Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Για την πολύμορφη κενοδοξία.

Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος
 
1. Η κενοδοξία είναι ως προς τη μορφή, μεταβολή της φυσικής τάξεως, διαστροφή των ηθών και παρατήρηση όσων είναι αξιοκατάκριτα. Ως προς την ποιότητα, επιβουλεύεται το θησαυρό μας, είναι σκορπισμός του κόπου και απώλεια του ιδρώτα, απόγονος της απιστίας, πρόδρομος της υπερηφάνειας, ναυάγιο μέσα στο λιμάνι, μυρμήγκι μέσα στο αλώνι, το οποίο μπορεί να είναι μικρό, αλλά επιβουλεύεται όλο τον καρπό και τον κόπο του γεωργού.

2. Αυτός που κολακεύει είναι υπηρέτης των δαιμόνων, οδηγός προς την υπερηφάνεια, εξολοθρευτής της κατάνυξης, αφανιστής των καλών, αποπλανητής από το δρόμο μας. «Οι μακαρίζοντες γαρ υμάς, πλανώσιν υμάς» (Ησ. γ΄ 12), λέει ο προφήτης Ησαΐας.

3. Χαρακτηριστικό αυτών που έχουν αρετή είναι να υπομένουν γενναία και ευχάριστα τις ύβρεις. Των αγίων δε και των οσίων χαρακτηριστικό είναι να παρέρχονται τους επαίνους αβλαβώς.

4. «Ουδείς γινώσκει τα του ανθρώπου, ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ» (Α΄ Κόρ. β΄ 11). Ας ντραπούν λοιπόν και ας μη μιλούν όσοι επαινούν τους άλλους κατά πρόσωπο.

5. Όταν ακούσεις ότι ο διπλανός σου ή ο φίλος σου σε κορόιδεψε, ενώ ήσουν απών ή παρών, τότε δείξε του αγάπη και επαίνεσέ τον.

6. Ταπεινοφροσύνη δείχνει όχι αυτός που ξευτελίζει και κατηγορεί μόνος τον εαυτό του. Γιατί πώς να μην αντέξει κάποιος αυτά που ο ίδιος κάνει; Αντίθετα ταπεινόφρων είναι εκείνος που υβρίσθηκε από κάποιον άλλο, και ωστόσο δεν ελάττωσε καθόλου την αγάπη του γι΄ αυτόν.

7. Όταν ο δαίμονας δει, ότι έχουμε κάποια ειρηνική κατάσταση, αμέσως μας προτρέπει να αναχωρήσουμε από την έρημο για τον κόσμο. «Πήγαινε, λέει, να σώσεις τις ψυχές που χάνονται».

8. Όποιος απαιτεί να αποκτήσει δώρα πνευματικά σαν μισθό για τους κόπους του, έβαλε λάθος θεμέλιο. Ενώ όποιος λογαριάζει τον εαυτό του σαν χρεοφειλέτη, θα λάβει ξαφνικά απροσδόκητο πλούτο.

9. Μην πείθεσαι στον δαίμονα, ο οποίος δήθεν για να ωφεληθούν αυτοί που ακούν σου βάζει τη σκέψη να παρουσιάσεις τις αρετές σου. «Τι γαρ ωφελήσεται άνθρωπος, εάν όλον τον κόσμον κερδήση ή ωφελήση, εαυτόν δε ζημιώση;» (Ματθ ις΄ 26). Τίποτε δεν μπορεί να ωφελήσει αυτούς που μας βλέπουν περισσότερο από το ταπεινό και ειλικρινές ήθος και τον καθάριο λόγο. Γιατί γίνεται και παράδειγμα στους άλλους για να μην υπερηφανεύονται ποτέ. Και σε σύγκριση με αυτό ποιος λόγος μπορεί να ωφελήσει περισσότερο;

10. Αρχή της ακενοδοξίας είναι η προφύλαξη του στόματος και η αγάπη της ατιμίας. Μέσο της ακενοδοξίας, η αποκοπή όλων των έργων που μας προτείνει η κενοδοξία μας. Τέλος δε της ακενοδοξίας (αν υπάρχει βέβαια τέλος στην άβυσσο) είναι το να κάνουμε ασυναίσθητα αυτά που συντελούν στην ατιμία μπροστά στο πλήθος.
 
Πηγή: orthodoxanswers.gr

Σταχυολογήματα.

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου.

“Αν ένας λαός ή μία πολιτεία υποφέρουν, τότε πρέπει να μετανοήσουν οι πάντες κι ο Θεός θα τα εξομαλύνει όλα προς το καλό”.

Όποιος δεν αγαπά τους εχθρούς, σ’ αυτόν δεν έχει κατοικήσει ακόμη η χάρις του Θεού.
 
Αφόρητη είναι η ζωή χωρίς αγάπη για τον Θεό. Σκότος και ανία για την ψυχή. Όταν όμως έλθει η αγάπη, τότε είναι αδύνατο να περιγραφεί η χαρά της ψυχής.
 
Όποιος γνώρισε την αγάπη του Θεού, αυτός αγαπά όλον τον κόσμο και ποτέ δεν μεμψιμοιρεί, γιατί η πρόσκαιρη θλίψη για τον Θεό προκαλεί αιώνια χαρά.
 
Ας ταπεινώσουμε τον εαυτό μας, και ο Κύριος θα δώσει να γνωρίσουμε την δύναμη της προσευχής του Ιησού.
 
Ψυχή που αγαπά τον Κύριο δεν μπορεί να μην προσεύχεται, γιατί την έλκει προς Αυτόν η χάρη που εδοκίμασε στην προσευχή.
 
Αν κανείς προσεύχεται στον Κύριο και σκέφτεται άλλα πράγματα, τότε ο Κύριος δεν εισακούει αυτού του είδους την προσευχή.
 
Ή αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξ αιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας.
 
Τέτοιος είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα βρίσκονται μέσα στην αγάπη και από την κατά Χριστόν ταπείνωση όλοι θα χαίρονται να βλέπουν τους άλλους ανώτερούς τους. Η ταπείνωση του Χριστού κατοικεί στους μικρότερους κι αυτοί χαίρονται που είναι μικροί.
 
Για να σωθείς είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Για τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση, γιατί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέγει: «Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση;»
 
Η ψυχή του ταπεινού μοιάζει με πέλαγος. Ρίξε μια πέτρα στο πέλαγος. Θα ταράξει για λίγο την επιφάνεια και μετά καταδύεται αμέσως στα βάθη. Έτσι καταβυθίζονται στην καρδιά του ταπεινού οι θλίψεις, γιατί η δύναμη του Κυρίου είναι μαζί του.
 
Ή υπερηφάνεια καίει σαν την φωτιά κάθε καλό, ενώ η κατά Χριστόν ταπείνωση είναι γλυκεία και δεν περιγράφεται. Κι αν το ήξεραν αυτό οι άνθρωποι, τότε όλη η οικουμένη θα σπούδαζε αυτήν την επιστήμη.
 
Ψυχή αμαρτωλή, αιχμάλωτη στα πάθη, δεν μπορεί να έχει ειρήνη και χαρά εν Κυρίω, έστω κι αν έχει όλα τα πλούτη της γης, έστω κι αν βασιλεύει σ’ όλον τον κόσμο.
 
Αν οι άρχοντες τηρούσαν τις εντολές του Κυρίου και ο λαός και οι υπήκοοι υπάκουαν με ταπείνωση, θα υπήρχε μεγάλη ειρήνη και αγαλλίαση πάνω στη γη. Εξαιτίας όμως της φιλαρχίας και της ανυπακοής των υπερήφανων υποφέρει όλη η οικουμένη.
 
Το μέτρο της εγκράτειας πρέπει να είναι τέτοιο που να παραμένει η καρδιά στην προσευχή μετά το γεύμα.
 
Να η πιο σύντομη και εύκολη οδός για την σωτηρία: Να είσαι υπάκουος εγκρατής, να μην κατακρίνεις και να φυλάγεις τον νου και την καρδιά σου απ’ τους κακούς λογισμούς.
 
Το καλύτερο έργο είναι να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να βαστάζουμε τις θλίψεις με ελπίδα.
 
Για να γνωρίσει κανείς τον Κύριο δεν χρειάζεται να είναι πλούσιος ή επιστήμονας,αλλά χρειάζεται να είναι εγκρατής, να έχει πνεύμα ταπεινό και ν’ αγαπά τον πλησίον.
 
Ή απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος ισχυρίζεται ότι θα γνωρίσει τα πάντα με τον νου του και την επιστήμη, αλλά η γνώσι του Θεού παραμένει ανέφικτη γι’ αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνον με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. Ο Κύριος αποκαλύπτεται στις ταπεινές ψυχές. Σ’ αυτές δείχνει ο Κύριος τα Έργα Του, που είναι ακατάληπτα για τον νου μας.
 
Καλότυχη η ψυχή που αγαπά τον αδελφό της, γιατί ο αδελφός μας είναι η ζωή μας.
 
Ή ψυχή δεν μπορεί να έχει ειρήνη, αν δεν προσεύχεται για τους εχθρούς.
 
Μεγάλο πρόσωπο είναι ο Ιερέας, ο λειτουργός του αγίου Θυσιαστηρίου του Θεού. Όποιος τον προσβάλλει, προσβάλλει το Άγιο Πνεύμα που ζει σ’ αυτόν.
 
Αν ο άνθρωπος δεν τα λέει όλα στον πνευματικό, τότε είναι ο δρόμος του στραβός και δεν οδηγεί στην σωτηρία.
 
Είναι απαραίτητο να έχουμε υπακοή, ταπείνωση και αγάπη, αλλιώς όλες οι μεγάλες ασκήσεις και αγρυπνίες μας αποβαίνουν μάταιες.
 
Ο Κύριος αγαπά την υπάκουη ψυχή και της δίνει την ειρήνη Του, και τότε όλα είναι καλά κι η ψυχή αισθάνεται αγάπη για όλους.
 
Ο αληθινός υποτακτικός μισεί το θέλημα του κι αγαπά τον πνευματικό πατέρα και γι’ αυτό λαμβάνει την ελευθερία να προσεύχεται στον Θεό με καθαρό νου κι η ψυχή του θεωρεί τον Θεό χωρίς λογισμούς και αναπαύεται κοντά Του.
 
Αν ένας λαός ή μία πολιτεία υποφέρουν, τότε πρέπει να μετανοήσουν οι πάντες κι ο Θεός θα τα εξομαλύνει όλα προς το καλό.
 
Ο άγιος Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος λέει πως οι εντολές του Θεού δεν είναι βαρείες, αλλά ελαφρές . Ναι, είναι ελαφρές, αλλά μόνον εξ αιτίας της αγάπης, χωρίς την αγάπη όμως όλα είναι δύσκολα.

Πηγή: orthodoxanswers.gr
 
(Σχόλιο Εγκολπίου: Ο Άγιος Σιλουανός όπως και όλοι οι Ρώσοι, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι Μοναχοί του Αγίου Όρους, δεν είχαν αποδεχθεί την καινοτομία του νέου ημερολογίου το έτος 1924. Οι τρείς αγιορείτικες Μονές των Εθνών αυτών μάλιστα, ως το 1946 δεν εδέχοντο το μνημόσυνο του νεοημερολγίτου Πατριάρχου αλλά ούτε και Ιερείς του νέου ημερολογίου στις Μονές τους. Αυτό αποσιωπάται από την επίσημη εκκλησιαστική ιστορία και τον Άγιο Σιλουανό τον αφήνουν να εμφανίζεται στους αδαείς αναγνώστες ως δήθεν μνημονευτή.)

Ο Κλήμης Ρώμης για την αποστολική διαδοχή και τα σχίσματα.


Η αποστολική διαδοχή είναι ένα σπουδαίο εκκλησιολογικό θέμα διότι μας δείχνει (και) ιστορικά την γραμμή της Εκκλησίας που ίδρυσε ο Χριστός, από το 33 μ. Χ. που φανερώθηκε ορατά (συγκεκριμένη πίστη, δομή, και με πρόσωπα που διαχειρίζονταν τα πνευματικά πράγματα κατόπιν χειροτονίας), ως τις μέρες μας. Στην αρχαία Εκκλησία κανείς δεν δρα αυτόνομα και αυθαίρετα όσον αφορά τα εκκλησιαστικά πράγματα. Υπάρχει σειρά και τάξη, που όρισε ο ίδιος ο Θεός.

Ο άγιος Κλήμης γράφει προς τους Κορίνθιους, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν άτομα που διατάρασσαν την αρμονία και την ενότητα της τοπικής αυτής Εκκλησίας, με αποτέλεσμα την δημιουργία εσωτερικών σχισμάτων. Στην επιστολή του, κατά τον καθηγητή Χ. Κρικώνη, συμβουλεύει «τους Κορινθίους να έχουν μεταξύ τους ομόνοια και να πειθαρχούν στους λειτουργούς τους [..] Με την μεσολάβηση του ο Κλήμης κατακρίνει τις ενέργειες των προπετών Κορινθίων σε βάρος των μονίμων λειτουργών, για τους οποίους επικαλείται την αποστολική διαδοχή και συνιστά υποταγή σ’ αυτούς τους λειτουργούς [..] » (Αποστολικοί Πατέρες, Ά τόμος, σελ. 36).

Ας δούμε απόσπασμα της πολύ σημαντικής αυτής πρωτοχριστιανικής επιστολής, γραμμένη περίπου το 97 μ. Χ.

«Οι Απόστολοι κήρυξαν σε μας το Ευαγγέλιο σταλμένοι από τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Ιησούς Χριστός απεστάλη από τον Θεό. Ο Ιησούς Χριστός απεστάλη από το Θεό και οι Απόστολοι από τον Ιησού Χριστό· έγιναν και τα δύο με τάξη, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αφού έλαβαν λοιπόν οι Απόστολοι εντολές και αφού πληροφορήθηκαν και βεβαιώθηκαν με την Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και αφού πιστοποίησαν τη σταθερότητα της πίστεως με το λόγο του Θεού, πληρωμένοι με το Άγιο Πνεύμα βγήκαν για να ευαγγελισθούν ότι πρόκειται να έλθει η Βασιλεία του Θεού. Κηρύσσοντες λοιπόν σε διάφορες χώρες και πόλεις εγκαθιστούσαν τους πρώτους διαδόχους τους, αφού τους δοκίμαζαν πνευματικά, σε επισκόπους και διακόνους [1] για εκείνους που επρόκειτο να πιστεύσουν. Και αυτό όχι ως κάποια καινοτομία· γιατί πριν από πολλά χρόνια είχε γραφτεί για τους επισκόπους και διακόνους. Γιατί έτσι λέει κάπου η Γραφή· «Καταστήσω τους επισκόπους αυτών εν δικαιοσύνη και τους διακόνους αυτών εν πίστει» (Ησαίας 60,17). Και τι το παράδοξο, εάν εκείνοι (οι Απόστολοι) στους οποίους ο Θεός εμπιστεύθηκε ένα τόσο μεγάλο έργο στο όνομα του Χριστού εγκατέστησαν τους προαναφερθέντες, όπου και ο μακάριος, «ο πιστός θεράπων (λειτουργός) μέσα σε όλο τον οίκο» Μωυσής όλα όσα του διατάχθηκαν κατέγραψε στα ιερά βιβλία, αυτόν ακολούθησαν και οι λοιποί προφήτες, επιβεβαιώνοντας έτσι όλα όσα είχαν νομοθετηθεί από αυτόν. Γιατί εκείνος, όταν καταλήφθηκαν από φθόνο για το αξίωμα της ιεροσύνης και εστασίαζαν οι φυλές, με το ποια από αυτές θα μπορούσε να στολιστεί με το ένδοξο όνομα (της ιεροσύνης), διέταξε τους δώδεκα φυλάρχους να φέρουν σ’ αυτόν ράβδους γραμμένες με το όνομα της κάθε φυλής, και αφού πήρε τις ράβδους, τις έδεσε και τις σφράγισε με τα δακτυλίδια των φυλάρχων και τις τοποθέτησε στη Σκηνή του Μαρτυρίου, πάνω στην Τράπεζα του Θεού. Και αφού έκλεισε τη Σκηνή εσφράγισε και τις κλειδαριές, όπως και τις ράβδους. Και τους είπε· άνδρες αδελφοί, εκείνης της φυλής που η ράβδος θα συνέβαινε να βλαστήσει, αυτή έχει εκλέξει ο Θεός για να ιερατεύει και να λειτουργεί Αυτόν. Όταν έγινε πρωί, συγκέντρωσε όλο το λαό του Ισραήλ, τις εξακόσιες χιλιάδες ανδρών, και επέδειξε στους φυλάρχους τις σφραγίδες (άθικτες) και άνοιξε τη Σκηνή του Μαρτυρίου και πήρε τις ράβδους· και βρέθηκε η ράβδος του Ααρών όχι μόνο να έχει βλαστήσει, αλλά και να έχει καρπό. Τι νομίζετε, αγαπητοί; Δεν προγνώριζε ο Μωυσής ότι τούτο επρόκειτο να γίνει; Και βέβαια το γνώριζε· αλλά για να μη γίνει ακαταστασία στον Ισραήλ, ενήργησε έτσι, για να δοξαστεί το Όνομα του αληθινού και μόνου Θεού· Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Και οι απόστολοί μας γνώριζαν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι η φιλονικία θα είναι για το αξίωμα της επισκοπής. Για αυτήν λοιπόν την αιτία, αφού είχαν λάβει τέλεια γνώση από πριν, εγκατέστησαν τους προαναφερθέντες, και εν τω μεταξύ έδωσαν και το δικαίωμα (εντολή), όταν πεθάνουν να τους διαδεχτούν άλλοι δοκιμασμένοι άνδρες στην λειτουργία τους. Αυτούς λοιπόν που είχαν εγκατασταθεί από εκείνους ή στο μεταξύ από άλλους ελλόγιμους (αξιόλογους) άνδρες με τη συγκατάθεση όλης της Εκκλησίας, και οι οποίοι άσκησαν το λειτούργημά τους άμεμπτα στο ποίμνιο του Χριστού με ταπεινοφροσύνη, ήσυχα και χωρίς βαναυσότητα και των οποίων η ευάρεστη ζωή από πολλά χρόνια είχε μαρτυρηθεί από όλους, αυτούς δεν νομίζουμε ότι είναι δίκαιο να αποβάλλουμε από τη λειτουργία τους. Γιατί δεν θα είναι μικρή αμαρτία σε μας, εάν αυτούς που άμεμπτα και όσα προσέφεραν τα δώρα [2] αποβάλλουμε από την επισκοπή. Μακάριοι είναι οι προηγηθέντες πρεσβύτεροι, οι οποίοι είχαν καρποφόρο και τέλεια ανάλυση (επίγεια ζωή), γιατί δεν έχουν πια φόβο μήπως κάποιος τους μεταθέσει από τη θέση που είχε ιδρυθεί για αυτούς. Γιατί βλέπουμε ότι μερικούς, εσείς τους απομακρύνατε από το τιμημένο λειτούργημά τους που ανήκε σ’ αυτούς, αν και πολιτεύονταν καλά και άμεμπτα».

(Απόσπασμα από την επιστολή του αγίου Κλήμη Ρώμης προς «Κορινθίους», Αποστολικοί Πατέρες Α’ τόμος, Χ. Κρικώνης, σελ. 85-89).
 
________________________________
Σημειώσεις:

[1] Στην εποχή του αγίου Κλήμη, «επίσκοπος» και «πρεσβύτερος» σήμαιναν το ίδιο πράγμα. Λίγο αργότερα, επί αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, θα ξεχωρίσουν οι ονομασίες, όπου πια ο «επίσκοπος» θα είναι ο μόνιμα εγκατεστημένος σε μία συγκεκριμένη επισκοπή, «προφήτης». Ο δε «προφήτης», έχει ήδη εκλεγεί από το Άγιο Πνεύμα, και έχει χειροτονηθεί από τους αποστόλους. Ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς γράφει: «Η χρήση στο κείμενο του καινοδιαθηκικού όρου «επίσκοποι» για τον προσδιορισμό του τοπικού ιερατείου είναι παράλληλη προς τον επίσης καινοδιαθηκικό όρο «πρεσβύτεροι», οι οποίοι αναμφίβολα ταυτίζονται κατά το περιεχόμενο και εναλλάσσονται κατά τη χρήση τους στην επιστολή του Κλήμη» (Α’ τόμος Εκκλ. Ιστορίας, σελ. 85).

[2] Τα «Δώρα», είναι τα Τίμια Δώρα (ο άρτος και ο οίνος) που προσφέρει η Εκκλησία δια των ιερέων, προκειμένου να πέμψει ο Θεός την άκτιστη χάρη Του για να επέλθει η μεταβολή αυτών σε Σώμα και Αίμα Χριστού.

«[..] το ουσιαστικό «δώρα», ήτοι τη θεία ευχαριστία (‘’τα δώρα της επισκοπής’’) [..]» (Βλ. Φειδάς, Εκκλ. Ιστορία Α’ τόμος, σελ. 83).

Επίσης, ο καθηγητής Β. Στεφανίδης γράφει : «Τους ουν κατασταθέντας υπ' εκείνων (των αποστόλων) ή μεταξύ υφ' ετέρων ελλογίμων ανδρών, συνευδοκησάσης της εκκλησίας απάσης, και λειτουργήσαντας αμέμπτως, τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι της λειτουργίας. Αμαρτία γαρ ου μικρά ημιν έσται, εάν τους αμέμπτως και οσίως προσενεγκότες τα δώρα, της επισκοπής αποβάλλωμεν» (ΚΕΦ. 44) Υπό τα ‘’δώρα’’ νοείται η θεία ευχαριστία» (Εκκλησιαστική Ιστορία σελ. 45).
 
Πηγή: exprotestant.blogspot.com

Πείθεσθε εις τους προεστώτάς σας και υπακούετε.

«Πείθεσθε εις τους προεστώτάς σας και υπακούετε· διότι αυτοί αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών σας ως μέλλοντες να αποδώσωσι λόγον· διά να κάμνωσι τούτο μετά χαράς και μη στενάζοντες· διότι τούτο δεν σας ωφελεί».

(Παύλου του αποστόλου, επιστολή ''Προς Εβραίους, 13:17).

Σχολιάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πάνω στο εδάφιο αυτό του αποστόλου Παύλου:

«Όλα να τα κάμνωμεν, ώστε να ημπορέσωμεν να έχωμεν πλησίον μας το άγιο Πνεύμα, και να τιμώμεν πάρα πολύ εκείνους που ορίσθησαν να μεταδίδουν την ενέργειαν αυτού, διότι είναι μεγάλη η αξία των ιερέων. ‘’Ων αν αφήτε’’, λέγει, ‘’αφέωνται αι αμαρτίαι’’. Δια τούτο και ο Παύλος έλεγε, ‘’Πείθεσθαι τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε’’, και να τους τιμάτε πάρα πολύ. Διότι συ μεν φροντίζεις δια τα ιδικά σου, και αν τα τακτοποιήσης αυτά καλώς, δεν είσαι καθόλου υπεύθυνος για τους άλλους, ο ιερεύς όμως και αν ακόμη τακτοποιήση καλώς τον ιδικόν του βίον, δεν δείξει όμως την πρέπουσαν φροντίδα δια σένα ή δι’ όλα τα μέλη του ποιμνίου του, θα οδηγηθή μαζί με τους πονηρούς εις την γέενναν και πολλές φορές χωρίς να προδίδεται από τους ιδικούς του, οδηγείται εις την καταστροφήν από σας, αν δεν ρυθμίσει καλώς όλα εκείνα που έχουν σχέσιν με αυτόν.

Γνωρίζοντας λοιπόν το μέγεθος του κινδύνου, να αποδίδετε εις αυτούς πολλήν συμπάθειαν, πράγμα που και ο Παύλος υπηνίχθη, λέγων, ότι ‘’αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών’’, και όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά ‘’ως λόγον αποδώσοντες’’, δια τούτο πρέπει αυτοί να απολαύουν πολλής τιμής. Εάν όμως μαζί με τους άλλους ενεργήτε και σεις εναντίον των, τότε ούτε και σεις θα ευρίσκεσθε εις καλήν κατάστασιν, διότι εν όσω ο κυβερνήτης ευρίσκεται εις κατάστασιν ευθυμίας, θα ευρίσκωνται και οι επιβάται εις ασφάλειαν, αν όμως τον περιφρονούν εκείνοι και κρατούν στάσιν εχθρικήν εναντίον του και έτσι τον ταλαιπωρούν. Τότε ούτε και να επαγρυπνήση ημπορεί καθ’ όμοιον τρόπον, ούτε να ασκήση καλώς το έργον του και χωρίς να το θέλη περιβάλλη αυτούς με άπειρα κακά».

(Έργα Ι. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14, σελ. 713) 
 
Πηγή: exprotestant.blogspot.com

Η τιμητική προσκύνηση των κτισμάτων.

  https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjyigNlAIQdpiOjvCpSR9KInaPM1MIzTQpPAwHWV2_iE6CY871ncI_2kSEAQA7ArC1AO11o-YxNpTVHAmKccXdb_C01DNvkMr5MHyc-WQeI0rxhV3w3JdXj5rLXLgxYwVD_86mF39kyYPJi/s1600/AgiosIoannisDamaskinos07.jpg
 
 Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού.
 
«Πρώτα εκείνοι στους οποίους αναπαύεται ο Θεός, ο μόνος άγιος ‘’εν αγίοις αναπαυόμενος’’ (Ης. 57,15), όπως είναι η αγία Θεοτόκος και όλοι οι άγιοι. Αυτοί είναι εκείνοι που κατά το δυνατόν έγιναν όμοιοι με το Θεό και από τη δική τους προαίρεση και από τη θεία ενοίκηση και βοήθεια, οι οποίοι λέγονται και θεοί, αληθινά, όχι κατά φύση, αλλά κατά θέση, όπως και το πυρακτωμένο σίδερο λέγεται φωτιά, όχι ως προς τη φύση του, αλλά ως προς τη θέση και τη μέθεξη της φωτιάς· γιατί λέει ‘’άγιοι έσεσθε, ότι Εγώ άγιος ειμί’’ (Δευτερονόμιο 19,2). Αυτό είναι το πρώτο, δηλαδή η προαίρεση. Έπειτα, στον καθένα που θέλει το αγαθό, ο Θεός βοηθάει για το αγαθό, έπειτα ‘’ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω’’ (Β’ Κορ. 6,16), και ‘’ναοί εσμέν Θεού και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν ημίν’’ (Α’ Κορ. 3,16), και ‘’έδωκεν αυτοίς εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων, ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν’’ (Ματθ. 10,1), και ‘’ζω Εγώ, λέγει Κύριος, αλλ’ η τους δοξάζοντάς με δοξάσω’’ (Ά Βας. 2,30), και ‘’είπερ συμπάσχομεν, ίνα και συνδοξασθώμεν’’ (Ρωμ. 8,17), και ‘’ο Θεός έστη εν συναγωγή θεών, εν μέσω δε θεούς διακρινεί’’ (Ψαλμός 81,1). Όπως λοιπόν είναι αληθινά θεοί, όχι κατά φύση, αλλά ως μέτοχοι του κατά φύση Θεού, έτσι είναι και προσκυνητοί, όχι κατά φύση, αλλ΄ επειδή έχουν μέσα τους τον κατά φύση προσκυνητό, όπως το πυρακτωμένο σίδερο δεν είναι από τη φύση του απρόσιτο στην αφή και καυστικό, αλλ΄ επειδή μετέχει στο κατά φύση καυστικό. Προσκυνούνται λοιπόν ως δοξασμένοι από τον Θεό, επειδή αποδείχτηκαν φοβεροί στους αντίθετους και ευεργέτες σε εκείνους που τους πλησιάζουν με πίστη, όχι βέβαια ως κατά φύση θεούς και ευεργέτες, αλλά ως υπηρέτες και λειτουργούς του Θεού και ως προικισμένους με θάρρος εξαιτίας της αγάπης τους προς αυτόν. Τους προσκυνούμε λοιπόν, επειδή λατρεύεται ο βασιλιάς βλέποντας να προσκυνείται αγαπημένος του υπηρέτης, όχι ως βασιλιάς, αλλά ως υπάκουος λειτουργός και αγαπημένος φίλος. Και ικανοποιούνται τα αιτήματα όσων πλησιάζουν με πίστη, είτε διότι ο υπηρέτης το ζητά από το βασιλιά, είτε διότι ο βασιλιάς δέχεται την τιμή και την πίστη εκείνου που ζητάει από τον υπηρέτη του· αφού τελικά από αυτόν το ζήτησε. Έτσι όσοι προσήρχοντο μέσω των αποστόλων θεραπεύονταν. Έτσι η σκιά και τα σουδάρια και τα σιμικίνθια των αποστόλων παρήχαν ιάσεις (Πράξεις Αποστόλων 5:15, 19:12). Εκείνοι όμως που θέλουν με τρόπο αντάρτη και αποστάτη να προσκυνούνται ως θεοί, αυτοί είναι απροσκύνητοι και άξιοι της αιώνιας φωτιάς. Και όσοι περιφρονητικά, με υπερήφανο φρόνημα, δεν προσκυνούν τους υπηρέτες του Θεού, ως αλαζόνες και υπερήφανοι, καταδικάζονται, σαν να ασεβούν στο Θεό. Και αυτό το βεβαιώνουν τα παιδιά που ξεφώνιζαν περιφρονητικά τον Ελισσαίο και έγιναν τροφή στις αρκούδες [1].

Δεύτερος τρόπος είναι εκείνος με τον οποίο προσκυνούμε τα κτίσματα, μέσω των οποίων και στα οποία ο Θεός πραγματοποίησε τη σωτηρία μας, είτε πριν από την παρουσία του Κυρίου, είτε μετά την ένσαρκη οικονομία του, όπως είναι το όρος Σινά και η Ναζαρέτ, η φάτνη στη Βηθλεέμ και το σπήλαιο, ο άγιος Γολγοθάς, το ξύλο του σταυρού, τα καρφιά, ο σπόγγος, το καλάμι, η ιερή και σωτήρια λόγχη, η εσθήτα, ο χιτώνας, τα σεντόνια, τα σπάργανα, ο άγιος τάφος, η πηγή της αναστάσεώς μας, ο λίθος του μνήματος, το άγιο όρος Σιών, το όρος επίσης των Ελαιών, η προβατική κολυμβήθρα και ο πανάγιος ναός της Γεσθημανής. Αυτά και τα παρόμοια τα σέβομαι και τα προσκυνώ και κάθε άγιο ναό του Θεού και κάθε τι στο οποίο αναφέρεται το όνομα του Θεού, όχι εξ αιτίας της φύσεώς τους, αλλά επειδή είναι δοχεία θείας ενέργειας και μέσω αυτών και μέσα σε αυτά ευδόκησε ο Θεός να πραγματοποιήσει τη σωτηρία μας. Και αγγέλους και ανθρώπους και κάθε ύλη που είναι μέτοχη της θείας ενέργειας και διακόνησε τη σωτηρία μου, τη σέβομαι και την προσκυνώ εξ αιτίας της θείας ενέργειας. Δεν προσκυνώ τους Ιουδαίους, γιατί δεν είναι μέτοχοι της θείας ενέργειας, ούτε σταύρωσαν τον Κύριο της δόξας, το Θεό μου, με σκοπό την σωτηρία μου, αλλά μάλλον κινήθηκαν από φθόνο και μίσος προς τον Θεό και ευεργέτη. ‘’Κύριε, ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου σου’’, λέει ο Δαβίδ, ‘’και τόπον σκηνώματος δόξης σου’’, (Ψαλμός 25,8) και ‘’προσκυνήσατε εις τον τόπον, ου έστησαν οι πόδες αυτού’’ (Ψαλμός 131,7), και ‘’προσκυνείτε εις όρος άγιον αυτού’’ (Ψαλμός 98,9). Άγιο και έμψυχο όρος του Θεού είναι η αγία Θεοτόκος, όρη του Θεού λογικά είναι οι απόστολοι· ‘’Τα όρη εσκίρητασαν ωσεί κριοί, και οι βουνοί ως αρνία προβάτων’’ (Ψαλμός 113,4).

Τρίτος είναι ο τρόπος με τον οποίο προσκυνούμε όσα είναι αφιερωμένα στον Θεό, εννοώ τα ιερά Ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία, γιατί γράφτηκαν για να νουθετήσουν εμάς που ζούμε στα έσχατα χρόνια. Επίσης είναι φανερό ότι οι δίσκοι και τα ποτήρια, τα θυμιάματα, οι λυχνίες και οι τράπεζες, όλα αυτά είναι σεβάσμια· γιατί πρόσεχε, όταν ο Βαλτάσαρ διέταξε να υπηρετηθεί ο λαός με τα ιερά σκεύη, πως ο Θεός κατάργησε τη βασιλεία του.

Τέταρτος είναι ο τρόπος με τον οποίο προσκυνούνται οι εικόνες που φανερώθηκαν στους προφήτες (γιατί είδαν το Θεό με εικονική όραση) και οι εικόνες που αναφέρονται σε εκείνα που επρόκειτο να συμβούν, όπως είναι η ράβδος του Ααρών, που εικονίζει το μυστήριο της Παρθένου, και η στάμνα και η τράπεζα· αλλά και ο Ιακώβ προσκύνησε στο άκρο της ράβδου και ήταν τύπος του Σωτήρα. Επίσης οι εικόνες που αποτελούν ανάμνηση γεγονότων, διότι η ίδια η σκηνή ήταν παγκόσμια εικόνα (λέει στο Μωυσή, ''όρα τον τύπον τον δειχθέντα σοι εν τω όρει’’), και τα χρυσά χερουβίμ, έργο χυτό, και τα χερουβίμ του παραπετάσματος, έργο υφαντό. Έτσι προσκυνούμε τον τίμιο τύπο του σταυρού, το ομοίωμα της σωματικής μορφής του Θεού μου και εκείνης που τον γέννησε κατά σάρκα, και των υπηρετών του».

(Ι. Δαμασκηνός, ΕΠΕ 3, σελ. 247- 255).
 
Πηγή: exprotestant.blogspot.com

Εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω

«Πως φθάνει κανείς, ώστε να μη είναι από τον κόσμο; Εάν σταυρώσει τον εαυτό του ως προς τον κόσμο και τον κόσμο στον εαυτό του, όπως έλεγε και ο Παύλος· ''εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω’’ (Γαλάτες, 6:14). Και ως προς τι, λέγει, συμφωνούν αυτά τα λόγια προς εκείνα; Τα λόγια βέβαια, λέγει, είναι άλλα, η δύναμη όμως και των δύο είναι μία και η αυτή. Πράγματι, όπως εκείνος που βρίσκεται έξω από την οικία, δεν διακρίνει αυτούς που βρίσκονται κλεισμένοι μέσα, έτσι ούτε ο σταυρωμένος ως προς τον κόσμο, δηλαδή ο νεκρωμένος, δεν έχει κάποια αίσθηση προς τα πράγματα του κόσμου. Και όπως πάλι το νεκρό σώμα δεν έχει καμία αίσθηση ούτε προς τα ζωντανά ούτε και τα νεκρά σώματα που βρίσκονται μαζί του, έτσι και εκείνος, που βρίσκεται έξω από τον κόσμο και ζει μέσα στο θείο Πνεύμα και μαζί με τον Θεό, δεν μπορεί να έχει αίσθηση προς τον κόσμο ή τα πράγματα του κόσμου.

Έτσι λοιπόν, αδελφοί, και πριν το θάνατο και την ανάσταση των σωμάτων συμβαίνει θάνατος και ανάσταση των ψυχών έμπρακτος και κατά τρόπο δυναμικό, εμπειρικό και αληθινό. Όταν δηλαδή το θνητό φρόνημα εξαφανίζεται από τον αθάνατο νου και η νεκρότητα διώκεται από τη ζωή, τότε η ψυχή, σαν να αναστήθηκε από τους νεκρούς, βλέπει ομολογουμένως τον εαυτό της, όπως ακριβώς βλέπουν τον εαυτό τους εκείνοι που σηκώθηκαν από τον ύπνο, και αναγνωρίζουν τον Θεό που την ανέστησε, τον οποίο, αφού τον κατανοήσει και τον ευχαριστήσει, προσκυνά και δοξολογεί την άπειρη αγαθότητά του. Ενώ το σώμα δεν έχει καμία έμπνευση ή κίνηση ή ενθύμηση προς τις δικές του επιθυμίες, αλλά με όλα αυτά γίνεται νεκρό και χωρίς πνοή».

(Απόσπασμα από τον εικοστό όγδοο «Κατηχητικό λόγο» του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, «Περί της ζωοποιού νεκρώσεως», Τ. Φ 19Δ, σελ. 363-365).
 
Πηγή: exprotestant.blogspot.com

Παντελής αγνωσία γνώσις εστί του υπέρ πάντα.

 
Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.
 
«Το σκότος αφανίζεται από το φως, και μάλιστα από το πολύ φως· η αγνωσία αφανίζεται από τις γνώσεις, και μάλιστα από τις πολλές γνώσεις. Αφού εκλάβεις αυτούς τους όρους όχι με την έννοια της στερήσεως αλλά της υπεροχής [1], διακήρυξε με βεβαιότητα ότι η κατά Θεόν αγνωσία διαφεύγει από εκείνους που έχουν αισθητό φως και γνώση των αισθητών όντων, και το υπερβατικό του φως, αφ’ ενός μεν καλύπτεται για όλο το φως, αφ’ ετέρου δε αποκρύπτει όλη τη γνώση. Όποιος λοιπόν, βλέποντας τον Θεό, κατάλαβε τι είδε, αυτός δεν είδε τον Θεό, αλλά κάτι από τα δικά του τα όντα και γινωσκομένα [2]. Αυτός όμως ο ίδιος, ο Θεός, εδραιωμένος επάνω από νου και ουσία, με το ότι δεν γνωρίζεται καθόλου και δεν υφίσταται, με αυτό ακριβώς υφίσταται υπερουσίως και γνωρίζεται υπέρ νουν. Και η τέλεια αγνωσία, με την υψηλότερη σημασία της λέξεως, συνιστά την γνώση αυτού που ευρίσκεται επάνω από όλα τα γνωριζόμενα».

(1η Επιστολή, «Προς Γάιο», Φ. ΕΠΕ 3, σελ. 493). 

Σημειώσεις:
 
[1] Κατά την κοινή έννοια, το σκότος οφείλεται σε στέρηση του φωτός και η αγνωσία σε στέρηση της γνώσεως. Υπεροχικά όμως, στο Θεό, το σκότος οφείλεται στο άφθονο φως και η αγνωσία στο πλήθος γνώσεων.

[2] Βλ. Γρηγορίου Νύσσης, «Εις τον βίον του Μωυσέως», PG 44,377 Α, «εν τούτω ιδείν, εν τω μη ιδείν».
 
Πηγή: exprotestant.blogspot.com

Ο αγαπών τον Θεόν.

 Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού.
 
«Εκείνος που αγαπά τον Θεό δεν είναι δυνατό να μην αγαπήσει και κάθε άνθρωπο σαν τον εαυτό του, αν και δυσκολεύεται από τα πάθη εκείνα που δεν έχουν ακόμα καθαρισθεί. Για αυτό, βλέποντας και την επιστροφή του από αυτά και τη διόρθωσή του, νιώθει αμέτρητη και απερίγραπτη χαρά.

Η ψυχή που είναι κυριευμένη από πάθη είναι ακάθαρτη· διότι είναι γεμάτη από λογισμούς επιθυμίας και μίσους.

Εκείνος που βλέπει ίχνος μίσους μέσα στην καρδιά του για οποιοδήποτε άνθρωπο, είναι ξένος εξ ολοκλήρου της αγάπης προς τον Θεό· διότι η αγάπη προς τον Θεό δεν ανέχεται τελείως το μίσος προς τον άνθρωπο.

''Ο αγαπών με’’, λέγει ο Κύριος, ''τας εντολάς μου τηρήσει’’ (Ιωάννης 14:15). ''Αύτη δε εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους’’ (Ιωάννης 15:12). Εκείνος λοιπόν που δεν αγαπά τον πλησίον του, δεν τηρεί την εντολή αυτή. Εκείνος δε που δεν τηρεί την εντολή αυτήν, δεν είναι δυνατόν να αγαπήσει ούτε τον Κύριο».

(Φ. ΕΠΕ 14, σελ. 177, ''Κεφάλαια Περί Αγάπης’’, Εκατοντάδα Α’).  

Πηγή: exprotestant.blogspot.com

Θείος έρωτας.


Στο παρακάτω απόσπασμα από τα «Αρεοπαγιτικά συγγράμματα», μας εξηγείται το γιατί δεν είναι κακό να χρησιμοποιούμε την φράση «θείος έρωτας», προκειμένου να περιγράψουμε την αγάπη προς τον Θεό.

«Όμως, για να μη φανεί ότι λέγοντας αυτά τα πράγματα παραβαίνομε τα θεία Λόγια ας τα ακούσουν όσοι διαβάλλουν τον όρο έρως. Λέγει, ‘’Εράσθητι αυτής και τηρήσει σε· παριχαράκωσον αυτήν, και υψώσει σε· τίμησον αυτήν, ίνα σε περιλάβη’’ (Παροιμίες 4: 6.8). Μερικοί μάλιστα από τους ιερολόγους μας νόμισαν ότι το όνομα του έρωτος είναι θειότερο από το όνομα της αγάπης. Γράφει ο θείος Ιγνάτιος· ‘’ο εμός έρως εσταύρωται’’ (Ρωμαίους 7:3). Αλλά και στα κείμενα που εισάγουν στα Λόγια θα εύρεις λόγους που λέγουν τα εξής περί της θείας Σοφίας· ‘’Εραστής εγενόμην του κάλλους αυτής’’ (Σοφία Σολομώντα, 8:2). Ώστε λοιπόν να μη φοβηθούμε αυτή τη λέξη του έρωτος ούτε να μας θορυβήσει κανένας λόγος φοβίζοντάς μας γι’ αυτόν.

Εγώ πραγματικά νομίζω ότι οι θεολόγοι θεωρούν ταυτόσημες τις λέξεις της αγάπης και του έρωτος· γι’ αυτό μάλιστα στα θεία αναφέρουν περισσότερο τον όντως έρωτα, εξ αιτίας της άτοπης αντιλήψεως εκείνων των ανθρώπων. Ενώ δηλαδή ο όντως έρως υμνείται, όχι μόνο από μας, αλλά και από τα ίδια τα Λόγια, θεοπρεπώς, τα πλήθη μη μπορώντας να χωρέσουν το ενοειδές της ερωτικής θεωνυμίας γλίστρησαν όπως τους ταίριαζε προς τον μεριστό και σωματοπρεπή και διηρεμένο έρωτα, που δεν είναι αληθινός έρως, αλλά είδωλο ή έκπτωσις του όντως έρωτος· διότι το ενιαίο του ενός θείου έρωτος είναι αχώρητο στο νου του πλήθους. Για αυτό το όνομα τούτο του έρωτος, αν και θεωρείται από τους πολλούς ως απρεπέστερο, χρησιμοποιείται επί της θείας σοφίας, για να ανυψωθούν κι αναστηθούν στη γνώση του έρωτος κι έτσι να απαλλαγούν από την αντιπάθεια προς αυτό. Επί του ανθρωπίνου πεδίου όμως, όπου οι χαμερπείς πολλές φορές θα μπορούσαν να σκεφτούν και κάτι άτοπο, λέγει κάποιος με μια λέξη που φαίνεται ευφημότερη, ‘’η αγάπησίς σου επ’ εμέ ως η αγάπησις των γυναικών’’ (Β’ Βας. 1:26). Διότι, για όσους καταλαβαίνουν τα θεία σωστά, το όνομα της αγάπης και του έρωτος από τους θεολόγους φέρεται ισοδύναμο σύμφωνα με τις θείες αποκαλύψεις. Και είναι αυτό το όνομα δηλωτικό της ενοποιού και συνδετικής και εξόχως συναπτικής δυνάμεως στο καλό και αγαθό, που προϋφίσταται εξ αιτίας του καλού και αγαθού και εκχέεται από το καλό και αγαθό για το καλό και αγαθό, που συνέχει τα ομοταγή κατά την κοινωνική τους αλληλουχία, κινεί δε τα προηγούμενα προς την πρόνοια των κατωτέρων και επιστροφικώς εδράζει τα υποδεέστερα στα υπέρτερα.

Είναι δε και εκστατικός ο θείος έρως, διότι δεν αφήνει τους εραστάς να ανήκουν στον εαυτό τους, αλλά στους ερωμένους. Κι αυτό το φανερώνει το γεγονός ότι τα μεν υπέρτερα με την πρόνοια γίνονται των υποδεεστέρων, τα ομόστοιχα με τη συνοχή γίνονται το ένα του άλλου και τα κατώτερα με τη θειότερη προς αυτά επιστροφή γίνονται των πρώτων. Γι’ αυτό και ο μέγας Παύλος, όταν κατέκτησε τον θείο έρωτα και μετάλαβε από την εκστατική του δύναμη, λέγει με ένθεο στόμα, ''Ζω εγώ ουκ έτι, ζη δε εν εμοί Χριστός’’ (Γαλάτας 2:20), ως αληθινός εραστής που είναι σε έκσταση προς τον Θεό, όπως λέγει ο ίδιος, και ζει όχι τη δική του ζωή, αλλά τη ζωή του εραστού, ως πολύ αγαπητή».

(Απόσπασμα από το «Περί Θείων Ονομάτων», Φ. ΕΠΕ 3, σελ. 113-115).
 
Πηγή: exprotestant.blogspot.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες