Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Η αρχαιολογία και το βιβλίο της Γένεσης.


Εδώ και έναν αιώνα ο Κάρολος Δαρβίνος (Charles Darwin) ανέπτυξε μια εναλλακτική θεωρία για τη βιβλική περιγραφή της δημιουργίας. Την ίδια περίπου εποχή, ο Καρλ Μαρξ (Karl Marx) χρησιμοποίησε τη θεωρία του υλισμού, η οποία δίδασκε ότι η ύλη πάντοτε υπήρχε και δεν χρειάζεται Δημιουργό. Αυτή η θεωρία εφοδίασε τους οπαδούς του με μια εναλλακτική πίστη αντί της πίστης στον Θεό. Έπειτα, η φιλολογική κριτική εστίασε το βλέμμα της πάνω στη Βίβλο και σιγά-σιγά άρχισε την προσπάθεια της διάσπασής της. Οι κριτικοί των Γραφών ισχυρίζονταν ότι η Βίβλος είναι γεμάτη με μύθους και ότι είναι πολύ νεότερης προέλευσης απ' ό,τι η ίδια ισχυρίζεται.

Όπως ένας λόγιος εξηγεί, ο άνθρωπος άρχισε να θεωρεί τον εαυτό του, και όχι τον Θεό, κέντρο του σύμπαντος. «Η θεωρία της εξέλιξης είχε σαγηνεύσει τη διανόηση της εποχής εκείνης και θεωρείτο ότι προμήθευε το καλύτερο κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας καθώς και της φύσης. Η θρησκεία συζητιόταν μόνον από την άποψη των υποκειμενικών της ωφελειών προς τον άνθρωπο. Κάθε πιθανότητα ειδικής αποκάλυψης από έναν προσωπικό Θεό απορριπτόταν, και η θρησκευτική πλευρά του ανθρώπου ερμηνευόταν ως μία φυσική διαδικασία... Κατέληξαν στο ότι η θρησκεία του Ισραήλ πρέπει να είχε αναπτυχθεί με παρόμοιο τρόπο».[1]

Όταν πρόβαλε ο 20ος αιώνας, η παλίρροια της κριτικής διάβρωσε την πίστη στην κυριολεκτική αλήθεια των Bιβλικών περιγραφών. Μετά ήρθε μια σειρά από αξιοσημείωτες αρχαιολογικές ανακαλύψεις. Η αρχαιολογία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα αλλά έφτασε σε πλήρη ισχύ τον 20ο αιώνα. Οι κριτικοί της ιστορικής ακρίβειας της Βίβλου ήρθαν αντιμέτωποι με φυσικές αποδείξεις που μαρτυρούσαν την αλήθεια ορισμένων Bιβλικών περιγραφών.

Όπως σχολιάζει ο συγγραφέας John Elder, η μελέτη της αρχαιολογίας είχε μεγάλη σχέση με το ότι «έγειρε η ζυγαριά», στο νου πολλών ανθρώπων, υπέρ της Bιβλικής αξιοπιστίας. «Σιγά - σιγά, η μια πόλη μετά την άλλη, ο ένας πολιτισμός μετά τον άλλο, η μια κουλτούρα μετά την άλλη, οι μνήμες των οποίων είχαν καταγραφεί μόνο στη Βίβλο, αποκαταστάθηκαν στις κατάλληλες θέσεις τους μέσα στην αρχαία ιστορία, μέσω των μελετών των αρχαιολόγων... Πουθενά η αρχαιολογία δεν έχει αρνηθεί τη Βίβλο ως ιστορία».[2]

Εδώ θα δούμε μερικές από τις πιο εκπληκτικές ανακαλύψεις των τελευταίων δύο αιώνων και θα δείξουμε ότι οι φυσικές μαρτυρίες επιβεβαιώνουν πλευρές της Βιβλικής καταγραφής.

Όταν ο Λουκάς έγραψε το Ευαγγέλιο που φέρνει το όνομά του, παρέθεσε με προσοχή τις μαρτυρίες χάριν της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των θαυμάτων του, περιλαμβανόμενης της ανάστασής του. Ήθελε η περιγραφή του να ικανοποιεί την εξονυχιστική έρευνα εκείνων που αμφέβαλλαν. Ο Λουκάς είπε ότι ήθελε να γράψει μια ακριβή περιγραφή (Λουκάς 1:1-4) έτσι ώστε οι αναγνώστες του να μπορούσαν «να γνωρίζουν τη βεβαιότητα των πραγμάτων για τα οποία κατηχήθηκαν». Μετά, προχωράει στην περιγραφή του προσθέτοντας ιστορικές αναφορές, αναφέροντας για παράδειγμα, τους σύγχρονους κυβερνήτες της Ιουδαίας και τον Ρωμαίο αυτοκράτορα (1:5, 2:1).

Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των αρχαιολογικών ανακαλύψεων, δεν μπορούμε να εξετάσουμε εδώ όλα τα ευρήματα. Θα συζητήσουμε, ωστόσο, μερικά από τα κυριότερα ευρήματα τα οποία επιβεβαιώνουν τμήματα του Βιβλικού αρχείου της Γένεσης.

Η «ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ»
 
Οι σφραγίδες χρησιμοποιούσαν μερικές από τις αρχαιότερες μορφές γραφής και χρησίμευαν για να πιστοποιούν έγγραφα, να δείχνουν εξουσία και, περιστασιακά, ως φυλαχτά. Οι αρχαιότερες σφραγίδες φτιάχνονταν από πηλό πάνω στον οποίο χαράζονταν σχήματα ή γράμματα, και με τον καιρό σκλήραιναν ή ψήνονταν στη φωτιά όταν καιγόταν μια πόλη. Εφόσον ήταν φτιαγμένες από πηλό, μπόρεσαν να επιβιώσουν πολύ περισσότερο από τα αρχεία που είχαν γραφεί πάνω σε πάπυρους ή υφάσματα.

Η χρονολόγηση που έκαναν οι αρχαιολόγοι για μερικές σφραγίδες έχει βρεθεί ότι είναι ηλικίας μεγαλύτερης των 5.000 χρόνων. Είναι ανάμεσα στα λίγα υλικά που επέζησαν και τα οποία μας δίνουν μια στερεή εικόνα των πεποιθήσεων των ανθρώπων στην αυγή του πολιτισμού. Έχουν αποκρυπτογραφηθεί σφραγίδες που πιστοποιούν ορισμένες Βιβλικές περιγραφές, συμπεριλαμβανόμενων και αυτών της Γένεσης.

Τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου της Γένεσης καλύπτουν την ιστορία της δημιουργίας των ανθρώπων και του πειρασμού που παρακίνησε τον Αδάμ να αμαρτήσει. Ο Θεός είχε δώσει στον Αδάμ ορισμένους νόμους να τηρεί και εξήγησε τις συνέπειες της ανυπακοής. «Και ο ΚΥΡΙΟΣ ο Θεός έδωσε προσταγή στον Αδάμ, λέγοντας: Από κάθε δέντρο του παραδείσου θα τρως ελεύθερα, από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, όμως, δεν θα φας απ’ αυτό, επειδή, την ίδια ημέρα που θα φας απ’ αυτό, θα πεθάνεις οπωσδήποτε» (Γένεση 2:16-17).

Η Γένεση περιγράφει τον Σατανά, να επηρεάζει την Εύα κι αυτή με τη σειρά της τον σύζυγό της, τον Αδάμ, στο να παρακούσουν τον Δημιουργό τους. Ο Θεός τους είχε πει ότι αν έτρωγαν από το δέντρο θα πέθαιναν, αλλά το φίδι είπε στην Εύα. «Σίγουρα δεν θα πεθάνετε». Έτσι η Εύα πήρε από τον καρπό, τον οποίο βρήκε ευχάριστο, και μετά τον πρόσφερε στον σύζυγό της, «και αυτός έφαγε» (Γένεση 3:1-6).

Μήπως αυτή η περιγραφή είναι ένας μύθος; Πολλοί κριτικοί το πιστεύουν. Όμως η αρχαιολογία έχει ανασκάψει, όχι στη γη του βιβλικού Ισραήλ, αλλά στη Σουμερία, την τοποθεσία του αρχαιότερου γνωστού πολιτισμού, μια σφραγίδα που περιγράφει αυτήν την ίδια ακολουθία γεγονότων που περιγράφονται στο βιβλίο της Γένεσης. Αυτό το εύρημα, γνωστό ως η «Σφραγίδα του Πειρασμού», βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο. Χρονολογείται από την τρίτη χιλιετηρίδα π.Χ., περίπου 5.000 χρόνια πριν από την εποχή μας. Αυτό το χειροτέχνημα δείχνει έναν άνδρα και μια γυναίκα να κοιτάζουν ένα δέντρο, και πίσω από τη γυναίκα βρίσκεται ένα φίδι. Και ο άνδρας και η γυναίκα απλώνουν τα χέρια τους προς το δέντρο.

Η περιγραφή του πειρασμού στη Γένεση θεωρείτο από τους κριτικούς ότι ήταν μία επινόηση των Εβραίων συγγραφέων, ωστόσο αυτή η γλαφυρή περιγραφή των γεγονότων που δίνεται στη Γένεση υπήρχε χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή που οι κριτικοί θεωρούν ότι γράφτηκε η Γένεση. Η «Σφραγίδα του Πειρασμού», ένα από τα αρχαιότερα αρχεία του ανθρώπινου πολιτισμού που επέζησαν, δείχνει ότι οι αρχαιότεροι άνθρωποι ήξεραν τις βασικές λεπτομέρειες της ιστορίας της πτώσης των πρωτόπλαστων, και βέβαια όχι από το γραπτό αρχείο του βιβλίου της Γένεσης.

Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΑΣ
 
Μια άλλη Σουμεριακή σφραγίδα, που χρονολογείται γύρω στο 3500 π.Χ., και βρίσκεται τώρα στο μουσείο του Πανεπιστημίου της Πενσυλβανίας (ΗΠΑ), δείχνει γεγονότα που έλαβαν χώρα αφότου ο άνδρας και η γυναίκα έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό. Αυτή η σφραγίδα παριστάνει τις γυμνές μορφές ενός άνδρα και μιας γυναίκας, που σκυμμένοι ταπεινά οδηγούνται έξω, ακολουθούμενοι από ένα φίδι. Κι αυτή η σφραγίδα λοιπόν παριστάνει την ιστορία της εκδίωξης από τον Κήπο της Εδέμ: «Γι’ αυτό ο ΚΥΡΙΟΣ ο Θεός τον [Αδάμ] έβγαλε έξω από τον παράδεισο της Εδέμ, για να εργάζεται τη γη από την οποία πάρθηκε» (Γένεση 3:23).

Είναι δύσκολο να εξηγήσουμε τι κάνουν οι τρεις μορφές, που είναι χαραγμένες σε μια σφραγίδα που χρονολογείται από τις αρχές της ανθρώπινης ιστορίας, αν το χειροτέχνημα αυτό δεν είναι μια άλλη μορφή της διήγησης της Γένεσης.

ΤΑ ΕΠΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΥ
 
«Και τα ύδατα υπερδυνάμωναν σε υπερβολικό βαθμό επάνω στη γη, και σκεπάστηκαν όλα τα ψηλά βουνά... και πέθανε κάθε κινούμενη σάρκα επάνω στη γη» (Γένεση 7:19,21).

Μια από τις πιο αμφισβητούμενες περιγραφές της Βίβλου είναι ο κατακλυσμός της εποχής του Νώε. Εδώ κι έναν αιώνα οι κριτικοί θεωρούσαν τον κατακλυσμό έναν από τους πιο φανταστικούς Βιβλικούς μύθους. Ωστόσο, τον αιώνα που ακολούθησε η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αποκαλύψει περιγραφές του κατακλυσμού από τους αρχαιότερους πολιτισμούς.

Ένα από τα πιο εκπληκτικά ευρήματα είναι το «Έπος του Γιλγαμές», που βρέθηκε χαραγμένο πάνω σε πήλινες πλάκες από τον Τζωρτζ Σμιθ και μεταφέρθηκε το 1872 στο Βρετανικό Μουσείο. Οι πλάκες διηγούνται τον Κατακλυσμό από την άποψη των αρχαίων Βαβυλώνιων. Μια παρόμοια περιγραφή βρέθηκε πάνω σε Σουμεριακές πλάκες, οι οποίες είναι τα αρχαιότερα γραπτά κείμενα που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα.

Ποια είναι η πιο αυθεντική περιγραφή του Κατακλυσμού; Η απάντηση είναι εύκολη. Ο Καθηγητής Gleason Archer παρατηρεί πως οι διαφορές μεταξύ των διηγήσεων του Γιλγαμές και της Γένεσης είναι πολύ μεγάλες για να επιτρέψουν στη μία να έχει δανειστεί από την άλλη. «Η καθαρή αντιπαραβολή μεταξύ των καβγατζήδων, άπληστων θεών του Βαβυλωνιακού πάνθεου που οδηγούνται από τα πάθη τους και της μεγαλειώδους αγιότητας του Ιεχωβά είναι πολύ έντονη και σημαντική», γράφει. «Παρόμοια η πλήρης απιθανότητα μίας κιβωτού με τη μορφή κύβου και ο κατακλυσμός όλου του κόσμου απλώς από μία βροχή δεκατεσσάρων ημερών [σύμφωνα με το Έπος του Γιλγαμές] στέκονται σε πλήρη αντίθεση με τις διαστάσεις της κιβωτού που είναι σύμφωνες με τους κανόνες ναυπηγικής και με τη βαθμιαία υποχώρηση των υδάτων, όπως περιγράφεται στο Βιβλικό αρχείο».[3]

Είναι σαφές ότι το «Έπος του Γιλγαμές» περιγράφει τα αρχικά γεγονότα του Κατακλυσμού με πολλές όμως αλλοιώσεις.

Αυτές οι αρχαίες πλάκες δεν είναι καθόλου η μόνη εξωβιβλική αναφορά που υπάρχει σχετικά με τον Κατακλυσμό. Ένας τολμηρός ιστορικός, ο Aaron Smith, λέγεται ότι υπομονετικά καταμέτρησε όλες τις αφηγήσεις τις σχετικές με τον Κατακλυσμό: συνάντησε περίπου 80.000 έργα σε 72 γλώσσες.[4]

Σίγουρα αν ο Κατακλυσμός του Νώε ήταν ένα απλό τοπικό γεγονός που επηρέασε τους ανθρώπους μιας περιορισμένης γεωγραφικής περιοχής, η επίδρασή του δεν θα είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη τόσο πολλών απομακρυσμένων λαών.

Ένας ιστορικός παρατηρεί: «Οι Σουμέριοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Ασσύριοι της Μεσοποταμίας θα ήταν αναμενόμενο να έχουν μία παρόμοια παράδοση με εκείνη των Εβραίων, αφού ζούσαν τόσο κοντά στην υποτιθέμενη θέση του προκατακλυσμιαίου πολιτισμού... Αλλά τι μπορούμε να πούμε για το θρύλο του Μανού που διατηρήθηκε στους Ινδουιστές... ή για τον Φα-χε στους Κινέζους... ή για τον Νου-ου στους κατοίκους της Χαβάης ή για τον Τέζπι στους Ινδιάνους του Μεξικού;... Όλοι αυτοί συμφωνούν ότι όλο το ανθρώπινο γένος καταστράφηκε από μία μεγάλη πλημμύρα (που παρουσιάζεται συνήθως ως παγκόσμια) και η οποία ήταν αποτέλεσμα της θεϊκής δυσαρέσκειας απέναντι στην ανθρώπινη αμαρτία, και ότι μόνον ένας άνθρωπος με την οικογένειά του ή πολλοί λίγοι φίλοι επέζησαν της καταστροφής χρησιμοποιώντας ένα καράβι ή μία σχεδία ή ένα μεγάλο κανό, κάποιου είδους πλεούμενο».[5]

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ
 
«Και ο ένας είπε στον άλλον: Ελάτε, ας κάνουμε πλίνθους, και ας τους ψήσουμε σε φωτιά. Και ο μεν πλίνθος τους χρησίμευσε αντί για πέτρα, η δε άσφαλτος τους χρησίμευσε αντί για πηλό. Και είπαν: Ελάτε, ας κτίσουμε για μας μια πόλη και έναν πύργο, που η κορυφή του να φτάνει μέχρι τον ουρανό...» (Γένεση 11:3-4).

Πολλοί από μας έχουμε ακούσει για τον Πύργο της Βαβέλ, αλλά λίγοι γνωρίζουμε σχετικά με της δυνατές μαρτυρίες που υπάρχουν πίσω από τη διήγηση της Βίβλου.

Εκσκαφές στο Ιράκ στην αρχή του 20ου αιώνα αποκάλυψαν ότι υπήρχε κάποτε στη Βαβυλώνα ένας τεράστιος πύργος. Ο Werner Keller γράφει: «Το 1899 η Γερμανική Ανατολική Εταιρεία έστειλε μία μεγάλη αποστολή υπό την καθοδήγηση του Αρχιτέκτονα Καθηγητή Robert Coldway, να εξετάσει τον διάσημο ερειπωμένο γήλοφο Babel στον Ευφράτη. Οι εκσκαφές, της πήραν περισσότερο χρόνο από οπουδήποτε αλλού. Σε δεκαοχτώ χρόνια η πιο διάσημη μητρόπολη του αρχαίου κόσμου, η βασιλική έδρα του Ναβουχοδονόσορ, ήρθε στο φως, και ταυτόχρονα, ένα από τα Επτά Θαύματα του Κόσμου, οι ‘Κρεμαστοί Κήποι’... και ο ‘Ε-τεμέν-αν-κι’, ο διάσημος Πύργος της Βαβέλ... Η τεχνική διάστρωσης πλίνθων που περιγράφεται στη Βίβλο ότι χρησιμοποιήθηκε για το χτίσιμο του Πύργου της Βαβέλ ανταποκρίνεται πλήρως στα ευρήματα των αρχαιολόγων. Την επιβεβαίωσαν οι έρευνες, στην πραγματικότητα για την κατασκευή χρησιμοποιήθηκαν μόνον ασφαλτωμένοι πλίνθοι, ιδιαίτερα για τα θεμέλια. Αυτό ήταν εντελώς απαραίτητο για την ασφάλεια του οικοδομήματος σύμφωνα με τους κανόνες δόμησης... Τα θεμέλια και η λιθοδομή γίνονταν στεγανά, και ανθεκτικά στην υγρασία με άσφαλτο... Επτά επίπεδα, ‘επτά τετράγωνα’, υψώνονταν το ένα πάνω απ’ το άλλο. Μία μικρή πλάκα που ανήκε σε έναν αρχιτέκτονα βρέθηκε στο ναό και αναφέρει ρητά ότι το μήκος, το πλάτος και το ύψος ήταν ίσα... Το μήκος των πλευρών στη βάση είναι μάλλον μεγαλύτερο από 290 πόδια (88,5 μέτρα). Οι αρχαιολόγοι το μέτρησαν 295 πόδια (90 μέτρα). Σύμφωνα μ’ αυτό ο πύργος πρέπει να είχε ύψος 300 πόδια (91,5 μέτρα)».[6]

Αυτό σημαίνει ότι ο πύργος υψωνόταν σε ύψος όσο ένα κτίριο 30 ορόφων.

Παραπέρα έρευνα έχει αποκαλύψει ότι ο αρχικός πύργος καταστράφηκε και ότι στην ίδια τοποθεσία αναγέρθηκε ένας παρόμοιος πύργος την εποχή του Ναβουχοδονόσορ.

Ο D. J. Wiseman, καθηγητής της Ασσυριολογίας, εξηγεί: «Ο πύργος καταστράφηκε σοβαρά στον πόλεμο του 652-648 π.Χ. αλλά αποκαταστάθηκε πάλι από τον Ναβουχοδονόσορ Β' (605-562 π.Χ.). Ήταν αυτό το κτίριο, μέρος του οποίου ανακαλύφθηκε από τον Coldway το 1899, το οποίο περιγράφεται από τον Ηρόδοτο στη διάρκεια της επίσκεψής του περί το 460 π.Χ.... Το επίπεδο της βάσης [του μεταγενέστερου πύργου] είχε διαστάσεις 90x90 μέτρα και ύψος 33 μέτρα... Το ζιγκουράτ [ιερός πύργος] στη Βαβυλώνα κατεδαφίστηκε από τον Ξέρξη το 472 π.Χ., και παρόλο που ο Αλέξανδρος καθάρισε τα μπάζα πριν την αποκατάσταση που προγραμμάτιζε, αυτή ματαιώθηκε με το θάνατό του. Στη συνέχεια, οι πλίνθοι αφαιρέθηκαν από της ντόπιους, και σήμερα η τοποθεσία του Ετεμενάνκι είναι ένας λάκκος με τόσο βάθος όσο ύψος είχε η αρχική κατασκευή».[7]

Οι ιεροί πύργοι ήταν συνηθισμένοι στη Μεσοποταμία. Μέχρι τώρα, έχουν βρεθεί τα ερείπια 35 τέτοιων κατασκευών. Ο πρώτος που βρέθηκε ήταν εκείνος στη Βαβέλ.

Και υπάρχουν και πολλά άλλα συναρπαστικά αρχαιολογικά ευρήματα τα οποία έχουν βοηθήσει στο να επιβεβαιώσουν και να ρίξουν φως στο βιβλίο της Γένεσης.

Από αυτή τη σύντομη επισκόπηση, μπορούμε να δούμε το φως που έχει ρίξει η αρχαιολογία πάνω σε ερωτήματα σχετικά με την ακρίβεια των διηγήσεων της Βίβλου. Αν και αυτοί που αμφιβάλουν, πάντοτε θα βρίσκουν αφορμές για να αμφισβητούν την αλήθεια του Λόγου του Θεού, τώρα πλέον όλο και λιγότεροι αμφιβάλουν για της ιστορικές δηλώσεις της Αγίας Γραφής.

Μario Seiglie
_____________________________
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
 
[1] A. Noordtzy, Bibliotheca Sacra, Vol. 98-99, σσ. 388-390, 1940-41.
[2] Prophets, Idols and Diggers, 1960, σ. 16.
[3] A Survey of Old Testament Introduction, 1974, σ. 211.
[4] Werner Keller, The Bible as History, 1980, σ. 38.
[5] Archer, σ. 209.
[6] The Bible as History, 1980, σελίδες 302, 317-8.
[7] New Bible Dictionary, 1982, σ. 111.
 
Πηγή: wwwapologitiki.blogspot.gr

Πώς έφτασε σε μας η Αγία Γραφή;

''Υπό του Πνεύματος του Αγίου κινούμενοι λάλησαν οι άγιοι άνθρωποι του Θεού''
 

Επιστολή Β' Πέτρου, κεφ. 1, στ. 21.

Τα πρωτότυπα: Γλώσσα και γραφή
 
Η Αγία Γραφή αποτελείται από 76 βιβλία, 49 της Παλαιάς Διαθήκης και 27 της Καινής Διαθήκης, τα οποία γράφτηκαν σε μια περίοδο 1500 ετών. Τα περισσότερα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης γράφτηκαν στα εβραϊκά, ενώ ορισμένα τμήματα των βιβλίων του Δανιήλ, καθώς και το βιβλίο του Έσδρα και του Ιερεμία, γράφτηκαν στα Αραμαϊκά. Τα βιβλία αυτά γράφτηκαν αρχικά στην παλαιοεβραϊκή στρογγυλή γραφή, μια παραλλαγή του βορειοσημιτικού αλφαβήτου. Μετά την αιχμαλωσία, γράφτηκαν στην ονομαζόμενη τετράγωνη γραφή. Η Καινή Διαθήκη γράφτηκε ολόκληρη στα ελληνικά.

Σε τι μορφή διασώθηκαν τα αντίγραφα της Παλαιάς Διαθήκης;
 
Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης σώθηκαν σε χειρόγραφα. Τα χειρόγραφα διακρίνονται σε δημόσια, που ήταν κύλινδροι από δέρμα ή περγαμηνή και ιδιωτικά, που ήταν κώδικες από δέρμα ή περγαμηνή ή πάπυρο. Τα αρχαιότερα εβραϊκά χειρόγραφα της Παλαιάς Διαθήκης είναι αυτά που βρέθηκαν στο Κουμράν το 1947 και χρονολογούνται στον 2ο και 1ο αιώνα π.Χ. Τα εβραϊκά χειρόγραφα με το φωνηεντισμένο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, το ονομαζόμενο μασοριτικό, χρονολογούνται μεταξύ του 6ου και 11ου αιώνα μ.Χ.

Σε τι μορφή διασώθηκαν τα αντίγραφα της Καινής Διαθήκης;
 
Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης σώζονται σε 5.500 χειρόγραφα, που χρονολογούνται από το 125 μ.Χ. και εξής. Πρόκειται για πάνω από 100 παπύρους, περίπου 300 μεγαλογράμματα χειρόγραφα (που είναι και τα αρχαιότερα), 2.800 μικρογράμματα χειρόγραφα από το 835 μ.Χ. και εξής και περίπου 2.300 εκλογάδια (κηρυγματικά κείμενα της Βυζαντινής Εκκλησίας).
 
Στα παλαιότερα χειρόγραφα οι λέξεις δεν χωρίζονται, δεν υπάρχουν σημεία στίξης ούτε χωρισμός σε κεφάλαια, παραγράφους και εδάφια.

Πώς και πότε έγινε ο χωρισμός σε κεφάλαια και εδάφια;
 
Τα πρώτα συστήματα χωρισμού σε κεφάλαια ανάγονται στον 4ο αιώνα. Ο σημερινός χωρισμός σε κεφάλαια έγινε το 1200 από τον Αρχιεπίσκοπο Κανταβριγίας Λάνγκτον και ο χωρισμός σε εδάφια από τον εκδότη των Παρισίων Ροβέρτο Εστιέν το 1550.

Ποιες είναι οι σημαντικότερες αρχαίες μεταφράσεις της Αγίας Γραφής;
 
Οι σημαντικότερες αρχαίες μεταφράσεις είναι οι εξής:
 
- Η Ελληνική των Εβδομήκοντα (270 π.Χ.)
 
- Η Συριακή Πεσιττά (περίπου 150 μ.Χ.)
 
- Τα Αραμαϊκά Ταργκουμίμ
 
- Η Λατινική Βουλγάτα (5ος αιώνας μ.Χ.)
 
- Οι Κοπτικές (3ος-4ος αιώνας μ.Χ.)
 
- Η Αιθιοπική (4ος-6ος αιώνας μ.Χ.)
 
- Η Αρμενική (5ος αιώνας μ.Χ.)
 
- Η Γοτθική του Ουλφίλα (4ος αιώνας μ.Χ.)

Πότε πρωτοτυπώθηκε η Αγία Γραφή;
 
Ο Γουτεμβέργιος επινόησε την τυπογραφία γύρω στο 1450 και εξέδωσε την πρώτη έντυπη (λατινική) Αγία Γραφή το 1452. Η πρώτη έντυπη εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη εκδόθηκε το 1477 στη Μπολόνια, ενώ η πρώτη έντυπη ελληνική Καινή Διαθήκη εκδόθηκε το 1516 από τον Έρασμο.

Το κριτικό κείμενο
 
- Το Textus Receptus (Παραδεδεγμένο κείμενο) της Kαινής Διαθήκης που κυκλοφόρησε από το 1633 βασίζεται σε έκδοση του Εράσμου και ήταν συναφές με το κείμενο της Καινής Διαθήκης που χρησιμοποιούσε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
 
-Το Κριτικό κείμενο, που αντικατέστησε το Textus Receptus το 1881, λαμβάνει υπόψη όλα τα αντίγραφα της Καινής Διαθήκης. Από τότε οι διορθωμένες εκδόσεις συνεχίζονται. Μια νέα επεξεργασία της Biblia Hebraica έχει πραγματοποιηθεί στην περίοδο 1968-1977, ενώ μια νέα (26η) επεξεργασία του κριτικού κειμένου της Καινής Διαθήκης το 1979 (Nastle-Aland).

Ποιες είναι οι σημαντικότερες μεταφράσεις της Αγίας Γραφής σε νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες;
 
Το 1382 ο Ουίκλιφ ολοκλήρωσε την πρώτη μετάφραση της Αγίας Γραφής σε νεώτερη ευρωπαϊκή γλώσσα, στα αγγλικά. Την εποχή της Μεταρρύθμισης ακολούθησαν:
 
- Η Βίβλος της Ζυρίχης (1531)
 
- Η Καινή Διαθήκη του Λούθηρου (1521-22)
 
- Η Βίβλος του Λούθηρου (1534)
 
- Η Ολλανδική Καινή Διαθήκη (1523)
 
- Η Αγγλική Καινή Διαθήκη του Tyndale (1523)
 
- Η Αγία Γραφή στη μετάφραση του βασιλιά Ιακώβου (1611)
 
- Οι Γαλλικές μεταφράσεις από το 1523
 
- Η Δανέζικη, η Σουηδική και η Ουγγρική Καινή Διαθήκη
 
- Οι Ιταλικές Καινές Διαθήκες τη δεκαετία του 1530
 
- Η Ισπανική Καινή Διαθήκη (1543) και Αγία Γραφή (1569)
 
- Η Πορτογαλική Αγία Γραφή (1719)

Πότε ξεκίνησαν μεταφράσεις της Αγίας Γραφής σε νεοελληνική γλώσσα;
 
Η παλιότερη προσπάθεια ήταν η μετάφραση της Καινής Διαθήκης το 1638 από τον Μάξιμο Καλλιουπολίτη υπό την αιγίδα του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λούκαρη. Ακολούθησαν οι μεταφράσεις της Βιβλικής Εταιρείας:
 
- Ολόκληρης της Αγίας Γραφής σε καθαρεύουσα από τον Νεόφυτο Βάμβα (1830)
 
- Της Καινής Διαθήκης σε απλή καθαρεύουσα από τον Βέλλα (1967)
 
- Της Καινής Διαθήκης σε απλή καθαρεύουσα από ομάδα καθηγητών (1985/89)
 
- Ολόκληρης της Αγίας Γραφής στη δημοτική (1997)

Προσπάθειες διάδοσης της Βίβλου από Βιβλικές Εταιρείες
 
Η πρώτη Βιβλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1804 και ακολούθησαν και σε άλλες χώρες τις επόμενες δεκαετίες. Η αρχή οργανωμένης δράσης της στον ελληνικό χώρο ανάγεται στο 1808. Δραστήριος διευθυντής της υπήρξε ο εκδότης του περιοδικού Αστήρ της Ανατολής Μιχαήλ Καλαποθάκης, επί σχεδόν 50 χρόνια (1859-1905). Η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1966, έγινε πλήρως ελληνική και διαδογματική το 1992 και πλήρες μέλος των Ηνωμένων Βιβλικών Εταιρειών το 2000.

Η μετάφραση της Βίβλου σήμερα
 
Το 1990 η Βίβλος ολόκληρη ή σε τμήματά της είχε μεταφραστεί σε 2.167 γλώσσες. Οι Μεταφραστές Ουίκλιφ, οργάνωση που ιδρύθηκε το 1942, έχουν μεταφράσει την Αγία Γραφή σε 611 γλώσσες. Η μετάφραση συνεχίζεται σε 100 γλώσσες. Απομένουν πάνω από 2.644 γλώσσες που ομιλούνται από 380.000.000 ανθρώπους. Στόχος τους είναι το 2025 να έχει μεταφραστεί η Βίβλος σε όλες τις γλώσσες που απομένουν.

Π. Παπαγεωργίου
Φιλόλογος

_____________________________
Βιβλιογραφία
 
- Γ.Χ. Χατζηαντωνίου, Ιστορική Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Εκδ. Ο Λόγος
 
- F.F. Bruce, Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, Εκδ. Πέργαμος 1987
 
- A.G. Patzia, Πώς σχηματίστηκε η Καινή Διαθήκη, Εκδ. Πέργαμος, 1999
 
- Χρ. Καραγκούνης, Από τη Βίβλο και το περιβάλλον της, Αστήρ της Ανατολής, τεύχη Μαΐου-Αυγούστου 2005.
 
Πηγή: wwwapologitiki.blogspot.gr

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Τα ουτοπικά όνειρα των νεωτεριστών.

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Υπάρχει κάποια πατερική θέση, σχετικά με τις λεγόμενες «ανθρωπιστικές οργανώσεις» παγκόσμιου βεληνεκούς;

Ο Κύριος μας έδωσε αυτή τη σύντομη ζωή ως χρόνο και ευκαιρία προετοιμασίας για την άλλη, την ατελεύτητη. Στη διάρκεια, λοιπόν, της σύντομης επίγειας ζωής μας πρέπει να συγκεντρώσουμε «προμήθειες» για ολόκληρη την αιωνιότητα. Πώς; Με τα καλά έργα. Απ’ αυτά σχηματίζεται ένα κεφάλαιο. Και από τον τόκο του κεφαλαίου συντηρούμαστε σ’ ολόκληρη την αιωνιότητα. Όποιος από μας κάνει μεγαλύτερες αποταμιεύσεις, θα ζήσει εκεί πιο πλούσια˙ και όποιος κάνει μικρότερες αποταμιεύσεις, θα ζήσει πιο φτωχικά. Ο Κύριος «θα πληρώσει τον καθένα κατά τα έργα του» (Ρωμ. 2:6).

Στην παρούσα ζωή, λοιπόν, πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για ν’ αυξήσουμε τις καταθέσεις μας σ’ αυτόν τον λογαριασμό. Δεν είναι δύσκολο. Ο ίδιος ο Κύριος το βεβαιώνει, λέγοντας: «Ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρό» (Ματθ. 11:30). Όλη η χριστιανική ζωή συνοψίζεται σε τούτα: Να πιστεύουμε στον Θεό, στην προσκυνητή Τριάδα, που μας σώζει με το λυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού και με την αγαθότητα του Αγίου Πνεύματος, να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Ευαγγελίου, παίρνοντας θεία δύναμη μέσω των ιερών Μυστηρίων της Αγίας Εκκλησίας μας, και να ελπίζουμε ότι ο Θεός, για την πίστη και την υπακοή μας σ’ Αυτόν, δεν θα μας στερήσει τα επουράνια αγαθά.

Όσο απαραίτητη είναι η πίστη για τη σωτηρία μας, άλλο τόσο απαραίτητα είναι και τα καλά έργα. Το τονίζω αυτό, γιατί μερικοί διακηρύσσουν πως η πίστη είναι αρκετή, ενώ άλλοι λένε ότι φτάνει να είμαστε «καλοί άνθρωποι», να κάνουμε δηλαδή καλά έργα. Η αλήθεια είναι πως η πίστη και τα έργα έχουν ίση αξία. Η πίστη πρέπει να συνοδεύεται και να επιβεβαιώνεται από τα καλά έργα, δηλαδή από ζωή άγια, σύμφωνη με τις θείες εντολές. Εδώ, στην τήρηση των θείων εντολών, είναι που πρέπει να συγκεντρώσουμε περισσότερο την προσοχή μας. Την πίστη, βλέπεις, την αληθινή ορθόδοξη πίστη, την έχουμε. Τι μας μένει λοιπόν; Η τήρηση των εντολών, τα καλά έργα. Γιατί «η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή» (Ιακ. 2:20). Και πρέπει να πω, ότι χρωστάμε απέραντη ευγνωμοσύνη στον Κύριο, γιατί την αξία των έργων μας την καθορίζει με κριτήριο όχι τη σπουδαιότητα ή τη μεγαλοσύνη τους, αλλά τη διάθεση που υπάρχει μέσα μας, όταν τα επιτελούμε. Ευγνωμοσύνη Του χρωστάμε ακόμα, γιατί μας δίνει καθημερινά αναρίθμητες ευκαιρίες για την επιτέλεση καλών έργων σύμφωνα με το θέλημά Του, έτσι που, αν προσέχουμε, μπορούμε κάθε στιγμή να Τον ευαρεστούμε.

Για να ευαρεστήσεις, λοιπόν, κι εσύ τον Θεό, δεν είναι ανάγκη να κάνεις κάτι το πολύ μεγάλο, δεν είναι ανάγκη να πας στο εξωτερικό, όπως κάνουν οι νεωτεριστές και τάχα προοδευτικοί. Φτάνει να κοιτάς γύρω σου κάθε μέρα και ώρα. Διακρίνεις σε κάτι τη σφραγίδα της θεϊκής εντολής; Κάνε το δίχως χρονοτριβή ή δισταγμό, με την πεποίθηση ότι ο ίδιος ο Θεός αυτή την ώρα ζητάει από σένα αυτό το έργο και τίποτ’ άλλο. Προσπάθησε να στερεώσεις μέσα σου έναν τέτοιο τρόπο σκέψεως. Όταν το κατορθώσεις, απέραντη γαλήνη θα πλημμυρίσει την καρδιά σου, ειρήνη που θα προέλθει από την επίγνωση ότι κάθε στιγμή δουλεύεις για τον Κύριο. Ακόμα κι όταν σου λένε να μπαλώσεις τις κάλτσες του μικρού σου αδελφού, και το κάνεις πρόθυμα για τον Χριστό, που μας πρόσταξε ν’ ακούμε και να βοηθάμε τον πλησίον, εκτελείς ένα έργο θεάρεστο. Έτσι, με κάθε βήμα, με κάθε λέξη, με κάθε κίνηση, ακόμα και με κάθε ματιά μπορούμε να ευχαριστούμε τον Θεό, να βαδίζουμε στο δρόμο του θελήματός Του, και επομένως να κατευθυνόμαστε προς τον τελικό σκοπό μας.

Οι νεωτεριστές, οι τάχα προοδευτικοί, έχουν στο νου τους σύνολη την ανθρωπότητα, όλους τους ανθρώπους στοιβαγμένους μαζί. Είναι όμως γεγονός ότι η «ανθρωπότητα» ή ο «λαός» δεν υπάρχει ως πρόσωπο, ένα πρόσωπο για το οποίο θα μπορούσες κάτι να κάνεις τώρα ακριβώς. Η ανθρωπότητά μας συγκροτείται από ξεχωριστά πρόσωπα. Κάνοντας κάτι για ένα πρόσωπο, το κάνουμε μέσα στο σύνολο των ανθρώπων. Αν ο καθένας μας έκανε ό,τι μπορούσε για οποιονδήποτε άνθρωπο έχει μπροστά στα μάτια του, αντί να ρίχνει μάταια το βλέμμα του τόσο μακριά, στο απρόσωπο σύνολο των ανθρώπων, τότε όλοι μας θα κάναμε κάθε στιγμή ό,τι χρειάζεται γι’ αυτούς που έχουν ανάγκη, κι έτσι θα εδραιώναμε την ευημερία του συνόλου του ανθρώπινου γένους, που αποτελείται από πλούσιους και φτωχούς, από αδύνατους και ισχυρούς. Όσοι οραματίζονται την ευημερία όλης της ανθρωπότητας συνολικά, αδιαφορούν γι’ αυτό που είναι μπροστά στα ματιά τους. Έτσι, όμως, δεν εκπληρώνουν το σκοπό της ζωής, γιατί ούτε τη δυνατότητα έχουν να επιτελέσουν ένα τόσο μεγάλο έργο, όπως είναι η πανανθρώπινη ευημερία, ούτε πάλι αξιοποιούν τις ευκαιρίες, που τους δίνονται, για την εκτέλεση μικρών καλών έργων.

Μου μίλησαν για μια τέτοια περίπτωση στην Αγία Πετρούπολη. Σε μια συγκέντρωση νέων, υπέρμαχων της «πανανθρώπινης ευημερίας» –αυτό ήταν το κεντρικό σύνθημα του «προοδευτικού» παραληρήματός τους-, κάποιος... τζέντλεμαν έβγαλε έναν παθιασμένο λόγο για την αγάπη προς την ανθρωπότητα και το λαό. Τους συνεπήρε όλους. Όταν, όμως, γύρισε στο σπίτι του, ο υπηρέτης του, που δεν αντιλήφθηκε την επιστροφή του, δεν του άνοιξε αμέσως την πόρτα και δεν του έδωσε αμέσως κερί. Επιπλέον, επειδή το μπουρί της σόμπας του είχε βουλώσει, το δωμάτιό του ήταν λίγο κρύο. Ε, ο «ανθρωπιστής» μας δεν μπόρεσε να τ’ ανεχθεί όλα αυτά, κι έλουσε τον υπηρέτη του μ’ ένα χείμαρρο από βρισιές. Όταν εκείνος προσπάθησε να δικαιολογηθεί, του κατάφερε κι ένα γερό χτύπημα στο στήθος. Να, λοιπόν, ο φίλος μας με τα λεπτά αισθήματα, αυτός που από το ένα μέρος διαλαλούσε την αγάπη του για την ανθρωπότητα και από το άλλο μέρος, στο ίδιο του το σπίτι, δεν μπορούσε να φερθεί φιλάνθρωπα σ’ έναν μόνο άνθρωπο. Το αποκορύφωμα του "προοδευτικού" παραληρήματος ήταν η διαγωγή που έδειχναν μερικές δραστήριες κοπέλες. Αυτές δούλευαν με ενθουσιασμό και ζήλο σε βιβλιοδετεία, δένοντας βιβλία «προοδευτικού» περιεχομένου, συχνά όμως άφηναν τις μανάδες τους χωρίς ένα κομμάτι ψωμί. Και όμως, πίστευαν ότι «τραβούσαν μπροστά» και θεμελίωναν την ευτυχία της ανθρωπότητας.

Όλοι οι κίνδυνοι προέρχονται από μία νοοτροπία που είναι υπερβολικά και άκριτα φιλελεύθερη. Είναι προτιμότερο να ρίχνεις ταπεινά τα μάτια σου κάτω και να κοιτάς τα πόδια σου, προσέχοντας που πατάς. Αυτός είναι ο πιο σωστός δρόμος.

Σου ξαναγράφω για όλα αυτά, επειδή πρέπει να στερεωθούν στο μυαλό σου. Θέλω να σε προφυλάξω από τη σύγχυση και το σκοτισμό που προξενούν στην ψυχή τα όνειρα των νεωτεριστών.

(Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ γράμματα σε μια ψυχή», ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ)

Πηγή: alopsis.gr

Ομοτιμία άνδρα και γυναίκας.

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης
 
«Και δημιούργησε ο Θεός τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα». Τον άνθρωπο, θα ισχυρισθεί η γυναί­κα, κατά τί αφορά εμένα; Ο άνδρας έγινε. Γιατί δεν λέ­ει: την άνθρωπο, συνεχίζει. Και με την προσθήκη του άρ­θρου δηλώνει το αρσενικό γένος. Αλλά για να μη χρησι­μοποιήσει κανείς αμαθής την προσωνυμία του ανθρώπου αναφορικά μόνο με τον άνδρα, προσθέτει: «Αρσενικό και θηλυκό τους δημιούργησε». Κι η γυναίκα είναι δημιουργημένη κατ’ εικόνα Θεού, όπως κι ο άνδρας. Με τον ίδιο τρόπο τιμώνται εξίσου οι φύσεις (τόσο ο άνδρας ό­σο κι η γυναίκα), είναι ίσες οι αρετές, ίσα τα έπαθλα, η αυτή καταδίκη. Ας μη λέει η γυναίκα· είμαι αδύνατη. Η αδυναμία βρίσκεται στο σώμα, η δύναμη είναι στη ψυχή. Επειδή, λοιπόν, τιμάται με τον ίδιο τρόπο η κατά Θεόν εικόνα, ας τιμάται κι η αρετή με τον ίδιο τρόπο.

Ας είναι κοινή και για τους δύο η παρουσίαση των αγαθών έργων. Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για εκείνον που θέλει να προφασίζεται σωματική αδυναμία. Κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Γιατί ναι μεν είναι τρυφερό το σώμα της γυναίκας, για να προκαλεί τη συμπάθεια, αλλά είναι ισχυρό στην υπομονή, επίμονο στις αγρυπνίες.

Πραγματικά, πότε μπόρεσε άνδρας να συναγωνιστεί με γυναίκα, που ζει υπομονετικά τη ζωή της; Πότε μπό­ρεσε να μιμηθεί ο άνδρας τη δύναμη των γυναικών στις νηστείες, στη συστηματική επίδοση στις προσευχές, στην αφθονία των δακρύων, στην αποφασιστικότητα στα έργα της αγάπης; Έχω υπόψη μου γυναίκα, που έκλεβε κρυφά, αλλά έκανε καλές κλεψιές, κάνοντας αγαθοερ­γίες, χωρίς να παίρνει είδηση ο άνδρας της, αλλά για χά­ρη του, για την ανάπτυξη του σπιτιού, για τη συντήρηση των παιδιών. Αυτή έδινε κι απέφευγε την προσοχή του άν­δρα της. Έβγαζε πράγματα έξω από το σπίτι για χάρη του κι αυτόν τον απέκρυβε. Γιατί αυτό που έκανε, το έκα­νε για το Θεό, που βλέπει όσα γίνονται κρυφά, και δεν γνωστοποιούσε την αγαθοεργία της. Η αγαθή γυναίκα έχει το κατ’ εικόνα. Μην δίνεις προσοχή στον έξω άνθρωπο, δηλαδή στο σώμα, γιατί αυτό είναι εξωτερικό περίβλημα. Η ψυχή κάθεται στο εσωτερικό κάτω από το προκάλυμ­μα, το απαλό σώμα. Η μια όμως ψυχή κι η άλλη, δηλαδή τόσο του άνδρα, όσο, και της γυναίκας, είναι ψυχές ομό­τιμες. Η διαφορά βρίσκεται στα προκαλύμματα, δη­λαδή στα σώματα. Γίνεσαι, λοιπόν, όμοιος με το Θεό με το να είσαι αγαθός, με το να είσαι ανεξίκακος, με το να είσαι μεταδοτικός, με το να αγαπάς τον άλλο και τον α­δελφό. Με το να αποστρέφεσαι την πονηρία, με το να χα­λιναγωγείς τα αμαρτωλά πάθη, για να διατηρείς μέσα σου την εξουσία.

(Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, εκδ. Τέρτιος, σ. 319-321)

Πηγή: alopsis.gr

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Τους πέταξαν στη θάλασσα επειδή ήταν Χριστιανοί...

Ιταλία: Μουσουλμάνοι λαθρομετανάστες έριξαν συνεπιβάτες τους στη θάλασσα επειδή ήταν χριστιανοί!

 
Οι ιταλικές αρχές συνέλαβαν 15 μουσουλμάνους για τη ρίψη 12 χριστιανών στη θάλασσα σε ένα πλοίο γεμάτο με λαθρομετανάστες από την Αφρική που πήγαιναν στην Ιταλία.

Όπως αναφέρει το δημοσίευμα της Corriere della Sera, οι 15 μουσουλμάνοι λαθρομετανάστες, ενώ έπλεαν ανοιχτά της Σικελίας, έριξαν στη θάλασσα 12 ανθρώπους, επειδή ήταν χριστιανοί. Το κίνητρό τους για τη ρίψη των επιβατών στη θάλασσα ήταν η χριστιανική τους πίστη, ενώ οι επιτιθέμενοι ήταν Μουσουλμάνοι.

Οι επιζώντες είπαν ότι επιβιβάστηκαν σε ένα πλοιάριο στις 14 Απριλίου από τις ακτές της Λιβύης με 105 επιβάτες.

Οι χριστιανοί που ρίχτηκαν στη θάλασσα εξαιτίας της πίστης τους, ήταν από τη Νιγηρία και την Γκάνα, ενώ οι δράστες από την Ακτή Ελεφαντοστού, τη Σενεγάλη, το Μάλι και τη Γουινέα Μπισάου.

Πηγή: Κόκκινος ουρανός

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Πῶς δεῖ τιμᾶν τά Ἅγια Πάθη

Ἡλία Μηνιάτη

«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ». Ἱωάνν. ιβ’ 13)

Ὅταν ἐγώ βλέπω τόν Ἰησοῦν Χριστόν νά ἐμβαίνῃ μέ τόσην τιμήν, μέ τόσην δοξολογίαν, μέ τόσον θρίαμβον μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, ἠμπορῶ νά λογιάσω μέ δίκαιον λόγον, πώς ἀπό τόν φθόνον καί μῖσος τῶν ἀρχιερέων, τῶν πρεσβυτέρων καί γραμματέων δέν ἔχει πλέον νά φοβῆται κανένα κακόν.

Ὦ πόλις ἁγία, ὄντως πόλις τοῦ Θεοῦ Ἱερουσαλήμ! «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περί σοῦ» εἰς τούς περασμένους αἰῶνας, δεδοξασμένα θέλουσι λαληθῇ περί σοῦ καί εἰς τούς αἰῶνας τούς μέλλοντας, διά τήν εὐχαριστίαν καί ἀγάπην, ὅπου δείχνεις πρός τόν θεῖον σου εὐεργέτην! Εὐγνώμονες παῖδες Ἑβραίων, ἐπαινῶ τήν ἀγαθήν σας διάθεσιν· ἐσεῖς τώρα πιάνετε κλάδους ἐλαιῶν καί βαΐα φοινίκων, σύμβολα νίκης, μέ τά ὁποῖα προαπαντᾶτε, ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, τόν θαυματουργόν τοῦτον υἱόν Δαυΐδ· δείχνετε μίαν καρδίαν πώς εἶσθε ἕτοιμοι νά πιάσετε καί τά ὅπλα, διά νά τόν φυλάξετε κάθε καιρόν ἀπό τῶν ἐχθρῶν του τά μηχανήματα.

Ἰησοῦ μου, ἐδῶ μέσα εἰς τήν Ἱερουσαλήμ ἐσύ πλέον δέν φοβεῖσαι· οὗτος δι᾽ ἐσέ εἶναι τόπος καταφυγῆς· καί ἄν ἐσείσθη ὅλη ἡ πόλις διά τήν εἴσοδόν σου, θέλει σεισθῇ πάλιν ὅλη ἡ πόλις διά τήν φύλαξίν σου. Γραμματεῖς, πρεσβύτεροι καί ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων, εἰς μάτην κοπιάζετε· τί συμβουλεύεσθε εἰς τά συνέδρια; τί μελετᾶτε εἰς τάς συναγωγάς, ἐσεῖς δέν ἔχετε καμμίαν δύναμιν νά κακοποιήσετε τοῦτον τόν Ναζωραῖον, τόν ὁποῖον ἕνας ἀναρίθμητος λαός ὑποδέχεται μέ τόσην πανήγυριν· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ».

Μά τί λέγω ἐγώ; ὦ ἀκατάστατοι διαλογισμοί τῶν ἀνθρώπων! ὤ ψευδής ἐπίδειξις τῆς μιαιφόνου πόλεως! ὤ προσωρινή περιποίησις τοῦ ἀχαρίστου λαοῦ! ἡ πόλις Ἱερουσαλήμ, ὅπου σήμερον εἶναι θέατρον τόσον λαμπρᾶς ἑορτῆς, εἰς ὀλίγας ἡμέρας θέλει γένει θέατρον τῆς φρικτῆς τραγῳδίας. Αὐτή, ὅπου τόν δέχεται ὡς βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, θέλει τόν προσηλώσει εἰς ἕνα ξύλον, ὡς ἕνα κατάδικον· αὐτός ὁ λαός, ὅπου τώρα σείει τά βαΐα, θέλει πελεκήσει τόν Σταυρόν· αὐτός, αὐτός ὅπου τώρα φωνάζει τό: Ὡσαννά, θέλει φωνάζει τό σταυρωθήτω. Καί λοιπόν σήμερον τόση τιμή εἰς ὀλίγας ἡμέρας τόση καταφρόνησις; αὐτοί οἱ ἴδιοι, ὅπου τώρα τόν προσκυνοῦσαν, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, ὅπου τόν σταυρώνουσι; ναί.

Τοῦτο ἔπαθε τότε ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἑβραίους καί τοῦτο τό ἴδιον παθαίνει τώρα ἀπό τούς Χριστιανούς, ὅπου ταύταις ταῖς ἁγίαις ἡμέραις μέ τά λόγια τόν προσκυνοῦσι, μέ τά ἔργα τόν σταυρώνουσι· μέ τήν ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν «Ὡσαννά», μέ τήν ἐσωτερικήν διάθεσιν «σταυρωθήτω». Τοῦτο θέλει εἶσθαι τῆς σημερινῆς διδαχῆς ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν: μέ ποῖον τρόπον πρέπει οἱ Χριστιανοί νά τιμῶσι τά πάθη τοῦ Χριστοῦ εἰς ταύτας τάς ἁγίας ἡμέρας.

ΜΕΡΟΣ Α΄

Ἀφοῦ ἔκαμε τό δεῖπνον τό Μυστικό ὁ Ἰησοῦς Χριστός, συντροφιασμένος μέ τούς μαθητάς του, ἔρχεται πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν κέδρων, εἰς τό χωρίον Γεσθημανῆ· ἦτον εἰς τήν ἀρχήν τῆς νυκτός καί, ἀφήνοντάς τους ἐκεῖ παίρνει μαζῆ του τούς τρεῖς, Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην. Παραμερίζει νά προσευχηθῇ καί, στοχαζόμενος τό πάθος του, περίλυπος ἔγεινεν ἡ ψυχή του ἕως θανάτου.

Καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή λυπᾶσαι· ἐγώ βλέπω ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων, ὅπου ἔρχεται πρός σέ μετά φανῶν καί λαμπάδων· αὐτοί πρέπει νά εἶναι καλοί ἄνθρωποι, διατί ἀλλέως δέν ἐπεριπατοῦσαν τήν νύχτα μέ τό φῶς. Βλέπω καί περιπατεῖ ἔμπροσθεν τους ἕνας ἄνθρωπος, ὅπου ἀπό τό σχῆμα μέ φαίνεται ἕνας σου μαθητής. Βλέπω καί ἐκεῖνοι σιμώνουσιν, ἐτοῦτος σέ χαιρετᾷ: «χαῖρε Ραββί»· μάλιστα σέ φιλεῖ «καί κατεφίλησεν αὐτόν».

Ἐκεῖ ὅπου εἶναι φιλήματα, ἐκεῖ ὅπου εἶναι χαιρετισμοί, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἕνας μαθητής, ἐκεῖ, ὅπου εἶναι φανοί καί λαμπάδες, ἠμπορεῖ νά εἶναι κανένα κακόν; καλή καρδία, ὦ Ἰησοῦ, μή φοβεῖσαι. Μά τέλος πάντων τί γίνεται; ἐκεῖνοι οἱ λαμπαδοφόροι ἄνθρωποι εἶναι σπεῖρα στρατιωτῶν, εἶναι πλῆθος ὑπηρετῶν, ὅπου ἔρχονται διά νά πιάσωσι τόν Ἰησοῦν καί νά τόν σύρουσιν εἰς τόν θάνατον· ἐκεῖνος ὁ μαθητής εἶναι ὁ προδότης Ἰούδας, ὅπου τόν ἐπώλησε διά τριάκοντα ἀργύρια, καί τώρα ἔρχεται νά τόν παραδώσῃ· ἐκεῖνος ὁ χαιρετισμός εἶναι δόλιος, ἐκεῖνο τό φίλημα εἶναι τό σημεῖον τῆς προδοσίας· «ὅν ἄν φιλήσω αὐτός ἐστι, κρατήσατε αὐτόν».

Ὥστε ὅπου ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα; βέβαια ὤ μεγάλη συμφορά τοῦ Ἰησοῦ! δίκαιον ἔχει, δίκαιον ἔχει νά λέγῃ: «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου». Ἕνα ὅμοιον πρᾶγμα συμβαίνει τήν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ὅταν γίνεται ἡ ἀνάμνησις τῶν ἁγίων καί φρικτῶν παθῶν τοῦ Σωτῆρος. Πλῆθος πολύ, ἡ πρόοδος τῶν Σταυρῶν καί τῶν ἁγίων Τάφων κρατεῖ ἀπό τό ἕνα ἕως τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως, συνδρομή ἀναρίθμητος ἱερωμένων καί λαϊκῶν, καί ἰδιωτῶν μεγάλων καί μικρῶν, ὅπου προάγονται καί ἀκολουθοῦσι τήν ἱεράν λιτανείαν· στενοχωροῦνται εἰς κάθε τόπον κάθε ἡλικίας ἄνθρωποι, ὅπου συντρέχουσιν εἰς τό θέαμα· κρέμονται ἀπό τά παράθυρα ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί παιδιά καί γέροντες, διά νά ἰδοῦσι τήν σεβασμίαν παράταξιν.

Φωτοχυσία μεγάλη φανῶν καί λαμπάδων, εἰς τρόπον ὥστε λάμπει μία ἡμέρα εἰς τό σκότος τῆς νυχτός· εἶναι ὅλα σημεῖα μιᾶς ἐξαιρέτου θερμῆς εὐλαβείας. Ὅποιος ἰδῇ τί γίνεται καί μέσα εἰς τάς ἐκκλησίας καί ἔξω εἰς τάς πλατείας καί τάς ὁδούς, θέλει λογιάσει πώς ὅλη ἡ πόλις, ὡσάν ἡ Νινευή, ὅταν ἔκαμεν ἐκείνην τήν δημοσίαν μετάνοιαν διά νά ἐξιλεώσῃ τόν Θεόν, εἶναι ὅλη πόνος, συντριβή, κατάνυξις· καί πῶς, ἄν ὅλαις ταῖς ἡμέραις τοῦ χρόνου ἐστάθημεν ἁμαρτωλοί, τήν Μεγάλην Παρασκευήν ἡμεῖς εἴμεσθεν ἀληθινά μετανοημένοι;

Μ᾽ ὅλον τοῦτο, ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· ἡ μεγάλη ἐκείνη παρρησία δέν εἶναι ἄλλο παρά μία ἐπίδειξις θεατρική· ἀπό ἐκεῖνο τό πολύ πλῆθος, ὅπου συντρέχει διά νά ἑορτάση τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, μερικοί ὁλότελα δέν ἐμετανόησαν· βλέπουσιν τόν Χριστόν εἰς τόν Σταυρόν, καί ἐκεῖνος δέν ἐχωρίσθη ἀκόμη ἀπό τήν πόρνην· τοῦτος δέν ἐπέστρεψεν ἀκόμη τό ξένον πρᾶγμα, οὗτος ὁ ἄλλος ἀκόμη δέν ἐσυγχώρησεν τόν ἐχθρόν του, δέν ἄφησε τήν κακήν του συνήθειαν καί δέν ἔχει γνώμην νά κάμῃ καμμίαν διόρθωσιν τῆς ζωῆς του· ἄλλοι ἐμετανόησαν, μά πρός ὥρας ἐμετανόησαν πώς ἥμαρτον, μετ᾽ ὀλίγον θέλουσι μετανοήσει πώς ἐμετανόησαν: ἄλλοι ἔχουσι γνώμην νά ἐξομολογηθῶσι, μά ἔχουσι καί γνώμην εὐθύς, ὅπου ἀναστηθῇ ὁ Χριστός, πάλιν νά τόν ξανασταυρώσουσιν: «ἀνασταυροῦντες ἑαυτοῖς τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ καί παραδειγματίζοντες», καθώς λέγει ὁ μακάριος Παῦλος.

Ὦ Θεέ! καί οἱ Χριστιανοί τιμῶσι τόν Χριστόν εἰς τά πάθη του μόνον μέ τά χείλη, μά ἡ καρδιά τους εἶναι πολλά μακράν, ἔτσι ἐπαραπονεῖτο ὁ Θεός, μέ τό στόμα τοῦ Ἡσαΐου, καί αὐτός ὁ Χριστός εἰς τό ἱερόν Εὐαγγέλιον: «Ὑποκριταί, καλῶς προεφήτευσε περί ὑμῶν Ἡσαΐας, λέγων ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος τῷ στόματι αὑτῶν καί τοῖς χείλεσί με τιμᾷ· ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ».

Τέτοιας λογῆς ἀνίσως καί τήν μεγάλην ἐκείνην Παρασκευήν μίαν φοράν ἐσταυρώθη ὁ Χριστός ἀπό τούς Ἰουδαίους, κάθε μεγάλην Παρασκευήν ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός ἀπό τούς Χριστιανούς, διατί ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα· καί μ᾽ ὅλον τοῦτο· τότε ἔπρεπε μάλιστα οἱ Χριστιανοί νά φαίνωνται πλέον εὐλαβεῖς καί πλέον εὐχάριστοι.

Ἀποστάτησεν ὁ λαός τῆς Ἀντιοχείας καί Σέλευκος ὁ Βασιλεύς μετά βίας ἐλυτρώθη ἀπό τάς χεῖρας τῶν ἀποστατῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νά τοῦ πάρωσι καί τήν ζωήν, ἀφ᾽ οὗ τοῦ ἐπήρασι τήν βασιλείαν. Μοναχός φεύγει κρυφίως ἀπό τά βασίλεια, ἐβγαίνοντας ἀγνώριστος ἀπό τήν χώραν, περιπατεῖ ὅλην τήν νύκτα καί πρός τήν αὐγήν φθάνει εἰς μίαν παραθαλασσίαν, ὅπου κάθεται νά πάρῃ ὀλίγην ἀναπνοήν. Κουρασένος εἰς τό κορμί διά τόν κόπον, περίλυπος εἰς τήν ψυχήν διά τήν καταστροφήν, καί μέ πολλούς ἀναστεναγμούς στέκει καί συλλογίζεται τήν συμφοράν του.

Μά οἱ ἀποστάται, ὅπου τόν ἤθελον ἀποθαμένον, ἀκολουθοῦσι τά ἴχνη του· φθάνουσι καί αὐτοί εἰς τόν ἴδιον τόπον· τόν ξανοίγουσι μακρόθεν, τόν γνωρίζουσι· τρέχουσι τότε μέ ὅλον τόν θυμόν εἰς τό πρόσωπον, μέ τάς ρομφαίας εἰς τάς χεῖρας, καί ὁρμοῦσι καταπάνω του, διά νά πίωσι τό αἷμα του. Πλησιάζουσι· καί ἐδῶ, βλέποντες ἕνα Βασιλέα, τόν ἴδιόν τους Βασιλέα, μοναχόν, χωρίς καμμίαν συντροφίαν, τεθλιμμένον, χωρίς καμμίαν παρηγορίαν, γυμνόν ἀπό κάθε βασιλικήν στολήν, κείμενον εἰς τήν γῆν, ὅλον περιχυμένον ἀπό τά δάκρυα, κρατοῦσιν εἰς τό πρῶτον τόν θυμόν καί τάς χεῖρας, τόν λυποῦνται, μετανοοῦσιν εἰς τήν ἀποστασίαν ὅπου ἔκαμαν· τόν παρηγοροῦσιν μέ λόγια συμπαθητικά· τόν σηκώνουσιν ἀπό τήν γῆν· τόν προσκυνοῦσι πάλιν διά βασιλέα ζητοῦσι συγχώρησιν εἰς τά περασμένα· τόν συντροφεύουσιν εἰς τήν πόλιν· τόν ἀνεβάζουσιν εἰς τόν θρόνον καί τοῦ ὀμνύουσιν εἰς τό ἐρχόμενον πίστιν καί ὑπακοήν! Τόσον ἴσχυσεν εἰς καρδίας καί βαρβάρων καί ἀποστατῶν ἡ ὄψις δυστυχισμένου βασιλέως.

Αἴ, χριστιανοί, ἐκεῖνος, τόν ὁποῖον τήν μεγάλην Παρασκευήν βλέπομεν καρφωμένον εἰς ἕνα σταυρόν, στεφανωμένον μέ ἀκάνθας, ἄμορφον ἀπό τά ραπίσματα, ὅλον αἱματωμένον ἀπό τάς πληγάς, εἶναι ὁ βασιλεύς τῆς Δόξης, εἶναι ὁ βασιλεύς ἡμῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἐβαπτίσθημεν, τοῦ ὁποίου τό εὐαγγέλιον πιστεύομεν, τοῦ ὁποίου τήν βασιλείαν ἐλπίζομεν.

Αἱ ἁμαρτίαι μας τόν ἔφεραν εἰς μίαν κατάστασιν τόσον ἐλεεινήν· καί λοιπόν ἐκείνην τήν ὥραν, ὅπου τόν βλέπομεν, εἶναι τόσον πέτριναι αἱ καρδίαι μας, καί δέν συτρίβονται ἀπό τόν πόνον; τότε ἔπρεπε νά λέγωμεν, μά νά τό λέγωμεν ἐκ καρδίας καί μέ ὅλην τήν συντριβήν: Ἰησοῦ μου, Λυτρωτά μου, εἶναι δίκαιον Ἐσύ νά εἶσαι προσηλωμένος εἰς ἕνα Σταυρόν καί ἐγώ νά κείτωμαι ἀκόμη εἰς τόν κράββατον μέ τήν πόρνην! Ἐσύ νά φορῇς τόν ἀκάνθινον στέφανον καί ἐγώ νά ἔχω τόσους κακούς λογισμούς εἰς τήν κεφαλήν!

Ἐσύ νά ἔχῃς ἀνοικτήν τήν πληγωμένην πλευράν καί ἐγώ νά κρατῶ εἰς τήν καρδίαν κατά τοῦ πλησίον μου μῖσος αἰώνιον! Ἐσύ νά ἔχῃς καρφωμένα χέρια καί πόδια καί ἐμέ τά χέρια μου νά εἶναι γεμᾶτα ἀδικίας, τά πόδια νά τρέχουσιν εἰς τήν ἀπώλειαν! Ἐσύ νά ἔχῃς καταξεσχισμένας τάς καθαρωτάτας σάρκας ἀπό τάς μάστιγας καί ἐγώ νά ἔχω τήν σάρκα μου μολυσμένην ἀπό τόσας ἀκαθαρσίας!

Ἐγώ ἔπρεπε νά βαστῶ τοιοῦτον σταυρόν· ἐγώ νά λάβω τόσα πάθη· ἐγώ νά ὑποφέρω τοιοῦτον θάνατον· μά, ἄν δέν ἠμπορῶ νά ἀποθάνω διά ἐσέ, κἄν ἄς μετανοήσω· ἄν δέν ἠμπορῶ νά χύσω τό αἷμα μου, κἄν ἄς χύσω τά δάκρυά μου· ἄν δέν ἠμπορῶ νά δώσω τήν ζωήν μου διά τήν ζωήν σου, κἄν ἄς δώσω τήν ἀγάπην μου διά τήν ἀγάπην σου. Ἐσύ, ὁ ἀναμάρτητος Θεός, ἔκαμες τόσα δι᾽ ἐμέ τόν ἁμαρτωλόν ἄνθρωπον, καί ἐγώ τί ὀλιγώτερον ἠμπορῶ νά κάμω διά ἐσέ, παρά νά σέ ἀγαπῶ, παρά πλέον νά μήν πταίσω; Καί λοιπόν ἐγώ μετανοῶ, ἐγώ ἀθετῶ τά περασμένα μου σφάλματα καί ἁμαρτίας καί ὀμνύω ἀπ᾽ ἐδῶ καί ἐμπρός αἰώνιον ἀγάπην εἰς τό ὄνομα σου καί ὑπακοήν εἰς τόν νόμον σου.

Ἔτσι ἔπρεπε νά λέγωμεν, ἔτσι νά κάμωμεν τήν μεγάλην Παρασκευήν· καί αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ὅπου διά τοῦτο κάθε χρόνον μᾶς ἐνθυμίζει τοῦ Χριστοῦ τό πάθος καί θάνατον. Ἡ ἑορτή τῶν χριστιανῶν, λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ἐξόχως εἰς τάς ἁγίας ταύτας ἡμέρας νά εἶναι «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια». Ἐπίδειξις ἀγαθῶν ἔργων, ὄχι μόνον φανῶν καί λαμπάδων· εὐλάβεια ψυχῆς, ὄχι μόνον κατ᾽ ἐπιφάνειαν· πολιτείας ἀκρίβεια, ὄχι μόνο θεατρική παρρησία. Ἀλλέως, ὅταν ἄλλα εἶναι τά φαινόμενα καί ἄλλα τά γινόμενα, ἠξεύρετε τί ἦτον καλλίτερον νά κάμωμεν; ἀκούσατέ το.

Εἰς τόν πόλεμον ὅπου ἔκαμεν ὁ βασιλεύς Σαούλ ἐναντίον τῶν Φιλισταίων, ἀπέθανεν ἐσφαγμένος μέ τήν ἴδιαν του δεξιάν· ὅταν τό ἤκουσεν ὁ Δαυΐδ, ἔσχισε τά ἱμάτιά του, ἔκαμε θρῆνον μέγαν καί εἶπεν πρός ὅλον τόν λαόν· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ὁ βασιλεύς Σαούλ ἀπέθανε· σιωπή τό λοιπόν, δέν θέλω τινάς νά τό φανερώσῃ, διά νά μή τό ἀκούσωσι καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί· «μή ἀπαγγείλατε ἐν Γάθ, μηδέ εὐαγγελίσησθε ἐν ἐξόδοις Ἀσκάλωνος, ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».

Ἔρχεται ἡ ἁγία καί μεγάλη Παρασκευή καί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς ἐνθυμίζει, πώς ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Βασιλεύς ὑμῶν, ἀπέθανεν ἐπάνω εἰς ἕνα Σταυρόν διά τήν ἀγάπην μας· καί λοιπόν σιωπή· σφαλίξατε, ὦ ἱερεῖς τάς ἐκκλησίας, κρύψατε εἰς τά ἐνδότερα τοῦ θυσιαστηρίου τόν Ἐσταυρωμένον καί τόν Σταυρόν· μή ἀκουσθῇ, μή φανῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, καί χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως. Μά πῶς; νά φέρωμεν ἀπό τό ἕνα εἰς τό ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως τόν Σταυρόν, νά σύρωμεν ἀπό τάς ὁδούς καί ἀπό τάς πλατείας τόν Ἐσταυρωμένον, νά κηρύττωμεν φανερά πώς ἐκεῖνος ἔλαβε τοιοῦτον ἐπώδυνον καί ἐπονείδιστον θάνατον διά ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὡς τόσον, ἔξω ἀπό ἐκείνην τήν φαινομένην παρρησίαν, νά μή δείχνωμεν πρός αὐτόν κανένα σημάδι πόνου καρδιακοῦ, εὐλαβείας ἀληθινῆς, ἀγάπης καί εὐχαριστίας;

Τί θέλουσι λέγει τότε οἱ Ἑβραῖοι, ὅπου τόν ἐσταύρωσαν; θέλουσι λέγει: οἱ Χριστιανοί πιστεύουσι πώς ἐκεῖνος εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ· οἱ Χριστιανοί ὁμολογοῦσι, πώς ἐκεῖνος ἐσταυρώθη διά τήν ἀγάπην τους, καί οἱ Χριστιανοί τόσον μόνον κάνουσι διά τόν εὐεργέτην τους; ἕνα ἀπό τά δύο, ἤ δέν εἶναι ἔτσι, καθώς οἱ Χριστιανοί πιστεύουσιν, ἤ καί αὐτοί οἱ Χριστιανοί ἀληθινά δέν τόν πιστεύουσιν. «Εἰ υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ καταβάτω νῦν ἀπό τοῦ σταυροῦ, καί πιστεύσομεν εἰς αὐτόν»· ἔτσι θέλουσι βλασφημεῖ καί τώρα οἱ Ἑβραῖοι, καθώς καί τότε εἰς τό πάθος τοῦ Χριστοῦ· ἔτσι θέλουσι περιγελᾷ τήν ὑπόκρισιν τῶν Χριστιανῶν.

Ὅθεν διά τό καλλίτερον σφαλίσατε – λέγω πάλιν – ἱερεῖς, τάς ἐκκλησίας, κρύψατε τόν Σταυρόν καί τόν Ἐσταυρωμένον· μή φανῆ, μήν ἀκουσθῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, διά νά μή χαροῦσιν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως: «ἵνα μή εὐφρανθῶσι θυγατέρες ἀλλοφύλων».

Καί λοιπόν δέν ἔχει νά γενῇ τήν μεγάλην Παρασκευήν ἡ συνηθισμένη πρόοδος, ἡ λιτανεία καί παρρησία, ὅπου γίνεται κάθε χρόνον; τό εἶπα· πλήν, ἐπειδή καί ἔτσι θέλετε, ἄς γένῃ· μά ἄς γένῃ καθώς πρέπει· καθώς εἶναι τά φαινόμενα, ἔτσι ἄς εἶναι καί τά γινόμενα· καθώς εἶναι ἡ ἐξωτερική, ἔτσι ἄς εἶναι καί ἡ ἐσωτερική εὐλάβεια. Μέ τούς φανούς καί μέ τάς λαμπάδας, ἄς ἀνάπτη μέσα εἰς τήν καρδίαν μας ἡ ἀγάπη πρός Ἐκεῖνον, ὅπου διά τήν ἀγάπην μας ἀπέθανε· ἀπό τόν ἀκάνθινόν του στέφανον, ἄς πάρωμεν κατάνυξιν καί συντριβήν· ἀπό τάς πληγάς του, ἄς παρακινηθῶμεν νά σκληραγωγοῦμεν τήν σάρκα· ἀπό τόν Σταυρόν του, ἄς μάθωμεν τήν ὑπομονήν· ἀπό τόν θάνατόν του, ἄς καταλάβωμεν πόσον μέγα κακόν εἶναι ἡ ἁμαρτία· ἡ ἡμέρα τῆς μεγάλης Παρασκευῆς, ἄς εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς μετανοίας μας, ἄς εἶναι ἡ λιτανεία «ἀγαθῶν ἔργων ἐπίδειξις, ψυχῆς εὐλάβεια, πολιτείας ἀκρίβεια» καί ἄς γένῃ.

Πηγή: alopsis.gr

Ομιλία εις την παραβολήν του Αμπελώνος και εις την ξηρανθείσαν συκήν.

Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας:

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: ΚΑ. 33 – 42.


Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην: «Ανθρωπός τις ην οικοδεσπότης, όστις εφύτευσεν αμπελώνα και φραγμόν αυτώ περιέθηκε και ώρυξεν εν αυτώ ληνόν και ωκοδόμησε πύργον, και εξέδοτο αυτόν γεωργοίς και απεδήμησεν. Ότε δέ ήγγισεν ο καιρός των καρπών, απέστειλε τους δούλους αυτού προς τους γεωργούς λαβείν τους καρπούς αυτού. Και λαβόντες οι γεωργοί τους δούλους αυτού όν μέν έδειραν, όν δέ απέκτειναν, όν δέ ελιθοβόλησαν. Πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους πλείονας των πρώτων, και εποίησαν αυτοίς ωσαύτως. Ύστερον δέ απέστειλε προς αυτούς τον υιόν αυτού λέγων: εντραπήσονται τον υιόν μου. Οι δέ γεωργοί ιδόντες τον υιόν, είπον εν εαυτοίς: ούτός εστίν ο κληρονόμος, δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν και κατάσχωμεν την κληρονομίαν αυτού. Και λαβόντες αυτόν, εξέβαλον έξω του αμπελώνος, και απέκτειναν. Όταν ούν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τί ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις»; Λέγουσιν αυτώ: «κακούς κακώς απολέσει αυτούς, και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσιν αυτώ τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών». Λέγει αυτοίς ο Ιησούς: «ουδέποτε ανέγνωτε εν ταις γραφαίς: «λίθον όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας΄ παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών»;

Απόδοση:

Ο Κύριος είπε την εξής παραβολή. Ένας γαιοκτήμονας φύτεψε ένα αμπέλι, το περίφραξε, έσκαψε σ’ αυτό πατητήρι, έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε γεωργούς και έφυγε σ’ άλλον τόπο. Όταν κόντευε η εποχή της καρποφορίας, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς να πάρουν το μερίδιό του από τους καρπούς. Οι γεωργοί όμως έπιασαν τους δούλους του, κι άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον λιθοβόλησαν. Ξανάστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους, και τους έκαναν τα ίδια. Τελευταίον τους έστειλε το γιο του λέγοντας: «θα σεβαστούν το γιο μου». Οι γεωργοί όμως, όταν είδαν το γιο, είπαν μεταξύ τους: «αυτός είναι ο κληρονόμος. Εμπρός, ας τον σκοτώσουμε και ας αρπάξουμε την κληρονομιά του». Τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από τ’ αμπέλι και τον σκότωσαν». Όταν λοιπόν έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού, τί θα κάνει σ’ εκείνους τους γεωργούς;». Του λένε: «Επειδή είναι κακοί, θα τους εξολοθρεύσει με το χειρότερο τρόπο και θα νοικιάσει το αμπέλι σ’ άλλους γεωργούς, που θα του δίνουν τους καρπούς στην εποχή τους». Τους λέει ο Ιησούς: «Ποτέ δε διαβάσατε στις Γραφές; Ο λίθος που πέταξαν σαν άχρηστο οι οικοδόμοι, αυτός έγινε αγκωνάρι΄ο Κύριος το έκανε αυτό, κι είναι αξιοθαύμαστο στα μάτια μας.

(Επιμέλεια κειμένου: Ιωάννης Τρίτος)

Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Ομιλία εις την παραβολήν του Αμπελώνος και εις την ξηρανθείσαν συκήν


Με παρακινεί προς λόγον ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού και Πατρός, ο οποίος δεν απεχωρίσθη από τους κόλπους τού Πατρός και με τρόπον ανέκφραστον εκυοφορήθη στην μήτραν της Παρθένου΄ αυτός μολονότι έγινε προς χάριν μου ωσάν εμένα, είναι απαθής ως προς την Θεότητα, και περιεβλήθη σώμα ομοιοπαθές με το ιδικόν μου΄ αυτός που επιβαίνει σε άρματα Χερουβικά και ανέβη σε πώλον όνου, ο βασιλεύς της δόξης, αυτός που επευφημείται από τα Σεραφίμ ως άγιος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, αποδέχεται τα ψελλίσματα των παιδιών από την άκακο γλώσσα τους. Αυτός, ενώ είναι Θεός, έλαβε την μορφή του δούλου και διατηρεί αυτήν την μορφή του δούλου στο διηνεκές΄ ως Θεός είναι άϋλος και αόρατος, αλλά εδέχθη να λάβη σώμα ορατόν και ψηλαφητόν΄ ήλθεν εκουσίως προς το Πάθος, για να μας χαρίση την απάθειαν. Διότι επειδή είδε το πλάσμα των χειρών του, τον άνθρωπο, τον οποίον έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωσί του, να έχη δελεασθή από την απάτη του όφεως, να έχη παραβή την εντολήν του, να είναι υποδουλωμένος στην φθορά και υπεύθυνος για τον θάνατο, δεν άντεξε ο φύσει συμπαθής την στέρησι του ποθουμένου, αλλά με πολλούς τρόπους τον εκάλεσε προς επιστροφήν και μετάνοιαν. Τον επαίδευσε ως δούλον αχάριστον, ως νηπιόφρονα «πολυμερώς και πολυτρόπως» και εμηχανεύθη κάθε τρόπον, ώστε να αποτινάξη την δουλείαν τού τυράννου και να επανέλθη στον Πλαστουργόν του. Αλλ’ ήταν αδύνατον να επιστρέψη, αφού μια για πάντα είχεν υποδουλωθή πλήρως στην αμαρτία και την είχε συζευχθή με την προαίρεσί του. Γι’ αυτό ακριβώς ο υπεράγαθος Δεσπότης, αναλαμβάνει την φύσι μας, επειδή είδεν ότι είχεν εξασθενήσει.

Βλέποντας δηλαδή τον άνθρωπο να απειθή στις εντολές και τα σωτήρια προστάγματα, τί λέγει; Πρέπει να παιδαγωγήση με έργα αυτόν που ευρίσκεται σε άγνοια. Πρέπει να τον χειραγωγήση στις αρετές, ώστε να τις συνηθίση και να τις επιτελή μόνος του. Πρέπει να γίνω ορατός και έτσι να θεραπεύσω τον ασθενή. Πρέπει να επαναφέρω κοντά μου το πλανώμενον πρόβατον και να το οδηγήσω προς την αρχικήν του διαμονή στον Παράδεισο. Πώς όμως θα τον επιστρέψω αν δεν με ιδή; Πώς θα οδηγήσω αυτό που δεν παρακολουθεί τα βήματά μου;

Γι’ αυτό έγινεν άνθρωπος, για να διδάξη εμπράκτως με αυτά που έπραξε και έπαθε αυτόν που το αγνοούσε, με ποίον τρόπον να εργάζεται την αρετήν΄ ώστε βλέποντάς τον να κατεβαίνη κατ’ οικονομίαν προς χάριν μας από τις πατρικές αγκάλες στην γη, να έλθωμε και εμείς με την προαίρεσί μας από την μητέρα μας γη προς αυτόν΄ εφανέρωσε έτσι τον υπερβολικόν πλούτον της προς εμάς αγάπης του. Διότι κανείς δεν ημπορεί να δείξη μεγαλυτέραν αγάπην από αυτόν που θυσιάζει «την ψυχήν του υπέρ των φίλων αυτού». Πώς όμως θα δείξη την αγάπη του, αυτός που δεν έχει ψυχή; Γι’ αυτό αναλαμβάνει σάρκα, για να «οφθή επί γης και τοις ανθρώποις συναναστραφή». Γι’ αυτό αναλαμβάνει ψυχή, για να την θυσιάση υπέρ των φίλων του. Και φίλους εννοώ όχι αυτούς που τον αγαπούν, αλλά αυτούς που εκείνος ποθεί. Διότι εμείς τον εμισήσαμε, τον απαρνηθήκαμε και γίναμε δούλοι σε άλλον. Αυτός όμως έμεινε σταθερός, έχοντας αμετάβλητον την προς ημάς αγάπην του. Γι’ αυτό και έτρεξε κοντά μας. Ήλθε σ’ αυτούς που τον εμισούσαν. Κατεδίωξε αυτούς που απεμακρύνοντο, και όταν τους έφθασε δεν τους ήλεγξε με σκληρότητα, δεν τους επανέφερε κοντά του με μαστίγιον, αλλά έπραξε σαν ένας άριστος ιατρός που ενώ υβρίζεται, εμπτύεται και ραπίζεται από κάποιον μανιακόν, του προσφέρει τις θεραπευτικές του υπηρεσίες. Προσέφερε στην φύσι της ανθρωπότητος την πλέον αποτελεσματικήν θεραπεία, το δραστικώτερον και παντοδύναμον φάρμακο, την ιδία την θεότητά του. Αυτή ανέδειξε το ασθενικόν μας σαρκίον δυνατώτερον από τις αόρατες δυνάμεις. Όπως δηλαδή ο σίδηρος είναι απλησίαστος όταν ενωθή με την φωτιάν, έτσι και το χόρτο της ιδικής μας φύσεως επειδή ηνώθη με το πυρ της θεότητος έγινε απλησίαστον από τον διάβολο. Και επειδή «τα εναντία των εναντίων ιάματα», κάθε πάθος δηλαδή θεραπεύεται με το αντίθετό του, καθώς λέγουν οι μαθηταί των ιατρών, καταβάλλει και ο Θεός «τα ενάντια δια των εναντίων»: Την ηδονή με τις οδύνες, την υπερηφάνεια με την ταπείνωσι. Διότι όχι μόνον εταπείνωσε τον εαυτό του με το να γίνη άνθρωπος ενώ κατείχε τον πλούτον της Θεότητος, αλλά και ως άνθρωπος έζησε με ταπείνωσι.

Πράγματι: ποίος από τους ανθρώπους υπήρξε τόσον ταπεινός; Διότι «ούκ έχει πού τήν κεφαλήν κλίναι». Δεν είχεν υποζύγιον, ούτε δεύτερον υποκάμισον, ούτε άλλον χιτώνα. «Λοιδορούμενος ούκ αντελοιδόρει, πάσχων ούκ ηπείλει». «Ως αρνίον άκακον ήγετο (ωδηγείτο) του θύεσθαι, ούκ ερίζων, ουδέ κραυγάζων»΄ τον ερράπιζαν και έδιδε προθύμως την σιαγόνα σ’ αυτόν που τον εκτυπούσε΄ «ούκ απέστρεφε το πρόσωπόν του από αισχύνης εμπτυσμάτων». Ενώ τον αποκαλούσαν Σαμαρείτη και δαιμονισμένον και τον κατεδίωκαν, αυτός τα υπέμενε, ώστε να ακολουθήσωμε κι εμείς τα βήματά του. Όλα αυτά τα επιτελούσε με την ευδοκίαν τού Πατρός. Επειδή δηλαδή είναι Υιός ιδικός του μονογενής και ομοούσιος, μας εγνώρισε την αγάπην του Πατρός. Διότι τόσον πολύ μας ηγάπησεν ο Θεός και Πατήρ, ώστε έδωσε τον μονογενή Υιόν του ως λύτρον υπέρ ημών. Ω αγάπη ανυπέρβλητος! Τον Υιόν του τον μονογενή έδωσε, τον συμβασιλέα του, προς χάριν δούλων παρηκόων, προς χάριν των εχθρών που τον εβλασφημούσαν, ελάτρευαν τον νοητόν εχθρό και αυτόν ανεκήρυτταν Θεόν. Ω βάθος πλούτου της αγαθότητος του Θεού! Δεν προέβαλε αντίστασιν όμως ο μονογενής Υιός, δεν ηθέτησε την πατρικήν βουλή. Διότι αυτός ο ίδιος ήταν η βουλή και η θέλησις του Πατρός. Γι’ αυτό λοιπόν, επειδή ήταν κοινωνός και μέτοχος της φύσεως εκείνου (μία είναι η φύσις του Πατρός και του Υιού), υπηρετεί το θέλημα του Πατρός σαν ιδικό του και γίνεται άνθρωπος, και γίνεται υπήκοος στον Πατέρα μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, θεραπεύοντας έτσι την ιδική μας παρακοήν. Επείγεται λοιπόν προς το Πάθος και βιάζεται να πιή το ποτήριον του θανάτου, το σωτήριον για όλον τον κόσμο. Έρχεται πεινασμένος για την σωτηρίαν της ανθρωπίνης φύσεως και δεν ευρίσκει σ’ αυτήν καρπόν΄ διότι αυτήν υποδηλώνει παραβολικώς το δένδρον της συκής… Σ’ αυτήν την συκήν, την φύσι της ανθρωπότητος, ήλθεν ο Σωτήρ οδηγούμενος από την πείνα του΄ και ζητούσε από αυτήν τον γλυκύτατον καρπόν, δηλαδή την γλυκυτάτη για τον Θεόν αρετήν, που είναι η προϋπόθεσις της σωτηρίας. Δεν ευρήκε όμως καρπόν, αλλά μόνον φύλλα, την τραχυτάτην και μοχθηροτάτην αμαρτίαν και τα κακά που φυτρώνουν από αυτήν. Γι’ αυτό την επιτιμά λέγοντας «ούκ έτι εκ σου καρπός ελεύσεται». Διότι η σωτηρία δεν θα προέλθη από άνθρωπον, ούτε η αρετή προέρχεται από ανθρωπίνην δύναμι. Εγώ θα πραγματοποιήσω την σωτηρίαν, χαρίζοντας δια του πάθους μου την ανάστασι΄ σας απαλλάσω δωρεάν από την τόσο σκληρά ζωήν. Πράγμα που βεβαίως έκαμε.

Έπειτα, ολοκληρώνοντας εμπράκτως την παραβολήν, εισέρχεται στον ναόν, επισκεπτόμενος τον πατρικόν οίκον, και ευρίσκει εκεί τους κακούς γεωργούς, τους αρχιερείς, οι οποίοι εκάθισαν μεν στον θρόνον του Μωϋσέως, απεδείχθησαν όμως λύκοι με ένδυμα προβάτου΄ αυτοί ομοιάζουν με την άκαρπον συκήν, επειδή δεν έχουν τον γλυκύτατον καρπόν, αλλά μόνο την τραχύτητα των φύλλων. Πρόσεχε λοιπόν την τραχύτητα της γλώσσης τους: «Εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; Και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην»; Βλέπεις ακαρπίαν ψυχής και απιστίας; Αντί να ειπούν «εύγε, διδάσκαλε αγαθέ, που ανέστησες τον Λάζαρο νεκρόν τετραήμερον, που εδίδαξες τους χωλούς να βαδίζουν σωστά, που εδώρησες στους τυφλούς την δύναμη της οράσεως, που εθεράπευσες τους παραλυτικούς και μας απήλλαξες από όλες τις ασθένειες, που εξεδίωξες τους δαίμονες, που διδάσκεις την οδό τής σωτηρίας, αυτοί λέγουν «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς;» Ω αχάριστοι! Και αν σας ειπή θα πιστεύσετε; Αφού στον Ιωάννην, προς τον οποίον ετρέχατε σαν ρεύμα ποταμού και εξομολογούμενοι τις αμαρτίες σας εθεωρούσατε ότι ελαμβάνατε το βάπτισμα, δεν επιστεύσατε, θα πιστεύσετε τώρα αν σας ειπώ εγώ;

Ω γενεά πονηρά και άπιστος! Σεις είσθε οι πονηροί γεωργοί, οι οποίοι κατατρώγετε τον αμπελώνα του Κυρίου Σαβαώθ. Ποίον από τους Προφήτες δεν εφονεύσατε; Σας έστειλεν ο Πατήρ τους δούλους μου τους Προφήτες, για να σας ζητήσουν τον καρπόν του αμπελώνος. Εξερρίζωσα τον αμπελώνα μου από την Αίγυπτο, χρησιμοποιώντας τον Μωϋσή, και τον εφύτευσα σε γόνιμον γην, αφού εξέβαλα τα έθνη που την εκατοικούσαν και σας την εκληροδότησα, συμφώνως με τους κανόνες της κληροδοσίας. Εφύτευσα τις ρίζες του με τον νόμο και τον λόγο των Προφητών και γέμισε όλη την γη΄ τα κλήματά του έφθασαν έως την θάλασσαν και οι παραφυάδες του κατέλαβαν τους ποταμούς των εθνών. Εσείς όμως κατηδαφίσατε τον φράκτη του, την βοήθεια του νόμου, και τώρα τον τριγούν οι δαίμονες που βαδίζουν στην οδό της ζωής, αφού τον ευρίσκουν αφύλακτον΄ ο ληστής, ο αγροιόχοιρος του δάσους τον ελεηλάτησε και τον κατέφαγε το άγριο μοναχικό θηρίο.

Αυτού του καλού αμπελώνος που είχα φυτεύσει, του καρποφόρου και αληθινού, σας εζητήθη ο καρπός από τους δούλους μου, τους Προφήτες, και σεις άλλον τον ερραπίσατε, άλλον τον κατεδικάσατε σε λάκκο γεμάτο βούρκο, και άλλον τον ελιθοβολήσατε. Ιδού λοιπόν, ήλθα εγώ ο Ίδιος ο Υιός και κληρονόμος: σεβασθήτε την ιδιότητα του Υιού, εντραπήτε το αξίωμά μου, το ότι έχω μίαν και την αυτήν φύσι με τον Πατέρα. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» και όμως κατήλθα κοντά σας. Ευσπλαγχνίζομαι τον αμπελώνα μου. Αν και κατέβηκα στη γην, ωστόσο παραμένω στην αυλή του Πατρός μου. Αποδώσετέ μου τον καρπόν του αμπελώνος μου. Αλλά όντως, εσείς σαν κακοί γεωργοί θα ολοκληρώσετε το έργο των πατέρων σας. Εκείνοι έγιναν προφητοκτόνοι, σεις θα γίνετε θεοκτόνοι. Διότι στην κακίαν είσθε γενναιόδωροι. Εγώ είμαι ο κληρονόμος, ο λίθος ο ακρωγωνιαίος΄ αν και σεις θα με απορρίψετε, θα συντριβήτε, ενώ εγώ θα συνενώσω τους δύο λαούς, τα διεστώτα, τα επίγεια με τα επουράνια. Με εμένα οι άγγελοι και οι άνθρωποι θα γίνουν μία Εκκλησία, και ενώ είσθε εχθροί με τον Πατέρα μου, θα συμφιλιωθήτε μαζί του. Θα σας ειρηνεύσω και θα κάμω σπονδές ειρήνης το αίμα μου, που θα χυθή για την σωτηρίαν του κόσμου.

Ενώ υπαινίσσετο αυτά με παραβολές, δεν τους έπειθε. Διότι προετίμησαν να κλείσουν τους οφθαλμούς τους, ώστε να μη βλέπουν και τα ώτα τους, ώστε να μην ακούν. Γι’ αυτό δεν ανέτειλε γι’ αυτούς το φως του Ευαγγελίου. Ω παράλογος πώρωσις των ανιέρων ιερέων! Οι ίδιοι κατεδίκαζαν τους εαυτούς των, μη γνωρίζοντας τι λέγουν. Πράγματι οι ίδιοι υπέγραψαν την καταδίκη τους. Διότι όταν ηρωτήθησαν «τί ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις», χωρίς να το θέλουν απεκρίθησαν αληθώς: «Κακούς, κακώς απολέσει αυτούς». Είναι όντως δίκαιον να πάσχη όποιος έγινε κακός με την ιδική του προαίρεσι. «Τον δε αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσι τον καρπόν εν καιρώ». Ως ιερείς που ήσαν και είχαν το αξίωμα της ιερωσύνης, προφητεύουν και χωρίς να γνωρίζουν τα αληθινά. Πράγματι ο αμπελώνας, ο λαός του Κυρίου, παρεχωρήθη στους γεωργούς εκείνους, οι οποίοι απέδωσαν στον Δεσπότην άφθονον και πλούσιον καρπόν. «Εις γαρ πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών, και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών». «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων τα αγαθά». Αυτοί επήγαιναν ως πρόβατα μεταξύ των λύκων και μετέβαλαν τους λύκους σε πρόβατα΄ τους εθνικούς δηλαδή οι οποίοι στην αρχή τους κατεδίωκαν, τους μετέτρεψαν σε πρόβατα Χριστού και εδημιούργησαν «τω Κυρίω λαόν περιούσιον (εκλεκτόν), ζηλωτήν καλών έργων».

Ελάτε λοιπόν, αδελφοί, όσοι ελάβαμε το όνομα της πίστεως, όσοι έχουμε αξιωθή να ονομαζώμεθα λαός του Χριστού, ας μην αθετήσωμε την κλήσι μας, ας μη καταρυπώσωμε την πίστι με άτοπα έργα. Δεν αρκεί μόνο να ονομαζώμεθα πιστοί, αλλά ας δείξωμε την πίστι μας με έργα. Ένας πατέρας είχε, λέγει, δύο υιούς, και είπε στον ένα «πορεύου, εργάζου εις τον αμπελώνα» και εκείνος υπεσχέθη μεν, αλλά δεν εξεπλήρωσε την υπόσχεσι. Έπειτα λέγει και προς τον άλλον το ίδιο. Εκείνος ηρνήθη μεν με τα λόγια, εξετέλεσε όμως την προσταγή. Και έτσι ο μεν πρώτος κατηγορείτε, ενώ ο δεύτερος επαινείται. Και εμείς λοιπόν ας ενθυμηθούμε ποίον αποτασσόμεθα και με ποίον συντασσόμεθα στο βάπτισμα. Αποταχθήκαμε τον διάβολον και τους αγγέλους αυτού και κάθε τρόπον προσκυνήσεώς του΄ ας τηρήσωμε την αποταγήν αυτήν, ας μη επιστρέψωμεν όπως ο σκύλος στον εμετόν μας. Έργα του διαβόλου είναι: μοιχείες, πορνείες, ακαθαρσίες, φθόνοι, έριδες, φιλονεικίες, υποκρίσεις, υποκρισίες, καταλαλιές, ειρωνείες, θυμοί, μνησικακίες, κατακρίσεις, βλασφημίες, επωδές, επιλαλιές. Τα σημάδια της απιστίας είναι: ασπλαγχνίες, προσκολλήσεις στα κτίσματα, φιληδονίες, φιλαργυρίες, διασκεδάσεις και μέθες. Η πομπή του διαβόλου είναι: υπερηφάνειες, κενοδοξίες, η οίησις, έπαρσις, αλαζονεία, επίδειξις, ο καλλωπισμός του σώματος. Αφού αρνηθούμε κάθε σχέσι με όλα αυτά, σύμφώνα με την υπόσχεσι που εδώσαμε στον Χριστόν, ας ποθήσωμε τις αντίθετες προς αυτά αρετές΄ την αγνείαν, την σωφροσύνην, την πτωχείαν, την υπομονήν, την ειρήνην, την αγάπην, την συμπάθειαν, την ελεημοσύνην, την προσφορά σ’ αυτούς που έχουν ανάγκην, την σεμνήν εμφάνισι, την συστολή και το κόσμιον βάδισμα, τον αληθινόν λόγον, την ταπείνωσι και επάνω απ’ όλα τον ονειδισμόν του Χριστού, ώστε γινόμενοι κοινωνοί των παθημάτων του, να συμμετάσχωμε και στην δόξαν του, προσφερόμενοι στον Θεόν και Πατέρα θυσία ζωντανή και άμωμο, στην Εκκλησίαν των πρωτοτόκων, όπου είναι η κατοικία των ευφραινομένων.

Θα στρέψω τώρα προς εσένα τον λόγον μου, νύμφη του Χριστού ψυχή, που σε έχει από παλαιά ποθήσει ο Χριστός: πόθησε αξίως αυτόν που σε επόθησε΄ άνοιξε διάπλατα σ’ αυτόν τα βάθη της καρδίας σου για να κατοικήση μέσα σου ο Χριστός, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Απομάκρυνε από αυτήν ο,τιδήποτε χοϊκόν και γήϊνο για να εύρη χώρον ο Θεός να έλθη μέσα της. Διότι ένας οίκος δεν ημπορεί να υποδεχθή συγχρώνως χώμα και πνοή του αέρος. Όσον χώμα βάζεις μέσα, τόσον αέρα απομακρύνεις΄ και όσον επιτρέπεις στα γήϊνα να κατοικήσουν στην καρδιά σου, τόσον εκδιώκεις το Πνεύμα το Αγιον. Από πού προέρχονται οι πορνείες; από πού οι μοιχείες; από πού οι έριδες, οι φιλονεικίες, οι φθόνοι, οι φόνοι και όλο το πλήθος των κακών; όχι από την επιθυμίαν των γηΐνων; Απομάκρυνε εντελώς την κενοδοξίαν, την μητέρα της απιστίας. Ο Χριστός λέγει «ου δύνασθε πιστεύειν εις εμέ, δόξαν παρά ανθρώπων λαμβάνοντες». Εξόρισε από την καρδιά σου κάθε οίησιν, υπερηφάνειαν, έπαρσιν. Διότι «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας υψηλοκάρδιος». «Υπερηφάνοις αντιτάσσεται Κύριος, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Απαρνήσου κάθε αυθάδειαν και αυταρέσκειαν για να υποτάσσεσαι στον νόμον του Θεού, και αυτός θα σε οδηγήση στον λιμένα του θελήματός του. Μη βάλης άλλον νυμφίον στον νυμφικόν θάλαμον της καρδίας σου. Διότι ο νυμφίος σου Χριστός, αν εύρη μέσα κάποιον άλλον, τον ζηλεύει, ο γλυκύτατος, ο μόνος ποθητός, που είναι όλος γλυκασμός, όλος επιθυμία. Μόνον σ’ αυτόν άνοιξε την καρδία σου και βόησέ του: «τετρωμένης καρδίας ειμι εγώ», με εξέβαλε ο πόθος σου από τα λογικά μου, Δέσποτα. Είμαι αιχμάλωτος στον έρωτά σου. Είσελθε στον θάλαμόν σου΄ θα φιλήσω τα ίχνη των ποδών σου. Διότι δεν είμαι άξιος να ειπώ «φίλησόν με από φιλημάτων στόματός σου». Κατοίκησε και περιπάτησε μέσα μου, σύμφωνα με την αψευδή σου επαγγελίαν και κάνε με ναόν του Παναγίου Πνεύματος. Κατακυρίευσε την καρδία μου, Δέσποτα, γίνε συ ο μοναδικός κληρονόμος της και «μονήν παρ’ εμοί ποίησαι, άμα συν τω Πατρί και τω Πνεύματι». Πλάτυνε το μερίδιόν σου μέσα μου, τις ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος. «Συ γαρ Θεός μου και δοξάζω σε, συν τω ανάρχω σου Πατρί, άμα τω αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν .

8ος αιών- ΕΠΕ Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, τομ. 9, σελ. 59. Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον». Σελ. 257 – 264. Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Μερκούρη

Πηγή: alopsis.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες