Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

"Θεωρητικόν" Οσίου Θεοδώρου, επισκόπου Εδέσσης!

 http://www.impantokratoros.gr/dat/6FC804F5/[el]image1.png?636185410059128750
 
Σύντομη βιογραφία.
 
Ο άγιος πατέρας μας Θεόδωρος έζησε στα χρόνια της βασιλείας τού Ηρακλείου και τού Κωνσταντίνου τού Πωγωνάτου, γύρω στο 660 μ.Χ. Πρώτα αγωνίστηκε τον ασκητικό βίο στη μονή τού αγίου Σάββα· ύστερα, με την ψήφο τού Θεού ανέβηκε στον επισκοπικό θρόνο της πόλεως Εδέσσης. Έκανε πολλά θαύματα και όσο ζούσε και μετά το θάνατο, και με τις θείες διδασκαλίες του έκανε πολλούς μάρτυρες τού Χριστού και πολλούς να σωθούν και στις 19 Ιουλίου απήλθε στις αιώνιες μονές, όπως αναφέρεται στο βίο του που περιέχεται στο βιβλίο «Καλοκαιρινή». Δεν γνωρίζομε με ακρίβεια αν άφησε και άλλα συγγράμματα· όμως αυτά τα 100 κεφάλαια που φιλοπόνησε, εγκρίθη­καν να συμπεριληφθούν στη συλλογή των νηπτικών. Γιατί παρέχουν πλούσιο τον καρπό της ιερής νήψεως και της πνευματικής ωφέλειας σε κείνους που τα διαβάζουν με επιμέλεια. Και όσοι επιθυμείτε τη σωτηρία σας, ελάτε και θερίστε άφθονα.

Στο τέλος των κεφαλαίων αυτών έχει προστεθεί και το «Θεωρητικό» που επιγράφεται με το όνομα τού Θεοδώρου. Βλέποντας ότι αυτό ακολουθεί τον ίδιο νηπτικό χαρακτήρα και έχει την ίδια έκφραση τού λόγου με τα 100 κεφάλαια, όπως και από άλλα εύλογα σημάδια, βγάλαμε το συμπέρασμα ότι είναι γνήσιο έρ­γο τού ίδιου Θεοδώρου.
 
Εισαγωγικά σχόλια.
 
Ο «Θεωρητικός», είναι λόγος α­σκητικός μεν, αλλά κινείται σε υψηλά επίπεδα θεωρίας και θείου έρωτος. Ελέχθη ότι τα θέματα αυτά αναπτύχθηκαν τον δέκατο τέταρτο αιώνα και γι’ αυτό αμφι­σβητήθηκε η πατρότητα του «Θεωρητικού». Νομίζομε, ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν ευσταθεί, γιατί μέχρι τον έβδομο αιώνα τα θέματα αυτά είχαν αναπτυχθεί όχι μονάχα από τους Καππαδόκες, τους Αλεξανδρινούς και τους ασκητικούς Πατέρες, αλλά πλούσιο υλικό και ιστορικούς ερεθισμούς πρόσφερε προ των Νεοπλατωνικών και αυτός ο Ιουδαίος Φίλων. Αφήνομε το πόσον επέδρασαν στους αγίους Πατέρες κατά τα μέσα του έκτου αιώνα τα Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, που έδωσαν με­γάλη ώθηση στον θεωρητικό βίο και στη φιλολογία περί θείου έρωτος.
 
Το «Θεωρητικό» είναι μια πλήρης έκθεση των προϋποθέσεων της θεώσεως, μέ­σα στην οποία σημαντική θέση κατέχει ο θεωρητικός τρόπος ζωής, ως συνεχής α­νάταση του νου εις τα νοητά, φυσικά με προσευχή και τη λοιπή παραδοσιακή α­σκητική αγωγή. Η θεωρία των νοητών οδηγεί εις τον έρωτά τους και επόμενους τα γήινα λησμονούνται. Χωρίς να πρόκειται για ένα πνευματικό μονοφυσιτισμό, η ψυχή νοεροποιούμενη ευρίσκει την απόλυτη μακαριότητά της στο χώρο των νοη­τών, όπου ο Χριστός, ο αγγελικός διάκοσμος και τα μακάρια πνεύματα, καταλαμπόμενα από τις ακτίνες του ακτίστου φωτός και πλέοντα στο κτιστό φως της πρε­σβυτέρας κτίσεως.
 
Ο όσιος Θεόδωρος —εάν είναι αυτός ο πατήρ του «Θεωρητικού»—, γνωρίζει αρκετά την γραμματεία περί θείου φωτός, περί πνευματικής θεωρίας, περί της α­ξίας του νου και των φυσικών και υπερφυσικών κινήσεών του, καταφάσκει στις σωματικές αισθήσεις, αλλά συνιστά την υπέρβασή τους, αναλύει την ανθρωπολογι­κή σύνθεση και τις δυνατότητες του πιστού, δίδει το προβάδισμα στην αγαθή βού­ληση για ανάβαση του νου στον Θεό και γενικώς, αναπτύσσει παραδοσιακώς την πατερική διδασκαλία για την πνευματική τελείωση.
 
Το «θεωρητικό» συνοψίζει βαθειές και πυκνές εμπειρίες και προϋποθέτει πλού­σια χάρη, μεγάλο και ελλαμπόμενο νου και υψηλή θεολογική γνώση, και φαίνεται, ότι μάλλον έχει γραφεί στην περίοδο του μονασμού του παρά στον καιρό της ποι­μαντικής του δράσεως, αφού είναι προορισμένο να διδάξει τους μοναχούς για τη θεωρητική ζωή, όχι βέβαια στην εκδοχή των φιλοσόφων.
 
Πόσο μεγάλος είναι ο αγώνας να σπάσει ο άνθρωπος τον γερό αυτό δεσμό και να ελευθερωθεί από τη λατρεία της ύλης και να αποκτή­σει την έξη των καλών! Χρειάζεται πράγματι γενναία και ανδρεία ψυχή για να ξεμακρύνει από την ύλη. Εκείνο που φροντίζομε δεν είναι μόνο η κάθαρση από τα πάθη, γιατί αυτό δεν είναι κυρίως αρετή, αλλά προπαρασκευή αρετής. Χρειάζεται εκτός από την κάθαρση των κακών συνη­θειών, και η απόκτηση των αρετών.
 
Κάθαρση της ψυχής είναι, για μεν το λογιστικό μέρος της, η απαλλαγή και τέλεια εξάλειψη των γήινων και α­σταθών στοιχείων, εννοώ των βιοτικών φροντίδων και θορύβων και κακών κλίσεων, δηλαδή των αμαρτωλών συνηθειών για δε το επιθυμητικό, το να μη κινείται καθόλου προς την ύλη, μήτε να αποβλέπει στην αίσθηση, αλλά να είναι πειθήνιο στο λογικό. Για το θυμικό, ακολούθως, το να μην ταράζε­ται ποτέ για όσα συμβαίνουν. Μετά την κάθαρση αυτή και τη νέκρωση ή διόρθωση των χειρότερων δυνάμεων, χρειάζεται και η ανάβαση και η θέωση. Γιατί πρέπει, αφού αφήσει κανείς το κακό, να πράξει το αγαθό108, κι α­κόμη να απαρνηθεί πρώτα τον εαυτό του και αφού σηκώσει το σταυρό του, να ακολουθεί τον Κύριο109 προς την υπέρτατη κατάσταση της θεώσεως.
 
Ποια είναι η ανάβαση και η θέωση; Για το νου, η τελειότατη γνώση των όντων και Εκείνου που είναι πάνω από τα όντα, όσο αυτό είναι εφικτό στην ανθρώπινη φύση. Για τη βούληση, η ολοκληρωτική και συνεχής τάση και κίνηση προς το Πρώτο Καλό. Για το θυμικό, η πολύ δραστήρια και πο­λύ πρακτική κίνηση προς το ποθητό, η ακούραστη και ανυποχώρητη, που δεν την ανακόπτει καμιά δυσκολία που παρουσιάζεται, αλλά προχωρεί πα­ράφορα και χωρίς επιστροφή. Τόσο πιο σφοδρή πρέπει να είναι η προς τα καλά κίνηση της ψυχής, από την κίνηση προς τα κακά, όσο ανώτερα είναι τα νοητά κάλλη από τα αισθητά. Και τόσο μόνο να ενδιαφέρεται για τη σάρκα, όσο φτάνει για τη συντήρησή της και τον πορισμό των αναγκαίων για την ύπαρξη, ώστε να μην καταστραφεί βίαια το ζωντανό σώμα. Αυτά να τα αποφασίσει κανείς είναι ευκολότατο· να τα πράξει όμως, πολύ πιο κοπιαστικό. Γιατί δεν ξεριζώνονται χωρίς κόπο οι δυσκολοκίνητες εκείνες έ­ξεις της ψυχής, ούτε βέβαια η απόκτηση της γνώσεως γίνεται χωρίς ιδρώ­τα. Αλλά και το να ατενίζει κανείς και να τείνει διαρκώς προς την μακάρια θεία φύση, κατορθώνεται με πολλούς κόπους και σε πολύ χρόνο, μέχρις ό­του να συνηθίσει η βούληση να ακολουθεί αυτή την τάση. Και χρειάζεται πολλή αντίσταση του νου στην αίσθηση που τον τραβά προς τα κάτω, και αυτή είναι η πάλη και η μάχη προς το σώμα, η οποία δεν έχει διάλειμμα ως το θάνατο, και αν ακόμη φαίνεται ότι λιγόστεψε από το μαρασμό του θυμού και της επιθυμίας και την υποδούλωση της αισθήσεως στην υπέρτερη γνώση του νου.
 
Πρέπει όμως να σημειωθεί τούτο˙ ότι η ψυχή που δεν φωτίστηκε με το βάπτισμα, επειδή δεν είναι φυσικό να βοηθείται από το Θεό, ούτε να καθαρθεί γνήσια μπορεί, ούτε προς το θείο φως να υψωθεί, όπως είπαμε. Γιατί όσα ειπώθηκαν, πρέπει να θεωρούμε ότι ειπώθηκαν για τους πιστούς. Αλλά για μεγαλύτερη διασάφησή τους, πρέπει να πούμε λίγα για τη διαφορά της γνώσεως.
 
Η γνώση είναι κατά φύση και υπέρ φύση. Και η δεύτερη θα γίνει φανε­ρή από την πρώτη. Κατά φύση λέμε τη γνώση που αποκτά η ψυχή περί της κτίσεως από την έρευνα και την αναζήτηση, μεταχειριζόμενη τα φυσικά μέ­σα και τις δυνάμεις, όσο δηλαδή είναι εφικτό στην ψυχή που είναι δεμένη με την ύλη. Γιατί όπως έχει λεχθεί στα περί αισθήσεως και φαντασίας και νου, αμβλύνεται η ενέργεια του νου λόγω της ενώσεως και αναμίξεως με το σώμα. Ένεκα τούτου δεν μπορεί να έρθει σ' επαφή με τα νοερά, αλλά για να νοήσει έχει ανάγκη από τη φαντασία, της οποίας ο χαρακτήρας είναι ει­κονιστικός και ανήκει στην υλική διάσταση και την πυκνή υφή. Χρειάζονται λοιπόν στο νου που είναι μέσα σε σώμα, ανάλογες εικόνες για να μπορέσει να τα εννοήσει αυτά. Όση λοιπόν γνώση λάβει ένας τέτοιος νους με τη μέ­θοδο τη φυσική, που του είναι οικεία, αυτή τη γνώση τη λέμε φυσική.
 
Υπερφυσική όμως είναι η γνώση που έρχεται στο νου πέρα από τη φυσική του μέθοδο και δύναμη, όταν δηλαδή τα νοούμενα υπερβαίνουν τις δυνατό­τητες του νου που είναι ενωμένος με σώμα, ώστε να είναι γνώση που αρμό­ζει σε νου χωρίς σώμα. Αυτή η γνώση δίνεται μόνο από το Θεό, όταν βρει το νου να είναι πολύ καθαρμένος από κάθε υλική προσκόλληση και να κα­τέχεται από θείο έρωτα.
 
Δεν διαιρείται κατ' αυτόν τον τρόπο μόνον η γνώση, αλλά και η αρετή. Άλλη είναι η αρετή που δεν υπερβαίνει τη φύση, η οποία και λέγεται φυσική, και άλλη η αρετή η οποία πραγματοποιείται από το Πρώτο Καλό και η οποία είναι πάνω από τη φυσική δύναμη και κατάσταση, και την οποία εί­ναι πρέπον να ονομάσομε υπερφυσική. Και τη φυσική γνώση και αρετή μπορεί να την έχει και αφώτιστος (αβάπτιστος) άνθρωπος, ενώ την υπερφυ­σική, διόλου. Γιατί, πως να την έχει, αφού είναι αμέτοχος του αιτίου που την πραγματοποιεί; Ο φωτισμένος όμως μπορεί να τις έχει και τις δύο. Ή μάλλον την υπερφυσική αρετή δεν μπορεί διόλου να την αποκτήσει αν δεν αποκτήσει πρωτύτερα τη φυσική. Να μετέχει όμως στην υπερφυσική γνώση, χωρίς να έχει τη φυσική, δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο. Αλλά πρέπει να γνωρίζομε και τούτο˙ ότι, όπως αίσθηση και φαντασία έχουν και τα άλογα ζώα, και τις έχει και ο άνθρωπος τις δυνάμεις αυτές, πολύ καλύτερες και υψηλότερες, έτσι και τις φυσικές αρετές και γνώσεις τις έχουν και οι δύο, αλλά απείρως καλύτερα και υψηλότερα τις έχει ο φωτισμένος από τον αφώτιστο.
 
Ακόμη η φυσική γνώση που αναφέρεται στις αρετές και τις αντίθετες με την αρετή συνήθειες, είναι και αυτή δύο ειδών η μία είναι ψιλό όνομα, όταν αυτός που φιλοσοφεί γι' αυτά, δεν έχει πείρα από τις καταστάσεις αυ­τές, και η οποία μερικές φορές διστάζει· η άλλη είναι έμπρακτη και —να πω έτσι— έμψυχη, όταν η γνώση βεβαιώνεται από την πείρα. Αυτή είναι σαφής και αξιόπιστη, χωρίς δισταγμό και αμφιβολία.
 
Έπειτα από αυτά, τέσσερα είναι εκείνα που εναντιώνονται στο νου σχετικά με την απόκτηση της αρετής.
 
Πρώτο, η συνήθεια των κακών έξεων, η οποία έχει λεχθεί ότι επιχειρεί να τον πείσει με τη μακρά συνήθεια να φέρεται προς τα γήινα.
 
Δεύτερο, η ενέργεια της αισθήσεως, η οποία φανερώνεται στα αισθητά κάλλη και σύρει μαζί της και το νου.
 
Τρίτο, η εξασθένηση της νοερής ενέργειας, την οποία έχει πάθει λόγω της ενώσεως του με το σώμα. Γιατί δεν ανταποκρίνεται ο νους στο νοητό όπως η δράση στο ορατό και γενικώς όπως η αίσθηση στο αισθητό· λέγοντας νου εννοώ το νου της ψυχής, η οποία βρίσκεται ακόμη στο σώμα. Επειδή οι άυλοι Νόες εντονότερα αντιλαμβάνον­ται τα νοητά από ό,τι τα ανθρώπινα μάτια τα ορατά. Αλλά όπως η ελαττωματική όραση δεν αποτυπώνει σαφή και καθαρά είδωλα από τα ορατά, αλλά συγκεχυμένα και ασαφή, έτσι και ο νους μας αντιλαμβάνεται τα νοη­τά. Καθώς δεν μπορεί να παρατηρεί καθαρά τα νοητά κάλλη, δεν μπορεί ούτε να τα ποθεί —γιατί κατά το μέτρο της γνώσεως είναι και το μέτρο της επιθυμίας—, και ταυτόχρονα παρασύρεται προς τα αισθητά κάλλη, γιατί τα βλέπει με μεγαλύτερη διαύγεια˙ επειδή είναι ανάγκη να είναι γεμάτος πάντοτε από ένα που του φαίνεται καλό, είτε είναι όντως καλό, είτε όχι.
 
Τέταρτο, ο επηρεασμός από τους ακάθαρτους και μισάνθρωπους δαίμονες, οι οποίοι στήνουν παγίδες —δεν μπορούμε να υπολογίσομε πόσες και ποιου είδους— αλλοίμονο, σε όλα τα σημεία του δρόμου, για τις ψυχές, με κάθε μέσο και τρόπο, με τις αισθήσεις, με τα λόγια, με το νου, με όλα όσα υπάρ­χουν, μπορούμε να πούμε. Από αυτούς, αν Εκείνος που σήκωσε στον ώμο Του το πλανώμενο πρόβατο110 δεν έκανε με την άπειρη φροντίδα Του ανώ­τερους εκείνους που βλέπουν προς Αυτόν, δεν θα διέφευγε ποτέ καμιά ψυχή.
 
Για να αποφύγομε λοιπόν όλα αυτά, χρειαζόμαστε τρία πράγματα.
 
Πρώτο και μέγιστο, να βλέπομε ολόψυχα προς το Θεό, και από Αυτόν να ζητούμε βοήθεια, αφού Του αναθέσομε όλη την ελπίδα μας, πιστεύοντας απολύτως ότι αν Εκείνος δεν βοηθήσει, αναπόφευκτα θα μας πάρουν αυτοί που τραβούν από το άλλο μέρος.
 
Δεύτερο, το οποίο νομίζω προξενεί και το πρώτο, είναι η συνεχής τροφή του νου με γνώση. Γνώση εννοώ τη θεωρία όλων των όντων, αισθητών και νοητών, πώς είναι αυτά καθ' εαυτά και πώς σχετίζονται με την πρώτη Αρχή, καθώς από αυτήν προέρχονται και σ' αυτήν αναφέρονται· και επιπλέον τη θεωρία τού Αιτίου των όντων όπως την αποκτούμε, όσο μας είναι δυνατό, γνωρίζοντας τις ενέργειες και τις ιδιότητες Του. Είναι πρόξενο πολλής καθάρσεως το να εξετάζομε με μεγάλη επιμέλεια τις φύσεις των όντων και αυτό μας απαλλάσσει από την εμπαθή προς αυτά διάθεση και την απάτη που είναι γύρω άπ' αυτά και μας ανυψώ­νει πάρα πολύ προς την Αρχή των όλων, και από τα ωραία και θαυμαστά και μεγάλα, μας κάνει να βλέπομε σαν σε καθρέφτη το Κάλλιστο και Θαυμαστότατο και Μέγιστο ή μάλλον Εκείνο που υπερβαίνει κάθε κάλλος και θαυμασιότητα και μέγεθος. Όταν πάντοτε η διάνοια ασχολείται με αυτά, δεν είναι δυνατό να μην ποθήσει το όντως αγαθό· γιατί αν έλκεται από αυ­τό που της είναι ξένο, πολύ περισσότερο θα πάει προς το οικείο. Και όταν τ' αγαπήσει αυτά η ψυχή, πως θα ανεχθεί να ασχολείται με επιμονή με τα γήινα και μ' εκείνα που την αποτραβούν από το αγαπώμενο; Άλλ’ ακόμη και αυτή η ζωή θα της φαίνεται δυσάρεστη γιατί αποτελεί εμπόδιο για τα καλά. Γιατί κι αν, όπως είπαμε, ο νους ο συνδεδεμένος με την ύλη θεωρεί αμυδρά τη νοητή καλλονή, ωστόσο τα νοητά αγαθά είναι τέτοια και τόσο μεγάλα, ώστε και μια μικρή σταλαγματιά και μια θαμπή φανέρωση τού ωκεάνιου εκείνου κάλλους, μπορεί να πείσει το νου να πετάξει πάνω άπ' όλα τα αισθητά και προς τα νοητά μόνο να στραφεί και να μη δέχεται να απο­χωρεί από την απόλαυση τους, ο,τιδήποτε λυπηρό και αν τού συμβεί.
 
Τρίτο, πρέπει να υπάρχει επιπλέον η νέκρωση του σώματος που είναι συνδεδεμένο μαζί του. Αλλιώς είναι αδύνατο να δέχεται τις φανερώσεις εκείνες σαφείς και ευδιάκριτες. Το σώμα νεκρώνεται με τη νηστεία, την αγρυπνία, τη χαμαικοιτία, με σκληρά τα απαραίτητα ενδύματα, με τους πόνους και τους κόπους. Έτσι νεκρώνεται η σάρκα, ή μάλλον συσταυρώνεται με το Χριστό˙ και γίνεται λεπτή και καθαρή και ελαφρή και ευκίνητη και έτσι ακολουθεί εύκολα τις κινήσεις του νου και δεν εναντιώνεται, αλλά ανυψώνεται μαζί με το νου που πετά ψηλά· ώστε χωρίς τη νέκρωση αυτή, κάθε επιμέλεια είναι μάταιη.
 
Αυτή η σεβάσμια τριάδα, όταν συγκροτηθεί με την αρμονική συνύπαρξη των τριών που αναφέρθηκαν παραπάνω, γεννά μέσα στην ψυχή τον κύκλο των μακαρίων αρετών. Γιατί είναι αδύνατο σ’ εκείνους που είναι στολισμέ­νοι με αυτά τα τρία, ή να βρεθεί ίχνος κακίας ή να απουσιάζει κάποια αρε­τή. Αλλά ίσως να θλίβει το λογικό η απόρριψη των χρημάτων, ή η περι­φρόνηση της δόξας, γιατί έως ότου είναι η ψυχή δεμένη με αυτά, πληγώνε­ται από πολλά πάθη. Και εγώ βεβαιώνω επιμόνως ότι είναι αδύνατο να πε­τάξει ψηλά η ψυχή που είναι προσηλωμένη στον πλούτο και στη δόξα. Ούτε και είναι δυνατό να επιμένει σ' αυτά η ψυχή, όταν έχει αθληθεί αρκετά στα τρία που είπαμε, ώστε να της γίνουν συνήθεια. Γιατί αν η ψυχή γνωρίζει ότι τίποτε δεν είναι πραγματικά καλό, εκτός από τον ύψιστο Θεό κι είναι πε­πεισμένη ότι από τα άλλα, όσο πιο όμοιο είναι κάτι με το Πρώτο Καλό, τό­σο ωραιότερο είναι, πως θα αγαπήσει ή θα δεχτεί άργυρο ή χρυσό ή κάτι άλλο γήινο; Τα ίδια λέω και για τη δόξα.
 
Αλλά δεν εξαιρούνται από το λόγο και οι φροντίδες, οι οποίες κυρίως κρατούν κάτω τον άνθρωπο. Για ποιο πράγμα θα φροντίσει εκείνος που δεν παθαίνεται για κανένα γήινο και δεν στρέφεται σ' αυτά; Γιατί το νέφος των φροντίδων σχηματίζεται από τις αναθυμιάσεις, ας πούμε, των βασικών πα­θών, εννοώ τη φιληδονία, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία· ώστε ο ελεύθε­ρος από τα πάθη αυτά, είναι και ξένος από φροντίδες. Αλλά ούτε η φρόνη­ση, που θεωρείται συμπλήρωμα της σοφίας και είναι η πιο ισχυρή δύναμη από όσες σηκώνουν τον άνθρωπο προς τα επάνω, λείπει άπ’ αυτά που είπα­με. Γιατί στη γνώση των αρετών συμπεριλαμβάνεται και η ακριβέστατη διάκριση του καλού και του κακού, για τα οποία απαιτείται προπαντός φρόνηση. Τους τρόπους της χρησιμοποιήσεως και της πάλης, θα διδάξει η πείρα και η εναντίον του σώματος πάλη.
 
Δε θα παραλείψομε να κάνομε λόγο και για το φόβο. Όσο μεγαλύτερος είναι ο θείος έρωτας, τόσο μεγαλώνει μαζί και ο φόβος. Γιατί όση είναι η ελπίδα να επιτύχομε το Αγαθό (η οποία κεντά τους πληγωμένους από το θείο έρωτα περισσότερο από τις απειλές μυρίων κολάσεων, γιατί το να επι­τύχομε το Αγαθό προξενεί μακαριότητα), τόσος είναι και ο φόβος να το χάσομε, πράγμα που είναι αθλιότατο. Για να συνεχιστεί ο λόγος μας, ας εξετάσομε το σκοπό. Γιατί θεωρείται ότι στο κάθε τι, ο σκοπός του είναι που καθορίζει και τη διαίρεση των επιμέρους στοιχείων και την διάταξη αυτών. Σκοπός λοιπόν της ζωής μας είναι η μακαριότητα, η οποία ταυτίζεται με τη βασιλεία των ουρανών ή του Θεού. Αυτό σημαίνει, όχι μόνο να βλέπομε την βασιλικότατη, ας πούμε, Τριάδα, αλλά επιπλέον να δεχόμαστε την έκ­χυση της θείας χάρης και να πάσχομε, κατά κάποιο τρόπο, τη θέωση· και ό,τι ελλιπές ή ατελές έχομε μέσα μας, να αναπληρώνεται και να τελειο­ποιείται με την έκχυση της χάρης. Και αυτό είναι η τροφή των νοερών υ­πάρξεων, η αναπλήρωση των ελλείψεων με αυτή την έκχυση της χάρης. Και είναι ένας κύκλος αιώνιος που αρχίζει από ένα σημείο και καταλήγει στο ίδιο. Γιατί όσο κανείς νοεί, τόσο και επιθυμεί˙ και όσο επιθυμεί, τόσο α­πολαμβάνει· και όσο απολαμβάνει, τόσο περισσότερο νοεί και αρχίζει πάλι την ακίνητη κίνηση, ή αλλιώς την ακίνητη ακινησία. Αυτός είναι ο σκοπός μας, όσο μας είναι εφικτό να εννοήσομε˙ ας εξετάσομε πως θα φτάσομε σ' αυτόν.
 
Στις λογικές ψυχές που είναι νοερές ουσίες και λίγο μόνο κατώτερες από τους αγγέλους, ο παρών βίος έχει δοθεί ως αγώνας και τόπος όπου γίνε­ται προσπάθεια για τη νίκη. Έπαθλο είναι η θεία κατάσταση που αναφέραμε, δώρο αντάξιο της θείας αγαθότητας και δικαιοσύνης, από τη μία, γιατί φαίνεται ότι από τους κόπους του κερδίζει κανείς αυτά τα αγαθά, κι από την άλλη, γιατί η αφθονοπάροχη θεία δύναμη υπερνικά κάθε κόπο. Άλλω­στε και το να μπορεί κανείς και το να πράττει το αγαθό, είναι δώρο τού Θεού.
 
Ποιος λοιπόν είναι ο εδώ αγώνας; Η λογική ψυχή έχει ενωθεί με σώμα όμοιο με των ζώων, που έχει την ύπαρξη από τη γη και στρέφεται προς τα κάτω. Και έχει τόσο ενωθεί η ψυχή με το σώμα, ώστε να γίνει ένα από αυ­τά τα δύο τελείως αντίθετα, χωρίς μεταβολή —προς Θεού— ή σύγχυση των μερών, αλλά από τα δύο φυσικά μέρη να γίνει μία υπόσταση με δύο τέλειες φύσεις. Έτσι λοιπόν σύνθετος από δύο διαφορετικές φύσεις ο άνθρωπος, ενεργεί εκείνα που ανήκουν στην κάθε μία φύση. Και τού σώματος αρμόδιο είναι να αποβλέπει προς τα όμοιά του. Ο έρωτας αυτός προς τα όμοια είναι φυσικός στα όντα, γιατί δήθεν βοηθείται από αυτόν η ύπαρξή τους με τη συμβίωση και τη συναναστροφή με αυτά και η απόλαυση αυτών με την αί­σθηση. Ακόμη επειδή είναι βαρύ το σώμα, αγαπά την άνεση. Στη ζωώδη φύση, αυτά είναι κατάλληλα και αγαπητά. Στη λογική όμως ψυχή, επειδή είναι νοερή ουσία, φυσικά και επιθυμητά είναι τα νοητά και η απόλαυσή τους μέσω της νοήσεως. Προπάντων ο έρωτας προς το Θεό είναι εκ φύσεως ριζωμένος μέσα της. Και θέλει να απολαμβάνει το Θεό και τα άλλα νοητά, δεν μπορεί όμως να το κάνει αυτό ανεμπόδιστα.
 
Ο πρώτος άνθρωπος (ο Αδάμ) μπορούσε ανεμπόδιστα να εννοεί και να απολαμβάνει τα νοητά με το νου, όπως και τα αισθητά με την αίσθηση. Είχε όμως χρέος να ασχολείται όχι με τα χειρότερα, αλλά με τα ανώτερα. Καθώς μπορούσε να κάνει και τα δύο, στο χέρι του ήταν να βρίσκεται είτε με τα νοητά μέσω του νου, είτε με τα αισθητά μέσω της αισθήσεως. Δε λέω ότι ο Αδάμ δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί την αίσθηση (γιατί δεν έφερε μά­ταια το σώμα)· λέω ότι δεν έπρεπε να προσκολλάται στα αισθητά, αλλά βλέποντας την ομορφιά τους, να οδηγείται προς το Δημιουργό τους. Και στο εξής να απολαμβάνει το Θεό με θαυμασμό, έχοντας διπλές αφορμές να θαυμάζει τον Κτίστη. Όχι όμως να προσκολληθεί στα αισθητά και αυτά να θαυμάζει και όχι το Δημιουργό τους, παραμελώντας το νοητό κάλλος. Τέ­τοιος λοιπόν πλάστηκε ο Αδάμ. Αφού όμως έκανε κακή χρήση της αισθήσεως, θαύμαζε το -αισθητό κάλλος· του φάνηκε ο καρπός ωραίος στην δράση και καλός στη γεύση111, έφαγε άπ' αυτόν και άφησε την απόλαυση των νοητών. Γι' αυτό ο δίκαιος Κριτής, κρίνοντας τον ανάξιο, αφαίρεσε από αυ­τόν τη θεωρία εκείνων που καταφρόνησε, δηλαδή του Θεού και των όντων, και έβαλε σκότος για να του αποκρύψει τον εαυτό Του112 και τις άυλες ου­σίες. Γιατί δεν έπρεπε να αφήνονται τα άγια στους βέβηλους. Και εκείνα τα οποία πόθησε, αυτά τού άφησε να απολαμβάνει, δηλαδή να ζει με την αί­σθηση και με ελάχιστα ίχνη των θείων στο νου του.
 
Από τότε ο αγώνας μας για τα γήινα έγινε βαρύτερος, γιατί δεν έχομε την εξουσία να απολαμβάνομε τα νοητά, όπως τα αισθητά με την αίσθηση, αν και με το βάπτισμα βοηθούμαστε πάρα πολύ, επειδή καθαριζόμαστε και υψωνόμαστε. Αλλά, όσο είναι δυνατόν πρέπει να ασχολούμαστε με τα νοη­τά και όχι με τα αισθητά, και εκείνα να θαυμάζομε και να θέλομε. Από τα αισθητά, κανένα να μη θαυμάσομε καθ' εαυτό, ούτε να θελήσομε να απολαύσομε. Πραγματικά, καμιά αξία δε φαίνεται να έχουν σε σχέση προς τα νοητά. Όσο πιο θαυμαστή είναι η ουσία των νοητών από την ουσία των αι­σθητών, τόσο και το κάλλος των νοητών είναι πιο θαυμαστό από το κάλλος των αισθητών. Να ποθήσει κανείς τώρα πιο πολύ το χειρότερο από το ω­ραιότερο και το ατιμότερο από το τιμητικότερο, ποια παραφροσύνη δεν υ­περβαίνει; Και αυτά για τα αισθητά και νοητά δημιουργήματα. Αλλά τι θα έλεγες όταν και από Εκείνον που είναι πάνω από αυτά, προτιμούμε την ά­μορφη και χωρίς κάλλος ύλη;
 
Αυτός λοιπόν είναι ο αγώνας, να προσέχομε τους εαυτούς μας με πολλή ακρίβεια, για να απολαμβάνομε πάντοτε τα νοητά, υψώνοντας προς αυτά το νου και την επιθυμία, και ποτέ να μην εξαπατηθούμε από τα αισθητά, ώ­στε να παρασυρθούμε από κάτι αισθητό μέσω της αισθήσεως και να το θαυ­μάσομε αυτό καθ' εαυτό. Αν είναι κάτι που πρέπει να χρησιμοποιήσομε και την αίσθηση, αυτό είναι για να αντιλαμβανόμαστε τον Κτίστη από τα κτί­σματα, βλέποντας μέσα σ' αυτά Εκείνον, όπως βλέπομε μέσα στο νερό τον ήλιο. Επειδή υπάρχουν στα όντα εικόνες του Πρώτου Αιτίου όλων όσο εί­ναι δυνατόν σ' αυτά. Αυτό λοιπόν είναι το κατόρθωμα. Ας σκεφτούμε πως θα το κατορθώσομε. Είπαμε λοιπόν ότι το σώμα επιθυμεί να απολαμβάνει τα συγγενή με αυτό, μέσω της αισθήσεως, πράγμα που είναι αντίθετο με την πρόθεση της ψυχής, και όσο πιο πολύ δυναμώνει το σώμα, τόσο περισ­σότερο επιθυμεί. Γι' αυτό ας φροντίσει η ψυχή να βάλει χαλινό σε όλες τις αισθήσεις, για να μην απολαύσομε τα αισθητά. Επειδή όταν είναι πιο ρω­μαλέο το σώμα, περισσότερο ορμά˙ και περισσότερο ορμώντας, γίνεται α­κράτητο· γι' αυτό η ψυχή, δύσκολα φροντίζει να το νεκρώσει με νηστείες, α­γρυπνίες, ορθοστασίες, χαμαικοιτίες, αλουσία και με κάθε άλλη κακοπάθεια, ώστε να καταμαράνει τη δύναμή του για να το έχει ήμερο και πειθήνιο στις νοερές πράξεις της. Αυτό είναι που έχομε να κατορθώσομε. Επειδή όμως αυτά είναι ευκολότατο να τα υποσχεθούμε, δύσκολο όμως να τα εφαρμόσομε, και είναι πολύ περισσότερα τα σφάλματα από τα κατορθώματα ακόμη και αν προσέχει κανείς πάρα πολύ, γιατί συχνά η αίσθηση εξαπατά, γι’ αυ­τό έχει επινοηθεί και τρίτο φάρμακο, η προσευχή και τα δάκρυα.
 
Η προσευχή περιέχει ευχαριστία για όσα καλά μας έχουν δοθεί, και αίτηση συγχωρήσεως των αμαρτημάτων και ενισχυτικής δυνάμεως για το μέλλον γιατί χωρίς τη θεία βοήθεια, όπως προείπαμε, τίποτε δεν μπορεί να κατορθώσει η ψυχή. Επίσης, οδηγεί στην ένωση με τον ποθούμενο Θεό και την απόλαυσή Του, και την ολοκληρωτική κλίση της βουλήσεως προς Αυ­τόν το να πείσομε τη βούληση να επιθυμεί αυτά όσο το δυνατόν πιο πολύ, είναι το μεγαλύτερο μέρος του κατορθώματος. Και τα δάκρυα πάλι έχουν μεγάλη δύναμη. Γιατί εξιλεώνουν τον Κύριο για τα σφάλματά μας και μας καθαρίζουν από τις κηλίδες που αποκτήσαμε από την αισθητή ηδονή και δί­νουν φτερά προς τον ουρανό στην επιθυμία μας. Και αυτά έτσι είναι. Το κα­τόρθωμα λοιπόν είναι η θεωρία των νοητών και ο τέλειος πόθος τους. Για να το πετύχομε αυτό, χρειάζεται η δουλαγώγηση τού σώματος, μέρη της ο­ποίας είναι η νηστεία, η σωφροσύνη και άλλα, που γίνονται όλα γι' αυτό το σκοπό. Και για να πετύχομε αυτά, και μαζί μ' αυτά, χρειάζεται η προσευχή, και το καθένα από αυτά μοιράζεται σε πολλά μέρη· γιατί όπως αυτά χρειάζονται για άλλα, έτσι και γι' αυτά χρειάζονται άλλα.
 
Κανείς να μη νομίζει ότι η φιλοδοξία και η φιλαργυρία αφορούν στο σώμα. Μόνον η φιληδονία αφορά στο σώμα, η οποία βρήκε κατάλληλο φάρμακο την κακοπάθεια του σώματος. Οι άλλες δύο κακίες που είπαμε, είναι γεννήματα της άγνοιας. Γιατί η ψυχή υιοθετεί τα νόθα από έλλειψη εμπειρίας των πραγματικά καλών και από άγνοια των νοητών. Με τον πλούτο νομίζει ότι παρηγορεί τη φτώχεια· συγχρόνως όμως ο πλούτος επι­διώκεται για φιληδονία και για φιλοδοξία, και καθ’ εαυτόν, σαν να ήταν κάποιο καλό. Αυτό συμβαίνει από άγνοια των πραγματικά καλών. Η φιλο­δοξία δεν οφείλεται στην ανάγκη του σώματος —γιατί δεν εξυπηρετεί διόλου το σώμα— αλλά στην απειρία και την άγνοια του Πρώτου Καλού και της αληθινής δόξας· αιτία αυτής και γενικά ρίζα όλων των κακών, είναι η ά­γνοια. Γιατί δεν γίνεται, εκείνος που εννόησε σωστά τη φύση των πραγμά­των, από που προήλθε το καθένα και που καταλήγει, κατόπιν να περιφρο­νήσει το σκοπό του και να στραφεί στα γήινα˙ γιατί η ψυχή δεν επιθυμεί εκείνο που φαινομενικά είναι καλό. Και αν τυραννείται από τη συνήθεια, μπορεί κάλλιστα να νικήσει και τη συνήθεια. Αλλά όταν ακόμη υπήρχε η συνήθεια, ξεγελιόταν από την άγνοια. Επομένως πρέπει να φροντίσει για το πρώτο-πρώτο αγαθό, και να αποκτήσει ορθή ιδέα περί των όντων, και ακο­λούθως να δώσει φτερά στη βούληση για να πετάξει προς το Πρώτο Αγα­θό, να καταφρονήσει όλα τα παρόντα και να πληροφορηθεί για τη μεγάλη ματαιότητα τους. Γιατί, τι μας βοηθούν στο σκοπό μας;
 
Και για να συνοψίσω, ένα μόνο είναι το έργο της λογικής ψυχής μέσα στο σώμα, να επιθυμεί τον τελικό της σκοπό. Και. επειδή η ενέργεια της βουλήσεως, χωρίς νόηση, είναι ακίνητη, γι' αυτό προσλαμβάνομε τη νοερή ενέργεια. Η νόηση είναι είτε για χάρη της βουλήσεως, είτε και για τον εαυτό της και για τη βούληση· πράγμα που φαίνεται πιο σωστό. Γιατί η μακα­ριότητα, της οποίας όχι μόνον πρόξενος, αλλά και τύπος είναι η εδώ ζωή του αγωνιστή, έχει και τις δύο ενέργειες, και τη νόηση και τη βούληση, δη­λαδή αγάπη και πνευματική ηδονή. Είτε λοιπόν και οι δύο ενέργειες, είτε η μία είναι η κυριότερη, ας φιλοσοφήσουν όσοι θέλουν. Προς το παρόν δεχόμαστε και τις δύο ενέργειες. Και τη μία την ονομάζομε θεωρία, ενώ την άλ­λη, πράξη. Και είναι αδύνατο να συναντάται η μία χωρίς την άλλη, όταν μιλάμε για τις υψηλότατες αυτές ενέργειες. Σ’ εκείνες που είναι χαμηλότε­ρες και έρχονται ύστερα από αυτές, είναι ενδεχόμενο να συμβαίνει αυτό. Όσα εμποδίζουν τις ενέργειες αυτές ή οδηγούν στα αντίθετα, τα ονομάζομε κακίες. Όσα βοηθούν ή μας απαλλάσσουν από τα εμπόδια, τα ονομάζομε αρετές. Τις ενέργειες των αρετών τις ονομάζομε κατορθώματα. Τις ενέρ­γειες των κακιών τις ονομάζομε παραπτώματα και αμαρτήματα. Χαρακτηριστικό κάθε ενέργειας, είτε προς το χειρότερο, είτε προς το καλύτερο, είναι ο τελικός σκοπός προς τον οποίον αποβλέπει όποιος ενεργεί, και ο οποίος είναι ενέργεια σύνθετη από νόηση και βούληση.
 
__________________________
108. Ψαλμ. 33, 15.
109. Ματθ. 16, 24.
110. Λουκ. 15, 5.
111. Γεν. 3, 6. 112. Β' Βασ. 22, 12.

Πηγή: aktines.blogspot.gr

Η απόλυτη σύγχυση...

 
Ὁποιος ἀκόμη διατηρεῖ ἀμφιβολίες γιά τό μέλλον τῆς δυτικῆς κοινωνίας, ὅπως αὐτό προδιαγράφεται ἀπό τούς ἰδεολογικούς μηχανισμούς τῆς ἐξουσίας, μπορεῖ ἁπλῶς νά κοιτάξει τό ἐξώφυλλο τοῦ πρώτου γιά τό 2017 τεύχους τοῦ National Geographic.

Ἀφορᾶ τήν “ἐπανάσταση τοῦ φύλου” (ἤ τοῦ γένους) καί ἐμφανίζει ἕνα 9χρονο πρώην ἀγόρι ἀπό τίς ΗΠΑ πού “ἀπελευθερώθηκε” ἀπό τήν ἀρσενική του φύση μέ ἐπέμβαση! Ὅλα ὅσα ἀκούγονταν πρό ἐλαχίστων χρόνων ὡς ἀνέκδοτα ἤ παραδοξολογίες, εἶναι σήμερα πλέον πραγματικότητα κι ὄχι μόνο σέ 2-3 χῶρες σκανδιναβικές καί ἀγγλοσαξωνικές πού θεωροῦνται πιό “μπροστά”. Καί καμμία πολιτική πρόταση, γιά τήν Ἑλλάδα ἤ καί ἀλλοῦ, δέν ἔχει νόημα ἄν δέν ἀσχοληθεῖ μέ τοῦτο τό τρομερό πλῆγμα πού μεθοδεύει τό καθεστώς κατά τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Νά σκεφτοῦμε μόνο τί προοπτικές ἔχει ὁποιαδήποτε πολιτική πρωτοβουλία μεταξύ ἀτόμων πού δέν ἔχουν λυμένο οὔτε τό “θέμα” τοῦ …φύλου τους!

Πηγή: aktines.blogspot.gr

2016: Δυστυχώς, Χριστούγεννα χωρίς Χριστό.

Α] Χριστούγεννα προ Χριστού και χωρίς Χριστό.
 
Μερικοί ζούμε προ Χριστού ακόμη! Και εκτός Χριστού.
Κι ενώ στα ημερολόγια του κόσμου, σ΄ Ανατολή και Δύση, σημειώνεται π. Χ. και μ. Χ., δυστυχώς συνεχίζουν και υπάρχουν ακόμη άθεοι, ειδωλολάτρες, «ανθρωποφάγοι», εγκληματίες, τρομοκράτες, μάγοι και μάγισσες, σατανιστές, «γραμματείς και φαρισαίοι», βασανιστές, σαδομαζοχιστές, ο θηριώδης Ηρώδης και ο δειλός Πιλάτος, Σόδομα και Γόμορρα, κατακλυσμός αμαρτίας και ο στρατός του Αντιχρίστου.

Ειλικρινά είναι εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος και να γίνει «μετά Χριστόν».
 
Για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει πρώτα να αλλάξει ο άνθρωπος. Και για να αλλάξει ο άνθρωπος θέλει δουλειά πολλή. Αυτομεμψία και μαθητεία κοντά στο Χριστό.
 
Αυτά που λένε κοινωνιολόγοι και πολιτικοί, θεραπευτές και ανθρωπολόγοι, θρησκευτικοί αρχηγοί της συμφοράς και διαχειριστές της ανθρώπινης ζωής και συμπεριφοράς, ότι θα αλλάξουν, θα ομορφύνουν τον κόσμο, θα φέρουν ευημερία και ασφάλεια, ανάκαμψη και ανάπτυξη, πολιτισμική ισορροπία και ισότητα, θα «χαίρεται και θα γελάει ο κόσμος», αυτά είναι «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα».
 
Β] Αλλαγή προς το καλύτερο δε γίνεται χωρίς Χριστό.
 
Με τον Μωάμεθ και τον Βούδα δεν αλλάζει ούτε ο άνθρωπος ούτε ο κόσμος. Ούτε με τους μάγους, τους αστρολόγους και ωροσκόπους. Με τα δαιμόνια ο άνθρωπος και ο κόσμος δαιμονοποιούνται. Και η Αγ. Γραφή μας λέγει ότι «οι θεοί – δυστυχώς – των εθνών είναι δαιμόνια».
 
Για παράδειγμα, την Αφρική την κυβερνάνε οι μάγοι, την Ασία οι γκουρού και την Ανατολή οι ληστές και οι φονιάδες του Ισλάμ. Κάπου ανάμεσά τους χώνονται και οι άθεοι μαρξιστές, οι θεοποιημένοι ηγέτες και οι παράφρονες βασιλιάδες. Τι καλό να προέλθει από αυτούς σε επίπεδο ευτυχίας, ελευθερίας, σωτηρίας, αξιοπρέπειας και ποιοτικής ζωής του ανθρωπίνου προσώπου;
 
Πάλι η Γραφή λέγει: «τυφλός εάν οδηγή τυφλόν αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται». Τυφλοί οδηγούν τυφλούς. Τραγικοί τραγικούς. Ανελεύθεροι σκλάβους. Διεστραμμένοι σκορπούν δυστυχία και βουλιάζουν στο ψέμα και στο αίμα τον κόσμο.
 
Γ] Ο κόσμος για να αλλάξει θέλει την αλήθεια και τη χάρη του Χριστού. Θέλει το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία.
 
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι και η Χριστιανική Ευρώπη βουλιάζει μέσα στη διαστροφή και τη διαφθορά, στην εκμετάλλευση και στην παρανομία, στην ασπλαγχνία και τους εξοπλισμούς.
 
Ναι έτσι είναι, διότι η Ευρώπη είναι αιρετική. Και η αίρεση κατά τον απόστολο Παύλο είναι απώλεια, οι αιρετικοί συνειδητά ή ασυνείδητα είναι όργανα «άλλης δύναμης» και κατά τον άγιο Αγάθωνα «η αίρεση είναι χωρισμός από το Θεό και πνευματικός θάνατος». Η αλλοίωση στην πίστη αλλοιώνει και τη ζωή. Τη δηλητηριάζει.
 
Δ] Αλλά και μείς εδώ οι Ορθόδοξοι, που έχουμε την αλήθεια, το Ευαγγέλιο, το Άγιο Όρος, τους αγίους, είμαστε χριστιανοί και έχουμε ορθόδοξο χριστιανικό κράτος; 
 
Τι είδους Χριστιανοί είμαστε με χιλιάδες εκτρώσεις και βλασφημίες, με διαζύγια και μοιχείες, με κομπίνες και καταχρήσεις; Μπορεί να έχουμε τη σωστή πίστη και το λιμάνι της σωτηρίας, να γεμίζουμε τους ναούς χρονιάρες μέρες, αλλά ο άνθρωπος και κατ' επέκταση ο κόσμος δεν αλλάζουν διακοσμητικά, τηλεοπτικά, μαγικά, εθιμοτυπικά, δωροληπτικά, ταξιδιωτικά, εκδρομικά, απλώς φιλανθρωπικά και γλυκαντικά…
 
Ε] Πραγματικά Χριστούγεννα δε γίνονται χωρίς Χριστό. 
 
Και όταν λέμε Χριστούγεννα εννοούμε ο Χριστός να γεννηθεί στην καρδιά μας, να αναγεννηθούμε εν Χριστώ Ιησού, μυστηριακά και ευαγγελικά, εξομολογητικά και λειτουργικά.
 
Ας το πούμε καθαρά και ας το πάρουμε απόφαση: Χριστούγεννα, βλέποντας από μακριά τον Νεογέννητο Χριστό δεν γίνονται. Ή θα ζήσουμε σωστά και γνήσια την εν Χριστώ ζωή στη Βηθλεέμ της Εκκλησίας μας, όπως την λέει το Ευαγγέλιο, ή ας σταματήσουμε να κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους με φωτάκια και δεντράκια, με ελαφάκια και τραγουδάκια.
 
Ας γίνουμε επιτέλους άνθρωποι και όχι ανθρωπάκια.
 
Πηγή: Χριστιανική Εστία Λαμίας

Έχουμε τον ίδιο Θεό με τους μη Χριστιανούς;

http://cdn1.bbend.net/media/com_news/story/2013/10/30/363838/main/29fea99cce90dc575bc339e2aa181a83.jpg
 
«Οι Εβραίοι και οι Ισλαμικοί λαοί, και οι Χριστιανοί… αυτές οι τρεις εκφράσεις του ίδιου μονοθεϊσμού, μιλούν με τις αυθεντικότερες και αρχαιότερες, κι ακόμα με τις τολμηρότερες και πειστικότερες φωνές. Γιατί να μην είναι δυνατό, το όνομα του ίδιου Θεού, αντί να προκαλεί αδιάλλακτη εναντιότητα, να οδηγεί μάλλον σε αμοιβαίο σεβασμό, κατανόηση και ειρηνική συνύπαρξη: Δεν θα έπρεπε η αναφορά στον ίδιο Θεό, στον ίδιο Πατέρα, χωρίς προκαταλήψεις στη θεολογική συζήτηση, να μας οδηγήσει μάλλον να ανακαλύψουμε μια μέρα αυτό που είναι τόσο προφανές, αλλά και τόσο δύσκολο – ότι είμαστε όλοι παιδιά του ίδιου Πατέρα κι ότι γι’ αυτό είμαστε όλοι αδέλφια;» -Πάπας Παύλος ο 6ος, La Croix, 11 Αυγ. 1970

Την Πέμπτη 2 Απριλίου 1970, μια μεγάλη θρησκευτική εκδήλωση έλαβε χώρα στη Γενεύη. Μέσα στο πλαίσιο εργασιών της δεύτερης Συνδιάσκεψης του «Συνδέσμου Ενωμένων Θρησκειών», οι αντιπρόσωποι δέκα μεγάλων θρησκειών είχαν προσκληθεί να συγκεντρωθούν στον καθεδρικό ναό του αγίου Πέτρου. Αυτή η «κοινή προσευχή» βασιζόταν στο ακόλουθο κίνητρο: «Οι πιστοί όλων αυτών των θρησκειών είχαν προσκληθεί να συνυπάρξουν στη λατρεία του ίδιου Θεού!» Ας δούμε αν αυτός ο ισχυρισμός είναι έγκυρος στο φως της Αγίας Γραφής.
 
Με σκοπό να εξηγήσουμε καλύτερα το θέμα, θα περιοριστούμε στις θρησκείες που έχουν ιστορικά ακολουθήσει η μια την άλλη με αυτή τη σειρά: Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ. Αυτές οι τρεις θρησκείες για την ακρίβεια, προβάλλουν αξιώσεις για κοινή καταγωγή: ως λάτρεις του Θεού του Αβραάμ. Έτσι είναι μια πολύ διαδεδομένη γνώμη και καθώς όλοι αξιώνουμε ότι είμαστε απόγονοι του Αβραάμ (οι Εβραίοι και οι Μουσουλμάνοι κατά σάρκα και οι Χριστιανοί πνευματικά), έχουμε όλοι ως Θεό το Θεό του Αβραάμ και λατρεύουμε και οι τρεις μας (ο καθένας με το δικό του τρόπο, φυσικά) τον ίδιο Θεό. Και αυτός ο ίδιος Θεός συνιστά με κάποιο τρόπο το σημείο ενότητας και «αμοιβαίας κατανόησης» κι αυτό μας προσκαλεί σε μια «αδελφική σχέση», όπως τόνισε ο Μεγάλος Ραββίνος Δρ. Safran, παραφράζοντας τον Ψαλμό: «Ω, πόσο ωραίο είναι να βλέπεις αδέλφια να κάθονται μαζί…»
 
Μ’ αυτήν την οπτική είναι φανερό ότι ο Ιησούς Χριστός, Θεός και άνθρωπος, ο Υιός ο Αιώνιος και Συνάναρχος με τον Πατέρα, η ενσάρκωση Του, ο Σταυρός Του, η ένδοξη Ανάστασή Του και η Δεύτερη και τρομερή Παρουσία Του – γίνονται δευτερεύουσες λεπτομέρειες που δεν μπορούν να μας εμποδίσουν από το να «συναδελφωθούμε» με αυτούς που τον θεωρούν ως «ένα απλό προφήτη» (σύμφωνα με το Κοράνι) ή ως «το γιο μιας πόρνης» (σύμφωνα με συγκεκριμένες Ταλμουδικές παραδόσεις)! Έτσι θα βάζαμε τον Ιησού το Ναζωραίο και τον Μωάμεθ στο ίδιο επίπεδο. Δεν ξέρω ποιος Χριστιανός άξιος του ονόματος μπορεί να το δεχτεί αυτό στη συνείδησή του.
 
Κάποιος μπορεί να πει ότι σ’ αυτές τις τρεις θρησκείες, αν βάλουμε στην άκρη το παρελθόν, μπορεί κανείς να συμφωνήσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ένα εξαιρετικό πλάσμα κι ότι είχε σταλεί από το Θεό.
 
Όμως για μας τους Χριστιανούς, αν ο Ιησούς Χριστός δεν είναι Θεός, δεν μπορούμε να τον θεωρήσουμε ούτε ως «προφήτη», ούτε ως «απεσταλμένο του Θεού», παρά μόνο ως ένα μεγάλο απατεώνα χωρίς σύγκριση, αφού διακήρυξε ότι ήταν «υιός του Θεού», κάνοντας έτσι τον εαυτό Του ίσο με το Θεό (Μαρκ. 14:61-62). Σύμφωνα με αυτή την οικουμενιστική λύση του υπέρ-ομολογιακού επιπέδου, ο Τριαδικός Θεός των Χριστιανών θα ήταν το ίδιο με το μονοθεϊσμό του Ιουδαϊσμού, του Ισλάμ, του αρχαίου αιρετικού Σαβελλίου, των συγχρόνων αντι-τριαδικών, και διαφόρων αιρέσεων τύπου «Πεφωτισμένων». Δεν θα υπήρχαν Τρία Πρόσωπα σε Μία Θεότητα, αλλά ένα Πρόσωπο, αμετάβλητο για κάποιους, ή που αλλάζει με επιτυχία «μάσκες» (Πατήρ – Υιός – Άγιο Πνεύμα) για άλλους! Και εν τούτοις κάποιος θα μπορούσε να υποκριθεί ότι αυτός ήταν «ο ίδιος Θεός».
 
Να κάτι που κάποιος θα μπορούσε να προτείνει αφελώς: «Παρά ταύτα υπάρχει για τις τρεις θρησκείες ένα κοινό σημείο: και οι τρεις ομολογούν Θεό Πατέρα!» Αλλά σύμφωνα με την αγία Ορθόδοξη πίστη, αυτό είναι παράλογο. Πάντα ομολογούμε: «Δόξα στην Αγία, Ομοούσιο, Ζωοποιό και Αδιαίρετο Τριάδα». Πως μπορούμε να χωρίσουμε τον Πατέρα από τον Υιό όταν ο Ιησούς Χριστός διαβεβαιώνει ότι «Εγώ και ο Πατέρας ένα είμαστε»; (Ιω. 10:30) Και ο άγιος απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, ο απόστολος της αγάπης, επιβεβαιώνει ξεκάθαρα: «Αυτός που αρνείται τον Υιό, αυτός δεν έχει ούτε τον Πατέρα» (Α’ Ιω. 2:23).
 
Αλλά ακόμα κι αν και οι τρεις μας καλούμε το Θεό Πατέρα: τίνος είναι πραγματικά Πατέρας; Για τους Εβραίους και τους Μουσουλμάνους είναι ο Πατέρας των ανθρώπων στο επίπεδο της δημιουργίας· ενώ για μας τους Χριστιανούς είναι, πρώτα απ’ όλα, «πριν από τη θεμελίωση του κόσμου» (Ιω. 17:24) «ο Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού» (Εφ. 1:3) και μέσω του Χριστού είναι Πατέρας μας «κατ’ υιοθεσίαν» (Εφ. 1:4-5) στο επίπεδο της λύτρωσης. Τι ομοιότητα υπάρχει, λοιπόν ανάμεσα στη Θεϊκή Πατρότητα στο Χριστιανισμό και στις άλλες θρησκείες;
 
Άλλοι μπορεί να πουν: «Αλλά ο Αβραάμ λάτρευε τον αληθινό Θεό· και οι Εβραίοι μέσω του Ισαάκ και οι Μουσουλμάνοι μέσω της Άγαρ είναι οι απόγονοι αυτού του γνήσιου λάτρη του Θεού». Εδώ κάποιος θα πρέπει να ξεκαθαρίσει πολλά πράγματα: ο Αβραάμ καθόλου δε λάτρευε το Θεό στη μορφή του απρόσωπου μονοθεϊσμού που τον λάτρευαν οι άλλοι, αλλά στην μορφή της Αγίας Τριάδας. Διαβάζουμε στην Αγία Γραφή: «Και ο Κύριος εμφανίστηκε σ’ αυτόν στη βελανιδιά του Μαμβρή… κι αυτός υποκλίθηκε μέχρι το έδαφος» (Γεν. 18:1-2). Υπό ποια μορφή λάτρευε ο Αβραάμ το Θεό;
 
Με την απρόσωπη μορφή, ή με τη μορφή της Θεϊκής Ενιαίας Τριάδας; Εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί τιμούμε αυτή τη φανέρωση της Αγίας Τριάδας στην Παλαιά Διαθήκη κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν στολίζουμε τους ναούς μας με κλαριά που συμβολίζουν τις αρχαίες βελανιδιές, κι όταν τιμούμε στο μέσο τους την εικόνα των Τριών Αγγέλων, όπως την τίμησε ο Πατέρας μας ο Αβραάμ! Η κατά σάρκα καταγωγή από τον Αβραάμ μας είναι άχρηστη αν δεν είμαστε αναγεννημένοι στο νερό του Βαπτίσματος, στην πίστη του Αβραάμ. Και η πίστη του Αβραάμ ήταν η πίστη στον Ιησού Χριστό, όπως έχει πει ο ίδιος ο Κύριος: «Ο πατέρας σας ο Αβραάμ αισθάνθηκε αγαλλίαση διότι έμελλε να δει την ημέρα μου· (Ιω. 8:56).
 
Τέτοια ήταν επίσης η πίστη του προφητάνακτα Δαβίδ, ο οποίος άκουσε τον Ουράνιο Πατέρα να λέει στον Ομοούσιο Υιό Του: «Είπε ο Κύριος στον Κύριo μου» (Ψαλμ. 109:1· Πράξ. 2:34). Τέτοια ήταν η πίστη των «τριών παίδων εν τη καμίνω», όταν σώθηκαν από τον «Υιό του Θεού» (Δαν. 3:25)· τέτοια και η πίστη του αγίου προφήτη Δανιήλ, ο οποίος είδε το όραμα των δύο φύσεων του Ιησού Χριστού στο μυστήριο της ενσάρκωσης, όταν ο Υιός του ανθρώπου ήρθε στον Αρχαίο των Ημερών (Δαν. 7:13). Γι’ αυτό και ο Κύριος, απευθυνόμενος στους (βιολογικά αδιαφιλονίκητους) απογόνους του Αβραάμ, είπε: «Αν ήσασταν τα παιδιά του Αβραάμ, θα κάνετε τα έργα του Αβραάμ» (Ιω. 8:39), και τα έργα αυτά είναι «να πιστέψουν σ’ Αυτόν που έστειλε ο Θεός»(Ιω.6:29).
 
Ποιοι λοιπόν οι απόγονοι του Αβραάμ; Οι κατά σάρκα γιοι του Ισαάκ, ή οι γιοι της Άγαρ της Αιγύπτιας; Είναι ο Ισαάκ ή ο Ισμαήλ οι απόγονοι του Αβραάμ; Τι διδάσκει η Αγία Γραφή με το στόμα του θείου Αποστόλου; «Στην περίπτωση του Αβραάμ, οι υποσχέσεις δόθηκαν σ’ αυτόν και στον απόγονό του. Δεν λέει, ‘’και στους απογόνους’’, σαν να επρόκειτο περί πολλών, αλλά περί ενός· ‘’και στον απόγονό σου’’, ο οποίος είναι ο Χριστός» (Γαλ. 3:29). Είναι εκεί, στον Ιησού Χριστό, που ο Αβραάμ έγινε πατέρας πολλών εθνών (Γεν. 17:5· Ρωμ 4:17). Μετά από τέτοιες υποσχέσεις και τέτοιες διαβεβαιώσεις, τι νόημα έχει η σαρκική καταγωγή από τον Αβραάμ;
 
Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, ο Ισαάκ θεωρείται ως το σπέρμα ή ο απόγονος, αλλά μόνο ως εικόνα του Ιησού Χριστού. Αντίθετα με τον Ισμαήλ, (το γιο της Άγαρ. Γεν 16:1), ο Ισαάκ γεννήθηκε στην θαυματουργική «ελευθερία» μιας στείρας μητέρας, σε μεγάλη ηλικία και ενάντια στους νόμους της φύσης, παρόμοια με το Σωτήρα μας, ο οποίος γεννήθηκε από μια Παρθένο. Ανέβηκε το λόφο του Μορία όπως ο Ιησούς ανέβηκε το Γολγοθά, κουβαλώντας στους ώμους του τα ξύλα της θυσίας. Ένας άγγελος έσωσε τον Ισαάκ από το θάνατο, ακριβώς όπως ένας άγγελος κύλισε την πέτρα του μνημείου για να μας δείξει ότι ο τάφος ήταν άδειος, ότι ο αναστημένος δεν βρισκόταν πια εκεί. Την ώρα της προσευχής, ο Ισαάκ συνάντησε τη Ρεββέκα στο λιβάδι και την οδήγησε στη σκηνή της μητέρας του Σάρας, όπως και ο Ιησούς θα συναντήσει την Εκκλησία Του στα σύννεφα για να τη φέρει στα ουράνια σκηνώματα, τη Νέα Ιερουσαλήμ, την πολυπόθητη πατρίδα.
 
Όχι! Δεν έχουμε τον ίδιο Θεό με τους μη Χριστιανούς! Το απολύτως ουσιώδες – εκ των ων ουκ άνευ – για να γνωρίσουμε τον Πατέρα, είναι ο Υιός: «Αυτός που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα· κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα, παρά μόνο μέσω εμού» (Ιω. 14:6,9). Ο Θεός μας είναι ένας Θεός ενσαρκωμένος, τον οποίο «έχουμε δει με τα μάτια μας κι έχουμε αγγίξει με τα χέρια μας» (Α’ Ιω. 1:1). Ο άυλος έγινε υλικός για τη σωτηρία μας, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, κι έχει αποκαλυφθεί σε μας. Αλλά πότε αποκαλύφθηκε στους σημερινούς Εβραίους και Μουσουλμάνους, έτσι ώστε να υποθέσουμε πως γνωρίζουν το Θεό; Αν έχουν μια πλήρη κατανόηση του Θεού έξω από τον Ιησού Χριστό, τότε ο Χριστός ενσαρκώθηκε, πέθανε και αναστήθηκε ματαίως!
 
Σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού, δεν έχουν ακόμα έρθει πλήρως στον Πατέρα. Έχουν κάποια ιδέα περί Θεού, αλλά αυτή η ιδέα δεν περιλαμβάνει την πλήρη αποκάλυψη του Θεού που δόθηκε στον άνθρωπο δια του Ιησού Χριστού. Για μας τους Χριστιανούς, ο Θεός είναι ασύλληπτος, ακατανόητος, απερίγραπτος και άυλος, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος. Για τη σωτηρία μας έγινε (στο βαθμό που είμαστε ενωμένοι μαζί Του) συνειλλημένος, περιγραπτός και υλικός, εξ αποκαλύψεως στο μυστήριο της ενσάρκωσης του Υιού Του. Σ’ Αυτόν ας είναι η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Και γι’ αυτό ο άγιος Κυπριανός της Καρχηδόνας λέει ότι όποιος δεν έχει την Εκκλησία για Μητέρα, δεν έχει το Θεό για Πατέρα!
 
Μακάρι ο Θεός να μας διαφυλάξει από την αποστασία και από τον ερχομό του Αντιχρίστου, τα προκαταρκτικά σημεία του οποίου πολλαπλασιάζονται μέρα με τη μέρα. Μακάρι να μας προστατέψει από τη μεγάλη θλίψη, την οποία ούτε και οι εκλεκτοί δεν θα είναι σε θέση να υπομείνουν δίχως τη χάρη Εκείνου που θα μικρύνει αυτές τις ημέρες. Και μακάρι να μας προστατέψει διατηρώντας μας στο «μικρό ποίμνιο», το «υπολειπόμενο σύμφωνα με την εκλογή της χάρης», έτσι ώστε σαν τον Αβραάμ να μπορέσουμε να αναγαλλιάσουμε στο φως του προσώπου Του, με τις πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας του Θεού και Αειπαρθένου Μαρίας, όλων των κατοίκων του ουρανού, των νεφών των μαρτύρων, προφητών, ιεραρχών, ευαγγελιστών, και ομολογητών που έμειναν πιστοί μέχρι θανάτου, που έχυσαν το αίμα τους για το Χριστό, που μας απέκτησαν με το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού στα νερά του Βαπτίσματος. Είμαστε τα παιδιά τους – οπωσδήποτε αδύναμα, αμαρτωλά και ανάξια· αλλά δεν θα τείνουμε τα χέρια μας προς ένα ξένο θεό! Αμήν
 
π. Βασίλειος Σακκάς
 
La Foi Transmise, 5 Απριλίου 1970 Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιερομονάχου Σεραφείμ Ρόουζ «Η Ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος»

Πηγή: aktines.blogspot.gr

Οι χριστιανοί παγκοσμίως υπό διωγμόν.

Κάθε 6 λεπτά δολοφονείται ένας χριστιανός για θρησκευτικούς λόγους. Μέσα στο 2016 σφαγιάστηκαν 90.000 χριστιανοί σε ολόκληρο τον κόσμο εξαιτίας της πίστεώς τους! Το 70% των δολοφονικών επιθέσεων εναντίον χριστιανών έγινε στην αφρικανική ήπειρο.

Το υπόλοιπο 30% των θυμάτων σκοτώθηκε σε τρομοκρατικές επιθέσεις, κατά τη διάρκεια ολοσχερών καταστροφών που προκλήθηκαν σε χωριά χριστιανών ή κατόπιν κυβερνητικών εντολών! Επιπλέον, περίπου μισό δισεκατομμύριο χριστιανοί δεν μπορούν να εκφραστούν ανοιχτά για τη θρησκεία τους. Στατιστικές εφιαλτικές που φωτίζουν τα σκότη της παραπληροφόρησης. Αυτά είναι τα αποτελέσματα της έρευνας του Κέντρου για τη Μελέτη του Παγκόσμιου Χριστιανισμού και τα οποία επικαλέστηκε σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του Βατικανού ο Μάσιμο Ιντροβίνιε, κοινωνιολόγος και διευθυντής του Κέντρου για τη Μελέτη των Νέων Θρησκειών.
 
Αυτοί οι αριθμοί, αν και άγνωστοι στο ευρύ κοινό, δεν επιδέχονται αμφισβητήσεως. Οι διωγμοί, οι σφαγές, οι τρομοκρατικές επιθέσεις, οι καταστροφές χριστιανικών εκκλησιών, όλα είναι τεκμηριωμένα ένα προς ένα. Παρά το γενικό κλίμα της απόπειρας αποσιώπησης για το φριχτό αντιχριστιανικό κλίμα που έχει επικρατήσει σε Ανατολή και Δύση, υπάρχουν άνθρωποι που καταγράφουν, τεκμηριώνουν και αποκαλύπτουν την αλήθεια. Συνεργοί στις δολοφονίες των αθώων ομοθρήσκων μας είναι εκείνοι που προσπαθούν να συσκοτίσουν την πραγματικότητα και να υποτιμήσουν το αδικοχυμένο αίμα χιλιάδων θυμάτων της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας.
 
Τα κατεστημένα, εξωνημένα ΜΜΕ, τα μέσα παραγωγής κυρίαρχης ιδεολογίας, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, δημοσιολόγοι και πολιτικοί που επιδεικνύουν... υπερευαισθησία σε ζητήματα σεβασμού του ισλαμισμού και προπαγανδίζουν, προωθούν ή ψηφίζουν ενθουσιωδώς υπέρ της ανέγερσης τζαμιών θεωρούν «ανάξια» αναφοράς και καυτηριασμού περιστατικά όπου παραβιάζονται κατάφωρα τα δικαιώματα όσων ακολουθούν τις διδαχές του Χριστού και πιστεύουν σε Εκείνον. 
 
Δυστυχώς, αδιαφορία για τη ζωή, την ελευθερία και την ασφάλεια των χριστιανών έχει και μια μερίδα θρησκευτικών λειτουργών, οι οποίοι επιδεικνύουν μια ανεξήγητη προθυμία προσαρμογής σ’ έναν εφιαλτικό κόσμο νεοταξικού αντιχριστιανικού πνεύματος. Ζούμε σε εποχές αντίστοιχες με εκείνες του Διοκλητιανού, με τη διαφορά ότι σήμερα οι αντιχριστιανικές λεγεώνες φέρουν το έμβλημα της ημισελήνου.   
 
Δημοκρατία, 02.01.2017

Πηγή: aktines.blogspot.gr

Η μετανάστευση στην Σουηδία.


Μουσουλμάνοι βρίζουν και φτύνουν Αιγύπτια Χριστιανή στην Γερμανία...

Προσοχή το βίντεο περιέχει φρασεολόγιο και χειρονομίες ακατάλληλες για άτομα κάτω των 18 ετών. Βλέπετε με δική σας ευθύνη.

Αφγανοί μετανάστες βιάζουν ομαδικά, ανήλικα αγόρια στην Βουλγαρία;

Προσοχή το βίντεο περιέχει περιγραφές ακατάλληλες για άτομα κάτω των 18 ετών, σχετικά με την παραβατική συμπεριφορά Αφγανών σε καταυλισμούς προσφύγων στην Βουλγαρία.

Αναζητηση

Αναγνώστες