Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiWHvlScoNUdF5Tjg_sulcFcciFCFi-dVmBE3NfzJO4U9uuttJJAZyhaxxb0V9pDfvzhT_9mSUtgpFcA-tyLyY3GwHiSsW3IB27lqIU_Se7K7CUuz7v1-Wd95rf-d7W5RH7AaY1ahBnbow/s640/result5.jpg
 
Ὁ Πρόλογος καί ὁ Ἐπίλογος εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων»
Ἁγίου Ιουστίνου της μονής Τσέλιε (Πόποβιτς)


Πρό τῆς ελεύσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἰς τόν ἐπίγειόν κόσμον μας, ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἠξεύραμεν μόνον τόν θάνατον.καί ὁ θάνατος ἡμᾶς. Κάθε τί τό ἀνθρώπινον ἦτο διαπεποτισμένον μέ τόν θάνατον, αἰχμαλωτισμένον καί κατανικημένον ἀπ᾽ αὐτόν. Ὁ θάνατος μᾶς ἦτο πλησιέστερος καί ἀπό τόν ἑαυτόν μας καί περισσότερον πραγματικός ἀπό ἡμᾶς τούς ἰδίους. δυνατώτερος, ἀσυγκρίτως δυνατώτερος, ἀπό κάθε ἄνθρωπον χωριστά καί ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους μαζί. Ἡ γῆ ἦτο μία φρικαλέα φυλακή τοῦ θανάτου καί ἡμεῖς ἀνίσχυροι δέσμιοι καί δοῦλοι του (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14-15). Μόνον μέ τήν ἔλευσιν τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ «ἡ ζωή ἐφανερώθη». ἐφανερώθη «ἡ ζωή ἡ αἰώνιος» εἰς τούς ἀπηλπισμένους θνητούς, τούς ἀθλίους δούλους τοῦ θανάτου, ἡμᾶς (πρβλ. 1 Ἰωάνν. 1, 2). Αὐτήν τήν «ζωήν αἰώνιον» «ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν». αὐτήν ἡμεῖς οἱ χριστιανοί «μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν» πρός πάντας (1 Ἰωάνν. 1, 1-2). Διότι ζῶντες ἐν κοινωνίᾳ μέ τόν Σωτῆρα Χριστόν, ζῶμεν ἤδη ἐδῶ εἰς τήν γῆν τήν αἰωνίαν ζωήν (πρβλ. 1 Ἰωάνν. 1, 3). Ἀπό προσωπικήν μας ἐμπειρίαν τό γνωρίζομεν: Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι «ὁ ἀληθινός Θεός καί ζωή αἰώνιος». Διά τοῦτο καί ἦλθεν Αὐτός εἰς τόν κόσμον: διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἀληθινόν Θεόν καί ἐν Αὐτῷ τήν αἰωνίαν ζωήν (1 Ἰωάνν. 5, 11).

Εἰς τοῦτο καί μόνον ἔγκειται ἡ ἀληθινή, ἡ πραγματική φιλανθρωπία: «ὅτι τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ Αὐτοῦ» (1 Ἰωάνν. 4, 9) καί ἐν Αὐτῷ τήν αἰωνίαν ζωήν. Δι᾽ αὐτό «ὁ ἔχων τόν Υἱόν ἔχει τήν ζωήν. ὁ μή ἔχων τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τήν ζωήν οὐκ ἔχει» (1 Ἰωάνν. 5, 12), ἀλλ᾽ εὑρίσκεται ὅλος ἐν τῷ θανάτῳ. Ἡ μόνη ἀληθινή ζωή μας, εἶναι ἡ ζωή ἐν τῷ μόνῳ ἀληθινῷ Θεῷ καί Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ, ἐπειδή εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου αἰωνία καί ἰσχυροτέρα τοῦ θανάτου. Διότι, πῶς δύναται νά ὀνομασθῆ ζωή ἐκείνη, πού εἶναι μολυσμένη ἀπό τόν θάνατον καί τελειώνει εἰς τόν θάνατον; Ὅπως τό μέλι, ὅταν ἀναμιχθῆ μέ τό δηλητήριον δέν εἶναι πλέον μέλι, διότι μεταβάλλεται ὅλον εἰς δηλητήριον, ἔτσι καί ἡ ζωή, ἡ ὁποία τελειώνει μέ τόν θάνατον, δέν εἶναι πλέον ζωή.

Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ δέν ἔχει ὅρια καί τέλος. Διότι, διά νά ἀποκτήσωμεν ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι τήν αἰωνίαν ζωήν, τήν ἐν Αὐτῷ καί νά τήν ζήσωμεν, δέν μᾶς ζητεῖται οὔτε μόρφωσις, οὔτε δόξα, οὔτε πλοῦτος, οὔτε τίποτε ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἠμπορεῖ κάποιος ἀπό ἡμᾶς νά μή ἔχη, ἀλλ᾽ ἀπαιτεῖται ἐκεῖνο μόνον, τό ὁποῖον δύναται καθένας μας νά ἔχη: ἡ πίστις εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Διά τοῦτο Αὐτός – ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος – ἀνήγγειλε εἰς τό ἀνθρώπινον γένος τό θαυμαστόν εὐαγγέλιον: «Οὕτω ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον… Ὁ πιστεύων εἰς τόν Υἱόν ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάνν. 3, 16, 36). Ἀπό ὁλόκληρον τό ἀνθρώπινον γένος, μόνος ὁ Χριστός, ὡς μόνος ἀληθινός Θεός, πού δίδει εἰς τόν ἄνθρωπον ἐκεῖνο τό ὁποῖον κανείς ἐκ τῶν ἀγγέλων ἤ τῶν ἀνθρώπων δέν δύναται νά δώσῃ, Αὐτός μόνος εἶχε τήν ἐξουσίαν καί τό κῦρος νά δηλώσῃ: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάνν. 6, 47) καί «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» (Ἰωάνν. 5, 24) ἀκόμη καί εἰς αὐτήν τήν ζωήν.

Ἡ πίστις εἰς τόν Χριστόν «ἑνώνει τόν ἄνθρωπον μέ τόν αἰώνιον Κύριον, ὁ Ὁποῖος κατά τό μέτρον τῆς πίστεως τοῦ ἀνθρώπου πληροῖ τήν ψυχήν του μέ τήν αἰωνίαν ζωήν καί τότε αἰσθάνεται καί κατανοεῖ τόν ἑαυτόν του ὡς αἰώνιον. Αὐτό γίνεται τόσον περισσότερον, ὅσον ὁ ἄνθρωπος ζῆ κατ᾽ αὐτήν τήν πίστιν, ἡ ὁποία ἁγιάζει βαθμηδόν τήν ψυχήν του, τήν καρδίαν του, τήν συνείδησίν του, ὅλον τό εἶναι του μέ τάς θείας ἐνεργείας τῆς χάριτος. Ἀνάλογα πρός τήν πίστιν τοῦ ἀνθρώπου αὐξάνει καί ὁ ἁγιασμός τῆς φύσεώς του. καθώς γίνεται ἁγιώτερος ὁ ἄνθρωπος, ἀποκτᾶ ὁλονέν καί περισσότερον δυνατήν, περισσότερον ζωντανήν αἴσθησιν τῆς προσωπικῆς του ἀθανασίας. ἀποκτᾶ ἐπίγνωσιν τῆς ἰδικῆς του καί τῆς τῶν πάντων αἰωνιότητος. Πράγματι, ἡ ἀληθινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει μέ τήν πίστιν του εἰς τόν Χριστόν, ἡ ὁποία πίστις παραδίδει εἰς τόν Κύριον ὅλην τήν ψυχήν, ὅλην τήν καρδίαν, ὅλον τόν νοῦν, ὅλην τήν δύναμίν του, – Αὐτός δέ ἁγιάζει, μεταμορφώνει καί θεώνει ὅλα αὐτά βαθμιαίως. Δι᾽ αὐτοῦ τοῦ ἁγιασμοῦ, τῆς μεταμορφώσεως καί θεώσεως, διαχέει ὁ Κύριος εἰς τόν ἄνθρωπον τάς θείας ἐνεργείας τῆς χάριτος, αἱ ὁποῖαι τοῦ δίδουν τήν παντοδύναμον αἴσθησιν καί ἐπίγνωσιν τῆς προσωπικῆς του ἀθανασίας καί αἰωνιότητος. Πραγματικῶς: Ἡ ζωή μας εἶναι τόσον ζωή, ὅσον εἶναι ζωή ἐν Χριστῷ. Πόσον δέ εἶναι ἐν τῷ Χριστῷ; Αὐτό φανερώνεται ἀπό τήν ἁγιότητά της. ὅσον περισσότερον ἁγία ἡ ζωή, τόσον περισσότερον ἀθάνατος καί αἰωνία.

Τό ἀντίθετον πρός αὐτό συμβαίνει μέ τόν θάνατον. Τί εἶναι ὁ θάνατος; Θάνατος εἶναι ἡ «ἀποτελεσθεῖσα» ἁμαρτία (Ἰακ. 1, 15). ἡ «ἀποτελεσθεῖσα» ἁμαρτία εἶναι ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεόν, εἰς τόν Ὁποῖον καί μόνον εὑρίσκεται ἡ ζωή καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς. Εὐαγγελική, θεία ἀλήθεια εἶναι: Ἡ ἁγιότης εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἁμαρτωλότης θάνατος. ἡ εὐσέβεια εἶναι ζωή, ἡ ἀσέβεια θάνατος. ἡ πίστις εἶναι ζωή, ἡ ἀπιστία θάνατος. ὁ Θεός εἶναι ζωή, ὁ διάβολος εἶναι θάνατος. Ὁ θάνατος εἶναι χωρισμός ἀπό τόν Θεόν, ἡ δέ ζωή ἐπιστροφή πρός τόν Θεόν καί ζωή ἐν τῷ Θεῷ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἡ πίστις: ἡ ἀναζωοποίησις τῆς ψυχῆς ἀπό τήν νέκραν, ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάστασις τῆς ψυχῆς: «νεκρός ἦν, καί ἀνέζησε» (Λουκ. 15, 24). Αὐτήν τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν τῆς ψυχῆς, τήν ἔζησεν ὁ ἄνθρωπος διά πρώτην φοράν μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν. καί τήν ζῇ διαρκῶς εἰς τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν Του, διότι ὁ Θεάνθρωπος ὅλος εὑρίσκεται εἰς αὐτήν, μεταδίδων Ἑαυτόν εἰς ὅλους τούς πιστούς διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν. Ὅπου εἶναι Αὐτός, ἐκεῖ πλέον δέν ὑπάρχει θάνατος, ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἐκεῖ ζῇ ἤδη τήν αἰωνίαν ζωήν. Μέ τήν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ ἡμεῖς «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν»1.

Ἡ ἀληθινή ζωή ἐπί τῆς γῆς ἀρχίζει ἀκριβῶς ἀπό τήν ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος, διότι εἶναι ζωή πού δέν τελειώνει μέ τόν θάνατον. Ἄνευ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρωπίνη ζωή δέν εἶναι ἄλλο παρά ἕνα ἀργόν ψυχομάχημα, πού καταλήγει ἀναπόφευκτα εἰς τόν θάνατον. Ἀλλά ἀληθινή ζωή εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δέν τελειώνει μέ τόν θάνατον. Καί μία τοιαύτη ζωή ἔγινε δυνατότης ἐπάνω εἰς τήν γῆν, μόνον διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ ζωή εἶναι ἀληθινή ζωή μόνον ἐν τῷ Θεῷ. Διότι αὐτή εἶναι ἁγία ζωή καί ὡς ἐκ τούτου ἀθάνατος ζωή. Ὅπως μέσα εἰς τήν ἁμαρτίαν εὑρίσκεται ὁ θάνατος, οὕτω καί εἰς τήν ἁγιότητα ἡ ἀθανασία. Μόνον διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ὁ ἄνθρωπος ζῇ τό περισσότερον ἀποφασιστικόν θαῦμα τῆς ὑπάρξεώς του: τήν μετάβασιν ἀπό τόν θάνατον εἰς τήν ἀθανασίαν, ἀπό τό πεπερασμένον εἰς τήν αἰωνιότητα, ἀπό τόν ᾅδην εἰς τόν παράδεισον. Μόνον τότε εὑρίσκει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτόν του, τόν ἀληθινόν, τόν αἰώνιον ἑαυτόν του: «ἀπολωλώς ἦν, καί εὑρέθη», διότι – «νεκρός ἦν, καί ἀνέζησε» (Λουκ. 15, 24).

Τί εἶναι οἱ χριστιανοί; Οἱ χριστιανοί εἶναι χριστοφόροι, καί ἑπομένως φορεῖς καί κάτοχοι τῆς αἰωνίου ζωῆς. τοῦτο δέ κατά τό μέτρον τῆς πίστεώς των καί κατά τό μέτρον τῆς ἁγιότητός των, ἡ ὁποία εἶναι καρπός τῆς πίστεως. Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ περισσότερον τέλειοι χριστιανοί, διότι ἔχουν ἁγιασθῆ εἰς τόν μέγιστον, κατά τό δυνατόν, βαθμόν διά τῆς ἀσκήσεως τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα καί αἰωνίως ζῶντα Κύριον Ἰησοῦν. Πράγματι, αὐτοί εἶναι οἱ μοναδικοί καί ἀληθινοί ἀθάνατοι μέσα εἰς τό ἀνθρώπινον γένος, διότι μέ ὅλον τό εἶναι των ζοῦν ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν, καί οὐδείς θάνατος ἔχει ἐξουσίαν ἐπάνω των. Ἡ ζωή των ὁλόκληρος εἶναι ἐκ τοῦ Χριστοῦ, καί δι᾽ αὐτό ὅλη εἶναι χριστο-ζωή. ἡ σκέψις των εἶναι χριστο-σκέψις. ἡ αἴσθησίς των χριστο-αἴσθησις. Ὅ,τι εἶναι ἰδικόν των εἶναι πρῶτα τοῦ Χριστοῦ καί κατόπιν ἰδικόν των. Ἄν εἶναι ἡ ψυχή, αὐτή εἶναι πρῶτα τοῦ Χριστοῦ καί μετά ἰδική των. Εἰς αὐτούς δέν εἶναι αὐτοί, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός Κύριος2.

Δι᾽ αὐτό οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων δέν εἶναι ἄλλο, παρά ἡ ζωή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἡ ἐπαναλαμβανομένη εἰς κάθε ἅγιον, ὀλίγον ἤ πολύ, κατά τοῦτον ἤ ἐκεῖνον τόν τρόπον. Ἤ ἀκριβέστερον, εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ παρατεινομένη διά τῶν ἁγίων. ἡ ζωή τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος δι᾽ αὐτό καί ἔγινεν ἄνθρωπος, διά νά μᾶς δώσῃ καί μεταδώσῃ («παραδώσῃ») ὡς ἄνθρωπος τήν θείαν ζωήν Του. διά νά ἁγιάσῃ καί ἀπαθανατίσῃ καί αἰωνοποιήσῃ μέ τήν ζωήν Του ὡς Θεός, τήν ἰδικήν μας ἀνθρωπίνην ζωήν ἐπί τῆς γῆς. «Ὅ τε γάρ ἁγιάζων καί οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνός πάντες» (Ἑβρ. 2, 11). Ὅλα αὐτά τά κατέστησε δυνατά καί πραγματοποιήσιμα διά τόν ἀνθρώπινον κόσμον ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἀπό τότε πού ἔγινεν ἀνθρωπος καί «κεκοινώνηκε σαρκός καί αἵματος», δηλαδή ἔγινε κοινωνός τῆς ἀνθρωπίνης μας φύσεως καί τοιουτοτρόπως ἀδελφός τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφός κατά σάρκα καί αἷμα (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14, 17). Γενόμενος ἄνθρωπος ἀλλά παραμένων Θεός, ὁ Θεάνθρωπος ἔζη τήν ἁγίαν, ἀναμάρτητον, θεανθρωπίνην ζωήν ἐπί τῆς γῆς καί διά τῆς ζωῆς Του, τοῦ θανάτου Του καί τῆς ἀναστάσεώς Του, κατήργησε τόν διάβολον καί τό κράτος τοῦ θανάτου. Τοιουτοτρόπως ἔδωσε καί δίδει συνεχῶς εἰς ὅλους ὅσοι πιστεύουν εἰς Αὐτόν τάς ἐνεργείας τῆς χάριτος, διά νά καταργοῦν καί αὐτοί τόν διάβολον καί κάθε θάνατον καί κάθε πειρασμόν (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14, 15, 18). Αὐτή ἡ θεανδρική ζωή ὑπάρχει ὅλη εἰς τό θεανθρώπινον σῶμα τοῦ Χριστοῦ – τήν Ἐκκλησίαν – καί βιοῦται συνεχῶς ἀπό αὐτήν, καί ἀπό τό ἐπίγειον –ἐπουράνιον πλήρωμά της καί ἀπό τά ἐπί μέρους μέλη της, κατά τό μέτρον τῆς πίστεώς των. Ἡ ζωή τῶν ἁγίων εἶναι εἰς τήν πραγματικότητα αὐτή ἡ ζωή τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ὁποία διοχετεύεται εἰς τούς ἀκολουθοῦντας Αὐτόν καί βιοῦται ἀπό αὐτούς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του. Διότι, ἀκόμη καί τό κάθε τι αὐτῆς τῆς ζωῆς ἔρχεται πάντοτε ἐκ τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή Αὐτός εἶναι ἡ ζωή (Ἰωάνν. 14, 6. 1, 4), ζωή ἄπειρος καί ἀτελεύτητος καί αἰωνία, πού μέ τήν θείαν δύναμίν της ἀνιστᾷ ἀπό κάθε θάνατον καί νικᾷ ὅλους τούς θανάτους. Ὅπως ἀκριβῶς λέγει τό παναληθές Εὐαγγέλιον τοῦ Παναληθοῦς Κυρίου: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή» (Ἰωάνν. 11, 35). Ὁ θαυμαστός Κύριος, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὅλος «ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή», κατοικεῖ μέ ὅλον τό εἶναι Του, ὡς θεανθρωπίνη πραγματικότης, εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του. Δι᾽ αὐτό καί δέν ὑπάρχει τέλος εἰς τήν διάρκειαν τῆς πραγματικότητος αὐτῆς. Ἡ ζωή Του συνεχίζεται εἰς ὅλους τούς αἰῶνας. κάθε χριστιανός εἶναι σύσσωμος τοῦ Χριστοῦ (Ἐφ. 3, 6), καί δι᾽ αὐτό εἶναι χριστιανός διότι ζῇ τήν θεανθρωπίνην ζωήν αὐτοῦ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς ὀργανικόν κύτταρόν του.

Τί εἶναι ὁ χριστιανός; Ὁ χριστιανός εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ζῇ διά τοῦ Χριστοῦ καί ἐν τῷ Χριστῷ. Διά τοῦτο ἡ θεία ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ λέγει: «Περιπατεῖτε ἀξίως τοῦ Κυρίου» (Κολ. 1, 10), ζῆτε, δηλαδή, ἀξίως τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐσαρκώθη καί παρέμεινε ὡς Θεάνθρωπος ὅλος εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του, ἡ ὁποία δι᾽ Αὐτοῦ ζῇ καί ὑπάρχει αἰωνίως. Τότε ζῇ κανείς «ἀξίως τοῦ Θεοῦ», ὅταν ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Διά τοῦτο εἶναι αὐτονόητον νά ὑπάρχῃ καί ἡ ἑπομένη εὐαγγελική ἐντολή: «Ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε» (Φιλ. 1, 27).

Ἡ ζωή κατά τό Εὐαγγέλιον, ἡ ἁγία ζωή, ἡ θεία ζωή – αὐτή εἶναι ἡ φυσική καί κανονική ζωή διά τούς χριστιανούς. Διότι οἱ χριστιανοί κατά τήν κλῆσιν των εἶναι ἅγιοι. Αὐτή ἡ καλή ἀγγελία καί ἐντολή ἀκούεται μέσα ἀπό ὁλόκληρον τό Εὐαγγέλιον τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τό νά ἁγιασθῶμεν ὁλοτελεῖς, καί κατά τήν ψυχήν καί κατά τό σῶμα, αὐτή εἶναι ἡ κλῆσις μας (πρβλ. 1 Θεσ. 5, 22-23). Καί τοῦτο δέν ἀποτελεῖ θαῦμα, ἀλλά κανόνα, τόν κανόνα τῆς πίστεως, τήν φύσιν καί τήν λογικήν τῆς εὐαγγελικῆς πίστεως. Εἶναι πρόδηλος καί σαφής ἡ ἐντολή τοῦ θείου Εὐαγγελίου: «Κατά τόν καλέσαντα ὑμᾶς Ἅγιον καί αὐτοί ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε» (1 Πετρ. 1, 15). Τοῦτο δέ σημαίνει: Κατά τόν Χριστόν = τόν Ἅγιον, ὁ Ὁποῖος σαρκωθείς καί ἐνανθρωπήσας ἔδειξεν ἐν Ἑαυτῷ τήν ἀπολύτως ἁγίαν ζωήν, καί ὡς τοιοῦτος δίδει ἐντολήν εἰς τούς ἀνθρώπους: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (1 Πετρ. 1, 16). Αὐτός ἔχει τό δικαίωμα νά ἐντέλλεται αὐτά, διότι γενόμενος ἄνθρωπος, δίδει δι᾽ Ἑαυτοῦ ὡς Ἁγίου, πάσας τάς θείας δυνάμεις («ἐνεργείας») εἰς τούς ἀνθρώπους τάς ἀναγκαίας «πρός ζωήν καί εὐσέβειαν» εἰς αὐτόν τόν κόσμον (πρβλ. 2 Πετρ. 2, 3). Καί οἱ χριστιανοί, ἑνούμενοι πνευματικῶς καί κατά χάριν διά τῆς πίστεως μέ τόν Ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, λαμβάνουν ἀπό Αὐτόν αὐτάς τάς θείας δυνάμεις διά νά ζήσουν τήν ζωήν τήν ἁγίαν.

Ζῶντες ἐν Χριστῷ οἱ ἅγιοι κάνουν τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ, διότι δι᾽ Αὐτοῦ γίνονται ὄχι μόνον δυνατοί ἀλλά καί παντοδύναμοι: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. 4, 13). Κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον γίνεται πραγματικότης ὁ λόγος τῆς Αὐτοαληθείας, τοῦ Χριστοῦ, ὅτι οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν θά κάνουν ἔργα τά ἰδικά Του καί ἀκόμη μεγαλύτερα: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τά ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καί μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰωάνν. 14, 12). Καί ὄντως ἡ σκιά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου θεραπεύει τούς ἀρρώστους. ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος μέ τόν λόγον του μετακινεῖ τό ὄρος καί πάλιν τό σταματᾶ… Ὅταν ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος, τότε ἡ Θεία Ζωή ἔγινε καί τοῦ ἀνθρώπου ζωή. ἡ Θεία Δύναμις ἔγινε καί δύναμις τοῦ ἀνθρώπου. ἡ Θεία Ἀλήθεια καί τοῦ ἀνθρώπου ἀλήθεια καί ἡ Θεία Δικαιοσύνη καί τοῦ ἀνθρώπου δικαιοσύνη. ὅλα τά τοῦ Θεοῦ, ἔγιναν καί τοῦ ἀνθρώπου.

Τί εἶναι «Πράξεις τῶν ἁγίων Ἀποστόλων»; – Εἶναι τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα κάνουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μέ τήν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, ἤ μᾶλλον τά κάνουν διά τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ζῆ ἐν αὐτοῖς καί ἐνεργεῖ δι᾽ αὐτῶν. Καί ἡ ζωή τῶν ἁγίων Ἀποστόλων τί εἶναι; – Ἡ βιώσις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ζωή μεταδίδεται μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν, εἰς ὅλους τούς πιστούς ἀκολούθους Του καί συνεχίζεται ἐσαεί δι᾽ αὐτῶν μέσῳ τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν.

Οἱ δέ «Βίοι τῶν Ἁγίων» τί εἶναι; Τίποτε ἄλλο παρά ἕνα εἶδος συνεχίσεως τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων». Μέσα εἰς αὐτούς τούς «Βίους» συναντᾶ κανείς τό ἴδιον Εὐαγγέλιον, τήν ἰδίαν ζωήν, τήν ἰδίαν ἀλήθειαν, τήν ἰδίαν δικαιοσύνην, τήν ἰδίαν ἀγάπην, τήν ἰδίαν πίστιν, τήν ἰδίαν αἰωνιότητα, τήν ἰδίαν «δύναμιν ἐξ ὕψους», τόν ἴδιον Θεόν καί Κύριον. Διότι «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8): ὁ αὐτός δι᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, διαμοιράζων τά ἴδια χαρίσματα καί τάς ἰδίας θείας ἐνεργείας εἰς ὅλους τούς πιστεύοντας εἰς Αὐτόν. Αὐτή ἡ συνέχισις ὅλων τῶν θείων δυνάμεων καί ζωοποιῶν ἐνεργειῶν, τῶν παραμενουσῶν καί παρατεινομένων εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ διά μέσου τῶν αἰώνων καί ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τήν ζῶσαν Ἱεράν Παράδοσιν. Ἡ ἁγία αὐτή Παράδοσις συνεχίζεται ἀδιακόπως ὡς ζωή χαρισματική εἰς ὅλους τούς χριστιανούς, μέσα εἰς τούς ὁποίους διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν ζῆ ἐν χάριτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὅλος παρών εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του, οὕτως ὥστε νά εἶναι αὐτή τό πλήρωμά Του. «Τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου (Ἐφ. 1, 23). Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εἶναι τό ὑπερτέλειον πλήρωμα τῆς Θεότητος: «ὅτι ἐν Αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2, 9). Οἱ δέ χριστιανοί πρέπει, διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, νά πληρωθοῦν «εἰς πᾶν τό πλήρωμα τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 3, 19). Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἐμφανίζουν ἀκριβῶς αὐτά τά πρόσωπα, τά πεπληρωμένα διά Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πρόσωπα χριστοφόρα, ἅγια, εἰς τά ὁποῖα διαφυλάσσεται καί διά τῶν ὁποίων μεταδίδεται ἡ ἁγία παράδοσις αὐτῆς τῆς ἐν χάριτι ζωῆς. Διαφυλάσσεται καί μεταδίδεται διά τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας των. Διότι οἱ βίοι τῶν ἁγίων δέν εἶναι ἄλλο, παρά αἱ εὐαγγελικαί θεῖαι ἀλήθειαι μεταφερθεῖσαι εἰς τήν ἀνθρωπίνην ζωήν μας διά τῆς χάριτος καί τῶν ἀσκήσεων. Δέν ὑπάρχει εὐαγγελική ἀλήθεια, ἡ ὁποία νά μή ἠμπορῇ νά μεταβληθῇ εἰς ζωήν. Ὅλαι αἱ ἀλήθειαι αὐταί ἐδόθησαν ἀπό τόν Χριστόν δι᾽ ἕνα σκοπόν: διά νά γίνουν ζωή μας, πραγματικότης μας, κτῆμα ἰδικόν μας, χαρά μας. Καί οἱ ἅγιοι, ὅλοι των μέχρις ἑνός, ζοῦν αὐτάς τάς θείας ἀληθείας ὡς τό κέντρον τῆς ζωῆς των καί ὡς τήν οὐσίαν τοῦ εἶναι των. Ἀκριβῶς, δι᾽ αὐτό «οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν καί μαρτυρίαν ὅτι ἡ καταγωγή μας εἶναι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. ὅτι ἡμεῖς δέν εἴμεθα ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά ἐκ τοῦ ἄλλου. ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος μόνον ἐν τῷ Θεῷ. ὅτι ζῶμεν ἐπί τῆς γῆς διά τοῦ οὐρανοῦ. ὅτι «ἡμῶν τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλ. 3, 20) καί ὅτι ὁ σκοπός μας εἶναι νά οὐρανώσωμεν τόν ἑαυτόν μας, τρεφόμενοι μέ τόν «οὐράνιον ἄρτον», τόν καταβάντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ εἰς τήν γῆν (πρβλ. Ἰωάνν. 6, 33, 35, 51). Ὁ οὐράνιος αὐτός ἄρτος κατέβη εἰς τήν γῆν διά νά μᾶς τρέφῃ μέ τήν αἰωνίαν Θείαν Ἀλήθειαν, μέ τήν αἰωνίαν Θείαν ἀγαθότητα, τήν αἰωνίαν Θείαν Δικαιοσύνην, τήν αἰωνίαν Θείαν Ἀγάπην, τήν αἰωνίαν Θείαν Ζωήν, – διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διά τῆς ζωῆς μας ἐν τῷ μόνῳ ἀληθινῷ Θεῷ καί Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ (πρβλ. Ἰωάνν. 6, 50-51, 53-57). Μέ ἄλλους λόγους, ἡ κλῆσις μας εἶναι: νά πληρωθῶμεν μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, μέ τάς θείας καί ζωοποιούς ἐνεργείας Του, νά φθάσωμεν εἰς τήν ἐνχρίστωσιν καί χριστοποίησίν μας. Ἐάν ἐργάζεσαι δι᾽ αὐτό, τότε εὑρίσκεσαι ἤδη εἰς τόν οὐρανόν, παρ᾽ ὅλον ὅτι περιπατεῖς ἐπί τῆς γῆς. εἶσαι ἤδη ὅλος ἐν τῷ Θεῷ, μολονότι τό εἶναι σου παραμένει εἰς τά ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὁ ἄνθρωπος χριστοποιούμενος ξεπερνᾷ τόν ἑαυτόν του ὡς ἄνθρωπον, τόν ξεπερνᾷ διά τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ Θεανθρώπου, ἐν τῷ Ὁποίῳ ἐδόθη ὁ τέλειος τύπος τοῦ ἀληθινοῦ, τοῦ πλήρους, τοῦ θεοειδοῦς ὄντως ἀνθρώπου. Ἐν Αὐτῷ ἀκόμη ἐδόθησαν παντοδύναμοι θεῖαι ἐνέργειαι διά τῶν ὁποίων ἀνυψώνεται ὁ ἄνθρωπος ὑπεράνω κάθε ἁμαρτίας, κάθε θανάτου, κάθε κολάσεως. καί τοῦτο, μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί διά τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν» (Ματθ. 16, 18), διότι ἐν αὐτῇ ζῇ ὅλος ὁ θαυμαστός Θεάνθρωπος Κύριος μέ ὅλας Του τάς θείας δυνάμεις, τάς ἐνεργείας, τάς ἀληθείας, τάς πραγματικότητας, τάς τελειότητας, τάς ζωάς καί τάς αἰωνιότητας.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι ἱεραί μαρτυρίαι περί τῆς θαυματουργικῆς δυνάμεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς τήν πραγματικότητα, αὐτοί δέν εἶναι ἄλλο παρά αἱ ἴδιαι αἱ μαρτυρίαι τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων συνεχιζόμεναι διά μέσου τῶν αἰώνων. Ἐπειδή καί οἱ ἅγιοι δέν εἶναι ἄλλο, παρά μάρτυρες ἅγιοι, ὅπως καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, πού εἶναι οἱ πρωτομάρτυρες. Τίνος μάρτυρες; – Τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Αὐτοῦ: Τοῦ σταυρωθέντος, τοῦ ἀναστάντος, τοῦ ἀναληφθέντος, τοῦ αἰωνίως ζῶντος. μάρτυρες τοῦ Εὐαγγελίου τῆς σωτηρίας, τό ὁποῖον συνεχίζει νά γράφεται ἀδιάκοπα μέ τά ἅγια εὐαγγελικά ἔργα, ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν. Διότι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας, θαυματουργεῖ συνεχῶς μέ τήν ἰδίαν θείαν δύναμιν, διά τῶν ἁγίων μαρτύρων του. Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι εἶναι οἱ πρῶτοι ἅγιοι μάρτυρες τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καί τῆς θεανθρωπίνης Του οἰκονομίας τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου (Πρβλ. Πράξ. 1,8,22. 2, 32. 3, 15. 4, 33. 5, 32. 10, 39, 41-42. 13, 31. 22, 15. 26, 16. Ἰωάνν. 21, 24-25. Λουκ. 24, 48.). καί οἱ βίοι αὐτῶν ἀποτελοῦν τάς ζωντανάς καί αἰωνίας μαρτυρίας περί τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Σωτῆρος, ὡς νέας ζωῆς, ζωῆς κεχαριτωμένης, ζωῆς ἁγίας, θείας, θεανδρικῆς καί ἑπομένως ζωῆς θαυματουργικῆς καί ἀληθινῆς, ὅπως εἶναι θαυματουργική καί ἀληθινή ἡ ἰδία ἡ ζωή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Καί οἱ χριστιανοί; – Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, διά τῶν ὁποίων συνεχίζεται ἡ ἁγία θεανθρωπίνη ζωή τοῦ Χριστοῦ ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ὅλοι τους ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ = τήν Ἐκκλησίαν, καί εἶναι σύσσωμοι τοῦ Χριστοῦ καί μέλη μεταξύ των (1 Κορ. 12, 27, 12-14. 10, 17. Ρωμ. 12, 5. Ἐφ. 3, 6.). Ὁ ποταμός τῆς ἀθανάτου θείας ζωῆς ἄρχισε νά ρέη, νά κυλᾶ ἀκατάπαυστα ἀπό τόν Θεάνθρωπον Χριστόν. καί οἱ χριστιανοί εἰσέρχονται δι᾽ αὐτοῦ εἰς τήν αἰωνίαν ζωήν. Οἱ χριστιανοί εἶναι τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ συνεχιζόμενον διά μέσου ὅλων τῶν αἰώνων τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὅλα εἶναι συνηθισμένα, ὅπως καί εἰς τό εὐαγγέλιον, ἀλλά καί ὅλα εἶναι παράδοξα, ὅπως εἰς τό Εὐαγγέλιον. ἐν τούτοις καί εἰς τάς δύο περιπτώσεις εἶναι ὅλα πραγματικά καί ἀληθινά, κατά ἕνα μοναδικόν τρόπον. Ἀληθινά δέ καί πραγματικά κατά τήν ἰδίαν θεανθρωπίνην ἀλήθειαν καί τήν ἰδίαν θεανδρικήν πραγματικότητα, καί μεμαρτυρημένα μέ τήν ἰδίαν ἁγίαν δύναμιν – θείαν καί ἀνθρωπίνην – κατά τρόπον θεϊκῶς καί ἀνθρωπίνως τέλειον.

Λοιπόν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»; – Ἰδού, εὑρισκόμεθα εἰς χῶρον οὐράνιον, διότι ἡ γῆ γίνεται οὐρανός διά τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Ἰδού ὅτι εὑρισκόμεθα μεταξύ τῶν ἐν σώματι ἀγγέλων, μεταξύ τῶν χριστοφόρων. Ὅπου δέ εἶναι αὐτοί, ἐκεῖ καί ὅλος ὁ Κύριος ὁ Θεός, ἐν αὐτοῖς καί μεθ᾽ αὐτῶν καί ἐν μέσῳ αὐτῶν («ὁ Θεός ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος», «Θεός ἐν μέσῳ θεῶν»). ἐκεῖ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ζωή τοῦ Θεοῦ.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»! – Ἰδού εὑρισκόμεθα εἰς τόν παράδεισον, ὅπου φυτρώνει καί αὐξάνει ὅ,τι τό θεῖον, τό ἅγιον, τό ἀθάνατον, τό αἰώνιον, τό δίκαιον, τό ἀληθινόν, τό εὐαγγελικόν. Διότι εἰς κάθε ἕνα ἅγιον ἤνθησε διά τοῦ Σταυροῦ τό δένδρον τῆς ζωῆς, τῆς αἰωνίας, θείας καί ἀθανάτου ζωῆς, καί ἐκαρποφόρησε πολλούς καρπούς. Ὁ δέ Σταυρός εἰσάγει εἰς τόν παράδεισον, εἰσάγει καί ἡμᾶς μετά τόν ληστήν, ὁ ὁποῖος, πρός ἐνθάρρυνσίν μας, εἰσῆλθεν πρῶτος εἰς τόν παράδεισον μετά τόν Πανάγιον Θεῖον Σταυροφόρον, τόν Χριστόν. εἰσῆλθε δέ μέ τόν σταυρόν τῆς μετανοίας.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»! – Ἰδού εὑρισκόμεθα εἰς τήν αἰωνιότητα.χρόνος δέν ὑπάρχει πλέον: «Χρόνος οὐκέτι ἔσται» (Ἀποκ. 10, 7), διότι εἰς τούς ἁγίους τοῦ Θεοῦ βασιλεύει ἡ αἰωνία Θεία Ἀλήθεια, ἡ αἰωνία Θεία Δικαιοσύνη, ἡ αἰωνία θεία Ἀγάπη, ἡ αἰωνία Θεία Ζωή. Καί «ὁ θάνατος οὐκ ἔστι ἔτι» εἰς αὐτούς, διότι ὅλον τό εἶναί των εἶναι γεμᾶτον ἐκ τῶν ἀναστασίμων θείων δυνάμεων τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, τοῦ μοναδικοῦ Νικητοῦ τοῦ θανάτου καί ὅλων τῶν θανάτων εἰς ὅλους τούς κόσμους. Δέν ὑπάρχει θάνατος δι᾽ αὐτούς – τούς ἁγίους ἀνθρώπους, διότι ὅλον τό εἶναί των εἶναι πεπληρωμένον ἀπό τόν Μόνον Ἀθάνατον – τόν Ὑπεραθάνατον Κύριον καί Θεόν μας Ἰησοῦν Χριστόν. Εὑρισκόμενοι μεταξύ αὐτῶν ἡμεῖς ἐπάνω εἰς τήν γῆν, εὑρισκόμεθα μεταξύ τῶν μοναδικά ἀληθινῶν ἀθανάτων, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν κάθε ᾅδην. Ὅταν εἴμεθα μέ αὐτούς κανένα εἶδος θανάτου δέν ἠμπορεῖ νά μᾶς βλάψῃ, διότι οἱ ἅγιοι εἶναι σάν ἀλεξικέραυνα τοῦ θανάτου.

Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπί τῆς γῆς ζοῦν τάς ἁγίας, αἰωνίας, θείας ἀληθείας. Δι᾽ αὐτό καί οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν εἰς τήν πραγματικότητα τήν ἐφηρμοσμένην Δογματικήν, ἐπειδή ἔχουν βιωθῆ ἀπό αὐτούς ὅλαι αἱ ἅγιαι καί αἰώνιαι δογματικαί ἀλήθειαι, εἰς ὁλόκληρον τήν ζωογόνον καί δημιουργικήν δύναμίν των. Εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» καταδεικνύεται κατά τόν πλέον ὀφθαλμοφανῆ τρόπον, ὅτι τά δόγματα δέν εἶναι μόνον ὀντολογικαί ἀλήθειαι καθ᾽ ἑαυτάς καί δι᾽ ἑαυτάς, ἀλλ᾽ ὅτι τό κάθε δόγμα εἶναι πηγή τῆς αἰωνίου ζωῆς καί τῆς ἁγίας πνευματικότητος, σύμφωνα μέ τό παναληθές Εὐαγγέλιον τοῦ μοναδικοῦ καί ἀναντικατάστατου Σωτῆρος καί Κυρίου: «Τά ρήματά μου πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστι» (Ἰωάν. 6, 63). Διότι, κάθε «ρῆμα Κυρίου, κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ, προχέει μίαν δύναμιν σωστικήν, ἁγιαστικήν, ἡ ὁποία χαριτώνει, ζωοποιεῖ καί μεταμορφώνει.

Ἄνευ τῆς ἁγίας δογματικῆς ἀληθείας περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, δέν θά εἴχομεν τάς θείας ἐνεργείας ἀπό τήν Ἁγίαν Τριάδα, τάς ὁποίας ἀντλοῦμεν διά τῆς ὀρθῆς πίστεως, καί αἱ ὁποῖαι μᾶς ζωοποιοῦν, μᾶς ἁγιάζουν, μᾶς σώζουν καί μᾶς θεώνουν. Ἄνευ τῆς ἁγίας ἀληθείας περί τοῦ Θεανθρώπου, δέν ὑπάρχει σωτηρία διά τόν ἄνθρωπον, διότι ἀπό τήν ἀλήθειαν αὐτήν, ὅταν τήν ζῇ ὁ ἄνθρωπος, πηγάζει ἡ θεία δύναμις, πού σώζει ἀπό τήν ἁμαρτίαν, ἀπό τόν θάνατον, ἀπό τόν διάβολον. Καί αὐτή ἡ δογματική ἀλήθεια περί τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ μήπως δέν ἔχει μαρτυρηθῆ σαφέστατα καί ἐμπειρικώτατα εἰς τούς βίους ἀναριθμήτων ἁγίων; Ἐπειδή, δι᾽ αὐτό ἀκριβῶς οἱ ἅγιοι εἶναι ἅγιοι, διότι ζοῦν ὅλον τόν Θεάνθρωπον Κύριον Ἰησοῦν ὡς τήν ψυχήν τῆς ψυχῆς των, ὡς τήν συνείδησιν τῆς συνειδήσεώς των, τόν νοῦν τοῦ νοῦ των, τήν ὕπαρξιν τῆς ὑπάρξεώς των, τήν ζωήν τῆς ζωῆς των. Τοιουτοτρόπως κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς βροντοφωνεῖ μαζί μέ τόν θεῖον Ἀπόστολον τήν ἀλήθειαν: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). – Ἐμβαθύνατε εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων: Ἰδού, ἀπό ὅλους αὐτούς ἀκτινοβολεῖ ἡ χαρισματική, ἡ ζωοποιός καί σωστική δύναμις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία τούς ὡδήγησεν ἀπό ἄσκησιν εἰς ἄσκησιν, ἀπό ἀρετήν εἰς ἀρετήν, ἀπό νίκην κατά τῆς ἁμαρτίας εἰς τήν νίκην κατά τοῦ θανάτου, ἀπό τήν νίκην κατά τοῦ θανάτου εἰς τήν νίκην κατά τοῦ διαβόλου. Αὐτή τούς εἰσάγει εἰς τήν πνευματικήν χαράν, ὅπου δέν ὑπάρχει ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός, ἀλλά «εἰρήνη καί χαρά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Ρωμ. 14, 17). χαρά καί εἰρήνη ἀπό τήν κερδισμένην νίκην ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας, κάθε πάθους, κάθε θανάτου, κάθε πονηροῦ πνεύματος. Ὅλα αὐτά ἀναμφιβόλως, μαρτυροῦν βιωματικῶς καί ἐμπειρικῶς τό ἀληθές τοῦ ἁγίου δόγματος περί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ὄντως «τιμιωτέρας τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρας ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Αὐτό τό δόγμα τό φυλάσσουν εἰς τήν καρδίαν των οἱ ἅγιοι διά τῆς πίστεως καί μέ φλογεράν ἀγάπην ζοῦν δι᾽ αὐτοῦ. – Ἐάν δέ πάλιν θέλετε μίαν ἤ δύο χιλιάδας ἀναμφισβητήτους μαρτυρίας περί τῆς ζωηφόρου καί ζωοποιοῦ δυνάμεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, πού νά εἶναι συγχρόνως καί ἐμπειρικαί ἀποδείξεις τῆς ἀληθείας τοῦ δόγματος τοῦ σωτηριώδους σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, ξεκινήσατε μέ τήν πίστιν εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων». Θά ἰδῆτε τότε καί θά αἰσθανθῆτε ὁπωσδήποτε ὅτι δι᾽ ἕκαστον ἅγιον καί δι᾽ ὅλους μαζί, ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ ἀποτελεῖ τό ἀήττητον ὅπλον μέ τό ὁποῖον αὐτοί νικοῦν ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους ἐχθρούς τῆς σωτηρίας των. Θά ἰδῆτε, ἀκόμη, τόν Σταυρόν παντοῦ ἐντός των: εἰς τήν συνείδησίν των, εἰς τόν νοῦν των, εἰς τήν θέλησίν των, εἰς τό σῶμά των. θά τόν ἰδῆτε ὡς ἀστείρευτον πηγήν σωστικῶν καί ἁγιαστικῶν δυνάμεων πού τούς ὁδηγοῦν ἀσφαλῶς ἀπό τελειότητα εἰς τελειότητα, ἀπό χαράν εἰς χαράν, μέχρις ὅτου τούς φέρουν εἰς τήν αἰωνίαν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καί ἡ ἀνέκφραστος ἡδονή τῶν καθορόντων τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου τό κάλλος τό ἄρρητον».

Ἀλλά μέ τήν ἁγίαν ζωήν των καί μέ τά ἅγια πρόσωπά των οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, ἐπιβεβαιώνουν κατά τρόπον πειστικόν καί ἀληθινόν καί ὅλα τά ἄλλα δόγματα, ὅπως: περί τῆς Ἐκκλησίας, περί τῆς χάριτος, περί τῶν ἁγίων μυστηρίων, περί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, περί τοῦ ἀνθρώπου, περί τῆς ἁμαρτίας, περί τῶν ἱερῶν λειψάνων, περί τῶν ἁγίων εἰκόνων, περί τῆς μελλούσης ζωῆς, περί ὅλων τῶν ἄλλων, πού ἀποτελοῦν τήν θεανθρωπίνην οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας. Ναί, οἱ «βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι ἡ ἐμπειρική Δογματική. Εἶναι ἡ βιωματική Δογματική, Δογματική ἡ ὁποία ἔχει γίνει βίωμα μέσα εἰς τήν ἁγίαν ζωήν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπων.

Ἐκτός αὐτῶν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» περιέχουν καί ὅλην τήν ὀρθόδοξον Ἠθικήν, – τό ὀρθόδοξον ἦθος, εἰς ὁλόκληρον τήν λάμψιν τοῦ θεανθρωπίνου μεγαλείου του καί τῆς ἀκαταβλήτου δυνάμεώς του. Εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων ἀποδεικνύεται καί καταδεικνύεται κατά τρόπον πειστικόν καί πραγματικόν, ὅτι τά ἅγια μυστήρια εἶναι αἱ πηγαί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, αἱ δέ ἅγιαι ἀρεταί, καρποί τῶν ἁγίων μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐξ αὐτῶν γεννῶνται, δι᾽ αὐτῶν ἀναπτύσσονται καί τρέφονται καί ζοῦν, δι᾽ αὐτῶν τελειοποιοῦνται καί αἰωνίζονται. Ὅλοι οἱ θεῖοι ἠθικοί νόμοι πηγάζουν ἐκ τῶν ἁγίων μυστηρίων καί πραγματοποιοῦνται διά τῶν ἁγίων ἀρετῶν. Δι᾽ αὐτό καί οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν τήν βιωματικήν Ἠθικήν, τήν ἐφηρμοσμένην Ἠθικήν. Ἐξ ἄλλου, αὐτοί πάλιν οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» βεβαιώνουν ἀναμφισβήτητα ὅτι ἡ Ἠθική δέν εἶναι ἄλλο, παρά μία ἐφηρμοσμένη Δογματική. Ὁλόκληρος ἡ ζωή τῶν ἁγίων συντίθεται ἀπό τά ἅγια μυστήρια καί τάς ἁγίας ἀρετάς, τά δέ ἅγια μυστήρια καί αἱ ἅγιαι ἀρεταί εἶναι καρποί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἐνεργοῦντος τά πάντα ἐν πᾶσι (1 Κορ. 12, 4, 6, 11).

Ἀλλά τί εἶναι ἀκόμη οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»; Ἡ μοναδική Παιδαγωγική τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι μέσα εἰς αὐτούς, κατά ἀναριθμήτους εὐαγγελικούς τρόπους, τελείως δοκιμασμένους διά τῆς μακραίωνος ἐμπειρίας, ἔχει καταδειχθῆ πῶς διαπλάσσεται καί οἰκοδομεῖται τό τέλειον ἀνθρώπινον πρόσωπον, ὁ τέλειος ἄνθρωπος, καί πῶς αὐξάνει «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 13), διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο δέ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τό παιδαγωγικόν ἰδεῶδες τοῦ Εὐαγγελίου, τό μόνον παιδαγωγικόν ἰδεῶδες τό ἄξιον ἑνός θεοειδοῦς ὄντος, ὅπως εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Τό ἰδανικόν αὐτό ἔθεσεν ἀλλά καί ἐπραγματοποίησε πρῶτος ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, κατόπιν δέ Αὐτοῦ τό ἐπραγματοποίησαν καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ λοιποί ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Ἐν τούτοις ὅμως, ἄνευ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί ἔξω ἀπό Αὐτόν, ὁποιονδήποτε καί ἄν εἶναι τό παιδαγωγικόν ἰδανικόν τοῦ ἀνθρώπου, αὐτός θά παραμένη διά παντός ἕνα ὄν ἀτελές, ἕνα ὄν θνητόν, ἕνα ὄν ἄθλιον καί τραγικόν, ἄξιον τῶν δακρύων ὅλων τῶν ὀφθαλμῶν, ὅσοι ὑπάρχουν εἰς τούς κόσμους τοῦ Θεοῦ.

Ἐάν θέλετε, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι μιά ἰδιόμορφος ὀρθόδοξος Ἐγκυκλοπαιδεία. Εἰς αὐτούς δύναται νά εὕρη κανείς ὅλα ὅσα χρειάζονται εἰς μίαν ψυχήν πεινασμένην καί διψασμένην διά τήν αἰωνίαν Δικαιοσύνην καί αἰωνίαν Ἀλήθειαν μέσα εἰς αὐτόν τόν κόσμον. πεινασμένην καί διψασμένην διά τήν θείαν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν διψᾶς τήν πίστιν, θά τήν εὕρης πλουσίαν εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» καί θά χορτάσῃς τήν ψυχήν σου μέ τροφήν διά τήν ὁποίαν ποτέ δέν θά ξαναπεινάσῃς. Ἐάν ποθῇς τήν ἀγάπην, τήν ἀλήθειαν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἐλπίδα, τήν πραότητα, τήν ταπείνωσιν, τήν μετάνοιαν, τήν προσευχήν ἤ ὁποιανδήποτε ἀρετήν καί ἄσκησιν, εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» θά εὕρῃς ἕνα πλῆθος ἁγίων διδασκάλων διά κάθε ἄσκησιν καί θά λάβῃς τήν βοήθειαν τῆς χάριτος διά κάθε ἀρετήν. Ἐάν περνᾶς μαρτύρια διά τήν πίστιν σου εἰς τόν Χριστόν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ παρηγορήσουν καί θά σέ ἐνθαρρύνουν, θά σέ ἐνδυναμώσουν καί θά σέ ἀναπτερώσουν, ὥστε τά μαρτύριά σου νά μεταβληθοῦν εἰς χαράν. Εἶσαι εἰς ὁποιονδήποτε πειρασμόν; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ βοηθήσουν νά τόν νικήσῃς καί τώρα καί πάντοτε. Ἐάν πάλιν εὑρίσκεσαι εἰς κίνδυνον ἀπό τούς ἀοράτους ἐχθρούς τῆς σωτηρίας σου, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ ὁπλίσουν μέ τήν «πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 6, 11, 13) καί σύ θά τούς πολεμήσῃς καί θά τούς διαλύσῃς ὅλους, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς ὅλην σου τήν ζωήν. Ἐάν ἐξ ἄλλου εὑρίσκεσαι ἐν μέσῳ ὁρατῶν ἐχθρῶν καί διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σοῦ δώσουν τό θάρρος καί τήν δύναμιν τῆς ὁμολογίας, διά νά ὁμολογῇς ἄνευ φόβου τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Κύριον εἰς ὅλους τούς κόσμους, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. θά στέκης διά τήν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου Του ἀκλόνητος μέχρι θανάτου, ὁποιουδήποτε θανάτου, καί θά αἰσθανθῇς τόν ἑαυτόν σου δυνατώτερον ἀπό κάθε θάνατον καί ἀπό κάθε ἐχθρόν τοῦ Χριστοῦ. Ὑποφέρων διά τόν Χριστόν, θά ἀλαλάζῃς ἀπό χαράν, αἰσθανόμενος μέ ὅλον σου τό εἶναι, ὅτι ἡ ζωή σου εὑρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, πέραν ὅλων τῶν θανάτων, κρυμμένη σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ (Κολ. 3, 3).

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» δείχνουν πολυαρίθμους ἀλλά πάντοτε βεβαίους δρόμους σωτηρίας, φωτισμοῦ, ἁγιασμοῦ, μεταμορφώσεως, χριστοποιήσεως, θεώσεως. δείχνουν ὅλους τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ἡ ἀνθρωπίνη φύσις κατανικᾷ τήν ἁμαρτίαν, τήν κάθε ἁμαρτίαν. πῶς νικᾷ τό πάθος, τό κάθε πάθος. πῶς νικᾷ τόν θάνατον, τόν κάθε θάνατον. πῶς νικᾷ τόν δαίμονα, τόν κάθε δαίμονα. Ἐδῶ εὑρίσκεται φάρμακον διά κάθε ἁμαρτίαν, καί διά κάθε πάθος θεραπεία, ἀπό κάθε θάνατον ἀνάστασις, καί ἀπό κάθε διάβολον ἀπελευθέρωσις, ἀπό ὅλα μαζί τά κακά ἡ σωτηρία. Δέν ὑπάρχει πάθος, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, πού νά μή ὑποδεικνύεται μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον νικᾶται, νεκρώνεται, ἐκριζώνεται. Εἰς αὐτούς φαίνεται ὁλοκάθαρα, ὅτι δέν ὑπάρχει πνευματικός θάνατος, ἐκ τοῦ ὁποίου δέν θά ἦτο δυνατή ἡ ἀνάστασις μέ τήν θείαν δύναμιν τοῦ Ἀναστάντος καί Ἀναληφθέντος Κυρίου Ἰησοῦ. δέν ὑπάρχει βάσανον ἤ θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ κακοπάθεια, τήν ὁποίαν ὁ Κύριος διά τήν εἰς Αὐτόν πίστιν νά μή μεταβάλλῃ βαθμηδόν ἤ διά μιᾶς εἰς μίαν ἤρεμον καί κατανυκτικήν χαράν. – Πῶς γίνεται κανείς ἀπό ἁμαρτωλός δίκαιος; Ἰδού, ὅτι ἔχομεν ἕνα πλῆθος ἀπό συγκλονιστικά παραδείγματα μέσα εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων! Πῶς δύναται κανείς ἀπό ληστής, πόρνος, μέθυσος, ἄσωτος, φονεύς, μοιχός, νά γίνῃ ἅγιος; Δι᾽ αὐτό θά εὕρωμεν πάμπολλα παραδείγματα ἐδῶ. Ἐπίσης – πῶς ἀπό ἕναν φίλαυτον, φιλόζωον, ἰδιοτελῆ, ἄπιστον, ἄθεον, ὑπερήφανον, φιλάργυρον, ἐμπαθῆ, ἕνα κακοῦργον, ἕνα διαφθαρμένον, ὀργίλον, πονηρόν, ὕπουλον, χαιρέκακον, φθονερόν, κενόδοξον, φιλόδοξον, κακοήθη, ἅρπαγα καί ἀνελεήμονα, πῶς γίνεται ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά μᾶς τό δείξουν καί ἐξηγήσουν.

Ἀλλ᾽ ἐπίσης εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ἔχομεν παρά πολλά καί θαυμαστά παραδείγματα διά τό πῶς ἕνας νέος γίνεται ἅγιος νέος, μία κόρη γίνεται ἁγία κόρη, πῶς ἕνας γέρος γίνεται ἅγιος γέρος, πῶς μία γερόντισσα γίνεται ἁγία γερόντισσα, πῶς ἕνα παιδί γίνεται ἅγιο παιδί, πῶς οἱ γονεῖς γίνονται ἅγιοι γονεῖς, πῶς ἕνας υἱός γίνεται ἅγιος υἱός, πῶς μία θυγατέρα γίνεται ἁγία θυγατέρα, πῶς μία οἰκογένεια γίνεται ἁγία οἰκογένεια, πῶς μία κοινωνία γίνεται ἁγία κοινωνία, πῶς ἕνας ἱερεύς γίνεται ἅγιος ἱερεύς, πῶς ἕνας ἐπίσκοπος γίνεται ἅγιος ἐπίσκοπος, πῶς ἕνας βοσκός γίνεται ἅγιος βοσκός, πῶς ἕνας γεωργός γίνεται ἅγιος γεωργός, πῶς ἕνας βασιλεύς γίνεται ἅγιος βασιλεύς, πῶς ἕνας ἐργάτης γίνεται ἅγιος ἐργάτης, πῶς ἕνας δικαστής γίνεται ἅγιος δικαστής, πῶς ἕνας δάσκαλος γίνεται ἅγιος δάσκαλος, πῶς ἕνας καθηγητής γίνεται ἅγιος καθηγητής, πῶς ἕνας στρατιώτης γίνεται ἅγιος στρατιώτης, πῶς ἕνας ἀξιωματικός γίνεται ἅγιος ἀξιωματικός, πῶς ἕνας κυβερνήτης γίνεται ἅγιος κυβερνήτης, πῶς ἕνας γραμματεύς γίνεται ἅγιος γραμματεύς, πῶς ἕνας ἔμπορος γίνεται ἅγιος ἔμπορος, πῶς ἕνας μοναχός γίνεται ἅγιος μοναχός, πῶς ἕνας οἰκοδόμος γίνεται ἅγιος οἰκοδόμος, πῶς ἕνας ἰατρός γίνεται ἅγιος ἰατρός, πῶς ἕνας τελώνης γίνεται ἅγιος τελώνης, πῶς ἕνας ἐπαγγελματίας γίνεται ἅγιος ἐπαγγελματίας, πῶς ἕνας φιλόσοφος γίνεται ἅγιος φιλόσοφος, πῶς ἕνας ἐπιστήμων γίνεται ἅγιος ἐπιστήμων, πῶς ἕνας πολιτικός γίνεται ἅγιος πολιτικός, πῶς ἕνας ὑπουργός γίνεται ἅγιος ὑπουργός, πῶς ἕνας πτωχός γίνεται ἅγιος πτωχός, πῶς ἕνας πλούσιος γίνεται ἅγιος πλούσιος, πῶς ἕνας δοῦλος γίνεται ἅγιος δοῦλος, πῶς ἕνας δεσπότης γίνεται ἅγιος δεσπότης, πῶς οἱ σύζυγοι γίνονται ἅγιοι σύζυγοι, πῶς ἕνας συγγραφεύς γίνεται ἅγιος συγγραφεύς, πῶς ἕνας καλλιτέχνης γίνεται ἅγιος καλλιτέχνης.

Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐδιάβασε τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» αἰσθάνεται καί καταλαβαίνει μέ ὅλην τήν ὕπαρξίν του, ὅτι μόνον «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφ. 3, 18) ἠμπορεῖ νά γνωρίσῃ Χριστόν τόν Θεόν, καί ὅλα τά ἐν Αὐτῷ καί περί Αὐτοῦ, καί ὅσα πηγάζουν ἀπ᾽ Αὐτόν (πρβλ. Ἐφ. 3, 18-19). Καί οἱ ἅγιοι; – Παίρνουν ἁγιότητα «ἐξ Ἑνός πάντες», ἀπό τόν Ἕνα τόν Μόνον Ἅγιον (πρβλ. Ἑβρ. 2, 11). Διά τάς χριστοποθήτους ἀσκήσεις των τούς δίνεται τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό μόνον πού γνωρίζει τά βάθη τοῦ Θεοῦ, τά βάθη τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί αὐτοί μᾶς ὁμιλοῦν διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τό ἄρρητον μυστήριον τοῦ Χριστοῦ καί δι᾽ ὅλα τά ἀνέκφραστα δῶρα, πού ἐδόθησαν εἰς ἡμᾶς διά Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α’ Κορ. 2, 9-12). Ναί τό «μυστήριον τοῦ Χριστοῦ» μόνον διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποκαλύπτεται καί μόνον εἰς τούς ἁγίους ἀνθρώπους (πρβλ. Ἐφ. 3, 3-5. Κολ. 1, 26). Δι᾽ αὐτό οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ περισσότερον τέλειοι καί οἱ γνησιώτεροι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας. Τώρα γνωρίζομεν ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων: ποιός εἶναι ὁ Θεός καί τί εἶναι ὁ Θεός. ἀκόμη ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἤδη ἔχομεν ἀποβιβασθῆ εἰς τήν ἐπέκεινα οὐράνιον ὄχθην καί ἀντικρύζομεν ὅλον τόν κόσμον τῆς γῆς ἀπό τόν οὐρανόν. Καί κοιτάζοντες ἀπό τόν οὐρανόν, τί εἶναι ἐκεῖνο πού διακρίνομεν περισσότερον ἐπάνω εἰς τήν γῆν; – Δέν εἶναι οὔτε τά βουνά, οὔτε αἱ θάλασσαι, οὔτε αἱ πόλεις, οὔτε οἱ οὐρανοξύσται. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Διότι ἡ θεοειδής ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας ἥλιος ἐπί τῆς γῆς. Ὅσοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τόσοι εἶναι οἱ ἥλιοι ἐπί τῆς γῆς. Καί καθένας ἀπ᾽ αὐτούς τούς ἡλίους εἶναι ὁρατός ἀπό τόν οὐρανόν. Ἀγαπημένο θαῦμα τοῦ Θεοῦ! Ἡ μικρούτσικη γῆ, ἕνα ἀστεράκι ἀπό τά πιό μικρά, νά χωράη δισεκατομμύρια ἡλίους! Μέσα ἀπό τό χωματένιο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου λάμπει ὁ ἥλιος! Ὁ ἄνθρωπος! – Ἕνας μικρός θεός μέσα εἰς τήν λάσπην.

Εἶναι Εὐαγγέλιον, παναληθινόν Εὐαγγέλιον, – ὄχι ἰδικόν μου, ἀλλά τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ – ὅτι: ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μεγάλον μυστήριον, ἱερόν μυστήριον τοῦ Θεοῦ. Τόσον μεγάλον καί τόσον ἱερόν, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος διά νά μᾶς ἑρμηνεύσῃ ὅλον τό βάθος τοῦ ἀνθρωπίνου μυστηρίου. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ παναλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος διά νά κάμῃ τόν ἄνθρωπον θεόν κατά χάριν. Αὐτήν τήν παναλήθειαν εὐαγγελίζονται βροντόφωνα οἱ ἀρχιστράτηγοι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Θεανθρώπου: ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, ὁ Χρυσόστομος ὁ Παμμέγιστος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Αὐτούς ἀκολουθοῦν καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εὐαγγελισταί, – ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος καί Θεός καί Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός, γενόμενος ἐξ ἀμέτρου φιλανθρωπίας ἄνθρωπος, ἡγίασε τόν ἄνθρωπον, τόν ἐχριστοποίησε, τόν ἐθέωσε. Πολέμησε καί ἐνίκησε ἐν αὐτῷ καί δι᾽ αὐτόν κάθε τί ἄθεον καί ἀντίθεον: Τήν ἁμαρτίαν, τόν θάνατον καί τόν διάβολον.καί ἀνύψωσε τόν ἄνθρωπον ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν, μέχρι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Ὅλα αὐτά ποῖοι τά μαρτυροῦν; Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀπό τόν πρῶτον μεχρι τοῦ τελευταίου. Καθένας ἀπ᾽ αὐτούς, μέ ὁλόκληρον τήν ζωήν του μαρτυρεῖ δι᾽ αὐτήν τήν ἀλήθειαν: Ὅτι μέσα εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὁ ἄνθρωπος διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν μεταμορφώνεται εἰς «θεόν κατά χάριν», εἰς κατά χάριν θεάνθρωπον. Ἡ μεταμόρφωσις τοῦ ἀνθρώπου εἰς θεάνθρωπον κατά χάριν διά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ μετάπλασίς του εἰς θεόν κατά χάριν, εἶναι, κατά τήν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων Πατέρων, τέχνη τεχνῶν, ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, φιλοσοφία φιλοσοφιῶν. Δι᾽ αὐτό οἱ ἅγιοι Διδάσκαλοί μας τήν κατά τό Εὐαγγέλιον ζωήν ὀνομάζουν ἀληθινήν φιλοσοφίαν, ἀληθινήν σοφίαν. Ὁ δέ ἅγιος Μακάριος ὁ Μέγας ὀνομάζει τούς ἁγίους «φιλοσόφους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Τώρα, ἀπό τούς «Βίους τῶν Ἁγίων γνωρίζομεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ὕπαρξις μέ τάς πλέον μεγάλας διαστάσεις: ἐκτείνεται ἀπό τόν διάβολον μέχρι τόν Θεόν, καί δύναται νά γίνῃ καί θεός κατά χάριν, καί διάβολος κατά τήν ἐλευθέραν βούλησίν του. Μέσα εἰς κάθε ἁμαρτίαν ὑπάρχει καί ὀλίγον τι τοῦ διαβόλου. Διά τῆς φιλαμαρτίας καί τῆς ἑκουσίας καί ἐπιμόνου παραμονῆς εἰς τήν ἁμαρτίαν, ὁ ἄνθρωπος βαθμιαίως διαβολοποιεῖται, μεταβάλλεται βαθμιαίως εἰς διαβολάνθρωπον καί δημιουργεῖ θεληματικῶς τήν κόλασιν διά τόν ἑαυτόν του. Διότι κάθε ἁμαρτία εἶναι μία μικρή κόλασις. Ἀντιθέτως, μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, ὁ ἄνθρωπος πληροῦται μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, ἐνδύεται τόν Χριστόν, καί μεταμορφώνεται βαθμιαίως εἰς ἄνθρωπον χριστοφόρον καί χριστοειδῆ, «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 13. Πρβλ. Κολ. 1, 28). Γίνεται βαθμηδόν θεάνθρωπος κατά χάριν, καί κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον ἀποκτᾶ μέσα εἰς τήν ψυχήν του τόν παράδεισον. Διότι κάθε μία ἁγία εὐαγγελική ἀρετή εἶναι μικρός παράδεισος διά τήν ψυχήν (Πρβλ. Ματθ. 5, 3-12. Λουκ. 6, 20-23. Ἰακ. 1, 25. Ἰωάνν. 13, 17).

Γίνεται ὁλοφάνερον ἀπό τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὅτι οἱ ἅγιοι γνωρίζουν ὁλόκληρον τό μυστήριον τοῦ ἀνθρώπου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καί τό ἰδικόν μου καί τό ἰδικόν σου μυστήριον. διότι ἐγνώρισαν τό μυστήριον τοῦ Μόνου Τελείου Ἀνθρώπου, τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, καί δι᾽ Αὐτοῦ ἔλυσαν τελείως καί τελεσιδίκως τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου. Καί ταὐτοχρόνως ἔλυσαν τό πρόβλημα ὅλης τῆς κτίσεως. Διότι οὐσιαστικά ὅλα τά προβλήματα περιέχονται μέσα εἰς τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, καί ὅλαι αἱ λύσεις εἰς τήν λύσιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκτός τοῦ Θεανθρώπου καί χωρίς τόν Θεάνθρωπον, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντοτε ὑπάνθρωπος καί μή ἄνθρωπος, δηλαδή δέν εἶναι ἄνθρωπος μέ τήν οὐσιαστική σημασίαν τοῦ ὅρου.

Ζήτησε νά εὕρῃς τόν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων». θά τόν εὕρης ὁπωσδήποτε μέσα εἰς αὐτούς. Ἀκόμη θά εὕρῃς ἐκεῖ καί τά φάρμακα, μέ τά ὁποῖα ἠμπορεῖς νά τόν θεραπεύσῃς ἀπό ὅλας τάς πνευματικάς ἀρρωστίας καί νά τόν κάνῃς ὑγιῆ διά παντός. Ὑγιῆ καί εἰς τούς δύο κόσμους, εἰς τρόπον ὥστε νά μή ἠμπορέσῃ νά σέ βλάψῃ κανένας θάνατος. Θά εὕρης ἀκόμη μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων», ὅλα ὅσα χρειάζονται διά νά ζήσῃς καί εἰς τούς δύο κόσμους. ὅσα χρειάζονται εἰς ἐσέ, ὦ ἄνθρωπε, πού εἶσαι μία ἀθάνατος ὕπαρξις. μία αἰώνια ὕπαρξις, μία θεανθρωπίνη ὕπαρξις, ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε!


Ὑποσημειώσεις:

1. -. Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδή ζ’.

2. -. Πρβλ. Κολ. 3, 11. Γαλ. 2, 20. Πρβλ. τοῦ ἁγ. Συμεών Ν. Θεολόγου: «Χριστός τά πάντα ἀντί πάντων τούτοις γενήσεται» (Κατήχησις 2). Ἐπίσης τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ «Δι᾽ αὐτῆς γάρ (τῆς ἐν χάριτι ἑνώσεως) ὅλος μέν ὅλοις τοῖς ἀξίοις ὁ Θεός περιχωρεῖ, ὅλῳ δέ ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ἅγιοι τῷ Θεῷ, ὅλον ἀντιλαμβάνοντες ἑαυτῶν τόν Θεόν» (ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 3, 1, 27).


Πηγή: alopsis.gr/alopsis/agioi.htm, apantaortodoxias.blogspot.com/2013/07/blog-post_1337.html

4 Πακιστανοί απήγαγαν και βίασαν 25χρονη έγκυο | Κεντρικό Δελτίο Ειδήσεων 23/6/2021 | OPEN TV

 

Τρίτη 15 Ιουνίου 2021

«Άλλα υπέγραψαν τον Γενάρη του 2021»: Η Θάνου βάζει τα πράγματα στην θέση τους | Rantar

Στην Ευρώπη η ελληνική κυβέρνηση υπέγραψε το ψήφισμα του Ιανουαρίου του 2021 που γράφει ότι ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός, αλλά στο εσωτερικό της Πατρίδος μας η ίδια αυτή ελληνική κυβέρνηση συζητεί περί του υποχρεωτικού του εμβολιασμού όπως έκαναν στα μέλη της ΕΜΑΚ. Αντιφατικό και φασιστικό να υποχρεώνεις τον οιονδήποτε να εμβολιαστεί με εναλλακτική επιλογή την απόλυση του ή τον περιορισμό του σε κινήσεις σε σχέση με την εργασία του ή την μετακίνηση του σε άλλη υπηρεσία.

Έχω γνωστό μου ο οποίος εργάζεται σε τράπεζα και υποχρεώθηκε εμμέσως να εμβολιαστεί διότι όταν πήγαινε στις πρεσβείες για την εργασία του δεν του επέτρεπαν την είσοδο του στον κυρίως χώρο της πρεσβείας αλλά μόνο στο προθάλαμο. Οπότε αφού δεν μπορούσε να συναντήσει εκεί τα μέλη του οικονομικού επιτελείου της εκάστοτε πρεσβείας δεν μπορούσε να ασκήσει την εργασία του, αν αρνείτο να εμβολιαστεί μάλλον θα απολυόταν, έτσι πήγε να κάνει το εμβόλιο για να συνεχίσει απρόσκοπτα τα καθήκοντα του. Αυτό δεν είναι φασισμός και από τα υπολοιπα κράτη που υπέγραψαν το ψήφισμα ότι ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός αλλά τελικώς με άλλους τρόπους τον κάνουν υποχρεωτικό; 

Το χειρότερο συμβαίνει στις φυλακές της επικράτειας, όπου εκβιάζουν τους τροφίμους των φυλακών να κάνουν το εμβόλιο, αλλιώς θα τους απαγορεύσουν τα επισκεπτήρια και την επικοινωνία μέσω σκάιπ που έχουν κάθε 15 μέρες. Δηλαδή όποιος φυλακισμένος δεν δεχτεί να εμβολιαστεί δεν θα έχει δικαίωμα να δεί τους δικούς του ανθρώπους σε επισκεπτήριο αλλά ούτε και να επικοινωνήσει και να τους δει έστω μέσω σκάιπ. Έτσι όλοι θα υποκύψουν για να μπορούν να έχουν επικοινωνία με τους ανθρώπους τους. Η πληροφορία έρχεται από σύζυγο τροφίμου των φυλακών του Μαλανδρίνου, ο οποίος έχει προβλήματα καρδιάς και φοβάται ο άνθρωπος να εμβολιαστεί. Ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί ακούσαμε να μιλούν για τον ωμό εκβιασμό που υφίστανται αυτοί οι συνάνθρωποι μας, οι οποίοι δυστυχώς αντιμετωπίζονται ως πολίτες πέμπτης κατηγορίας. Κανείς δεν ασχολείται με τους φυλακισμένους εκτός από τις ομάδες εθελοντών διαφόρων μητροπόλεων της Εκκλησίας όπου τους επισκέπτονται και τους παρέχουν ρουχισμό, είδη πρώτης ανάγκης κλπ.

Όποια κυβέρνηση θεσπίσει υποχρεωτικό τον εμβολιασμό να θεσπίσει οτι θα αποζημιώνει και όσους εκ των εμβολιασθέντων εμφανίσουν παρενέργειες αναλόγως της σοβαρότητος των παρενεργειών αυτών. Δεν εξαιρούνται βεβαίως οι φυλακισμένοι.

ΕΥΓΕ στην Πρόεδρο! Κρέμασαν τα μούτρα μόλις τους απάντησε... | Rantar

Τι είπε η κ. Ζαίρη, Πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων και Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, περί του υποχρεωτικού του εμβολιασμού. Κατά την άποψη μας ο υποχρεωτικός εμβολιασμός στην ΕΜΑΚ ήταν μία φασιστική πράξη.

«Το ΣΥΣΤΗΜ@ μπορεί να σε λιώσει» - Συγκλονιστικός Ιωαννίδης για τα παιχνίδια λογοκρισίας | Rantar

Επιστήμονας και καθηγητής Παθολογίας- Επιδημιολογίας και Πληθυσμιακής Υγείας του Πανεπιστημίου στο Στάνφορντ μιλά και ξεσκεπάζει τον φασισμό κάτω από τον οποίο ζούν οι επιστήμονες. Σκεφτείτε τί προπαγάνδα έχουμε ακούσει και δει τόσους μήνες. Προσωπικώς δεν έχω τηλεόραση και έτσι δεν έχω πιεί το δηλητήριο των καθεστωτικών ΜΜΕ. Συμβουλή ταπεινή, πετάξτε τις τηλεοράσεις στο πιο κοντινό κάδο σκουπιδιών που θα βρείτε.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

The spirit of leninism.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgtbwYTibaA63kQNNSPYMr4YrLBLQlv8hxfIpeI-nglwWeUOcSNvgMTKEHL_x31QWqp8kXWB7aFmeJk7sjGUn80dCnW_U3kufzCPLfH4nuFCS1K-Joe2WfpVQWAawtHq2979MHSmK_ewQK4/s400/vladimirleninmasonusa.jpg

 
Άγαλμα του Λένιν στο Fremont του Seattle των ΗΠΑ! Πίσω του το μασονικό έμβλημα...

Φίμωση της αντίθετης γνώμης – "καλή βία" - πόλεμος κατά της Εκκλησίας – πόλεμος κατά της οικογένειας – ιδιοκτησίες παραδίδονται σε ξένους – δωρεάν αμβλώσεις – "ελεύθερες" σχέσεις χωρίς κανένα ηθικό φραγμό. Το πνεύμα του Λενινισμού «ζει και βασιλεύει» στις μέρες μας…

Written by Vladimir Moss

On the eve of the election of a new (but probably old) neo-Soviet leader, it may be useful to remind ourselves of who the first Soviet leader was, and therefore of that religious system that Russia has still not freed herself from.

Lenin, a hereditary nobleman of Russian, German and Jewish origins, was a professional revolutionary who lived on party funds and income from his mother’s estate. Choosing to live in the underground[1], he had very little direct knowledge of the way ordinary people lived, and cared even less. “According to Gorky, it was this ignorance of everyday work, and the human suffering which it entailed, which had bred in Lenin a ‘pitiless contempt, worthy of a nobleman, for the lives of the ordinary people… Life in all its complexity is unknown to Lenin. He does not know the ordinary people. He has never lived among them.’”[2]

Lenin hated his own country. “I spit on Russia”, he said once; and his actions showed his contempt for Russians of all classes. Nothing is further from the truth than the idea that Lenin’s revolution was carried out for the sake of Russia or the Russians: it was carried out, not out of love for anybody or anything, but simply out of irrational, demonic, universal hatred…

For a revolutionary, Lenin lived a relatively simple, even ascetic life, and had only affair - with Inessa Armand. But, as Oliver Figes writes, “asceticism was a common trait of the revolutionaries of Lenin’s generation. They were all inspired by the self-denying revolutionary Rakhmetev in Chernyshevsky’s novel What Is To Be Done? By suppressing his own sentiments, by denying himself the pleasures of life, Lenin tried to strengthen his resolve and to make himself, like Rakhmetev, insensitive to the sufferings of others. This, he believed, was the ‘hardness’ required by every successful revolutionary: the ability to spill blood for political ends. ‘The terrible thing in Lenin,’ Struve once remarked, ‘was that combination in one person of self-castigation, which is the essence of all real asceticism, with the castigation of other people as expressed in abstract social hatred and cold political cruelty…

“The root of this philistine approach to life was a burning ambition for power. The Mensheviks joked that it was impossible to compete with a man, such as Lenin, who thought about revolution twenty-four hours every day. Lenin was driven by an absolute faith in his own historical destiny. He did not doubt for a moment, as he had once put it, that he was the man who was to wield the ‘conductor’s baton’ in the party. This was the message he brought back to Russia in April 1917. Those who had known him before the war noticed a dramatic change in his personality. ‘How he had aged,’ recalled Roman Gul’, who had met him briefly in 1905. ‘Lenin’s whole appearance had altered. And not only that. There was none of the old geniality, his friendliness or comradely humour, in his relations with other people. The new Lenin that arrived was cynical, secretive and rude, a conspirator “against everyone and everything”, trusting no one, suspecting everyone, and determined to launch his drive for power.’…

“Lenin had never been tolerant of dissent within his party’s ranks. Bukharin complained that he ‘didn’t give a damn for the opinions of others’. Lunacharsky claimed that Lenin deliberately ‘surrounded himself with fools’ who would not dare question him. During Lenin’s struggle for the April Theses this domineering attitude was magnified to almost megalomaniac proportions. Krupskaya called it his ‘rage’ – the frenzied state of her husband when engaged in clashes with his political rivals – and it was an enraged Lenin whom she had to live with for the next five years. During these fits Lenin acted like a man possessed by hatred and anger. His entire body was seized with extreme nervous tension, and he could neither sleep nor eat. His outward manner became vulgar and coarse. It was hard to believe that this was a cultivated man. He mocked his opponents, both inside and outside the party, in crude and violent language. They were ‘blockheads’, ‘bastards’, ‘dirty scum’, ‘prostitutes’, ‘cunts’, ‘shits’, ‘cretins’, ‘Russian fools’, ‘windbags’, ‘stupid hens’ and ‘silly old maids’. When the rage subsided Lenin would collapse in a state of exhaustion, listlessness and depression, until the rage erupted again. This manic alteration of mood was characteristic of Lenin’s psychological make-up. It continued almost unrelentingly between 1917 and 1922, and must have contributed to the brain haemorrhage from which he eventually died.


https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/thumb/e/e3/Lenin_and_stalin_crop.jpg/523px-Lenin_and_stalin_crop.jpg

 Λένιν και Στάλιν, δύο από τους μεγαλύτερους εγκληματίες κατά της ανθρωπότητος. Εν ονόματι του λαού, εξαφάνισαν εκατομμύρια λαού. Ο Λένιν γόνος ευκατάστατης οικογένειας με γερμανικές, καλμουκικές (μογγολικό φύλο) και εβραϊκές ρίζες, χρηματοδοτούμενος ο ίδιος και το μπολσεβικικό του κόμμα, (τύπωνε 42 εφημερίδες!) από τους Γερμανούς αστούς τους οποίους κατά τα άλλα ήθελε δήθεν να εξαφανίσει, αφού έλαβε μέρος στις εκλογές του 1916-1917, ερχόμενος δεύτερος με λίγο παραπάνω από 9 εκατομμύρια ψήφους, το πρώτο κόμμα έλαβε πάνω από 22 εκατομμύρια, διέλυσε το κοινοβούλιο, επέβαλλε στρατιωτικό πραξικόπημα με την βοήθεια του στρατού που είχε με το μέρος του, και με τον εμφύλιο πόλεμο που προκάλεσε επικράτησε στην Ρωσία, ονομάζοντας τη δικτατορία του σοσιαλιστική επανάσταση! Ο Στάλιν, γεωργιανικής καταγωγής, διαδέχθηκε τον Λένιν, αν και αυτός δεν το ήθελε, μέσα από εσωτερικές διαμάχες των δελφίνων του θρόνου επιβλήθηκε στους υπόλοιπους, εξαφάνισε εκατομμύρια λαού, όποιους δεν θεωρούσε αναγκαίους για την εδραίωση της σταλινικής δικτατορίας του, σκότωνε χωρίς δισταγμό ακόμη και κοντινούς φίλους του, όπως λέγεται και τον Κίρωφ, ο οποίος εν μέσω της απόλυτης κυριαρχίας του Στάλιν βρέθηκε νεκρός το 1934. Το 1936 ξεκίνησε διώξεις εναντίον μελών του κόμματος του, στρατιωτικών και άλλων κοινωνικών ομάδων. Εκατομμύρια ανθρώπων, χωρίς κανένα λόγο στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (γκουλάγκ), όπου οι πιο πολλοί πέθαναν από εξαντλητική εργασία και φτωχή διατροφή. Ο Σολζενίτσιν στο έργο του ''Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ'', γράφει με φρικτές λεπτομέρειες τί έζησαν οι εξόριστοι και φυλακισμένοι εκεί. Επί κομμουνισμού δολοφονήθηκαν εκατομμύρια ορθόδοξοι χριστιανοί διότι για τους κομμουνιστές ήταν αντεπαναστατικά στοιχεία, και όποιος μιλούσε για Θεό έκανε αντισοβιετική προπαγάνδα. Στο τέλος της ζωής του ο Στάλιν σύμφωνα με τον Σολζενίτσιν σχεδίαζε διώξεις κατά των εβραίων ιατρών. Οι εμφανιζόμενοι ως αντιρατσιστές αριστεροί πρέπει να γνωρίζουν πως ο πρώτος που μίλησε για ''φυλετικά σκουπίδια'' ήταν ο φίλος και συνεργάτης του Μάρξ, ο επιχειρηματίας Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1849, έγραψε στην εφημερίδα του ''Εφημερίδα Νέος Ρήνος'', στα γερμανικά ''Νόουα Ράινινς Ζάιτουνκ'', πως όποιες εθνότητες δεν μπορέσουν ακολουθήσουν την ιστορική εξέλιξη προς την σοσιαλιστική επανάσταση γιατί θα βρίσκονται δύο στάδια πιο πίσω θα πρέπει να εξοντωθούν ως ''φυλετικά σκουπίδια''. Δείτε τις αποδείξεις γι' αυτό που γράφουμε στο 14' και 25'' και μετά, πρέπει να δείτε και όλο το βίντεο το οποίο έχει σπάνιο οπτικό υλικό για την συνεργασία των κομμουνιστών με τους ναζί εναντίον των εβραίων, τα εγκλήματα των κομμουνιστών εναντίον των Ουκρανών και την γενοκτονία εναντίον τους με 7 εκατομμύρια νεκρούς σε ενα χειμώνα μόνο και πολλά άλλα εδώ.

“Much of Lenin’s success in 1917 was no doubt explained by his towering domination over the party. No other political party had ever been so closely tied to the personality of a single man. Lenin was the first modern party leader to achieve the status of a god: Stalin, Mussolini, Hitler and Mao Zedong were all his successors in this sense. Being a Bolshevik had come to imply an oath of allegiance to Lenin as both the ‘leader’ and the ‘teacher’ of the party. It was this, above all, which distinguished the Bolsheviks from the Mensheviks (who had no close leader of their own)…”[3]


Lenin’s ascent to power began during the First World War, when he enrolled as a German agent. Thus on December 29, 1915 the German agent Parvus (Gelfond) recorded receiving a million rubles in Russian banknotes to support the revolutionary movement in Russia from the German envoy in Copenhagen.[4] Still larger sums were given by Jewish bankers in the West.[5]

However, until 1917 the German and Jewish investment in Lenin did not seem to have paid off. His message that the proletariat should turn the war between nations into a civil war between classes had not been listened to even by other socialist parties. But the February revolution – which took Lenin, who was living behind enemy lines in Switzerland, completely by surprise – changed everything.

“The German special services guaranteed his passage through Germany in the sealed carriage. Among the passengers were: Zinoviev, Radek, Rozenblum, Abramovich, Usievich, and also the majors of the German General Staff, the professional spies Anders and Erich, who had been cast in prison for subversive and diversionary work in Russia in favour of Germany and the organization of a coup d’état. The next day there arrived in Berlin an urgent secret report from an agent of the German General Staff: ‘Lenin’s entrance into Russia achieved. He is working completely according to our desires.’…”[6]

Although History had not revealed to her acolyte what had been abundantly obvious to many, that the Russian empire at the beginning of 1917 was on the verge of collapse, nevertheless Lenin made up for lost time by trying to jump ahead of History immediately he returned to Russia. Ignoring Marxist teaching that the proletarian revolution must be preceded by a period of bourgeois rule, he called for non-recognition of the Provisional Government, all power to the Soviets and the immediate cessation of the war. Even his own party found his position extreme, if not simply mad[7] – but it was what the maddened revolutionary masses wanted…

It was precisely the madness of Lenin that made him the man of the moment, the politician best suited for those mad times. The word “madness” here is not used in a wholly metaphorical sense. Of course, in 1917 he was not mad in the sense that he had lost contact with ordinary, everyday reality – his clever tactical manoeuvring and his final success in October proves that he was more realistic about Russian politics than many. But the photographs of him in his last illness reveal a man who was truly mad – post-mortems showed that his brain had been terribly damaged by syphilis. Moreover, in a spiritual sense he was mad with the madness of the devil himself: he was demonized, with an irrational rage against God and man, an urge to destroy and kill and maim that can have no rational basis.


http://t3.gstatic.com/licensed-image?q=tbn:ANd9GcRAClxkLBG8UtsWno5hbp9U7TIBTt_iVUyQzjrN118E1noLn4uE7NoHJJIio5Zl 

 Ο εμφανιζόμενος ως κομμουνιστής, επιχειρηματίας Φρίντριχ Ένγκελς. Ο πρώτος ο οποίος έγραψε τη ρατσιστική έκφραση ''φυλετικά σκουπίδια'' στην εφημερίδα του, Νόουα Ράινινς Ζάιτουνκ τον Ιουανουάριο του 1849. Ο άλλος παράφρων ονόματι Χίτλερ ακολούθησε κατά γράμμα τις ρατσιστικές θεωρίες των Μάρξ και Ένγκελς, σε άλλη βάση όμως. Εθνικός σοσιαλισμός και διεθνιστικός σοσιαλισμός είναι δύο αντιχριστιανικά συστήματα πρόδρομοι του αντιχρίστου. Δυστυχώς υπάρχουν ορθόδοξοι πιστοί οι οποίοι ψήφισαν και ψηφίζουν πολιτικά κόμματα που πρεσβεύουν τις δαιμονικές ιδέες των συστημάτων αυτών.

As the SR leader Victor Chernov wrote in 1924: “Nothing to him was worse than sentimentality, a name he was ready to apply to all moral and ethical considerations in politics. Such things were to him trifles, hypocrisy, ‘parson’s talk’. Politics to him meant strategy, pure and simple. Victory was the only commandment to observe; the will to rule and to carry through a political program without compromise that was the only virtue; hesitation, that was the only crime.

“It has been said that war is a continuation of politics, though employing different means. Lenin would undoubtedly have reversed this dictum and said that politics is the continuation of war under another guise. The essential effect of war on a citizen’s conscience is nothing but a legalization and glorification of things that in times of peace constitute crime. In war the turning of a flourishing country into a desert is a mere tactical move; robbery is a ‘requisition’, deceit a stratagem, readiness to shed blood of one’s brother military zeal; heartlessness towards one’s victims is laudable self-command; pitilessness and inhumanity are one’s duty. In war all means are good, and the best ones are precisely the things most condemned in normal human intercourse. And as politics is disguised war, the rules of war constitute its principles…”[8]

Archpriest Lev Lebedev writes that Lenin “understood the main thing in Marx and Marxism and created not simply a political revolutionary party on the basis of the economic and social ‘scientific’ theory of Marxism: he founded a religion, and one, moreover, in which ‘god’ turned out to be himself! In this lies the essence of all the disagreements between Lenin and the legal Marxists like Struve and Plekhanov, and the Mensheviks – that is, all those who through naivety and evident misunderstanding took Marxism to be precisely a ‘scientific’ theory able to serve the ‘radiant future’ of humanity, beginning with Russia… For Lenin, as for Marx, the only thing that was necessary and important was his personal power with the obligatory deification of his own person, regardless not only of objections or criticisms, but even simply of insufficient servility. Lenin (like Marx) considered himself to be nothing less than the ‘Messiah’ – the ‘teacher’ and ‘leader’ not only of Russian, but also of world significance. This was the psychology of the Antichrist, which was reflected both in Lenin’s teaching on ‘the new type of party’, and in the ‘world revolution’, and in the construction of socialism in Russia, and in his ‘philosophy’, and in his methods of ‘leadership’, when he and his ‘comrades’ came to power. In the sphere of politics Lenin was always, from the very beginning, an inveterate criminal. For him there existed no juridical, ethical or moral limitations of any kind. All means, any means, depending on the circumstances, were permissible for the attainment of his goal. Lies, deceit, slander, treachery, bribery, blackmail, murder – this was the almost daily choice of means that he and his party used, while at the same time preserving for rank-and-file party members and the masses the mask of ‘crystal honesty’, decency and humanity – which, of course, required exceptional art and skilfulness in lying. Lenin always took a special pleasure in news of murders, both individual and, still more mass murders – carried out with impunity. At such moments he was sincerely happy. This bloodthirstiness is the key to that special power that ‘the leader of the world proletariat’ received from the devil and the angels of the abyss. In the sphere of philosophy Lenin was amazingly talentless. How to lie a little more successfully – that was essentially his only concern in the sphere of ideas. But when he really had to think, he admitted blunders that were unforgivable in a ‘genius’…

“But the question is: how could a teaching that conquered millions of minds in Russia and throughout the world be created on the basis of such an intellectually impoverished, primitive basis?! An adequate answer can never be given if one does not take into account the main thing about Marxism-Leninism – that it is not simply a teaching, but a religion, a cult of the personality of its founders and each of the successive ‘leaders’, that was nourished, not by human, but by demonic forces from ‘the satanic depths’. Therefore its action on the minds took place simultaneously with a demonic delusion that blinded and darkened the reasoning powers. In order to receive such support from hell, it was necessary to deserve it in a special way, by immersing oneself (being ‘initiated’) into Satanism. And Lenin, beginning in 1905, together with his more ‘conscious comrades’ immersed himself in it (in particular, through the shedding of innocent blood), although there is not information to the effect that he personally killed anybody. The ‘leader’ had to remain ‘unsullied’… By contrast with certain other satanic religions, the religion of Bolshevism had the express character of the worship of the man-god (and of his works as sacred scripture). This was profoundly non-coincidental, since what was being formed here was nothing other than the religion of the coming Antichrist. Lenin was one of the most striking prefigurations of the Antichrist, one of his forerunners, right up to a resemblance to the beast whose name is 666 in certain concrete details of his life (his receiving of a deadly wound and healing from it). Lenin was not able to create for himself a general cult during his lifetime, since he was forced to share the worship of the party and the masses with such co-workers as, for example, Trotsky. But the ‘faithful Leninist’ Stalin was able truly to take ‘Lenin’s work’ to its conclusion, that is, to the point of absurdity… He fully attained his own cult during the life and posthumous cult of personality of his ‘teacher’. Lenin, who called religion ‘necrophilia’, was the founder of the religion of his own corpse, the main ‘holy thing’ of Bolshevism to this day! All this conditioned, to an exceptional degree, the extraordinary power of Lenin and his party-sect…”[9]


https://www.athensvoice.gr/sites/default/files/styles/default/public/article/2021/04/01/gettyimages-3317473.jpg?itok=jLl7KHuW

Ο παράφρων εγκληματίας Στάλιν εργάστηκε ελάχιστα στη ζωή του, από τα νειάτα του κυρίως ασχολήθηκε με την οργάνωση απεργιών, λήστευε τράπεζες για να χρηματοδοτεί την σοσιαλιστική επανάσταση κατά του τσάρου, ήταν αδίστακτος στο να σκοτώνει. Η δεύτερη γυναίκα του λόγω της συμπεριφοράς του οδηγήθηκε για να γλυτώσει απ' αυτόν στην αυτοκτονία. Τον γιό του από την πρώτη του γυναίκα τον άφησε στα χέρια των ναζί όταν τον συνέλαβαν κατά την διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και τον εκτέλεσαν, ενώ οι ναζί του πρότειναν να τον ανταλλάξουν με κάποιον υψηλόβαθμο Γερμανό αξιωματικό.

The Bolshevik party was indeed more like a religious sect than a normal political party. While members of other parties, even socialist ones, had a private life separate from their political life, this was not so for the Bolsheviks and the parties modelled on them. Thus Igor Shafarevich writes: “The German publicist V. Schlamm tells the story of how in 1919, at the age of 15, he was a fellow-traveller of the communists, but did not penetrate into the narrow circle of their functionaries. The reason was explained to him twenty years later by one of them, who by that time had broken with communism. It turns out that Schlamm, when invited to join the party, had said: ‘I am ready to give to the party everything except two evenings a week, when I listen to Mozart.’ That reply turned out to be fatal: a man having interests that he did not want to submit to the party was not suitable for it.

“Another aspect of these relations was expressed by Trotsky. Having been defeated by his opponents, in a speech that turned out to be his last at a party congress, he said: ‘I know that it is impossible to be right against the party. One can be right only with the party, for History has not created any other ways to realize rightness.’

“Finally, here is how Piatakov, already in disgrace and expelled from the party, explained his relationship to the party to his party comrade N.V. Valentinov. Remembering Lenin’s thesis: ‘the dictatorship of the proletariat is a power realized by the party and relying on violence and not bound by any laws’ (from the article, ‘The Proletarian Revolution and the Renegade Kautsky’), Piatakov added that the central idea here was not ‘violence’ but precisely ‘not being bound by any laws’. He said: ‘Everything that bears the seal of human will must not, cannot be considered inviolable, as being bound by certain insuperable laws. Law is a restriction, a ban, a decree that one phenomenon is impermissible, another act is possible, and yet another impossible. When the mind holds to violence as a matter of principle, is psychologically free, and is not bound by any laws, limitations or obstacles, then the sphere of possible action is enlarged to a gigantic degree, while the sphere of the impossible is squeezed to an extreme degree, to the point of nothingness… Bolshevism is the party that bears the idea of turning into life that which is considered to be impossible, unrealizable and impermissible… For the honour and glory of being in her ranks we must truly sacrifice both pride and self-love and everything else. On returning to the party, we cast out of our heads all convictions that are condemned by it, even if we defended them when we were in opposition… I agree that those who are not Bolsheviks and in general the category of ordinary people cannot in a moment make changes, reversals or amputations of their convictions… We are the party consisting of people who make the impossible possible; penetrated by the idea of violence, we direct it against ourselves, while if the party demands it, if it is necessary and important for the party, we can by an act of will in 24 hours cast out of our heads ideas that we have lived with for years… In suppressing our convictions and casting them out, it is necessary to reconstruct ourselves in the shortest time in such a way as to be inwardly, with all our minds, with all our essence, in agreement with this or that decision decreed by the party. Is it easy violently to cast out of one’s head that which yesterday I considered to be right, but which today, in order to be in complete agreement with the party, I consider to be false? It goes without saying – no. Nevertheless, by violence on ourselves the necessary result is attained. The rejection of life, a shot in the temple from a revolver – these are sheer trivialities by comparison with that other manifestation of will that I am talking about. This violence on oneself is felt sharply, acutely, but in the resort to this violence with the aim of breaking oneself and being in complete agreement with the party is expressed the essence of the real, convinced Bolshevik-Communist… I have heard the following form of reasoning… It (the party) can be cruelly mistaken, for example, in considering black that which is in reality clearly and unquestionably white… To all those who put this example to me, I say: yes, I will consider black that which I considered and which might appear to me to be white, since for me there is no life outside the party and outside agreement with it.’”[10]

Having completely surrendered their minds and wills to the party, much as the Jesuits surrendered their minds and wills to the Pope (Chernov compared Lenin to Torquemada), the Bolsheviks were able to proceed to violence and bloodshed on a scale that far exceeded the Inquisition or any previous tyranny in the history of the world, casting aside the restraint of any and every morality. Lenin called for “mass terror against the kulaks, priests and White Guards”. And Trotsky said: “We must put an end, once and for all, to the papist-Quaker babble about the sanctity of human life”.[11] Again, the first issue of the Kiev Cheka, Krasnij Mech (The Red Sword) for 1918 proclaimed: “We reject the old systems of morality and ‘humanity’ invented by the bourgeoisie to oppress and exploit the ‘lower classes’. Our morality has no precedent, and our humanity is absolute because it rests on a new ideal. Our aim is to destroy all forms of oppression and violence. To us, everything is permitted, for we are the first to raise the sword not to oppress races and reduce them to slavery, but to liberate humanity from its shackles… Blood? Let blood flow like water! Let blood stain forever the black pirate’s flag flown by the bourgeoisie, and let our flag be blood-red forever! For only through the death of the old world can we liberate ourselves from the return of those jackals!”[12]

In view of the fact that communism is by a wide margin the most bloodthirsty movement in human history, having already killed hundreds of millions of people worldwide (and we are still counting), it is necessary to say a few words about this aspect of its activity, which cannot be understood, according to Lebedev, without understanding the movement’s “devil-worshipping essence. For the blood it sheds is always ritualistic, it is a sacrifice to demons. St. John Chrysostom wrote: ‘It is a habit among the demons that when men give Divine worship to them with the stench and smoke of blood, they, like bloodthirsty and insatiable dogs, remain in those places for eating and enjoyment.’ It is from such bloody sacrifices that the Satanists receive those demonic energies which are so necessary to them in their struggle for power or for the sake of its preservation. It is precisely here that we decipher the enigma: the strange bloodthirstiness of all, without exception all, revolutions, and of the whole of the regime of the Bolsheviks from 1917 to 1953.”[13]

That communism, a strictly “scientific” and atheist doctrine, should be compared to devil-worshipping may at first seem strange. And yet closer study of communist history confirms this verdict. The communists’ extraordinary hatred of God and Christians, and indeed of mankind in general, can only be explained by demon-possession – more precisely, by an unconscious compulsion to bring blood-sacrifices to the devil, who was, in Christ’s words, “a murderer from the beginning” (John 8.44)…
 

The spirit of Leninism was not confined to the Soviet Union, but can be found wherever communism triumphs. To illustrate this point, let us take the example of Mao-Tse-Tung – with Stalin, the foremost disciple of the Leninist faith, who came to maturity at precisely this time. Mao’s biographers, Jung Chang and Jon Halliday, write: “In the winter of 1917-18, still a student as he turned twenty-four, he wrote extensive commentaries on a book called A System of Ethics, by a minor late nineteenth-century German philosopher, Friedrich Paulsen. In these notes, Mao expressed the central elements in his own character, which stayed consistent for the remaining six decades of his life and defined his rule.

“Mao’s attitude to morality consisted of one core, the self, ‘I’, above everything else: ‘I do not agree with the view that to be moral, the motive of one’s action has to be benefiting others. Morality does not have to be defined in relation to others… People like me want to… satisfy our hearts to the full, and in so doing we automatically have the most valuable moral codes. Of course there are people and objects in the world, but they are all there only for me.’

“Mao shunned all constraints of responsibility and duty. ‘People like me only have a duty to ourselves; we have no duty to other people.’ ‘I am responsible only for the reality that I know,’ he wrote, ‘and absolutely not responsible for anything else. I don’t know about the past, I don’t know about the future. They have nothing to do with the reality of my own self.’ He explicitly rejected any responsibility towards future generations. ‘Some say one has a responsibility for history. I don’t believe it. I am only concerned about developing myself… I have my desire and act on it. I am responsible to no one.’

“Mao did not believe in anything unless he could benefit from it personally. A good name after death, he said, ‘cannot bring me any joy, because it belongs to the future and not to my own reality.’ ‘People like me are not building achievements to leave for future generations.’ Mao did not care what he left behind.

“He argued that conscience could go to hell if it was in conflict with his impulses:

“‘These two should be one and the same. All our actions… are driven by impulse, and the conscience that is wise goes along with this in every instance. Sometimes… conscience restrains impulses such as over-eating or over-indulgence in sex. But conscience is only there to restrain, not oppose. And the restraint is for better completion of the impulse.’


https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjN88Fp02jyiYiBqA1QCfHYJ2BmSOZKiOgla0dtt7h5Dp7k7RC9UvFiBLDr4vKT_twCkrBMtTyav-D7Nmcda-GiUHxm9gLe1cWQ3fZK9JEx22hUsW-XQZOU9R90WagQoM3g_u70g3VouCM/s640/lenin-09.jpg 

 
Κοιτάζοντας στα μάτια έναν άνθρωπο κατανοείς πολλά. Ο συγκεκριμένος κοιταζει σαν σχιζοφρενής. Μερικά από τα αποφθέγματα του εγκληματία Λένιν:

Γιά την τρομοκρατία...

«Η τρομοκρατία είναι απαραίτητη καί αδιαφορώ γιά τό τί λένε οι υποκριτές καί λογοκάπηλοι.»

«Είμεθα όλοι Τσεκισταί.» (Τσέκα, ήταν η μυστική αστυνομία που ίδρυσε ο Λένιν καί που κατατρομοκρατούσε τόν λαό συλλαμβάνοντας τούς Χριστιανούς καί όλους όσους υπέπιπταν στή δυσμένια του Κομμουνιστικού κόμματος).

«Ο τρόμος είναι εργαλείο κοινωνικής υγιεινής.»

Γιά τις εκτελέσεις καί την Κομμουνιστική ασυνέπεια...

« Μας κατηγορούν ότι τότε καλούσαμε σέ συμμαχία εναντίον του Τσάρου ακόμη καί τούς αστούς Δημοκράτες, ενώ τώρα στέλνουμε στό εκτελεστικό απόσπασμα ακόμη καί τούς αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες καί τούς Μενσεβίκους (!!!). Καί μάς ερωτούν: Δέν είναι αυτό ασυνέπεια; Καί απαντούμε: Βεβαίως καί είναι. Αλλά όποιος εκπλήσσεται γι΄ αυτήν τήν ασυνέπεια είναι πολιτικώς ηλήθιος.»

« Μας κατηγορούν ότι τότε τάζαμε λαγούς μέ πετραχήλια καί τώρα δέν τηρούμε τίς υποσχέσεις μας. Αλλά τότε σκοπός μας ήταν η επανάστασις. Γίνεται επανάστασις χωρίς νά δίνουμε αφειδώς υποσχέσεις; Τώρα είμεθα Εξουσία καί τά πράγματα αλλάζουν... (!!!). »

« Πόλεμος χωρίς έλεος απέναντι στους κουλάκους! Θάνατος σε αυτούς.»

« Θα ρωτήσουμε τον άνθρωπο: πού τοποθετείσαι στο θέμα της επανάστασης; Είσαι μαζί της ή εναντίον της; Αν είναι εναντίον της θά τόν στήσουμε κί εμείς ενάντια στόν τοίχο γιά εκτέλεση. »

Για την Κομμουνιστική ηθική.

« Οι Κομμουνισταί πρέπει νά ξέρουν, άν είναι αναγκαίο νά κάνουν κάθε ελιγμό καί κάθε στρατήγημα, νά συγκαλύπτουν τήν αλήθεια, νά χρησιμοποιούν παράνομες μεθόδους (!!!). »

Γιά τή θρησκεία.

« Ο Μαρξισμός είναι Υλισμός. Ώς τοιούτος λοιπόν, είναι ανοικτίρμων εχθρός της θρησκείας... Μαχόμεθα κατά της θρησκείας. Τούτο αποτελεί το άλφα-βήτα πάσης υλιστικής κοσμοθεωρίας καί συνεπώς καί του Μαρξισμού. Αλλά ο Μαρξισμός δέν μόνο είναι μία υλιστική κοσμοθεωρία που σταματά είς τό άλφα-βήτα. Ο Μαρξισμός προχωρεί περεταίρω . Διδάσκει ότι πρέπει νά γνωρίζομεν πως νά πολεμούμε τη θρησκεία. »

« Κάθε θρησκευτική ιδέα, κάθε ιδέα του Θεού, ακόμα καί μία ερωτοτρόπηση μέ τήν ιδέα του Θεού, είναι απερίγραπτη χυδαιότητα του πιό επικίνδυνου είδους, μολυσματική ασθένεια του απεχθεστέρου είδους. Εκατομμύρια αμαρτιών, ανήθικες πράξεις βίας καί φυσικής μολύνσεως, είναι πολύ λιγότερο επικίνδυνες από την ύπουλη ιδέα του Θεού.»

« Ο κύριος εχθρός του κομμουνισμού είναι ο χριστιανικός κλήρος.»

Από το βιβλίο "Αρχιεπίσκοπος Άγιος Λουκάς ο ιατρός":

Από την πρώτη μέρα της επανάστασης η Ρωσική Εκκλησία μπήκε στο στόχαστρο. Ο Λένιν δεν έκρυβε το μίσος του για την Εκκλησία. Έλεγε: "Ο Μαρξ φάνηκε πολύ επιεικής απέναντι στην θρησκεία με το να την ονομάζει "όπιο του λαού". Η θρησκεία είναι ένα είδος χαλασμένης βότκας. Όσο πιο πολλοί τουφεκιστούν από τις τάξεις των αστών και του κλήρου, τόσο το καλύτερο."

Έγραφε στον λαϊκό επίτροπο δικαιοσύνης (σχετικά με το πως θα οργανωθεί η άμυνα απέναντι στην αντεπανάσταση): "Σύντροφε Κούρσκι (...) σας στέλνω την συμπληρωματική παράγραφο του Ποινικού Κώδικα. Ελπίζω να είναι καθαρή η "βασική σκέψη" παρά τα ελαττώματα του σχεδίου, να προβληθεί δηλαδή ανοιχτά η πολιτικά σωστή θέση, που δικαιώνει την τρομοκρατία την αναγκαιότητά της, και τα απεριόριστα όριά της."

Στο βιβλίο του "Μαθήματα από την Παρισινή Κομμούνα" αναλύει τους λόγους που απέτυχε, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η βασική αιτία της αποτυχίας ήταν ότι η Κομμούνα το 1871, σκότωσε πολύ λίγους ανθρώπους. Έπρεπε να εξαφανιστούν ολόκληρες τάξεις από τον πληθυσμό του Παρισιού. Από τον Δεκέμβριο του 1917 άρχισαν τα πρώτα διατάγματα εναντίον της Εκκλησίας και υπήρξαν τα πρώτα θύματα πιστών που έτρεχαν να υπερασπιστούν τους ναούς τις εικόνες και τα ιερά λείψανα.

“As conscience always implies some concern for other people, and is not a corollary of hedonism, Mao was rejecting the concept. His view was: ‘I do not think these [commands like “do not kill”, “do not steal”, and “do not slander] have anything to do with conscience. I think they are only out of self-interest for self-preservation.’ All considerations must ‘be purely calculation for oneself, and absolutely not for obeying external ethical codes, or for so-called feelings of responsibility…’

“Absolute selfishness and irresponsibility lay at the heart of Mao’s outlook.

“These attributes he held to be reserved for ‘Great Heroes’ – a group to which he appointed himself. For this elite, he said:

“‘Everything outside their nature, such as restrictions and constraints, must be swept away by the great strength in their nature… When Great Heroes give full play to their impulses, they are magnificently powerful, stormy and invincible. Their power is like a hurricane arising from a deep gorge, and like a sex-maniac on heat and prowling for a lover… there is no way to stop them.’

“The other central element in his character which Mao spelt out now was the joy he took in upheaval and destruction. ‘Giant wars,’ he wrote, ‘will last as long as heaven and earth and will never become extinct… The ideal of a world of Great Equality and Harmony [da tong, Confucian ideal society] is mistaken.’ This was not just the prediction that a pessimist might make; it was Mao’s desideratum, which he asserted was what the population at large wished. ‘Long-lasting peace,’ he claimed, ‘is unendurable to human beings, and tidal waves of disturbance have to be created in this state of peace… When we look at history, we adore the times of [war] when dramas happened one after another… which make reading about them great fun. When we get to the periods of peace and prosperity, we are bored… Human nature loves sudden swift changes.’

“Mao simply collapsed the distinction between reading about stirring events and actually living through cataclysm. He ignored the fact that, for the overwhelming majority, war meant misery.

“He even articulated a cavalier attitude towards death:

“‘Human beings are endowed with the sense of curiosity. Why should we treat death differently? Don’t we want to experience strange things? Death is the strangest thing, which you will never experience if you go on living… Some are afraid of it because the change comes too drastically. But I think this is the most wonderful thing: where else in this world can we find such a fantastic and drastic change?’

“Using a very royal ‘we’, Mao went on: ‘We love sailing on a sea of upheavals. To go from life to death is to experience the greatest upheaval. Isn’t it magnificent!’ This might at first seem surreal, but when later tens of millions of Chinese were starved to death under his rule, Mao told his inner ruling circle it did not matter if people died – and even that death was to be celebrated. As so often, he applied his attitude only to other people, not to himself. Throughout his own life he was obsessed with finding ways to thwart death, doing everything he could to perfect his security and enhance his medical care.

“When he came to the question ‘How do we change [China]?’, Mao laid the utmost emphasis on destruction: ‘the country must be… destroyed and then re-formed.’ He extended this line not just to China but to the whole world – and even the universe: ‘This applies to the country, to the nation, and to mankind… The destruction of the universe is the same… People like me long for its destruction, because when the old universe is destroyed, a new universe will be formed. Isn’t that better!’”[14]

On January 19 / February 1, 1918 his Holiness Patriarch Tikhon of Moscow anathematized the Bolsheviks and all those who cooperated with them. And on August 8, 1918, in an address “to all the faithful children of the Russian Orthodox Church”, he said: “Sin has fanned everywhere the flame of the passions, enmity and wrath; brother has risen up against brother; the prisons are filled with captives; the earth is soaked in innocent blood, shed by a brother’s hand; it is defiled by violence, pillaging, fornication and every uncleanness. From this same poisonous source of sin has issued the great deception of material earthly goods, by which our people is enticed, forgetting the one thing necessary. We have not rejected this temptation, as the Saviour Christ rejected it in the wilderness. We have wanted to create a paradise on earth, but without God and His holy commandments. God is not mocked. And so we hunger and thirst and are naked upon the earth, blessed with an abundance of nature’s gifts, and the seal of the curse has fallen on the very work of the people and on all the undertakings of our hands. Sin, heavy and unrepented of, has summoned Satan from the abyss, and he is now bellowing his slander against the Lord and against His Christ, and is raising an open persecution against the Church.”[15]

In characterizing Socialism in similar terms to those used by Dostoyevsky’s Grand Inquisitor, as the temptation to create bread out of stones which Christ rejected, the Patriarch certainly gave a valid critique of Socialism as it was and still is popularly understood – that is, as a striving for social justice on earth, or, as the former Marxist Fr. Sergius Bulgakov put it in 1917, “the thought that first of all and at any price hunger must be conquered and the chains of poverty broken… Socialism does not signify a radical reform of life, it is charity, one of its forms as indicated by contemporary life – and nothing more. The triumph of socialism would not introduce anything essentially new into life.”[16] From this point of view, Socialism is essentially a well-intentioned movement that has gone wrong because it fails to take into account God, the commandments of God and the fallenness of human nature.

However, as Igor Shafarevich has demonstrated, Socialism in its more radical form – that is, Revolutionary Socialism (Bolshevism, Leninism, Maoism) as opposed to Welfare Socialism - is very little concerned with justice and not at all with charity. Its real motivation is simply satanic hatred, hatred of the whole of the old world and all those in it, and the desire to destroy it to its very foundations. Its supposed striving for social justice is only a cover, a fig-leaf, a propaganda tool for the attainment of this purely destructive aim, which can be analyzed into four objects: the destruction of: (i) hierarchy, (ii) private property, (iii) the family, and (iv) religion.[17]

1. Hierarchy. Hierarchy had already largely been destroyed by the time the Bolsheviks came to power: from that time the only hierarchy was the Communist Party and all others were equally miserable in relation to it.

2. Private Property. Lenin’s famous slogan: “Loot the loot” (grab’ nagrablennoe) expresses the Party’s relationship to property. And by the end of the Civil War all property and privilege of any significance had passed into the hands of the new aristocracy, the Communist Party. Lenin’s plans were aided by a characteristic of the peasants (not all of them, of course, but probably the majority) that has already been noted: their refusal to admit the right of any but peasants to the land. Richard Pipes writes: “The peasant was revolutionary in one respect only: he did not acknowledge private ownership of land. Although on the eve of the Revolution he owned nine-tenths of the country’s arable, he craved for the remaining 10 percent held by landlords, merchants, and noncommunal peasants. No economic or legal arguments could change his mind: he felt he had a God-given right to that land and that someday it would be his. And by his he meant the commune’s, which would allocate it justly to its members. The prevalence of communal landholding in European Russia was, along with the legacy of serfdom, a fundamental fact of Russian social history. It meant that along with a poorly developed sense for law, the peasnt also had little respect for private property. Both tendencies were exploited and exacerbated by radical intellectuals for their own ends to incite the peasants against the status quo.

“Russia’s industrial workers were potentially destabilizing not because they assimilated revolutionary ideologies – very few of them did and even they were excluded from leadership positions in the revolutionary parties. Rather, since most of them were one or at most two generations removed fro m the village and only superficially urbanized, they carried with them to the factory rural attitudes only slightly adjusted to industrial conditions. They were not socialists but syndicalists, believing that as their village relatives were entitled to all the land, so they had a right to the factories…”[18]

3. The Family. Oliver Figes writes: “The Bolsheviks envisaged the building of their Communist utopia as a constant battle against custom and habit. With the end of the Civil War they prepared for a new and longer struggle on the ‘internal front’, a revolutionary war for the liberation of the communistic personality through the eradication of individualistic (‘bourgeois’) behaviour and deviant habits (prostitution, alcoholism, hooliganism and religion) inherited from the old society. There was little dispute among the Bolsheviks that this battle to transform human nature would take decades. There was only disagreement about when the battle should begin. Marx had taught that the alteration of consciousness was dependent on changes to the material base, and Lenin, when he introduced the NEP, affirmed that until the material conditions of a Communist society had been created – a process that would take an entire historical epoch – there was no point trying to engineer a Communist system of morality in private life. But most Bolsheviks did not accept that the NEP required a retreat from the private sphere. On the contrary, as they were increasingly inclined to think, active engagement was essential at every moment and in every battlefield of everyday life – in the family, the home and the inner world of the individual, where the persistence of old mentalities was a major threat to the Party’s basic ideological goals. And as they watched the individualistic instincts of the ‘petty-bourgeois’ masses become stronger in the culture of the NEP, they redoubled their efforts. As Anatoly Lunacharsky wrote in 1927: ‘The so-called sphere of private life cannot slip away from us, because it is precisely here that the final goal of the Revolution is to be reached.’

“The family was the first arena in which the Bolsheviks engaged the struggle. In the 1920s, they took it as an article of faith that the ‘bourgeois family’ was socially harmful: it was inward-looking and conservative, a stronghold of religion, superstition, ignorance and prejudice; it fostered egotism and material acquisitiveness, and oppressed women and children. The Bolsheviks expected that the family would disappear as Soviet Russia developed into a fully socialist system, in which the state took responsibility for all the basic household functions, providing nurseries, laundries and canteens in public centres and apartment blocks. Liberated from labour in the home, women would be free to enter the workforce on an equal footing with men. The patriarchal marriage, with its attendant sexual morals, would die out – to be replaced, the radicals believed, by ‘free unions of love’.


https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2019/11/07/Hitler-Stalin.jpg 

 Διαφορές δεν υπάρχουν παρά μόνο στο μουστάκι. Ο Χίτλερ εθνικοσοσιαλιστής, παγανιστής, αντιχριστιανός, εγκληματίας κατά της ανθρωπότητος εν ονόματι της δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου, του ανώτερου λευκού. Ο Στάλιν, άθεος, διεθνιστής σοσιαλιστής, αντιχριστιανός, εγκληματίας κατά της ανθρωπότητος εν ονόματι της δημιουργίας ενός νέου ανθρώπου, του σοβιετικού ανθρώπου. Το αποτέλεσμα το ίδιο, εκατομμύρια αθώοι νεκροί. Ο εχθρός πίσω από τους δύο παράφρωνες ένας και πατέρας τους ο ίδιος, ο διάβολος.

“As the Bolsheviks saw it, the family was the biggest obstacle to the socialization of children. ‘By loving a child, the family turns him into an egotistical being, encouraging him to see himself as the centre of the universe,’ wrote the Soviet educational thinker Zlata Lilina. Bolshevik theorists agreed on the need to replace this ‘egotistic love’ with the ‘rational love’ of a broader ‘social family’. The ABC of Communism (1919) envisaged a future society in which parents would no longer use the word ‘my’ to refer to their children, but would care for all the children in their community. Among the Bolsheviks there were different views about how long this change would take. Radicals argued that the Party should take direct action to undermine the family immediately, but most accepted the arguments of Bukharin and NEP theorists that in a peasant country such as Soviet Russia the family would remain for some time the primary unity of production and consumption and that it would weaken gradually as the country made the transition to an urban socialist society.


“Meanwhile the Bolsheviks adopted various strategies – such as the transformation of domestic space – intended to accelerate the disintegration of the family. To tackle the housing shortages in the overcrowded cities the Bolsheviks compelled wealthy families to share their apartments with the urban poor – a policy known as ‘condensation’ (uplotnenie). During the 1920s the most common type of communal apartment (kommunalka) was one in which the original owners occupied the main rooms on the ‘parade side’ while the back rooms were filled by other families. At that time it was still possible for the former owners to select their co-inhabitants, provided they fulfilled the ‘sanitary norm’ (a per capita allowance of living space which fell from 13.5 square metres in 1926 to just 9 square metres in 1931). Many families brought in servants or acquaintances to prevent strangers being moved in to fill up the surplus living space. The policy had a strong ideological appeal, not just as a war on privilege, which is how it was presented in the propaganda of the new regime (‘War against the Palaces!’), but also as part of a crusade to engineer a more collective way of life. By forcing people to share communal apartments, the Bolsheviks believed that they could make them communistic in their basic thinking and behaviour. Private space and property would disappear, the individual (‘bourgeois’) family would be replaced by communistic fraternity and organization, and the life of the individual would become immersed in the community. From the middle of the 1920s, new types of housing were designed with this transformation in mind. The most radical Soviet architects, like the Constructivists in the Union of Contemporary Architects, proposed the complete obliteration of the private sphere by building ‘commune houses’ (doma kommuny) where all the property, including even clothes and underwear, would be shared by the inhabitants, where domestic tasks like cooking and childcare would be assigned to teams on a rotating basis, and where everybody would sleep in one big dormitory, divided by gender, with private rooms for sexual liaisons. Few houses of this sort were ever built, although they loomed large in the utopian imagination and futuristic novels such as Yevgeny Zamiatin’s We (1920). Most of the projects which did materialize, like the Narkomfin (Ministry of Finance) house in Moscow (1930) designed by the Constructivist Moisei Ginzburg, tended to stop short of the full communal form and included both private living spaces and communalized blocks for laundries, baths, dining rooms and kitchens, nurseries and schools. Yet the goal remained to marshal architecture in a way that would induce the individual to move away from private (‘bourgeois’) forms of domesticity to a more collective way of life.

“The Bolsheviks also intervened more directly in domestic life. The new Code on Marriage and the Family (1918) established a legislative framework that clearly aimed to facilitate the breakdown of the traditional family. It removed the influence of the Church from marriage and divorce, making both a process of simple registration with the state. It granted the same legal rights to de facto marriages (couples living together) as it gave to legal marriages. The Code turned divorce from a luxury for the rich to something that was easy and affordable for all. The result was a huge increase in casual marriages and the highest rate of divorce in the world – three times higher than in France or Germany and twenty-six times higher than in England by 1926 – as the collapse of the Christian-patriarchal order and the chaos of the revolutionary years loosened sexual morals along with family and communal ties.”[19]

 https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/0/0a/Mao_Zedong_in_1959_%28cropped%29.jpg

Άλλος ένας εγκληματίας κατά της ανθρωπότητος, ο κομμουνιστής ηγέτης της Κίνας Μάο, τον οποίον κάποιοι πολιτικοί δυστυχώς εμμέσως τον υποστηρίζουν. Παραθέτουμε απόσπασμα από την συνεντευξη που έδωσε το 2008, ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στο schooligans.gr, Δείτε όλη την συνέντευξη εδω και εδώ.

 Είπες ότι θαυμάζεις τη «διαχρονική σκέψη του Μάο». Πώς μπορείς να θαυμάζεις μια σκέψη που η εφαρμογή της στην Κίνα έφερε λογοκρισία, φυλακίσεις, δολοφονίες;

 
Παιδιά, εγώ δεν είπα ότι θαυμάζω τον Μάο. Είπα ότι η σκέψη του Μάο -όχι ο Μάο ως προσωπικότητα, όχι ο Μάο ως διοίκηση, όχι ο Μάο ως καθεστώς- αλλά η σκέψη του Μάο σε πολλά σημεία της αξίζει. Το πιστεύω αυτό.


Ένα παράδειγμα;

 
Ας πούμε, η σκέψη πίσω από την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο είναι ότι πρέπει συνεχώς να αμφισβητούμε τις δομές και την νομενκλατούρα, ακόμα και όταν είμαστε μέσα στην «επαναστατική» διαδικασία. Αυτή είναι μια σημαντική σκέψη. (Σχόλιο Εγκολπίου: Σημειώστε πως η πολιτιστική επανάσταση του Μαό είχε εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς...)

 
Μα αυτό είναι αστείο! Δηλαδή ο Μάο στη θεωρία ενθάρρυνε την αμφισβήτηση και στην πράξη επέβαλε τη λογοκρισία;

 
Είναι πολύ αντιφατικό, το ξέρω. Ο Μάο εκτιμούσε ότι αυτό που κάνει είναι ένα βήμα προς τη σοσιαλιστική κοινωνία. Και πίστευε ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Αλλά, ο σκοπός του, η πρόθεσή του ήταν καλή.


Απ’ αυτή την καλή πρόθεση πέθαναν 38 εκατομμύρια άνθρωποι! Περισσότεροι απ’ όσους σκότωσε και ο Χίτλερ!

 
Ε, τώρα δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τον Χίτλερ με τον Μάο! Μπορεί τα κομμουνιστικά καθεστώτα να είχαν αυτό το τεράστιο έλλειμμα ελευθερίας, αλλά τουλάχιστον είχαν στο κέντρο της σκέψης τους τον άνθρωπο. (Σχόλιο Εγκολπίου: Λέει ο πρώην πρωθυπουργός Τσίπρας ότι τα κομμουνιστικά καθεστώτα είχαν στο κέντρο της σκέψης τους τον άνθρωπο... Και ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τον Χίτλερ με τον Μάο... Γιατί σκέφτεται έτσι ένας άνθρωπος που αυτοαποκαλείται αριστερός, χαζός δεν είναι και ξέρει ότι και ο Χίτλερ και ο Μάο έστειλαν στο τάφο εκατομμύρια ανθρώπους, ο καθένας λόγω της ιδεολογίας του; Διότι απλούστατα οι αριστεροί όπως και οι φασίστες είναι ιδεοληπτικοί και δεν θέλουν να παραδεχτούν τα εγκλήματα των πολιτικών προγόνων τους.)

 
Αυτό λίγο ενδιαφέρει τον άνθρωπο που πεθαίνει...

 
Όχι, δεν είναι έτσι. Και τέλος πάντων δεν είχαν ούτε κρεματόρια ούτε φούρνους με Εβραίους... (Σ. Ε. : Είχαν τα γκουλάγκ (στρατόπεδα συγκέντρωσης) σε μέρη όπου η θερμοκρασία έπεφτε μέχρι και 40 υπό το μηδέν, τεράστια κτήρια χωρίς θέρμανση, εξαντλητική εργασία επί ώρες κάθε μέρα, ψυχολογική και σωματική βία, λίγη τροφή σε σημείο ασιτίας, εκτελέσεις μαζικές σε ομαδικούς τάφους, διώξεις αναλόγως της εθνικής ταυτότητας, διώχθηκαν οι Τατάροι, οι Έλληνες Πόντιοι, οι Ουκρανοί, οι Εσθονοί και πολλοί άλλοι. Τί διαφορετικό έκανε ο Χίτλερ; Τόσο αδιάβαστος ήταν ο τότε πρόεδρος του Σύριζα και μετέπειτα πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας;)

 
Νεκρούς πάντως είχαν περισσότερους!

 
Καταρχάς, αυτοί οι αριθμοί αμφισβητούνται. Μένει να αποδειχθούν ιστορικά και τότε να το ξανασυζητήσουμε. (Σ. Ε. : Και οι νεοναζί αμφισβητούν τους φούρνους, το ολοκαύτωμα και έλεγαν στις συνεντεύξεις τους ότι ο Χίτλερ είναι μία μορφή που ακόμη δεν έχει κριθεί από την ιστορία...)

 
Έτσι κι αλλιώς, η πραγματική του πρόθεση φάνηκε στην πράξη! Προτεραιότητα ήταν ο εαυτός του και όχι η κοινωνία!

 
Δεν μπορώ να σας πείσω να εκτιμήσετε την σκέψη του Μάο.

 
Εσύ, πάντως, δέχεσαι ότι το καθεστώς του Μάο ήταν απολυταρχικό;  


Ναι, βέβαια, διότι ήταν ένα καθεστώς ανελευθερίας. Αλλά σας είπα, πρέπει να απομονώσουμε τη σκέψη από την ιστορική περίοδο και το αποτέλεσμα. Και αυτό ισχύει για πολλές προσωπικότητες - από τον Λένιν μέχρι τον Τσε. Εγώ μάλιστα εκτιμώ και τη σκέψη πολιτικών προσωπικοτήτων από την άλλη πλευρά. (Σ. Ε. : Ο Λένιν και ο Τσέ Γκεβάρα ήταν άνθρωποι που πότισαν την γη με αίμα συνανθρώπων τους, εν ονόματι της ιδεολογίας τους. Ο Τσέ μάλιστα είχε φτιάξει και στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους ομοφυλόφιλους στη Κούβα. Είχε γυριστεί και ταινία με τον Όλιβερ Ρίντ στον ρόλο ποιητή που φυλακίστηκε σε στρατόπεδο γιατί ήταν ομοφυλόφιλος.)

In November, 1920 the Bolsheviks also legalized abortions; they were made available free of charge at the mother’s request.[20] For “in Soviet Russia,” writes Pipes, “as in the rest of Europe, World War I led to a loosening of sexual mores, which here was justified on moral grounds. The apostle of free love in Soviet Russia was Alexandra Kollontai, the most prominent woman Bolshevik. Whether she practiced what she preached or preached what she practiced, is not for the historian to determine; but the evidence suggests that she had an uncontrollable sex drive coupled with an inability to form enduring relationships. Born the daughter of a wealthy general, terribly spoiled in childhood, she reacted to the love lavished on her with rebellion. In 1906 she joined the Mensheviks, then, in 1915, switched to Lenin, whose antiwar stand she admired. Subsequently, she performed for him valuable services as agent and courier.

“In her writings, Kollontai argued that the modern family had lost its traditional economic function, which meant that women should be set free to choose their partners. In 1919 she published The New Morality and the Working Class, a work based on the writings of the German feminist Grete Meisel-Hess. In it she maintained that women had to be emancipated not only economically but also psychologically. The ideal of ‘grand amour’ was very difficult to realize, especially for men, because it clashed with their worldly ambitions. To be capable of it, individuals had to undergo an apprenticeship in the form of ‘love games’ or ‘erotic friendships’, which taught them to engage in sexual relations free of both emotional attachment and personal domination. Casual sex alone conditioned women to safeguard their individuality in a society dominated by men. Every form of sexual relationship was acceptable: Kollontai advocated what she called ‘successive polygamy’. In the capacity of Commissar of Guardianship (Prizrenia) she promoted communal kitchens as a way of ‘separating the kitchen from marriage’. She, too, wanted the care of children to be assumed by the community. She predicted that in time the family would disappear, and women should learn to treat all children as their own. She popularized her theories in a novel, Free Love: The Love of Worker Bees (Svobodnaia liubov’: liubov’ pchel trudovykh) (1924), one part of which was called, ‘The Love of Three Generations’. Its heroine preached divorcing sex from morality as well as from politics. Generous with her body, she said she loved everybody, from Lenin down, and gave herself to any man who happened to attract her.

“Although often regarded as the authoritarian theoretician of Communist sex morals, Kollontai was very much the exception who scandalized her colleagues. Lenin regarded ‘free love’ as a ‘bourgeois’ idea – by which he meant not so much extramarital affairs (with which he himself had had experience) as casual sex…

“Studies of the sexual mores of Soviet youth conducted in the 1920s revealed considerable discrepancy between what young people said they believed and what they actually practiced: unusually, in this instance behaviour was less promiscuous than theory. Russia’s young people stated they considered love and marriage ‘bourgeois’ relics and thought Communists should enjoy a sexual life unhampered by any inhibitions: the less affection and commitment entered into male-female relations, the more ‘communist’ they were. According to opinion surveys, students looked on marriage as confining and, for women, degrading: the largest number of respondents – 50.8 percent of the women and 67.3 of the women – expressed a preference for long-term relationships based on mutual affection but without the formality of marriage.

“Deeper probing of their attitudes, however, revealed that behind the façade of defiance of tradition, old attitudes survived intact. Relations based on love were the ideal of 82.6 percent of the men and 90.5 percent of the women: ‘This is what they secretly long for and dream about,’ according to the author of the survey. Few approved of the kind of casual sex advocated by Kollontai and widely associated with early Communism: a mere 13.3 percent of the men and 10.6 of the women. Strong emotional and moral factors continued to inhibit casual sex: one Soviet survey revealed that over half of the female student respondents were virgins…”[21]

4. Religion. Of the four destructive ends of Bolshevism, the most fundamental is the destruction of religion, especially Christianity. The incompatibility between Socialism and Christianity was never doubted by the apostles of Socialism. Religion was to Marx “opium for the people”, and to Lenin – “spiritual vodka”. Lenin wrote that “every religious idea, every idea of a god, even flirting with the idea of God is unutterable vileness of the most dangerous kind”.[22] And in 1918 he said to Krasin: “Electricity will take the place of God. Let the peasant pray to electricity; he’s going to feel the power of the central authorities more than that of heaven.”[23] As Alexander Solzhenitsyn wrote: “Within the philosophical system of Marx and Lenin, and at the heart of their psychology, hatred of God is the principal driving force, more fundamental than all their political and economic pretensions. Militant atheism is not merely incidental or marginal to Communist policy. It is not a side-effect, but the central pivot…”[24]

As regards the Bolshevik attitude to law, this was described by Latsis: “In the investigation don’t search for materials and proofs that the accused acted in word or deed against Soviet power. The first question which you must put to him is: what is his origin, education, upbringing or profession. These are the questions that must decide the fate of the accused… If it is possible to accuse the Cheka of anything it is not in excessive zeal in executions, but in not applying the supreme penalty enough… We were always too soft and magnanimous towards the defeated foe!”[25]

As for morality, in his address to the Third All-Russian congress of the Union of Russian Youth in October, 1920, Lenin wrote: "In what sense do we reject morality and ethics? In the sense in which it is preached by the bourgeoisie, which has derived this morality from the commandments of God. Of course, as regards God, we say that we do not believe in Him, and we very well know that it was in the name of God that the clergy used to speak, that the landowners spoke, that the bourgeoisie spoke, so as to promote their exploitative interests. Or… they derived morality from idealistic or semi-idealistic phrases, which always came down to something very similar to the commandments of God. All such morality which is taken from extra-human, extra-class conceptions, we reject. We say that it is a deception, that it is a swindle, that it is oppression of the minds of the workers and peasants in the interests of the landowners and capitalists. We say that our morality is entirely subject to the interests of the class struggle of the proletariat. Our morality derives from the interests of the class struggle of the proletariat."[26]

Of course, there is an inner contradiction here. If God does not exist, and all the older systems of morality are nonsense, why entertain any notions of good and evil? And why prefer the interests of the proletariat to anyone else’s? In fact, if God does not exist, then, as Dostoyevsky said, everything is permitted and nothing is sacred – not even the interests of the proletariat. And this is what we actually find in Bolshevism – a complete disregard of the interests of any class or person, excepting only of the Communist Party and its leader.

In any case, as Alexander Solzhenitsyn wrote: “The line dividing good and evil passes not between states, not between classes, and not between parties – it passes through each human heart – and through all human hearts…”[27]

 
Communism cannot be defeated by political, but only by spiritual methods – not by war, not by political re-education, but only by exorcism on a collective scale. For, as Elder Aristocles of Moscow said in 1911, communism is not an ideology, but a spirit from hell… Such exorcism has hardly begun, as is witnessed by the fact that Russia is ruled today by a chekist who toasts Stalin and calls the supposed fall of Soviet communism in 1991 “a geo-political tragedy”, as also by the fact that Lenin’s body still rests in honour in Red Square.[28] So the results of tomorrow’s election will change nothing, whoever wins. Its only significance lies in the fact that it coincides with the Orthodox feast of the Triumph of Orthodoxy. And so, while the newest neo-Soviet leader is being elected, the True Orthodox Churches – but not those of the Sovietized Moscow Patriarchate, created by Stalin and still ruled by Putin – will be resounding to the sound of Patriarch Tikhon’s anathema against the Bolsheviks. For only Christ is the Church can defeat communism, and only the resurrection of True Orthodoxy in Russia will save the world…

Vladimir Moss.

February 20 / March 3, 2012.

First Saturday of the Great Fast.

 https://www.gstatic.com/hostedimg/cacb32b14233098d_large

 Το μαυσωλείο στο οποίο βρίσκονταν τα ταριχευμένα πτώματα των Λένιν και Στάλιν, και από ένα χρονικό σημείο και μετά μόνο του Λένιν μέχρι την αυτοδιάλυση της Σοβιετικής Ένωσης όπου το μαυσωλείο καταργήθηκε. Οι εκκλησίες και οι μονές άνοιξαν και πάλι, οι ορθόδοξοι πιστοί μπορούσαν πια να ασκούν ελεύθερα τα της πίστης τους, χωρίς να τους περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα (μέθοδος που εφήρμοσαν οι Λένιν και Στάλιν) ή το ψυχιατρείο και ο αργός θάνατος από ακατάλληλα ψυχοφάρμακα σε υγιείς ανθρώπους (μέθοδος που εφήρμοσε ο Χρουτσώφ). Οι ψεύτικοι θεοί αποκαθηλώθηκαν και η ορθοδοξία έλαμψε με χιλιάδες χειροτονίες κληρικών, χιλιάδες κουρές μοναχών και μοναζουσών, εκατομμύρια βαπτίσεις και έντονη ιεραποστολή.

https://kcmeesha.com/wp-content/uploads/2012/10/stal.jpg

https://russianlife.com/sites/default/cache/file/8A4A905B-D64E-10A9-140C6A2CA087498F_fullpage.png 

 Ο κομμουνισμός αν και παρουσιάζεται ως διαλεκτικός υλισμός, αν και απορρίπτει την ύπαρξη του Θεού, στην ουσία του είναι θρησκεία. Ακριβώς όπως και ο εθνικοσοσιαλισμός του Χίτλερ όπου ο αρχηγός του κόμματος ήταν ένα είδος μεσσία που θα σώσει την ανθρωπότητα απο τους δήθεν κατώτερους μαύρους, εβραίους, τσιγγάνους κλπ. Οι άθεοι κομμουνιστές και εν γένει οι άθεοι αριστεροί θεωρούν παράλογο το ότι εμείς οι Χριστιανοί πιστεύουμε και λατρεύουμε τον Θεό, ασπαζόμεθα και τιμούμε ιερές εικόνες και ιερά λείψανα αγίων. Οι κομμουνιστές όταν επικράτησαν δια της βίας, όπου επικράτησαν, προσπάθησαν να καταστρέψουν τα σύμβολα λατρείας των πιστών. Οι ίδιοι όμως, αναιρώντας τον εαυτό τους και την ιδεοληψία τους ότι δήθεν είναι άθεοι, έφτιαξαν τους δικούς τους θεούς, τους οποίους τους ταρίχευσαν και τους έβαλαν σε μαυσωλείο για να τους τιμούν. Στις άνω φωτογραφίες βλέπετε τα πτώματα των δολοφόνων Λένιν και Στάλιν τα οποία το κομμουνιστικό κόμμα διατήρησε για να τα τιμούν και να νιώθουν δέος ενώπιον τους οι πιστοί του κόμματος. Επί Νικήτα Χρουτσώφ, ο οποίος προσπάθησε να αποσταλινοποιήσει την Σοβιετική Ένωση, το πτώμα του Στάλιν απομακρύνθηκε από το μαυσωλείο και ετάφη όπισθεν αυτού, αλλά δεν τόλμησε να βγάλει και του Λένιν, διότι έπρεπε οι πιστοί του κόμματος να έχουν τον θεό τους να τον βλέπουν. Ο Χρουτσώφ αποκάλυψε τα εγκλήματα του Στάλιν, δείχνωντας κρατικά έγγραφα και μιλώντας για εκατομμύρια νεκρούς. Βεβαίως ακόμη και σήμερα τα σταλινικά κόμματα, όπου γης έχουν απομείνει, και στην Πατρίδα μας, δεν παραδέχονται τίποτα αν και τις αποκαλύψεις τις έκανε ένας εκ των κοντινών ανθρώπων του Στάλιν, και στέλεχος με υψηλή θέση, ο Νικήτα Χρουτσώφ.

[1] In What is to be Done? (1902), Lenin argued that in the conditions of Tsarist Russia it was impossible for the party to live openly among the people, but had to be an underground organization with strictly limited membership. “In an autocratic state the more we confine the membership of such a party to people who are professionally engaged in revolutionary activity and who have been professionally trained in the art of combating the political police, the more difficult it will be to wipe out such an organization” (in M.J. Cohen and John Major, History in Quotations, London: Cassell, 2004, p. 678).

[2] Figes, A People’s Tragedy, London: Pimlico, 1997, p. 386.

[3] Figes, op. cit., pp. 389, 390, 391.

[4] Istoki Zla (Tajna Kommunizma) (The Sources of Evil (The Secret of Communism)), Moscow, 2002, p. 35.

[5] See Anthony Sutton, Wall Street and the Bolshevik Revolution, Arlington, 1974; O.A. Platonov, Ternovij Venets Rossii (Russia’s Crown of Thorns), Moscow, 1998, pp. 359-361.

[6] Istoki Zla, pp. 35-36.

[7] I.P. Goldenberg saw Lenin as the successor of Bakunin, not Marx, and his tactics those of “the universal apostle of destruction” (in Robert Service, Lenin, 2000, p. 267).

[8] Chernov, “Lenin”, in Foreign Affairs, January-February, 2012, pp. 10-12.

[9] Lebedev, Velikorossia (Great Russia), St. Petersburg, 1999, pp. 445-447.

[10] Shafarevich, Sotsializm kak iavlenie mirovoj istorii (Socialism as a phenomenon of world history), Paris: YMCA Press, 1977, pp. 284-286.

[11] Niall Ferguson, The War of the World, London: Penguin, 2007, pp. 150, 148.

[12] Nicholas Werth, “A State against its People”, in Stéphane Courtois, Nicolas Werth, Jean-Louis Panné, Andrzej Packowski, Karel Bartošek, Jean-Louis Margolin, The Black Book of Communism, London: Harvard University Press, 1999, p. 102.

[13] Lebedev, op. cit., p. 429.

[14] Chang and Halliday, Mao: The Unknown Story, London: Jonathan Cape, 2005, pp. 13-15.

[15] Regelson, Tragedia Russkoj Tserkvi, 1917-1945, Paris: YMCA Press, 1977, p. 52.

[16] Bulgakov, Sotsializm i Khristianstvo (Socialism and Christianity), Moscow, 1917; quoted in Shafarevich, op. cit., pp. 288, 289.

[17] Shafarevich, op. cit., p. 265.

[18] Pipes, Russia under the Bolshevik Regime, 1919-1924, London: Fontana, 1995, p. 494.

[19] Figes, The Whisperers, London: Pimlico, 1997, pp. 7-10. Figes continues: “In the early years of Soviet power, family breakdown was so common among revolutionary activists that it almost constituted an occupational hazard. Casual relationships were practically the norm in Bolshevik circles during the Civil War, when any comrade could be sent at a moment’s notice to some distant sector of the front. Such relaxed attitudes remained common through the 1920s, as Party activists and their young emulators in the Komsomol [Communist Youth League] were taught to put their commitment to the proletariat before romantic love or family. Sexual promiscuity was more pronounced in the Party’s youthful ranks than among Soviet youth in general. Many Bolsheviks regarded sexual licence as a form of liberation from bourgeois moral conventions and as a sign of ‘Soviet modernity’. Some even advocated promiscuity as a way to counteract the formation of coupling relationships that separated lovers from the collective and detracted from their loyalty to the Party.

“It was a commonplace that the Bolshevik made a bad husband a father because the demands of the Party took him away from the home. ‘We Communists don’t know our own families,’ remarked one Moscow Bolshevik. ‘You leave early and come home late. You seldom see your wife and almost never your children.’ At Party congresses, where the issue was discussed throughout the 1920s, it was recognized that Bolsheviks were far more likely than non-Party husbands to abandon wives and families, and that this had much to do with the primacy of Party loyalties over sexual fidelity. But in fact the problem of absent wives and mothers was almost as acute in Party circles, as indeed it was in the broader circle of the Soviet intelligentsia, where most women were involved in the public sphere.

“Trotsky argued that the Bolsheviks were more affected than others by domestic breakdown because they were ‘most exposed to the influence of new conditions’. As pioneers of a modern way of life, Trotsky wrote in 1923, the ‘Communist vanguard merely passes sooner and more violently through what is inevitable’ for the population as a whole. In many Party households there was certainly a sense of pioneering a new type of family – one that liberated both parents for public activities – albeit at the cost of intimate involvement with their children.” (pp. 10-11)

[20] Pipes, op. cit., p. 330.

[21] Pipes, op. cit., pp. 331-332, 333.

[22] Lenin, Letter to Gorky (1913), Polnoe Sobranie Sochinenij (Collected Works) (second edition, 1926-1932), vol. 17, pp. 81-86.

[23] Liberman, S.I. “Narodnij komisar Krasin” (The People’s Commissar Krasin), Novij zhurnal (The New Journal), № 7, 1944, p. 309; quoted in Volkogonov, D. Lenin, London: Harper Collins, 1994, p. 372.

[24] Solzhenitsyn, Acceptance Speech, Templeton Prize for Progress in Religion, 1983; Russkaia Mysl' (Russian Thought), № 3465, 19 May, 1983, p. 6.

[25] Latsis, Ezhenedel’nik ChK (Cheka Weekly), № 1, November 1, 1918; in Priest Vladimir Dmitriev, Simbirskaia Golgofa (Simbirsk’s Golgotha), Moscow, 1997, p. 4.

[26] Lenin, op. cit., vol. 41, p. 309.

[27] Solzhenitsyn, Arkhipelag GULag (The GULag Archipelago), Paris: YMCA Press, volume 2, p. 602. [28] With regard to Lenin’s mausoleum, Fr. Michael Ardov recounts the following interesting anecdote: “While the holy hierarch [Tikhon]was still alive, the first mausoleum, at that time still wooden, was built on Red square. Evidently they built it hastily, and soon after the work was finished an annoying event took place in the new building – the water-closet broke down and a pipe began to gush water. Rumours about this event began to spread through Moscow. They told Patriarch Tikhon also, and he responded to the information shortly and expressively: ‘From relics myrrh flows.’” (Posev (Sowing), 167, 1992, p. 251)

Πηγή: orthodoxchristianbooks.com, redskywarning.blogspot.com, omadaalithias.gr, stwmenkalws.blogspot.com, mixanitouxronou.gr, russianlife.com, kcmeesha.com

Τρίτη 8 Ιουνίου 2021

Καρανίκας, κοκαίνη, ηρωίνη και χασίς.

Δυστυχώς φτάσαμε στο σημείο, πρώην σύμβουλος του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στον τομέα στρατηγικού σχεδιασμού, να δηλώνει ότι έχει κάνει χρήση σκληρών ναρκωτικών, κοκαίνης και ηρωίνης, δύο ναρκωτικών που είναι εν δυνάμει θανατηφόρα. Ισχυρίζεται ότι ως στρατευμένος στην αριστερά από τα 14 του έκανε επιστημονική χρήση των ουσιών αυτών, με βοήθεια ιατρού και υπολογισμό των δόσεων. Δηλαδή όσοι είναι αριστεροί λόγω της ιδεολογίας τους είναι ανοικτοί σε τέτοιου είδους '''έρευνες''; Βεβαίως λέει ότι δεν πρέπει να παίρνουν οι άνθρωποι αυτά τα ναρκωτικά αλλά στην ίδια συνέντευξη υποστηρίζει την χρήση της ινδικής κάνναβης, του πιο γνωστού ως χασίς. Είναι γνωστό ότι το χασίς αλλάζει το επίπεδο συνειδήσεως του ανθρώπου και οι μακρά χρήση του έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχολογία του χρήστη και στα εγκεφαλικά κύτταρα. 
 
Γνωρίζω προσωπικώς πρώην χρήστη κάνναβης, ο οποίος από τα νειάτα του, κατέστρεψε την ζωή του διότι από το χασίς εμφάνισε βαρέα ψυχολογικά προβλήματα, διέκοψε τις σπουδές του στην Αγγλία, επέστρεψε Ελλάδα, ξεκίνησε φαρμακευτική αγωγή με ψυχίατρο και ακόμη 40 χρόνια μετά δεν κατάφερε να συνέλθει. Δεν κατάφερε να κάνει οικογένεια, δεν μπορούσε να εργαστεί και ζει με σύνταξη λόγω βαρέων ψυχολογικών προβλημάτων.
 
Λοιπόν, είναι δυνατόν ο πρώην πρωθυπουργός της Πατρίδος μας και ιδεολογικά αριστερός Αλέξης Τσίπρας να διόρισε σύμβουλό του έναν άνθρωπο με τέτοιες επικίνδυνες ιδέες; Είναι δυνατόν, συνέβη και θα ξανασυμβεί διότι οι Έλληνες έχουν χάσει τις επαφές με τις ρίζες τους, όπου πρωταρχικώς είναι η Ορθόδοξος πίστη και η αγάπη στην Πατρίδα. Δεν φταίνε μόνο οι πολιτικοί, αλλά και ο λαός που τους δίνει εντολή να κυβερνήσουν.

 

 
 
Δείτε όλη την συνέντευξη εδώ. 

Πακιστανοί προσπάθησαν να βιάσουν σύζυγο Πακιστανού.

 https://www.protothema.gr/greece/article/1131443/agia-marina-ston-anakriti-oi-duo-pakistanoi-pou-xegumnosan-tin-25hroni/

Αναζητηση

Αναγνώστες