Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.


Muhammad: The White Prophet with Black Slaves (David Wood)


Άγιος Edmund (Εδμόνδος), Μάρτυρας και βασιλιάς της Ανατολικής Αγγλίας


Ο άγιος Edmund, ένας από τους σπουδαιότερους και ποιο γνωστούς Βρετανούς αγίους, έζησε και μαρτύρησε κατά τον 9ο αιώνα, σε μια από τις ποιο τραγικές και δύσκολες στιγμές της Βρετανικής ιστορίας, όταν οι Παγανιστές Δανοί σκότωναν και κατέστρεφαν σε ένα μεγάλο κομμάτι των Βρετανικών Νήσων. Τα προβλήματα των Άγγλων χειροτέρευαν από το γεγονός του ότι δεν υπήρχε ενότητα μεταξύ τους και αντί να είναι ενωμένοι σε μια ισχυρή δύναμη προκειμένου να αποκρούσουν τους εισβολείς ήταν χωρισμένοι σε εφτά βασίλεια τα οποία πολλές φορές δεν είχαν ενότητα ούτε στο εσωτερικό τους. Κανένα μέρος της χώρας δεν ήταν περισσότερο εκτεθειμένο στις επιθέσεις των παγανιστών από το μικρό βασίλειο της Ανατολικής Αγγλίας, και ο γέρος βασιλιάς Offa της Ανατολικής Αγγλίας αποφάσισε να κάνει ένα προσκυνηματικό ταξίδι στην Αγία Γη (στα Ιεροσόλυμα) για να προσευχηθεί για την συγχώρεση των αμαρτιών του και την ασφάλεια του βασιλείου του.

Στον δρόμο, επισκέφτηκε τον ξάδερφο του Alcmund, ο οποίος, έχοντας εξοριστεί από την Ανατολική Αγγλία μετά τον θάνατο του μάρτυρα βασιλιά Ethelbert (20 Μαΐου του 793), του εμπιστεύτηκαν το βασίλειο της παλιάς Σαξονίας υπό τον αυτοκράτορα Καρλομάγνο. Ο Alcmund είχε παντρευτεί μια Γερμανίδα πριγκίπισσα ονόματι Siwara, και μαζί της συχνά παρακαλούσε τον Κύριο να του δώσει μια αναρίθμητη και αγία οικογένεια. Σε απάντηση στις προσευχές του, ένας άγγελος εμφανίστηκε σε αυτόν και του είπε να κάνει ένα προσκύνημα στους τάφους των αποστόλων στη Ρώμη, όπου ο Θεός θα του εκπλήρωνε το αίτημα του. Κατά τη διάρκεια αυτού του προσκυνήματος, όταν ο βασιλιάς μια ημέρα συζητούσε με την οικοδέσποινα του, μια αριστοκράτισσα και ευσεβή Ρωμαία γυναίκα, εκείνη παρατήρησε στο στήθος του έναν λαμπρό ήλιο, του οποίου οι ακτίνες, απλώνονταν στα τέσσερα σημεία της πυξίδας και έριχνε ένα θαυματουργό φως σε όλους γύρω.

Γεμάτη με το πνεύμα της προφητείας, προείπε πως από αυτόν θα ερχόταν ένας γιος του οποίου η δόξα, όπως και του ήλιου, θα διαφώτιζε και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και θα έφερνε πολλούς στον Χριστό. Μερικούς μήνες αργότερα, αφού επέστρεψε στο Βόρειο Αμβούργο, την πρωτεύουσα της παλιάς Σαξονίας, η γυναίκα του Alcmund η Siwara του γέννησε τον δεύτερο του γιο, τον Edmund.

Έπειτα όταν ο βασιλιάς Offa ήρθε στην Σαξονία, ο Edmund θέλησε να τον συνοδεύσει και ο γέρος βασιλιάς ενθουσιάστηκε αμέσως από την ομορφιά, την σωματική και την πνευματική, του νεαρού πρίγκιπα και από τον ζήλο για τις υπηρεσίες του. Του απεύθυνε τα λόγια του Σολομώντα: « Ειδες ανθρωπον επιτηδειον εις τα εργα αυτου; αυτος θελει παρασταθη ενωπιον βασιλεων· δεν θελει παρασταθη ενωπιον ουτιδανών (22.29).

Έπειτα, ενώπιων όλης της βασιλικής αυλής τον αγκάλιασε και βάζοντας ένα δαχτυλίδι στο δάκτυλο του, είπε: «Πολυαγαπημένε μου γιε Edmund, δέξου αυτό το ενθύμιο της συγγενικής και αμοιβαίας αγάπης μας. Να με θυμάσαι σαν κάποιον που είναι ευγνώμων για τις υπηρεσίες σου, για τις οποίες με την άδεια του Θεού ελπίζω να σου αφήσω μια πατρική περιουσία». Ο πατέρας του Edmund βιάστηκε να του εξηγήσει την σημασία αυτής της τελετής: προετοιμαζόταν να δεχτεί τον βασιλιά Offa σαν τον θετό του πατέρα στη θέση του φυσικού του πατέρα; Αφού ο Edmund δέχτηκε, ο Offa με δάκρυα έβγαλε από το δάχτυλο του το δαχτυλίδι, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν ένα δαχτυλίδι ενθρόνισης, και είπε: «Γιε μου Edmund, παρατήρησε προσεκτικά αυτό το δαχτυλίδι, πρόσεξε το σχεδιασμό του και τη σφραγίδα του. Εάν, όταν είμαι μακριά, σου εμπιστεύομαι με αυτό το δακτυλίδι την ευχή μου και την επιθυμία μου, εσύ να εκτελείς την διαταγή μου χωρίς καθυστέρηση. Όπως η συνοδεία των ευγενών εδώ μπορεί να δει, σκοπεύω να σε θεωρώ σαν τον ποιο αγαπημένο μου γιο και κληρονόμο».


Έπειτα ο Offa συνέχισε το προσκυνηματικό του ταξίδι. Φτάνοντας στην Αγία Γη και αφού προσκύνησε τους Αγίους Τόπους, ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής του μέσω της Κωνσταντινούπολης. Όμως καθώς έπλεε μέσα στον Ελλήσποντο, αρρώστησε και αφού αποβιβάστηκε στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου κοινώνησε και προετοιμάστηκε για να πεθάνει. Η τελευταία του πράξη ήταν να εμπιστευτεί το βασίλειο της Ανατολικής Αγγλίας στον Edmund, διατάζοντας τους ευγενείς του να πάρουν το δαχτυλίδι του στην Σαξονία σαν απόδειξη της επιθυμίας του. Έπειτα αναπαύθηκε εν ειρήνη και θάφτηκε στην ακτή του αγίου Γεωργίου στον Ελλήσποντο το έτος 854.

Και έτσι, στα δεκατέσσερα του χρόνια, ο άγιος Edmund έπλευσε με μια ακολουθία ευγενών για το βασίλειο που του είχαν υποσχεθεί και το οποίο δεν είχε δει ξανά πριν. Αποβιβάστηκαν στο μέρος που είναι σήμερα γνωστό σαν Η Κεφαλή του Αγίου Edmund κοντά στο Hunstanton στο Norfolk. Αφού αποβιβάστηκαν κοντά στην κοίτη ενός ποταμού, ο βασιλιάς γονάτισε στο έδαφος και προσευχήθηκε στο Θεό να ευλογήσει τον ερχομό του και να τον κάνει ωφέλιμο για την γη και τους ανθρώπους της. Καθώς ο άγιος σηκώθηκε και ίππευσε το άλογο του, δώδεκα πηγές με γλυκό, καθαρό νερό ανέβλυσαν μέσα από την γη, οι οποίες έκαναν πολλά θαύματα γιατρεύοντας αρρώστους. Από εκείνη τη στιγμή το χώμα αυτής της περιοχής, το οποίο ήταν πριν αμμώδες και άγονο, έδωσε τα ποιο πλούσια σπαρτά σε όλη την Ανατολική Αγγλία.


Ο άγιος έπειτα προχώρησε προς την περιοχή Attleborough, την πρώην πρωτεύουσα του Offa, και εκεί επισημοποίησε την θέση του στο θρόνο. Στις 5 Νοεμβρίου του 855 βρισκόταν στο Winchester όπου συμμετείχε σε ένα συμβούλιο το οποίο συγκάλεσε ο βασιλιάς Ethelwulf του Wessex (Νοτιότερη Αγγλία) προκειμένου να παραθέσει έναν χάρτη με άσυλα για την Αγγλική Εκκλησία. Έπειτα γύρισε στο Attleborough, όπου την ημέρα των Χριστουγέννων διακηρύχτηκε σαν κυρίαρχος των ανθρώπων του Norfolk (το βορειότερο μισό της Ανατολικής Αγγλίας) από τον Humbert, Επίσκοπο του Elmham. Για τον επόμενο χρόνο ο βασιλιάς έμενε ήσυχα στο Norfolk, μαθαίνοντας τους ψαλμούς του Δαβίδ υπό την καθοδήγηση του Επισκόπου Humbert. Τελικά οι άνθρωποι του Suffolk (το νοτιότερο μισό της Ανατολικής Αγγλίας) αποφάσισαν να τον δεχτούν σαν βασιλιά τους, και την ημέρα των Χριστουγέννων, το 856 στέφθηκε βασιλιάς όλης της Ανατολικής Αγγλίας. Η εκκλησία στο Bures, στο Suffolk, όπου έγινε η στέψη, υπάρχει μέχρι σήμερα.

Ο άγιος Edmund είχε ξανθά μαλλιά, ήταν ψηλός, είχε δυνατό σώμα και μια φυσική μεγαλοπρέπεια στην υπομονή. Με την ευλάβεια και την αγνότητα του βίου του κέρδισε τον σεβασμό όλων των Χριστιανών. Ήταν ένας υπερασπιστής της Εκκλησίας, ένας προστάτης των ορφανών και των χηρών και υποστηρικτής των φτωχών. Δεν υπήρξε άνθρωπος που να του ζήτησε δικαιοσύνη και να μην βρήκε ανταπόκριση, και όλοι οι αθώοι που παρακαλούσαν με πόνο για έλεος έβρισκαν ανταπόκριση. Λέγεται ότι υπό την δυνατή και δίκαιη κρίση του ένα αγόρι μπορούσε να καθοδηγεί ένα μουλάρι από το Lynn στο Sudbury, ή από το Thetford στο Yarmouth και κανένας δεν τολμούσε να το παρενοχλήσει.

Όμως το 865 οι παγανιστές Δανοί, οδηγημένοι από τους τρεις αδερφούς Hinguar, Healfdene και Hubba, εισέβαλαν ξανά στην Αγγλία, αναζητώντας εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους Ragnar Lodbrog στα χέρια του Άγγλου βασιλιά Alle της Northumbria. Ο Hinguar έφερε μαζί του τη γνωστή σημαία του Κορακιού η οποία υφάνθηκε από τις τρεις κόρες του Lodbrog για τους τρεις αδερφούς τους. Μαγικά ξόρκια έγιναν κατά την ύφανση, έτσι ώστε όταν το πουλί θα κουνούσε τα φτερά του στον άνεμο, πίστευαν ότι θα έδειχνε ότι θα ακολουθούσε νίκη ενώ όταν θα κρεμόταν ακίνητο θα έδειχνε ότι θα ερχόταν ήττα. Ο άγιος Edmund βγήκε να συναντήσει τους Δανούς κάτω από ένα άλλο λάβαρο, το οποίο έδειχνε τον Αδάμ και την Εύα να τρώνε από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού και πάνω από αυτούς τον Αμνό του Θεού να σφάζεται για να ξεπλύνει τις αμαρτίες τους.

O Edmund νίκησε τον εχθρό σε πολλές μάχες, δείχνοντας ανδρισμό. Παρόλα αυτά μια φορά αιφνιδιάστηκε από τον εχθρό μέσα στη κατασκήνωση του χωρίς να έχει έξοδο για να διαφύγει. Η πολιορκία κράτησε τόσο πολύ ώστε και οι δύο πλευρές άρχισαν να υποφέρουν από την πείνα. Όμως ο Edmund αποφάσισε πως ο εχθρός δεν έπρεπε να μάθει για το πόσο υπέφεραν οι άνδρες του, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην διάλυση του στρατού του. Έτσι διέταξε να φέρουν ένα παχύ ταύρο τον οποία είχαν ταΐσει με καλό σιτάρι και να τον αφήσουν ελεύθερο έξω από το σημείο όπου είχαν στρατοπεδεύσει. Οι Δανοί τον αιχμαλώτισαν και τον σκότωσαν. Και όταν άνοιξαν το στομάχι του και βρήκαν φρέσκο σιτάρι μέσα συμπέραναν πως οι Άγγλοι δεν είχαν έλλειψη σε προμήθειες. Έτσι εγκατέλειψαν την πολιορκία και διαχωρίστηκαν σε ομάδες προκειμένου να αναζητήσουν τροφή. Έπειτα ο Edmund τους ακολούθησε στα κρυφά και σκότωσε πολλούς από αυτούς.

Σε μια άλλη περίπτωση ο Edmund και οι άνδρες του πολιορκούνταν μέσα στο σχεδόν απόρθητο φρούριο του Framingham. Παρόλα αυτά ο Hinguar αιχμαλώτισε έναν γέρο και ανάπηρο άνδρα που τον έλεγαν Sathonius τον οποίο ο άγιος έτρεφε και τον φιλοξενούσε με δικά του έξοδα στο κάστρο. Με αμοιβή ο γέρος άντρας πείστηκε να προδώσει στον Hinguar ένα αδύναμο σημείο στα τείχη του κάστρου στο χτίσιμο του οποίου είχε βοηθήσει και ο ίδιος όταν ήταν νέος. Προχωρώντας προς το κάστρο σε αυτό το σημείο, ο Hinguar αιφνιδίασε τους Άγγλους. Ο Edmund ανέβηκε στο ταχύτερο άλογο του και βγήκε μέσα από τις ανοιχτές πύλες. Μερικοί από τους Δανούς τον είδαν, όμως δεν κατάλαβαν ποιος ήταν και κάλπασαν πίσω του ελπίζοντας να πάρουν πληροφορίες για τον βασιλιά. Όμως ο Edmund, σαν τον άγιο Αθανάσιο τον Μέγα σε μια αντίστοιχη περίπτωση γύρισε προς αυτούς και είπε: «Επιστρέψτε όσο ποιο γρήγορα μπορείτε, γιατί, όταν βρισκόμουν στο κάστρο, ο βασιλιάς που αναζητάτε ήταν και αυτός εκεί». Επιστρέφοντας, ανακάλυψαν πως ο βασιλιάς τους ξεγέλασε. Έπειτα ο άγιος Edmund συγκέντρωσε τις δυνάμεις του και έπεσε επάνω στους αμήχανους Δανούς καθώς υποχωρούσαν.

Τώρα οι Δανοί έκαναν ειρήνη με τον Edmund και κατευθύνθηκαν βόρεια στην Northumbria (Βορειοανατολική Αγγλία) φτάνοντας στο York την 1η Νοεμβρίου του 866. Οι Άγγλοι βασιλιάδες Osbert και Alle, οι οποίοι πολεμούσαν ο ένας τον άλλο μέχρι τότε, τώρα ένωσαν τις δυνάμεις τους και κινήθηκαν προς το York και αφού κατέστρεψαν τα τείχη της πόλης μπήκαν στην πόλη στις 21 Μαρτίου του 867. Παρόλα αυτά το αποτέλεσμα της μάχης ήταν οδυνηρό για τους Άγγλους. Και οι δύο βασιλιάδες και οχτώ από τους ευγενείς που διοικούσαν σκοτώθηκαν. Οι Δανοί έπειτα λεηλάτησαν όλη τη Northumbria έως τον ποταμό Τάιν πριν να ενθρονίσουν έναν Άγγλο ονόματι Egbert ο οποίος λειτουργούσε σαν βασιλιάς μαριονέτα στην περιοχή κάτω από τη δύναμη τους.


Αυτή ήταν μόνο η αρχή των συμφορών για τους Άγγλους. Στο τέλος του χρόνου ο Δανέζικος «Μεγάλος Στρατός» μετακινήθηκε νότια στη Mercia (Κεντρική Αγγλία) και κατέλαβε την πόλη του Nottingham. Σε απάντηση στον βασιλιά Burhred της Mercia ο οποίος καλούσε σε βοήθεια, ανταποκρίθηκαν ο βασιλιάς Ethelred του Wessex, ο νεότερος αδερφός του Alfred (ο μελλοντικός βασιλιάς της Αγγλίας) και ο άγιος Edmund ήρθε να τον συναντήσει έξω από τα τείχη του Nottingham. Παρόλα αυτά, οι Δανοί απέφυγαν μια μάχη με τους Άγγλους βασιλιάδες έξω από το Nottingham, και έτσι κατέληξαν σε προσωρινή ειρήνη. Σε αντάλλαγμα για το ότι εγκατέλειψαν το Nottingham, επέτρεψαν στον Μεγάλο Στρατό να υποχωρήσει πίσω στη Northumbria.

Τώρα ξεκίνησε μια τρομερή σύληση των περιουσιών του Χριστιανισμού όλης της Ανατολικής Αγγλίας. Στον Βορρά, το μοναστήρι της αγίας Ebba στο Coldingham κάηκε με τις μοναχές μέσα αφού όλες τους, μαζί με την ηγουμένη τους Ebba η οποία έκανε την αρχή, έκοψαν τις μύτες και τα πάνω χείλη τους προκειμένου να αποτρέψουν τους επιδρομείς από το να τις βιάσουν. Το Tynemouth, το Wearmouth, το Jarrow, το Whitby και άλλα γνωστά μοναστήρια καταστράφηκαν και στην Ανατολική Mercia οι κάτοικοι στις περιοχές Bardney και Crowland ξεκοιλιάστηκαν.

Όταν τα νέα του ερχομού του Μεγάλου Στρατού έφτασαν στον Ηγούμενο Θεόδωρο του Crowland, έστειλε μακριά όλους τους γερούς άντρες και έθαψε τα πολύτιμα αντικείμενα της εκκλησίας. Έπειτα, καθώς οι φλόγες του κοντινού Kesteven φώτιζαν τον ουρανό, εκείνος με ηρεμία ντύθηκε για την Θεία Λειτουργία την οποία γιόρτασε μαζί με τον διάκονο Alfget, τον υποδιάκονο Savin και τους μοναχούς Ethelred και Wulric. Με δυσκολία τελείωσαν όταν ο Δανός αρχηγός Oscytel εισέβαλε μέσα, αποκεφάλισε τον ηγούμενο, βασάνισε τους γέρους μοναχούς και σκότωσε τα αγόρια πριν να βάλει φωτιά στο μοναστήρι. Αυτό συνέβη στις 26 Αυγούστου του 869.

Έπειτα ήρθε η σειρά των μοναστηριών που βρισκόντουσαν στους βάλτους. Αυτά ήταν τα Thorney, Peterborough, Ramsey και Ely. Στο Peterborough ο Hinguar χτυπήθηκε από μια πέτρα και έτσι ο αδερφός του Hubba με τα ίδια του τα χέρια έσφαξε τον ηγούμενο Hedda και 84 μοναχούς πάνω σε μια πέτρα για να εκδικηθεί για την πληγή του. Στο Ely ένας Δανός πήρε το σάβανο το οποίο κάλυπτε το άφθαρτο σώμα της αγίας Etheldreda (κοίμηση 23 Ιουνίου του 679) και χτύπησε το μάρμαρο του τάφου με το πολεμικό τσεκούρι του. Όμως ένα κομμάτι τινάχτηκε από το έδαφος και μπήκε μέσα στο μάτι του και έπεσε νεκρός. Βλέποντας αυτό οι άλλοι άφησαν τους τάφους των άλλων αγίων τους οποίους σκέφτονταν να λεηλατήσουν και έφυγαν.

Μια άλλη αγία συνάντησε τους εισβολείς με έναν διαφορετικό τρόπο. Το σώμα της αγίας Werburga (+3 Φεβρουαρίου, 700) φυλασσόταν άφθαρτο στο Chester μέχρι τον ερχομό των Δανών. Όμως μόλις πλησίασαν στην πόλη, το σώμα άρχισε ξαφνικά να αποσυντίθεται.


Όταν ο Hubba με 10,000 άντρες λεηλατούσε το Ely και το Soham, ο Hinguar κινήθηκε ανατολικά μέσα στην Ανατολική Αγγλία. Στην περιοχή Newmarket Heath αντιμετώπισε τον Alderman Ulfcety ο οποίος υπερασπιζόταν δύο η τρία χωματουργικά έργα τα οποία έγιναν αργότερα γνωστά σαν «Οι οχυρώσεις του αγίου Edmund». Όμως οι Άγγλοι ηττήθηκαν και σφαγιάστηκαν μέχρι και τον τελευταίο άντρα. Έπειτα οι εισβολείς εισέβαλαν στην πρωτεύουσα, το Thetford, το οποίο κατέλαβαν εν μέσω φοβερών σκηνών που περιελάμβαναν βιασμούς και σφαγές. Όλος ο πληθυσμός σφαγιάστηκε, και μόνο ο βασιλιάς Edmund με έναν μικρό στρατό επιβίωσε προκειμένου να αντιμετωπίσει τους Δανούς.

Έπειτα ο Hinguar έστειλε έναν αγγελιοφόρο στον Edmund ο οποίος είπε: «Ο Hinguar ο βασιλιάς μας, γενναίος και νικητής στη θάλασσα και στη γη, έχει υποτάξει πολλά έθνη και τώρα αποβιβάστηκε αιφνιδιαστικά εδώ μαζί με τους συντρόφους του. Τώρα σε διατάζει να μοιραστείς τους κρυμμένους θησαυρούς σου και τον πλούτο των προγόνων σου μαζί του γρήγορα. Και αν θέλεις να ζήσεις μπορείς να είσαι ένας βασιλιάς που θα τον υπηρετεί γιατί δεν έχεις τη δύναμη να του αντισταθείς.»

Τότε ο Edmund κάλεσε τον Επίσκοπο Humbert και συζήτησε μαζί του για το πώς θα έπρεπε να απαντήσει στον Hinguar. Ο επίσκοπος, φοβούμενος εξαιτίας της συμφοράς στο Thetford και της απειλής για την ζωή του βασιλιά, τον συμβούλεψε να συμφωνήσει με οτιδήποτε απαιτούσε ο Hinguar. Ο Edmund αποκρίθηκε: «Ω, Επίσκοπε! Αυτός ο διεφθαρμένος λαός εξευτελίστηκε, και θα προτιμούσα να πεθάνω στη μάχη εναντίων εκείνου ο οποίος προσπαθεί να καταλάβει την γη των ανθρώπων μου.» Έπειτα ο επίσκοπος είπε: «Αγαπημένε μου βασιλιά, οι άνθρωποι σου κείτονται σφαγμένοι, και εσύ δεν έχεις τη δύναμη να πολεμήσεις. Και αυτοί οι πειρατές θα έρθουν και θα σε πιάσουν ζωντανό, εκτός και αν σώσεις την ζωή σου δραπετεύοντας ή με το να συμφωνήσεις με τους όρους του.» Ο βασιλιάς αποκρίθηκε: «Εκείνο που θέλω και επιθυμώ με όλη μου την καρδιά είναι να μην μείνω μόνος όταν οι αγαπημένοι μου ιππότες μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους θα σκοτωθούν ξαφνικά από αυτούς τους πειρατές. Ποτέ μου δεν εγκατέλειψα τη μάχη και θα προτιμούσα να πεθάνω για την χώρα μου εάν αυτό πρέπει να κάνω. Και ο παντοδύναμος Θεός γνωρίζει πως ποτέ δεν θα εγκαταλείψω την λατρεία μου σε Αυτόν, ούτε την Αληθινή Αγάπη Του, στη ζωή και στον θάνατο».


Έπειτα στράφηκε προς τον αγγελιοφόρο του Hinguar και είπε: « Σου αξίζει σίγουρα να πεθάνεις αμέσως τώρα, όμως δεν θα λερώσω τα καθαρά χέρια μου στο βρόμικο αίμα σου, γιατί εγώ ακολουθώ τον Χριστό, ο οποίος μας έδωσε αυτό το παράδειγμα. Και με χαρά θα σκοτωθώ από εσένα εάν ο Θεός το επιθυμεί. Φύγε γρήγορα τώρα και πες στον βάρβαρο κύριο σου: « Ο Edmund δεν θα παραδώσει ποτέ αυτή τη χώρα όσο ζει στον παγανιστή πολέμαρχο Hinguar, εκτός και αν αυτός αποδεχτεί πρώτα σε αυτή τη γη τον Σωτήρα Χριστό.»

Έπειτα ο Edmund κινήθηκε μαζί με τους άντρες του προς το Thetford. Η μάχη κράτησε για επτά ώρες στην πεδιάδα μεταξύ των γεφυρών του Melford και του Catford και τελικά ο Hinguar και οι άντρες του υποχώρησαν προς την κατασκήνωση τους. Ο Edmund ήταν ο νικητής, όμως καθώς επέστρεφε πίσω στο Hoxne αποφάσισε να παραδοθεί παρά να συνεχίσει το αιματηρό μακελειό.

Σύντομα μετά την άφιξη του στο Hoxne, μια ακόμη στρατιά Δανών εισέβαλε στη χώρα. Ο Hubba είχε ολοκληρώσει την καταστροφή του Ely και του Soham, και τώρα ξεκίνησε με 10,000 περισσότερους άντρες προκειμένου να βοηθήσει τον αδερφό του να ολοκληρώσει την κατάληψη της Ανατολικής Αγγλίας. Η αντίσταση τώρα ήταν μάταιη, και η μόνη σκέψη του Edmund ήταν πως θα αποτρέψει την περαιτέρω αιματοχυσία στη χώρα του και πως θα την διατηρήσει στην Ορθόδοξη πίστη.

Ο επίσκοπος Humbert ξανά του συνέστησε να φύγει, με την ελπίδα του ότι θα επιστρέψει για να καταλάβει ξανά την γη του για τον Χριστό. Όμως ο Edmund γνώριζε πως ο εχθρός θα σκότωνε κάθε δυνατό άντρα που θα επιχειρούσε να τον βοηθήσει. Ούτε ο δικός του θάνατος θα ήταν αρκετός. Ο Hinguar είχε ένα ιδιαίτερο μίσος για αυτόν το οποίο θα ικανοποιούταν μόνο εάν τον έπιανε ζωντανό. Έτσι ο άγιος γύρισε προς τον επίσκοπο Humbert και του είπε: «Ω, Επίσκοπε Humbert, πατέρα μου, είναι αναγκαίο να πεθάνω εγώ μόνο για τους ανθρώπους μου, ώστε να μην καταστραφεί όλο το έθνος.»

Έπειτα, αφού έδιωξε τους άντρες του και άφησε στην άκρη τα όπλα του, μπήκε στην εκκλησία και γονάτισε μπροστά στο ιερό προσευχόμενος για δύναμη κατά την ώρα του μαρτυρίου του για τον Χριστό και τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους του.

Αφού μπήκαν στην πόλη και την περικύκλωσαν, ο Hinguar έστειλε τους άντρες του μέσα στην εκκλησία με διαταγές να μην αγγίξουν κανέναν εκτός από τον βασιλιά. Αιχμαλώτισαν τον βασιλιά, τον έδεσαν και τον χτυπούσαν με ρόπαλα καθώς τον πρόσβαλαν συνέχεια. Έπειτα τον έδεσαν σε ένα δέντρο και τον μαστίγωναν για πολλή ώρα. Εκείνες τις στιγμές ο βασιλιάς επικαλούταν το όνομα του Χριστού χωρίς σταματημό. Αυτό εξόργισε τους παγανιστές, και τώρα τον χτύπησαν με βέλη ώσπου όλο του το σώμα καλύφθηκε με αυτά σαν τον άγιο Μάρτυρα Σεβαστιανό. Όταν ο Hinguar είδε πως ο βασιλιάς δεν αρνούταν τον Χριστό, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Έτσι τον έσυραν, καθώς εκείνος ακόμη επικαλούταν το όνομα του Χριστού, στον τόπο του μαρτυρίου του και εκεί τον αποκεφάλισαν. Ο Επίσκοπος Humbert, οδηγήθηκε και αυτός εκεί και αποκεφαλίστηκε. Αυτό συνέβη στις 20 Νοεμβρίου του 869 όταν ο Edmund είχε κυβερνήσει για 15 χρόνια και ήταν 29 χρονών.

Οι παγανιστές επέστρεψαν στα πλοία τους, έχοντας πετάξει το κεφάλι του αγίου Edmund σε πυκνά βάτα ώστε να μείνει άταφο. Έπειτα οι ντόπιοι κάτοικοι ήρθαν και βρήκαν το ακέφαλο σώμα, όμως δεν μπορούσαν να βρουν το κεφάλι. Ένας άντρας που ήταν παρόν στο μαρτύριο τους είπε πως νόμιζε πως είχαν κρύψει το κεφάλι κάπου μέσα στο δάσος. Έτσι οργάνωσαν μια ομάδα για να το αναζητήσουν και έψαξαν μέσα στα βάτα και τους θάμνους. Και καθώς μιλούσαν μεταξύ τους, άκουσαν μια φωνή να λέει «Εδώ! Εδώ! Εδώ!» ώσπου όλοι έφτασαν στο σημείο όπου βρισκόταν το κεφάλι. Και εκεί το είδαν να βρίσκεται ανάμεσα στις δύο πατούσες ενός γκρίζου λύκου, ο οποίος δεν σκόπευε να το πειράξει αλλά το προστάτευε από τα άλλα άγρια θηρία. Ευχαριστώντας τον Παντοδύναμο Θεό για τα θαύματα Του, οι άνθρωποι πήραν το κεφάλι και το μετέφεραν πίσω στην πόλη. Ο λύκος τους ακολούθησε σαν να ήταν εξημερωμένος, και έπειτα, όταν είδε το κεφάλι να φτάνει στην πόλη, γύρισε πίσω στο δάσος. Οι άνθρωποι ένωσαν το κεφάλι με το σώμα, και έπειτα το έθαψαν όσο καλύτερα μπορούσαν χτίζοντας ένα ξύλινο εκκλησάκι βιαστικά από επάνω του.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του βασιλιά Edward του Γηραιού στις αρχές του 10ου αιώνα, το Danelaw, η περιοχή της Αγγλίας που ελεγχόταν από τους Δανούς, σταδιακά και συστηματικά ανακαταλαμβανόταν από τους Άγγλους ξεκινώντας από την Ανατολική Αγγλία. Παρότι κατά την βασιλεία του ο Δανός κυρίαρχος Eric διοικούσε την επικράτεια του υπό την επίβλεψη του βασιλιά Edward. Και ήταν εκείνο τον καιρό που ένα θαύμα τράβηξε την προσοχή των ελεύθερων ανθρώπων στον τελευταίο Χριστιανό βασιλιά, τον άγιο Edmund.

Μία νύχτα, ένας τυφλός άντρας και ένα αγόρι το οποίο τον οδηγούσε περπατούσαν μέσα από τα δάση κοντά στο Hoxne. Αφού δεν είδαν κανένα σπίτι κοντά, κατέληξαν να περάσουν την νύχτα στο ξύλινο εκκλησάκι που ήταν χτισμένο επάνω από τον τάφο του αγίου Edmund. Μόλις μπήκαν, σκόνταψαν επάνω στον τάφο του μάρτυρα, όμως, παρότι τρόμαξαν αρχικά αποφάσισαν να μη φύγουν αλλά να μείνουν μέσα στο εκκλησάκι χρησιμοποιώντας τον τάφο σαν μαξιλάρι για την νύχτα.
 
Με δυσκολία έκλισαν μάτι, όταν μια στήλη φωτός ξαφνικά φώτισε όλο το μέρος. Το αγόρι ξύπνησε τον αφέντη του με φόβο. «Αλίμονο! Αλίμονο!», φώναξε, «το κατάλυμα μας έπιασε φωτιά!». Όμως ο τυφλός άντρας τον καθησύχασε, διαβεβαιώνοντας τον πως ο οικοδεσπότης τους δεν θα επέτρεπε να πάθουν κακό. Και πράγματι, το ξημέρωμα ανακάλυψαν πως μέσω τον προσευχών του αγίου Edmund ο τυφλός άντρας μπορούσε τώρα να δει.

Τα νέα αυτού του θαύματος εξαπλώθηκαν σε όλη την Ανατολική Αγγλία, και οι άνθρωποι αποφάσισαν να μεταφέρουν το σώμα του αγίου τους σε ένα ποιο ασφαλές μέρος και σε μια ποιο όμορφη λειψανοθήκη. Επέλεξαν την πόλη του Bedricsworth, του οποίου η εκκλησία και το μοναστήρι, ιδρύθηκαν από τον άγιο Sigebert τον έβδομο αιώνα, καταστράφηκε από τους Δανούς, όμως μερικοί από τους ιερείς του είχαν επιβιώσει. Όταν ξαναέχτισαν την εκκλησία, ο Επίσκοπος Θεόδωρος του Elmham και όλοι οι κληρικοί της Ανατολικής Αγγλίας μετέφεραν το άγιο σώμα με μια μεγάλη πομπή στο νέο του ιερό.

«Τότε συνέβη ένα μεγάλο θαύμα», έγραψε ο ηγούμενος Aelfric γύρω στο έτος 1000, «όλο το σώμα του ήταν σαν να ήταν ζωντανό, δεν είχε καμία φθορά και ο λαιμός του, ο οποίος προηγούμενος είχε κοπεί, είχε γιατρευτεί, και γύρω από τον λαιμό του υπήρχε όπως και πριν ένα κόκκινο λινό ύφασμα σαν ένδειξη στους ανθρώπους για το πώς πέθανε. Έτσι και οι πληγές τις οποίες οι άγριοι παγανιστές του είχαν προκαλέσει στο σώμα του με επαναλαμβανόμενα χτυπήματα θεραπεύτηκαν από τον ουράνιο Θεό. Και βρίσκεται άφθαρτος μέχρι και σήμερα, περιμένοντας την ανάσταση και την αιώνια δόξα.

Το σώμα του, το οποίο βρίσκεται εδώ άφθαρτο, μας λέει πως έζησε εδώ σε αυτόν τον κόσμο χωρίς να πορνεύσει και ταξίδεψε προς τον Χριστό με μια αγνή ζωή. Μια συγκεκριμένη χήρα που ονομαζόταν Oswyn έζησε με προσευχή και νηστεία στον τάφο του αγίου για πολλά χρόνια. Κάθε χρόνο, την Μεγάλη Πέμπτη, έκοβε τα μαλλιά του αγίου και τα νύχια του με αγάπη και τα κρατούσε στο ιερό σαν λείψανα.

Πολλά θαύματα συνέχισαν να συμβαίνουν στον τάφο του αγίου. Τη νύχτα μια στήλη φωτός γινόταν συχνά ορατή να βγαίνει από επάνω του και να φωτίζει όλη την εκκλησία. Έπειτα, το 925, ο βασιλιάς Athelstan ίδρυσε μια κοινότητα τεσσάρων ιερέων και δύο διακόνων για να προσέχουν τη λειψανοθήκη, τα καθήκοντα τους ήταν παρόμοια με αυτά των εφτά κληρικών οι οποίοι προστάτευαν το ιερό του αγίου Cuthbert.

«Έπειτα», συνεχίζει ο ηγούμενος Aelfric, «οι κάτοικοι προσκυνούσαν τον άγιο με πίστη, και ο επίσκοπος Θεόδωρος (ο δεύτερος που αποκαλούταν «ο Αγαθός») πρόσφερε στο μοναστήρι δώρα από χρυσό και ασήμι για να τιμήσει τον άγιο. Τότε κάποια στιγμή ήρθαν ληστές, οχτώ σε μία νύχτα, στον σεβαστό άγιο και ήθελαν να κλέψουν τους θησαυρούς τους οποίους ο κόσμος είχε φέρει εκεί και προσπαθούσαν να μπουν μέσα με την βία. Ένας χτύπησε την πόρτα βίαια με ένα σφυρί, άλλος έσκαψε κάτω από την πόρτα με ένα φτυάρι, ένας άλλος με μια σκάλα θέλησε να ξεκλειδώσει το παράθυρο.

Όμως μάταια προσπαθούσαν και ο άγιος θαυματουργικά τους ακινητοποίησε, τον καθένα εκεί που στεκόταν, ώστε κανένας τους να μην ολοκληρώσει την αμαρτωλή του πράξη ούτε να φύγει μακριά από εκεί και έμειναν έτσι μέχρι το πρωί. Έπειτα ο κόσμος θαύμασε το πώς οι κλέφτες στέκονταν εκεί, ένας πάνω στη σκάλα, ο άλλος να προσπαθεί να σκάψει. Έπειτα τους πήγαν στον επίσκοπο, και διέταξε να κρεμαστούν όλοι σε ψηλές κρεμάλες. Όμως δεν είχε στον νου του το πώς ο ελεήμων Θεός μίλησε μέσα από τον προφήτη του τα εξής: «πάντα να συγχωρείς εκείνους που τους οδηγούν στο θάνατο» και επίσης οι άγιοι κανόνες απαγορεύουν στους επισκόπους και τους ιερείς να ασχολούνται με τους κλέφτες καθώς δεν είναι πρέπον για εκείνους που επιλέχτηκαν να υπηρετούν το Θεό να συμμετέχουν στη θανάτωση οποιουδήποτε ανθρώπου, εάν είναι οι υπηρέτες του Θεού. Έπειτα αφού ο Επίσκοπος Θεόδωρος εξέτασε τα βιβλία, μετάνιωσε θρηνώντας για το ότι πήρε μια τόσο βίαιη απόφαση σχετικά με τους κλέφτες και το μετάνιωνε μέχρι το τέλος της ζωής του και παρακάλεσε να κρατήσουν οι άνθρωποι νηστεία μαζί του για τρεις ημέρες προσευχόμενοι στον Παντοδύναμο Θεό να τον ελεήσει.



«Υπήρχε σε αυτή τη γη ένας άντρας ονόματι Leofstan, ισχυρός μπροστά στους ανθρώπους όμως ανόητος μπροστά στον Θεό, ο οποίος πήγε στον τάφο του αγίου και με ασέβεια ζητούσε να δει κατά πόσο το σώμα του ήταν άφθαρτο μα όταν είδε το σώμα του αγίου αμέσως τρελάθηκε και ούρλιαζε μανιασμένα και η ζωή του τελείωσε μίζερα με έναν κακό θάνατο.»

Το έτος 1013, οι Δανοί υπό τον βασιλιά Swein εισέβαλαν ξανά στην Αγγλία και όλη χώρα βόρεια του Watling Street παραδόθηκε σε αυτόν. Το Λονδίνο υπό την αρχηγία του βασιλιά Ethelred και του Earl Thurkill, του αντιστάθηκε για κάποιο διάστημα. Όμως όταν ο Swein στράφηκε βόρεια ξανά, όλο το έθνος τον δέχτηκε σαν τον αδιαμφισβήτητο βασιλιά του, και ακόμη και οι Λονδρέζοι αναγκάστηκαν να τον αποδεχτούν, όταν ο βασιλιάς, η βασιλική οικογένεια και ο Επίσκοπος Alfhun του Λονδίνου εξορίστηκαν στην Νορμανδία.

Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, ποιο κρίσιμη από αυτή που αντιμετώπισε ο βασιλιάς Alfred το χειμώνα του 877-878, ένας Άγγλος άγιος ξανά ήρθε για να σώσει τους Χριστιανούς, αυτή τη φορά ο άγιος μάρτυρας Edmund.

Από το 999, το άφθαρτο σώμα του αγίου Edmund ήταν στην προστασία ενός μοναχού ονόματι Ethelwine. Το 1010, αναφέρει ο ηγούμενος Sampson, όταν οι Δανοί λεηλατούσαν την Ανατολική Αγγλία, το επίγειο βασίλειο του αγίου Edmund, ο άγιος εμφανίστηκε στον Ethelwine και τον διέταξε να τοποθετήσει το σώμα του σε ένα φέρετρο, να το βάλει σε ένα κάρο και να το στείλει στο Λονδίνο. Όμως οι κληρικοί έπρεπε να μείνουν στη θέση τους.

Το σούρουπο μια ημέρα, καθώς ο Ethelwine πήγαινε προς το Λονδίνο, πήγε στο σπίτι ενός ιερέα ονόματι Edbriht και του ζήτησε να τον φιλοξενήσει αυτόν και το σώμα του αγίου που μετέφερε. Ο ιερέας αρχικά αρνήθηκε να δώσει στέγη σε ξένο, όμως τελικά, αφού κάποιοι άνθρωποι διαμαρτυρήθηκαν, άφησε τον μοναχό να κοιμηθεί έξω μέσα στη γη του και δεν τον άφησε να μείνει μέσα στο σπίτι. Έτσι ο Ethelwine κοιμήθηκε κάτω από το κάρο στο οποίο βρισκόταν το σώμα του μάρτυρα.

Εκείνη τη νύχτα, μια στήλη φωτός φάνηκε να ανεβαίνει από το κάρο στον ουρανό και έπειτα το κάρο άρχισε να βγάζει έναν θόρυβο σαν να γυρνάν οι ρόδες του. Ξαφνιασμένος από τον θόρυβο, ο Ethelwine ξύπνησε και κατάλαβε πως ο άγιος επιθυμούσε να φύγει από εκεί. Σύντομα βρισκόταν στον δρόμο του, και όταν βρισκόταν σε απόσταση από το σπίτι, κοίταξε πίσω και είδε πως είχε πάρει φωτιά σαν αποτέλεσμα της απανθρωπιάς του ιερέα.

Αργότερα την ίδια μέρα, ο Ethelwine έφτασε στον ποταμό Stratford, τρία μίλια από το Λονδίνο, και θέλησε να τον διασχίσει. Όμως ένα μέρος της γέφυρας είχε βυθιστεί στο ποτάμι και όλη η γέφυρα γενικά δεν ήταν ασφαλής. Από τους άλλους δρόμους υπήρχε η απειλή των Δανών και δεν υπήρχε άλλο μέρος να περάσει απέναντι. Έτσι ο Ethelwine προσευχήθηκε. Ξαφνικά το κάρο άρχισε να κινείτε μόνο του. Η δεξιά ρόδα κύλησε πάνω στα απομεινάρια της γέφυρας όταν η αριστερή ρόδα στεκόταν στον αέρα πάνω από το νερό σαν να ήταν πάνω σε στερεή γη. Εκείνοι που είδαν το θαύμα από την άλλη μεριά του ποταμού δόξασαν τον Θεό και καθώς το άγιο σώμα πλησίασε στο Λονδίνο ένα μεγάλο πλήθος μοναχών, κληρικών και ευγενών πήγαν να το υποδεχτούν. Αφού το πήραν στους ώμους τους, κινήθηκαν προς την εκκλησία του Αποστόλου Παύλου ψέλνοντας ύμνους και ήταν πολύ χαρούμενοι.

Μεταξύ του Aldgate και της εκκλησίας του Αποστόλου Παύλου δεκαοχτώ άνθρωποι θεραπεύτηκαν από διάφορες ασθένειες μέσα από τις προσευχές του αγίου. Μια γυναίκα η οποία βρισκόταν στο κρεβάτι της παράλυτη άκουσε τον θόρυβο που συνόδευε το πέρασμα του αγίου και ρώτησε τους υπηρέτες της τι σήμαινε.

«Δεν γνωρίζεις;» είπαν, «πως ο άγιος Edmund, ο βασιλιάς της Ανατολικής Αγγλίας ο οποίος πέθανε για τον Χριστό από τους άπιστους παγανιστές ήρθε σε αυτή την πόλη και έδωσε υγεία σε πολλούς;»

«Ποια είμαι εγώ!» φώναξε, «που ο Θεός δεν με θεώρησε άξια να λάβω έλεος από την παρουσία του. Γιατί εάν μπορούσα να αγγίξω την άκρη του φέρετρου του, είμαι σίγουρη πως θα μπορούσα να θεραπευτώ άμεσα από την παράλυση μου.»

Αφού είπε αυτά, ξαφνικά στάθηκε στα πόδια της εντελώς θεραπευμένη, η 19η θεραπεία για τη δόξα του αγίου εκείνη την ημέρα. Συνειδητοποιώντας τι είχε γίνει, βιάστηκε να μπει μέσα στο πλήθος και με δάκρυα φίλησε το φέρετρο του αγίου.

Τώρα η πομπή έφτασε στην εκκλησία του αγίου Γεωργίου κοντά στου Αποστόλου Παύλου. Το άγιο σώμα τοποθετήθηκε κάτω και όλοι οι άνθρωποι γονάτισαν για να προσευχηθούν στον άγιο. Εκείνη τη στιγμή ένας Δανός ο οποίος ήταν περίεργος για το τι γινόταν πήγε εκεί. Βλέποντας τους άλλους γονατιστούς σε προσευχή, εκείνος έμεινε υπερήφανα όρθιος και τραβώντας το πέπλο που κάλυπτε το σώμα κοίταξε μέσα. Ξαφνικά τυφλώθηκε. Έπειτα, καταλαβαίνοντας την αμαρτία του, την εξομολογήθηκε και υποσχέθηκε να αλλάξει ζωή και να έχει πίστη στο Θεό και τον άγιο Edmund και ζήτησε συγχώρεση. Όλοι όσοι ήταν παρόντες τον συνόδευσαν στην προσευχή και τότε η όραση του επανήλθε. Έπειτα έβγαλε την χρυσή πανοπλία του και την πρόσφερε στον άγιο. Έπειτα, έζησε μια ευλαβική ζωή.

Για σχεδόν τρία χρόνια η φήμη του μάρτυρα εξαπλώθηκε μακριά μέσα από τα θαύματα των θεραπειών, τόσο στο σώμα όσο και στο πνεύμα, που γίνονταν μέσα από τις πρεσβείες του αγίου στο Λονδίνο.

Έπειτα ο άγιος Edmund εμφανίστηκε σε ένα όραμα στον Ethelwine και τον διέταξε να φέρει το σώμα του πίσω στο τόπο της ταφής του. Αμέσως ο μοναχός πήγε στον Επίσκοπο Alfhun με το αίτημα να φύγει εξηγώντας πως είχε έρθει στο Λονδίνο σαν προσκυνητής παρά σαν μόνιμος κάτοικος. Ο επίσκοπος συμφώνησε αν και διστακτικά. Όμως όταν ο Ethelwine έφυγε, βιάστηκε να πάει με τρεις κληρικούς στην εκκλησία του αγίου Γρηγορίου. Εκεί προσπάθησαν να σηκώσουν το άγιο σώμα μέσα στο φέρετρο στους ώμους τους. Όμως ήταν πολύ βαρύ. Ακόμη τέσσερις άντρες βοήθησαν, έπειτα δώδεκα, έπειτα εικοσιτέσσερις. Όμως μετά από πολύ ιδρώτα και προσπάθεια δεν κατάφεραν να μετακινήσουν το φέρετρο καθόλου. Έπειτα ο επίσκοπος και οι άνδρες του ένοιωσαν ντροπιασμένοι, καταλαβαίνοντας πως η αφοσίωση τους, αν και από σεβασμό, ήταν αντίθετη στο θέλημα του Θεού και του αγίου Edmund. Όταν ο Ethelwine ήρθε, προσευχήθηκε μπροστά στον άγιο και μπόρεσε με τρεις συντρόφους του να σηκώσει το φέρετρο σαν να ήταν ελαφρύ.

Έτσι ξεκίνησε για το ταξίδι του, όμως όχι απαρατήρητος όπως πριν. Καθώς ένα μεγάλο πλήθος κληρικών και ανθρώπων τον ακολούθησε με μεγάλη θλίψη μέχρι τη γέφυρα του ποταμού Stratford και πέρα από αυτή όλα τα χωριά πήγαν να συναντήσουν τον άγιο με μεγάλη χαρά. Οι γέφυρες επιδιορθώθηκαν και οι δρόμοι καθαρίστηκαν. Και, όπως και στο Λονδίνο, πολλά θαύματα έγιναν. Κοντά στο Stapleford, ο κύριος του χωριού φιλοξένησε τον άγιο και θεραπεύτηκε από μια χρόνια ασθένεια. Τελικά, ο άγιος θησαυρός έφτασε στο Bury St. Edmund (τον προηγούμενο τόπο ταφής του αγίου) όπου τον παρέλαβαν οι κληρικοί και τον τοποθέτησαν εκεί που ήταν πριν.

Εκεί, για χρόνια, τα θαύματα δεν έπαψαν για εκείνους που ζητούσαν βοήθεια με πίστη.

Το 1014 ο Δανός βασιλιάς Swein έφτασε στο Bury St. Edmunds, απαιτώντας να τον τιμήσουν και απειλώντας πως εάν δεν τον πλήρωναν θα έκαιγε την πόλη με τους κατοίκους, θα κατέστρεφε την εκκλησία του αγίου από τα θεμέλια της και θα βασάνιζε τους κληρικούς με διάφορους τρόπους. Όμως οι πολίτες αρνήθηκαν, δείχνοντας εμπιστοσύνη στην προστασία του αγίου Edmund. Οι φοροεισπράκτορες δεν τόλμησαν να τους αγγίξουν καθώς είχαν ακούσει για τα θαύματα του αγίου. Έτσι πήγαν στον βασιλιά και τον πληροφόρησαν για την επανάσταση ενάντια στην εξουσία του. Σε λίγο, όχι μόνο οι κάτοικοι του Bury St. Edmunds αλλά και άλλοι άνθρωποι από την Ανατολική Αγγλία έσπευσαν στην εκκλησία του αγίου για να τον παρακαλέσουν με προσευχές, με νηστεία και ελεημοσύνη να απελευθερώσει τη γη από τον εισβολέα που την κατείχε για δέκα και παραπάνω χρόνια. Επιπλέον, ζήτησαν από τον μοναχό Ethelwine να προσευχηθεί ιδιαίτερα στο ιερό του αγίου ώστε να τους σώσει.

Εκείνη τη νύχτα ο άγιος Edmund εμφανίστηκε στον Ethelwine στον ύπνο του με χαρούμενη όψη και λαμπερά λευκά στολίδια και είπε «Πήγαινε στον βασιλιά Swein και πες του αυτά από εμένα: «Γιατί ενοχλείς το μικρό ποίμνιο μου με του να του επιβάλλεις έναν ζυγό που κανένας άλλος βασιλιάς δεν τους επέβαλλε; Η τιμή δεν απαιτούταν και δεν χρεωνόταν μέχρι τη μέρα που αναπαύθηκα. Διόρθωσε τώρα αυτή την άδικη απαίτηση σου αλλιώς αργότερα θα το εύχεσαι αλλά δεν θα μπορείς. Γιατί αν δεν υπακούσεις σε αυτό που σου ζητάω, σύντομα θα μάθεις πως δυσαρεστείς τον Θεό και εμένα και θα ανακαλύψεις πως η Ανατολική Αγγλία έχει εμένα σαν προστάτη της.»

Έτσι ο Ethelwine υπάκουα αναζήτησε τον βασιλιά Swein στο Gainsborough, και με ταπεινότητα μετέφερε το μήνυμα του αγίου αλλάζοντας τις σκληρές λέξεις με ποιο γλυκές. Όμως ο βασιλιάς αρνήθηκε να ακούσει, διέταξε τον μοναχό να φύγει από μπροστά του και πρόσβαλλε τον άγιο λέγοντας πως δεν ήταν άγιος. Βλέποντας πως ο βασιλιάς δεν είχε φόβο Θεού ούτε ευλάβεια στον άγιο, ο Ethelwine γύρισε πίσω θλιμμένος. Κοντά στο Lincoln τον φιλοξένησαν για την νύχτα και καθώς κοιμόταν ειρηνικά ο άγιος Edmund του εμφανίστηκε και του είπε: «Γιατί είσαι φοβισμένος και θλιμμένος; Ξέχασες τα λόγια μου και πήγες να πέσεις σε απόγνωση; Σήκω αμέσως και συνέχισε το ταξίδι σου, γιατί πριν να το τελειώσεις, νέα για τον βασιλιά Swein θα χαροποιήσουν εσένα και τους συμπατριώτες σου.»

Ενδυναμωμένος από αυτή την αποκάλυψη, ο Ethelwine σηκώθηκε και ξεκίνησε πριν την αυγή. Καθώς ταξίδευε άκουσε τον ήχο Δανών ιππέων πίσω του. Ένας τον πλησίασε, τον χαιρέτησε και του είπε: « Είσαι ο ιερέας τον οποίο είδα προχθές να μεταφέρει τις εντολές ενός συγκεκριμένου βασιλιά στον βασιλιά Swein;»

«Είμαι»

«Έλεος, έλεος», είπε, « πόσο σημαντική ήταν η προειδοποίηση σου! Πόσο αληθινή η προφητεία σου! Καθώς ο θάνατος του βασιλιά Swein έκανε την Αγγλία χαρούμενη και τη Δανία θλιμμένη. Τη νύχτα αφού έφυγες, ο βασιλιάς πήγε στο κρεβάτι χαρούμενος και δεν φοβόταν τίποτα. Όλο στο κάστρο κοιμούνταν ήσυχα. Ξαφνικά τον βασιλιά ξύπνησε ένας άγνωστος στρατιώτης ο οποίος στεκόταν μπροστά του, ένας άντρας θαυμάσιας ομορφιάς που κράδαινε όπλα. Προσφωνώντας τον βασιλιά με το όνομα του, είπε: «Θέλεις τιμή από τη γη του αγίου Edmund, Ω βασιλιά; Σήκω, εδώ είναι. Σηκώθηκε όμως έπεσε και πάλι στο κρεβάτι του, τρομοκρατημένος στη θέα των όπλων και άρχισε να φωνάζει. Έπειτα ο στρατιώτης τον πλησίασε, τον διαπέρασε με το δόρυ του και έφυγε. Ακούγοντας τις κραυγές του: «Βοήθεια! Βοήθεια! Ο άγιος Edmund ήρθε να με σκοτώσει! οι άνδρες του ήρθαν τρέχοντας μέσα και τον βρήκαν νεκρό, σκεπασμένο με το δικό του αίμα.»

Ο Marianus αναφέρει πως εκείνη τη στιγμή στο Essex, ένας ευλαβής άνθρωπος ονόματι Wulfmar ο οποίος ήταν άρρωστος για τρεις ημέρες με μια ασθένεια που δεν τον άφηνε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα του και τα άκρα του, ξαφνικά σηκώθηκε στο κρεβάτι του στην παρουσία των γονιών και των γειτόνων του και είπε: «Αυτή τη νύχτα και αυτή την ώρα ο βασιλιάς Swein σκοτώθηκε, αφού τον διαπέρασε το δόρυ του αγίου Edmund.»

Αφού το είπε αυτό, έπεσε πάλι στο κρεβάτι του και πέθανε.

Όταν ο Ethelwine άκουσε αυτά τα νέα, έκρινε πως ήταν η ώρα να φανερώσει ότι έκρυβε πριν στη σιωπή. Η ιστορία έπειτα εξαπλώθηκε σαν άγρια φωτιά στην επικράτεια. Ο βασιλιάς Swein σκοτώθηκε στο Candlemas, στις 2 Φεβρουαρίου του 1014 και το σώμα του τοποθετήθηκε μέσα σε αλάτι και το έστειλαν με πλοίο πίσω στη Δανία.

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Χριστιανισμός και εξουσία.

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός

Ἡ στάση τῶν Τριῶν Μάγων ἔναντι τοῦ ἀσεβεστάτου Βασιλέως Ἡρώδου («δεινὸν παιδοκτόνον ἐγκατέλιπον παιζόµενον») θέτει τὸ πρόβληµα τῆς στάσεως τοῦ Χριστιανισµοῦ ὡς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στὴν κάθε µορφὴ Ἐξουσίας.

1. Οἱ σχέσεις ἐξουσίας κάθε µορφῆς εἶναι πάντα κεντρικὸ πρόβληµα τῆς κοινωνίας, στὸ ὁποῖο ἐµπλέκεται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγµατα ὁ χῶρος τῆς Θρησκείας. Μολονότι ὁ Χριστιανισµὸς στὴν αὐθεντική του ἔκφραση δὲν εἶναι θρήσκευµα –ἁπλὴ δηλαδὴ Ἱστορικὴ πραγµάτωση τοῦ φαινοµένου τῆς θρησκείας, ἀλλὰ «ὁδὸς» (Πράξ. 9, 20), τρόπος δηλαδὴ ὑπάρξεως, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ «θέωση», ὅπως νοεῖται χριστιανικὰ ἡ σωτηρία, ἡ διαπλοκή του µὲ τὶς δοµὲς τοῦ κόσµου εἰσήγαγε στὴν ὀργάνωσή του καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἐξουσίας.

Στὴν Ἐκκλησία, ὡς Σῶµα Χριστοῦ, ἀναγνωρίζεται ὁ θεόσδοτος χαραχτήρας τῆς ἐξουσίας, «ἵνα µὴ ὁ κόσµος εἰς ἀκοσµίαν ἐµπέσῃ» (Ἰσίδωρος Πηλουσιώτης, 5ος αἰ. Ε.Π. 78, 657), ἐλέγχεται ὅµως συχνὰ ἡ πτωτικὴ κατανόηση καὶ χρήση της. Γι᾽ αὐτὸ ὑπογραµµίζεται ἡ σχετικότητα καὶ ὁ πνευµατικός της χαραχτήρας γιὰ τὴν Ἐκκλησία (πρβλ. Α´ Κορ. 9, 12. Β´ Κορ. 10, 8. Β´ Θεσ. 3, 9 κ.ἄ.). Στὴν Κ.∆. φανερώνεται ἐξ ἄλλου ἡ δαιµονικότητα τῆς ἐξουσίας τοῦ κόσµου (πρβλ. τὸ διάλογο τοῦ Χριστοῦ µὲ τὸν Πιλάτο(Ἰωάν. 18, 28 ἑ.) καὶ προβάλλεται ὁ διακονικὸς καὶ ἀπελευθερωτικὸς χαρακτήρας τῆς «ἐξουσίας» τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. 10, 1 καὶ παράλ., 28, 18 κ.ἄ.). Παράλληλα, γίνεται δεκτὸς ὁ πρωτογενὴς χαρακτήρας τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας (Ρωµ. 13), ὅµως διὰ τοῦ Χριστοῦ καθορίζεται καὶ ἡ στάση ἀπέναντί της µὲ τὸ γνωστὸ λόγιο «ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22, 21), ποὺ δείχνει τὴν ἱεράρχηση τῶν δύο ἐξουσιῶν καὶ τὴ διαφοροποίησή τους, ἀφοῦ, ἂν τὸ νόµιµο ἀνήκει στὸν καίσαρα, ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀνήκει ὁλόκληρος στὸ Θεό, ὡς νόµισµα ὄχι αὐτοκρατορικό, ἀλλὰ θεῖο. Ἡ ἀποστολικὴ πράξη –τέλος– ἐγκαινιάζει καὶ τὴ δυνατότητα ἀντιστάσεως (ἤ ἔστω ἀρνήσεως ὑποταγῆς) στὴ δαιµονοποιηµένη ἐξουσία («πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ µᾶλλον ἤ ἀνθρώποις», Πράξ. 5, 29).

2. Ἡ πατερικὴ ποιµαντικὴ ἀντιµετωπίζει τὸ πρόβληµα τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡς «ἰατρείου πνευµατικοῦ» –θεραπευτηρίου δηλαδὴ τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως– γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῶν θρησκευτικῶν σχέσεων καὶ τὴ µεταµόρφωση τοῦ ἀνθρώπου σὲ «ναὸ Θεοῦ», κάτι πού διακονεῖ ἡ Ποιµαντικὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Μόνο πατερικὰ ἡ Ἐκκλησία διασῴζει τὸ σκοπό της, ποὺ εἶναι ἡ πρόσληψη σύνολης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσµου γιὰ τὴ µεταµόρφωσή της σὲ εὐχαριστία καὶ κοινωνία. Ἡ Ἐκκλησία ὡς «σαγήνη» (Ματθ. 13, 47) ἤ «ἀγρὸς» (13, 20) προσλαµβάνει ὅλο τὸ φάσµα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς (θεσµούς, ὀργάνωση τῆς κοινωνίας, πολιτική, γιὰ νὰ τὰ «ἐκκλησιοποιήσει», νὰ τὰ νοηµατοδοτήσει ἐν Χριστῷ, ἐκκεντρίζοντάς τα στὸ κυριακὸ σῶµα. Αὐτὸ ἐκφράζει πανηγυρικὰ ὁ µεγάλος ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς Ρωµανὸς ὁ Μελῳδὸς (6ος αἰ.), µεταπλάθοντας τὸ «µαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» τοῦ Ματθαίου (18,19) σέ: «µαθητεύσατε ἔθνη καὶ βασιλέας», ποὺ σηµαίνει: «ἐκκλησιοποιήσατε» τὰ ἔθνη µὲ ὅλη τὴν πολιτειακὴ δοµή τους.

Στὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶµα ἐνεργοποιεῖται µιά ἰδιότυπη ἐξουσία, διαµορφούµενη στὰ ὅρια τῆς εὐχαριστιακῆς σύναξης καὶ ἀσκούµενη µέσω τοῦ µυστηρίου τῆς ἱερωσύνης. Ἡ «ἱεραρχηµένη πολλαπλότητα», τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας ἀποτρέπει τὴν ἀπολυτοποίησή της, ἀφοῦ ὅλων τῶν δοµῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώµατος ὑπέρκειται ἡ σύνοδος. (Γι’ αὐτὸ ἀπορρίπτεται ὀρθόδοξα ὁ παπικὸς θεσµός). Ὅπως ἐπεσήµανε δὲ ἤδη ὁ µεγάλος ἱστορικὸς Henry Gregoire, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διετήρησε τὸν δηµοκρατικότερο τρόπο ὑπάρξεως, ἐπιτυγχάνοντας µέσω τοῦ ἐπισκοπικοῦ συστήµατος τὴ µεγαλύτερη δυνατὴ ἀποκέντρωση καὶ µέσω τῆς συνοδικότητας τὴ δυνατότητα συλλογικῆς ἐκφράσεως. Ὅταν σῴζεται ἡ πατερικότητα, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία παραµένει πνευµατικὴ καὶ αὐτὸ ἐκφράζει ἕνας λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόµου (Ε.Π. 61, 527), γιὰ νὰ ἐλέγξει ἀσφαλῶς ὑπερβάσεις καὶ καταχρήσεις, ὄχι ἀσυνήθεις στὴν πτωτικότητά µας: «Οὐκ ἔστιν (στὴν Ἐκκλησία) ἀρχόντων τύφος, οὐδὲ ἀρχοµένων δουλοπρέπεια, ἀλλ’ ἀρχὴ πνευµατική, τούτῳ µάλιστα πλεονεκτοῦσα, τῷ τὸ πλέον τῶν πόνων, οὐ τῷ τὰς τιµάς πλείους ἐπιζητεῖν». Καὶ αὐτό, διότι «…πρόβατα καὶ ποιµένες πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην εἰσὶ διαίρεσιν, πρὸς δὲ τὸν Χριστὸν πάντες πρόβατα» (Ε.Π. 52, 784). Ὅλο τὸ σῶµα (κληρικοί καί λαϊκοί), δὲν εἴµεθα παρὰ πρόβατα τοῦ µόνου ἀληθινοῦ Ποιµένος, τοῦ Χριστοῦ, καὶ «σύνδουλοι» ἐνώπιόν Του (Ματθ. 18, 33).

Ὁ ρόλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας εἶναι ὄχι τιµωρητικός, ἀλλὰ θεραπευτικὸς (ἀπὸ τὴ νόσο τῆς ἁµαρτίας), προληπτικός, φιλάνθρωπος καὶ διακονητικός. Σὲ τελευταία ἀνάλυση καὶ αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία, στὴν αὐθεντικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἔχει διακονικό– ὑπηρετικό χαραχτήρα (ὑπουργὸς =διάκονος). Ἡ ἐνεργός, ἐξ ἄλλου, παρουσία τῆς Ἐκκλησίας στὸν κοινωνικὸ χῶρο, κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, δὲν συν ιστᾶ ὑπέρβαση ὁρίων, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία δὲν νοεῖται ὡς «ἱερατεῖο», ἀλλὰ ὡς σῶµα καὶ πλήρωµα ζωῆς, ἐνῷ ἡ κοινωνία σύνολη εἶναι ὁ χῶρος τῆς µαρτυρίας τοῦ εὐαγγελισµοῦ της. Καὶ σ᾽ αὐτὸ ἀνταποκρίνεται, ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες, ὁ λαός, ποὺ ἀποδέχεται θετικὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ διακονία. Εἶναι σαφὴς ἐδῶ ἡ διαπίστωση τοῦ Στ. Ράνσιµαν, ὅτι στὸ Βυζάντιο καὶ τὸ Μεταβυζάντιο, οὐδέποτε ὑπῆρξε χάσµα ἀνάµεσα στὸ λαὸ καὶ τὸν παπά του.

∆ίκαια, βέβαια, ὁ µακαρίτης καθηγητὴς Σ. Ἀγουρίδης ἔχει ἐπισηµάνει («Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία καὶ κοινωνία σήµερα») ὅτι πάντα ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος «ἀπὸ τάσεις πρὸς ἀπόκτηση ὑπερ-εξουσιῶν καὶ ἀπὸ ψευδοπνευµατικὲς φαντασιώσεις». Γι᾽ αὐτὸ µαζὶ µὲ τὴν αὐθεντικότητα συµπορεύεται καὶ µία παθολογία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, ποὺ καταντᾶ κακέκτυπη ἀντιγραφὴ τῆς κοσµικῆς ἐξουσίας. Ἐδῶ ἐντοπίζεται τὸ πρόβληµα τῆς ἐκκοσµικεύσεως καὶ θεσµοποιήσεως τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ συµπορεύονται ἱστορικά. Σὲ κάποιες ἐκφράσεις καὶ πραγµατώσεις του ὁ Χριστιανισµός, στὰ πρόσωπα τῶν φορέων του φυσικά, ἰδεολογικοποιεῖται καὶ θρησκειοποιεῖται. Μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς «µυστηριολογικῆς εὐσεβείας» ὁ ἐπίσκοπος γίνεται ἕνα εἶδος ἀρχιερέα τῆς κρατικῆς θρησκείας, ἡ συγκεντρούµενη δὲ στὰ χέρια τῶν ἐπισκόπων δύναµη γίνεται συχνὰ ἐξουσιαστικὴ καὶ ἀνταγωνιστικὴ πρὸς ἐκείνη τῆς Πολιτείας.

Βέβαια, πρέπει νὰ λεχθεῖ, ὅτι τὸ πρόβληµα ἐδῶ δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ θεσµοποίηση τῆς στρατευοµένης Ἐκκλησίας, ἀλλ᾽ ἡ ἀπώλεια τοῦ σκοποῦ ὑπάρξεώς της. Τότε ἡ προτεραιότητα τῶν ἐπιλογῶν µετατοπίζεται ἀπὸ τὸ ὑπερβατικὸ στὶς ἐνδοκοσµικὲς σκοπιµότητες, γιὰ τὶς ὁποῖες χρησιµοποιεῖται ἡ κοσµικὴ ἐξουσία. Ἡ θεσµοποίηση τῆς ἐκκοσµικεύσεως συνέβη καθολικὰ στὴ ∆ύση καὶ µερικὰ στὴν Ἀνατολή, κυρίως ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα. Στὴν «καθ᾽ ἡµᾶς ἀνατολὴ» οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες δὲν ἐπέτρεψαν ποτὲ τὴν κρατικοποίηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ᾽ ἀντίθετα τὴν πολιτειοκρατία προτεσταντικοῦ τύπου διὰ τῶν Βαυαρῶν καὶ τοῦ πραξικοπηµατικοῦ αὐτοκεφάλου τοῦ 1833. Ὅπου, µάλιστα, ἡ Ἐκκλησία ὡς ἱεραρχία, ἀποβαίνει ἐξουσιαστικὴ δύναµη, ὅπως στὸν Παπισµό, βρίσκεται συνεχῶς σὲ µιάν ἀντιπαλότητα πρὸς τὴν πολιτικὴ ἐξουσία. Ὀρθὰ δὲ ἐπισηµαίνει ὁ καθηγ. Χρ. Γιανναρᾶς (Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, 1977, σ. 137), ὅτι ἡ ἐπιδίωξη ἐπιβολῆς τῶν «χριστιανικῶν ἀρχῶν» γιὰ τὴν ἠθικοποίηση τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ πρώτη ἱστορικὰ ἔκφραση ὁλοκληρωτισµοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ νοµοτελειακὰ στὴ δογµατοποίηση (προσοχή: αὐτὸ σηµαίνει ἀπόδοση σωτηριολογικοῦ χαραχτήρα) τῆς «Plenitudo Potestatis» καὶ τῆς ἀλάθητης ἡγεσίας. Παρόµοιες τάσεις δὲν λείπουν, βέβαια, καὶ στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ ἔµειναν εὐτυχῶς «τάσεις», ἀπορριπτόµενες ὡς πλάνη καὶ ἀντιχριστιανικότητα. Ὁ µοναχισµός, µάλιστα, ἤδη ἀπὸ τὸν 4° αἰώνα, παραµένει ἰδιαίτερα στὴν Ἀνατολὴ ἔµπρακτη δυναµικὴ διαµαρτυρία στὴν ἐκκοσµίκευση καὶ ἀγώνας µόνιµος γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ὑπάρξεως, τῆς διακονικῆς δηλαδὴ µαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσµο. Οἱ κανόνες, ἐπίσης, τῆς συνοδικῆς παραδόσεως ἀναδιαγράφουν συν εχῶς τὰ ὅρια καὶ τὴν ποιότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς µαρτυρίας, ὥστε κάθε παρέκβαση νὰ κρίνεται αὐτόµατα ὡς ἀντιεκκλησιαστική, δηλαδὴ ἀντιχριστιανική.

3. Ὀξὺ ὅµως εἶναι καὶ τὸ πρόβληµα τῆς ἀντιµετωπίσεως ἐκκλησιαστικά τῆς δαιµονικῆς ἐπάρσεως τῆς κοσµικῆς ἐξουσίας, µὲ τὸν ἀπόλυτό της µάλιστα συχνὰ χαρακτήρα. Ὁ χριστιανὸς ἔχει συνείδηση, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλὰ πολίτης τοῦ κόσµου, ἀλλὰ τῆς οὐράνιας βασιλείας. Τὸ «πολίτευµά» του εἶναι «ἐν οὐρανοῖς» (Φιλιππ. 3, 20). Ἡ διαχρονικὴ ἐπιβίωση αὐτῆς τῆς συνειδήσεως διακριβώνεται στὸν Ἅγιο Κοσµᾶ τὸν Αἰτωλὸ (18ος αἰ.) στὴν ἀναφορά του στὴν «διπλὴ πατρίδα» τὴ «γήϊνη καὶ µαταία» ἐδῶ στὴ γῆ καὶ τὴν αἰώνια «ἐν οὐρανοῖς». Ἤδη τὸν β´ αἰ. ὁµολογεῖται (Πρὸς ∆ιόγνητον 5, 10), ὅτι «οἱ χριστιανοὶ πείθονται τοῖς κειµένοις νόµοις καὶ (=ἀλλὰ) τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι τοὺς νόµους». Ἡ νοµιµοφροσύνη, συνεπῶς, τοῦ Χριστιανοῦ δὲν εἶναι καρπὸς τῆς ἐπιβολῆς τῆς πολιτειακῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τῆς ἐνοικούσης σ’ αὐτὸν χάριτος. Ὡς πολίτης τῆς οὐράνιας βασιλείας ὁ Χριστιανὸς εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν κοσµικὴ ἐξουσία, διότι ἡ ὑποταγὴ του σ’ αὐτήν, «ἐν οἷς ἐντολῇ Θεοῦ µὴ ἐµποδίζηται» (Μ. Βασίλειος, Ε.Π. 31, 861), εἶναι σχετικὴ καὶ πρόσκαιρη, ὅπως ἀποδεικνύει διαιώνια τὸ µαρτύριο, ὡς ἀντίσταση στὴν πολιτικὴ τυραννία.

Ἀκόµη ὅµως σηµαντικότερο εἶναι τὸ πρόβληµα τοῦ ἐναγκαλισµοῦ τῆς Ἐκκλησίας µὲ τὴν πολιτειακὴ ἐξουσία, ἔστω καὶ ἂν ἡ τελευταία ἐµφανίζεται ὡς ὀρθόδοξη, ὅπως συνέβη σὲ µᾶς ἀπὸ τὸν 19ο αἰώνα. Εἶναι γνωστὰ τὰ προβλήµατα, ποὺ προκάλεσε ὁ ὅρος «ἐπικρατοῦσα θρησκεία» (µεταφορὰ ἀπὸ τὰ Ἑπτάνησα καὶ µετάφραση τῶν δυτικῶν Established Church, Chiesa Dominante). Ἡ βαυαρικὴ ἐπιβολὴ τῆς Πολιτειοκρατίας –ὄχι χωρὶς ἀντίσταση φυσικὰ– ὁδηγεῖ στὸν ἐφοδιασµὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας (ἂς θυµηθοῦµε τὸν ἐντελῶς ἀντορθόδοξο θεσµὸ τῆς «ἀριστίνδην συνόδου», ποὺ ἐµφανίζεται σὲ κάθε ἀνώµαλη περίοδο τοῦ πολιτικοῦ µας βίου), µὲ ἐξουσίες, ἁπλῶς γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῆς Πολιτείας, ὁπότε στὴν οὐσία λειτουργεῖ ὡς δέσµιά της (πρβλ. τὰ Εὐαγγελικά, τὸ ἀνάθεµα κατὰ τοῦ Βενιζέλου, τὴν ἀποδοχὴ τοῦ νέου ἡµερολογίου κ.λπ.). Ἀκόµη καὶ στὴν περίπτωση τοῦ «χωρισµοῦ» Ἐκκλησίας–Πολιτειας, ὅπως ἐπικράτησε κατὰ τὴ δυτικὴ διατύπωση νὰ λέγεται (τὸ ὀρθόδοξο=Βασιλείας–Ἱερωσύνης) ἡ πολιτειοκρατία µπορεῖ νὰ ἀποβεῖ ἀκόµη σκληρότερη καὶ ἐξουθενωτικότερη, µὲ τὶς ἀνοικτὲς πλέον πιέσεις της πρὸς τὴν ἀνίσχυρη πιὰ Ὀρθοδοξία.

4. Μόνο στὴν περίπτωση τῆς ὀρθὰ (δηλαδὴ κατὰ τοὺς ἱεροὺς καὶ τοὺς πολιτειακοὺς κανόνες) λειτουργούσης συναλληλίας ἤ συµφωνίας (κατὰ τὸ γράµµα καὶ τὸ πνεῦµα τοῦ κρατοῦντος Συντάγµατός µας) ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος διακονεῖ τὸ λαὸ καὶ ὄχι τὸ κράτος, συνεργαζόµενος ὅµως µαζί του (ἄρθρο 2 τοῦ Καταστ. Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας, 1975). Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία στὴν ἑλληνορθόδοξη πολιτισµικὴ παράδοση διακονοῦν τὸν ἴδιο λαό, κάθε πλευρὰ µὲ τὸν δικό της τρόπο. Ἡ συναλληλία ὡς τὸ µόνο σύµφωνο µὲ τὴν παράδοσή µας σύστηµα σχέσεων, ἡ τυχὸν ἀνατροπὴ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιφέρει καταστροφικὲς ρήξεις, συνιστᾶ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν δύο πλευρῶν «ἐν τοῖς ἰδίοις αὐτῶν ὅροις τε καὶ λόγοις» (γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω µιά χριστολογικὴ ἔκφραση–Μάξιµος Ὁµολογητής). Μὴ λησµονοῦµε, ἐξ ἄλλου, ὅτι ὑπερβάσεις στὴ χρήση τῆς ἐξουσίας στὴ δική µας παράδοση γίνονται κατὰ κανόνα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς Πολιτείας, ποὺ αὐτονοηµατοδοτεῖται µεταφυσικά. Στὶς περιπτώσεις αὐτὲς συνήθως συντελεῖται καπήλευση τῆς θρησκευτικῆς πίστεως γιὰ τὴν ἐπιβολὴ καισαροπαπισµοῦ ἐν ὀνόµατι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἐκκλησιαστικὸς χῶρος στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἐφαρµόζει µία διπλὴ στάση, ποὺ καθορίσθηκε προγραµµατικὰ ἀπὸ τὸν Εὐσέβιο Καισαρείας (Αὐλοκόλακα τὸν ἀποκαλοῦν οἱ Γερµανοὶ) καὶ τὸν Μ. Ἀθανάσιο (δ αἰ.) καὶ φθάνει ὥς σήµερα.

Ἡ ἄρση τῆς δυσλειτουργίας δὲν ἐπιτυγχάνεται µὲ εἰσαγόµενες λύσεις, ἀλλὰ µὲ τὴν ἐπανεκκλησιοποίηση (γιὰ τὴ δυτικίζουσα ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. Πολιτεία µας: ἀναπαλαίωση) τῶν νοοτροπιῶν. Στὸ πρόβληµα αὐτὸ τί σηµαίνει, ἀλήθεια–, «ἀναζήτηση βάσεων γιὰ µία ἀνανεωµένη εὐρωπαϊκὴ σύνθεση»; Ποιοὶ καθορίζουν τὴ σύνθεση αὐτή; Οἱ εὐρωπαϊκὲς λαότητες ἤ τό ὑπερενισχυµένο τελευταῖα ἀθέατο «διευθυντήριο»; Μία ἐπιβαλλόµενη ἑνιαιοποίηση θὰ ἰσοπεδώσει τὶς πολιτισµικὲς παραδόσεις τῶν µικρῶν λαῶν (ἐθνῶν), ὅπως ἔλεγε ὁ δάσκαλός µου στὴν Κολωνία Berthold Rubin (βυζαντινολόγος). Μὴ λησµονοῦµε δέ, ὅτι, ἂν «πολιτικὰ ἀνήκοµεν εἰς τὴν ∆ύσιν», πνευµατικὰ ἀνήκοµεν στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ κάθε ἀλλαγὴ δὲν µπορεῖ νὰ γίνει ἐρήµην τῶν ἄλλων Ὀρθοδόξων ἀδελφῶν µας καὶ εἰς βάρος τῆς Πανορθοδόξου ἑνότητας. Τὴ βούλησή του, ἄλλωστε, στὸ πρόβληµα αὐτὸ ἔχει ἐκφράσει ἐπανειληµµένα ὁ λαός µας µὲ τὶς κατὰ καιροὺς σφυγµοµετρήσεις.

Ἡ διατήρηση τοῦ συντάγµατος, ὡς ἔχει, στὰ ἄρθρα 3 καὶ 13, διακρατεῖ µὲν τὴν ἐθνικὴ ταυτότητά µας, ἀλλὰ καὶ λύει τὸ πρόβληµα τῶν ἀληθινῶν (καὶ ὄχι κατασκευαζοµένων) θρησκευτικῶν µειονοτήτων τῆς Χώρας µας. Ἡ παρουσία δὲ τῆς ἑλληνορθόδοξης παραδόσεως στὰ ὅρια τῆς Ἑνωµένης Εὐρώπης, ὡς µόνιµη ὑπόµνηση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ παρελθόντος, θὰ βοηθεῖ τὴν ἀξιολόγηση καὶ ἀξιοποίηση τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας–Πολιτείας καὶ στὸν εὐρωπαϊκὸ χῶρο, στὰ ὅρια τῆς πλουραλιστικῆς ἀντιδόσεως καὶ ὄχι µιᾶς (ἐπιδιωκόµενης ἀπὸ κάποιους) µονοδροµικῆς «µετακενώσεως». 
 
(Τό κείµενο ἀποτελεῖ εἰσήγηση σέ δηµόσια διεθνῆ συζήτηση).

(“Ορθόδοξος Τύπος”, τεύχος 2099, 8 Ιανουαρίου 2016)

Πηγή:
 alopsis.gr

Θρησκευτική συνέπεια ή οντολογική εκκλησιαστική ζωή;

Αρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας Ι. Μ. Πατρών

Ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει στον Θεό Δημιουργό του και να μιλάει γι’ Αυτόν. Είναι μία ανάγκη αυθόρμητης αναφοράς σε κάτι πιο πάνω από τον ίδιο, σε κάποια ύπαρξη πολύ ανώτερη απ’ αυτόν.

Προσπαθεί κυρίως ο σημερινός άνθρωπος να είναι συνεπής σε ένα μεγάλο ποσοστό προς αυτήν την ιδεολογία του. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρακτικά πιέζει τον εαυτό του να μετέχει στην ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την μορφή εκπληρώσεως ορισμένων «υποχρεώσεων». Αυτή η μετοχή «στις θρησκευτικές υποχρεώσεις» τον κάμνει να καυχάται ότι είναι ιδεολογικώς εντάξει. Ετσι, θεωρεί τον εαυτόν του ως ορθόδοξο χριστιανό, ενταγμένο στον χώρο της Εκκλησίας. Στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας θρησκευτικός – θρησκόληπτος άνθρωπος. Ενας ιδεολογικά βεβαιωμένος για την αποδοχή του Θεού Δημιουργού και τυπικά συνεπής στις «υποχρεώσεις» που απορρέουν από την θρησκευτική ιδεολογία του.

Ομως, πρέπει να γνωρίζει αυτός ο θρησκευτικός άνθρωπος ότι κάθε τι που υπάρχει πέρα από τη δυνατότητα της σχέσεως, το ά-σχετο, είναι στην πραγματικότητα και ανύπαρκτο. Εστω και εάν η ανθρώπινη λογική πιστεύει το αντίθετο.

Διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη ότι ο Μωϋσής, όντας στο όρος Χωρήβ, ζητεί από τον Θεό να αποκαλυφθεί ο Ιδιος στον λαό Του, δηλώνοντας το Ονομά Του. Και ο Θεός αποκαλύπτεται: «Εγώ ειμί ο ων» (Εξ. 3, 13-14). Μετά από αυτήν την αποκάλυψη, ο Μωϋσής αναγγέλλει στον λαό ότι τον στέλνει ο «Ων», Αυτός, δηλαδή, που υπάρχει ως Δημιουργός του σύμπαντος και του ανθρώπου. Βλέπουμε εδώ τον Θεό να παρουσιάζεται ως Θεός, έχων σχέση άμεση με το δημιούργημά του, τον άνθρωπο.

Στην Καινή Διαθήκη ολοκληρώνεται αυτή η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Φανερώνεται ως Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, αποκαλύπτοντας συγχρόνως και το Πανάγιο Πνεύμα. Τώρα, λοιπόν, καλείται ο άνθρωπος να κοινωνήσει με τον Τριαδικό Θεό, μέσω του Θεανθρώπου Κυρίου, δηλαδή μέσω του μυστικού Του Σώματος που είναι η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία.

Η μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας δεν είναι μια ιδεολογική εκπλήρωση υποχρεώσεων, μια θρησκευτικότητα, για την οποία μπορεί ο άνθρωπος να καυχάται, αλλά ανάγκη ζωής που συνοδεύεται από πραγματική μετάνοια, συνεχή προσευχή, μετοχή στη μυστηριακή ζωή (εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία) και συνεχή αγώνα κατά των παθών. Τα στοιχεία αυτά συνιστούν την πνευματική ζωή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στη βιωματική σχέση με τον Θεό, στη θέωση. Σε αντιδιαστολή με τη θρησκευτικότητα, η οποία τελικά ωθεί τον άνθρωπο στην απομόνωση ενός εγωκεντρισμού με περικάλυμα μια τυπολατρική «επαφή» με το θείο.

Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το Εφεσ. 4, 4, μας λέγει ότι η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι η πατρική μας οικία, μέσα στην οποία γινόμαστε ένα σώμα και ένα πνεύμα με τους συνοικούντες και τον οικοδεσπότη: «Οίκος εστιν η Εκκλησία πατρικός, εν σώμα και εν πνεύμα» (PG 62, 87). Αλλά και ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας τον 132ο Ψαλμό και ειδικότερα τον στίχο «ως δρόσος η Αερμών, η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών», τονίζει ότι η χάρις του Τριαδικού Θεού, ως νοητή δρόσος κατέρχεται στο Σώμα της Εκκλησίας και λαμβάνεται από τα μέλη της, σώζουσα αυτά: «Ώσπερ γαρ η δρόσος η επί τον Αερμών κατιούσα όρος […] ούτως και η νοητή δρόσος, αοράτως κατιούσα επί τα όρη Σιών [ενν. την Εκκλησία], ένθα η συνέλευσις τών πανταχόθεν αδελφών εγίγνετο, την ανάλογον ταις ψυχαίς αυτών περιεποίει ωφέλειαν» (PG 30, 11631-37).

Από τα παραπάνω καταδεικνύεται ότι η εκκλησιαστική πνευματικότητα, ως το άρωμα της μυστικής πείρας των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι έζησαν στον εκκλησιαστικό χώρο της πνευματικότητος, έξω από κάθε θρησκευτικότητα, είναι εκείνη που βοηθεί στο να γίνει βίωμα το σωτηριολογικό μήνυμα της Εκκλησίας. Και όταν μιλάμε για πνευματικότητα, εννοούμε τον βαθύ, τον εσωτερικό και γνήσιο Χριστιανισμό, τη βίωση των εντολών του Θεού, την πατερική – εκκλησιαστική ζωή.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε τη μεγάλη αλήθεια ότι η απλή θρησκευτικότητα – θρησκοληψία δεν ενώνει το πλάσμα με τον Δημιουργό του Θεό και κατά συνέπεια δεν μπορεί να το σώσει. Μόνον η Ορθόδοξος πνευματικότητα, με την έννοια που προαναφέραμε, οδηγεί στη λύτρωση και τη σωτηρία τον άνθρωπο.

(Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις 7/2/2016) 

Πηγή:
alopsis.gr

Η θεραπεία της υπερηφανείας.

Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τα “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Πῶς λοιπόν μπορεῖ νά γιατρευτεῖ ἡ φοβερή ἀρρώστια τῆς ὑπερηφάνειας;

Αὐτή μπῆκε μέσα στήν καρδιά μας καί μᾶς ἔκανε πνευματικά φτωχούς καί δυστυχισμένους. Μᾶς φούσκωσε σάν τ᾿ ἀσκιά καί μᾶς ἀπογύμνωσε ἀπό κάθε ἀρετή. Ἔτσι ἐφαρμόζεται σέ μᾶς τό ρητό τοῦ σοφοῦ Σειράχ: «Τρία εἴδη ἐμίσησεν ἡ ψυχή μου καί προσώχθισα σφόδρα τῇ ζωῇ αὐτῶν· πτωχόν ὑπερήφανον, καί πλούσιον ψεύστην, γέροντα μοιχόν ἐλαττούμενον συνέσει»1.

Καί ἐπειδή ἡ μεγαλύτερη ὑπερηφάνεια εἶναι τό νά πιστέψουμε ὅτι μποροῦμε νά γιατρέψουμε τήν ψυχική αὐτή ἀσθένεια μέ τίς δικές μας δυνάμεις, γι᾿ αὐτό ἡ μόνο θεραπεία εἶναι νά προστρέξουμε στό Θεό καί νά Τόν παρακαλέσουμε μαζί μέ τόν Προφήτη Δαβίδ, λέγοντας: «Μή ἐλθέτω μοι πούς ὑπερηφανίας»2. Δηλαδή: Μήν παραχωρήσεις, Κύριε, νά βάλει τό πόδι της ἡ καταραμένη ὑπερηφάνεια στήν ψυχή μου.

Πρῶτα πρέπει νά θεραπευτοῦν ὁ νοῦς καί ἡ θέληση τῶν ὑπερηφάνων.

Ὁ νοῦς θεραπεύεται μέ τό νά γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος πώς εἶναι ἕνα τίποτα μπροστά στό Θεό καί στούς ἁγίους, καί πώς ἡ δόξα τοῦ κόσμου εἶναι ἕνας καρπός πού δέν τόν τρέφει ἀλλά τόν φαρμακώνει. Ὁ Θεός, ἀφοῦ ἔκανε ὅλο τόν κόσμο, μέ ἄπειρη ἀγαθότητα τόν πρόσφερε στούς ἀνθρώπους γιά νά τόν ἀπολαμβάνουν καί νά δοξάζουν Ἐκεῖνον. Γιά τόν ἑαυτό Του κράτησε μόνο τή δόξα, πού «φύσει» Τοῦ ἀνήκει. Θυμηθεῖτε τί ἔλεγαν οἱ ἄγγελοι: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία»3. Μέ τό νά θέλουν οἱ ὑπερήφανοι νά κλέψουν αὐτή τή δόξα, φανερώνουν θρασύτητα καί ἀναίδεια μπροστά στή μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ. Οὐαί κι ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκεῖνον πού πηγαίνει γυρεύοντας νά τόν τιμάει ὁ κόσμος. Γιατί δέν ὑπάρχει τίποτα ματαιότερο ἀπό τήν τιμή. Καί νά γιά ποιούς λόγους:

Πρῶτα-πρῶτα ἡ τίμή αὐτή καθεαυτή εἶναι μάταιη, γιατί δέν μπορεῖ οὔτε νά μᾶς προσθέσει οὔτε νά μᾶς ἀφαιρέσει τίποτα. «Ἐάν ἐγώ δοξάζω ἐμαυτόν, ἡ δόξα μου οὐδέν ἐστιν», ἔλεγε ὁ Ἰησοῦς στούς Ἰουδαίους4, πού σημαίνει, πώς ἄν ἐγώ ἀποδίδω, γιά τίς ἱκανότητές μου, δόξα στόν ἑαυτό μου, ἀντί νά τήν ἀποδίδω ὅλη στό Θεό, ἡ δόξα μου εἶναι μηδέν. Κρίνε τώρα ἐσύ πόσο περισσότερο μηδέν εἶναι ὁ ἔπαινος καί ἡ τιμή πού ζητᾶμε ἀπό τόν κόσμο.

Εἶναι μάταιη ἐπιπλέον ἡ δόξα καί ἀπό τήν πλευρά ἐκείνων, πού τή δίνουν. Γιατί αὐτοί, μέ τό νά μή γνωρίζουν τί ταλαίπωρος καί ἁμαρτωλός εἶσαι ἐσωτερικά, καί ὑπολογίζοντας μόνο στήν ἐξωτερική σου ἐμφάνιση, ποιά ἄλλη δόξα μποροῦν νά σοῦ δώσουν, παρά ἐκείνη πού θά ᾿ διναν σ᾿ ἕνα στολισμένο τάφο, ἀπ᾿ ἔξω λαμπρό κι ἀπό μέσα γεμάτο βρώμα καί σαπίλα;

Θυμήσου τό λόγο τοῦ Κυρίου: «Οὐαί ὑμῖν, γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καί πάσης ἀκαθαρσίας»5.

Εἶναι μάταιη ἡ δόξα τοῦ κόσμου, γιατί, συγκρίνοντάς την κανείς μέ τήν ὑπερκόσμια καί ἀσύλληπτη δόξα τ᾿ οὐρανοῦ, ἀποδεικνύεται ἀσήμαντη. Εἶναι μάταιη ἡ δόξα τοῦ κόσμου, γιατί διαρκεῖ τόσο λίγο. Ὅλη μας ἡ ζωή, ἄν συγκριθεῖ μέ τήν αἰωνιότητα, εἶναι σά μιά στιγμή, σά μιά «ριπή ὀφθαλμοῦ».

Εἶναι μάταιη ἡ δόξα τοῦ κόσμου,ἐπειδή καί οἱ αἰτίες της εἶναι ἀβάσιμες. Σέ θαυμάζουν λ.χ. καί σέ τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι γιά τά καλά σου φορέματα. Ἡ τιμή ὅμως δέν ἀνήκει σέ σένα, ἀλλα στούς… μεταξοσκώληκες πού τά ἔκλωσαν! Ὅσο ὄμορφα κι ἄν ντύνεσαι ἐξωτερικά, δέν θά κατορθώσεις νά στολιστεῖς καλύτερα ἀπό ἕνα παγώνι, μέ τά χρυσοστόλιστα καί πολύχρωμα φτερά του, οὔτε ἀπό τά λουλούδια τοῦ ἀγροῦ, μέ τήν πολυποικιλία τους: «Οὐδέ Σολομών ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἕν τούτω»6.

Οἱ ἄνθρωποι σέ τιμοῦν γιά τήν εὐγενική σου καταγωγή. Αὐτή ὅμως ἡ τιμή δέν ἀνήκει σέ σένα ἀλλά στούς προγόνους σου.

Οἱ ἄνθρωποι σέ τιμοῦν γιά τά πλούτη σου. Ἀλλά ὁ Θεός ξέρει μέ πόσες ἀδικίες τ᾿ ἀπόκτησες, καί πόσο σοῦ δυσκολεύουν τό δρόμο γιά τή σωτηρία. Γιατί εἶπε ὁ Κύριος: «Δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»7.

Οἱ ἄνθρωποι σέ θαυμάζουν γιά τή σωματική ὀμορφιά σου. Ἀλλά ἡ ἐξωτερική αὐτή ὀμορφιά – τό ξέρεις καλά – δέν εἶναι παρά ἐπικάλλυμμα τῆς ἐσωτερικῆς πνευματικῆς σου σαπίλας. Ὅπως συμβαίνει μ᾿ ἕνα σωρό δύσοσμης κοπριᾶς, καλυμμένο μέ ὡραῖο κατάλευκο χιόνι. Ἡ ὀμορφιά αὐτή, ἐξάλλου, κρατάει τόσο λίγο, ὅπως καί τό χιόνι, καί στό τέλος «ἐν τῷ ἀποθανεῖν ἄνθρωπον κληρονομήσει ἑρπετά καί θηρία καί σκώληκας»8. Ἄνοιξε ἕναν τάφο καί θά βεβαιωθεῖς γιά τήν ψευτιά τοῦ θαυμασμοῦ καί τῆς τιμῆς τοῦ κόσμου, πού, μολονότι εἶναι ἕνα τίποτα, ὅμως φαίνεται σάν κάτι σπουδαῖο στά μάτια τῶν ἀνόητων ἀνθρώπων.

Σκέφτηκες, ἀδελφέ μου, τί εἶναι ἡ ἀνθρώπινη δόξα; Σκέψου τώρα τί εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος πού τή ζητάει. Ἄν ρωτήσεις τόν Προφήτη, θά σοῦ ἀποκριθεῖ, ὅτι κάθε ἄνθρωπος – ὄχι μόνο ὁ ἄσημος, ἀλλά καί ὁ ἐνδοξότερος καί ἰσχυρότερος ἀπό τούς ἐξουσιαστές τῆς οἰκουμένης – εἶναι ἕνα τίποτα ντυμένο μέ φθαρτό σῶμα. Ἕνα τίποτα, πού τό διαφεντεύουν ἡ ἀσθένεια, ἡ ἀδυναμία, ἡ ἀμάθεια καί ἡ θνητότητα: «Τά σύμπαντα ματαιότης, πᾶς ἄνθρωπος ζῶν»9.

Ἑπομένως κι ἐσύ, ἀδελφέ, εἶσαι ἕνα τίποτα μπροστά στό Θεό. Ἄν μάλιστα ἔχεις καί ὑπερηφάνεια, τότε εἶσαι χειρότερος κι ἀπό τό τίποτα, γίνεσαι ὅμοιος μέ τό διάβολο, γιατί γίνεσαι κλέφτης τῆς τιμῆς πού ἀνήκει στό Θεό, ὅπως λέει ὁ ἱερός Αὐγουστίνος: «Σόν ἐστι τό ἀγαθόν, Κύριε, σοί ἡ δόξα· ὁ γάρ ἑαυτῷ καί μή σοί δόξαν ζητῶν ἑστώς ἐπί τῷ σῷ ἀγαθῷ, οὗτος κλέπτης ἐστί καί λῃστής καί τῷ διαβόλῳ ὅμοιος, τῷ ὑφελέσθαι βουληθέντι τήν δόξαν σου»10.

Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτά, δέν νομίζεις ὅτι πρέπει νά ταπεινώνεσαι; Καί βαστάει ἡ καρδιά σου νά συγκρίνεσαι, ἐσύ ἡ λάσπη καί τό μηδέν, μέ τόν παντοδύναμο Θεό; Καί νά προσπαθεῖς ν᾿ ἁρπάξεις τή δόξα Ἐκείνου, λέγοντας τά λόγια τά δικά Του, «τήν δόξαν μου ἑτέρῳ οὐ δώσω»11; Πόσο φτωχός εἶσαι, ὑπερήφανε ἄνθρωπε! Προσπάθησε νά βρεῖς ἕνα καλό, πού νά τ᾿ ἀπόκτησες μόνος σου. Ὅλα τά ὀφείλεις στό θεῖο ἔλεος. Κάθε καλό πού ἔχεις, τό πῆρες ἀπό τό Θεό. «Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;»12.

Ἀφοῦ, μέ ὅσα εἴπαμε, ἐπιδιώξαμε τή θεραπεία τοῦ νοῦ τοῦ ὑπερήφανου, ἄς δοῦμε τώρα πῶς θά γιατρέψει καί τή θέλησή του, διώχνοντας κι ἀπ᾿ αὐτή κάθε ὑπερηφάνεια.

Ἄς σκεφτοῦμε, ὅτι ἡ μεγαλύτερη ζημιά πού προξενεῖ αὐτό τό πάθος εἶναι ἡ αἰώνια κόλαση. Πρέπει μιά γιά πάντα νά καταλάβουμε, ὅτι χωρίς τήν ταπείνωση δέν εἶναι δυνατό νά σωθοῦμε. «Ἐάν μή ταπεινωθῆτε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν»13.

Ἡ ταπείνωση εἶναι τόσο ἀναγκαία ὅσο καί τό βάπτισμα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τονίζει τήν ἀναγκαιότητα τῆς ταπεινώσεως, πού φανερώνεται μέ τή μετάνοια, ὅπως καί τοῦ βαπτίσσματος: «Ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ»14. Ἀλλά καί «ἐάν μή μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε»15.

Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας, πάλι, μᾶς βεβαιώνει, ὅτι στόν ἅδη «καταβήσονται οἱ ἔνδοξοι καί οἱ μεγάλοι καί οἱ πλούσιοι… καί ταπεινωθήσεται ἄνθρωπος, καί ἀτιμασθήσεται ἀνήρ, καί οἱ ὀφθαλμοί οἱ μετέωροι ταπεινωθήσονται»16. Νά εἶσαι βέβαιος, ἀδελφέ, ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ σημαία καί τό ἔμβλημα τοῦ Ἑωσφόρου. «Αὐτός ἐστι βασιλεύς ἐπί πάντας τούς υἱούς τῆς ὑπερηφανίας».

Ἐξέτασε λοιπόν προσεκτικά τόν ἑαυτό σου. Ἄν ὑπάρχει ἔστω καί ἴχνος ὑπερηφάνειας στήν καρδιά σου – καί ἀσφαλῶς ὑπάρχει –, νά φροντίσεις γιά τήν ἐξάλειψή του.

Νά μήν κατακρίνεις κανέναν ἄνθρωπο, ἔχοντας καλύτερη γνώμη γιά τόν ἑαυτό σου, γιατί ποιός ξέρει ἄν αὐτός, πού τώρα εἶναι κακός, μετανοήσει ἀργότερα σάν τόν ληστή. Καί ποιός ξέρει ἄν ἐσύ, πού τώρα εἶσαι καλός, καταντήσεις κακός, ὅπως ἔγινε μέ τόν Ἰούδα. Αὐτή καθεαυτή ἡ κατάκριση εἶναι ἀπόδειξη ὑπερηφάνειας. Γι᾿ αὐτό ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Σύ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;»17.

Μήν περιφρονεῖς τούς φτωχούς καί τούς ἄσημους, γιατί αὐτοί εἶναι οἱ τοποτηρητές τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ. Ὁ ἴδιος βεβαίωσε: «Ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε»18.

Μήν καυχιέσαι γιά τίς ἱκανότητές σου, γιατί καί τό λίγο πού ἔχεις δέν εἶναι δικό σου. Πολλές φορές μάλιστα εἶναι ἀνακατωμένο μέ τό κακό. Μοιάζεις ἔτσι μ᾿ ἕναν ἀράπη, πού νομίζει ὅτι εἶναι ἕνα θαῦμα λευκότητος, ἐπειδή ἔχει μόνο λευκά τά δόντια του!

Μήν ἐπαινεῖς τόν ἑαυτό σου καί μή ζητᾶς «πρωτοκαθεδρίες». Μή θέλεις νά φαίνεσαι καλύτερος ἀπό τούς ἄλλους, γιατί «τό ἐν ἀνθρώποις ὑψηλόν, βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἐστι»19. Ὁποιοδήποτε ἄλλο ἁμάρτημά σου τό σηκώνει ὁ Θεός ὑπομονετικά, ἐκτός ἀπό τήν ὑπερηφάνεια: «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται»20.

Πῶς ὅμως θά βάλεις ἀρχή στήν ταπείνωση; Πῶς θά ἡμερώσεις τό ὑπερήφανο φρόνημά σου;

Κάνε ὅ,τι κι αὐτοί πού θέλουν νά ἡμερώσουν ἕναν ἄγριο ταῦρο: Τόν δένουν σ᾿ ἕνα δέντρο, τόν ἀφήνουν ἐκεῖ λίγο καιρό δεμένο, καί ἡμερώνεται. Ἔτσι κι ἐσύ, νά δέσεις στό ζωοποιό δέντρο, δηλαδή στό σταυρό τοῦ Χριστοῦ, τήν ὑπερήφανη καρδιά σου. Στοχάσου τούς ὀνειδισμούς, τίς καταφρονήσεις καί τίς ἀτιμίες πού ὑπέμεινε ὁ Χριστός γιά χάρη σου, ὄντας ἀθῶος, κι ἔτσι δέν θά δυσκολευτεῖς νά ταπεινωθεῖς.

(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», Ἐκδόσεις: Ι. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)
________________________
25 : 2.
Ψαλμ. 35 : 12.
Β΄: 14.
Ἰω. η΄ : 54.
Ματθ. Κγ΄: 27.
Ματθ. Στ΄ : 29.
Ματθ. Ιθ΄ : 23.
Σοφ. Σειρ. 10 : 11.
Ψαλμ. 38 : 6.
Εὐχή κγ΄ ἤ ιε΄.
Ἡσ. 42 : 8.
Α΄ Κορ. δ΄ : 7.
Πρβλ. Ματθ. Ιη΄ : 3.
Ἰω. γ΄ : 5.
Λουκ. Ιγ΄ : 3.
Ἡσ. 5 : 14-15.
Ρωμ. Ιδ΄ : 4.
Ματθ. Κε΄ : 40.
Λουκ. Ιστ΄ : 15.
Ἰακ. Δ΄ : 6.

Πηγή: alopsis.gr

Χριστιανοί καταδικάστηκαν γιατί μοίραζαν φυλλάδια.

ΓΑΛΛΙΑ: Καταδίκασαν χριστιανούς επειδή μοίραζαν φυλλάδιο με την μαρτυρία ενός ανθρώπου που απαλλάχθηκε από το πάθος της ομοφυλοφιλίας...

Ποινικό δικαστήριο του Ανγκουλέμ (Μπορντό) στη Γαλλία, καταδίκασε δύο ευαγγελικούς χριστιανούς (στις 2 Νοεμβρίου 2015), για «υποκίνηση σε διακρίσεις κατά ομάδας προσώπων λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου τους», εξαιτίας ενός φυλλαδίου που μοίραζαν, στο οποίο ένας νεαρός άνδρας περιέγραφε πως η πίστη του στον Χριστό τον απάλλαξε από την ομοφυλοφιλία.

Την δίκη υποκίνησε η LGBT ομάδα ‘Adhéos’, η οποία κατήγγειλε το περιεχόμενο του «ομοφοβικού» φυλλαδίου στην αστυνομία, και τώρα που κέρδισε την υπόθεση θα αποζημιωθεί οικονομικά. Οι δύο άνδρες είχαν διανείμει στο κοινό ένα φυλλάδιο με τίτλο «Délivré de l'homosexualité» («Απαλλαγμένος από την ομοφυλοφιλία»).

 
Μετά την ετυμηγορία οι δύο άνδρες θα πρέπει να πληρώσουν για τα νομικά έξοδα και πρόστιμο 1.500 ευρώ. Και οι δύο Χριστιανοί άσκησαν έφεση κατά της απόφασης και η υπόθεση θα οδηγηθεί στο Εφετείο του Μπορντό.

Οι ευαγγελικοί στη Γαλλία ένιωσαν έκπληξη για την απόφαση και αντέδρασαν με δήλωση. Το Εθνικό Συμβούλιο των Ευαγγελικών στη Γαλλία (CNEF), η οργάνωση που ενώνει τους περισσότερους ευαγγελικούς στη Γαλλία, σε ανακοίνωση ανέφερε: «Αν η απόφαση επικυρωθεί, η ελευθερία του λόγου θα κάνει ένα βήμα πίσω». Η CNEF εξήγησε ότι το περιεχόμενο του φυλλαδίου ήταν η ιστορία «μιας ριζικής αλλαγής που βίωσε ένας νεαρός άνδρας μετά τη συνάντησή του με τον Χριστό».

«Τίποτα στο περιεχόμενο του φυλλαδίου δεν μπορεί να περιγραφεί ως διάκριση ή προσβολή», αναφέρει η CNEF. «Θα γίνει το δικαίωμα να ασκεί κάποιος κριτική και να γελοιογραφεί κατά μιας θρησκείας πιο σημαντικό σε αυτή τη χώρα από το δικαίωμα να εκφράζει τις θρησκευτικές του εμπειρίες;», ρωτάει η CNEF.

«Η ελευθερία του λόγου είναι ένα δικαίωμα για όλους, το οποίο προστατεύει όλες τις απόψεις. Κανείς δεν μπορεί να απαιτεί την ελευθερία του λόγου και να αρνείται αυτό το δικαίωμα στους άλλους, χωρίς να το μετατρέψει σε εργαλείο προπαγάνδας για κομματικούς σκοπούς.

 
Το 2015, η CNEF είχε θέσει ως προτεραιότητα την ενημέρωση και την προώθηση πρωτοβουλιών προκειμένου να βοηθηθούν οι χριστιανοί να κατανοήσουν το δικαίωμά τους να εκφράζουν τις ιδέες τους και την πίστη τους στην δημόσια σφαίρα, μέσω της καμπάνιας “Libre de le dire”. Σε συνέντευξη στο Evangelical Focus νωρίτερα αυτό το έτος, οι Γάλλοι ευαγγελικοί είχαν προειδοποιήσει ότι «η ελευθερία της θρησκείας επαναπροσδιορίζεται ως ένα πολύ στενό δικαίωμα».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ευαγγελικός πάστορας εξέφρασε την «διαφωνία» του με το φυλλάδιο και τους συγγραφείς του.
 
Πηγή: redskywarning.blogspot.gr
 
(Σχόλιο Εγκολπίου: Ανάλογες κινήσεις εναντίον των ομοφοβικών κηρυγμάτων από μουσουλμάνους ιμάμηδες γίνονται;)

Αναζητηση

Αναγνώστες