καὶ τοὺς Ἰουδαίους καὶ νά μὴ γίνης ποτὲ ὑπηρέτης καὶ ὄργανο τοῦ σκανδαλισμοῦ του.

Πηγή: alopsis.gr

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Γιατί ο Χριστός ίδρωσε στον κήπο με ιδρώτα που έμοιαζε με θρόμβους αίματος;

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

ΜΕΛΕΤΗ ΚΖ’

Α’. Διότι προέβλεπε όλα τα πάθη που επρόκειτο να πάθη.

Β’. Διότι λυπόταν για τις αμαρτίες μας.

Γ’. Διότι προγνώριζε την αχαριστία μας.

Α’.

Σκέψου, αδελφέ, τα αίτια που προξένησαν ένα τόσο παράξενο αποτέλεσμα στον Υιό του Θεού, ώστε, ολόκληρος να στάζη ιδρώτα, που έμοιαζε με αίμα από κάθε μέρος του αγιώτατου σώματός του· «Ο ιδρώτας του έγινε σαν σταγόνες αίματος, που έπεφταν στην γη» (Λουκ. 22, 44). Και αυτά ήταν κυρίως τρία· α. Η πρόβλεψις των παθών, που επρόκειτο να πάθη· β’. η λύπη που δέχθηκε για τις αμαρτίες μας· και γ’. η πρόγνωσις της αχαριστίας μας.

Η α’, λοιπόν, αιτία ήταν η πρόβλεψις των παθών του. Και αυτό συνέβη από το εξής· από την μία μεριά ο Κύριός μας γνώριζε πάρα πολύ καλά την αξία της θεϊκής του ζωής της οποίας μία και μόνο στιγμή ήταν πολυτιμότερη από την ζωή όλων των κτισμάτων, τόσο εκείνων, που είναι στη ζωή, όσο και εκείνων, που πρόκειται να έλθουν στην ζωή. Από την άλλη μεριά προέβλεπε καθαρά και ζωντανά ζωγραφισμένα όλα τα βάσανα, όλους τους ονειδισμούς όλα τα όργανα του θλιβερού του πάθους· εννοώ μαστιγώσεις, αγκάθια, καρφιά, χολή, σταυρό· και, για να μιλήσω σύντομα, προέβλεπε όλο εκείνο το αμέτρητο πέλαγος των παθών, που επρόκειτο να τον περικυκλώση μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, όπως έλεγε αντί γι’ αυτόν ο προφήτης Δαυίδ· «Με έζωσαν τα δεσμά του άδη και ο θάνατος μου έστησε τις παγίδες» (Ψαλμ. 17,6).

Γι’ αυτό ποιος μπορεί να καταλάβη σε τι είδος πολέμου και αγωνίας βρισκόταν η καρδιά του Ιησού μας; Και μάλιστα, διότι οι κατώτερες δυνάμεις της ψυχής του στερήθηκαν κάθε παρηγοριά τον καιρό αυτόν, γιατί δεν την επέτρεπε η θέλησις της θεότητας να μεταδοθή σ’ αυτές για να είναι τα βάσανα της θεϊκής του ανθρωπότητας ολόγυμνα και απόλυτα καθαρά. Έτσι με τον τρόπο αυτόν κρατώντας η θεότητα την χαρά στο ανώτερο μέρος της ψυχής του Κυρίου, δεν επέτρεπε να μεταδοθή ούτε μία σταλαγματιά από αυτήν στο κατώτερο και αισθητικό μέρος [Διότι είναι γνώμη των θεολόγων, ότι ο Κύριός μας έχοντας την μακάρια γνώσι και όρασι στο έπακρο και μέσα από αυτήν βλέποντας τον Θεό, όπως οι μακάριοι, χαιρόταν και αισθανόταν αγαλλίασι κατά το ανώτερο μέρος της ψυχής, δηλαδή νοερά, βρισκόμενος στα πάθη· όσον αφορά, όμως, το κατώτερο και αισθητικό μέρος της ψυχής, υπέμενε με τον φυσικό τρόπο, σαν να βρισκόταν σε δρόμο, όπως ακριβώς και οι άλλοι άνθρωποι]· γι’ αυτό και έλεγε· «Είναι λυπημένη η ψυχή μου μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Στον πόλεμο αυτόν και την αγωνία που συνέβη στην καρδιά του Ιησού πριν ακόμη συμβή το πάθος, έπαθε ο Ιησούς όλα τα μαρτύρια του πάθους του και τα έζησε όλα μαζί συγκεντρωμένα, ενώ στο πραγματικό του πάθος επρόκειτο να τα υποφέρη ένα ένα ξεχωριστά. Και το παράξενο είναι το εξής· ότι δηλαδή τότε στον κήπο έπαθε και εκείνα ακόμη, που δεν τα έπαθε πραγματικά στο πάθος, όπως ήταν η εγκατάλειψις της Παναγίας του Μητέρας· η σκληρή πληγή, που του άνοιξε στην πλευρά μετά τον θάνατό του ο στρατιώτης· το να μένη το αμόλυντο σώμα του άταφο τόσον καιρό· το να σφραγίσουν τον τάφο του και τα παρόμοια. Λοιπόν, η φρίκη και ο τρόμος τόσων κακών, που επρόκειτο να πάθη, σπρώχνοντας όλο το αίμα στην καρδιά του Ιησού, βρήκε εκεί, σαν ένα κάστρο, την αγάπη του προς τον Πατέρα και προς εμάς από την οποία αγάπη, επιστρέφοντας πίσω το αίμα του, βγήκε από τις φλέβες του και από όλους τους πόρους εκείνου του παναγίου σώματος και έτρεξε στην γη με την μορφή του ιδρώτα· Ιδρώτα όμως που ήταν χονδρός και έμοιαζε με αίμα· «Και ο ιδρώτας του έγινε σαν σταγόνα αίματος που έπεφτε στην γη» (Λουκ. 22, 44). Τι παράξενο άκουσμα! Ο Ιησούς η αυτοαλήθεια, λυπάται και κανείς δεν βρίσκεται να τον παρηγορήση· ο Ιησούς η αυτοανάπαυσις ιδρώνει, αγωνιά, τρομάζει, φοβάται, πονά και κανείς δεν βρίσκεται να τον συμπονέση· γι’ αυτό δίκαιο είχε να φωνάζη· «Έλπιζα ότι θα βρω κάποιον να μοιρασθή τον πόνο μου και δεν βρέθηκε· και κάποιους να με παρηγορήσουν και δεν βρήκα» (Ψαλμ. 68, 21).

Τι λες τώρα, εσύ, αμαρτωλέ, σ’ αυτό το θλιβερό θέαμα του Ιησού; Σκέπτεσαι άραγε, ότι η δική σου αγάπη ανάγκασε τον Ιησού όχι μόνο να υποφέρη εκείνα τα βάσανα, που πραγματικά τα ετοίμαζαν οι εχθροί του, αλλά να θέλη και ο ίδιος προβλέποντας τα παρόμοια βάσανα, να βασανίση από πρώτα τον εαυτό του; Σκέφτεσαι, ότι αυτός που επρόκειτο να ξαλαφρώση τα βάσανα των μαρτύρων με μία παρηγοριά υπέροχη, τώρα επιθυμεί μόνος του και επιβαρύνει τον εαυτό του με τόσα βάσανα για την δική σου αγάπη; Σκέφτεσαι, ότι ο Ιησούς και προτού ακόμη έλθη ο καιρός του πάθους του, θέλει και πίνει με τον φόβο και με την αγωνία αυτό το πικρό ποτήρι του πάθους του, χωρίς να γλυκάνη τα πάθη της φύσεώς του ούτε με μία σταγόνα χαράς, για να θεραπεύση τα πάθη της δικής σου ανθρώπινης φύσης και για να εξαλείψη από σένα τελείως τους κόπους, τους ιδρώτες, τις λύπες, τον φόβο και την αγωνία του θανάτου; Έτσι θεολογούν ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και ο μέγας Βασίλειος και πρίν από αυτούς ο μέγας Παύλος λέγοντας· «Για να ελευθερώση εκείνους που από τον φόβο του θανάτου, ήταν υποδουλωμένοι σε όλη τους την ζωή» (Εβρ. 2, 15). Και, λοιπόν, εσύ βλέποντας τέτοιους ματωμένους ιδρώτες του λυτρωτή σου, δεν πρέπει να σκεπασθής ολόκληρος από την ντροπή, γιατί μέχρι τώρα δεν αγάπησες εκείνον, που τόσο σε αγάπησε; Δεν πρέπει να πης με τον Δαυίδ· «Κάλυψε η ντροπή το πρόσωπό μου;» (Ψαλμ. 43, 17). Γιατί δεν μιμήθηκες και συ μία φορά τον λυτρωτή σου, που βρήκε τόσους τρόπους για να υποφέρη για σένα; Έχυσες και κάποια σταγόνα από ιδρώτα, μόνο και μόνο για να αντισταθής στην αμαρτία; Έκανες και συ τέτοιον πόλεμο και αγώνα ενάντια στα πάθη, που σε εξουσιάζουν; Ή μπορείς από εδώ και πέρα να σκέφτεσαι, ότι είναι βαρειές οι θλίψεις και οι ιδρώτες και οι κόποι για τις εντολές του Χριστού, όταν βλέπης έναν Θεό βυθισμένο μέσα στους πόνους και να στάζη από κάθε μέλος ιδρώτα, που να μοιάζη με αίμα; Μη παρακαλώ, αδελφέ, μη φθάσης σε τέτοια αναισθησία, ώστε να καταπατήσης τους καταματωμένους ιδρώτες που χύνει ο Χριστός για την δική σου αγάπη, και, φοβούμενος τους κόπους γυρίσης πάλι πίσω και ζήσης την προηγούμενη αμαρτωλή ζωή σου. Αλλά ευχαρίστησε τον Κύριο, που τόσο ελεύθερα χύνει το αίμα του για την αγάπη σου, σαν να ήταν νερό, που έχει εξατμισθή και μεταβλήθηκε σε έναν παχύ και χονδρό ιδρώτα· να ντραπής που μέχρι τώρα ζητούσες τις ανέσεις σου και τις διασκεδάσεις σου μπροστά στον Κύριό σου, που τόσο βασανίζεται και τόση αγωνία έχει για σένα, όπως λέει και η παροιμία για εκείνους, που κουράζονται πολύ, ότι ίδρωσε το αίμα· και ζήτησέ του μία σταγόνα από εκείνον τον θεϊκό του ιδρώτα για παντοτινή θεραπεία των παθών σου, για δύναμι της αδυναμίας σου και για να ενισχυθής ώστε να μη φοβάσαι τίποτε το αντίθετο, ούτε αυτόν τον φοβερό θάνατο. Επειδή γι’ αυτά έχυσε ο Κύριος και τον ιδρώτα αυτόν, όπως λέει ο ιερός Θεοφύλακτος· «Αυτά υπέφερε ο Κύριος πρώτα μεν, για να αποδείξη, ότι ήταν άνθρωπος πραγματικά· αλλά και για ένα άλλον μυστικό λόγο, για να χαρίση την υγεία στην κοινή δειλία της ανθρώπινης φύσεως αφού την ξοδεύση στον εαυτό του και κάνει τον εαυτό του υπάκουο στο θείο θέλημα· και οι ιδρώτες που βγαίνουν από τον εαυτό του και πέφτουν κάτω, θα μπορούσε κανείς να πη, ότι σημαίνουν το εξής· το να ξεραίνωνται και να χάνουν την ζωντάνια τους και να απομακρύνωνται από εμάς οι πηγές της δειλίας αφού θα ανδρώνεται και θα δυναμώνη η φύσι μας εν Χριστώ».

Β’.

Σκέψου, αγαπητέ, την δεύτερη αιτία αυτού του θαυμάσιου ιδρώτα, που ήταν η λύπη, που δέχθηκε ο Χριστός για τις αμαρτίες. Γιατί και αυτές παρουσιάσθηκαν μπροστά στα μάτια του μία μία· και σ’ αυτόν τον ίδιο καιρό η καρδιά του ήταν περικυκλωμένη από όλες αυτές σαν από τόσα φίδια, γι’ αυτό και ο τρόμος και ο πόνος τον οποίο δέχθηκε γι’ αυτές ήταν μεγαλύτερος από όσους πόνους δοκίμασε ποτέ κάποιος άνθρωπος πάνω στην γη. Γιατί, αν μόνο η κακία μιας αμαρτίας είναι αμέτρητη, πόση κακία μπορει να περιέχη η άβυσσος των αμαρτιών όλων των ανθρώπων, περασμένων, παρόντων και μελλόντων; Τώρα για όλες αυτές τις κακίες πόνεσε ο Χριστός στον κήπο και πόνεσε σύμφωνα με το μέτρο της αμέτρητης αγάπης που είχε προς τον ουράνιο Πατέρα και προς εμάς για την σωτηρία μας πράγμα που κανένας νους δεν μπορεί να το καταλάβη. Γι’ αυτό κάθε αμαρτία ήταν σαν ένα κοντάρι καρφωμένο στο βάθος της καρδιάς του και του προξένησε μία πληγή σκληρότερη από εκείνες τις πραγματικές πληγές που περίμενε να του κάνουν σε όλο του το σώμα, σαν να του ήταν περισσότερο ανυπόφορες οι αμαρτίες μας και όχι ο ίδιος ο θάνατος. Γιατί προτίμησε τον θάνατο, μόνο και μόνο για να εξαφανίση εντελώς και να εξορίση από τον κόσμο αυτό το μεγάλο τέρας την αμαρτία.

Ένας παρόμοιος πόνος και μία παρόμοια λύπη δεν μπορούσε να βρεθή σε καρδιά άλλου, εκτός από την καρδιά του Ιησού Χριστού, επειδή όσοι άνθρωποι βρίσκονται σ’ αυτόν τον κόσμο δεν γνωρίζουν το μεγαλείο του Θεού· γι’ αυτό και ούτε πονούν ούτε υποφέρουν, όπως πρέπει, για τις περιφρονήσεις του Θεού· οι άγιοι, πάλι, που βρίσκονται μέσα στην θεία μακαριότητα, μολονότι και γνωρίζουν καλλίτερα το θεϊκό μεγαλείο, όμως λόγω της καταστάσεώς τους δεν μπορούν να θλίβονται και να λυπούνται. Αλλά στην περίπτωσι του Χριστού, επειδή ήταν ενωμένα η ευτυχία ως προς την ψυχή και η ιδιότητα να υποφέρη ως προς το σώμα, γι’ αυτό, ως άνθρωπος, που μπορούσε να πάθη, υπέφερε πάρα πολύ βλέποντας την περιφρόνησι του Θεού από τα δημιουργήματά του· και από αυτά τα δύο ήταν αρκετό να γνωρίση έναν απέραντο ωκεανό πόνου και λύπης· «Το ποτήρι της καταστροφής είναι μεγάλο και βαθύ» (Θρήν. 2, 13). Γι’ αυτό αυτό το μεγάλο άθροισμα των αμαρτιών όλων των ανθρώπων, όντας φορτωμένο πάνω στους τρυφερούς ώμους του Ιησού Χριστού, σαν ένα φορτίο πάρα πολύ βαρύ και με υπερβολικό όγκο και καταπλακώνοντάς τον από κάτω με υπερβολή· «Να, λέει, ο αμνός του Θεού, ο οποίος σηκώνει την αμαρτία του κόσμου» (Ιω. 1, 29)· τόσο στενοχώρησε την καρδιά του, μέχρι το σημείο να βγάλη ιδρώτες σαν αίμα από κάθε μέλος του σώματός του· «Έγινε ο ιδρώτας του σαν σταγόνες αίματος που έπεφτε πάνω στη γη» (Λουκ. 22, 44). Ω αμαρτία, αμαρτία που με το αμέτρητο βάρος σου καταβύθισες τον Υιό του Θεού μέσα σε μία θάλασσα λύπης και τον έκανες να στενοχωρήται, να λιποθυμή και να λιγοψυχή τόσο, ώστε επειδή δεν βρέθηκε άνθρωπος να τον παρηγορήση, κατέβηκε ένας άγγελος από τον ουρανό, για να τον ενισχύση· «Εμφανίσθηκε σ’ αυτόν άγγελος από τον ουρανό, για να τον ενισχύση» (Λουκ. 22, 43). Ώστε καλά σε είχε προβλέψει ο προφήτης Ζαχαρίας σαν ένα πολύ μεγάλο μολύβι, εξ αιτίας του βάρους που προξενεί σ’ εκείνους που το βαστάζουν· «Τότε το στρογγυλό μολυβένιο καπάκι σηκώθηκε και μία γυναίκα καθόταν μέσα στο κοφίνι και είπε (ο άγγελος δηλαδή) αυτή είναι η ασέβεια» (Ζαχ. 5, 7).

Τώρα, εσύ, αδελφέ, που μελετάς αυτά, σκέψου πόσο μέρος από αυτό το βαρύ φορτίο του Ιησού προήλθε από τις δικές σου αμαρτίες και να αισθανθής ντροπή για το μαρτύριο, που προξένησες σ’ αυτόν, που γνώρισε από πρώτα τις κακίες σου· διότι όση ευχαρίστησι αισθανόσουν εσύ, όταν έκαμνες την αμαρτία, τόσο αντίστοιχο πόνο και θλίψι έδινες στον Ιησού, όταν την προέβλεπε, στον κήπο. Έτσι, αν εσύ αμάρτανες λιγότερο, και ο Κύριος κατόπιν θα λυπόταν και θα υπέφερε λιγότερο· λοιπόν, ευχαρίστησέ τον χίλιες φορές για την αγάπη, με την οποία φορτώθηκε τις αμαρτίες σου και σε συμπάθησε, μολονότι δεν ήσουν άξιος συμπάθειας λέγοντας και συ προς αυτόν μαζί με τον Ιώβ· «Βάρος είμαι για σένα» (Ιώβ 7, 20). Και επειδή αυτός έκλαψε τις αμαρτίες σου με δάκρυα από αίμα, όπως αναφέρεται· «Ο οποίος κατά τις ημέρες της επίγειας ζωής του, έκανε προσευχές και παρακλήσεις με κραυγή δυνατή προς εκείνον, ο οποίος μπορούσε να τον σώση από τον θάνατο» (Εβρ. 5, 7), παρακάλεσέ τον να σου δώση χάρι να τις κλάψης κι εσύ με δάκρυα κατανύξεως πριν να έλθη ο καιρός για να κριθής, γνωρίζοντας εκείνο που αναφέρει ο Ησαΐας· «Αφήστε με και μη προσπαθήτε να με παρηγορήσετε· θα κλάψω πικρά» (Ησαΐας 22, 4).

Γ.

Σκέψου, αδελφέ, την τρίτη αιτία αυτής της βροχής του ιδρώτα του Ιησού, ο οποίος ιδρώτας έμοιαζε με αίμα, που ήταν η πρόγνωσις της αχαριστίας του. Αν όλοι οι άνθρωποι μπορούσαν να ανταποκριθούν με μία ευχάριστη καρδιά στην αγάπη και στα πάθη του Ιησού Χριστού, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αυτός θα δεχόταν από αυτό μία πάρα πολύ μεγάλη αφορμή παρηγοριάς στις θλίψεις του, και, μπορούμε να πούμε, ότι το πέλαγος της λύπης του πάθους του θα μπορούσε να γίνη τότε ένα πέλαγος από γάλα. Επειδή, όμως, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι, τόσο αυτοί που είναι άπιστοι, όσο και αυτοί που απέτυχαν ως χριστιανοί, έδειξαν μία αχάριστη διάθεσι σε μία τόσο μεγάλη αγάπη και στα πάθη του Ιησού, γι’ αυτό η πρόγνωσις της τόσο μεγάλης αχαριστίας του τόσου αναρίθμητου πλήθους των ανθρώπων, πρόσθεσε μία αμέτρητη λύπη στην καρδιά του λυτρωτή, γιατί γνώριζε από πριν, ότι κοντά στους τόσο αχάριστους επρόκειτο να είναι χωρίς ωφέλεια το πάθος του και το αίμα, που επρόκειτο να χύση για την ελευθερία τους, αυτό αντίθετα επρόκειτο να γίνη αιτία να γραφή αυστηρότατα η απόφασις της καταδίκης τους. Γι’ αυτό και με παράπονο έλεγε μαζί με τον Δαυίδ· «Ποια ωφέλεια θα υπάρξη αν χυθή το αίμα μου και αν κατέβω στον τάφο;» (Ψαλμ. 29, 11). Αυτός γνώριζε από πριν, ότι πεθαίνη για τους εχθρούς του και τέτοιους εχθρούς που δεν θέλουν ποτέ να συμφιλιωθούν μαζί του, αλλά θέλουν και επιθυμούν να είναι αιώνιοι εχθροί του. Αυτός γνώριζε από πριν, ότι για τέτοιους εχθρούς επρόκειτο όλες οι θεϊκές του φλέβες να αδειάσουν από το αίμα του· ότι για χάρι τους επρόκειτο να βυθισθή σε έναν κατακλυσμό από ονειδισμούς και βάσανα και, με λίγα λόγια, αυτός γνώριζε από πριν, ότι για τέτοιους αχάριστους αμαρτωλούς επρόκειτο να ξοδευθούν τόσο πολύτιμα αντιφάρμακα των παθών του και του θανάτου του άδικα και ανώφελα, διότι αυτοί από δική τους ευθύνη δεν ήθελαν να βοηθηθούν από αυτά – και να σωθούν, λόγω της ψυχρότητος της πίστεως και της αγάπης τους, αλλά ήθελαν να κολασθούν. Ώστε ποιος μπορει να καταλάβη πόση μεγάλη στενοχώρια και λύπη έβαλε στην καρδιά του Ιησού η πρόγνωσις όλων αυτών; Ποιος μπορεί να καταλάβη πόση λύπη πρόσθεσε στον Κύριο ο συλλογισμός αυτός ότι, δηλαδή, άδικα υποφέρει τόσους κόπους και πόνους και χωρίς ελπίδα να επιτύχη τον σκοπό εκείνον, για τον οποίον υπέφερε, που ήταν η σωτηρία όλων των ανθρώπων και η δόξα του Θεού; Γι’ αυτό και προλαβαίνοντας είπε μαζί με τον προφήτη Ησαΐα· «Εγώ έκανα την σκέψι, ότι άδικα κουράσθηκα και ανώφελα εξάντλησα την δύναμί μου» (Ησαΐας 49, 4). Ποιος μπορεί να φαντασθή πόσο του κακοφαινόταν να υποφέρη τόσο και να βασανίζεται σαν μία μητέρα με αμέτρητους πόνους για μία γέννα και κατόπιν να γεννά ένα νεκρό παιδί; Λοιπόν, για όλα αυτά είχε δίκαιο ο Ιησούς να έχη τόση αγωνία, ώστε να ιδρώση το αίμα· «Και επειδή περιέπεσε σε αγωνία, προσευχόταν θερμότερα και έγινε ο ιδρώτας του σαν σταγόνες αίματος, που έπεφταν στην γη» (Λουκ. 22, 44).

Τώρα εσύ, αγαπητέ, φαντάσου και σ’ αυτήν την ταλαιπωρία του Ιησού, πόσο είναι το μέρος που του πρόσφερες κι εσύ, και ποια ευχαριστία έδειξες στην αγάπη του ή ποιο κέρδος έβγαλες μέχρι τώρα από τους κόπους του; Εσύ αμέσως μόλις βγήκες από το θεϊκό λουτρό, που ο ίδιος με το αίμα του σου γνώρισε στην αγία εξομολόγησι, γύρισες πίσω, για να μολυνθής πάλι με τους προηγούμενους μολυσμούς και με τις συνήθεις σου παρανομίες. Όλα τα μέλη του Ιησού Χριστού μαρτυρούν την αγάπη, που σου έδειξε αυτός και που αντίστροφα όλα τα μέλη του Ιησού είναι μάρτυρες της αχαριστίας που έδειξες σ’ αυτόν. Εκείνο το Αίμα, που έγραψε στα μέλη του την αγάπη του προς εσένα, αυτό το ίδιο γράφει σ’ αυτά και την κακή ανταπόκρισι της αχαριστίας σου· και με όλα αυτά εσύ πάλι και πάλι ευχαριστιέσαι να ζης στην συνέχεια την προηγούμενη κακή σου ζωή και επιθυμείς να ζημιώνης παρά να υπηρετής με ψυχρότητα έναν κύριο, στον οποίο έχεις χρέος να προσφέρης το λιγώτερο ιδρώτα αντί ιδρώτα και αίμα αντί αίματος.

Ώστε, πρέπει να ντραπής πολύ, αδελφέ, για την προηγούμενη αχαριστία σου και στο εξής δώσε υπόσχεσι να φανής ευχάριστος στον Θεό και για εκπλήρωσι της ψυχρότητάς σου πρόσφερε αυτό το ίδιο αίμα του Ιησού Χριστού, το τόσο θερμό και τόσο ποθητό, το οποίο σαν μορφή ιδρώτα τρέχει από όλα τα μέλη του πρόθυμα, ως σμύρνα εκλεκτή, για να θεραπεύση τις πληγές σου και να σε απομακρύνη τόσο από την αμαρτία, ώστε να μη βρεθή πάνω σου κανένας μολυσμός ψυχής και σώματος. Γιατί αυτός ήταν και ο τελικός του σκοπός, να χύση ο Κύριος και τον ιδρώτα και το αίμα του, να καθαρίση την εκκλησία και να την κάνη ωραία και χωρίς κηλίδα, χωρίς να έχη καμμία ακαθαρσία και ρυτίδα, όπως λέει ο θείος Παύλος· «Ο Χριστός αγάπησε την εκκλησία και παρέδωσε τον εαυτό του γι’ αυτήν, για να την αγιάση, αφού την καθάρισε με το λουτρό του ύδατος για να παρουσιάση στον εαυτό του ένδοξη την εκκλησία, χωρίς να έχη κηλίδα ή ρυτίδα ή κάτι άλλο από τα παρόμοια, αλλά να είναι αγία και άψογη» (Εφεσ. 5, 25).
 
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ» ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Έκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, 2008
 
Πηγή: alopsis.gr

Λόγος στην ξηρανθείσα συκή.

https://fdathanasiou.files.wordpress.com/2011/04/ceb7-cebeceb7cf81ceb1cebdceb8ceb5ceafcf83ceb1-cf83ceb7cebaceb9ceac.jpg?w=600
 
Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.
Απόκριση.

Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθεια, να εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.

Γι’ αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, (Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.) δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του, ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα –γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας- είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα, (Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13) που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοση, τη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.

Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και μεγαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγο, η καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι’ αυτή.

Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι’ αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων· (Μάρκ. 11,13) ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δικαιοσύνης και μυούσε κατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι’ αυτό χάθηκε.

Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης, (Ρωμ. 9,31) δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.

Ή πάλι επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ’ ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.

Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέτοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.

Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.

"ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ", ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ-(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α’ – ΝΓ’), ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ

Πηγή: alopsis.gr

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Κυριακή των Βαϊων!

Πώλῳ καθίσας, ὁ λόγῳ τείνας πόλον,
Βροτοὺς ἐκζητεῖ λῦσαι τῆς ἀλογίας.
 
Την ημέρα αυτή γιορτάζουμε την πανηγυρική είσοδο του Κυρίου Ιησού Χριστού στην Ιερουσαλήμ. Τότε, ερχόμενος ο Ιησούς από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα, έστειλε δύο από τους Μαθητές του και του έφεραν ένα γαϊδουράκι. Και κάθισε πάνω του για να μπει στην πόλη.

Ο δε λαός, ακούγοντας ότι ο Ιησούς έρχεται, πήραν αμέσως στα χέρια τους βάγια από φοίνικες και βγήκαν να τον υποδεχτούν. Και άλλοι μεν με τα ρούχα τους, άλλοι δε κόβοντας κλαδιά από τα δέντρα, έστρωναν το δρόμο απ’ όπου ο Ιησούς θα περνούσε. Και όλοι μαζί, ακόμα και τα μικρά παιδιά, φώναζαν: «Ωσαννά· ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ».

Ο Χριστός εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα «επί πώλον όνου». Πορεύεται και οι Ισραηλίτες τον υποδέχονται με τιμές ως Βασιλιά. Εκείνος δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στις τιμές, δεν περιορίζεται στο πανηγύρι, στην πρόσκαιρη δόξα, αλλά προχωρεί στο σταυρό και την Ανάσταση.

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα είναι τελικά η είσοδος του μαρτυρίου στην επίγεια ζωή του Κυρίου. Σε λίγες ημέρες θα μαρτυρήσει και θα θανατωθεί στο σταυρό, για να θανατώσει το θάνατο και να χαρίσει τη ζωή.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
 
Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’.
 
Συνταφέντες σοι διὰ τοῦ Βαπτίσματος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ἠξιώθημεν τῇ Ἀναστάσει σου, καὶ ἀνυμνοῦντες κράζομεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’.
 
Τῷ θρόνῳ ἐν οὐρανῷ, τῷ πώλῳ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐποχούμενος, Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν Ἀγγέλων τὴν αἴνεσιν, καὶ τῶν παίδων ἀνύμνησιν, προσεδέξω βοώντων σοι· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

Ὁ Οἶκος.
 
Ἐπειδὴ ᾍδην ἔδησας ἀθάνατε, καὶ θάνατον ἐνέκρωσας, καὶ Κόσμον ἀνέστησας, βαΐοις τὰ νήπια ἀνευφήμουν σε Χριστέ, ὡς νικητὴν κραυγάζοντά σοι σήμερον. Ὡσαννὰ τῷ Υἱῷ Δαυΐδ· οὐκέτι γάρ φησι, σφαγήσονται βρέφη διὰ τὸ βρέφος Μαριάμ, ἀλλ' ὑπὲρ πάντων νηπίων καὶ πρεσβυτῶν, μόνος σταυροῦσαι, οὐκέτι καθ' ἡμῶν χωρήσει τὸ ξίφος· ἡ σὴ γὰρ πλευρὰ νυγήσεται λόγχῃ· ὅθεν ἀγαλλόμενοι φαμέν· Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι.

Μεγαλυνάριον.
 
Ἐπὶ πώλου ὄνου εἰς τὴν Σιών, εἰσῆλθες Σωτήρ μου, ὑπὸ παίδων καὶ τῶν βρεφῶν, αἰνούμενος Λόγε, τὸ Ὠσαννὰ βοώντων, εὐλογητὸς ὁ ἥκων, σῶσαι τὸν ἄνθρωπον.
 
Πηγή: saint.gr

Η Ανάσταση του Λαζάρου.

Λεβ Ζιλέ

Το Σάββατο του Λαζάρου κατέχει ξεχωριστή θέση στο λειτουργικό ημερολόγιο. Δεν ανήκει στις σαράντα ημέρες της μετάνοιας της Μ. Τεσσαρακοστής ούτε και στις οδυνηρές ημέρες της Μ. Εβδομάδας, αυτές που αρχίζουν από τη Μ. Δευτέρα και τελειώνουν τη Μ. Παρασκευή. Μαζί με την Κυριακή των Βαΐων συνθέτουν ένα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο των γεμάτων πόνο ημερών που ακολουθούν. Δύο σημαντικά περιστατικά συνδέονται με τη Βηθανία: εκεί ανέστησε τον Λάζαρο και από εκεί ξεκίνησε ο Ιησούς την πορεία και άνοδο Του προς τα Ιεροσόλυμα.

Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μ. Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε:
 
Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου: «Λάζαρον τεθνεώτα τετραήμερον ανέστησας εξ Άδου, Χριστέ, προ του σου θανάτου διασείσας του θανάτου το κράτος και δι’ ενός προσφιλούς την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν». Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία. Είπε στη Μάρθα: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Η Μάρθα απάντησε: «Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας». Και ο Ιησούς ανταπάντησε: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία. Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο. Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή. Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ. Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.
 
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου». Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου: «Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν». Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: «Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς…».
 
Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: «Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: «Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».
 
Να λοιπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξεκινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: « Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι». Και η Μαρία « ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο. Κύριε, έρχομαι.
 
Lev Gillet (Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), "Πασχαλινή κατάνυξη", Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ (Φεβρουάριος 2009) σ. 51- 55.

Πηγή: alopsis.gr

Το διαβολικό πάθος της συκοφαντίας.



Η συκοφαντία είναι ψευδής κατηγορία… Είναι, διαβολή.
 
Και είναι βέβαιο ότι ο διάβολος είναι εφευρέτης της συκοφαντίας, ως πατέρας του ψεύδους, εφόσον ο συκοφάντης είναι εκείνος που κατεξοχήν ψεύδεται. Το να σηκώσει ο άνθρωπος τη συκοφαντία είναι μεγάλος άθλος.

Και τον σηκώνει μόνο εκείνος που προσβλέπει προς τον Κύριο Ιησού, ο οποίος όταν «ενηνθρώπησε» και ήλθε στη γη, σήκωσε τον Σταυρό της συκοφαντίας και οδηγήθηκε ως τον ατιμωτικό θάνατο.

Η συκοφαντία είναι μέγα άλγος για τον συκοφαντούμενο και φοβερή δοκιμασία για την πνευματική του υπόσταση.
 
«Ουκ έστιν», μας λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ουδέν αφορητότερον τοις οδυνωμένοις λόγον δυνάμενον δακείν ψυχήν». Δεν υπάρχει δηλαδή τίποτε πιο αφόρητο για όσους υφίστανται την οδύνη της συκοφαντίας, γιατί η συκοφαντία είναι πραγματικά δάγκωμα για την ψυχή. Γι” αυτό και ο προφήτης Δαβίδ έλεγε προς τον Κύριο: «Λύτρωσέ με από τις συκοφαντίες των ανθρώπων και θα φυλάξω τις εντολές σου».

Τί είναι όμως εκείνο που κινεί τον άνθρωπο στο να συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του και να λέει ψέματα εναντίον του;
 
Η ασκητική εμπειρία μας έχει υποδείξει ότι τα κίνητρα του συκοφάντη συνήθως είναι η ζήλεια, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπερηφάνεια και τα σαρκικά πάθη. Γι” αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάκριση, η κακολογία, και πολύ περισσότερο η συκοφαντία, είναι επισφράγισμα και ενεργοποίηση άλλων παθών, τα οποία λερώνουν την ψυχή και της προκαλούν ανεπανόρθωτη βλάβη.

Μας λέει ο όσιος Θαλάσσιος: «Η ψυχή του κακόγλωσσου και του συκοφάντη έχει πολύ κακή γλώσσα. Ένας τέτοιος άνθρωπος βλάπτει τον εαυτό του, αυτόν που τον ακούει και καμιά φορά και αυτόν που συκοφαντεί».
 
Επίσης αυτός που εξευτελίζει και συκοφαντεί τον πλησίον του εξοργίζει τον Θεό και οι συνέπειες για τη στάση του αυτή είναι πολύ βαριές, διότι έχει ως αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί από τη Χάρη του Θεού.

Ο αββάς Ησαΐας λέει ότι «αυτός που κατηγορεί και εξουθενώνει τον αδελφό του, αποξενώνει τον εαυτό του από το έλεος που απολαμβάνουν οι Άγιοι». Και ο Νικήτας Στηθάτος μας υπογραμμίζει ότι η εγκατάλειψη της Χάρης έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση ή σε παράπτωμα σαρκικό ή σε παράπτωμα γλώσσας ή λογισμού .Και η πτώση αυτή, αν δεν επέλθει η μετάνοια, ώστε να αποκατασταθεί η σχέση με τον Θεό και τον αδελφό, «είναι θάνατος της ψυχής», δηλαδή βίωμα κόλασης πριν από την επικείμενη κόλαση.

Οι Άγιοι σκέπαζαν τα αμαρτήματα του πλησίον, για να μας υποδείξουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα και το ότι πρέπει να ασκήσουμε τον εαυτό μας στο να μην κακολογούμε και να μη λέμε ψέματα εναντίον του αδελφού μας.
 
Αναφέρει το Γεροντικό ότι κάποιος από τους Πατέρες είδε έναν αδελφό να αμαρτάνει Έκλαψε τότε πικρά και είπε: «Αυτός σήμερα, εγώ αύριο!», θέλοντας να δείξει πόσο τρεπτή είναι η ανθρώπινη φύση και πόσο όλοι είμαστε επιρρεπείς προς την αμαρτία.

Συνήθως βέβαια οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι δεν κακολογούν και δεν συκοφαντούν κανέναν, αλλά ότι εκείνοι υφίστανται κατηγορίες και συκοφαντίες από το περιβάλλον τους. Όμως και οι ανακρίβειες, οι υπερβολές, οι εύκολες κρίσεις και κατακρίσεις, που τόσο πολύ ασύστολα σήμερα διατυπώνονται από μερικούς από μας για οποιονδήποτε ήθελε πέσει στην κριτική μας, είναι συχνά δυσφημιστικές και συκοφαντικές για το πρόσωπο του πλησίον.

Όλοι έχουμε δοκιμάσει την πικρότητα και το φαρμάκι της συκοφαντίας. Κι αυτό γιατί άλλα κίνητρα είχαμε εμείς σε κάποια κίνηση μας και άλλα κίνητρα μας απέδωσαν οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας. Και συχνά μπορεί αυτοί να είναι και φίλοι μας ή συγγενείς μας ή και πνευματικοί αδελφοί μας, οπότε ο πόνος μας γίνεται μεγαλύτερος και περισσότερο απαράκλητος. Ας προσέχουμε λοιπόν να μην έχουμε στο στόμα μας δολιότητα για τον αδελφό μας. Γιατί η συκοφαντία είναι εξουθενωτική για τον κάθε άνθρωπο, «ακόμη και τον πιο συνετό τον κάνει να παραφέρεται και να χάσει την ευγένειά του»

Εκτός όμως απ” αυτά η πείρα έχει δείξει ότι ο Κύριος «ταπεινώνει τον συκοφάντη» ο οποίος με τη μοχθηρία του αυξάνει πάρα πολύ τις συμφορές του και πέφτει τελικά στο λάκκο που ανοίγει για τον πλησίον του.
 
Η κακολογία και η συκοφαντία δείχνουν ότι ο άνθρωπος που τις έχει εγκολπωθεί νοσεί και χρειάζεται θεραπεία η ψυχή του. Και η θεραπεία επέρχεται με το να «έλθουμε στον εαυτό μας», να δούμε τα δικά μας πάθη και να θεωρήσουμε ότι όλοι είμαστε συνυπεύθυνοι για τις αμαρτίες και τα λάθη που γίνονται στο χώρο μας και ανάμεσά μας.
 
Θα πρέπει να αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για την κρίση μας, διότι αυτή δεν είναι πάντα ασφαλής. Τα αισθητήριά μας συχνά κάνουν λάθος. Δεν γνωρίζουμε την πρόθεση του άλλου, γι” αυτό ερμηνεύουμε λανθασμένα τη συμπεριφορά του. Άλλωστε δεν έχουμε τη δυνατότητα να κρίνουμε τον άλλο, γιατί δεν μπορούμε να μπούμε στην ψυχή του. Η κρίση είναι έργο μόνο του Θεού.
 
Και σε τελευταία ανάλυση, τί ωφελεί το να συκοφαντήσουμε τον συνάνθρωπό μας ή το να παρουσιάσουμε το τυχόν σφάλμα του, έστω κι αν ακόμη είναι αληθινό; Αν το σκεφθούμε ώριμα, θα δούμε ότι αυτή η ενέργειά μας εξυπηρετεί μόνο την εμπάθειά μας.

Πώς όμως θα αντιμετωπίσουμε τους άλλους όταν εμείς οι ίδιοι είμαστε θύματα της συκοφαντίας τους;
 
Ο άνθρωπος ο οποίος θέλει να διατηρήσει αλώβητη τη σχέση του με τον Κύριο Ιησού και τον αδελφό, που είναι απαραίτητα στοιχεία για να μη χάσει το πρόσωπό του, αφενός μεν φροντίζει να υπομείνει την αδικία της συκοφαντίας με σιωπή, ταπείνωση και προσευχή, χωρίς να καλλιεργεί πάθος και εκδικητικότητα για τον συκοφάντη, και αφετέρου φροντίζει με τη στάση του να βοηθήσει και τον άνθρωπο που τον αδικεί, να καταλάβει το σφάλμα του και να διορθωθεί.
 
Εκείνο δε που τον παρηγορεί και τον κάνει να πάρει δύναμη είναι το ότι έχει ως στόχο του την Κρίση του Πανάγιου και Δικαιοκρίτη Θεού, καθώς το λέει και ο Μ. Βασίλειος προς τη Σιμπλικία, μια αιρετική γυναίκα που τον κατηγόρησε και τον συκοφάντησε πολύ προκλητικά: «Προτιμώ», της λέει, «από τους γήινους δικαστές, να περιμένω τον Ουράνιο Δικαστή, ο Οποίος ξέρει να υπερασπίζεται κάθε είδους αδικία καλύτερα από τον καθένα».

 
 
Άλλωστε αυτός που μας συκοφαντεί γίνεται αίτιος να λάβουμε μεγάλη Χάρη. Μας το παραγγέλλει κι ο Κύριός μας, όταν λέει:
 
«Μακάριοι είσθε όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι… και σας χλευάσουν και δυσφημήσουν το όνομά σας εξαιτίας του Υιού του ανθρώπου. Να χαίρεσθε και να αγάλλεσθε όταν συμβεί αυτό, γιατί θα είναι μεγάλος ο μισθός σας, μεγάλη δη λαδή η Χάρη, που θα λάβετε στον Ουρανό» Στον μεγάλο αυτό άθλο της υπέρβασης της συκοφαντίας, που πολύ λίγοι βέβαια μπορούν να τον σηκώσουν με χρηστότητα, αναφέρεται το μικρό τούτο τευχίδιο με τον τίτλο: «Το πάθος της συκοφαντίας».

Για να γνωρίσουμε το φοβερό αυτό πάθος της συκοφαντίας, διαλέξαμε και μεταφράσαμε ένα λόγο του Αντιόχου του μοναχού που αναφέρεται στη συκοφαντία και ένα λόγο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου από το βιβλίο του «Χρηστοήθεια».
 
Επίσης προσθέσαμε και μερικές ωφέλιμες ιστορίες από την Αγία Γραφή και τη ζωή των ασκητών της ερήμου, οι οποίες μας μαλακώνουν την ψυχή και μας βοηθούν να είμαστε πιο ευαίσθητοι στο θέμα της κακολογίας και της συκοφαντίας προς τους αδελφούς μας. Ή, αν είμαστε στη δυσμενή θέση του συκοφαντημένου, να σηκώσουμε τον πόνο της συκοφαντίας με καρτερικότητα και, όσο γίνεται, με ειρήνη ψυχής, για να επιδοθούμε με περισσότερη θέρμη στο έργο της εν Χριστώ τελειώσεως και οικοδομής μας.

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Εάν χάσουμε την Ορθοδοξία θα χάσουμε τον ίδιο τον εαυτό μας!

Γιώργος Θεοτοκάς


«Από τα πρώτα μου νιάτα με κυριεύει συχνά αύτη ή εμμονή ιδέα πώς, αν κλονίζεται ό τόπος μου, αν κινδυνεύει όλος αυτός ό κόσμος ό πνευματικός, ηθικός, συ­ναισθηματικός, γλωσσικός, πού λέγεται Ελληνι­σμός, εγώ είμαι υπεύθυνος, πού δεν αγωνίζομαι να τον σώσω. Πασχίζω τότε να κάμω κάτι. Ολη μου τη ζωή, νομίζω, θα προσπαθώ. Φυσικά, δεν γελιούμαι για τη σημασία πού μπορούνε να έχουν οι προσπάθειες μου. Ξέρω καλά τα όριά τους.

Μα συλλογίζομαι πώς ή αδιάκοπη παρουσία κά­μποσων ανθρώπων πού έχουν τούτη τη λόξα της ευθύνης για τον τόπο, τη γλώσσα, τους νέους, ανθρώπων πού δεν διαλαλούν τη διάθεση τους σαν πατριδοκάπηλοι, μα δουλεύουν μοναχικά καί επίμονα, στερεώνοντας ολοένα ορισμένα κοτρώνια, ορισμένους ακρογωνιαίους λίθους της ελλη­νικής διάρκειας, ή ύπαρξη αυτής της αθόρυβης Φιλικής Εταιρείας είναι ίσως ή καλύτερη εγγύη­ση για κάποια μελλούμενα...».

«Μες στην Ευρώπη έχουμε την ιδιοτυπία μας καί τίς πνευματικές μας παραδόσεις, πού δίνουν αξία καί βάθος στην εθνική μας ύπαρξη. Οι πα­ραδόσεις αυτές είναι ή κλασική ελληνική παιδεία, το φιλελεύθερο καί δημοκρατικό πνεύμα του Εικοσιένα, ή Όρθοδοξία...

Ή Όρθοδοξία, ως ή γνησιότερη καί θερμό­τερη έκφραση του χριστιανικού πνεύματος, συνυ­φάνθηκε τόσο πολύ με τη γλώσσα μας, με την κλασική παιδεία μας καί με όλη την εθνική μας πορεία, ώστε, αν τη χάναμε ποτέ, θα χάναμε τον ίδιο τον εαυτό μας...».

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

ПОГИБШИЕ ЗА ВЕРУ


ТРИ МОНАХА, ТРИ СВЕТИЛЬНИКА, ТРИ МУЧЕНИКА


Αναζητηση

Αναγνώστες