Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.
(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)
Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον
(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...
(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)
"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."
(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)
Τρίτη 22 Μαρτίου 2022
ΚΟΙΝΟΤΟΠΑ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, 4o.
«Είπαμε πως στις διηγήσεις δεν μάς χρειάζονται καθόλου ούτε θρήνοι ούτε μοιρολόγια.
Όχι βέβαια.
Ποιες λοιπόν είναι οι θρηνητικές μελωδίες; Πές μου, αφού εσύ είσαι μουσικός.
Η μειξολυδιστί και η συντολυδιστί και κάτι άλλες τέτοιες.
Αυτές λοιπόν πρέπει να βγαίνουν από τη μέση˙ γιατί είναι άχρηστες, όχι μόνο για τους άνδρες, αλλά και για τις γυναίκες, για εκείνες τουλάχιστον που εννοούν να φυλάγουν την αξιοπρέπειά τους.
Έτσι είναι βέβαια.
Όμως και τη μέθη και τη μαλθακότητα και την οκνηρία τα θεωρώ πράγματα που δέν ταιριάζουν καθόλου στους φρουρούς μας.
Και πώς όχι;
Ποιες λοιπόν αρμονίες είναι μαλθακές, οι οποίες και συνηθίζονται στα συμπόσια;
Η ιωνική και η λυδική, που τις λένε και χαλαρές.
(...)
Δε θα χρειαστούμε λοιπόν στα άσματα και στις μελωδίες μας όργανα πολύχορδα και με πολλές αρμονίες.
Όχι, καθώς φαίνεται.
Η λύρα λοιπόν και η κιθάρα μένουν, τα μόνα χρήσιμα για την πόλη μας, και το πολύ κανένα σουραύλι για τους βοσκούς στην εξοχή» (Πολιτεία 398e και 399).
Είναι γνωστός ο παγανιστικός ισχυρισμός ότι οι αρχαίοι ήταν οι εύθυμοι κλπ και μετά ήρθε ο Χριστιανισμός και απαγόρευσε το γέλιο. Και φέρνουν ως παράδειγμα τις «αυστηρές» εικόνες και τα αρχαία αγάλματα. Ο Πλάτωνας (Πολιτεία Γ', 388e) γράφει:
«(οι νέοι) ούτε και να αγαπούν τα γέλια δεν πρέπει. Γιατί όταν κανείς παραδίνεται σε δυνατό γέλιο, αυτό απαιτεί και μια δυνατή μεταβολή στην ψυχή.
Χωρίς αμφιβολία.
Ούτε λοιπόν αν παρισταίνη κανείς ανθρώπους σπουδαίους να τους πιάνουν ακράτητα γέλια, πρέπει να το παραδεχόμαστε, μα πολύ περισσότερο τους θεούς».
Αφού οι αρχαίοι Έλληνες γελούσαν και απολάμβαναν τη ζωή, μπορούμε να αμφισβητήσουμε την ελληνικότητα όσων από αυτούς δεν γελούσαν; Τί έφταιγε κι αυτοί δεν γελούσαν; «Λένε ότι δεν είδαν ποτέ τον Αναξαγόρα τον Κλαζομένιο να γελά ή να χαμογελά. Λένε και ότι ο Αριστόξενος ήταν εχθρικός προς το γέλιο. Και για τον Ηράκλειτο, ότι σε όλη του τη ζωή έκλαιγε» (Αιλιανού, Ποικίλη Ιστορία, 8, 13: «Ἀναξαγόραν τὸν Κλαζομνένιόν φασι μήτε γελῶντά ποτε ὀφθῆναι μήτε μειδιῶντα τὴν ἀρχήν. λέγουσι δὲ καὶ Ἀριστόξενον τῷ γέλωτι ἀνὰ κράτος πολέμιον γενέσθαι˙ Ἡράκλειτόν τε, ὅτι πάντα τὰ ἐν τῷ βίῳ ἔκλαεν»). Όσο για τον Εμπεδοκλή, αυτός «ήταν πάντα σκυθρωπός και κρατούσε αυτή την σοβαρότητα στη συμπεριφορά» (Διογένης Λαέρτιος, VIII, 73).
Ο Θέογνις ισχυρίζεται (Α' Ελεγεία, στ. 425-428): «Πάντων μὲν μὴ φῦναι ἐπιχθονίοισιν ἄριστον,/ μηδ ἐσιδεῖν αὐγὰς ὀξέος ἡέλιου,/ φύντα δ ὅπως ὤκιστα πύλας Ἀΐδαο περῆσαι/ καὶ κεῖσθαι πολλὴν γῆν ἐπαμησάμενον», δηλαδή «Το καλύτερο απ όλα είναι για τους θνητούς να μη γεννηθούν / μήτε να αντικρίσουν τις διαπεραστικές αχτίνες του ήλιου˙ / μα σαν κανείς γεννηθεί, το καλύτερο είναι να περάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα τις πύλες του Άδη / και να κείτεται έχοντας στοιβάξει από πάνω του χώμα πολύ». Ο Θέογνις έζησε τον 6ο π.Χ. αι. πολύ πριν την υποτιθέμενη (αλλά ανύπαρκτη) μετακλασσική «ελληνική παρακμή».
Ο Όμηρος βάζει τον Δία να λέει (Ιλιάδας Ρ, 445-446) «Θλιβερότερο του ανθρώπου δεν υπάρχει, / κανένα από όσα στη γη κινούνται και αναπνέουν».
Ο Πίνδαρος χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη ως σκιᾶς ὄναρ, όνειρο σκιάς δηλαδή (Πυθιόνικοι, 8, 36).
Ο Σοφοκλής εξισώνει την ανθρώπινη ύπαρξη με το μηδέν (Οιδίπους Τύραννος, στ. 1186-1195): «Αλίμονο, γενιές των ανθρώπων, / τη ζωή σας λογιάζω παρόμια / με το τίποτα. / Ποιος θνητός, τάχα ποιος / περισσότερη νιώθει ευτυχία / παρ' όση νομίζουν πως έχει, / που κι αυτή σβήνει αμέσως; / Τη δική σου παράδειγμα παίρνω, / δύστυχε Οιδίπου, τη μοίρα, / και δε μακαρίζω κανένα».
Αλλά πολύ πιο πίσω, στα Έργα και Ημέραι του Ησίοδου παρατηρούμε το μαύρο σκοτάδι της απαισιοδοξίας για το μέλλον του ανθρώπου να κυριαρχεί στη σκέψη του Ησίοδου (στ.174-178 και 200-201):
Μηκέτ ἔπειτ ὤφελλον ἐγὼ πέμπτοισι μετεῖναι
ἀνδράσιν, ἀλλ ἢ πρόσθε θανεῖν ἢ ἔπειτα γενέσθαι.
Νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον˙ οὐδέ ποτ ἦμαρ
παύσονται καμάτου καὶ ὀιζύος, οὐδέ τινι νύκτωρ
φθειρόμενοι, χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας.
.................................................................
τὰ δὲ λείψεται ἄλγεα λυγρὰ
θνητοῖς ἀνθρώπισοι˙ κακοῦ δ' οὐκ ἔσσεται ἀλκή.
Δηλαδή: «Ω! Νάθε μη γεννιώμουνα τώρα στο πέμπτο γένος εγώ, μα ή πριν να πέθαινα ή ύστερα να ερχόμουν. Τώρα το σιδερένιο πια το γένος είναι. Ούτε πια μέρα ο κάματος για τους ανθρώπους θα σταθή κι ο αγώνας, μήτε νύχτα θα πάψουνε να τους σαρακοτρώνε οι έγνοιες οι φοβερές που δίνουνε οι αθάνατοι έγνοιες. (...) Τα θλιβερά τα βάσανα μόνο θα μείνουν για τους ανθρώπους. Και για τις συμφορές αυτές καμμιά γιατρειά δεν είναι». Το τελευταίο γένος, αυτό στο οποίο ανήκει ο Ησίοδος και όλοι μας, έχει κακό τέλος. Είτε θα το αφανίσει ο Δίας (στ. 180) είτε δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ θεραπεία για τη δυστυχία του. Πράγματι, αυτό κι αν δεν είναι η χαρά της ζωής των αρχαίων Ελλήνων, την οποία απαγόρευσε ο Χριστιανισμός!
Αναρωτάται κανείς τι απομένει από τον «διονυσιασμό» έπειτα από την αναμόρφωση που ο Πλατωνισμός προτείνει˙ αναρωτάται επίσης κανείς, πόσο υποκριτής πρέπει να είναι κανείς, για να κατηγορεί τον Χριστιανισμό για κάτι που ο Πλατωνισμός διακηρύσσει 4 αιώνες πριν, την επιδίωξη καταστροφής του Διονυσιασμού. Αλλά οι νεοπαγανιστές δεν τολμάνε να τα βάλουν με τον Πλάτωνα κατηγορώντας τον ως «ανθέλληνα», ως «φονιά της γενεσιουργού αιτίας της αρχαιοελληνικής τέχνης», ως «καταστροφέα του Διονυσιακού πνεύματος» και άλλες παρόμοιες αστειότητες. Θα ήταν γελοιότητα να αρνηθούν την ελληνικότητα στον κατεξοχήν Έλληνα, μόνο και μόνο επειδή αυτός δεν συμφωνούσε με τις απόψεις τους. Μόνο με τον Χριστιανισμό ξέρουν να τα λένε αυτά, μόνο τον Χριστιανισμό ξέρουν να κατηγορούν.
Ο Πλάτων απαγορεύει σε ελεύθερους πολίτες να ασχολούνται με την κωμωδία: «Τέτοιες μιμήσεις δεν πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά αλλά να γίνονται μόνο από δούλους ή μισθωτούς ξένους. Οι ελεύθεροι πολίτες, δεν πρέπει να ασχολούνται καθόλου με αυτά τα πράγματα. Με αυτόν το νόμο και τη λογική θα ρυθμιστούν οι αστείες καταστάσεις που τις ονομάσαμε κωμωδία» (Νόμοι 816e).
Ο Ευ. Παπανούτσος αναφέρει για την ιδεολογία του Πλάτωνα τα εξής: «Μόνο με το θάνατο του σώματος διδάσκει και ο «Φαίδων», η ψυχή κατορθώνει να ζήσει τη δική της ζωή˙ (..) Γιατί, τί είναι κυρίως ο θάνατος; Ολοφάνερα το λύσιμο της ψυχής από το σώμα, η απελευθέρωσή της από τα δεσμά του, η περισυλλογή στον εαυτό της (64c, 67d). Μια τέτοια αποδέσμευση της ψυχής από το σώμα επιδιώκει ακριβώς ο φιλόσοφος απαρνούμενος τις αισθησιακές ηδονές, νεκρώνοντας τις επιθυμίες, αποφεύγοντας την απάτη των οργάνων του σώματος, των αισθήσεων. Γι' αυτόν λοιπόν ο θάνατος όχι μόνο κακό δεν είναι, όπως νομίζει ο μωρός όχλος (68d), αλλά ίσα ίσα, ο επιθυμητός στόχος. (...) Γιατί σε αυτό τον κόσμο ο φιλόσοφος είναι σαν ξένος που δε ξέρει πώς να βολευτεί˙ το σώμα του διαμένει βέβαια στη γή, το πνεύμα του όμως πετάει στον ουρανό, επειδή δεν μπορεί να βρει κανένα νόημα στα γήινα πράγματα και τις απασχολήσεις της μάζας τις θεωρεί ανάξιές του. (Θεαίτ. 173e.) (...) Και υποστηρίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο, και γι' αυτό ακόμη το σώμα, από τη νέκρωσή του: «σώματι διαλύσεως οὐκ ἔστιν ἢ κρεῖττον» (Νόμοι 828d)» (Ε.Π. Παπανούτσου, Το θρησκευτικό βίωμα στον Πλάτωνα, εκδ. Δωδώνη, σ. 82, 84). Επιπλέον, όπως έχουμε δει, ο Ιουλιανός απαιχθανόταν το Θέατρο και τον Ιππόδρομο. Κυριολεκτικά το σιχαινόταν, όπως γράφει στον Αντιοχικό (δες κεφάλαιο περί Ιουλιανού). Αυτόν, γιατί δεν τον κατηγορούν, ότι επιτέθηκε στον Διόνυσο επιτιθέμενος στο Θέατρο;
ΚΟΙΝΟΤΟΠΑ ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, 3o.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
27a ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
α') Αυτά είναι η συνήθης παραχάραξη των γεγονότων από τον Προκόπιο. Και λέμε «συνήθης», διότι ο Προκόπιος, ενόσω ζούσε ο Ιουστινιανός, ήταν κόλακας του και υμνητής του˙ όταν πέθανε, του καταμαρτύρησε χίλια δυο κακά. Τέτοια συμπεριφορά και τόσο τεράστια μεταβολή απόψεων για ένα πρόσωπο ασφαλώς δεν είναι λογική. Ο Προκόπιος λ.χ. στα Ανέκδοτα γράφει ότι η Θεοδώρα στα όργια που έκανε πήγαινε με δέκα νεαρούς ταυτόχρονα! Ή, πάλι, γράφει ότι εξαιτίας του Ιουστινιανού σκοτώθηκαν «μύριες μυριάδες μυριάδων», δηλαδή χίλια δισεκατομμύρια άνθρωποι (!!), τη στιγμή που είναι αμφίβολο αν στην Αυτοκρατορία κατοικούσαν πάνω από 80-90 εκατομμύρια. Με άλλα λόγια, το έργο του αυτό είναι ένας λίβελλος, το περιεχόμενο του οποίου δεν μπορεί κανείς να το παίρνει στα σοβαρά ή τοις μετρητοίς. Ο Προκόπιος δε μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λοιπόν, και οι νεοπαγανιστές που, επειδή βλέπουν το Quaestor (Εξεταστής), νομίζουν ότι είναι Εξεταστής Ιεράς Εξέτασης, εφαρμόζουν τη συνήθη τακτική της διαστρέβλωσης των ιστορικών στοιχείων.
Έχουν υποτεθεί διάφορα για την αλλαγή αυτή του Προκόπιου. «Μια εξήγηση για τη μεταστροφή αυτή», λέει ο ιστορικός Π. Ροδάκης στον πρόλογο της Ιστορίας των Πολέμων, «μπορεί να είναι η αντίδραση στον «παροπλισμό» του, που γίνεται μετά την ανάκληση του ίδιου και του Βελισάριου από την Ιταλία. Μια άλλη ερμηνεία, περισσότερο πολιτικού χαρακτήρα αυτή, μπορεί να είναι το γεγονός ότι ο Προκόπιος, μέλος της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και των συγκλητικών, δεν συγχώρεσε ποτέ στον Ιουστινιανό για τα μέτρα περιορισμού των δικαιωμάτων τους και τις απόπειρες του αυτοκράτορα να τους θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του». Επίσης: «Ο Προκόπιος, που σύμφωνα με όλες τις πηγές, ποτέ δεν κέρδισε καμμιά προαγωγή, πα' όλη την πιστή και μακροχρόνια θητεία του, ζήλευε τη θεαματική πορεία της Θεοδώρας. (...) Τα γραπτά του Προκόπιου για τους πολέμους του αυτοκράτορα δεν κέρδισαν την ιδιαίτερη εκτίμηση του ίδιου του αυτοκράτορα» (Sture Linnιr, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού, εκδ. Γκοβόστη, σ. 87-88).
β') Ακόμη μια απόδειξη ότι τα περί κοιαίστορα είναι αναληθή, είναι ότι το αξίωμα αυτό (quaestor) δεν το «ίδρυσε» ο Ιουστινιανός, όπως ισχυρίζεται ο Προκόπιος και οι Νεο-Παγανιστές, αλλά υπήρχε τουλάχιστον από τον καιρό του Καίσαρα, ο οποίος εξελέγη σε αυτό το 65 π.Χ. (πηγή: MSN Encarta, λήμμα Caesar, Gaius Julius). Το αξίωμα αυτό συνέχισε να υπάρχει καθ' όλη την Ρωμαϊκή και Ανατολική Ρωμαϊκή ιστορία.
γ) Τι γράφει ένας καθηγητής βυζαντινής ιστορίας για το αξίωμα του Κοιαίστωρα:
«Ο κοιαίστωρ του ιερού παλατιού ήταν ανώτατος δικαστικός λειτουργός του κράτους, είδος υπουργού δικαιοσύνης συγχρόνως. Έργο του ήταν η σύνταξη των αυτοκρατορικών απαντήσεων σε κάθε είδους προσφυγή προς τον αυτοκράτορα.
(...) Με τον όρο «αυτοκρατορική γραμματεία» εννοούμε την αυτοκρατορική υπηρεσία, που αποστολή είχε τη διατύπωση της αυτοκρατορικής βουλήσεως με το κατάλληλο για κάθε περίπτωση έγγραφο και τη διεκπεραίωση του τελευταίου. Κατά την πρωτοβυζαντινή εποχή η εργασία της αυτοκρατορικής γραμματείας ήταν κατανεμημένη μεταξύ του κοιαίστωρος του ιερού παλατιού, των αντεγραφέων και του τμήματος των υπογραφέων.
Έργο του κοιαίστωρος ήταν η επεξεργασία των νομικής φύσης ζητημάτων. Επεξεργαζόταν αιτήσεις ιδιωτών ή αρχών, των οποίων η ικανοποίηση απαιτούσε νομοθετική ρύθμιση. Φρόντιζε επίσης για την καλή τήρηση της επετηρίδας (leterculum minus) ορισμένων υπαλληλικών θέσεων, των οποίων η πλήρωση γινόταν με πρότασή του και, ανέλαβε, από το 6ο αι. την ανθυπογραφή των αυτοκρατορικών διαταγμάτων» (Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, Ι. Καραγιαννόπουλου, εκδ. Βάνιας, σ. 396, 320, 320).
Ενώ ο Σπύρος Ν. Τρωϊανός, καθηγητής Βυζαντινού δικαίου, γράφει στα Ε-Ιστορικά, τ. 41, σελ. 18, για το αξίωμα αυτό: «Οι επιτροπές, από τις οποίες συντάχθηκαν τα τρία μέρη της κωδικοποίησης, λειτούργησαν υπό την προεδρία του Quaestor sacri palatti (αντίστοιχου ως προς τις αρμοδιότητες με σημερινό υπουργό Δικαιοσύνης) Τριβωνιανού, μιας μεγάλης νομικής μορφής του 6ου αιώνα, που υπήρξε η ψυχή του καθόλου νομοθετικού έργου».
Όπως βλέπουμε, ο Quaestor ήταν Υπουργός Δικαιοσύνης και δεν είχε θρησκευτικές αρμοδιότητες. Αλλά η πιο κραυγαλέα απόδειξη ότι ο Προκόπιος ψεύδεται είναι το γεγονός, ότι Quaestor του Ιουστινιανού ήταν ο Τριβωνιανός, που ήταν παγανιστής. Πώς μπορεί να δεχθεί κανείς ως λογικό, ένας παγανιστής να διορίζεται Ιεροεξεταστής και να κυνηγάει τους αιρετικούς και τους ομόθρησκούς του, τους εθνικούς; Είναι πέρα ώς πέρα παράλογο. Αυτό που συμβαίνει, λοιπόν, είναι ότι ο Quaestor Τριβωνιανός, όντας στενός συνεργάτης του Ιουστινιανού, έπεσε κι αυτός θύμα της δολοπλοκίας του Προκόπιου.
Ο Ιουστινιανός δημιούργησε και νέο αξίωμα: «Το 539 ο Ιουστινιανός εδημιούργησε μίαν νέαν αρχήν, την του quaesitor ή, ως ο ίδιος τον ονομάζει, του ερευνάδος. Αποστολή του άρχοντος τούτου ήτο η ανάκρισις των πολυπληθών επαρχιωτών των ερχομένων εις την Κωνσταντινούπολιν και η απόλασις εκ ταύτης των μη εχόντων εργασίαν, περαιτέρω δε η συντόμευσις της διαμονής των λοιπών και η παραπομπή εις εργασίας των ανέργων κατοίκων της πόλεως. Εκτός τούτου όμως ο quaesitor ώφειλε να ερευνά μήπως οι διάφοροι υπάλληλοι καταπίεζον τους προσερχομένους προς αυτούς και να τιμωρή τους πράττοντας τούτο. Τέλος εις την αρμοδιότητα του quaesitor περιελαμβάνοντο τα αδικήματα πλαστογραφίας (Κατά τον M. Kaser, Zivilprozessrecht 431 σημ 73 ο quaesitor ήτο διάδοχος του praetor plebis)» (Καραγιαννόπουλου Ιω. Ε., Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, εκδ. Βάνιας, ανατύπωση Ε, 1995, τ. Α, σ. 652).
δ') Κανείς άλλος ιστοριογράφος της εποχής (Μαλάλας, Αγαθίας) δεν αναφέρει τέτοια πράγματα που καταμαρτυρεί ο Προκόπιος. Συνεπώς, ούτε από την διασταύρωση των στοιχείων προκύπτει η αλήθεια όσων λέει ο Προκόπιος.
Στη Ρωμανία, λοιπόν, δεν υπήρξε «Ιερά Εξέταση». Αν όμως οι αρχαιόπληκτοι θέλουν να βρουν τον ιδεολογικό πρόδρομο της Ιεράς Εξέτασης και της «Civitas Dei» τα οποία αφορούν άλλωστε την δυτική παπική εκκλησία, ας τον ψάξουν στους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Σε αυτούς, και συγκεκριμένα στον Πλάτωνα βρίσκεται η απαρχή της «Ιεράς Εξέτασης».
27b ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ
Να η απόδειξη (Πλάτωνος, Νόμοι, 10, 907e 910c): «Αν όμως κάποιος ασεβής θα δείξει ανυπακοή στους νόμους, θα εφαρμόζεται ο εξής νόμος σχετικά με την ασέβεια: όποιος αντιληφθεί λόγια ή πράξεις ασεβείς, πρέπει να αντιδράσει αμέσως καταγγέλλοντας στους άρχοντες τον ένοχο, οι οποίοι θα τον οδηγήσουν στο αρμόδιο για τέτοιες υποθέσεις δικαστήριο. Αν ο άρχοντας που θα πληροφορηθεί το γεγονός δεν εκτελέσει το καθήκον του, θα διώκεται ο ίδιος για ασέβεια από οποιονδήποτε πολίτη, που θέλει να υπερασπιστεί τους νόμους. Αν κάποιος καταδικαστεί, το δικαστήριο θα ορίσει διαφορετική ποινή για κάθε αδίκημα, επιβάλλοντας φυλάκιση για όλες τις περιπτώσεις. Από τις τρεις φυλακές της πόλης (...) η δεύτερη [θα βρίσκεται] στο μέρος όπου συγκεντρώνεται το Νυκτερινό Συμβούλιο, θα ονομάζεται Σωφρονιστήριο. Η τρίτη, (...) σε μέρος όσο το δυνατό πιο μοναχικό και άγριο, θα έχει όνομα που θα δείχνει ότι σκοπός της είναι η τιμωρία. Όπως περιγράψαμε ήδη, υπάρχουν τρεις περιπτώσεις ασέβειας από τις οποίες η καθεμιά δικαιρείται σε δύο. Κατά συνέπεια έχουμε έξι κατηγορίες αδικημάτων κατά των θεών, των οποίων η τιμωρία πρέπει να ποικίλλει σε είδος και βαθμό. (...) Αυτό το είδος αθέων διαιρείται σε πολλές κατηγορίες αλλά η νομοθεσία αξίζει να ασχοληθεί μόνο με τις δύο που αναφέραμε. Η μια πρέπει να τιμωρείται με θάνατο όχι μόνο μια ή δυο φορές, αλλά πολύ περισσότερες, ενώ στην άλλη χρειάζονται συμβουλές και φυλάκιση. (...) Ο δικαστής πρέπει να κλείσει στο Σωφρονιστήριο για πέντε χρόνια τουλάχιστον, σύμφωνα με το νόμο, όσους έπεσαν θύματα της ανοησίας τους χωρίς να έχουν κακό χαρακτήρα ή διάθεση. Στο διάστημα αυτό δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή μαζί τους κανένας πολίτης εκτός απ' τα μέλη του Νυκτερινού Συμβουλίου, που θα τους επισκέπτονται και θα τους συμβουλεύουν πώς θα μπορέσουν να σώσουν την ψυχή τους. Όταν τελειώσει ο χρόνος της ποινής τους θα βγαίνουν απ' τη φυλακή και όποιοι δείχνουν ότι συνετίστηκαν θα ζουν μαζί με τους άλλους πολίτες. Αν όμως εξακολουθούν να είναι αμετανόητοι, η ποινή θα είναι θάνατος για όσους καταδικαστούν ξανά για το ίδιο αδίκημα. (...) Ο νόμος, ίδιος για όλους, θα είναι ο εξής: κανείς δεν επιτρέπεται να έχει ιδιωτικά ιερά στο σπίτι του. (...) αν αποδειχθεί ότι κάποιος, άνδρας ή γυναίκα, εκτελεί λατρεία σε άλλα ιερά εκτός απ' τα δημόσια, έστω κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα μεγάλο ανόσιο έργο, αυτός που θα τον αντιληφθεί πρέπει να τον καταγγείλει στους νομοφύλακες, οι οποίοι θα τον διατάξουν να μεταφέρει τα ιδιωτικά ιερά στους δημόσιους ναούς. (...) Αν όμως αποδειχτεί ένοχος όχι για κάποια παιδιάστικη ιδιοτροπία αλλά για σοβαρή παρεκτροπή ενηλίκου ατόμου, που ιδρύει ιδιωτικά ιερά ή θυσιάζει μέσα σε δημόσιους ναούς σε θεούς, που δεν ανήκουν στους αναγνωρισμένους από την πόλη, θα τιμωρείται με θάνατο για ασέβεια (...)».
Χαφιεδισμός... σωτηρία της ψυχής... Νυχτερινό Συμβούλιο... όλα τα καλά της ελληνικότητας! «Ελληνικό είναι το αρχαιοελληνικό», όπως λένε οι αρχαιολάτρες, ή «ελληνικό είναι το αληθινό», όπως λέει ο Σολωμός; Διαλέγετε και παίρνετε. Όπως βλέπουμε, η καταγωγή της Ιεράς Εξέτασης, της μεθοδικής, επιστημονικής εξέτασης, είναι η Αρχαία Ελλάδα.
«Μα δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός στην αρχαιότητα», θα αντιπούν. Τους ρωτάμε: αυτοί δεν είναι θαυμαστές του Πλατωνισμού; Αν είναι, ας αιτιολογήσουν τέτοια κείμενα. Κι ακόμη κι αν δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός, εφαρμόστηκαν ωστόσο έμπρακτα διώξεις από αρχαιοελληνικές πόλεις κατά των φιλοσόφων λόγω της θρησκευτικής τους άποψης, τόσο πριν όσο και μετά τον Πλάτωνα. Κι αν δεν εφαρμόστηκε ο Πλατωνισμός (Λόγω ατυχίας του Πλάτωνα, που νόμιζε ότι στο πρόσωπο του τυράννου Διόνυσου των Συρακουσών βρήκε τον ιδανικό βασιλιά-φιλόσοφο να υλοποιήσει την Πολιτεία του. Όχι μόνο προσπάθησε δύο φορές να την υλοποιήσει, αλλά απέτυχε παταγωδώς και διώχτηκε από τη Σικελία), οι Αθηναίοι, με νόμο του μάντη Διοπείθη, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα είχαν κάνει νόμο του κράτους την δίωξη όσων αμφισβητούσαν την επίσημη κρατική θρησκεία. Με βάση αυτόν τον νόμο και όχι μόνο αυτόν, διώχθηκαν οι φιλόσοφοι. Αυτό δεν συνιστά την απαρχή της θεσμοθετημένης από το Κράτος Ιεράς Εξέτασης;
Άλλωστε, ο Πλάτωνας είχε δοκιμάσει να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου, αλλά δεν προχώρησε πολύ, όχι διότι άλλαξε μυαλά και παράτησε τη νοοτροπία του αρχαιοέλληνα Ιεροεξεταστή, αλλά επειδή τον έπεισαν ότι όσα και να κάψει, ήδη τα κατείχαν ήδη πάρα πολλοί (Διογένης Λαέρτιος, IX, 40: «Πλάτωνα θελῆσαι συμφλέξαι τὰ Δημοκρίτου συγγράμματα, ὁπόσα ἐδυνήθη συναγαγεῖν, Ἀμύκλαν δὲ καὶ Κλεινίαντοὺς Πυθαγορικοὺς κωλῦσαι αὐτόν, ὡς οὐδὲν ὄφελος· παρὰ πολλοῖς γὰρ εἶναι ἤδη τὰ βιβλία»). «Ο σκοπός του ναζιστικού κόμματος της Γερμανίας, όπως περιγραφόταν στο επίσημο πρόγραμμά του, ήταν να δημιουργήσει "φύλακες, όπως ακριβώς τους είχε οραματιστεί ο Πλάτων"» (W.K.C. Guthrie, Οι σοφιστές, ΜΙΕΤ, σ. 24).
Άλλοι θα ισχυριστούν ότι οι αρχαίοι Έλληνες «δεν απήγγειλαν κατηγορία κατά της αρνησιθεΐας, αλλά για διατάραξη θείας λατρείας ή θρησκευτική παρενόχληση» (Fritz Mauthner, Ο αθεϊσμός στην αρχαιότητα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σ. 84). Μεγάλο λάθος. Ο Αναξαγόρας δεν κατηγορήθηκε, ούτε εξορίστηκε επειδή παρενόχλησε κανέναν θρησκευτή ή επειδή διετάραξε την θεία λατρεία, αλλά επειδή αρνήθηκε την θεϊκότητα του «θεού Ήλιου». Ο Πρωταγόρας δεν κατηγορήθηκε ούτε εξορίστηκε, επειδή με τις πράξεις ή τα γραπτά του χλεύαζε τη λατρεία, αλλά επειδή αμφέβαλλε για την ύπαρξη των «θεών». Οι Επικούρειοι δεν βασανίστηκαν, επειδή παρενοχλούσαν τις τελετές, αλλά επειδή δεν πίστευαν και επειδή είχαν το «θράσσος» να αμφισβητήσουν τη θεία φύση και τις ιδιότητες των «θεών». Ο Αριστοτέλης, επειδή αμφέβαλλε για την αποτελεσματικότητα της προσευχής στους «θεούς». Μεγάλο ψέμμα, λοιπόν, αποτελεί ο ισχυρισμός ότι οι αρχαίοι δεν δίωκαν την απιστία, αλλά απλώς την διατάραξη της λατρείας. Εκτός κι αν ισχυριστεί κανείς ότι η αμφιβολία των φιλοσόφων συνιστούσε διατάραξη θείας λατρείας ή θρησκευτική παρενόχληση!
Πρέπει να τονίσουμε ότι διόλου δεν ισχυριζόμαστε πως ολόκληρη η Αρχαιότητα ήταν έτσι, δηλαδή θεοκρατική και με Ιερά Εξέταση˙ αυτό που ισχυριζόμαστε είναι ότι, αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζονται οι αρχαιόπληκτοι εθνικιστές μισόχριστοι, τέτοια φαινόμενα ουδόλως ήταν άγνωστα ή μεμονωμένα στην Αρχαία Ελλάδα.
Πηγή: ierosolymitissa.org