Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Βίος του Αγίου Ιγνατίου του νέου Παντελεήμονος.

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου


Εἰσαγωγή.

Ἀντί ἄλλης εἰσαγωγῆς παρατίθεται τό ἐξαιρετικό κείμενο τοῦ Διδασκάλου Ἀνέστη Χατζῆ, τό ὁποῖο παρουσίασε ὑπό μορφήν εἰσηγήσεως στήν Ἡμερίδα πού ὀργάνωσε πρός τιμήν τοῦ Ὁσίου Πατρός Ἰγνατίου ἡ Ἱερά Μητρόπολις Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς, τήν 15/28. 4. 2001.

Τριάντα χρόνια μετά τήν ὁσία κοίμησή του, συναχθήκαμε γιά νά μιλήσουμε γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Εἶναι ἀνάγκη; Εἶναι. Γιατί; Διότι τό ἀπαιτεῖ:

Ἡ κακή ἐκκλησιαστική μας κατάσταση.

Ἡ κάμψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.

Ἡ κραυγή ἀναζήτησης τοῦ καλοῦ ποιμένος.

Ἡ ἀνάγκη ζωντανοῦ προτύπου. Καί

Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναβεβαίωσης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ζῆ.

«Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρά Θεοῦ, ὄνομα αὐτῶ Ἰγνάτιος». Ἐπειδή:

Ἡ Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ορθοδόξων Χριατιανών δέν ἔχει, εἶναι ἀλήθεια δυστυχῶς, τήν δυνατότητα νά παράγει ἐκκλησιαστικά στελέχη αὐτῆς τῆς ποιότητας! Ὅ,τι καλό βλαστάνει καί ἀνθίζει ὀφείλεται στήν οἰκογενειακή ἀνατροφή καί τήν ἀτομική προσπάθεια κυρίως καί λιγότερο στήν ἐκκλησιαστική προσπάθεια.

Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν μαθήτευσε στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὅ,τι εἶχε τό εἶχε ἀφ’ ἑαυτοῦ του. Ὑπῆρξε πρωτότυπος γιά τά δικά μας δεδομένα.

Ἡ γενική ἐντύπωση: Ἕνας ἄνθρωπος ξένος, χωρίς συμπλέγματα, ἀγκυλώσεις, διδακτισμό καί αὐταρχισμό. Ἕνας Γνησίος Ορθόδοξος πού δέν ἦταν ''Παλαιοημερολογίτης''. Φαίνεται ἀπό μακρυά ἡ διαφορετικότητά του. Πᾶμε πιο κοντά; Πατήρ Ἰγνάτιος σημαίνει γιά μένα: Χαρά καί περιέργεια. Χαρά καί περίσκεψη. Χαρά καί αὐτεπίγνωση. Χαρά καί κατάνυξη. Χαρά καί προσπάθεια. Χαρά καί ὅ,τι ἄλλο θέλεις! Διότι Ἐκκλησία σημαίνει πάνω ἀπό ὅλα χαρά!

Τόν πλησιάζεις καί σέ συλλαμβάνει μέ τό δίχτυ τῆς χαρᾶς. (Δέν ὑπάρχει πνευματικότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει χαρά).

Ὁ π. Ἰγνάτιος εἶναι ἄνθρωπος πνευματικός, ἄνθρωπος Ἀποστολικός, ἄνθρωπος ὑπόδειγμα. Στό «κάνε ὅ,τι σοῦ λέω», ἀντιπαραθέτει τό «κάνε ὅ,τι βλέπεις καί αἰσθάνεσαι»!

Δέν γνωρίζω, ἄν ὁ π. Ἰγνάτιος ἐκτελοῦσε καθήκοντα μοναχοῦ, σάν ὅλους τούς μοναχούς ἤ ἄν ἡ ἐξαντλητική του ἄσκηση ἦταν γι’ αὐτόν ὑπέρτατη ἀπόλαυση καί ἀποζητοῦσε τίς ὧρες τῆς νύχτας, ὅταν οἱ ἄλλες μέριμνες τοῦ ἄφηναν ἐλεύθερο χρόνο. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν γι’ αὐτόν φιλοσοφία, ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή καταφύγιο, τό ἐργόχειρο καί ἡ ὀλιγολογία στολίδι.

Ὁ π. Ἰγνάτιος ἦταν ἄνθρωπος σύγχρονος, ἄνθρωπος κοινωνικός. Ἐκτελεῖ μιάν ἀποστολή. Καί αὐτή δέν ἦταν ἀποστολή ἀναχωρητοῦ μοναχοῦ, ἀλλά κληρικοῦ. Κλῆρος του ἦταν τό ποίμνιο καί ἡ θέση του στήν κοινωνία. Ὁ κληρικός εἶναι ἀνώτερος τοῦ μοναχοῦ.

Συναναστρέφεται κάθε ἄνθρωπο, ἀνεξαρτήτως φύλου καί ἡλικίας. Μέ ὅλους προσηνής, ἐγκάρδιος, προσιτός καί συνάμα ἀπρόσιτος. Ἐγγύς καί μακράν. Ὅσο περισσότερο σέ ἀφῆνει νά τόν πλησιάσεις, τόσο περισσότερο ἀναγνωρίζεις τόν ἀσκητή. Εἶναι πάντα ἀνώτερος καί πάντας σέ ἀπόσταση, διότι ὁ σεβασμός πού ἐμπνέει εἶναι μεγάλος καί ἰσχυρός.

Ὁ π. Ἰγνάτιος στό θέμα τῆς Πίστεως, στό ζήτημα τοῦ Ἑορτολογίου, τῆς Ὁμολογίας κ.λ.π. ὑπῆρξε ρηξικέλευθος, κάθετος, κατηγορηματικός. Ὅμως ἡ ἀκρίβεια τῆς πίστεως, μετουσιούμενη σέ ἀκρίβεια Χριστιανικοῦ βίου, δέν εἶχε ἴχνος σκαιότητας, στυγνότητας, ἰταμότητας, ἀλαζονείας καί ἐπιδείξεως πού χαρακτηρίζουν πολλούς ἄλλους ἀκριβολόγους τῆς Πίστεως.

Ὁ π. Ιγνάτιος δέν εἶναι ἁπλά ζηλωτής, εἶναι φλογερός, εἶναι πυρπολητής. Πλήν ὅμως ὁ ζῆλος τῆς ἀρετῆς κάνει τήν φλόγα του δροσιά. Ὁ λόγος του δέν εἶναι λίβας πού καίει, πού καυτηριάζει, πού κατελέγχει, εἶναι δρόσος Ἀερμών, εἶναι δροσοπηγή πού καλεῖ τόν περιπλανώμενο στῆς κοινωνικῆς συνάφειας τό ἄγονον καί ἄνυδρον.

Ἡ μόρφωση.

Τά γράμματα ὁπωσδήποτε συμβάλλουν στή μόρφωση, ὅταν ὁ σπουδαστής τά χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανο καί ὄχι ὡς κτῆμα ἤ τυπικό προσόν. Ὁ π. Ἰγνάτιος χρωστάει πολλά στά γράμματα, αὐτό τό βλέπεις στήν ποιότητα τοῦ λόγου του, ἑνός λόγου προσωπικοῦ πού ἀναβλαστάνει ὅ,τι ὁ ἴδιος ἔχει ἀφομοιώσει διά τῆς προσωπικῆς μελέτης καί ἀσκήσεως. Ἑνός λόγου ἀπλοῦ, εὐχερῶς διατυπωμένου, πού ἐκφράζει ἐλευθερία καί εὑρύτυτα σκέψεως, σφραιρικότητα, πληρότητα γνώσεως καί ἀκρίβεια. Ἑνός λόγου εὐχάριστου, ἀφομοιώσιμου, ἥρεμου, διδακτικοῦ ἤ κατανυκτικοῦ, πού ἀποπνέει Ὀρθοδοξία, ἀρετή καί πνευματική ἐμπειρία.

Ἡ γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖ εἶναι ἀπλή καί ἀνεπιτήδευτη, ἡ χρειά τῆς φωνῆς του λεπτή, μελωδική, μέ τονικές ἐναλλαγές, ἀφηγηματικῆς μορφῆς, ἥρεμη, πού τονίζεται μέ μικρές κινήσεις τῶν χεριῶν. Εἶναι ἕνας τρόπος πού φανερώνει διδακτική ἐμπειρία, αὐτοπεποίθηση καί κυριαρχία.

Ὁμιλεῖ ὁ π. Ἰγνάτιος καί παγώνει κάθε ἦχος. Αὐτιά καί μάτια ἀνοιχτά. Οἱ καρδιές χτυποῦν, τά κεράκια συνεχίζουν νά λιώνουν καί πολλές φορές ὁ ἱδρώτας τρέχει ποτάμι στήν Ὡραία Πύλη.

Αὐτή ὅμως ἡ μόρφωση, ἡ μόρφωση τῶν γραμμάτων, δέν μετράει καθόλου γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Θεωρεῖ πώς ὅλη ἡ μόρφωση χρειάστηκε μόνο καί μόνο γιά νά τόν φέρει στήν Ἐκκλησία. Ὁ ρόλος της τελείωσε. Ἡ πνευματική μόρφωση τώρα ἀρχίζει. Ἔτσι δέν εἶναι φίλος τῶν πτυχίων, τῆς θύραθεν παιδείας, εἶναι φίλος τῆς πνευματικῆς ἐργασίας, ἀπ’ ὅπου πηγάζει ἡ πνευματική ἐμπειρία, ἡ ἀποκάλυψη, τό θαῦμα. Ὁ π. Ἰγνάτιος βιώνει τό Μυστήριο τῆς Πίστεως καί σ’ αὐτό τό γεγονός καλεῖ κι ἐμᾶς.

Ὁ Πνευματικός Πατήρ.

Κάθε ἕνας ἔχει σχηματίσει τήν γνώμη, κοινή γνώμη θά ἔλεγα, περί τοῦ Πνευματικοῦ Πατρός, τοῦ καθοδηγητοῦ, τοῦ ἐξομολόγου. «Τό ξέρει ὁ Πνευματικός σου; Ζήτησες ἄδεια ἀπό τόν Πνευματικό σου;» Ὡς Πνευματικός ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ὑπῆρξε τέτοιος. Δέν ἦταν ἀκριβῶς Πατήρ, ἦταν ὁ ἀδελφός, ὁ συναγωνιστής, ὁ σύντροφος πού σέ καλεῖ νά βάψεις «τήν χείρα ἐν τῶ τριβλίῳ μετ’ αὐτοῦ». Θά μέ ἀκούσει, θά χαρεῖ, θά λυπηθεῖ, θά θυμώσει, ἀλλά σάν ἑταῖρος. Σοῦ ἀφήνει τήν ἐντύπωση, ὅτι ὁ ἀγώνας πού σοῦ ἀναθέτει εἶναι συνεταιρικός, ὅτι δέν εἶσαι μόνος σου, ὅτι συμπάσχει καί αὐτός. Θυμώνει γιά τήν ἐπιμονή, σάν νά θυμώνει μέ τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἕτερος, εἶναι ἑταῖρος. Ὅταν προδίδεις τόν ἀγώνα σου εἶναι σάν νά προδίδεις τόν ἴδιο. Εἶναι αὐστηρότατος, ἀφήνοντάς σε νά πιστεύεις ὅτι σοῦ φέρθηκε μέ ἐπιείκεια.

Ἡ ἐξομολόγηση εἶναι χαρά, ἐλπίδα, ἀσφάλεια, ἱκανοποίηση, αὐτεπίγνωση, φιλοτιμία. Θέλει ἄσκηση, μελέτη καί προσευχή. Δέν ζητάει ταπείνωση καί ὑπακοή, αὐτά τά ἐμπνέει. Δέν χτίζει, θεμελιώνει. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶναι ἀνάκριση καί ἐξιλέωση. Εἶναι μάθημα, ἀπαίτηση, παράκληση, διαφύλαξη τῆς Ὁμολογίας, τήρηση τῶν ἐντολῶν, φόβος Θεοῦ, αὐτογνωσία, ἐγκράτεια καί προσευχή.

Ὅταν ἐρχόταν ὁ π. Ἰγνάτιος εἶχα τήν ἐντύπωση, ὅτι ἐρχόταν ἀποκλειστικά γιά μένα κατά τό «Ζακχαῖε κατάβηθι ἐν τῶ οἴκῳ σου δεῖ μέ μεῖναι». Ἀγαποῦσε τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου καί δέν ἔβαζε τίποτα μπροστά σ’ αὐτό. Εἶσαι ὁ μοναδικός ψάλτης καί δέν κάνει νά ψάλλεις; Ποτέ νά μήν γίνει ἡ Λειτουργία. Δέν σέ θυσιάζει γιά τίποτα στόν κόσμο. Μέ Πνευματικό τόν π. Ἰγνάτιο συνειδητοποιεῖς τήν ἀξία τῆς ψυχῆς σου.

Ὡς Πνευματικός Πατήρ ὁ π. Ἰγνάτιος δέν εἶναι αὐταρχικός. Φανερό δεῖγμα, ὅτι δέν ἀνατράφηκε ὡς ὑποτακτικός μοναχός, μέ μία ὑποχρεωτική ὑποταγή πού ἀρκετές φορές ἀντί νά ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, μετεξελίσσεται σέ αὐταρχικότητα καί ἀντί νά ἐλευθερώνει, διαπλάθει συμπλεγματική προσωπικότητα στόν μετέπειτα Ἱερομόναχο. Ἔτσι μή ὄντας αὐταρχικός, δέν δημιουργεῖ κύκλο γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, δέν «ἀποσπᾶ τούς μαθητάς ὀπίσω» του. Κύκλος του εἶναι ὅλο τό ποίμνιο. Δέν διαθέτει στενούς φίλους καί γυναῖκες «παρά τούς πόδας αὐτοῦ».

Ὁ Λειτουργός.

Δέν εἶχε δική του ἐνορία, γύριζε ἀπό τόπου εἰς τόπον. Ὁσάκις ἦρθε στήν πόλη μας, σεβάστηκε τίς συνήθειές μας, τό τυπικό μας, τούς ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας καί πολιτεύτηκε μέ διάκριση. Εἴχαμε ἀκόμα τόν παλιό Ἱερέα μας. Δέν σφετερίστηκε τό ποίμνιό του, τά δικαιώματά του, δέν τόν ἀνταγωνίστηκε, δέν τόν σχολίασε. Τόν ὑπηρέτησε, θά ἔλεγα, σάν πατέρα καί ἀδελφό. Ὑπῆρξε τίμιος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, γνήσιος Λειτουργός. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου κήρυττε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές συγκέντρωνε τούς πιστούς σέ κάποιο σπίτι καί μιλοῦσε καί τό ἀπόγευμα.

Ἐνῶ ἦταν φύση καλλιτεχνική καί μελετοῦσε τήν Ἐκκλησιαστική Τέχνη (ἁγιογραφία, ὑμνογραφία, κ.λ.π.), δέν διέθετε φωνή ψαλτική. Ἦταν τελείως παράφωνος, ἐκτός κι ἄν τό ἔκανε σκοπίμως. Εἶναι ἀλήθεια πώς δέν μποροῦσες ὡς ψάλτης νά κάνεις ἐπίδειξη τέχνης καί φωνῆς, μέ λειτουργό τόν π. Ἰγνάτιο. Φιλάσθενος ὅπως ἦταν, ἦταν πάντα κουρασμένος, ἰδρωμένος καί τά τελευταῖα χρόνια στεκόταν μέ δυσκολία καί κύρηττε. Τά ἄμφια ἦταν κάτι ξένο πάνω του, δέν τοῦ ταίριαζαν τά χρυσοϋφαντα, τό τριμμένο ράσο καί τό σκουφάκι τοῦ πήγαιναν καλύτερα.

Ὁ Ὀρθόδοξος.

Ὑπῆρξε γνήσιος τηρητής, φύλακας τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων. Μελετητής τῆς λειτουργικῆς καί καλλιτεχνικῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἐξέφραζε πάντα τήν γνώμη του μέ τήν εὐθύτητα πού ταιριάζει σέ πνευματικό ἄνθρωπο. Ὑπερασπίστηκε πάντα τίς Ὀρθόδοξες θέσεις, ἀδιαφορῶντας γιά τίς γύρω του ἀντιδράσεις καί προσωπικές ἐπιθέσεις, χωρίς νά ἐπιβάλλει τίς ἀντιλήψεις του, χωρίς πάθος, χωρίς συσπειρώσεις καί σχίσματα.

Ὑπῆρξε γνήσιος ὑπερασπιστής τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου. Ὑπερασπίζεται μέ καθαρότητα ἤθους, μέ συνέπεια, ἁπλότητα, σαφήνεια καί ἀκρίβεια τήν ἐκκλησιαστική ποιμαντική τοῦ Ἁγίου Πατρός. Ἡ καταδίκη τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, ἡ Ὁμολογία τοῦ 1935, ἡ στάση ἀπέναντι στό Σχίσμα τῶν Φλωρινικῶν, ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου ὑπό μόνου τοῦ Ἁγίου Πατρός καί ὁ καθαγιασμός τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἱστορικοί σταθμοί ἐκκλησιαστικῆς δόξας καί μεγαλείου, εἶναι καύχημα γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Ἔχει ἐπίγνωση τῆς μοναδικότητας, τῆς παγκοσμιότητας, τῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας στήν Ὁποῖα ἀνήκει. Σπάνιο φαινόμενο Ὀρθοδόξου, ὅταν ἡ συντριπτική πλειοψηφία Κληρικῶν καί λαϊκῶν διακατέχεται ἀπό μία ἐμετική παραταξιακή Παλαιοημερολογίτικη νοοτροπία, πού παρά τίς πομπώδεις, ὑπεφύαλες διακηρύξεις, δυσκολεύεται νά κρύψει τό κόμπλεξ κατωτερότητος πού τήν διακατέχει - λόγῳ ἔλλειψης αὐτοπεποίθησης – καί τήν ἀγωνία τῆς μοναξιᾶς, πράγμα πού καταφαίνεται στή θέα μιᾶς διαρκοῦς ἐλεεινῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως δεκαετιῶν, μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς Ψωροκώσταινας, μιᾶς διοικητικῆς ἀτολμίας καί ἀπραξίας, μιᾶς ἀποτελματώσεως, μιᾶς συνεχοῦς παρακμῆς, ὅπου ἡ πρόοδος καί ἡ πνευματική ζωτικότητα καί γονιμότητα εἶναι μία θαμπή ἀνάμνηση...

Ὁ π. Ἰγνάτιος ὑπῆρξε ἀριστοκράτης, ἄξιος καί γι’ αὐτό ἀγέρωχα σιωπηλός. Ἔφυγε ὁ π. Ἰγνάτιος. Ἔφυγε ὁ ποιμένας καί διασκορπίστηκαν τά πρόβατα, ἄλλα ἐδῶ κι ἄλλα ἐκεῖ. Σέ ὅλους, πιστεύω, κάτι μένει, ἔστω κι ὡς φευγαλέα φάρου ἀναλαμπή μέσα στό ὀμιχλῶδες πέλαγος τῆς θύμησης...

Ἀπό τόν Οἰκουμενισμό στήν Γνησία Ὀρθοδοξία.

Ὁ Ὅσιος Πατήρ Ἰγνάτιος ἦταν λόγιος, ἡσυχαστής καί ἀγωνιστής Κληρικός. Πειραϊκῆς καταγωγῆς, σπούδασε Ἰατρική, ἀλλά γοητευμένος ἀπό τήν ἰδέα τῆς «εἰς Χριστόν» ἀφιερώσεως καί τῆς Ἱερατικῆς διακονίας, χειροτονήθηκε Ἱερεύς στήν Ἀγγλία, στήν ἐκεῖ Ἀρχιεπισκοπή τοῦ Πατριαρχείου Κων/πόλεως, ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Θυατείρων καί Μ. Βρεττανίας Ἀθηναγόρα.

Κατά τήν περίοδο ἐκείνη (ἀλλά καί στήν συνέχεια), τό περιβάλλον τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Θυατείρων ἦταν ἐξόχως οἰκουμενιστικό. Ἐπικρατοῦσε ἕνα κοσμικό - δυτικότροπο πνεῦμα, ἄσχετο πρός τό Ἁγιοπνευματικό περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ π. Ἰγνατίου Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηναγόρας Κοκκινάκης, ἦταν γνωστοῦ καί δεδηλωμένου οἰκουμενιστικοῦ φρονήματος καί ἡ ὁμολογία του κάθε ἄλλο παρά Ὀρθόδοξη. Ὁ π. Ἰγνάτιος ὅμως ἦταν ἕνας ὑγιής νούς, μία ψυχή ἀγαθῶν προθέσεων καί προαιρέσεων, ἀφιερωμένος στόν Θεό καί τήν Ἁγία Του Ἐκκλησία. Ἄρχισε νά μελετᾶ συστηματικά τό θέμα τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ - Οἰκουμενισμοῦ καί νά προσεύχεται πολύ, ζητῶντας τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τοῦτο καί ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ψυχῆς του Χριστός, δέν ἐπέτρεψε νά χαθεῖ μέσα στή λύμη τῆς αἱρέσεως, ἀλλά ὁ Ἴδιος «ἐξήγαγε αὐτόν εἰς ἀναψυχήν».

Τό ἔτος 1956 ἦταν ἔτος θεοσημείας γιά τόν π. Ἰγνάτιο. Δέχθηκε τήν θαυμαστή ἐμφάνιση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ὁδήγησε τά διαβήματά στήν Μία καί Μοναδική Ἐκκλησία Του! Γιά τό γεγονός αὐτό ὁ μακάριος Πατήρ δέν μιλοῦσε ποτέ (ἀσφαλῶς γιά νά μήν παρεξηγηθεῖ, «βρῆκαν» ἄλλωστε τόσα ἄλλα γιά νά τόν κατηγορήσουν!). Τό ἀνέφερε ἐξομολογητικῶς στόν τότε Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα (ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), ἀπό τόν ὁποῖο τό πληροφορήθηκε ὁ γράφων τό 2000.

Ἡ θεοσημεία συνέβη στήν Ἀγγλία καί συνίστατο στήν ἐμφάνιση τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου, κατά τήν διάρκεια τῆς προετοιμασίας γιά τήν Θεία Λειτουργία. Κατά τήν Προσκομιδή, ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος ὀφθαλμοφανῶς καί ἀπαντῶντας στούς λογισμούς καί τούς προβληματισμούς του, τοῦ ἔδειξε πού καί πῶς νά βρεῖ τήν Μία καί Γνησία Ἐκκλησία Του! Ὁ Ἴδιος τόν ἔστειλε στήν Ἱερά Μονή Παναγίας Κερατέας Ἀττικῆς καί στό ὠμοφόρειο τοῦ τότε Ἐπισκόπου Πατρῶν Ἀνδρέου.
 
Μετά τήν θεία αὐτή ἀποκάλυψη, ὁ π. Ἰγνάτιος «ὡς ἄλλη ἔλαφος ἐπιποθοῦσα ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων», ἐγκατέλειψε τήν ἐξασφαλισμένη σταδιοδρομία του στίς τάξεις τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Θυατείρων, διέκοψε (ὄχι βίαια, ἀλλά μέ τήν εὐγένεια ψυχῆς πού τόν διέκρινε), τίς πνευματικές καί διοικητικές του σχέσεις μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηναγόρα καί ἦρθε στήν Ἑλλάδα. Ὅταν συνάντησε στό Ἐπισκοπεῖο τοῦ ἁγίου Μοδέστου τόν Ἐπίσκοπο Ἀνδρέα καί ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ, ὁ Ἅγιος Πατρῶν κυριολεκτικῶς «δέν πίστευε στά αὐτιά του»! Δέχθηκε τήν ἐξομολόγησή του, ἀξιολόγησε τίς προθέσεις του, προσευχήθηκε καί ζήτησε καί ἀπό τόν ἴδιο νά προσευχηθεῖ. Εἰσήγαγε τό θέμα στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί μέ ἀπόφασή Της τόν ἔκανε δεκτό στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κατά τά προβλεπόμενα ἀπό τό Ἱεροκανονικό Δίκαιο, «διά Μύρου, Ὁμολογίας Πίστεως καί Χειροθεσίας».

Ὡς Κληρικός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Ἱερομόναχος Ἰγνάτιος, δραστηριοποιήθηκε χωρίς μόνιμη ἕδρα καί ἐνορία.Κάλυπτε τίς ἔκτακτες ἀνάγκες τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου καί τοῦ τόπου πού ἐμφανίζονταν. Περιώδευε ἱεραποστολικά κυρίως τίς ἀκριτικές περιοχές (Ξάνθη, Σάμο, Κάλυμνο, Κρήτη) καί ἐξυπηρετοῦσε τίς πνευματικές καί λειτουργικές ἀνάγκες τῶν πιστῶν, θέτοντας τήν σφραγίδα τῆς πνευματικῆς του προσωπικότητος καί τοῦ ἁγίου βίου του. (Στή δημοσιευομένη φωτογραφία τοῦ ἔτους 1958 διακρίνεται ὁ μακάριος π. Ἰγνάτιος μέ τόν τότε Ἐπίσκοπο Πειραιῶς Ἄνθιμο κ. ἄ. κληρικούς, στόν Ἱ. Ν. Τιμίου Προδρόμου Ροῦφ Ἀθηνῶν).


Κατά τίς περιοδείες αὐτές ἀντιμετώπισε, ὅπως ἦταν ἑπόμενο καί ἀναμενόμενο, καί τήν διωκτή μανία τῶν κακοδόξων. Ἕνα σχετικό περιστατικό πού συνέβη στήν Κρήτη, μαρτυρεῖ ὁ ἤδη μακαριστός Βασίλειος Νταργάκης. «Μετά παρέλευση κάποιου χρόνου - γράφει στόν Ἱερομόναχο Κήρυκο - μᾶς ἐπισκέφθηκε ὁ π. Ἰγνάτιος. Τόν ἔφερε ὁ Ἐμμ. Μαρτινιανάκης μέ τό ἀμάξι του καί ὁ ἀδελφός Ἠλίας. Κάναμε ὁλονύκτιο ἀγρυπνία στό ἐξωκκλήσιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ξημερώματα φύγαμε γιά τό σπίτι μου. Ὁ π. Ἰγνάτιος ἔφυγε μέ τό αὐτοκίνητο, ἐμεῖς πήγαμε μέ τά πόδια στό χωριό, διότι ἦταν πιο κοντά. Μόλις φτάσαμε, ἄκουσε ἡ σύζυγός μου Ὀλυμπία μία βραχνή φωνή νά λέει, «ἔρχεται, ἔρχεται» καί σέ 2 - 3 λεπτά ἦρθε καί ὁ π. Ἰγνάτιος. Τοῦ εἴπαμε γιά τήν φωνή καί μᾶς εἶπε, «δέν μοῦ φαίνεται καλή ἡ φωνή, νά προσέχουμε, ἴσως μᾶς φέρουν καί τήν Ἀστυνομία». Πράγματι σέ λίγη ὥρα ἦρθε ἡ Ἀστυνομία καί ἔξω ἀπό τό σπίτι μου ἔγινε μεγάλη φασαρία, ζητοῦσαν ἀπό τόν π. Ἰγνάτιο χειροτονητήριο καί τό ἔδειξε. Τοῦ ζήτησαν τότε οἱ ὑπεύθυνοι καί κινήσαντες τήν φασαρία καί τόν διωγμό, ἄν ἔχει ἄδεια ἀπό τήν Μητρόπολη στό Ἡράκλειο, (δηλαδή ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Εὐγένιο Ψαλλιδάκη) καί τούς ἀπάντησε μέ πραότητα, ἀλλά θαρραλέα:

«Ἐγώ ἔχω Σύνοδο καί δέν ἔχω καμμία σχέση μέ τούς Παπικούς»!

«Γιατί, Παπικοί εἴμαστε;» τόν ρώτησε ἕνας Ἱερεύς.

«Τό ἀρνῆσαι; Πού εἶναι ἡ Νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων; τόν ρώτησε ὁ π. Ἰγνάτιος. Ὅταν ἑορτάζουν στήν Ἱερουσαλήμ τόν ἅγιο Σπυρίδωνα, ἐσεῖς ἑορτάζετε Χριστούγεννα, ἄρα εἶστε παιδιά τοῦ Πάπα».

Ἀπαντᾶ τότε αὐτός στόν π. Ἰγνάτιο: « Ἐσύ ἔρχεσαι καί ἐκμεταλλεύεσαι τόν κόσμο, νά μήν ἔρθεις ἄλλη φορά».

«Θά ἔρθω καί θά ξανάρθω» τοῦ ἀπάντησε ὁ π. Ἰγνάτιος, ὅπως ἦρθε καί ξαναεῖρθε καί δέν τόν ἐνόχλησε κανείς, διότι ὁ Θεός ξέρει μέ τί τρόπο νά ὑπερασπίζεται τούς δούλους Του.

Τόν πῆραν ἔπειτα στό τμῆμα τοῦ Ἀρκαλοχωρίου, ἀπολογήθηκε, ἔδειξε τό χειροτονητήριό του καί τοῦ εἶπε ὁ Διοικητής νά πάει στό καλό».

Σέ ἄλλη περίπτωση στήν Κάλυμνο, ὅπου πῆγε νά ἐξυπηρετήσει τούς ἐκεῖ Ὀρθοδόξους πιστούς, τόν περίμενε στό λιμάνι ὄχλος πολύς, μέ ἐπικεφαλῆς τόν τότε Νεοημερολογίτη Μητροπολίτη Καλύμνου Ἰσίδωρο, «μέ ἀπειλητικές διαθέσεις ἐναντίον του. Μόλις τόν παρέλαβε μέ τό αὐτοκίνητό του κάποιος ἀδελφός, ἔτρεξε ὁ ἀνωτέρω Μητροπολίτης μέ τήν «σπεῖρα» του στήν ἄκρη τῆς προβλήτας, ὅπου βρισκόταν ἀκόμη τό αὐτοκίνητο μέ τόν π. Ἰγνάτιο, γιά νά τόν ρίξει στή θάλασσα τό πιθανώτερο ἤ νά τόν «φοβερίσει» τό λιγώτερο πιθανό.

Ὁ π. Ἰγνάτιος μόλις εἶδε τά γενόμενα, λέει στόν ἀδελφό - ὁδηγοῦ τοῦ αὐτοκινήτου, «πήγαινε ἐσύ, ἐμένα θέλουν». Ὁ ὁδηγός ἔφυγε ἔντρομος καί πανικόβλητος καί ἔμεινε μόνος στό αὐτοκίνητο ὁ π. Ἰγνάτιος. Χωρίς νά βλέπει τούς διῶκτες του πού ἔσπρωχναν τό αὐτοκίνητο, ἔκανε κομποσχοίνι, ἠθλεῖτο στήν ἄσκηση τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, ἐπικοινωνοῦσε καί δοξολογοῦσε τόν Κύριο τῆς δόξης.



Μόλις εἶδε ὁ Μητροπολίτης τήν πλήρη ἀταραξία του καί τήν γαλήνη μέ τήν ὁποία προσευχόταν, θαυμάσας ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ αὐτοκινήτου καί ζήτησε συγγνώμη. Ὁ π. Ἰγνάτιος κατέβηκε ἀπό τό αὐτοκίνητο καί κουνώντας συγκαταβατικά τό κεφάλι καί τό δεξί του χέρι ἀπομακρύνθηκε, περνώντας μέσα ἀπό τόν ὄχλο τῶν διωκτῶν του»! (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 63). (Ἡ δημοσιευόμενη φωτογραφία εἶναι ἀπό ἐπίσκεψη τοῦ μακαρίου π. Ἰγνατίου στήν Κάλυμνο, τό ἔτος 1963).

Τό 1961 διορίστηκε Α’ Γραμματέας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (μέ Ἀρχιγραμματέα τόν Πρωτοσύγκελλο Πρωθιερέα Εὐγένιο Τόμπρο καί Β’ Γραμματέα τόν Ἱερομ. Ματθαῖο Μακρῆ, ἔπειτα Ἐπίσκοπο Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος). Ὑπῆρξε πρῶτος ἐκδότης τοῦ Περιοδικοῦ «Ὀρθόδοξη Πνοή». Ἐργάτης ὁ ἴδιος τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς, ἄρχισε τήν ἔκδοση τῆς Φιλοκαλίας (τήν ὁποία δέν ὁλοκλήρωσε), συνέγραψε δέ τό 1971 το ἀπολογητικό βιβλίο «Βρεσθένης Ματθαῖος – Οἱ χειροτονίες του» καί πολλά ἀπολογητικά καί πνευματικά φυλλάδια.

Ὑπῆρξε ἕνας ἀσκητής μέσα στόν κόσμο. Στίς ἐλάχιστες φωτογραφίες πού ἔχουν διασωθεῖ, διακρίνεται σχεδόν ἀποστεωμένος. Τό φαγητό του ἦταν ἐλάχιστο, τόσο λίγο ὥστε ἀπό τήν κακουχία καί τήν στέρηση προσβλήθηκε ἀπό φυματίωση τῶν ἐντέρων! Ὁ πυρετός ἦταν καθημερινός του σύντροφος, ὅπως καί τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ «ἀδεφλός πόνος» ὅπως ἔλεγε, δέν τόν ἄφηνε ποτέ. Ὁ ὕπνος του κι αὐτός λιγοστός, ἀφ’ ὅσον ἔπρεπε νά ἐξοικονομεῖται χρόνος γιά μελέτη καί προσευχή. Κι ὅμως μέσα ἀπό αὐτό τό καταπονημένο σῶμα, πήγαζε ἕνας χείμαρος ἐν Χριστῶ ζωῆς. Στά ρουφηγμένα ἀπό τήν ἄσκηση μάτια του, ἔλαμπε τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως καί ἡ βεβαιότητα τῆς οὐρανίου μακαριότητος. Καί ὁ λόγος του ἦταν μία παρακαταθήκη ἐλπίδος, λόγος παρηγορητικός, διανθισμένος μέ ἄνθη Πατερικῆς σοφίας καί ἐμπειρίες Ἁγίων (πολλές φορές κάλυπτε τίς δικές του ἐν Χριστῶ καί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρίες, κάτω ἀπό ἀναφορές σέ Ἁγίους καί Δικαίους τῆς Ἐκκλησίας). Ὡς Λειτουργός μετέδιδε τήν κατάνυξη καί ὡς Πνευματικός τήν βεβαιότητα τῆς θείας ἀγάπης καί τῆς ἐν Χριστῶ σωτηρίας.

Παράλληλα ὅμως, ἦταν ἕνας λόγιος Κληρικός, ὁ ὁποῖος συνδέοταν μέ τούς λόγιους ἐκκλησιαστικούς κύκλους τῆς ἐποχῆς του. Ὁ Σ. Χρυσανθόπουλος σημειώνει: «Τό πόσο λεπτός, σπουδαῖος, μεγάλος, πολιτισμένος καί καλλιεργημένος ἦταν καί δέν τόν ἀπασχολοῦσαν ποτέ τά μικρά πράγματα, ἀλλά πάντοτε τά μεγάλα, τό φανερώνουν οἱ δηλώσεις ἀνθρώπων ὅπως τοῦ Βασ. Ρηγόπουλου, τοῦ σπουδαιότερου ἐκδοτικοῦ οἴκου σέ ἐκκλησιαστικές ἐκδόσεις στήν Ἑλλάδα, πού μοῦ ἔλεγε συχνά: «Ἔχω γνωρίσει μέσῳ τῶν ἐκδόσεών μου, τόσους καί τόσους Ἱερωμένους, τόσους καί τόσους πνευματικούς ἀνθρώπους, κανένας δέν μοῦ ἔκανε τόση ἐντύπωση ὅση ὁ π. Ἰγνάτιος» (αὐτ. σελ. 16).
 
Ὡς λόγιος Κληρικός, ἀλλά καί Ἁγιογράφος, εἶχε «συνδεθεῖ φιλικά μέ τόν διαπρεπῆ Ἁγιογράφο καί Λογοτέχνη Φώτιο Κόντογλου.

Ὁ ἐγκόσμιος ἀσκητής.

Ὁ μακάριος π. Ἰγνάτιος, κατά τήν ἔκφραση τοῦ Σωτ. Χρυσανθόπουλου, «πατσαβούριασε τήν σάρκα του»! Εἶναι χαρακτηριστική ἡ περιγραφή του σχετικά μέ τήν καθημερινή ζωή τοῦ οὐρανοπολίτου Πατρός: «Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν κοιμόταν καθόλου, παρά μόνον μία ὥρα τό 24ωρο, ἴσα - ἴσα γιά νά μήν πάθει ὁ ἐγκέφαλός του... Ὅλη τήν νύκτα δέν κοιμόταν, ἀλλά προσευχόταν ἀδιάλειπτα, ἐφαρμόζοντας τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» τοῦ Ἀποστόλου Παύλου... Στό Ἅγιο Ὄρος ὅπου ἀσκήτευε, ἔτρωγε καί ἔπινε τόσο λίγο, ὥστε νά κρατιέται στή ζωή καί νά μήν σκοτώσει τό σῶμα του... Κάπως φυσιολογικά ἔτρωγε ὅταν κατέβαινε ἀπό τό Ὄρος καί μᾶς ἐπισκεπτόταν καί αὐτό τό ἔκανε γιά μᾶς, γιά νά μή «δείχνεται» (αὐτό δέν τοῦ ἄρεσε καθόλου), ὅτι εἶναι μεγάλος νηστευτής. Οἱ κάλτσες πού φοροῦσε ἦταν ἀπό τόν ἀστράγαλο καί πάνω, στήν πατοῦσα δέν ὑπῆρχε καθόλου κάλτσα, διότι ἁπλούστατα δέν χρησιμοποιοῦσε ὁλόκληρες κάλτσες, περπατοῦσε ξυπόλητος..! Ἀκόμη καί τό τριμμένο ράσο πού φοροῦσε καί τά ἱερά ἄμφια, δέν φόρεσε κανένας Ἱερωμένος ἐπί τῆς γῆς» (αὐτ. σελ. 21 - 22).

Ὑπῆρξε ἐραστής καί ἐργάτης τῆς νοερᾶς ἤ καρδιακῆς προσευχῆς. Σώζονται πολλές ἐπιστολές του νηπτικοῦ περιεχομένου, στίς ὁποίες ἐμπεριέχεται ἡ διδασκαλία τῶν Νηπτικῶν Πατέρων καί ἡ ἡσυχαστική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, διατυπωμένη μέ τό δικό του χαρίεν καί εὔληπτο ὕφος.

Ὁ σημειοφόρος ἄνθρωπος τοῦ Θεού.

Ὁ μακάριος π. Ἰγνάτιος, ἀγωνιζόμενος ὑπερμέτρως γιά τήν ψυχική του σωτηρία, ἀγωνιζόμενος νά φανεῖ ἄξιος τῆς κλήσεως, ἐλεήθηκε ἀπό τόν καλέσαντα αὐτόν Κύριο μέ τά Ἁγιοπνευματικά χαρίσματα τῆς προοράσεως, τῆς παραμυθίας - παρηγορίας καί τῶν θεραπειῶν. Οἱ σχετικές μαρτυρίες, σοβαρές καί τεκμηριωμένες, εἶναι δεκάδες καί προέρχονται ἀπό ἐπωνύμους πιστούς ὅλων τῶν περιοχῶν τῆς χώρας πού ἐλεήθηκαν δι’ εὐχῶν του.

Στήν Ξάνθη, «μία ἐν Χριστῶ ἀδελφή, πνευματικοπαίδι τοῦ π. Ἰγνατίου, εἶχε μία σοβαρή πάθηση στά μάτια καί ἔπρεπε κατεπειγόντως νά γίνει σοβαρή χειρουργική ἐπέμβαση. Ἡ ἐν λόγῳ ἀνέφερε στόν Ἅγιο Γέροντα γιά τήν δύσκολη κατάστασή της καί ἐκεῖνος τῆς εἶπε: « Ἔλα νά σοῦ βάλω λίγο λάδι ἀπό τό καντήλι καί ἀφοῦ προσευχηθοῦμε, πιστεύω ὅτι δέν θά ἔχεις πρόβλημα». Ἔτσι ἔγινε καί τό πρόβλημα τῆς ἀδελφῆς στά μάτια λύθηκε ἀπό τόν π. Ἰγνάτιο θαυματουργικά. Δέν εἶχε πλέον τίποτα»! (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 59).

Σέ πολλές περιπτώσεις ἔφθασε ἀπροειδοποίητα σέ οἰκογένειες Ὀρθοδόξων πού τόν χρειάζονταν (καί μάλιστα σέ ἀκριτικές καί ἀπομακρυσμένες περιοχές, λ.χ. τήν Κρήτη). Στήν ἐρώτηση, «πῶς καί μᾶς ἤρθατε, Πάτερ;», ἀπαντοῦσε ἁπλᾶ «εἶχα τήν πληροφορία, ὅτι μέ χρειάζεστε» (βεβαίως ἡ πληροφορία δέν ἦταν «ἐξ ἀνθρώπων»)!

Στήν Ξάνθη, «ἕνας ἡλικιωμένος ἀδελφός βρίσκεται στά τελευταῖα του. Ἡ κόρη του θέλει νά τοῦ φέρει Ἱερέα ἀπό τήν Θεσσαλονίκη ἤ ἀπό ἀλλοῦ, ὁ ἀδελφός ὅμως θέλει ὁπωσδήποτε τόν π. Ἰγνάτιο καί κανέναν ἄλλο. Ὁ π. Ἰγνάτιος τό πληροφορεῖται διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔρχεται ξαφνικά, χωρίς καμμία εἰδοποίηση, στην πόρτα του σπιτιου, ἐξομολογεῖ τόν ἀδελφό, τόν κοινωνεῖ καί φεύγει γιά τό Ἅγιον Ὄρος. Ἀμέσως μετά ὁ ἀδελφός ἀπεδήμησε πρός Κύριον»! (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 60).

Τό προορατικό του, οἱ προρρήσεις του, ἔμειναν παροιμιώδεις. Προεῖπε σέ πολλούς Χριστιανούς σημαντικά γεγονότα, σχετιζόμενα μέ τήν πνευματική, ἀλλά καί τήν κοσμική τους ζωή, ἀκόμη καί τήν διάλυση ἐνορίας τῆς Βορείου Ἑλλάδος (ἡ ὁποία τελικά πραγματοποιήθηκε 25 χρόνια μετά τήν μακαρία του κοίμηση)!

«Ἦταν μία ἀδελφή – γράφει ὁ Σ. Χρ. – πολύ πιστή καί δραστήρια. Εἶχε ζῆλο μεγάλο νά γίνει μοναχή. Ὁ π. Ἰγνάτιος τῆς εἶπε, ὅτι δέν πρέπει νά πάει γιά μοναχή, γιατί δέν θά μποροῦσε νά ἀντέξει τήν μοναχική πολιτεία. Πῆγε, ἀλλά μετά ἀπό λίγα χρόνια εἶχε πάλι γυρίσει στόν κόσμο, ὅπως προέβλεψε ὁ π. Ἰγνάτιος»! (αὐτ. σελ. 60).

«Ἦταν κάποιος Ἱερομόναχος – συνεχίζει ὁ Σ. Χρ. – πολύ πιστός, δραστήριος, πολύ παρηγορητικός, ἀγαπητός στόν κόσμο, δογματικά καί θεολογικά καταρτισμένος, παρά τά λίγα γράμματα πού ἤξερε, νέος, εἶχε φθάσει σέ μεγάλα ὕψη πνευματικότητας καί ἁγιότητας. Ἔκανε πολλά θαυμαστά σημεῖα, ὅπως όταν ἦταν κλειδωμένο τό τηλέφωνο, τό σταύρωνε καί ἄνοιγε, ἦταν κλειδωμένη ἡ πόρτα τήν σταύρωνε καί ἄνοιγε! Εἶχε εὐαρεστήσει πολύ τόν Θεό καί γι’ αὐτό τόν φθόνησε πολύ ὁ διάβολος καί ὕστερα ἀπό μεγάλο ἀγώνα τόν ἔριξε σέ σαρκικό πάθος. Ἦταν τρομερό, τό ἀστέρι αὐτό δυστυχῶς ἔπεσε»! (αὐτ. σελ.60).

Ἡ περίπτωση τοῦ Ἱερομονάχου Μ. εἶναι γνωστή στό πλήρωμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τό 1970 καί ἐνῶ ὁ π. Ἰγνάτιος ἦταν στό σπίτι τοῦ Σ. Χρ. στή Θεσσαλονίκη, ἦρθε ἡ συζήτηση γιά τόν ἐν λόγῳ Ἱερομόναχο, «ὁ ὁποῖος ἐκτελοῦσε τά ἱερατικά του καθήκοντα σέ κάποια μακρυνή ἐνορία, ἐκτός Θεσσαλονίκης, σέ ἄλλο νομό καί περιφέρεια». Μόλις ὁ π. Ἰγνάτιος ρωτήθηκε γι’ αὐτόν «συννέφιασε, σκυθρώπιασε, ἀκούμπησε στό τραπέζι μέ τούς ἀγκῶνες τῶν χεριῶν του, ἔπειασε τό κεφάλι του καί μέ τά δυό του χέρια καί εἶπε: « Δέν θέλω νά τό σκέπτομαι, δέν θέλω νά τό σκέπτομαι». Ἔβλεπε καθαρά τήν πτώση τοῦ ἐν λόγῳ Ἱερομονάχου, πού θά γινόταν μετά ἕνα χρόνο περίπου καί δέν ἤθελε νά τήν σκέπτεται»! (αὐτ. σελ. 60 – 61).

Στόν Σ. Χρ. ὁ ὁποῖος σκεπτόταν μέ κάποιο παράπονο, «ἔχω καιρό νά κοινωνήσω, τό ἔχω ἀπόλυτη ἀνάγκη, γιατί δέν μέ ἀφήνει νά κοινωνήσω νά πάρω τήν ἀπαραίτητη δύναμη;», μόλις ὁ π. Ἰγνάτιος πῆγε στήν Ξάνθη τοῦ εἶπε: «Ἀδελφέ Σωτήρη, ἑτοιμάσου, θά κοινωνήσεις τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων»! (αὐτ. σελ. 53).

Πολλοί πιστοί, κυρίως παιδιά, ἀξιώθηκαν νά τόν δοῦν κατά τήν διάρκεια Ἀκολουθιῶν καί κυρίως τῆς Θείας Λειτουργίας λουσμένο στό ἄκτιστο φῶς τῆς Χάριτος, νά μήν πατᾶ στό ἔδαφος, ἀλλά νά ἱερουργεῖ ὡς ἄλλος τῶν Ἁγίων Πατέρων!

Μία νύκτα σκοτεινή, πῆγε να κοινωνήσει ἕναν ἑτοιμοθάνατο. Ἡ διαδρομή ἦταν μέ τά πόδια, σέ δρόμο χωρίς φωτισμό, μέ λάκκους καί ἐπικίνδυνα σημεῖα, ὁ π. Ἰγνάτιος ὅμως δέν σκόνταψε πουθενά, διότι «ἡ Θεία Κοινωνία ἐξέπεμπε φῶς, εἶχε γίνει φῶς καί φώτιζε τόν Ἅγιο Γέροντα στό δρόμο του, «μήπως προσκόψει πρός λίθον τόν πόδα του» ! (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 56).

Στό σπίτι τοῦ ἰδίου πιστοῦ, ἀντίδωρο ἀπό Θεία Λειτουργία πού τέλεσε ὁ π. Ἰγνάτιος τό 1968 στήν Ξάνθη, διατηρήθηκε χωρίς νά ἀλλοιωθεῖ μέχρι τό 2000! (αὐτ. σελ. 56).

Ὁ Βασίλειος Νταργάκης ἀπό τό Ἡράκλειο, σέ ἐπιστολή του πρός τόν τότε Ἀρχιγραμματέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιμ. Κήρυκο Κοντογιάννη, μέ ἡμερομηνία 31. 12. 1988, γράφει τά ἀκόλουθα:

«Εὑρισκόμενος ὁ π. Ἰγνάτιος εἰς τό χωριό μου Ζῆντα (Μονοφατσίου), μᾶς ἔκανε ὁλονύκτιο ἀγρυπνία εἰς τήν ἐκκλησία τῆς ἁγίας Βαρβάρας τοῦ χωριοῦ ἁγία Σεμνῆ. Τελειώνοντας πήγαμε στό σπίτι μου. Εἴχαμε εἰδοποιήσει καί τήν Δασκάλα ὅπου μᾶς ἐμαθήτευσε τά γράμματα, τήν Αἰκατερίνη, διότι εἶχε ἐνδιαφερθεῖ νά γίνει Ὀρθόδοξη. Ἦλθε καί ἐξολομολογήθηκε καί ὁ π. Ἰγνάτιος τῆς διάβασε τίς σχετικές εὐχές καί ἐνῶ διάβαζε, ἔγινε τό πρόσωπό του κατάλευκο! Σημειώνω καί τοῦτο. Μόλις ἡ ἀδελφή Αἰκατερίνη εἶδε τόν π. Ἰγνάτιο εἶπε, ὅτι τον εἶδε μία νύκτα πριν στόν ὕπνο της ὅπως ἦταν καί ἔμεινε ἐκστατική, δεν τον είχε δεί ποτέ στη ζωή της πριν συναντηθούν.»!

Περί τό ἔτος 1965 ὁ μακάριος Ἰγνάτιος ἐπισκέφθηκε γιά λόγους ποιμαντικούς καί ἱεραποστολικούς τήν Κρήτη. Διέμεινε στήν οἰκογένεια τοῦ Βασ. Νταργάκη, στό χωριό Ζῆντα Μονοφατσίου. Ἐκεῖ εἶδε σέ μία κορνίζα τήν φωτογραφία ἑνός μικροῦ κοριτσιοῦ. «Αὐτή εἶναι ἡ Δέσποινα» εἶπε. Ἐπρόκειτο γιά μία κόρη τῆς οἰκογένειας, ἡλικίας 6 – 7 ἐτῶν (εἶχε βαπτιστεῖ στήν Κερατέα, τό 1959), τήν ὁποίας δέν εἶχε συναντήσει ποτέ! «Ναί, Πάτερ - τοῦ ἀπάντησε ἡ μητέρα της Ὀλυμπία - ἀλλά δέν βλέπεις; Τά δόντια της εἶναι ὅλα στραβά». Πιάνει μέ τά χέρια του ὁ π. Ἰγνάτιος τήν φωτογραφία, τήν σηκώνει λίγο καί λέει στούς γονεῖς νά πάρουν εὐχή. «Μέ τά λόγια της εὐχῆς – γράφει ὁ πατέρας στόν Ἱερομ. Κήρυκο - τά δόντια ἦρθαν στή θέση τους μετά ἀπό λίγο καιρό, χωρίς νά τό καταλάβουμε, διά θαύματος τοῦ π. Ἰγνατίου»!!!

Τό 1969 προεῖπε στήν σύζυγο τοῦ Σ. Χρ. τόν θάνατο τοῦ πατέρα της! «Ἀδελφή Θεοφανώ - τῆς εἶπε – θά στενοχωρηθεῖς, ἀλλά πρέπει νά σοῦ πῶς γιά νά προετοιμαστεῖς, ὁ πατέρας σου θά πεθάνει»! «Μά, Πάτερ, ὅπως γνωρίζω ὁ πατέρας μου εἶναι καλά τώρα», τοῦ ἀπάντησε. «Τώρα εἶναι καλά, παιδί μου - ἀπάντησε ὁ π. Ἰγνάτιος - ἀλλά γρήγορα θά πεθάνει. Ἔτσι ἀποφάσισε ὁ Θεός, γιατί αὐτό εἶναι τό συμφέρον τοῦ πατέρα σου, τό συμφέρον τῆς ψυχῆς του». Πράγματι μετά ἀπό λίγες ἡμέρες ὁ πατέρας τῆς ἀδ. Θεοφανώς ἔφυγε γιά τήν ἄλλη ζωή, ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε καί κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων! (αὐτ. σελ. 60).

Ὅταν γιά ἕνα μικρό διάστημα ἐφημέρευε στόν Ἱ. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλιθέας, παρατήρησε μία δυστυχισμένη μητέρα, τήν εὐλαβεστάτη καί ἤδη μακαριστή Βασιλική Δ. πού εἶχε χάσει τόν 17χρονο γυιό της Δημήτριο ἀπό ἡλεκτροληξία, νά περνάει καθημερινά μπροστά ἀπό τήν ἐκκλησία, στή διαδρομή πρός τό κοιμητήριο. Σέ λίγο καιρό τῆς μίλησε, ἡ γυναῖκα ἄνοιξε τήν καρδιά της καί εἶπε τόν πόνο της. Ὁ καλός ποιμήν Ἰγνάτιος χρησιμοποίησε ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν ζωή τοῦ χωριοῦ γιά νά τήν παρηγορήσει καί νά τήν χειραγωγήσει στά πνευματικά.

«Ἀδελφή – τήν ρώτησε – εἶστε ἀπό χωριό ἤ ἀπό πόλη;»

«Ἀπό χωριό», τοῦ ἀπάντησε.

«Στό χωριό σας ἔχετε κοπάδια;» τήν ξαναρώτησε.

«Ἔχουμε» ἀπάντησε ἡ δυστυχισμένη μητέρα.

«Μήπως ξέρετε τι κάνει ὁ τσοπάνης γιά νά φέρει κοντά του τήν προβατίνα;» τήν ρώτησε πάλι.

Ἡ ἀδελφή Βασιλική σκέφτηκε καί τοῦ εἶπε μέ συντριβή: «Τῆς παίρνει τό ἀρνάκι»!

«Ἀκριβῶς - ἀπάντησε ὁ Πνευματοφόρος Κληρικός – τῆς παίρνει τό ἀρνάκι. Καί σᾶς ὁ Θεός σᾶς πῆρε τό «ἀρνάκι» σας γιά νά σᾶς φέρει κοντά Του»!

Ἀπό τότε ὁ πόνος καί τό πένθος ὑποχώρησαν καί ἔδωσαν τήν θέση τους τήν ἐμπιστοσύνη στό ἔλεος καί στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀδελφή Βασιλική καί ἡ οἰκογένειά της ἔγιναν συνειδητά καί βιωματικά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἴδια ἀναλώθηκε σέ ἔργα ἀγάπης καί εὐποιεϊας.

Τό χάρισμα τῆς παραμυθίας ἐκδηλώθηκε καί στίς περιπτώσεις δύο λαμπρῶν κληρικῶν τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, τούς ὁποίους χειραγώγησε πνευματικά καί ἐνθάρρυνε στήν ἱερατική ἀφιέρωση.

Ὁ πρῶτος ἦταν ὁ Παναγιώτης Βαγιάνας ἀπό τήν Ἁγιάσο τῆς Λέσβου. Ὅταν φλεγόμενος ἀπό τόν πόθο τῆς Ἱερωσύνης ἦρθε στήν Ἀθήνα τό 1957 γιά νά φοιτήσει στή Ριζάριο Ἐκκλησιαστική Σχολή, γνώρισε τήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία ὅταν ἕνας συνάδελφός του τοῦ ἔδωσε ἕνα τεῦχος τοῦ «Κήρυκος Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων». Ἡ μελέτη τοῦ Περιοδικοῦ τόν συγκλόνισε. Εἶπε χαρακτηριστικά, «ἄν πιστεύουν ὅσα γράφουν, εἶναι αὐτό πού ψάχνει ἡ ψυχή μου»! Ἀμέσως ἔσπευσε στά τότε Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (ἐπί τῆς ὁδοῦ Βεραντζέρου 22), ὅπου συνάντησε δύο Κληρικούς: Τόν Ἐπίσκοπο Πειραιῶς Ἄνθιμο Χαρίση (καθαιρέθηκε τό 1958, ὡς ἀρνητής τῆς Ἀρχιερωσύνης του) καί τόν μακαριστό Ἱερομόναχο Ἰγνάτιο.

Ὅταν ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του γιά τήν Ἱερωσύνη, οἱ ἀντιδράσεις τῶν δύο Κληρικῶν ὑπῆρξαν ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες. Ὁ ἐπ. Ἄνθιμος τοῦ προκάλεσε ἀλγεινή ἐντύπωση, διότι «κλαιγότανε» ἐπειδή «οἱ Παλ/τες Κληρικοί δέν ἔχουν μισθούς καί ἔτσι ὄχι μόνον νά ζήσουν δέν μποροῦν, ἀλλά κάποιες φορές οὔτε καί τό εἰσητήριο τοῦ τράμ δεν έχουν.»! Ὁ Ἱερομόναχος Ἰγνάτιος ἀντίθετα τόν ἐνθάρρυνε καί οὐσιαστικά τόν χειραγώγησε στήν Ἱερωσύνη. Τόν ὁδήγησε στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, ὅπου συναντήθηκε καί συνδέθηκε μέ τόν τότε Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα (ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), ἀπό τόν ὁποῖο καί χειροτονήθηκε Διάκονος καί Πρεσβύτερος τό ἑπόμενο ἔτος 1958, μέ τό ὄνομα Πανάρετος.

Ὁ δεύτερος ὑποψήφιος Κληρικός ἦταν ὁ Ἀπόστολος Ταμπουρᾶς ἀπό τήν Καλαμπάκα. Θεωρεῖται τό κατ’ ἐξοχήν πνευματικό ἀνάστημα τοῦ π. Ἰγνατίου, ἀπό τόν ὁποῖο χειραγωγήθηκε στά πνευματικά καί ὁδηγήθηκε στήν Ἱερωσύνη. Χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν μακαριστό Μ. Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος κυρό Μελέτιο καί μετά τόν θάνατό του (1966), διακόνησε τόν τότε Ἐπίσκοπο Πατρῶν καί ἔπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κυρό Ἀνδρέα, μέχρι τήν χειροτονία του σέ Πρεσβύτερο τό 1975.

Ὁ διωγμός καί ἡ ἐξορία.

Θά φανεῖ παράξενο, ἀλλά εἶναι συνηθισμένο στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἕνας τέτοιος Κληρικός μισήθηκε ἀπό ζηλόφθονους συμπρεσβυτέρους του καί διώχθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική του Ἀρχή, ἡ ὁποία δέν μποροῦσε νά ἀρθεῖ στό ὕψος τῶν περιστάσεων. Ὅταν στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο κυριαρχεῖ ἡ μετριότητα, ἀσφαλῶς ὅποιος διακρίνεται ἐνοχλεῖ. Ὑπάρχουν Κληρικοί πού ἐπιζητοῦν τήν διάκριση, ἀλλά ὁ λαός (τό ἀλάνθαστο αὐτό κριτήριο τῆς Πίστεως, ἀλλά καί τῆς ἁγιότητος), τούς ἁγνοεῖ συστηματικά. Ὁ π. Ἰγνάτιος «λάθρα βιώσας», ἔλαμπε μέ τήν ἀρετή του καί ὁ πιστός λαός ἔτρεχε κοντά του γιά νά στηριχθεῖ.

Οἱ θέσεις τοῦ π. Ἰγνατίου - γιά τούς Πνευματικούς καί τό Μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, τήν μυστηριακή ζωή, τήν ποιμαντική τῶν πιστῶν καί μάλιστα τῶν νέων, κ.λ.π. - ἦταν πολύ προχωρημένες γιά τό δικανικό – νομικιστικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς του (ἀκόμη καί γιά σήμερα).

Ἡ ἔκδοση τῆς «Φιλοκαλίας» σέ ἁπλῆ γλῶσσα ὑπῆρξε τόλμημα πού πολεμήθηκε (γι’ αὐτό καί δέν συνεχίστηκε ἡ ἔκδοση). Ἡ διαφορετική θεώρηση τοῦ θέματος τῶν Ἐπισκοπικῶν χειροτονιῶν τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, ὅπως αὐτές προκύπτουν ἀπό τό βιβλίο του «Βρεσθένης Ματθαῖος – Οἱ χειροτονίες του», χωρίς νά ἀποκλίνουν ἀπό τήν Ἱεροκανονική θεώρηση τοῦ ζητήματος, γέννησαν δυσαρέσκεια καί προκάλεσαν τριβές. Κυρίως ὅμως οἱ καταγγελίες - ἀποκαλύψεις του του γιά τίς Παπικές ἐπιρροές στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, στά θέματα τῆς λατρείας καί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου γενικώτερα, τόν ἔκαναν μισητό στούς συναδέλφους του, «τοῦ ἑνός βιβλίου», καί δρομολόγησαν τήν πνευματική του ἐξόντωση, ἡ ὁποία τελικά ὁδήγησε καί στή φυσική του.

Μετά ἀπό μία δεκαετία οὐσιαστικῆς προσφορᾶς στά «παρ’ ἡμῖν» ἐκκλησιαστικά πράγματα, ὁ π. Ἰγνάτιος κρίθηκε ἀνεπιθύμητος καί ἀπελάθηκε μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου στό Ἅγιο Ὄρος!!!

Ἄν οἱ διαβολεῖς ἤθελαν τήν ἀπομάκρυνση τοῦ π. Ἰγνατίου ἀπό τήν ἐκκλησιαστική διοίκηση (τήν ὁποία ποτέ δέν εἶδε καί ἄσκησε ὁ μακαριστός ὡς κυριαρχεία καί ἐξουσία, ἀλλά ὡς ὑπηρεσία καί διακονία), θά ἀρκούνταν στήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τήν θέση τοῦ Α’ Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τό ζητούμενο ὅμως ἦταν ἡ ἀποκοπή του ἀπό τόν πιστό λαό, ἡ στέρηση τῆς δυνατότητος νά ἐπικοινωνεῖ μέ τούς πιστούς. Ἔτσι ἀποφασίστηκε ἡ ἐξορία του στό Ἅγιο Ὄρος.

Ὁ βιογράφος του Σωτ. Χρυσανθόπουλος γράφει σχετικά: «Ὁ π. Ἰγνάτιος ἀσκήτευε στό Ἅγιο Ὄρος, ὕστερα ἀπό τίς συκοφαντίες καί λασπολογίες πού ἐκτόξευσαν ἐναντίον του οἱ μικροί καί οἱ νάνοι – αὐτά εἶναι τά ὅπλα τους - ὅταν ἦταν Α’ Γραμματέως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Μέχρι καί πλανεμένο τόν εἶπαν, τόν γίγαντα αὐτόν τοῦ Πνεύματος, τόν Χριστοφόρο καί Πνευματοφόρο αὐτόν Πατέρα, αὐτόν πού συνομιλοῦσε μέ τόν Θεό καί ἑρμήνευε τό θέλημά Του» (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 13).

Ὁ π. Ἰγνάτιος δέν ἦταν πολιτικάντης. Δέν ἔβλεπε ἄλλου εἴδους σκοπιμότητες πλήν μιᾶς, τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Ἔτσι κάποια μέρα μᾶς χαιρέτησε καί πῆγε στό Ἅγιο Ὄρος.

Ὁ μακάριος Πατήρ Ἰγνάτιος δέχθηκε τήν ἀπόφαση τοῦ σωματικοῦ του περιορισμοῦ στόν Ἄθωνα μέ στωϊκότητα, σάν ἔκφραση τοῦ θελήματος καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Κατά τήν διάρκεια μιᾶς συγκινητικῆς Θείας Λειτουργίας στόν Ἱ. Ν. Τιμίου Προδρόμου Ροῦφ, ἀποχαιρέτισε τά πνευματικά του τέκνα καί πῆρε μέ ἀξιοπρέπεια τόν δρόμο τῆς ἐξορίας. Ἀσθενῆς, ὡς ἄλλος Χρυσόστομος, πορεύθηκε στήν προσωπική του Κουκουσό.

Στό Ἅγιο Ὄρος ἐγκαταβίωσε στήν Καλύβη τοῦ ἁγ. Δημητρίου, πού ἦταν ἐξάρτημα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παντοκράτορος, κοντά στούς Ζηλωτές Ἁγιορείτες Πατέρες. Ἀπό ἐκεῖ «κατά καιρούς κατέβαινε - ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ στήν Ἱεριχώ – στόν κόσμο, γιά νά μᾶς φωτίσει καί νά μᾶς ἡλεκτρίσει μέ τό ἅγιο παράδειγμά του καί μέ τήν διδασκαλία του» (Σ. Χρ. αὐτ. σελ. 13). Πέρασε τό ὑπόλοιπο τῆς μαρτυρικῆς ζωῆς του προσευχόμενος καί ἱερουργῶν, προετοιμαζόμενος γιά τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Λόγῳ γειτνιάσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέ τήν Θεσσαλονίκη καί τήν Ξάνθη, τοῦ ἦταν δυνατόν νά ἐπισκέπτεται καί νά ἐξυπηρετεῖ τούς πιστούς τῶν δύο αὐτῶν πόλεων καί κυρίως τήν ἀκριτική Ξάνθη, ὅπου συνέβαλλε τά μέγιστα στήν ἀνέγερση τοῦ Ἱ. Ν. ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καί Εἰρήνης (1967 – 1968), τόν ὁποῖο ἐνίσχυε παντιοτρόπως μέ τήν προμήθεια στασιδίων, σκευῶν καί ἱερῶν εἰκόνων, τίς ὁποίες ἁγιογράφησε ὁ Ἱερομόναχος Ἐφραίμ Κουκουφίκης στήν Ἱ. Μονή ἁγίας Ἄννης Λυγαριᾶς Λαμίας. (Ὁ π. Ἐφραίμ ἀργότερα, ὡς ἐφημέριος Πατρῶν, συνήθιζε νά λέει: «Ἄν δέν σώθηκε ὁ π. Ἰγνάτιος, δέν πρόκειται νά σωθεῖ κανείς. Ἄν ὁ π. Ἰγνάτιος δέν πῆγε στόν Παράδεισο, δέν πρόκειται νά πάει κανένας»).

Παράλληλα μέ τήν ἀνέγερση τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ, διοργάνωσε στήν Ξάνθη καί κύκλο συμμελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ ὁποῖος λειτουργοῦσε κάθε Κυριακή ἀπόγευμα, ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἴδιος ἀπουσίαζε.

Τό ὁσιακό τέλος...

Ὁ μακάριος Πατήρ Ἰγνάτιος ἐπισκέφθηκε τήν Ξάνθη γιά τελευταῖα φορά τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1971, σοβαρά ἀσθενής. Ὅμως, ἐνῶ εἶχε ὑψηλό πυρετό, δέν θέλησε νά ἐπισκεφτεῖ κάποιο γιατρό, ἀλλά ἔσπευσε στή ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν πού τόν εἶχαν ἀνάγκη. «Ἐξάλλου - γράφει ὁ Σ. Χρ. - ἦταν ὁ ἴδιος γιατρός καί ἤξερε τί ἔχει... (Ὅμως) δέν κλαιγόταν ποτέ, δέν παραπονιόταν ποτέ, δέν ἀποκαλυπτόταν ποτέ. Ἡ σάρκα δέν τόν ἀπασχολοῦσε, τήν ἔτρεφε σάν πουλάκι, τῆς ἔδινε τόσο λίγο, μόνο γιά νά κρατιέται στήν ζωή, γιατί ἦταν τό κατοικητήριο τῆς ψυχῆς. Τό μόνο πού τόν ἐνδιέφερε ἦταν ἡ ψυχή του, ἡ ἀθάνατη ψυχή του» (αὐτ. σελ. 150).

Τότε, τρεῖς μῆνες πρίν τήν ἐκδημία του, προεῖδε τήν κοιμησή του καί ἔλεγε μονολογῶντας: « Κι ὕστερα λέμε ὅτι δέν θά πεθάνουμε ποτέ, κι ὕστερα λέμε ὅτι δέν θά πεθάνουμε ποτέ»!

Μετά ἀπό τήν ποιμαντική αὐτή ἐπίσκεψή του στήν Ξάνθη, παρά τήν κατάσταση τῆς ὑγείας του, ἐπέστρεψε στό Ἅγιο Ὄρος, ἀπ’ ὅπου μέ ἐπιστολές προσπαθοῦσε νά καθησυχάσει τά πνευματικά του τέκνα. Ὅμως τόν Νοέμβριο τοῦ 1971 ἡ κατάστασή του ἐπιδεινώθηκε καί ὑποχρεώθηκε νά νοσηλευθεῖ στό Σανατόριο τῆς Θεσσαλονίκης (σήμερα Νοσοκομεῖο Παπανικολάου). Ἐνῶ νοσηλευόταν στό ἵδρυμα, δέν ἀνέφερε στούς θεράποντες γιατρούς του, ὅτι καί ὁ ἴδιος ἦταν γιατρός, γιά νά μήν τύχει κάποιας καλύτερης μεταχειρίσεως ἀπό τούς ἄλλους ἀσθενεῖς!

Ὅταν τό γεγονός ἔγινε γνωστό, πολλά πνευματικά του παιδιά ἀπό ὅλη τήν Ἑλλάδα (λ.χ. τήν Πάτρα), ἀκόμη καί τήν Κύπρο, ἔσπευσαν στό νοσοκομεῖο νά πάρουν τήν εὐχή του, ὅμως ἀνθρωπίνως ἦταν ἤδη ἀργά. Ἀπό τήν ἄσκηση καί τήν κακοπάθεια ὁ ἕνας του πνεύμονας εἶχε καταστραφεῖ ὁλοσχερῶς καί ὁ ἄλλος ὑπολειτουργοῦσε, ἔτσι ἡ ὅλη ἀναπνευστική λειτουργία του ὑποστηρίζοταν μηχανικά. (Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ὁ Γέρων Κλήμης Μοναχός, τοῦ Κελλίου Γεννήσεως Χριστοῦ Κατουνακίων Ἁγίου Ὄρους).

Βλέποντας τό τέλος νά ἔρχεται, ὁ μακάριος Πατήρ ζήτησε νά κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τήν Θεία Κοινωνία μετέφερε στό νοσοκομεῖο ὁ τότε Μητροπολίτης Γνησίων Ορθοδόξων Θεσσαλονίκης Δημήτριος (+ 1976). «Μόλις ὁ π. Ἰγνάτιος ἀντίκρυσε τόν Μ. Δημήτριο μέ τά Τίμια Δῶρα - γράφει ὁ Σ. Χρ. – μόλις εἶδε τόν Δεσπότη Χριστό νά μπαίνει μέσα στόν θάλαμο πού βρισκόταν κατάκοιτος καί διασωληνομένος, ἀνατρίχιασε, πῆρε δύναμη καί ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ὑποδεχθεῖ, πιστός στρατιώτης αὐτός τόν Βασιλέα τῶν Βασιλέων σέ αὐτή τήν θέση, βγάζει τά καλώδια, τά πετάει δεξιά καί ἀριστερά, πετάγεται σάν αἴλουρος, σάν παλληκάρι, ἐπάνω στό κρεββάτι καί φωνάζει: «Ὁ Κύριος μου καί ὁ Θεός μου»! Ἐκινεῖτο πλέον καί ζοῦσε χωρίς τήν μηχανική ὑποστήριξη. Ἔπρεπε χωρίς αὐτήν νά πεθάνει κι αὐτός ζοῦσε. Εἶχε γίνει ἕνα θαῦμα ἀκόμη. Ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ὁ π. Ἰγνάτιος εἶπε μέ σιγανή φωνή: «Τώρα φωνάξτε τόν γιατρό καί τήν νοσοκόμα νά βάλλουν τα καλώδια στήν θέση τους » (αὐτ. σελ. 159).
 

Ἔπειτα ζήτησε ἀπό μία ἀδελφή νά τοῦ φέρει σεντόνι καί βελόνα, γιά νά τακτοποιήσει ὁ ἴδιος τό σῶμα του κατά τήν μοναχική τάξη! Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 28η Δεκεμβρίου 1971, ἐνῶ ἑτοιμάζοταν νά χειρουργηθεῖ γιά τήν ἀντιμετώπιση ἀποφράξεως τοῦ ἐντέρου (εἰλεοῦ). Τό Λείψανό του ἐναποτέθηκε στό Παρεκκλήσιο τοῦ Νοσοκομεῖο, ὅπου δέχθηκε τόν τελευταῖο ἀσπασμό τῶν παρισταμένων. (Στή δημοσιευόμενη φωτογραφία τό φέρετρο μέ τό λείψανο τοῦ π. Ἰγνατίου κατά τήν ἔξοδό του ἀπό τό νοσοκομεῖο).

Ὁ μακάριος εἶχε ἐκδηλώσει τήν ἐπιθυμία νά ἐνταφιαστεῖ στό Ἅγιο Ὄρος, κάτι πού εἶχε προεῖπει προφητικά. Ἐνῶ τό φέρετρο μέ τό Λείψανό του βρίσκοταν στήν Οὐρανούπολη, πάνω στά καραβάκι, κατεύθασαν μοναχοί ἀπό τήν Ἱ. Μ. Μεταμορφώσεως Σωτῆρος Κουβαρᾶ καί μέλη τῆς οἰκογενείας του καί ζήτησαν νά τόν πάρουν. Τήν λύση τότε ἔδωσε ὁ καπετάνιος τοῦ σκάφους ὁ ὁποῖος εἶπε: «Εἶναι στό καράβι μου, ἄρα ἀνήκει στό Περιβόλι τῆς Παναγίας»!


Ἐνταφιάστηκε ἀπό τούς Ζηλωτές Πατέρες στήν Καλύβη τοῦ ἁγίου Γεωργίου Καψάλας Ἁγίου Ὄρους, τοῦ Κυπριακῆς καταγωγῆς Ζηλωτοῦ ἀρχιμανδρίτη Ἰωάσαφ Δημητρίου (στή δημοσιευόμενη φωτογραφία ὁ τάφος του στήν Καψάλα).

Ἡ συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ μακάριος Ἱερομόναχος Ἰγνάτιος κατέλειπε μνήμη ἐναρέτου καί χαρισματικοῦ Κληρικοῦ. Στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατέχει θέση Ἁγίου. Γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνας μεσίτης ἐνώπιον τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλωσύνης, ὁ νέος Παντελεήμων ὅπως ἀποκαλεῖται ἀπό ὅσους ἔχουν εὐεργετηθεῖ δι’ εὐχῶν του.

Κατά τήν κοίμησή του στό Νοσοκομεῖο Παπαγεωργίου τῆς Θεσσαλονίκης, οἱ παριστάμενοι (πνευματικά του τέκνα, ἀλλά καί νοσηλευτικό προσωπικό), ἔκοψαν τά σεντόνια του σέ κομμάτια καί τά μοίρασαν μεταξύ τους γιά εὐλογία!

Σέ δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, πιστοί ἔδωσαν σέ παιδιά τους τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, πρός τιμήν καί μνήμην τοῦ μακαρίου Πατρός Ἰγνατίου. «Ἐπίσης, ἀξιότιμη εἶναι ἡ ἐνέργεια – γράφει ὁ Σ. Χρ. - τοῦ Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου (Προϊσταμένου τοῦ ἀνδρικοῦ Ἡσυχαστηρίου Ἁγίων Ἀποστόλων Ραψάνης Λαρίσης), ὁ ὁποῖος ἔδωσε στόν ἀδελφό τῆς συνοδείας του Ἱεροδιάκονο π. Ἰγνάτιο Δάσσιο, τό ὄνομα τοῦ Ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, γιά νά τιμήσει τήν μνήμη τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος» (αὐτ. σελ. 143).

Ὑπάρχουν σοβαρές καί ἀξιόπιστες μαρτυρίες γιά μετά θάνατον θαυμαστές ἐμφανίσεις, ἐπεμβάσεις καί θεραπείες διά πρεσβειῶν του.

Τό 1972, «σέ καιρό πού δέν περιμέναμε - γράφει ὁ Β. Νταγράκης - ἀκούσαμε γιά τόν πρόωρο θάνατο τοῦ Πνευματικοῦ μας Πατρός Ἰγνατίου καί λυπηθήκαμε πολύ, διότι ἐχάσαμε ἕναν ἥρωα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπό τήν ἀγάπη, λοιπόν, πού τοῦ εἴχαμε, τοῦ κάναμε κόλλυβα στά σαράντα. Τά τακτοποίησε ἡ σύζυγός μου, ἔβαλε θυμίαμα, ἄναψε κερί καί ἔβαλε καί ἕνα κόκκινο γαρύφαλλο στή μέση. Τό βράδυ πού γύρισα ἀπό τήν ἐργασία μου, κάθησα δίπλα στό τραπέζι πού ἦταν τά κόλλυβα καί διάβαζα ἀπό τόν Συναξαριστή. Ξαφνικά ἄκουσα μέ πλήρη βεβαιότητα τρεῖς ἀναστεναγμούς, ἀκριβῶς πάνω στά κόλλυβα. Μέ ἔπιασε ρίγος, ἀλλά καί χαρά, διότι εἴπαμε πώς ἦταν ἐπίσκεψις τοῦ Πνευματικοῦ μας Πατρός Ἰγνατίου. Τό δέ γαρύφαλλο ἐκράτησε σαράντα ἡμέρες δίχως νά πάθει τίποτα»!

Ἡ ἴδια οἰκογένεια τοῦ Β. Νταργάκη ἀντιμετώπιζε πρόβλημα μέ τήν τρίτη ἐγκυμοσύνη τῆς κόρης τους Μαρίας, διότι οἱ δύο προηγούμενες τελείωσαν μέ καισαρική καί ὁ γιατρός ἤθελε νά προχωρήσει σέ ἄμβλωση, διότι - κατά τήν γνώμη του - κινδύνευε ἡ ζωή τῆς ἐγκύου. Ὅμως τόσο ἡ ἴδια, ὅσο καί οἱ γονεῖς της δέν συμφώνησαν καί ἀφέθηκαν στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἕνα βράδυ ἡ μητέρα της Ὀλυμπία, ἀντιλήφθηκε μία σκιά μέσα στό σπίτι. Τό ἑπόμενο πρωϊ ἡ μικρή κόρη Δέσποινα εἶπε στή μητέρα της, ὅτι εἶδε τόν π. Ἰγνάτιο!

«Δέσποινα μέ γνωρίζεις;» τήν ρώτησε.

«Ναί - τοῦ ἀπάντησε - εἶσαι ὁ π. Ἰγνάτιος».

«Ναί, Δέσποινα, εἶμαι ὁ π. Ἰγνάτιος. Νά πεῖς τῆς μητέρας σου νά μήν στενοχωριέται, διότι ἐγώ θά βοηθήσω τήν Μαρία».

Μετά ἀπό τήν οὐράνια αὐτή ἐπίσκεψη ἡ οἰκογένεια πῆρε θάρρος. «Μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τοῦ δούλου Του π. Ἰγνατίου», ἡ ἐγκυμοσύνη εἶχε αἴσιο τέλος καί γεννήθηκε ἕνα ἀγοράκι πού πῆρε τό ὄνομα Ἐμμανουήλ.

Τό 1995 ὁ μακάριος Πατήρ Ἰγνάτιος ἐμφανίστηκε νά συνοδεύει τόν ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο, στή θεραπεία πνευματικοῦ του τέκνου! Πρόκειται γιά τόν Σ. Χρυσανθόπουλο, ὁ ὁποῖος παρουσίασε σοβαρή αἱμοραγία τοῦ ἐντέρου. Ὅμως, ἐνῶ ἔπρεπε νά πάει ἐπειγόντως στό νοσοκομεῖο, αὐτός τό ἀνέβαλε γιά τήν ἑπομένη. Τήν νύκτα - ὄχι σέ ὄνειρο, ἀλλά σέ ὅραμα - εἶδε τόν ἀπόστολο Παῦλο συνοδευόμενο ἀπό τρία πρόσωπα, ἕνα τῶν ὁποίων ἦταν ὁ π. Ἰγνάτιος.

«Πές του νά συνεχίσει τό κήρυγμα» εἶπε ὁ Ἀπόστολος στόν πλησιέστερο τῶν τριῶν.

«Πῶς νά συνεχίσει ἀφοῦ εἶναι ἄρρωστος», ἀπάντησε ἐκεῖνος.

«Δέν ἔχει τίποτα, εἶναι ἐντελῶς καλά», ἀνταπάντησε ὁ Ἀπόστολος. Ὅταν συνῆλθε ὁ ἀσθενής διαπίστωσε, ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅτι ἦταν ἀπολύτως καλά! Μέ συγκίνηση καί δάκρυα ὅλη ἡ οἰκογένεια εὐχαρίστησε τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν γιά τήν εὐεργεσία του.

Τό 2001 ἡ οἰκογένεια τοῦ Α. Μ., εὐλαβουμένη τήν μνήμη τοῦ μακαρίου Ἰγνατίου, ἀντιμετώπιζε θέμα στέγης. Ἐνῶ εἶχε ἐγκριθεῖ ἀπό τόν Ὀργανισμό Ἐργατικῆς Κατοικίας τό σχετικό δάνειο καί εἶχε βρεθεῖ τό κατάλληλο διαμέρισμα, τήν τελευταῖα στιγμή ὁ ἰδιοκτήτης ὑπαναχώρησε. Περίλυπη ἡ οἰκογένεια ἐπικαλέστηκε τήν πρεσβεία τοῦ π. Ἰγνατίου καί ἄναψε ἕνα κερί στή μνήμη του. Πρίν τό κερί καεῖ, ὁ ἰδιοκτήτης πῆρε τηλέφωνο καί συμφώνησε γιά τήν ἀγορά! «Ταχύς εἰς ἀντίληψιν ὑπάρχεις Ἰγνάτιε», ὁμολόγησε δοξολογικῶς ὁ εὐτυχής πατέρας. Καί συμπλήρωσε: «Ταχύτατος, οὔτε τό κερί δέν πρόλαβε νά καεῖ»!

Κατά τήν ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων τοῦ μακαρίου Πατρός Ἰγνατίου, αὐτά βρέθηκαν μέ τό χαρακτηριστικό χρυσοκίτρινο χρῶμα τῶν Ἁγίων Λειψάνων! «Ἡ συμπεριφορά τῶν ἀνθρώπων - γράφει ὁ Σ. Χρ. - ἐν πολλοῖς φαίνεται καί ἀπό τό χρῶμα τοῦ κρανίου. Εἶδα ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τά κρανία, σχεδόν ὅλα, ἦσαν ἀπό μαῦρα ἕως κατάμαυρα καί αὐτό φανέρωνε ὅτι αὐτοί στούς ὁποίους ἀνῆκαν βαρυνόντουσαν μέ πολλές καί μεγάλες ἁμαρτίες. Οἱ Κάρες τῶν Ἁγίων, τῶν Ὁσίων, τῶν μεγάλων ἀσκητῶν, εἶναι μαλακές καί κίτρινες σάν τό κερί. Ἔτσι εἶναι καί ἡ Κάρα τοῦ π. Ἰγνατίου καί αὐτό, ἐκτός τῶν ἄλλων, εἶναι σημάδι τῆς ἁγιότητός του» (αὐτ. σελ. 167).


Ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ὁσίου Πατρός Ἰγνατίου φυλάσσεται στό Κελλί Γεννήσεως Χριστοῦ Κατουνακίων Ἁγίου Ὄρους καί ἡ δεξιά του (καθώς καί τό καλογερικό του σκουφάκι) στό πνευματικό του τέκνο Γ. Π. στήν Ξάνθη.

Τό 1985, ὁ Ἱ. Ν. Εὐαγγελιστρίας Λαρίσης, μέ πρωτοβουλία τοῦ Ἐφημερίου Ἱερομονάχου π. Ἀμφιλοχίου καί ὀργανωτική εὐθύνη τοῦ Θεολόγου Πέτρου Ἰωάννου, ὀργάνωσε εἰδική ἐκδήλωση πρός τιμήν του.

Τά ἄμφιά του διαμοιράστηκαν μεταξύ τῶν εὐλαβουμένων τήν μνήμη του.

Δι’ εὐχῶν τοῦ ἁγίου Ἱερομονάχου Ιγνατίου. Αμήν!

Πηγή: htrueorthodoxchyrchphotoarchives.blogspot.gr , με δικές μας συντμήσεις.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Μυθολογία για ανήλικους. Μελετήστε με προσοχή.

60. "Η αρχαία πολυθεϊστική θρησκεία δεν είχε δόγματα και ιερά βιβλία, και κατά συνέπεια ήταν πολύ ανεκτική, μια που ο καθένας ερμήνευε όπως ήθελε το θείον".

Απάντηση:

60a Αναφορικά με την ανάγκη ύπαρξης δόγματος.

Τί να τα κάνεις τα δόγματα, όταν έχεις ανθρωποθυσίες και μαστιγώσεις μέχρι θανάτου; Καλύτερα μαστιγώσεις παρά δόγμα! Κλασσικό, και ανιστόρητο, δόγμα πολλών. Ακριβώς επειδή ο καθένας ερμήνευε όπως ήθελε το θείον και τους μύθους, γρήγορα έγινε κατανοητό πως οι θεοί και η αρχαία θρησκεία ήταν παραμύθι και φαντασία. Διότι, είτε ο θεός (ο οποιοσδήποτε θεός) θα έχει μια συγκεκριμένη ιδιότητα είτε δεν θα την έχει. Είτε θα έχει κάνει το Χ πράγμα είτε δε θα το έχει κάνει. Αν συμβαίνουν και τα δυό, τότε είναι παράλογο. Η μια πόλη έλεγε για το Δία πως έκανε αυτά κι αυτά, ενώ η άλλη πόλη είχε άλλες παραδόσεις. Ή π.χ. ο Δίας γεννήθηκε στην Κρήτη, ή στην Κρητέα της Αρκαδίας. Αυτό το κατάλαβαν ήδη από την κλασσική και την ελληνιστική εποχή και προσπαθούσαν να το ερμηνεύσουν, πότε λέγοντας ότι είναι συμβολικά και πότε επιλέγοντας έναν εκ των πολλών μύθων, αλλά δεν τους ικανοποιούσε η προσπάθειά τους. Διότι ο καθένας μπορεί να νομίζει οποιονδήποτε συμβολισμό του κατέβει, αλλά τότε μετατίθεται το πρόβλημα από το ποια παράδοση είναι η αληθινή στο ποιος συμβολισμός-ερμηνεία ήταν ο σωστός, και δεν υπήρχε λύση. Αντίθετα, άν ο θεός είναι αληθινός, τότε το τί έκανε ή το τί είναι αυτός, δεν είναι ζήτημα μύθων και παραμυθιών, αλλά αλήθειας μοναδικής. Γι αυτό και χρειάζεται το δόγμα.


60b Αρχαίοι Φιλόσοφοι και Μυθολογία.

Οι μύθοι της αρχαίας θρησκείας δημιουργήθηκαν στην προ ορθολογική εποχή των Αρχαίων Ελλήνων και κανένα κρυφό ή φανερό νόημα δεν έχουν, εκτός κι αν αρχίσουμε να πιστεύουμε σε ομάδες Ε και νεοεποχίτικα παραμύθια. Είναι δημιούργημα της φαντασίας. Οι Αρχαίοι Έλληνες ορθολογιστές (Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, σοφιστές 5ου αι.) δεν προσπάθησαν να ταιριάξουν τη σκέψη τους με μύθους του 10ου και 8ου αι., διότι δεν τους πέρασε από το νου πως θα ερχόταν ο κάθε νεοεποχίτης 25 αιώνες μετά, να προσπαθήσει να συνδυάσει Αριστοτέλη και ολύμπιους μύθους, ορθολογισμό και ποιήματα του Ομήρου.

Το τί είχαν στο μυαλό τους οι ποιητές του 8ου και 10ου και 11ου π.Χ. αιώνα δε θα μπορέσουμε να το ξέρουμε. Πίσω από κάθε μύθο ίσως κρύβεται ψήγμα ιστορικής αλήθειας, ίσως όμως κι όχι. Ορθολογιστικές, ιστορικιστικές, ηθικιστικές, φυσικές εξηγήσεις δίνονται και δίνονταν. Από την εποχή πάντως που ξεκίνησε στην αρχαία Ελλάδα ο ορθολογισμός να παίρνει το πάνω χέρι (5ος π.Χ. αι), ώς την εποχή που φανερά χλευάζονταν το Δωδεκάθεο και οι γύρω από αυτό ιστορίες (3ος μ.Χ. αι.), οι μύθοι αυτοί εξετάστηκαν δια της λογικής, απορρίφθηκαν και κατέληξαν για τους αρχαίους απλώς ωραίες αφορμές για καλλιτεχνικά δημιουργήματα και τίποτε άλλο.

Ο Ευριπίδης ρωτά τους «θεούς» (Ίων, στ. 442 κ.ε.): «Πώς είναι δίκαιο/ εσείς που έχετε ορίσει στους ανθρώπους/ τους νόμους, εσείς να κάνετε ανομίες;»

Ο φιλόσοφος Ξενοφάνης (γεν. 575-570 π.Χ.) από νωρίς χτύπησε τον παιδαριώδη ανθρωπομορφισμό των «θεών». Δίδασκε πως οι άνθρωποι παριστάνουν τους θεούς τους κατ' εικόνα τους. Το ίδιο θα έκαναν όμως και τα ζώα, αν μπορούσαν να τούς παραστήσουν με εικόνες: «Αν είχαν χέρια τα άλογα, τα βόδια, τα λιοντάρια, /να φτειάνουν ό,τι οι άνθρωποι και ζωγραφιές να γράφουν,/ τ' άλογα καθώς τ' άλογα, τα βόδια σαν τα βόδια/ θα ζωγράφιζαν τους θεούς, και σώματα παρόμοια/ σαν τα δικά τους θά καμναν θεούς, σαν τα κορμιά τους» (Απόσπασμα 15, μτφ. Σ. Μενάνδρου). Ο Ξενοφάνης λέει ακόμα: «Οι Αιθίοπες θα ζωγράφιζαν τους θεούς μαύρους/ και οι Θράκες γαλανούς και ξανθούς» (Απ. 16). Η θεότητα, λέει ο Ξενοφάνης, δεν μπορεί να μοιάζει με τους ανθρώπους, όπως πιστεύουν οι θνητοί: «Ἀλλ' οἱ βροτοὶ δοκέουσοι γεννᾶσθαι θεοὺς/ τὴν σφετέρην ἐσθῆτά τ' ἔχειν φωνήν τε δέμας τε» (Απ. 14). Πλήρης απόρριψη των θεοτήτων του Ομήρου και του Ησιόδου. Καταλήγει ο Ξενοφάνης: «Ένας είναι ο μέγιστος θεός ανάμεσα σε θεούς κι ανθρώπους» («Εἷς θεὸς ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος») (Απ. 23).

Ο Πυθαγόρας, σύμφωνα με τον Φιλόλαο, έναν μαθητή του, δίδασκε πως «ἔστιν ἡγεμὼν καὶ ἄρχων ἁπάντων θεός, εἷς ἀεὶ ἐών, μόνιμος, ἀκίνητος, αὐτὸς ἑαυτῷ ὅμοιος, ἕτερος τῶν ἄλλων» (Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Μπουκουμάνη, σ. 107).

Ενώ ο Θαλής, που εθεωρείτο από τους Πολυθεϊστές άθεος, επειδή δεν πίστευε στους θεούς τους, είχε γράψει το ακόλουθο επίγραμμα: «

πρεσβύτατον τῶν ὄντων θεός· ἀγένητον γάρ. / κάλλιστον κόσμος· ποίημα γὰρ θεοῦ. μέγιστον τόπος· ἅπαντα γὰρ χωρεῖ. / τάχιστον νοῦς· διὰ παντὸς γὰρ τρέχει. / ἰσχυρότατον ἀνάγκη· κρατεῖ γὰρ πάντων. / σοφώτατον χρόνος· ἀνευρίσκει γὰρ πάντα. (Διογένης Λαέρτιος, I, 35)

Ο δε Εμπεδοκλής λέει (απ. 128, Πορφύριου, Περί αποχής 2, 21):

οὐδέ τις ἦν κείνοισιν Ἄρης θεὸς οὐδὲ Κυδοιμὸς / οὐδὲ Ζεὺς βασιλεὺς οὐδὲ Κρόνος οὐδὲ Ποσειδῶν, / ἀλλὰ Κύπρις βασίλεια. / τὴν οἵ γ' εὐσεβέεσσιν ἀγάλμασιν ἱλάσκοντο / .............................................................. / ταύρων τ' ἀρρήτοισι φόνοις οὐ δεύετο βωμός, / ἀλλὰ μύσος τοῦτ' ἔσυεν ἐν ἀνθρώποισι μέγιστον (...)

Δηλαδή, στα παλιότερα χρόνια οι άνθρωποι: «δεν λάτρευαν κανένα θεό Άρη, ούτε της μάχης την αντάρα/ ούτε ήταν ο Δίας βασιλιάς τους ούτε ο Κρόνος ούτε ο Ποσειδώνας/ παρά βασίλευε η Κύπρη./ Αυτήν εξευμενίζανε με αγάλματα ιερά/ (......)/ Δεν ποτιζόταν ο βωμός τους από ανείπωτες ταύρων σφαγές, παρά τούτο λογιζόταν στους ανθρώπους το μεγαλύτερο βδέλυγμα». Δηλαδή, ο Εμπεδοκλής πίστευε πως αρχικά λατρευόταν Μία θεότητα κι όχι ο Δίας.

Σίγουρα υπάρχουν ορισμένοι, και λιγοστοί, μύθοι και συγκεκριμένα «γεγονότα» μύθων που εύκολα αντιστοιχούνται σε φυσικά ή μετεωρολογικά φαινόμενα˙ πλάι όμως σε αυτές τις καταφανείς εξηγήσεις κοχλάζει ένα πλήθος αμφιλεγόμενων υποθέσεων, ευθύς μόλις η ανθρωπομορφική διήγηση για τους θεούς (η οποία παρουσιάζει μια βιοτική διαδρομή, με γέννηση των θεών, έργα τους, αγώνες κ.λ.π.) αναχθεί σε στοιχειακά δεδομένα και στις αιτιακές τους σχέσεις. Και όλο αυτό το πλήθος των αφηγήσεων που δεν ανάγονται σε «φυσικούς συμβολισμούς» ή οποιαδήποτε άλλη νεοπαγανιστική ασυναρτησία, αποδεικνύει πως πρόκειται περί καθαρής φαντασίας.


60c Είναι δυνατός ο αποσυμβολισμός των μύθων;

Αφού οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται ότι οι μύθοι είναι συμβολικοί, ας αποσυμβολίσουν τους εξής μύθους:

Γιατί ο Δίας βασάνισε σαδιστικά τον Προμηθέα, τον ευεργέτη του ανθρώπινου γένους; Τι συμβολίζει αυτό;

Γιατί ο Δίας ζευγάρωσε με τη Λήδα με μορφή κύκνου; Τι συμβολίζει αυτό; Αν ζευγάρωνε μαζί της με μορφή ποντικού, θα άλλαζε τίποτα στο «κρυφό νόημα» του μύθου, εκτός από το ότι, επειδή ο Δίας είχε μορφή κύκνου, η Λήδα γέννησε ένα αυγό;(!)

Γιατί ο Δίας κυνηγά να βιάσει την Αστερία; Τι συμβολίζει αυτό; Γιατί αυτή πέφτει και πνίγεται στη θάλασσα; Τι συμβολίζει αυτό;

Γιατί ο Δίας απήγαγε και διακόρευε τον Γανυμίδη; Συμβολίζει κάτι αυτό ή είναι φαντασία ή συνέβη στην πραγματικότητα;

Γιατί ο Δίας κατακεραύνωσε ολόκληρη πόλη, την οποία είχε χτίσει ο Σαλμωνεύς; Δε μπορούσε να φονεύσει τον Σαλμωνέα μόνο; Τι συμβολίζει αυτή η βαρβαρότητά του;

Γιατί ο Δίας σκότωσε τους τροφούς του, τους Κούρητες; Τι συμβολίζει αυτό; Μήπως την Ευγνωμοσύνη;

Τί συμβολίζει που ο Ηρακλής έρριξε στη φωτιά τα παιδιά του και τα ανήψια του; Αν τα στραγγάλιζε και αυτά γίνονταν άστρα, θα συμβόλιζε κάτι άλλο ο μύθος;

Γιατί ο Ηρακλής έκοψε τις μύτες και τα αυτιά των απεσταλμένων του Εργίνου; Αν τους έκοβε τη γλώσσα θα συμβόλιζε κάτι άλλο;

Τί συμβολίζει που ο Ηρακλής άρπαξε έναν ταύρο από την άμαξα ενός βοσκού και τον έφαγε, ενώ ο βοσκός ανίσχυρος να αντιδράσει στεκόταν σ' ένα ύψωμα και τον καταριόταν;

Γιατί ο Ηρακλής, εκεί που ο γιος τού Αρχιτέλη, ο Εύνομος έχυνε νερό στα χέρια του, αυτός τον σκότωσε με μια γροθιά; Τι συμβολίζει αυτό;

Τί συμβολίζει που η Ήρα έρριξε μανία στον Αθάμα και την Ινώ, τροφούς του Διονύσου, ώστε αυτός να σκοτώσει το μεγαλύτερο παιδί του ενώ αυτή να ρίξει τη Μελικέρτη σ' ένα πυρωμένο καζάνι;

Τί συμβολίζει ότι ο Απόλλων σκότωσε τον ξεφωνημένο εραστή του, τον Υάκυνθο, κατά λάθος;

Γιατί ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα έφτιαξαν ανθρώπους όχι μέσω του φυσικού τρόπου, αλλά ζητώντας από το Δία βοήθεια και πετώντας πέτρες που μετασχηματίζονταν σε ανθρώπους, άνδρες οι πέτρες του Δευκαλίωνα, γυναίκες οι πέτρες ης Πύρρας; Ήταν στείροι; Τι συμβολίζει αυτός ο τρόπος αναπαραγωγής; Από ένα ζευγάρι δημιουργήθηκαν ολόκληροι λαοί; Κι αν ναι, τότε γιατί κοροϊδεύουν την διήγηση του Αδάμ και της Εύας;

Τί συμβολίζει ο έρωτας της Σελήνης με το θνητό Ενδυμίωνα; Γίνεται να διακορεύει ένας θνητός μία εκ των θεών, οι οποίοι είναι «φυσικές δυνάμεις και οντότητες»;

Τί συμβολίζουν αυτές οι ατελείωτες μοιχίες του Δία με θνητές; Αφού δεν αναμιγνύεται θεός με άνθρωπο, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, γιατί οι μύθοι έχουν αντίθετη άποψη;

Τί συμβολίζει ότι ο Άργος είχε μάτια σ' όλο του το σώμα;

Ήταν άνθρωπος ο Νείλος, ώστε να έχει κόρη και να την παντρέψει με το βασιλιά των Αιγυπτίων;

Τί συμβολίζει ότι ο Βήλος, γιος της κόρης του Νείλου, παντρεύεται μια άλλη κόρη του Νείλου, τη θεία του;

Τί συμβολίζει η Χίμαιρα κι ο φόνος της από τον Βελλεροφόντη;

Τί συμβολίζει ότι ο Ζευς μεταμορφώθηκε σε χρυσάφι για να κυλήσει μέσα από την οροφή στο χάλκινο θάλαμο της Δανάης;

Ο Πέρσης είναι ο θείος της Μήδειας ή ο γιος του Περσέα;

Τί συμβολίζει ότι ο Ποσειδών έκανε αθάνατο τον Πτερέλαο φυτεύοντάς του μια χρυσή τρίχα στο κεφάλι; Θαύμα; Μυστική υπερτεχνολογία των Αρχαίων Ελλήνων, κρυμμένη στα μαντεία; Και πού ήταν αυτή, για να τους σώσει από τους Παγανιστές Ρωμαίους κατακτητές; Χάλασαν τα γρανάζια των Αρχαιοελληνικών Πολεμικών Αεροσκαφών μας και οι Ρωμαίοι μάς υποδούλωσαν;

Πώς κατάφερε η Ήρα να καθυστερήσει επί μήνες τη γέννα της Αλκμήνης, ώστε να γεννηθεί πρώτος ο Ευρυσθέας; Θαύμα;

Πώς συνέβη, επειδή ο Αμφικτρύωνας έρριξε με δύναμη το ρόπαλο σε μια αγελάδα κι αυτό χτύπησε στα κέρατά της, να τιναχτεί και να χτυπήσει κατακέφαλα τον Ηλεκτρύονα;

Στ' αλήθεια είχε τέτοια δύναμη η μπούκλα των μαλλιών της Γοργόνας, ώστε να πειστεί ο Κηφεύς, βασιλιάς των Αρκάδων, να συνεκστρατεύσει με τον Ηρακλή, ο οποίος τού την έδωσε, προκειμένου, κάθε εχθρός που πλησίαζε την Αρκαδία, να το βάζει στα πόδια, όταν ανεμίζανε οι άμαχοι Αρκάδες την μπούκλα;

Τί φίλτρο ηταν αυτό που έδωσε ο Νέσσος στη Δηιάνειρα; Σπέρμα και αίμα; Τόσο θαυματουργές ιδιότητες να κρατά τον εραστή είχε;

Πώς κατάφερε ο Δίας, αυτή η «ζώσα φυσική δύναμις και οντότητα» που δεν παραβιάζει τους νόμους της φύσης, να πετύχει, ο Σαρπηδώνας να ζήσει τρεις γενιές; Τι συμβολίζει;

Πώς κατάφερε το πέος του μαινόμενου ιερού ταύρου του Ποσειδώνα να εισχωρήσει στον κόλπο της Πασιφάης δίχως να την τραυματίσει; Συμβολισμός; Θαύμα; Ή σκέτη φαντασία;

Τί συμβολίζει ότι η Ίφικλος, για να κάνει αγόρι, έπρεπε να πίνει σκουριά από ξυσμένο μαχαίρι;

Τί συμβολίζει η οχύρωση της Θήβας, δια μαγείας, με θαυματουργή μετακίνηση των λίθων χάρη στην λύρα του Αμφίωνα;

Τί είναι η Σφίγγα; Υπήρξε;

Τί συμβολίζει, ότι ο Διομήδης μπήγει το κοντάρι του στο κορμί της Αφροδίτης κι αυτή φεύγει ξέφρενη από φόβο και πόνο (Ιλιάδας Ε 335-354). Είναι δυνατόν οι θεοί (δυνατότεροι σε κάθε περίπτωση από τους θνητούς) να φοβούνται τους ανθρώπους; Είναι δυνατόν να πληγώνονται από αυτούς; Συνέβη στην πραγματικότητα η μάχη θνητού Διομήδη και θεάς Αφροδίτης ή είναι συμβολική;

Τί συμβολίζει, ότι ο Άρης είχε δεθεί και κλειδωθεί δεκατρείς μήνες μέσα σε χάλκινο πιθάρι από τους θνητούς Εφιάλτη και Ώτο και θα είχε χαθεί; (Ιλιάδας Ε 385-388) Είναι δυνατόν ο τρομερός θεός του πολέμου να κατανικάται από θνητούς; Συμβολικό ή πραγματικό το γεγονός;

Τί συμβολίζει ο Άδης; Ή είναι πραγματικός και υπάρχει; Πώς κατεβαίνει Οδυσσέας με το ζωντανό κορμί του εκεί πέρα; Σημαίνει τίποτε, ότι για να μιλήσουν οι νεκροί, πρέπει να πιούν αίμα ή είναι κάτι που συμβαίνει στ' αλήθεια; Και πώς μπορεί μια σκιά, η ψυχή ενός νεκρού, να πιεί αίμα, κάτι, δηλαδή, υλικό;

Τ'ι είναι αυτοί οι Γίγαντες; Υπάρχουν;

Ο Φορωνέας πήρε τη φωτιά απ' το Δία, δίχως να τιμωρηθεί, ή ο Προμηθέας, που τιμωρήθηκε;


60d Προβλήματα της Μυθολογίας.

Άλλωστε, το ότι είναι φαντασία και παραμύθια οι μύθοι φαίνεται και από το εξής γεγονός: έχουμε ώς τον 6ο - 5ο π.Χ. αιώνα αφηγήσεις για τις «περιπέτειες» των θεών, τις διαμάχες τους, τις δημιουργίες νέων θεών κλπ. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει καμμία πληροφορία γι' αυτούς. Γιατί άραγε; Σταμάτησαν να γεννώνται θεοί μετά τον 6ο αιώνα; Δεν κάνουν πια τίποτα; Κι αν κάνουν, όπως πολεμούσαν, έπαιρναν μέρος σε μάχες, κατέβαιναν στους ανθρώπους κ.λπ. παρόμοια, γιατί δε βρέθηκε κάποιος ποιητής μεταξύ 4ου π.Χ. και 4ου μ.Χ. αιώνα να αφηγηθεί τις νέες εξελίξεις; Μόνο αντιγραφή. Σα να ήταν νεκρά δημιουργήματα της φαντασίας τους, κι όταν η φαντασία τους στέρεψε, έπαψαν να δρουν. Αν δρουν, τί έκαναν οι θεοί μετά την «θεογονία» του Ησίοδου. Αν οι θεοί στο παρελθόν γεννούσαν και γεννιόντουσαν, αυτό θα έπρεπε να γίνεται χωρίς διακοπή μέχρι σήμερα, δηλαδή π.χ. ο Δίας να γεννά κι άλλες κόρες. Αν όχι, αυτό θα σήμαινε αδυναμία και ότι ή ότι έφθασαν σε βαθύ γήρας και ευλόγως δεν γεννούν ή ότι πέθαναν και επομένως δεν υπάρχουν πια. Αν λοιπόν οι θεοί ήταν γεννητοί, έπρεπε μέχρι και σήμερα να γεννώνται, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι, και μάλιστα θα έπρεπε να είναι περισσότεροι από τους θνητούς ανθρώπους.

Ένα άλλο πρόβλημα με τους μύθους είναι το εξής: έφτιαξε τελικά ο βαβυλώνιος θεός τον άνθρωπο, ή ο έλληνας θεός; Ή ο ινδός θεός; Κυβερνά ο Δίας στον Όλυμπο ή τα πνεύματα των Ινδιάνων; Αφού οι παγανιστές είναι υπέρ όλων των παγανιστικών παραδόσεων, είτε θα πουν (παραλογιζόμενοι, και αυθαιρετώντας) πως όλοι οι θεοί τους έχουν το αντίστοιχό τους με όλους τους θεούς όλων των άλλων χωρών, είτε θα πούν πως οι θεοί της μιας χώρας είναι ανώτεροι των άλλων χωρών. Φαντάζεται κανείς τι κωμική κατάσταση θα δημιουργούνταν, να προσπαθούσαν (αποτυχημένα βεβαίως) να κατατάξουν σε παγκόσμια κατάταξη τους θεούς τους οι Ελληνες Νεοπαγανιστές. Χαρακτηριστικά γράφει ο Διόδωρος Σικελιώτης, για το χάος αναφορικά με τις «ταυτίσεις» θεών: «Την ίδια θεά άλλοι αποκαλούν Ίσιδα, άλλοι Δήμητρα, άλλοι Θεσμοφόρο, άλλοι Σελήνη, άλλοι Ήρα κι άλλοι με όλα μαζί τα ονόματα. Παρομοίως, τον Όσιρι άλλοι λένε πως είναι ο ίδιος με τον Σάραπι, άλλοι με τον Διόνυσο, άλλοι με τον Πλούτωνα, άλλοι με τον Άμμωνα, μερικοί μάλιστα και με τον Δία, ενώ πολλοί τον θεωρούν ίδιο με τον Πάνα˙ υπάρχουν και μερικοί που λένε ότι Σάραπις είναι ο θεός που οι Έλληνες ονομάζουν Ποσειδώνα» (Βιβλιοθήκης ιστορικής βίβλος πρώτη, 25, 1-2). Κουλουβάχατα! Το πιο παράλογο, αλλά και πιθανό, διότι θεωρούν πως καθένας θεός έχει και μια δικαιοδοσία, θα ήταν να πουν ότι, οι Έλληνες θεοί έχουν δικαιοδοσία μόνο στην Ελλάδα, οι ινδικοί μόνο στην Ινδία, οι αρχαίοι ρωσσικοί μόνο στη Ρωσσία κλπ. Έτσι, οι θεοί τους θα έκαναν θεομαχίες, προσπαθώντας να ορίσουν ..ώς πού πέφτει η Ελλάδα, η Ρωσσία, η Ινδία κ.λπ.

Αλλά είναι ακόμη πιο κωμική η κατάσταση με τις αντιστοιχίσεις θεών, διότι ακόμη και κάθε μία ελληνική «θεότητα» δεν ήταν η ίδια. Εξηγούμαστε: «το γεγονός ότι δύο πόλεις έδιναν στο θεό τους το ίδιο όνομα, δε σημαίνει ότι είχαν και τον ίδιο θεό. Υπήρχε μια Αθηνά στην Αθήνα και μια άλλη Αθηνά στη Σπάρτη˙ ήταν δύο διαφορετικές θεές (Θουκιδίδης, 1, 134˙ Παυσανίας, 3, 17) (...) Στο μύθο του Τρωικού Πολέμου βλέπουμε μια Παλλάδα που μάχεται μαζί με τους Έλληνες, και μέσα στην Τροία υπάρχε μια άλλη Παλλάδα που λατρεύουν οι Τρώες και που τους προστατεύει (Ιλιάδας Ζ 88) (...) Οι πολίτες του Άργους και της Σάμου είχαν καθεμιά και από μία πολιούχο Ήρα˙ δεν ήταν η ίδια θεά, γιατί κάθε μια τής απέδιδε εντελώς διαφορετικές ιδιότητες. (...) Η Ρώμη είχε μία Juno˙ λίγα χιλιόμετρα από κει, οι Βήιοι είχαν μια άλλη˙ ήταν μια τόσο διαφορετική θεότητα, ώστε ο δικτάτορας Κάμιλλος, καθώς πολιορκούσε του Βήιους, απευθύνθηκε στη Juno του εχθρού, με σκοπό να την πείσει να εγκαταλείψει την πόλη των Ετρούσκων και να περάσει στο δικό του στρατόπεδο» (Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 231, 232). Θα πουν ορισμένοι, ότι και οι Χριστιανοί έχουν Παναγία σε κάθε τόπο, άρα είναι το ίδιο. Αυτό είναι λάθος, διότι η Παναγία της Τήνου κι η Παναγία Σουμελά έχουν τις ίδιες ιδιότητες, την ίδια ζωή κ.λπ., ενώ η Ήρα της Σάμου και η Αθηνά της Αθήνας έχουν, γι' αυτό άλλωστε υπάρχουν και τόσες διαφορές από μύθο σε μύθο, αναφορικά με κάθε θεό, διαφορετικές ιδιότητες και ιστορία˙ δεν είναι απλώς τοπική η διαφορά, είναι διαφορετική θεότητα με ίδιο όνομα. Δηλαδή, όχι μόνο είναι αδύνατον να αντιστοιχηθούν ξένοι κι ελληνικοί θεοί, αλλά και κάθε ένα όνομα ελληνικής θεότητας αντιστοιχεί σε περισσότερους από έναν θεούς. Εάν, όμως, αυτά δεν ισχύουν, τότε οι «θεοί» είναι ανθέλληνες, αφού υποστήριζαν τους Τρώες κατά των Ελλήνων.

60e Μυθολογία ακατάλληλη δι' ανηλίκους.

Μυθολογία ακατάλληλη δι' ανηλίκους, πώς να κάνετε το παιδί σας φονιά, γδάρτη, δήμιο, πατροκτόνο, αδελφοκτόνο, παιδοκτόνο, συζυγοκτόνο, βιαστή, διηγούμενοι σε αυτό τους μύθους: Ο Αθάμας σκοτώνει με βέλη το παιδί του. Η Ινώ ρίχνει τη Μελικέρτη σ' ένα πυρωμένο καζάνι και πηδά κι αυτή. Ο Ηρακλής κόβει αυτιά και μύτες κοινών θνητών. Σκοτώνει αντιπάλους σε αγώνα πάλης, σκοτώνει με ρόπαλο ένα βοσκό, σκοτώνει τον αντίπαλό του αρπάζοντάς τον απ' τη μέση, σηκώνοντάς τον στον αέρα και σπάζοντάς του τη ραχοκοκκαλιά. Ο Δίας σακατεύει το παιδί του. Ο Δίας κρεμά ανάποδα την Ήρα. Ο Απόλλων γδέρνει ζωντανό τον Μαρσύα. Ο Οινοπίων τυφλώνει τον Ωρίωνα στον ύπνο του. Η Αθηνά γδέρνει ζωντανό τον Πάλλαντα. Ο Απόλλων καρφώνει ένα εχθρό του με βέλος στο μάτι. Ο Πελίας κατασφάζει τη μητριά του πάνω στο βωμό της Ήρας. Οι Λήμνιες σφάζουν τους άντρες και τους πατεράδες τους. Η Μηδεία σφάζει, κόβει σε κομματάκια και πετά στη θάλασσα τον αδερφό της. Οι κόρες του Πελία τον κατακρεουργούν και τον βράζουν. Ο Πελίας σφάζει το παιδί του. Η Μήδεια σφάζει τα παιδιά της και το θείο της. Ο Δίας βιάζει μια ιέρεια της Ήρας. Οι νύφες, κόρες του Δαναού, με προτροπή του δολοφονούν τους άντρες τους, ο Ακρίσιος παρατά τη γυναίκα και το παιδί του σε μια βάρκα στη θάλασσα. Ο Κρεσφόντης δολοφονείται από τα παιδιά του, ο Αλκμαίων σφάζει τη μητέρα του, Εριφύλη. Ο Ηρακλής βιάζει την Αύγη.

Είναι παράλογο, οι παγανιστές να εξοργίζονται, διότι η Παλαιά Διαθήκη που αναφέρει επίσης ανήθικες πράξεις, διδάσκεται στα σχολεία, ενώ δεν εξοργίζονται καθόλου για τις ανηθικότητες της μυθολογίας, η οποία επίσης διδάσκεται στα σχολεία, τα έπη του Ομήρου διδάσκονται ολόκληρα, δίχως αποκλεισμό των αντιπαιδαγωγικών στίχων. Οι «Πατρώοι Θεοί» του Φωτός διέπραξαν συνολικά 76 φόνους, μία γενοκτονία, μία αιμομιξία, 3 βιασμούς, 2 απόπειρες βιασμού, 7 βασανισμούς-ακρωτηριασμούς, 78 μοιχίες, 2 κακοποιήσεις τέκνων, ήταν αυτουργοί σε εκατοντάδες φόνους, προκάλεσαν τρέλλα 6 φορές, 5 φορές παιδεραστία.

60f Κριτική των μύθων.

Οι Νεοπαγανιστές ισχυρίζονται πως οι μύθοι είναι συμβολικοί, και γι' αυτό έχουν άδικο οι Χριστιανοί, οι οποίοι εξ αρχής κατέκριναν το ανήθικο και αδύνατο να συνδυαστεί με την αντίληψη περί θεότητας περιεχόμενο ορισμένων μύθων. Ωστόσο, ο Πλάτων έχει ακριβώς τις ίδιες απόψεις με αυτές των Χριστιανών: Καταδικάζει με σφοδρότητα τους ποιητές (Όμηρο, Ησίοδο, Αισχύλο κ.ά.) και τους μύθους που αυτοί έγραψαν. Δεν λέει ο Πλάτων «αυτοί οι φαινομενικά ανήθικοι και αισχροί περί θεών μύθοι είναι συμβολικοί και έχουν κρυφό νόημα». Δεν λέει ο Πλάτων «Α, μύθοι είναι, δεν πειράζει, συμβολικοί είναι». Αντίθετα, αντιμετωπίζει τα γεγονότα των μύθων ως πραγματικά συμβάντα της ζωής των θεών. Για παράδειγμα, λέει ότι ο μύθος στην Ιλιάδα Ω 527 (δες παραπάνω) πρέπει να απορριφθεί διότι είναι απαράδεκτος και εκφράζει μια απαράδεκτη αντίληψη για τη θεότητα. Τόσο γι' αυτόν τον μύθο όσο και για άλλους ο Πλάτων δεν λέει «είναι συμβολικός, οπότε ας τον κρατήσουμε κι ας τον διδάσκουμε». Λέει «είναι για πέταμα, και απαγορεύεται να τον διδάσκει κανείς». Ο Πλάτωνας γράφει (Πολιτεία 378): «Όσα πάλι έκανε ο Ουρανός κι έπαθε έπειτα από το γιό του [Κρόνο], και αληθινά ακόμη να ήταν, νομίζω πως δεν έπρεπε να λέγονται τόσο εύκολα σε νέους που δεν έχουν κρίση, αλλά να αποσιωπούνται (...). Και δεν πρέπει να ακουστούν ποτέ στη δική μας πόλη, ούτε θα επιτραπή ποτέ να λέγεται εμπρός σε νέο ακροατή, πως και τη χειρότερη αδικία αν έκανε κανείς, πως και τον πατέρα του αν έρριχνε στα χειρότερα βασανιστήρια για κάποιο κακό που του έκανε εκείνος, δεν θα ήταν αυτό κανένα έκτακτο πράγμα, αλλά κάτι που έκαναν και οι πρώτοι και μεγαλύτεροι θεοί. (...) Και ούτε ο ελάχιστος λόγος, εννοείται, δεν θα γίνει, πως πολεμούν και επιβουλεύονται και μάχονται οι θεοί μεταξύ τους, αν θέλουμε τουλάχιστο αυτοί, που μέλλουν να μάς φυλάξουν την πόλη, να νομίζουν το αισχρότερο πράγμα το να γίνονται για το τίποτα εχθροί μεταξύ τους˙ πολύ περισσότερο, να καθόμαστε να διηγούμαστε ή να ιστορούμε γιγαντομαχίες και άλλες κάθε λογής έχθρες θεών και ηρώων με συγγενείς και με άλλους δικούς τους. Αλλά αν ο σκοπός μας είναι να τους πείσουμε, πως ποτέ δεν μίσησε πολίτης άλλο συμπολίτη του κι ούτε είναι όσιο να γίνεται τέτοιο πράγμα, (...) μόνο με αυτό το πνεύμα μύθους να διηγούνται στα παιδιά και να συνθέτουν οι ποιητές. (...) Κι όλες τις θεομαχίες που διηγείται ο Όμηρος, θα είναι ολότελα απαράδεκτα στην πόλη μας, ούτε αν είναι καμωμένα με αλληγορίες, ούτε αν είναι χωρίς αλληγορίες. Γιατί ο νέος δεν είναι σε θέση να κρίνει τι είναι αλληγορία και τι δεν είναι, μα όσα εντυπωθούν από αυτή την ηλικία στο πνεύμα του, δύσκολο είναι συνήθως να εξαλειφθούν και να μετακινηθούν από εκεί μέσα˙ γι' αυτό ίσως πρέπει να δώσουμε τη μεγαλύτερη σημασία, οι πρώτοι λόγοι που ακούει το παιδί, να είναι όσο μπορεί καταλληλότεροι να το οδηγούν στην αρετή.»

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει (Κατά Ιουλιανού, 1, 117, 118, 120-121):«Αν και, αν μεν αυτά [Οι μύθοι] είναι αληθινά, δεν πρέπει να ντρέπονται, αλλά να φιλοτιμούνται να τα μιμηθούν και να πείσουν ότι δεν είναι αισχρά. Και γιατί πρέπει να καταφεύγουν στο μύθο, ως συγκάλλυμα της αισχύνης; (...) Εάν πουν ότι αυτά είναι φανταστικά δημιουργήματα και φλυαρίες των ποιητών, οι οποίοι χρησιμοποιούν δύο μέσα για να κάνουν ευχάριστη την ποίηση, το μέτρο και τον μύθο, και οιωνεί καταγλυκαίνουν με αυτά την ακοή, ενώ γι' αυτούς είναι περισσότερο απόρρητο και βαθύτερο το νόημα που υπάρχει μέσα σε αυτά [=στους μύθους], και γίνεται προσιτό στους λίγους από τους πλέον σοφούς, (....) Από πού και από ποια ορμώμενοι και ποιους λόγους χρησιμοποιούντες, θα μπορέσουν να διαπαιδαγωγήσουν αυτούς στην αρετή και να τους κάνουν άξιους περισσότερων με τις παραινέσεις; (..) Μήπως διηγούμενοι τους πολέμους των θεών και τις εξεγέσεις και τις επαναστάσεις και το πλήθος των ελαττωμάτων, τα οποία και αυτοί έχουν και μεταξύ τους επιδεικνύουν, τόσο ιδιαιτέρως όσο και δημοσίως, και με τα οποία ελαττώματα είναι γεμάτο κάθε σύγγραμμα και ποίημα; Πολύ γρήγορα θα τους μετέβαλαν από ειρηνικούς σε φιλοπόλεμους και αντί σοφών σε παράφρονες, και όχι, αντιθέτως, σε μετρημένους και συνετούς αντί θρασέων και αμόρφωτων, με τα παραδείγματα αυτά. Διότι αυτούς, που είναι δύσκολο και χωρίς εκείνα που τους τραβούν προς το κακό να τους μεταθέσεις από την κακία και να τους μεταφέρεις προς την καλλίτερη μοίρα απο τη χειρότερη, αυτούς ποιος θα μπορούσε να τους πείσει να γίνουν ήμεροι και συγκρατημένοι, αφού χρησιμοποιούν ως οδηγούς και προστάτες των παθών τους τους θεούς, και όπου το κακό θεωρείται τίμιο, καθόσον προίσταται κάποιους από τους θεούς, του οποίου το πάθος τιμάται με βωμούς και θυσίες και απολαύει ελευθερίας υπό την προστασία των νόμων; Διότι αυτό είναι το χειρότερο: ότι εκείνα που τιμωρούνται από τους νόμους, αυτά ως θεϊκά τιμώνται. Τόσο μεγάλο είναι το μέγεθος της αδικίας σας.

121. Δεύτερον, ας προβληθεί προς αυτούς ο σεβασμός και η τιμή των γονιών και ο σεβασμός της πρώτης αιτίας της ύπαξης. Γι' αυτό και η λογική ας μας προτρέπει και η θεολογία ας μας πείθει. Πώς δε, δεν θα μας πείσει ο Κρόνος ο οποίος απέκοψε το μόριο του Ουρανού, για να γίνει άγονος μεταξύ των θεών (...) και ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο προβάλλουν σε αυτούς ως παράδειγμα τιμής των γονιών οι βίβλοι [των μύθων];»

Είτε μιλάει ο Πλάτωνας είτε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, το ίδιο κάνει. Και οι δύο ισχυρίζονται πως οι βλαβεροί μύθοι, είτε είναι αλληγορίες είτε όχι (το τονίζει ιδιαίτερα ο Πλάτων), επιδρούν βλαβερά στους ανθρώπους. Πιστεύουν δηλαδή και οι δύο ότι μύθοι που μιλάνε για θεομαχίες και άλλες παρεκτροπές των «θεών» δίνουν το κακό παράδειγμα στους ανθρώπους. Κι έτσι οι άνθρωποι παραδειγματίζονται από την κακία, την οποία δίνουν ως παράδειγμα οι δήθεν «συμβολικοί» (ηθικά αθώοι) μύθοι. Αυτά δε τα λέει κανένας «θρησκόληπτος Χριστιανός», τα προσυπογράφει ο μεγαλύτερος φιλόσοφος της Ελλάδας. Συνεπώς, ο Πλάτων δεν θεωρεί καθόλου τους μύθους ηθικώς αβλαβείς, αλλά το αντίθετο, συμμερίζεται την χριστιανική άποψη.

«-Θα επιτρέψουμε λοιπόν, έτσι εύκολα ν' ακούουν τα παιδιά τούς όποιους λάχη μύθους, που τους έπλασαν όποιοι λάχουν;

-Διόλου μάλιστα δε θα το επιτρέψωμε.

-(...)Τους περισσότερους βέβαια [μύθους] απ' αυτούς που τους διηγούνται σήμερα, πρέπει να τους βγάλωμ' έξω» (Πολιτεία 377c-d)

«(..) και αν ήταν οπωσδήποτε ανάγκη να γίνη λόγος γι' αυτά, να τ' ακούουν με απόλυτη μυστικότητα όσο μπορεί πιο λίγοι» (Πολιτεία 378a).

Εδώ να σημειώσουμε:

1) τη δυσφορία, με την οποία ο Πλάτων δίνει την άδεια, ακόμη και γι' αυτήν την ακρόαση. Μόνο «αν ήταν οπωσδήποτε ανάγκη».

2) ότι δεν αναιρείται τίποτε, όσον αφορά την απαγόρευση να ακούνε ή να διδάσκονται οι νέοι τους μύθους αυτούς. Ακόμη κι αν αυτό ήταν το τελικό συμπέρασμα του Πλάτωνα, πάλι, επειδή οι νέοι δεν θα διδάσκονταν τους μύθους αυτούς, αυτοί έπειτα από μια γενιά θα έσβηναν και θα χάνονταν από τη μνήμη. Ωστόσο αυτή δεν είναι η τελική πρόταση του Πλάτωνα.

«Ούτε θ' αφήσωμε τους νέους ν' ακούουν εκείνα που λέγει ο Αισχύλος, ότι τάχα ο θεός αφορμή βρίσκει σαν θέλη σύρριζα να ξεπατώσει σπίτι (Αισχύλου Νιόβη)» (Πολιτεία 380a).

«Να μη δώσωμε ποτέ την άδεια σε κανένα, ούτε σε νέους ούτε σε γέρους, ούτε να λέγουν ούτε ν' ακούουν μέσα στην πόλη μας τέτοιους λόγους είτε με στίχους είτε χωρίς στίχους, γιατί και ανόσια είναι να λέγουνται, αν λέγουνται, τέτοια πράγματα για τους θεούς και για μας όχι ωφέλιμα, μα ακόμη και μεταξύ τους ασύμφωνα» (Πολιτεία 380b-c).

«Όταν κανείς μας λέγει τέτοια για τους θεούς, θα του γυρίσωμε τις πλάτες και δε θα του δώσωμε τα ψαλτικά του, ούτε και στους δασκάλους θα επιτρέψωμε να τα μεταχειρίζουνται για την ανατροφή των παιδιών» (Πολιτεία 383c).

«Γιατί, αν τ' ακούσουν στα σοβαρά οι νέοι όλα τα τέτοια (τους μύθους) και δεν τα περιγελούν σαν ανάξια να λέγονται, εύκολα θα καταντήσουν να μην το θεωρούν ανάξιο να τα κάνουν και οι ίδιοι» (Πολιτεία 388d)....

... «Γιά όλους αυτούς τους λόγους ας καταργήσουμε τούς τέτοιους μύθους, μήπως γεννήσουν μέσα στην ψυχή των νέων πολλή ευκολία για την πονηρία» (Πολιτεία 391e).

Βλέπουμε, ότι ο Πλάτων, αν και για μια στιγμή του περνά απ' το νού να επιτρέψει σε πολύ λίγους πολίτες να ακούν τους παράλογους μύθους (378a), (κι αυτό με μεγάλη δυσαρέσκεια, «αν ήταν οπωσδήποτε ανάγκη»˙ οι νέοι, όμως, απαγορεύεται σε κάθε περίπτωση να τα ακούνε), αμέσως αλλάζει γνώμη και προστάζει κανείς πολίτης, όχι μόνο απλώς οι νέοι, αλλά ούτε και οι γέροι, να μην ακούει τους μύθους που ο Πλάτων απαγορεύει (380 b-c).

60g Είναι συμβολικοί οι μύθοι;

Αντίθετα, πάντως, με τις απόψεις των Νεοπαγανιστών και των τελευταίων Παγανιστών που εναγωνίως, επειδή τους κατηγορούσαν οι Χριστιανοί, προσπαθούσαν να δείξουν ότι οι μυθολογικοί βιασμοί, μητροκτονίες, αδελφοκτονίες και βασανισμοί ήταν συμβολικοί, οι ίδιοι οι απλοί Ειδωλολάτρες της προχριστιανικής και δη της κλασσικής εποχής, φαίνεται να είχαν διαφορετική γνώμη. Φαίνεται πως τότε δεν είχαν πρόβλημα να συγκαλύπτουν τις συμβολικές αιματοχυσίες της μυθολογίας.

«Τοῦ δὲ ἀγάλματος τὸ βάθρον παρέχεται μὲν βωμοῦ σχῆμα, τεθᾶφθαι δὲ τὸν Ὑάκινθον λέγουσιν ἐν αὐτῷ, καὶ Ὑακινθίοις πρὸ τῆς τοῦ Ἀπόλλωνος θυςίας ἐς τοῦτον Ὑακίνθῳ τὸν βωμὸν διὰ θύρας χαλκῆς ἐναγίζουσιν», γράφει ο Παυσανίας, (Λακωνικά, 19, 3). Δηλαδή: «Το βάθρο του αγάλματος έχει σχήμα βωμού και λέγεται ότι εκεί είναι θαμμένος ο Υάκινθος και στα Υακίνθια, πριν από τη θυσία στον Απόλλωνα, σ' αυτόν τον βωμό και μέσα από χάλκινη πόρτα κάνουν εξαγνισμούς για τον Υάκινθο». Δηλαδή ο Υάκινθος δεν ήταν ένας «ανύπαρκτος», και «απλό σύμβολο», αλλά σύμφωνα με τους Ειδωλολάτρες ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αφού είχε τάφο.

Ηροδότου, Ιστορίαι, 2, 45 «Λέγουσι δὲ πολλὰ καὶ ἄλλα ἀνεπισκέπτως οἱ Ἕλληνες˙ εὐήθης δὲ αὐτῶν καὶ ὅδε ὁ μῦθός ἐστι τὸν περὶ τοῦ Ἡρακλέους λέγουσι, ὡς αὐτὸν ἀπικόμενον ἐς Αἴγυπτον στέψαντες οἱ Αἰγύπτιοι ὑπὸ πομπῆς ἐξῆγον ὡς θύσοντες τῷ Διί˙ τὸν δὲ τέως μὲν ἡσυχίην ἔχειν, ἐπεὶ δὲ αὐτοῦ πρὸς τῷ βωμῷ κατάρχοντο, ἐς ἀλκὴν τραπόμενον πάντας σφέας καταφονεῦσαι. Ἐμοὶ μέν νυν δοκέουσι ταῦτα λέγοντες τῆς Αἰγυπτίων φύσιως καὶ τῶν νόμων πάμπαν ἀπείρως ἔχειν οἱ Ἕλληνες˙ τοῖσι γὰρ οὐδὲ κτήνεα ὁσίη θύειν ἐστὶ χωρὶς ὑῶν καὶ ἐρςένων βοῶν καὶ μόσχων, ὅσοι ἂν καθαροὶ ἔωσι, καὶ χηνῶν, κῶς ἄν οὗτοι ἀνθρώπους θύεν; Ἔτι δὲ ἕνα ἐόντα τὸν Ἡρακλέα καὶ ἔτι ἄνθρωπον, ὡς δή φασι, κῶς φύσιν ἔχει πολλὰς μυριάδας φονεῦσαι; Καὶ περὶ μὲν τούτων τοσαῦτα ἡμῖν εἰποῦσι καὶ παρὰ τῶν θεῶν καὶ παρὰ τῶν ἡρώων εὐμενείη εἴη». Σε μετάφραση: «Οι Έλληνες έχουν πολλούς μύθους που δεν στηρίζονται σε γεγονότα. Ένας από τους πιο αστείους είναι αυτός που διηγείται πως πήγε ο Ηρακλής στην Αίγυπτο, όπου τον συνέλαβαν οι Αιγύπτιοι και ήθελαν να τον θυσιάσουν στον Δία με όλη την πρέπουσα λαμπρότητα και με το θυσιαστήριο στεφάνι πάνω στο κεφάλι του, και πως εκείνος έμεινε άπραγος μέχρι τη στιγμή που θα άρχιζε η τελετή στον βωμό, οπότε χρησιμοποίησε τη δύναμή του και τους σκότωσε όλους. Κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον, αυτός ο μύθος είναι αρκετή απόδειξη ότι οι Έλληνες έχουν πλήρη άγνοια του χαρακτήρα και των συνηθειών των Αιγυπτίων. Η ίδια η θρησκεία τους απαγορεύει να σκοτώνουν ακόμα και ζώα για θυσία, εκτός από πρόβατα, ταύρους, χοίρους και μοσχάρια που έχουν περάσει από έλεγχο καθαριότητας και χήνες. Πόσο πιθανό είναι λοιπόν, να ήθελαν να θυσιάσουν έναν άνθρωπο; Εξάλλου, αν ο Ηρακλής ήταν κοινός θνητός, όπως λένε πως ήταν, πώς είναι δυνατό να σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους; Εύχομαι θεοί και ήρωες να με συγχωρήσουν για αυτά που είπα πάνω σε αυτά τα θέματα!» Βλέπουμε τον Ηρόδοτο να ζητά συγγνώμη από τους θεούς, επειδή τόλμησε να κρίνει το περιεχόμενο ενός μύθου ως ψευδές. Πραγματεύεται δηλαδή τον μύθο όχι ως «συμβολικό», όχι ως δόγμα θεολογικό, αλλά ως αληθινό γεγονός που διέπραξε ο ημίθεος Ηρακλής, διότι φοβάται μήπως αρνούμενος το αληθές τού μύθου, διαστρέψει την ιστορική αλήθεια! Εάν οι μύθοι ήταν απλά σύμβολα, δε θα φοβόταν ο Ηρόδοτος να «διαστρεβλώσει» την νομιζόμενη ιστορική αλήθεια που αυτοί περιέχουν, αλλά απλώς θα εξέφραζε άλλη άποψη για το «συμβολικό νόημά» τους. Συνεπώς, δεν ήταν «σύμβολα, ούτε βεβαίως δογματικά άρθρα πίστεως και κοσμοαντίληψης, οι αρχαίοι μύθοι, αλλά θεωρούνταν αληθινά γεγονότα.

Ας μη ξεχνάμε ότι οι «μύθοι», επειδή θεωρούνταν αληθινά γεγονότα κι όχι «συμβολικά», αποτελούσαν παράδειγμα προς μίμηση. Ό,τι έκαναν οι θεοί στους μύθους, το έκαναν και οι λάτρεις τους. Παιδεραστία ο θεός; Παιδεραστής κι ο θνητός. Μοιχός ο θεός; Μοιχός κι ο θνητός λάτρης του. Φονιάς ο θεός; Φονιάς κι ο θνητός. Απόδειξη γι' αυτό είναι ότι ο Πλάτωνας, αναφέρει στους Νόμους ότι τον «μύθο» του Δία και του Γανυμίδη τον χρησιμοποιούν οι παιδεραστές σε όλη την Ελλάδα, για να δικαιολογήσουν την ομοφυλοφιλία τους. «Ήταν τόσο σίγουροι ότι οι νόμοι τους προήλθαν από το Δία, ώστε τον φόρτωσαν μ' αυτό το μύθο για να έχουν ένα θεϊκό παράδειγμα, όταν ήθελαν να απολαμβάνουν και αυτό το είδος ηδονής» (Νόμοι, 636c).

Γι' αυτό το λόγο κι ο Αριστοφάνης γράφει «Με παντρεμένη αν σε πιάσουν / θα πεις απλά στον σύζυγο/ πως δεν διέπραξες αδικία, αφού κι ο Δίας το ίδιο έκανε, / σαν ερωτιάρης που ήτανε και γυναικάς/ Κι αφού εσύ είσαι θνητός, πώς από τον θεό θα είσαι δυνατότερος» (Αριστοφάνη, Νεφέλες, στχ. 1079-1082).

Ο Ευριπίδης γράφει (Ίων, στ. 449 κ.ε.): «Σωστό δεν είναι/ με κατηγόριες να κακολογούμε/ τους δύσμοιρους ανθρώπους αν μιμούνται/ τα έργα που οι θεοί κρίνουν δίκαια,/ μα εκείνους που σ' αυτά μας δασκαλεύουν» και (Ηρακλής μαινόμενος, στ. 1316): «με γάμους άνομους δεν έχουν σμίξει;/ Δεν ατίμασαν για την εξουσία/ τους γονιούς δένοντάς τους μ' αλυσίδες;/ Αξένοιαστοι στον Όλυμπο όμως ζούνε/ παρά τα σφάλματά τους», υποστηρίζοντας πως για την ανηθικότητα των ανθρώπων φταίνε οι θεοί με το παράδειγμα που δίνουν στους μύθους.

Να τι γράφει ο Παλλαδάς, που αν κι Εθνικός, δεν χαμπάριαζε από «συμβολικούς μύθους» κι άλλες ανακρίβειες, αλλά συνέδεε τους ανθρωποκτόνους με το παράδειγμα που δίνει ο Δίας. «Εἴ τούς ἀνδροφόνους εὐδαίμονας ὄντας ὁρῶμεν,/οὐ πάνυ θαυμάζω˙ τοῦ Διός ἐστι γέρας./τόν γάρ γεννήσαντα μεμισηκώς καί ἐκεῖνος/ κτεῖνεν ἄν, εἰ ὁ Κρόνος θνητός ἐτύγχανεν ὤν˙/ ἀντί δέ τοῦ κτεῖναι σύν τοῖς Τιτῆσι κολάζει,/δέσμιον ὡς ληστήν εἰς τὀ βάραθρον ἐνείς» (Π.Α. X, 53). Μετάφραση: «Αν βλέπω ευτυχείς τους ανθρωποκτόνους να είναι/δεν απορώ πολύ./του Δία είναι ο έπαινος./ κι εκείνος τον γεννήτορά του ασφαλώς θάχε σκοτώσει,/που τόσο μίσησε, αν τύχαινε θνητός ο Κρόνος νάναι./όμως μαζί με τους Τιτάνες δεν τον σκότωσε. Δέσμιο/μες στο βαθύ το βάραθρο, προτίμησε, ωσάν ληστή, να τον κρατάει».

Ο Πλάτων καθόλου δε θεωρεί «συμβολικά» όσα λενε οι μύθοι, όπως επιμένουν οι Νεοπαγανιστές, αλλά απολύτως πραγματικά γεγονότα˙ πάντως πιστεύει πως αυτοί που τα πρωτοείπαν και αυτοί που τα ακούν, τα θεωρούν αληθή. Όχι ως συμβολικά.

«Όλα όσα λέγουν οι ποιηταί και οι μυθολόγοι δεν είναι διήγηση για πράγματα, που είτε έχουν γίνει, είτε γίνονται τώρα, είτε που θα γίνουν;

-Τι άλλο βέβαια;» (Πολιτεία 392d).

Οι ποιητές είναι «τέκνα συγχρόνως και προφήτες των θεών» (Πολιτεία 366b)˙ αυτή είναι η άποψη των πολυθεϊστών του 4ου αι., όπως τη μεταφέρει ο Πλάτωνας. Άρα, σύμφωνα με τους Πολυθεϊστές (αλλά αντίθετα με τον Πλάτωνα), τα λόγια των ποιητών κι οι μυθολογίες δεν μπορεί να είναι «λανθασμένα». Είναι «προφητείες»˙ αποκάλυψη.

Είναι ολοφάνερο, ότι για τους αρχαίους Έλληνες της κλασσικής εποχής οι μύθοι δεν ήταν «συμβολικοί», όπως λενε οι Νεοεποχίτες, αλλά αληθινά γεγονότα, επαναλαμβάνουμε: όχι όμως πηγές δογματικής θεολογίας, και παραδείγματα προς μίμηση. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που ο Πλάτωνας θέλει την «κάθαρση» των ανήθικων μύθων. Ξέρει πολύ καλά ο Πλάτων αυτά που οι νεοεποχίτες Νεοπαγανιστές αρνούνται.

Ορισμένοι θα ισχυριστούν, ότι οι θεοί είναι σύμβολα των φυσικών δυνάμεων. Έτσι, π.χ. ο Απόλλωνας είναι ο συμβολισμός του Ήλιου και η Άρτεμη ο συμβολισμός της Σελήνης. Ωστόσο, δεν υπάρχει μόνο ο θεός Απόλλων κι η θεά Άρτεμη, αλλά την ίδια στιγμή, εκτός από αυτούς υπήρχαν και οι θεοί Ήλιος και Σελήνη, ως ξεχωριστές θεότητες από τους Απόλλωνα και Άρτεμη. Εάν ο Απόλλων ήταν «απλώς» ο συμβολισμός του Ήλιου, τότε δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχει ταυτόχρονα ξεχωριστή θεότητα Ήλιος και Σελήνη. Άρα ο Απόλλων δεν είναι απλώς ένας φυσικός συμβολισμός. Άλλωστε η Θεά Σελήνη έχει ερωτικές σχέσεις με τον κοινό θνητό Ενδυμίωνα, ενώ η Θεά Άρτεμη είναι παρθένα.

Με άλλα λόγια, οι Αρχαίοι, ακόμη κι αν στην αρχή, στην προϊστορία τους, είχαν κάποιο φυσικό συμβολισμό για τον Απόλλωνα (πράγμα, βεβαίως, αναπόδεικτο), στη συνέχεια το «ξέχασαν» εντελώς και, παράλληλα με τον συμβολικό θεό Ήλιο, συνυπήρχε ο θεός Απόλλων, ο οποίος είχε «αποσυμβολιστεί». Δεν πίστευαν οι Αρχαίοι ότι οι θεοί τους ήταν σύμβολα. Εξάλλου, όπως είδαμε, οι θεοί δεν μπορεί να είναι «συμβολικοί», διότι κάθε θεότητα μπλέκεται στα πόδια και μπαίνει στα χωράφια πολλών άλλων θεοτήτων «κλέβοντάς» τους τον δικό τους συμβολισμό. Δεν μπορεί η «πελάγια Αφροδίτη» να συμβολίζει το ίδιο με τον αρμόδιο για τη θάλασσα θεό, Ποσειδώνα. Θα ήταν άχρηστη η ύπαρξή της ως συμβόλου, αφού ο Ποσειδώνας φροντίζει για τη θάλασσα. Κι αν υποτεθεί ότι κάθε θεότητα έχει πολλές λειτουργίες, τότε θα έπρεπε να έχει διαφορετικό όνομα, αφού προφανώς η μία λειτουργία είναι πολύ πιο κοντά στην ιδιότητα της μίας παρά της άλλης θεότητας. Επιπλέον, όντας, σύμφωνα με τον ορισμό των Νεοπαγανιστών, οι θεότητες δυνάμεις, κάθε δύναμη, αν ήταν πολλαπλή (με πολλές λειτουργίες) θα έπρεπε να υποδιαιρεθεί σε τόσες δυνάμεις-θεότητες (με διαφορετικό όνομα), ώστε κάθε μία από αυτές να έχει μόνο ένα όνομα. Δηλαδή,

1) η άποψη περί συμβολικών θεών είναι ορθή σε λίγες περιπτώσεις μύθων.

2) Δεν μπορούμε να ξέρουμε, πότε ένας μύθος είναι συμβολικός ή πραγματική ιστορία ή σκέτη φαντασία. Ο «Προμηθέας» ως λέξη, σύμφωνα με τον Π. Λεκατσά προέρχεται από το σανσκριτικό «prοmantha», που σημαίνει «το ξύλινο όργανο, δια της τριβής του οποίου οι πρωτόγονοι παράγουν πυρ. Προς το σύμβολο ακριβώς του Προμηθέα αντιστοιχεί ο νάθρηκας του Ησίοδου (Έργα και Ημέραι, στ. 50)». Στη Σπάρτη και σ' άλλα μέρη της Λακωνίας είναι βεβαιωμένη από φιλολογικές και επιγραφικές πηγές λατρεία του «Δία αγαμέμνονα» (Ν. Παπαχατζή, Η θρησκεία στην Αρχαία Ελλάδα, Εκδοτικής Αθηνών, σ. 123), πράγμα που σημαίνει ότι ο θρυλικός Αγαμέμνονας, αδερφός του σπαρτιάτη βασιλιά Μενέλαου είχε θεοποιηθεί ως Δίας. Άλλοτε, λοιπόν, έχουμε φαντασία, άλλοτε μακριά ανάμνηση της πρωτόγονης ζωής ή πραγματική ιστορία, άλλοτε συμβολισμό, όμως, ούτε γνωρίζουμε τα πραγματικά γεγονότα της προϊστορίας ούτε οι μεταγενέστερες αυθαίρετες συμβολικές ερμηνείες είναι αποδείξιμες.

3) Είναι (η άποψη περί συμβολισμού) αδύνατη, διότι κάθε θεός εμπλέκεται στις αρμοδιότητες/συμβολισμούς άλλων θεών, άρα υπάρχουν π.χ. δύο θεοί για ένα φυσικό φαινόμενο ή δύναμη,

4) Οι μύθοι, επειδή είναι διηγήσεις που περιγράφουν ολόκληρη τη «ζωή» ενός θεού, τις μάχες, συμμαχίες, έρωτες, μαλώματα κ.λπ. δεν γίνεται να είναι φυσικός συμβολισμός. Δεν μπορεί σε κάθε τι που αποτελεί μέρος της διήγησης μιας ολόκληρης ζωής, να δοθεί συμβολική εξήγηση. Θα ήταν το ίδιο αφελές, αν τη ζωή ενός ανθρώπου, οι θεοί είναι ανθρωπομορφικοί, προσπαθούσαμε να τη θεωρήσουμε «συμβολική», αποσυμβολίζοντας (βάσει της θεωρίας, ότι οι πράξεις είναι συμβολισμοί φυσικών φαινομένων) κάθε πράξη του. Είναι, λοιπόν, οι μύθοι, κυρίως μη συμβολική περιγραφή των πράξεων του θεού.

5) Δεν μπορεί, μέσα στο χάος των τόσων πολλών και συχνά αντικρουόμενων μυθολογικών διηγήσεων, να εκλεγεί αυθαίρετα Ένας μύθος ως ο σωστός/πραγματικός. Ως συνέπεια, επίσης δεν μπορεί να υπάρξει Ενας και μοναδικός Αποσυμβολισμός του «θεού»/μύθου, διότι αυτό απαιτεί την ύπαρξη Δόγματος, το οποίο καθορίζει ποια από όλες τις ερμηνείες και ποιος από όλες τις παραλλαγές του μύθου είναι ο σωστός. Δόγμα όμως δεν υπήρχε στην Αρχαιότητα˙ άρα ούτε και κοινά αποδεκτός Αποσυμβολισμός.

6) Οι Αρχαίοι στην πλειοψηφία τους, εκτός ορισμένων θρήσκων φιλοσόφων, τους μύθους δεν τους λογάριαζαν για συμβολικούς, αλλά για πραγματικά γεγονότα.

Όταν επικράτησε ο Χριστιανισμός, οι Παγανιστές προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα των αρχαίων μύθων, παρουσιάζοντάς τα ως «συμβολικά».

Και βέβαια, για να γυρίσουμε στα περί δογματισμού, οι Νεοπαγανιστές είναι δογματικοί, έχουν δόγματα, τα οποία συνίστανται στην ερμηνεία των μύθων της αρχαίας θρησκείας. Οι Ειδωλολάτρες της κλασσικής εποχής δεν είχαν ούτε ενιαία αλλά ούτε και συγκεκριμένη ερμηνεία των μύθων, ούτε νοιάστηκαν να τους ερμηνεύσουν καν. Δεν δογμάτιζαν με βάση το περιεχόμενο των μύθων, κι αυτό διότι, όπως είδαμε, ουδέποτε τους θεώρησαν συμβολικούς, ώστε να υπάρχει ανάγκη αποσυμβολισμού. Αντιθέτως, από τη στιγμή που οι νεοεποχίτες Νεοπαγανιστές αποφασίζουν ότι υπάρχει μία σωστή, κρυφή ερμηνεία των μύθων, τότε η ερμηνεία αυτή είναι ζήτημα αλήθειας, και δογματισμού. Από τη στιγμή που οι Νεοπαγανιστές ερμηνεύουν μύθους με συγκεκριμένο τρόπο και δίνοντας συγκεκριμένο νόημα, δογματίζουν, και η φιλοσοφία τους είναι δόγμα.

Να τονίσουμε πως οι Ειδωλολάτρες, όσο κι αν δέχονταν τους μύθους ως γεγονότα, ωστόσο δεν μπορούσαν να εξάγουν δογματικά συμπεράσματα από τη μυθολογία, διότι δεν υπήρχε ενιαίο ιερατείο, αλλά και διότι πολλοί μύθοι ήταν αντικρουόμενοι μεταξύ τους (π.χ. ο τάφος του Δία στην Κρήτη ή στην Κρητέα της Αρκαδίας). Οι νεοεποχίτες Νεοπαγανιστές, επειδή συνιστούν ενιαία ομάδα-ιερατείο μεταχειρίζονται δογματικά όλους τους δεκάδες αντικρουόμενους μύθους, οι οποίοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά καθαρή φαντασία. 

Πηγή: Ενάντια στην αρχαιοπληξία.

Αναζητηση

Αναγνώστες