Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Ο Άγιος Ισαπόστολος Βλαδίμηρος!



Ο Άγιος Βλαδίμηρος ο Ισαπόστολος βασιλιάς των Ρώσων ήταν γιος του ηγεμόνα του Κιέβου Σβιατοσλάβ. Γεννήθηκε το έτος 958 μ.Χ. Η μητέρα του ονομαζόταν Μαλούσα και ήταν πρώτα υπηρέτρια της μητέρας του συζύγου της, δηλαδή της Αγίας βασίλισσας Όλγας, που ήταν η πρώτη που έγινε χριστιανή στη Ρωσία και οδήγησε πολλούς στην ευσέβεια.


Όταν ο Βλαδίμηρος κατέλαβε τον θρόνο του Κιέβου, στην αρχή ήταν ειδωλολάτρης και έτσι ενεργούσε. Πήρε πολλές συζύγους και απόκτησε 12 γιους και 11 θυγατέρες. 

Δέχθηκε τους εκπροσώπους διαφόρων θρησκειών μεταξύ των οποίων και έναν απεσταλμένο από την Κωνσταντινούπολη.Έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν πληροφορίες για τον χριστιανισμά..Όταν λειτουργήθηκαν στην Αγία Σοφία έμειναν εκστασιασμένοι.Όταν πήγαν πίσω στη Ρωσία είπαν στο βασιλιά''ότι νόμιζαν πως κατέβηκε ο ουρανός στη γη''


Ο Βλαδίμηρος πίστεψε στον Χριστό και βαπτίστηκε στο Κίεβο το έτος 977 μ.Χ.. Παντρεύτηκε την αδελφή του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου, Άννα και γκρέμισε όλα τα είδωλα που υπήρχαν στη χώρα. Βάπτισε τους περισσότερους Ρώσους χριστιανούς και έκτισε δύο ωραίες εκκλησίες στο Κίεβο. Η ζωή του άλλαξε ριζικά και έγινε αληθινός Χριστιανός και βοήθησε πάρα πολύ για την εξάπλωση του Χριστιανισμού. Απεβίωσε ειρηνικά στις 15 Ιουλίου του έτους 1015 μ.Χ.

Αγ.Αρσένιος του Κόμελ! (+24 Αυγούστου 1550)

Ό Οσιος καταγόταν από πλούσια οικογένεια βογιάρων, ευγενών δηλ. ρώσων, και από νέος μπήκε δόκιμος στη Λαύρα του Όσιου Σεργίου του Ραντονέζ. Έκεί εδειξε εξαιρετική διαγωγή, ιδιαιτέρως δε διακρίθηκε στην υπακοή.



Αγ.Αρσένιος του Κόμελ.

Είχε σαν εργόχειρο την αντιγραφή εκκλησιαστικών βιβλίων και σώζεται ακόμη στη Λαύρα ένα δικό του χειρόγραφο Ευαγγέλιο. Εξελέγη ηγούμενος της Λαύρας και έδειξε πολλή αγάπη στους πατέρες κρατώντας σαν ζωντανό παράδειγμα την ζωή του.


Η Λαύρα του Αγ.Σεργίου.

Επισκεπτόμενος κάποτε ένα μετόχι της Μονής, προσευχήθηκε στον τάφο του κτίτορα του Όσιου Στεφάνου, αδελφού του Όσιου Σεργίου. Ό ηγούμενος του μετοχίου τότε είδε να καλύπτει τον "Οσιο και τον τάφο του Αγίου Στεφάνου ένα ουράνιο φως, πράγμα πού ερμηνεύτηκε ως σημείο και θέλημα Θεοϋ να γίνει ένα περίλαμπρο μνημείο πάνω από τον τάφο και να εορτάζεται έκκλησιαστικώς ή μνήμη του Όσιου Στεφάνου.

Ό ηγεμόνας της Μόσχας Βασίλειος Ίβάνοβιτς βλέποντας τον "Οσιο Αρσένιο ντυμένο με παλαιόρασα, θαύμασε και οί μοναχοί τον πληροφόρησαν: «Ό ηγούμενος μας εϊναι πολύ ταπεινός και πραγματικός δούλος του Θεοϋ. Ζεϊ κατά το θέλημα του Θεοΰ και έχει σαν στόχο του να πεθάνει σαν ήσυχαστής».

Πράγματι μετά κάμποσα χρόνια πήγε στο πυκνό δάσος του Κόμελ, οπού έκαμε ένα βαρύ ξύλινο σταυρό και, περπατώντας μέσα από στενά και δύσκολα μονοπάτια μέσα από λασπώδη έλη, έφτασε σε τόση εξάντληση, ώστε έπεσε στο χώμα από το βάρος του σταυρού. Την ϊδια στιγμή τον περικύκλωσε ουράνιο φως. Αυτό το θεώρησε ως σημείο να κτίσει έκεϊ έρημητήριο. Αντέδρασαν όμως οί ντόπιοι χωρικοί. Και φοβούμενοι μήπως χάσουν τα χωράφια τους, έσκότωσαν τον υποτακτικό του Όσιου.


Αγ.Αρσένιος του Κόμελ

Με την ευλογία του τοπικού επισκόπου τελικώς ϊδρυσε ένα καινούργιο μοναστήρι στη βόρεια Ρωσία, προς τιμήν της Ύπεραγίας Θεοτόκου της Βλαχερνιτίσσης,εικόνα πού εϊχε πάντοτε μαζί του από τον καιρό της κούρας του, και το επάνδρωσε με πολλούς μοναχούς. Συγχρόνως δεχόταν και συμβούλευε με σοφία τους λαϊκούς επισκέπτες και προσκυνητές.

Ό όσιος Αρσένιος είχε το χάρισμα να προβλέπει τα μέλλοντα, όπως μια φορά πού οί πλησιόχωροι χωρικοί εργάζονταν σε ήμερα εορτάσιμης αργίας, τους προείπε, ότι τα δεμάτια του σιταριού πού θερίζουν, για να συνετισθούν, θα τα διασκορπίσει μια καταιγίδα, πράγμα πού έγινε.

Έκοιμήθη ειρηνικώς γύρω στα 1550 και εορτάζεται στις 24 Αυγούστου.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Η Θεοτόκος!!!


Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
 
Αν μπορούμε συμβολικά να παρομοιάσουμε το πνευματικό φως των αγίων της Εκκλησίας με το φως των άστρων στον ουρανό, τότε το φως της σελήνης, που είναι κατά πολύ λαμπρότερο, προσιδιάζει περισσότερο προς το φως της Θεοτόκου και το φως του ηλίου, που κανείς δεν μπορεί λόγω λάμψεως να ατενίσει, με το φως του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης, δηλαδή του Χριστού. Και όπως η σελήνη αντλεί από το φως του ηλίου, έτσι και η Θεοτόκος είναι Παν-αγία (σε σχέση με τους ανθρώπους) διότι ενώθηκε απ’ αυτή τη ζωή όχι μόνο αγιοπνευματικά, αλλά και οργανικά-βιολογικά με τη χάρη του Θεού, αφού έφερε άλλωστε στα σπλάχνα της για εννέα μήνες, γαλούχησε και ανέθρεψε τον ίδιο τον Υιό του Θεού ως άνθρωπο. Πολύ εύστοχα ο αρχάγγελος Γαβριήλ την ονομάζει «κεχαριτωμένη» (Λουκ. 1,28), αλλά και ο μεγάλος Θεολόγος της Πρώτης Εκκλησίας, Ιωάννης, λέγει παραστατικότατα γι’ αυτήν ότι πρόκειται για απολύτως «θαυμαστό σημάδι στον ουρανό», ενώ την βλέπει «ντυμένη τον ήλιο, με το φεγγάρι κάτω από τα πόδια της, και στο κεφάλι της στεφάνι με δώδεκα αστέρια» (Αποκ. 12,1).

Ο ιερός Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως αρνείται πως υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα σ’ όλο το σύμπαν από την Θεοτόκο, ενώ ο πολύς Νικόλαος Καβάσιλας γράφει ότι μόνο η Παρθένος αξιώθηκε να δει κατάματα τη Θεότητα (βλ. Νικολάου Νευράκη, «Ο Χριστός και ο καινούριος κόσμος του Θεού», Αθ. 1989). Ακόμη: (α) η Λειτουργική εκκλησιαστική ζωή είναι γεμάτη από ευσεβείς προσφωνήσεις, επικλήσεις, ύμνους, ακολουθίες και εορτασμούς προς τιμήν της Θεοτόκου, που κορυφώνονται στις Θεομητορικές γιορτές, (β) πολλές από τις Φωτοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης συμβολίζουν το μυστήριο του τόκου της Παρθένου (Κλίμαξ του Ιακώβ που ένωσε Ουρανό και γη, νεφέλη φωτεινή, άφλεκτος βάτος κ.α.) (γ) ο ελληνικός λαός αγαπάει βαθύτατα την Παναγία και της αποδίδει επτακόσιες περίπου επωνυμίες (Ελευθερώτρια, Μεγαλόχαρη, Γλυκοφιλούσα, Εκατονταπυλιανή, Ελεούσα κ.λπ.), (δ) έχουν ανεγερθεί σ’ όλη την χριστιανοσύνη χιλιάδες ναοί στο όνομά της, αφού εξάλλου κατέχει η Παναγία τη δεύτερη θέση σε τιμή και αγιότητα στον Ουρανό μετά την Αγία Τριάδα και (ε) «άπειρο» είναι το πλήθος των εικόνων που έχουν φιλοτεχνηθεί και εκφράζουν αγάπη και σεβασμό προς το πρόσωπό της. Εν τούτοις και στην Θεοτόκο αποδίδουμε τιμητική προσκύνηση (όπως και σε όλους τους αγίους) και όχι λατρεία, που αρμόζει μόνο στον Τριαδικό Θεό, τον Ιησού Χριστό ως Θεάνθρωπο και στην Θεία Ευχαριστία. Ακόμη, η γνωστή Παρακλητική προσευχή «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς» σημαίνει για την Ορθόδοξη Εκκλησία ό,τι και η Λειτουργική ευχή «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς», διότι η Παναγία δεν σώζει από μόνη της, αλλά με τη χάρη και τη δύναμη του Υιού της. Ολόκληρη φυσικά η Θεία Λειτουργία προσφέρεται εξαιρετικά προς τιμήν της Θεοτόκου, αφού είναι η Κυρία των αγίων και των αγγέλων του Ουρανού. 

Την μητέρα του Κυρίου οι Γ΄, Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι ονομάζουν ΟΝΤΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (και όχι εσφαλμένως ‘Χριστοτόκο’, όπως δίδασκε ο αιρετικός Νεστόριος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως), ενώ οι εκκλησιαστικοί Πατέρες τονίζουν ότι εκτός σωτηρίας είναι εκείνος που αρνείται το μυστήριο της εκ Παρθένου γέννησης του Θεανθρώπου. Ήδη από τον α' αιώνα, η Εκκλησία πίστευε πράγματι στην εκ Παρθένου, εκ Πνεύματος Αγίου, υπερφυή σύλληψη του Χριστού, και αυτό πιστοποιείται από τις αρχαϊκές περί αυτού παραδόσεις των ευαγγελιστών Ματθαίου: «Ιωσήφ, υιέ Δαυίδ, μη φοβηθείς να παραλάβεις τη Μαριάμ τη γυναίκα σου (κατά το νόμο) γιατί το παιδί που γεννήθηκε από αυτήν ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟ» (1,20) και Λουκά: «Πνεύμα Άγιον θα κατασκηνώσει σε σένα και η δύναμη του Υψίστου θα σε επισκιάσει, γι’ αυτό και το γεννημένο άγιον θα ονομασθεί ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ» (1,35). Ο σπουδαίος προφήτης Ησαΐας προέβλεψε άλλωστε, χάριτι Θεού, την γέννηση του Θεανθρώπου από την Παναγία, και μάλιστα 800 χρόνια προ Χριστού, όταν λέγει: «Ιδού, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει υιόν και θα καλέσουν το όνομά Του Εμμανουήλ», ήτοι ο Θεός μεθ’ ημών (Ησ. 7,14). 

Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι αφού ο ίδιος ο Ιησούς δεν αναφέρθηκε ποτέ στην παρθενική Του γέννηση, άρα δεν ισχύει κάτι τέτοιο. O Χριστός ήταν όμως πολύ φειδωλός στο να αποκαλύπτει τη μεσσιακή ιδιότητά Του, δεδομένου ότι απλές αναφορές του στην ενότητά Του με τον Πατέρα και στην προαιώνια ύπαρξή Του ως Θεού (Ιω. 5,18)/ Ιω. 10,30/ Ιω. 8,58), είχε σαν αποτέλεσμα να προσπαθήσουν μερικές φορές οι ακροατές Του Ιουδαίοι να τον λιθοβολήσουν (π.χ. Ιω. 8,59). Το ίδιο θα συνέβαινε αν μιλούσε για τον υπερφυσικό τρόπο σύλληψής Του, που ενδιέφερε εκείνους μόνο που είχαν ήδη πιστέψει στην θεότητά Του, αφού δεν ήταν φυσικά διδασκαλία που η Πρώτη Εκκλησία μετέδιδε εξ αρχής στους νεο-κατηχούμενους χριστιανούς. Στον εθνικό κόσμο και σε εξωχριστιανικές πηγές αναφέρονται βέβαια γεννήσεις από παρθένες και θεές, πλην όμως δεν υπάρχει ούτε καν σαν ιδέα η γέννηση από παρθένο, που να παραμένει παρθένος. Και όχι μόνο αυτό: Στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους παρουσιάζονται οι θεοί να βιάζουν, να κακοποιούν και να σοφίζονται χίλιες δύο πονηριές για να διαφθείρουν παρθένες κόρες. Επίσης, (α) η μυθική περιγραφή της γέννησης του Βούδα με παρόμοιο τρόπο έχει δεχθεί χριστιανικές επιδράσεις γιατί είναι μεταγενέστερη, (β) στους Βαβυλωνιακούς μύθους, στους οποίους προσπάθησαν μερικοί να στηριχτούν, αποδείχθηκε ότι δεν φαίνεται πουθενά να ισχύει γέννηση εκ παρθένου και (γ) δεν ανευρίσκονται ούτε Ιουδαϊκές επιδράσεις στο ασύλληπτο ανθρωπίνως και εκ Πνεύματος Αγίου γεγονός της θείας Ενανθρώπησης, δεδομένου ότι οι Ιουδαίοι δεν τιμούσαν ιδιαίτερα την παρθενία, αλλά είχαν περί πολλού το γάμο και την τεκνοποιία (βλ. Παν. Ν. Τρεμπέλα, «Απολογητικαί Μελέται Ε΄», εκδ. ‘Ο Σωτήρ’, Αθ. 1994). 

Είναι γεγονός ότι αρκετοί κύκλοι ετεροδόξων δεν τιμούν ιδιαιτέρως την Παρθένο Μαρία, αν και είναι γραμμένο το «Ιδού, ΑΠΟ ΤΩΡΑ ΘΑ ΜΕ ΜΑΚΑΡΙΖΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΕΝΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ» (Λουκ. 1,48), και πάλι ο Γαβριήλ την προσφωνεί ως «ΠΛΕΟΝ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ανάμεσα στις γυναίκες» (Λουκ. 1,28). Ακραίες προτεσταντικές οργανώσεις (λ.χ. οι Μάρτυρες του Ιεχωβά) ουδέποτε την ονομάζουν Θεοτόκο, διότι αρνούνται ότι ο Χριστός είναι ο Θεός. Η Ελισάβετ, όμως, μόλις η Παναγία την επισκέφθηκε, φωτισθείσα από το Άγιο Πνεύμα τής είπε: «Και πως συνέβη τούτο, να έλθει Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΟΥ ΠΡΟΣ ΕΜΕΝΑ;» (Λουκ. 1,43). Την ονομάζει η Ελισάβετ μητέρα του Κυρίου, δηλαδή του Θεού και άρα είναι ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Στα σπλάχνα επομένως της Παναγίας, αρρήτως πλην αληθώς, ενώθηκε -αρμονικά, ασύγχυτα, αδιαίρετα και άτρεπτα- Θεός και άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, γέννησε ως άνθρωπο τον ίδιο τον Υιόν του Θεού, και γι’ αυτό της αρμόζει πέρα ως πέρα ο τίτλος "Θεοτόκος". Για την Ορθόδοξη Εκκλησία εξάλλου η Παναγία ήταν παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννα της, την ονομάζει δηλαδή και την ευλαβείται ΩΣ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟ. Κύριλλος ο Αλεξανδρείας διδάσκει ότι δικαίως η Παναγία καί Θεοτόκος καί Παρθενομήτωρ αποκαλείται στην Εκκλησία. Διαχρονική έμεινε στη Δύση η διατύπωση του ιερού Αυγουστίνου ότι «Παρθένος συνέλαβε, Παρθένος έτεκε, Παρθένος έμεινε» (βλ. Π. Τρεμπέλα, «Δογματική», τ. β΄, κεφ. 12, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθ. 1979). Η παρθένος Μαρία ονομάζεται εξάλλου από τον Ιεζεκιήλ «ανατολική πύλη του ναού… που θα μείνει κλειστή, ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΔΙΕΛΘΕΙ ΔΙ’ ΑΥΤΗΣ, διότι Κύριος ο Θεός του Ισραήλ θα διέλθει δι’ αυτής ΚΑΙ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ ΚΛΕΙΣΤΗ» (44, 1-3). 

Σύγχρονοι προτεσταντικοί κύκλοι υποβιβάζουν την ευσέβεια, αγιότητα και τιμή προς τη Θεοτόκο. Αυτοί κάνουν χρήση του σημείου, όπου ο ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει πως ο Ιωσήφ «δεν είχε καμία σχέση μαζί της, ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ γέννησε τον γιο της ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΤΟΚΟ» (1,25). Άρα, ισχυρίζονται, μετά τη γέννηση του Χριστού η Μαρία και ο Ιωσήφ ζούσαν σαν κανονικό ανδρόγυνο. Στην πραγματικότητα όμως η σημασία στην Αγία Γραφή του «έως ου» (μέχρι ότου) είναι εντελώς διαφορετική. Δεικνύει μια αμετάβλητη κατάσταση, που δεν μεταβάλλεται μετά το περιγραφόμενο γεγονός. Δεν σημαίνει δηλαδή το "μετά", αλλά μια ΠΑΓΙΩΜΕΝΗ ΤΩΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Μερικά παραδείγματα θα διευκρινίσουν τα λεγόμενά μας: (α) Στο Β' Βασιλειών 6,22 αναφέρεται: «Και η Μιχάλ, η κόρη του Σαούλ, δεν γέννησε παιδί, ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ πέθανε». Φυσικά δεν γέννησε ούτε και μετά το θάνατό της, (β) Στο Ματθ. 28,20, ο Κύριος υπόσχεται: «Ιδού, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες ΕΩΣ ΟΤΟΥ τελειώσει ο κόσμος». Εννοείται ότι και μετά ο Χριστός θα είναι με τους δικούς Του, στη Βασιλεία των Ουρανών, και στο Ιω. 9,18, μετά το θαύμα της θεραπείας τού εκ γενετής τυφλού από τον Θεάνθρωπο, λέγεται πως «οι Ιουδαίοι δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι ήτανε τυφλός και απέκτησε το φως του, ΕΩΣ ΟΤΟΥ φώναξαν τους γονείς του αναβλέψαντος». Ασφαλώς, ακόμη και μετά τη διαβεβαίωση από τους γονείς του ότι γεννήθηκε τυφλός, και πάλι δεν επίστευσαν στο καταφανέστατο θαύμα, όπως συνεχίζει παρακάτω να διηγείται το αγιογραφικό κείμενο. 

Αλλά και με τη λέξη «ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ» ο ευαγγελιστής Ματθαίος δεν ισχυρίζεται φυσικά ότι προέκυψαν και άλλα παιδιά στη συνέχεια από την Παρθένο και τον Ιωσήφ, παρά μόνο ότι ο Χριστός ήταν το πρώτο παιδί της Θεοτόκου. Πράγματι, πρωτότοκος ονομαζόταν το πρώτο παιδί που γεννιόταν σε κάθε σπιτικό, που άνοιγε μήτρα, ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟ ΖΕΥΓΑΡΙ ΝΑ ΓΕΝΝΗΣΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΤΕΚΝΑ (βλ. Εξόδου 2,12-13/ 34,19 κ.ε.). Άλλωστε, μετά τη γέννηση του θείου βρέφους, ποτέ δεν ονομάζεται ο Ιωσήφ πατέρας του παιδιού ή σύζυγος της Μαρίας, αλλά πάντοτε ΚΑΙ ΜΟΝΟ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ «ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ», διότι ο Πατέρας του Ιησού Χριστού είναι ο Θεός Πατήρ και η σύλληψή Του έγινε εκ Πνεύματος Αγίου: Λ.χ. «Ο άγγελος του Κυρίου λέγει στον Ιωσήφ: Σήκω, ΠΑΡΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ και φύγε στην Αίγυπτο» (Ματθ. 2,13) και δεν του λέει: ‘σήκω, πάρε τη γυναίκα και το παιδί σου’. Και πάλι «Μετά το θάνατο του Ηρώδη, άγγελος Κυρίου εμφανίζεται σε όνειρο στον Ιωσήφ, όταν ήταν στην Αίγυπτο, και του λέγει: Σήκω, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε στη γη Ισραήλ, διότι έχουν πεθάνει εκείνοι, που ζητούσαν τη ζωή του παιδιού. Αυτός δε όταν σηκώθηκε πήρε το παιδί και τη μητέρα του και ήλθε στη γη του Ισραήλ» (Ματθ. 2,19-21). Επιπλέον, αν είχε κι άλλα παιδιά η Παναγία, γιατί ο Χριστός, λίγο πριν ξεψυχήσει στο Σταυρό, ανέθεσε την προστασία της μητέρας Του στον ευαγγελιστή Ιωάννη (29,26) και όχι στην πολυπληθή οικογένειά του (σύμφωνα με τα ισχύοντα έθιμα), αφού τουλάχιστον ο Ιάκωβος και ο Ιούδας ήσαν ευλαβείς και πιστοί Ιουδαίοι; Συχνά στην Α.Γ. η λέξη ‘πρωτότοκος’ έχει μάλιστα και την έννοια ΤΟΥ ΑΓΑΠΗΤΟΥ, ΤΟΥ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΥ, ΤΟΥ ΜΟΝΑΔΙΚΟΥ. Έτσι, και ο Αδάμ και η Εύα αποκαλούνται στη Π.Δ. ‘πρωτόπλαστοι’, αν και δεν επακολούθησε η δημιουργία από τον Θεό άλλων ανθρώπων (Σοφ. Σολ. 7,1/10,1). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ, που αναφέρονται στα Ευαγγέλια (ο Ιάκωβος, ο Ιωσής, ο Ιούδας, ο Συμεών, η Μαρία και η Σαλώμη), πρόκειται είτε για ξαδέλφια-συγγενείς του Ιησού (άγιος Ιερώνυμος, Δυτική κυρίως εκδοχή) είτε για παιδιά του Ιωσήφ από προηγούμενη γυναίκα του, που είχε στο μεταξύ πεθάνει (άγιος Επιφάνιος και Ωριγένης). Αυτή τη δεύτερη άποψη δέχεται δια πολλών μαρτυριών η παράδοση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Αν προσέξουμε στις επιστολές Ιακώβου και Ιούδα (όχι του προδότη), οι «αδελφοί» του Ιησού Ιάκωβος και Ιούδας, αφού επίστευσαν στον Χριστό, δεν Τον αποκαλούν στις επιστολές τους «αδελφό», αλλά χρησιμοποιούν για τον εαυτόν τους τις λέξεις «δούλος του Κυρίου Ιησού» και «Ιησού Χριστού δούλος», ενώ το φυσικότερο θα ήταν να χαίρονται και να αναφέρουν ότι υπήρξαν αδελφοί του Θεανθρώπου, αν ήσαν πραγματικά δηλαδή αδέλφια Του (βλ. π. Ευαγγέλου Κ. Μαντζουνέα, «Στο Γιάννη Κορδάτο, οφειλόμενη απάντηση», Αθ. 1983). Η Αγία Γραφή, επίσης, ΟΝΟΜΑΖΕΙ ΠΟΛΛΟΥΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ «ΑΔΕΛΦΟΥΣ», χωρίς να είναι και πραγματικά σαρκικά αδέλφια. Στη Γένεση πχ. ο θείος του Ιακώβ Λάβαν ονομάζει τον Ιακώβ αδελφό του, ενώ είναι θείος του: «Ο Λάβαν είπε στον Ιακώβ: Επειδή είσαι αδελφός μου δεν σημαίνει ότι πρέπει να μου δουλεύεις χωρίς μισθό» (29,15). Στο κεφ. 14,14 ονομάζεται ο Λωτ αδελφός του Αβραάμ, ενώ είναι ανηψιός του: «Όταν ο Άβραμ άκουσε ότι αιχμαλωτίστηκε ο αδελφός του ο Λωτ, εξόπλισε τριακόσιους δεκαοχτώ από τους υπηρέτες του, που είχαν γεννηθεί στο σπίτι του, και καταδίωξε τους τέσσερεις βασιλιάδες ως τη Δαν». Στον δε προτεσταντικό χώρο επικρατεί κυρίως η εκδοχή ότι τα ονομαζόμενα αδέλφια του Ιησού ήσαν παιδιά του Ιωσήφ με την Μαριάμ, μετά την γέννηση του Ιησού.

Αν τα παραπάνω πρεσβεύουν, υποτιμώντας το πρόσωπο της Θεοτόκου, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι Διαμαρτυρόμενοι, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έφτασε αντίθετα σε υπερεκτίμηση της γεννήσεώς της (από υπερβολική ευσέβεια βέβαια) και την ονόμασε «ΑΜΙΑΝΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ», θεωρώντας ότι συνελήφθηκε άσπιλη και διατηρήθηκε άθικτη από το προπατορικό αμάρτημα (βλ. «Κατήχηση της Καθολικής Εκκλησίας, ΣΥΝΟΨΗ», Γραφείον Καλού Τύπου, Αθ. 2005). Με τη θέση αυτή -που αναγνωρίστηκε στη Δύση ως δόγμα εκκλησιαστικό μόλις το 1854, αν και δεν απαντάται ούτε στην Αγία Γραφή ούτε και στην αποστολική παράδοση- είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι ένα πλάσμα του Θεού (η Παναγία) ήταν ήδη σωσμένο πριν να γεννηθεί ο Χριστός. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει επίσης ότι: «Πριν την δι’ αναστάσεως δόξα του Ιησού ΚΑΝΕΙΣ δεν είχε ακόμη λάβει το Άγιο Πνεύμα» (Ιω. 7,39). Δέχεται επομένως η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι και η αγία Θεοτόκος κληρονόμησε την αμαρτωλή φύση και τις συνέπειες της πτώσης του Αδάμ, αλλά προσωπικά στη συνέχεια, και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, απαλλάχθηκε από την αμαρτία και ενώθηκε με το Θεό. Αυτό και μόνο υποστηρίζεται αγιογραφικά, αφού σύμφωνα με τα λόγια του αρχαγγέλου: «Το Άγιο Πνεύμα ΘΑ ΕΡΘΕΙ πάνω σου και ΘΑ ΣΕ ΚΑΛΥΨΕΙ η δύναμη του Θεού» (Λουκ. 1,35) –και άρα δεν είχε έρθει κατά τη γέννησή της. Αλλά και ο απόστολος Παύλος διδάσκει: «Μέσω ενός ανθρώπου μπήκε στον κόσμο η αμαρτία…. γιατί ΟΛΟΙ ΑΜΑΡΤΗΣΑΝ» (Ρωμ. 5,12). Αυτή είναι εξάλλου η αξία της υπεραγίας Θεοτόκου, το ότι ενώ και η ιδία ευρίσκετο δηλαδή εγκλωβισμένη στον στεναγμό του κόσμου για σωτηρία, ενώ δεν έπαυε να είναι κόρη του πεσόντος Αδάμ, εν τούτοις συνεργάστηκε οικειοθελώς με το σχέδιο του Θεού και έγινε το όργανο της λύτρωσης και το στόμα της πλάσης, που ανταποκρίθηκε θετικά στην πρόσκληση του πανοικτίρμονα Θεού. Η θέση της Παναγίας στο μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους είναι επομένως μεγίστη. Χωρίς τη δική της συνεργασία, το δικό της ΝΑΙ στον Θεό, όταν κλήθηκε να γίνει η μητέρα του Υιού Του, η σωτηρία του ανθρώπου θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί. Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει για την Θεομήτορα ότι πρόκειται για ‘την έδρα της αρετής, που απομάκρυνε κάθε σαρκική επιθυμία και παρέμεινε παρθένος στην ψυχή και το σώμα’ και μοναδικό κατοικητήριο του Λόγου («Δογματική», όπου ανωτέρω). 

Γι’ αυτό και παραμένει στη συνείδηση της Εκκλησίας η γέφυρα προς τον Θεό και Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΣΙΤΡΙΑ, συνήγορος και βοηθός των πιστών. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και οι προτεστάντες δεν δέχονται άλλους μεσίτες εκτός του Ιησού Χριστού. Την ίδια πίστη έχει και η Ορθόδοξη Εκκλησία, με την απόλυτη έννοια όμως του όρου ‘μεσίτης’, αφού ο Ιησούς πράγματι λέγει: «Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού» (Ιω. 14,6). ΜΕ ΣΧΕΤΙΚΗ ΠΑΝΤΩΣ ΕΝΝΟΙΑ, μεσίτες υπάρχουν πολλοί, ΟΙ ΑΓΙΟΙ, που ευρισκόμενοι κοντύτερα πλέον στον Θεό, παρακαλούν και προσεύχονται για μας, αφού ήδη θαυματουργούσαν και παρακαλούσαν για τους ανθρώπους το Θεό, όσο βρίσκονταν ψυχοσωματικά εν ζωή. Έτσι, ο απόστολος Πέτρος δήλωσε ότι θα φρόντιζε ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ να υπομιμνήσει το θέλημα του Θεού στους χριστιανούς (Β΄ Πέτρ. 1,13-15). Και ο προφήτης Ηλίας, 15 χρόνια μετά την ανάληψή του, επικοινώνησε με τον βασιλέα Ιωράμ για να τον ελέγξει για τις θανάσιμες αμαρτίες του (Β΄ Παραλ. 21,12…). Ο αρχιερέας Ονίας προσευχόταν ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΜΙΑ ΤΟΥ για όλο το έθνος και ο προφήτης Ιερεμίας, που είχε προ πολλού πεθάνει, για το λαό και την αγία πόλη Ιερουσαλήμ, όπως φαίνεται στην Π.Δ. (Μακκ. 2,15/12-16). Ακόμη, ο Θεός έσωσε την Ιερουσαλήμ χάριν του δούλου Του Δαυίδ, ο οποίος ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΤΟΤΕ ΕΝ ΖΩΗ (Β΄ Βασιλ. 20,6). 

Τέλος, η Ορθόδοξη παράδοση, όπως αποτυπώνεται στην Υμνολογία και την Πατερική Θεολογία, διδάσκει πως το σώμα της Θεοτόκου, ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ -και όχι εν ζωή όπως δέχτηκαν στη Δύση- ΜΕΤΕΣΤΗ στον Ουρανό και ενώθηκε ΧΑΡΙΤΙ και ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΑ με τη δόξα του Τριαδικού Θεού (Κοίμηση της Θεοτόκου). Ήδη πραγματοποιήθηκε δηλαδή για την Παρθένο η Δευτέρα Παρουσία του Υιού και Θεού της. Αφού εξάλλου τα λείψανα πολλών αγίων παραμένουν άφθαρτα, μυροβλύζουν και θαυματουργούν, είναι καί λογικό καί θεολογικό να ειπωθεί ότι το ΠΑΝ-ΑΓΙΟ σώμα της Παρθένου δεν θα μπορούσε να μείνει εγκλωβισμένο στη φθορά του θανάτου. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η θεολογία περί της εν σώματι μεταστάσεως της Θεομήτορος δεν έγινε πάντως δόγμα πίστεως (παραμένει θεολογούμενο), όπως θεσπίστηκε στη Δύση το 1950, αφού είναι αλήθεια πως δεν απαντάται στην Αγία Γραφή και στην ιερά Παράδοση των αρχικών χρόνων, παρά μόνο αναπτύχθηκε από τον 6ο αιώνα κ.ε. 

_____________________________
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ Ε΄, Π. Τρεμπέλα, εκδ. ‘Ο Σωτήρ’, Αθ. 1994 

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ, Π. Τρεμπέλα, τ. Β΄, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθ. 1979 

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ, π. Αντ. Αλεβιζόπουλου, Αθ. 1994 

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, Ν. Νευράκη, Αθ. 1989 

ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΣ, ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Αντ. Αλεβιζόπουλου, εκδ. Επτάλοφος, 1992 

ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΡΔΑΤΟ, ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ, π. Ευάγγελου Μαντζουνέα, Αθ. 1983 

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, Μιχ. Χούλη, έκδ. ‘Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου’, Ιούλιος 2002

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Άγιος Φιλάρετος του Τσερνιγκόβ!


Ο αρχιεπίσκοπος Φιλάρετος του Τσερνιγκόβ (1802-1866) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους λόγιους του 19ου αιώνα. Ολη του την ζωή την αφιέρωσε στην μελέτη και στη λατρεία του Θεού. Στα φοιτητικά του χρόνια επισκέφτηκε τον Αγιο Σεραφείμ του Σαρώφ,ο οποίος του προείπε ότι θα γίνει φωτιστής της Ρωσίας και ότι θα γίνει γνωστος σ’ όλη τη Ρωσία ως επιστήμων. Ηταν καθηγητής στην Ακαδημία της Μόσχας και παρέδιδε εκκλησιαστική ιστορια,ηθική και δογματική. Το 1835 ονομάστηκε πρυτανης της Ακαδημίας της Μόσχας και έγινε αρχιμανδρίτης. Με δική του πρωτοβουλία αρχισαν να μεταφράζονται τα έργα των Αγίων Πατέρων στα ρωσικα, ιδέα που υποστηριχθκε αργότερα και από τον Αγιό Φιλαρετο (Ζντροζντόβ) μητροπολίτη Μόσχας.

Το 1841 χειροτονήθηκε επίσκοπος Ρίγας και το 1848 μετατεθηκε στην επισκοπή του Χαρικόβ. Το 1858 έγινε αρχιεπίσκοπος και το 1859 ονομάστηκε αρχιεπίσκοπος Τσερνιγκωβ.

Κατα. την επιδημία χολέρας του 1866 οπου έχασαν τη ζωή τους χιλιάδες άνθρωποι επισκέφτηκε το ποίμνιο του για να τους ενισχύσει. Κατά την επιστροφη του ο ιεράρχης αρρώστησε και εκοιμήθη στις 9 Αυγούστου στην περιοχή Κοτονόπ.

Ο Άγιος ετάφη στο Ιερό Βήμα του καθεδρικού ναού της Αγίας Τριάδος στο Τσερνιγκωβ. Σήμερα τα άφθαρτα λείψανά του βρίσκονται σ’ αυτήν την εκκλησία δίπλα από τα λείψανα των Αγίων Θεοδοσίου και Λαυρεντιου του Τσερνιγκωβ.

Η ανακύρηξη του σε άγιο έγινε την Κυριακή 25 Οκτωβριου 2009.

Λόγος περί προσευχής!


Η ψυχρότητα στην προσευχή οφείλεται είτε σε ψυχική κόπωση είτε σε πνευματικό κορεσμό είτε σε σωματικές απολαύσεις και αναπαύσεις είτε σε πάθη, που κυριεύουν την ψυχή, προπαντός στην έπαρση. Όλα αυτά είναι ενάντια στην πνευματική ζωή, μέσα στην οποία κεντρική θέση κατέχει η προσευχή. Έτσι, πρώτα και κύρια προκαλούν το στέρεμα της πηγής της προσευχής μέσα μας. Αυτό, όμως, μπορεί να oφείλεται και σε απομάκρυνση της χάριτος, που συμβαίνει με θεία παραχώρηση. Και να γιατί: Όταν η ψυχή μας φλέγεται από τον πόθο του Θεού και από την καρδιά μας ξεχύνεται ολόθερμη προσευχή, δεν έχουμε παρά ελεητική επίσκεψη της χάριτος. Εμείς όμως, όταν η ευλογημένη αυτή κατάσταση παρατείνεται για πολύ, νομίζουμε ότι κατορθώσαμε κάτι σπουδαίο με το δικό μας αγώνα και κυριευόμαστε από την κενοδοξία. Για λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν, απομακρύνεται η χάρη και μένει η ψυχή μας μόνη της, γυμνή και αδύναμη, ανίκανη να ζήσει πνευματικά, ψυχρή και απρόθυμη να προσευχηθεί…

Τί θα κάνουμε, λοιπόν, για να ξεφύγουμε απ’ αυτή την κατάσταση; Πρώτα πρώτα θα φροντίσουμε να εξουδετερώσουμε τις αιτίες της. Και ύστερα, παρ’ όλη την ψυχρότητα της ψυχής μας, θα κάνουμε με επιμονή και υπομονή τον καθημερινό προσευχητικό κανόνα μας, προσπαθώντας αφ’ ενός να συγκεντρώνουμε το νου μας στα λόγια των ευχών και αφετέρου να ξεσηκώνουμε μέσα στην καρδιά μας αισθήματα φιλόθεα. Με τον καιρό ο Θεός, βλέποντας την ταπείνωση και την καρτερία μας, θα μας ξαναστείλει τη χάρη Του, που θα διώξει το πνεύμα της ψυχρότητος, όπως ο άνεμος διώχνει την ομίχλη.

Πώς θ’ αποκτήσουμε θερμότητα στην προσευxή.

Με αγώνα και υπομονή, μ’ αυτά τα δυο θα ζωντανέψει μέσα μας η φλογερή προσευχή. Απαιτούνται χρόνος και κόπος πολύς. Όμως, ας μη λιποψυχήσουμε, ας μην αποκάνουμε, ας μη βαρεθούμε. Η προσπάθειά μας, αν είναι συστηματική και επίμονη, θα στεφανωθεί οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, με επιτυχία. Θα στεφανωθεί όχι χάρη σ’ εμάς, αλλά χάρη στο άπειρο έλεος του Θεού. Είναι καλό να συνηθίσει η γλώσσα σας την ευχή του Ιησού, το ''Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με'', ή οποιαδήποτε άλλη σύντομη προσευχή με το νου συγκεντρωμένο στην καρδιά. Αγωνιστείτε να προξενήσετε στην καρδιά σας, ας το πω έτσι, μια μικρή πληγή. Ο συστηματικός κόπος σας σύντομα θα δημιουργήσει την πληγή αυτή. Και τότε ο Κύριος θα σας επιβραβεύσει με τη δική Του χαρισματική προσευχή.

Η βιασύνη στην προσευχή.

Σας ελέγχει η συνείδηση, επειδή κάνετε πολύ βιαστικά την προσευχή σας. Και είναι εύλογο. Γιατί υπακούτε στον εχθρό; Εκείνος είναι που σας παρακινεί: “Γρήγορα… πιο γρήγορα…”. Η βιαστική προσευχή δεν έχει πνευματικό καρπό. Βάλτε, λοιπόν, κανόνα στον εαυτό σας να μη βιάζεστε. Να προσεύχεστε έτσι, ώστε ούτε μια λέξη να μην προφέρουν τα χείλη σας, που να μην την κατανοεί ο νους σας και να μην τη βιώνει η καρδιά σας. Πρέπει να ριχθείτε σ’ αυτόν τον αγώνα με αποφασιστικότητα στρατιωτική. Και όταν ο εχθρός σας ψιθυρίζει, ''Κάνε τούτο ή εκείνο'', εσείς να του αποκρίνεστε: ''Ξέρω τί θα κάνω. Δεν σε χρειάζομαι. Φύγε από δω.'' Την ψυχή την τρέφει μόνο η προσευχή. Η δική σας προσευχή, όμως, είναι επιφανειακή, όχι ουσιαστική. Γι ‘ αυτό η ψυχή σας μένει ανικανοποίητη, πεινασμένη…

Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, Εκδ. ε΄, Ι. Μ. Παρακλήτου 2005 σ. 45-46, 49.

Πηγή: agkyrovoli.blogspot.gr

Το παράπονο Του Θεού...

 
 
Σε κοίταξα όταν ξύπνησες το πρωί. Περίμενα να μου πεις δύο, τρεις λέξεις, ευχαριστώντας με για όσα σου συνέβαιναν, ζητώντας την γνώμη μου για ότι πρόκειται να κάνεις σήμερα. Παρατήρησα ότι ήσουν πολύ απασχολημένος προσπαθώντας να βρεις τα κατάλληλα ρούχα για να πας στη δουλειά σου. Ήλπιζα να βρεις κάποιες στιγμές να μου πεις μια καλημέρα!

Αλλά ήσουν πολύ απασχολημένος. Για να δεις ότι είμαι κοντά σου, έφτιαξα για σένα τον πολύχρωμο ουρανό και το κελάηδημα των πουλιών. Κρίμα όμως που δεν παρατήρησες ούτε τότε την Παρουσία μου. Σε ατένιζα όταν έφευγες βιαστικός προς τη δουλειά σου και πάλι περίμενα. Υποθέτω ότι εξαιτίας της απασχόλησης σου, δεν είχες χρόνο ούτε τότε να μου πεις δύο λόγια. Όταν γυρνούσες από τη δουλειά είδα τη κούραση και το στρες σου και σου έστειλα ένα ψιλόβροχο για να σε απαλλάξει από την πίεση της ημέρας. Νόμιζα ότι κάνοντας σου αυτή τη χάρη θα με θυμηθείς.

Ως αντάλλαγμα όμως στενοχωρημένος, με έβρισες. Επιθυμούσα τόσο πολύ να μου μιλήσεις. Οπωσδήποτε η ημέρα ήταν ακόμα μεγάλη. Άνοιξες μετά την τηλεόραση, και όταν παρακολουθούσες την αγαπημένη σου εκπομπή, εγώ περίμενα. Έπειτα δείπνησες με τους δικούς σου και για άλλη μια φορά δεν με θυμήθηκες. Βλέποντας σε τόσο κουρασμένο κατάλαβα τη σιωπή σου και έσβησα τη λαμπρότητα του ουρανού για να μπορείς να ξεκουραστείς, αλλά δεν σε άφησα σε σκοτάδι πίσσα. Άφησα ξάγρυπνα για σένα πλήθος από αστέρια. Ήταν τόσο όμορφα, κρίμα που δεν παρατήρησες...αλλά δεν πειράζει! Μήπως πράγματι συνειδητοποίησες ότι Εγώ είμαι εδώ για σένα. Έχω περισσότερη υπομονή από ότι εσύ μπορείς ποτέ να φανταστείς. Θέλω να σου το δείξω αυτό, για να το δείξεις και εσύ με τη σειρά σου στους γύρω σου. Σ' αγαπώ τόσο πολύ ώστε θα σε ανέχομαι.

Τώρα από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνήσεις πάλι. Δεν Μου μένει παρά να σ' αγαπώ και να ελπίζω ότι τουλάχιστον σήμερα θα Μου χαρίσεις λίγο χρόνο από το χρόνο σου.
 
Πηγή: agkyrovoli.blogspot.gr

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Διωγμοί χριστιανών. (Μέρος 2ο)



Διωγμοί Χριστιανών. (Μέρος 1ο)


Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Η ''ανάσταση'' θεών προ Χριστού.

Ἱερομόναχος Λουκᾶς Γρηγοριάτης - Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ «ἀναστάσεις» τῶν θεῶν τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας.

Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ στὴν ἐκπομπὴ «Ὦ γλυκύ μου ἔαρ» τοῦ Κρατικοῦ Ραδιοφώνου ἐλέχθη μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸ ἑξῆς σχόλιο, τὸ ὁποῖο ἀποδίδουμε ὅσο γίνεται πιὸ πιστά: «Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔπλεξε ἐγκώμια καὶ ψάλλει μὲ ἀπαράμιλλο λυρισμὸ τὸν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ προσμένοντας τὴν ἀνάστασί του, γιατὶ διαθέτει πείρα αἰώνων μὲ τραγούδια καὶ ὕμνους γιὰ τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασι προγενέστερων θεῶν: τοῦ Ζαγρέα Διόνυσου ἢ τοῦ Ἄδωνι. Ὅπως κάποτε ἡ Ἀφροδίτη τραγουδοῦσε τὸ νεκρὸ Ἄδωνι, ἔτσι καὶ ἡ Θεοτόκος τραγουδάει στὸν Ἰησοῦ τὸν ὕμνο “ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος”».

Μόνο ἀπορία καὶ λύπη μποροῦσε νὰ προκαλέσῃ ἡ συγκρητιστικὴ αὐτὴ ἑρμηνεία τῆς Χριστιανικῆς λατρείας τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἑρμηνεία ἐπηρεασμένη ἀπὸ νεοπαγανιστικὲς ἀντιλήψεις.

Ἔχουμε παραλάβει ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ πάππους μας, νὰ ἑορτάζουμε μὲ ἰδιαίτερη κατάνυξι καὶ εὐλάβεια τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου, καὶ νὰ συνδέουμε τὶς εὐσεβεῖς παραδόσεις τῶν ἁγίων ἡμερῶν μὲ τὴν λατρεία στὸν Χριστό τὸν Θεό μας, ποὺ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ μᾶς καὶ γιὰ νὰ οἰκονομήση τὴν σωτηρία μας ἔγινε ἄνθρωπος, σταυρώθηκε, πέθανε καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε.

Ἡ θεολογία καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν ἐξαντλεῖται στὶς παραδόσεις αὐτές, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε τὶς φορτίζει μὲ Χριστολογικὸ περιεχόμενο. Ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ ἐκδιπλώνεται αὐθόρμητα τὶς ὧρες αὐτές, ἀναμφίβολα, ἀλλὰ δὲν κινεῖται μακρυὰ ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν ἑορτῶν. Μιὰ θεολογία ποὺ δὲν κατανοεῖται πάντοτε καὶ ἀπὸ ὅλους διανοητικά, ἀλλὰ βιώνεται μέσα ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις λατρείας πρὸς τὸν σταυρούμενο, θνήσκοντα καὶ ἀνιστάμενο Χριστό.

Κρατοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι τὸ κερί τους στὰ Ἅγια Πάθη καὶ στὸν Ἐπιτάφιο. Προσφέρουν λουλούδια στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ στολίζουν τὸν Ἐπιτάφιο. Κάποιοι ξενυχτοῦν κοντὰ στὸν Ἐσταυρωμένο μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὅσοι δὲν μπόρεσαν νὰ μεταβοῦν στὸν ναό, προσφέρουν τὸ θυμίαμά τους καθὼς ὁ Ἐπιτάφιος περνάει ἀπὸ τὴν πόρτα τους. Ὅλοι κρατοῦν τὴν λαμπάδα στὴν Ἀνάστασι, ὅλοι ἀποδίδουν τὸν πασχαλινὸ ἀσπασμὸ τῆς ἀγάπης. Συμμετέχουν στὸ κοινὸ πασχαλινὸ τραπέζι καὶ στὴν κοινὴ χαρά. «Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει». Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ στὴ λατρεία εἶναι χριστιανικὰ σύμβολα, ἐλευθερωμένα ἀπὸ τυχὸν ἐξωχριστιανικὴ φόρτισι καὶ γεμάτα ἀπὸ χριστοκεντρικὸ νόημα.

Ἡ συμμετοχὴ στὸν ἑορτασμὸ τῶν θείων Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως δὲν συνεπάγεται μόνο συναισθηματικὴ ἔξαρσι, τέτοια ποὺ μποροῦν νὰ προκαλέσουν ὁποιαδήποτε σύμβολα καὶ ἐξωχριστιανικὴς λατρείας, ἀλλὰ κυρίως συνιστᾶ ὀντολογικὴ μετοχὴ στὰ γεγονότα. Δὲν ἑορτάζουμε ἁπλῶς ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι συμπάσχουμε μὲ τὸν Χριστό, ὅπως εὔστοχα ψάλλει ἡ Ἐκκλησία: «Χθὲς συνεθαπτόμην σοί, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι». Συσταυρούμεθα καὶ συνθαπτόμεθα μὲ τὸν Χριστό. Συνανιστάμεθα μαζί Του. Γι᾿ αὐτὸ δὲν μένουμε μόνο στὶς ἐξωτερικὲς παραδοσιακὲς ἐκδηλώσεις, ἀλλὰ κυρίως συμμετέχουμε στὴ νηστεία τῶν ἡμερῶν, τὴν ἐξομολόγησι, τὴν μετάληψι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τὰ Πάθη καὶ ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ γίνονται ἡ ἀπαρχὴ τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸ θάνατο. Ἡ παραδοσιακὴ λαϊκὴ εὐσέβεια ἀκολουθεῖ τὴν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν νοεῖται ἔξω ἀπὸ αὐτὴν οὔτε πολὺ περισσότερο ἀντίθετα πρὸς αὐτήν.

Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἡ λαογραφία δὲν εἶναι ἀπὸ μόνη της ἱκανὴ νὰ ἑρμηνεύση τὰ ἔθιμα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Πρέπει νὰ δίδεται καὶ ἡ θεολογική τους διάστασις. Χωρὶς αὐτὴ τὴ διάστασι οἱ συγκρητιστικὲς νεοπαγανιστικὲς ἑρμηνεῖες τους εἶναι ἀναπόφευκτες. Χωρὶς τὴ θεολογική τους ἑρμηνεία δὲν μπορεῖ νὰ γίνη ἀντιληπτὴ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν τρόπο ποὺ ἡ χαριτωμένη χριστιανικὴ ψυχὴ λατρεύει τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ στὸν τρόπο ποὺ ἡ προχριστιανικὴ ψυχὴ ἐλάτρευε τοὺς ψευδεῖς θεούς, ὅπως οὔτε καὶ ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὸν ἀληθινὸ καὶ στοὺς ψευδωνύμους θεούς. Χωρὶς τὴν θεολογικὴ ἑρμηνεία τῆς λατρείας τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Ἄδωνις μποροῦν νὰ εἶναι ἐξίσου θεοί. Χωρὶς τὴν θεολογικὴ ἐμβάθυνσι φθάνει κανεὶς νὰ εἰπῆ ὅτι «Ὅταν πηγαίνω στὴν ἀκολουθία τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, μοῦ εἶναι δύσκολο νὰ ἀποφασίσω ἂν ὁ Θεὸς ποὺ κηδεύεται εἶναι ὁ Χριστὸς ἢ ὁ Ἄδωνις» (βλ. Γ. Σιέττου, Ἀρχαῖες ἐπιβιώσεις στὸν Χριστιανισμό, Ἀθήνα 1994, σέλ. 58).

Ἡ νηπτικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας μᾶς πληροφορεῖ ἔγκυρα καὶ ἐπιβεβαιώνει τὴν πίστι μας γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ διαφοροποίησι μεταξὺ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ψευδῶν θεῶν καί, παρὰ τὰ ἐπιφαινόμενα, μεταξὺ τῆς ἀληθινῆς λατρείας καὶ τῆς ψευδοῦς λατρείας. «Ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οἴδατε καὶ τὴν ὁδὸν οἴδατε... ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός» (Ἰω. ιγ´ 4, 6).

Γιὰ νὰ δοθῆ ἡ ὀρθὴ εἰκόνα τῶν πραγμάτων ἔπρεπε στὴν ἐν λόγῳ ἐκπομπὴ νὰ εἶχε λεχθῆ ὅτι ὁ λαός μας ἐπὶ αἰῶνες εἶχε πλάσει μυθολογικὲς διηγήσεις θανάτων καὶ ἀναστάσεων θεῶν στὴν προσπάθειά του νὰ ἐκφράση τὴν πανανθρώπινη προσδοκία τῆς ὑπερβάσεως τοῦ θανάτου. Ὅτι ὀντολογικὴ ὑπέρβασις τοῦ θανάτου δὲν εἶχε ἐπιτευχθῆ μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἔγινε ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ ἀποδέχθηκε τὸν θάνατο, γιὰ νὰ τὸν ξεπεράση καὶ νικήση μὲ τὴν Ἀνάστασί του. Ὅτι ὁ καθένας μας σήμερα μπορεῖ νὰ οἰκειοῦται τὴν ἀθανασία συμμετέχοντας στὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀνάστασι ποὺ μᾶς προσπορίζει ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ.

Δὲν ἐλέχθησαν, δυστυχῶς, αὐτὰ καὶ πέρασε τὸ μήνυμα ὅτι ὁ λαός μας ἐλάτρευσε μὲ τὴν ἴδια ψυχικὴ διάθεσι καὶ τραγούδησε μὲ τὸν ἴδιο λυρισμὸ τὸν νεκρὸ Ἄδωνι καὶ τὸν ''νεκρὸ'' Χριστό. Ἐμεῖς ὅμως θὰ διευκρινήσουμε παρακάτω ποιὸς εἶναι ὁ Ἄδωνις καὶ ποιὸς εἶναι ὁ Διόνυσος, ὅτι τὰ ἀνύπαρκτα μυθολογικὰ αὐτὰ πρόσωπα δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν ὀντολογικῶν διαστάσεων σωτηρία καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀληθινοὶ θεοὶ καὶ ὅτι ἡ λατρεία ποὺ προσφέρεται σὲ ἀνύπαρκτους θεοὺς δὲν συνιστᾶ αὐθεντικὴ λατρευτικὴ λειτουργία τῆς ψυχῆς.

Οἱ ἀρχαῖοι μυθογράφοι καὶ ποιηταὶ ἀναφέρουν ὅτι ὁ Ἄδωνις κατὰ μίαν ἀπὸ τὶς τρεῖς ἐκδοχές, εἶναι υἱὸς τοῦ Θείαντος καὶ τῆς θυγατρός του Σμύρνας. Τὸν καρπὸ τῆς παρανόμου μίξεως κυοφόρησε καὶ ἐγέννησε ἡ Σμύρνα μεταμορφωμένη ἀπὸ τοὺς θεοὺς στὸ ὁμώνυμο δένδρο. Τὸ νεογέννητο τὸ περισυνέλεξε ἡ Ἀφροδίτη σὲ κιβώτιο καὶ τὸ ἔδειξε στὴν Περσεφόνη. Αὐτή, ὅταν τὸ εἶδε, δὲν ἤθελε νὰ τὸ ἐπιστρέψη στὴν Ἀφροδίτη. Τὸ θέμα ἐκδικάστηκε ἐνώπιον τοῦ Διός. Ἡ ἀπόφασις ἦταν νὰ παραμένη τὸ παιδὶ τοὺς τέσσερις μῆνες τοῦ ἔτους μὲ τὴν Περσεφόνη, τοὺς ἄλλους τέσσερις μὲ τὴν Ἀφροδίτη καὶ τὸ ὑπόλοιπο στὸν Ὄλυμπο. Ὁ νεαρὸς Ἀδωνις πέθανε ἀργότερα ἀπὸ πλῆγμα ἀγριοχοίρου (Ἀπολλοδώρου, Βιβλιοθήκη 3, 182-185).

Ἡ λατρεία τοῦ Ἀδώνιδος περιελάμβανε γοεροὺς θρήνους τῶν γυναικῶν κατὰ τὴν πρώτη ἡμέρα τῶν ἑορτῶν τῶν Ἀδωνίων γιὰ τὸν θάνατό του, οἱ ὁποῖοι μεταλλάσσοντο σὲ χαρμόσυνες κραυγὲς τὴν ἑπομένη ἡμέρα γιὰ τὴν ἐπάνοδό του στὴ ζωὴ. (Λουκιανοῦ, Περὶ Συρίης Θεοῦ, 6b βλ. καὶ Ρ. Decharme, Ἑλληνικὴ Μυθολογία, Ἀθῆναι 1959, σελ. 205).

Κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἑρμηνευτὰς τοῦ μύθου (Πορφυρίου, Περὶ ἀγαλμάτων, 7) εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Ἄδωνις εἶναι ἡ προσωποποίησι τῆς ἀνοίξεως, τῆς ἐαρινῆς ἀνθοφορίας καὶ καρποφορίας. Ἡ λαμπρότης τῆς ἀνοίξεως μαραίνεται καὶ χάνεται μὲ τὸν καυστικὸ θερινὸ ἥλιο καὶ πεθαίνει τρόπον τινὰ καὶ πάλιν ἀνασταίνεται τὴν ἑπομένη ἄνοιξι (βλ. Ρ. Decharme, ἔνθ᾿ ἀνωτ.). Ὁ σχετικὸς ὀρφικὸς ὕμνος πρὸς τὸν Ἄδωνι καταλήγει στὴν ἐπίκλησι: «ἔλα, μακάριε, καὶ φέρε τοὺς καρποὺς τῆς γῆς». (Ὕμνος 56).

Ἡ κριτικὴ Μυθολογία τὸν ταυτίζει ἐν πολλοῖς μὲ τὸν Διόνυσο, τὸν Ἄττι καὶ τὸν Ὄσιρι (Πλουτάρχου, Συμποσιακὰ 671Β, Λουκιανοῦ, ἔνθ᾿ ἀνωτ. 7, Πορφυρίου, ἔνθ᾿ ἀνωτ. 7)

Ὁ Διόνυσος πάλι μυθολογεῖται ἄλλοτε ὡς προσωποποίησις τοῦ οἴνου, ἄλλοτε ὡς υἱὸς τοῦ Διὸς ἀπὸ τὴν Σεμέλη τοῦ Κάδμου ἢ τὴν Περσεφόνη ἢ τὴν Δήμητρα· καὶ ἄλλοτε ὡς ἀρχαιότατος ἥρωας ποὺ ἀνεκάλυψε καὶ δίδαξε τὴν καλλιέργεια τῆς ἀμπέλου καὶ τὴν παραγωγὴ καὶ χρῆσι τοῦ οἴνου (Διοδώρου Σικελιώτου, Βιβλιοθήκη Ἱστορική, 3, 62-65).

Οἱ μυθολογικὲς διηγήσεις γιὰ σπαραγμὸ τῶν μελῶν του ἀναφέρονται στὶς μεταβολὲς ποὺ ὑφίσταται ἡ ἄμπελος μέχρις ὅτου ἀποδώσῃ τὸν νέο καρπό της. Κλαδεύεται, ἀλλὰ πάλι ζωντανεύει. Συνθλίβεται ὁ καρπός της, ἀλλὰ ἀποδίδει τὸν νέο οἶνο. Ὁ μυθολογούμενος θάνατος καὶ ἡ ἀναβίωσις τοῦ Διονύσου ἔχουν φυσιοκρατικὸ περιεχόμενο (βλ. Ρ. Decharme, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 438-439).

Καὶ ὁ Πλούταρχος τοὺς μυθευομένους θανάτους καὶ τὶς ἀναβιώσεις τοῦ Διονύσου ἑρμηνεύει ἐπίσης φυσιοκρατικά: «τῆς δ᾿ εἰς πνεύματα καὶ ὕδωρ καὶ γῆν καὶ ἄστρα καὶ φυτῶν ζώων τε γενέσεις τροπῆς αὐτοῦ [τοῦ θεοῦ]... τὴν μεταβολὴν διασπασμὸν τινὰ καὶ διαμελισμὸν αἰνίττονται, Διόνυσον δὲ καὶ Ζαγρέα καὶ Νυκτέλιον καὶ Ἰσοδαίτην αὐτὸν ὀνομάζουσι καὶ φθορᾶς τινας καὶ ἀφανισμοὺς εἶτα δ᾿ ἀναβιώσεις καὶ παλλιγγενεσίας οἰκεία ταῖς εἰρημέναις μεταβολαῖς αἰνίγματα καὶ μυθεύματα περαίνουσι» (Πλουτάρχου, Περὶ τοῦ ΕΙ τοῦ ἐν Δελφοῖς, 388-389).

Ἔρχεται λοιπὸν βάσει τῶν ἀνωτέρω ἡ ἀναγκαία ἐπὶ τοῦ θέματος ἀπάντησις: Ἐφ᾿ ὅσον πίσω ἀπὸ τὶς μυθολογικὲς διηγήσεις περὶ θανάτων καὶ ἀναστάσεων θεῶν οἱ ἀρχαῖοι κριτικοί της μυθολογίας βλέπουν τὴν ἐτήσια ἀνακύκλησι τῆς θαλερῆς ἐαρινῆς βλαστήσεως καὶ τῆς χειμερινῆς της νεκρώσεως, δὲν δικαιολογεῖται νὰ παραβάλλεται ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάστασις τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν «θάνατο» καὶ τὴν «ἀνάστασι» τῆς φύσεως. «Οὐκ ἐλάτρευσαν τὴν κτίσιν οἱ θεόφρονες παρὰ τὸν Κτίσαντα».

Καὶ γιὰ ἄλλον λόγο εἶναι ἀδύνατη ἡ παραβολή. Οἱ προφανῶς φυσιοκρατικὲς ἀντιλήψεις τῆς ἀρχαίας μυθολογίας περὶ τῶν ἐν λόγῳ θεῶν περιεγράφησαν ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ποιητὰς μὲ ἔντονες σαρκικὲς εἰκόνες καὶ ἔλαβαν σὲ λατρευτικὸ ἐπίπεδο χαρακτήρα εἰδωλολατρικὸ καὶ ἀπερίγραπτα σαρκικό, ὀργιαστικό, τέτοιο ποὺ ἔκανε τοὺς πρώτους Χριστανοὺς Ἕλληνας νὰ ἀποστρέφωνται τὴν λατρεία αὐτή. Σεβόμενοι τοὺς ἀναγνώστας δὲν περιγράφουμε τὴν σαρκικότητα τῶν μυθολογικῶν διηγήσεων, πληροφοροῦμε ὅμως ἐπιγραμματικῶς γι᾿ αὐτήν. Ἡ Σμύρνα συνέλαβε τὸν υἱό της Ἄδωνι ἀφοῦ συνευρέθη μὲ τὸν πατέρα της Θείαντα δώδεκα συνεχεῖς νύχτες «κατὰ μῆνιν τῆς Ἀφροδίτης». Στὴν ἀλεξανδρινὴ λατρεία τοῦ Ἀδώνιδος δίπλα στὸ εἴδωλο τοῦ δεκαοκταετοὺς νεκροῦ τοποθετεῖται τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης, τῆς «οὐρανίας» ἐρωμένης του. Στὸν σχετικὸ μύθο τοῦ Ἄττυος, τοῦ Διονύσου καὶ τοῦ Ὀσίριδος βασίζεται ἡ ὀργιαστικὴ λατρεία τοῦ φαλλοῦ κατὰ τὰ διονυσιακὰ καὶ ἐλευσίνια μυστήρια.

Εἶναι δυνατὸν αὐτὰ νὰ συσχετισθοῦν μὲ τὰ σεπτὰ καὶ ἄχραντα Πάθη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεννήθηκε ἀσπόρως καὶ παρθενικῶς ἀπὸ τὴν Παναγία Μητέρα Του καὶ ὑπέμεινε ἀληθινὰ πάθη στὸ πανάγιο σῶμα Του; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθῆ αὐτὴ ἡ διονυσιακὴ λατρεία μὲ τὴν ἁγνὴ καὶ ἄμωμη λατρεία μας πρὸς τὸν Χριστό;

Ὁ τρίτος λόγος ποὺ δὲν ἐπιτρέπει τὴν παρομοίωσι εἶναι ἡ δισχιλιετὴς χριστιανική μας παράδοσις. Οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας προσδοκοῦσαν, ἀλλὰ ἀγνοοῦσαν τὸν πραγματικὸ νικητὴ τοῦ θανάτου, καὶ γι᾿ αὐτὸ ὅταν γνώρισαν τὸν Χριστό, τὸν δέχθηκαν. Ἐμεῖς ὅμως γιατί ἐπιστρέφουμε σὲ ἐκεῖνα ποὺ μὲ ἐπίγνωσι καλῶς ἀπαρνηθήκαμε τόσους αἰῶνες, ἀποδεικνύοντας ἀληθινὸ τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς φύσει μὴ οὔσι θεοῖς; νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε;» (Γαλ. δ´ 8-9).

Πηγή: uoa.gr, Παρακαταθήκη, τεῦχος 23, Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2002

Αναζητηση

Αναγνώστες