Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Ομιλία εις την παραβολήν του Ασώτου και περί μετανοίας.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEh0WpdDCPb107yP5wgaMFwR4NsbTU1GuDbtqFXmOW48nVDoXJ9Xa0GExA1lBJ7dVBLw2bSaQm23rzu3m6vQiNl9WqTYfKfCHsJJV49Ovxawy3UWPffx9WvpUBeFEe7HL0TNDKWzhrvCDLA/s1600/%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CE%BB%CE%B7++%CE%B1%CF%83%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85.JPG
 
Αγίου Γενναδίου Πατριάρχου Κων/πόλεως, λόγος εις την παραβολήν του Ασώτου υιού ή άλλως του Σπλαχνικού πατρός.

Ο γογγυσμός των Φαρισαίων και των Γραμματέων για την επιείκεια προς τους τελώνες, οι οποίοι πρώτοι άρχισαν να πλησιάζουν τον Κύριόν μας με ευλάβεια και να απολαμβάνουν την διδασκαλία του, τους ιδίους τους αμαρτωλούς και τους τελώνες δεν τους ημπόδισε να προχωρήσουν στο συμφέρον τους, ούτε τους απεμάκρυνε από την τόσο καλή και ευτυχή εκείνην προσέγγιση. τους ωφέλησε μάλιστα, δίδοντάς τους αρκετές εγγυήσεις για την φιλανθρωπία με την οποίαν αντιμετωπίζει ο Θεός αυτούς που μετανοούν και επιστρέφουν σ’ αυτόν από τις πονηρίες τους· παρεκίνησε δε και τον Κύριόν μας να παρηγορήση με μεγαλύτερον και πιο έντονον ζήλον εμάς, χάριν των οποίων εδιηγήθη και αυτές τις παραβολές. Διότι όχι μόνον τους τότε παρόντες αμαρτωλούς και τελώνες, αλλά βεβαίως και εμάς και ολους αυτούς που από τότε μέχρι τώρα προσέχουν με πίστη στους θείους του λόγους και θα προσέχουν μέχρι την συντέλεια, μας ψυχαγωγεί θαυμάσια με τις ελπίδες της φιλανθρωπίας του, αρκεί να προτιμήσωμε την δια της μετανοίας επιστροφή με κάθε δυνατόν τρόπο.

Και οι μεν «άγγελοι χαίρουσι επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», όπως μας λέγει ο Δεσπότης, ο ιδικός μας και των αγγέλων. Οι δε Φαρισαίοι περιγελούσαν τον θείον λόγον, είχαν υποδουλωθή στην οίηση και την φιλαργυρία, και ήσαν συνηθισμένοι να οδηγούν μαζί τους στην απώλεια και στην διαφθοράν όσους εξηπατούντο από αυτούς, και τους έδιδαν προσοχή νομίζοντας ότι έχουν την δυνατότητα να ωφελήσουν και να σώσουν.

Και αφού ούτε επείθοντο στον Δεσπότη μας, αλλά με κάθε τρόπο τον επηρέαζαν φανερά και του έστηναν ενέδρες, ούτε ήθελαν να προσέξουν στα γεγονότα από τα οποία κάθε ημέρα κηρύττεται φανερά η φιλανθρωπία του Θεού, έπρεπε τουλάχιστον να πιστεύουν στα βιβλία των οποίων εθεωρούντο ερμηνευταί προς τους άλλους.

Μέσα σε αυτά όλες σχεδόν οι υποθέσεις δεικνύουν την συμπάθεια και τον οίκτο του Θεού προς εκείνους που μετανοούν, και την σφοδροτάτην ποινήν εναντίον αυτών που αμαρτάνουν αμετανόητα. Και από μύρια παραδείγματα αυτής της ουρανίου φιλανθρωπίας ήταν γεμάτος ο πριν από την θείαν οικονομία χρόνος, σαν από προδρόμους και προοίμια της μετά ταύτα σαφεστέρας και μεγαλυτέρας συμπαθείας που έδειξε.

Αλλά τώρα εμείς αφήνοντας την άλλη διδασκαλία του Σωτήρος, θα μιλήσωμε μόνο για την παραβολήν των δύο υιών, την οποία θα ακούσωμε σήμερα να διαβάζεται. Ήδη ο παραβολικός λόγος που χρησιμοποιούσε η θεία εύνοια προς χάριν των αμαρτωλών, και αφορούσε τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, είχεν εξαπλωθεί αρκετά, ανεφέρετο δε στο ότι απιστούσαν ακόμη και στα αυτονόητα, κλείνοντας επιμόνως τους οφθαλμούς των, ή και βλέποντας προσποιούντο ότι δεν βλέπουν.

Εδικαίωναν τους εαυτούς των ενώπιον των ανθρώπων χωρίς να εντρέπωνται Εκείνον που γνωρίζει τα πάντα, και εγίνοντο φορτικοί στα πταίσματα των ομοδούλων ή και των αδελφών τους. Επίσης, όσους μεταξύ των ανθρώπων ήσαν πατέρες και έδειχναν φιλανθρωπία για τα παιδιά τους, συγχωρώντας την προηγουμένην αναίδειάν τους, έστω και αν ήταν πολυχρόνιος, και αρκούμενοι στο ότι επέστρεφαν και ομολογούσαν την αφροσύνη τους, τους επαινούσαν, μερικές φορές μάλιστα εμεσίτευαν υπέρ αυτών. 
 
http://pemptousia-2.wpengine.netdna-cdn.com/wp-content/uploads/2012/02/15914-the-return-of-the-prodigal-son-rembrandt-harmenszoon-van-rijn.jpg
 
Ελαιογραφία σε καμβά, του μεγάλου Ολλανδού ζωγράφου Ρέμπραντ Βαν Ρέιν, εμπνευσμένος από την επιστροφή του μετανοημένου ασώτου υιού στις πατρικές αγκάλες.

Την φιλανθρωπίαν όμως του κοινού Δημιουργού και Πατρός των όλων την ηρνούντο. Σ’ εκείνους λοιπόν εδίδοντο γι’ αυτούς τους λόγους οι παραβολές, οι οποίες έπαιρναν αφορμές από τα καθημερινά και ανθρώπινα γεγονότα, και ήλεγχαν την απανθρωπίαν. Εμείς όμως δεν χρειαζόμεθα πλέον τις παραβολές, αφού έχουμε πιστεύσει κατ’ εξοχήν στους λόγους και στα έργα του Κυρίου, και μόνον από αυτά αντλούμε την ελπίδα της σωτηρίας.

Διότι αυτό το καλό δεν το αποκτήσαμε μόνον από τα μαθήματα των θείων μυστηρίων που αυτός μας έδωσε, αλλά τον παρακολουθήσαμε να μας βεβαιώνη και με πολύ φανερά παραδείγματα, ότι αφού πρώτα έδιδε την άφεση των αμαρτιών, αμέσως μετά την επεβεβαίωνε σ’ αυτούς που την εδέχθησαν, και την εφανέρωνε προσθέτοντας την απαλλαγήν από τα σωματικά κακά, όπως έγινε στον παραλυτικόν και σε πολλούς άλλους.

Αυτά λοιπόν, τιμώντας τον Δεσπότη, τον Πατέρα και Κηδεμόνα μας, θα τα εκθέσωμε απλώς, όχι για να επιβεβαιώσωμε την προς εμάς φιλανθρωπία του με παραβολές ή διηγήσεις, αφού αυτή είναι ανεκδιήγητος και νικά κάθε όγον, αλλά μόνον για να τον ευχαριστήσωμε, επειδή όχι μόνο την πραγματοποιεί αλλά και την φανερώνει σιωπηρώς, αυτήν που φανερώνεται κάθε ώρα με έργα απερίγραπτα.

Πατέρας λοιπόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά φύσιν είναι ο Θεός που αιωνίως τον γεννά. Από αυτόν προήλθε κατά φύσιν και όχι απλώς με την βούλησιν όπως συνέβη με τα κτίσματα. Πατέρα δε εμείς οι άνθρωποι έχουμε έναν, δηλαδή μαζί και τον Θεόν Πατέρα και τον Θεάνθρωπον Υιόν. Επειδή είναι ένας Θεός και μία φύσις, είναι ένας και σχετικώς με εμάς, έστω και αν διακρίνωνται οι υποστάσεις τους.

Επομένως ο καθένας τους είναι πατέρας μας, από την άποψη της διακρίσεως των προσώπων, και συγχρόνως ένας πατέρας μας είναι και οι τρείς, όπως είναι και ένας Θεός κατά την φύση. Ο δε Θεός είναι πατέρας μας κατά χάριν, όχι κατά φύσιν, επειδή είμεθα έργα της βουλήσεως, όχι της φύσεώς του. Και για όλα μεν τα έργα του είναι πατέρας ο Θεός, ιδιαιτέρως όμως για εμάς τους ανθρώπους, επειδή σ’ εμάς δίδει λογική, μας κάνει αυτεξουσίους, μας ορίζει άρχοντες όλης της κτίσεως.

Μας συνδέει με το σώμα σαν με εργαλείο, μας δίδει δε την δυνατότητα να ανεβούμε με το πνεύμα μέχρι τον ουρανό. Προνοεί για μας χωρίς χρονικόν περιορισμόν, όχι μόνον για την πρόσκαιρον ύπαρξη και ζωή μας, αλλά και για να ζούμε αιωνίως, συναναστρεφόμενοι άμεσα μαζί του και απολαμβάνοντας τα εκεί αγαθά. Να είμεθα μακάριοι όπως αυτός, όχι με γηίνην ευτυχίαν αλλά με την μακαριότητα που δίδεται υπερφυώς. Ω, τι ανέκφραστος αγαθότης, που νικά κάθε νουν και κάθε λόγο! Ηνέχθη να είναι και πατέρας των έργων και των δούλων του, χρησιμοποιώντας για μας όλες τις πατρικές μεθόδους, χωρίς να παραλείπη τίποτε.

Η προαίρεσις των τοιούτων τέκνων από την αρχήν ακόμη έχει διαιρεθεί σε δύο, αν και η φύσις τους είναι μία. Ας εξαιρέσωμε όμως τώρα την πρώτην δυάδα των ανθρώπων, τότε που έγινε η σπορά της φύσεώς μας, επειδή εκείνοι δεν ήσαν αδελφοί, η δε δική τους υπόθεσις είναι διαφορετική, και αρμόζει σε άλλην ευκαιρία. Σ’ αυτόν τον λόγο θα ασχοληθούμε με εκείνους που εγεννήθησαν από αυτούς. Από τότε λοιπόν διηρέθη το ανθρώπινον γένος. Και ο Θεός προεγνώριζε μεν και προτιμούσε να μείνη αδιαίρετον, αλλά ήθελε να αφήση την χρήση των καλών που τους έδωσε περισσότερο στην προαίρεσή τους. 
 
https://i2.wp.com/www.historicstpauls.ca/assets/images/Sermon%20images/The-Fathers-Heart.jpg
 
Διότι δεν θα έπαιρνε πίσω την ελευθερία της γνώμης, το καλλίτερον από τα δώρα που τους είχε δώσει. Και εγνώριζε μεν ότι μία μερίδα των τέκνων του δεν θα χρησιμοποιήση καλώς αυτά που έλαβε” αλλά δεν ήθελε, επειδή είναι πανάγαθος, να δώση πρόφαση της φυγής από τον πατέρα, στερώντας τους από τα μέσα με τα οποία θα ημπορούσαν να ζήσουν καλά, όπως αρμόζει σε τέκνα. Γι’ αυτό εμοίρασε την περιουσία των αγαθών εξ ίσου στην καλλιτέρα και στην χειροτέρα μερίδα, πριν αποκαλυφθεί εμπράκτως η προαίρεσις του καθενός.

Η μία λοιπόν μερίδα των ανθρώπων δεν απεμακρύνετο από τον Θεόν και Πατέρα, συναναστρέφετο συνεχώς μαζί του, τον υπηρετούσε και υπετάσσετο στους πατρικούς νόμους, όπως είναι το φυσικόν, και αρκείτο για όλα στην κρίση του Πατρός, χωρίς να απαιτή τίποτε. Εγνώριζε ότι και χωρίς να του ζητήση, εκείνος θα δώση και θα προσθέση περισσότερες και μεγαλύτερες δωρεές. Όλο το υπόλοιπο μέρος των ανθρώπων επέλεξε την εντελώς αντίθετη τακτική.

Γι’ αυτό, το μέρος της ανθρωπότητος που παρέμεινε με τον Πατέρα και υπήκουε σε όλα, εύλογα δεν ήταν μόνον στην τάξη προγενέστερο και δικαίως ονομάζεται πρεσβύτερον, αλλά προπορεύεται του άλλου και σύμφωνα με τον Πατρικόν και Θείον σκοπό. Ενώ εκείνο που προετίμησε να ζη με ιδικόν του ρυθμό, και έμελλε γι’ αυτό να εκτοπισθή στην εσχάτην αθλιότητα, είναι και ονομάζεται και από τις δύο απόψεις νεώτερον. Διότι καινοτομούσε, ακυρώνοντας τον σκοπό που είχε γι’ αυτό ο Πατέρας, και εκινείτο από παιδαριώδη θελήματα.

Έτσι λοιπόν είχαν χωρισθή, και ο Πατέρας τους εδημιούργησε ολους ομοίως για να μείνουν μαζί του, να υπακούσουν σε όλα και να μην απομακρυνθούν, να προξενήσουν δε πολλήν δόξαν από αυτήν την συνετήν διαγωγήν, όχι μόνον στον εαυτόν τους άλλα και στον ίδιο τον Πατέρα.

Δύο δηλαδή είναι οι δρόμοι που σύμφωνα με το θέλημα του Πατρός και τις μεγάλες ελπίδες που προέρχονται από αυτό, οδηγούν στον ένα σκοπόν, στην άκρα μακαριότητα, οι οποίοι κατευθύνονται από αληθινήν πίστη και ήθη σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής. Και αυτοί μεν που ηκολούθησαν τον δρόμο της πίστεως, οι οποίοι είναι και οι παλαιότεροι και ανήκουν στην μερίδα των πρεσβυτέρων, πρόσεχαν στον Θεόν και Πατέρα, και εδέχοντο την παιδαγωγία του, ενώ οι άλλοι που μετά τους παλαιούς εκείνους χρόνους επανεστάτησαν και απεστράφησαν τον Θεόν, ανήκαν στην μερίδα των νεωτέρων, και συνανεστρέφοντο με τους χοίρους.

Διότι έχοντας εκπέσει εντελώς από τα θεία χαρίσματα με την καθημερινήν αύξηση αυτής της αποστροφής, και κατοικώντας τόπους εντελώς ερήμους από θείες επισκέψεις, αφού ζούσαν μακρυά από την Ιουδαία, η οποία διετρέφετο με την ποικίλη πρόνοιαν του Θεού, προσεκολλήθησαν πλέον στον πονηρόν, στον εχθρόν της ανθρωπίνης σωτηρίας, αυτόν που εξέβαλε πρώτον η πονηρία από την πατρικήν χώρα. Αυτός παρέδωσε το ευγενές εκείνο πλάσμα στην ζωήν και την τροφήν των χοίρων. Ή μάλλον αυτό λιμοκτονούσε περισσότερο και από τους χοίρους. Διότι οι μεν δαίμονες από τότε που απεστάτησαν, ετρέφοντο με την απώλεια του θείου πλάσματος. Το δε μέρος των ανθρώπων που συνανεστρέφετο μαζί τους είχε στερηθεί και από αυτήν την τροφή, και έτσι μάλλον έτρεφε τους δαίμονες παρά αυτό ετρέφετο από εκείνους. Και αυτοί μεν, υποκρινόμενοι ότι τρώγουν, ήσαν στην πραγματικότητα πεινασμένοι, ενώ ο άνθρωπος από κάθε άποψη λιμοκτονούσε.
 
 https://2ogymnasiokalymnou.files.wordpress.com/2013/03/25ce25b225ce25bf25cf258325ce25ba25ce25bf25cf2582.jpg
 
''Ελάτε σ' εμένα όλοι όσοι κοπιάζετε και είστε φορτωμένοι, κι εγώ θα σας ξεκουράσω. Σηκώστε πάνω σας το ζυγό μου και διδαχτείτε από το δικό μου παράδειγμα, γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά και οι ψυχές σας θα βρούν ξεκούραση. Γιατί ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρό''. Ευαγγέλιον κατά Ματθαίον, κεφάλαιο 11, στίχοι 28 ως 30.

Έτσι λοιπόν διπλή ήταν και η πίστις της δυάδος των τέκνων του Θεού. Ως προς δε τα ήθη, οι περισσότεροι ζούσαν πολύ άσχημα. Διότι και εκείνοι που επίστευαν σωστά, ήσαν με τα έργα απομακρυσμένοι από τον ουράνιον Πατέρα.

Γι’ αυτό και εδέχοντο πολλές μαστιγώσεις, μάλλον δε μόνοι τους εταλαιπωρούντο με τις πληγές που τους έπρεπαν, αφού η πατρική κηδεμονία είχε αναχωρήσει πλέον από αυτούς. Εφ’ όσον με τα λόγια μεν επίστευαν σωστά, αλλά με τα έργα απιστούσαν παραβαίνοντας τους πατρικούς νόμους. Έτσι και οι υποτιθέμενοι ευσεβείς είχαν παραδοθεί σε διαφόρούς πειρασμούς, ενώ λίγοι ήσαν εκείνοι που μαζί με την πίστιν είχαν και την έμπρακτον ευλάβειαν. Ώστε τα τέκνα του Θεού είχαν χωρισθεί τότε σε δύο μέρη. Και εκείνοι μεν που ζούσαν με φρόνημα πρεσβυτέρου ήσαν ολίγοι, οι περισσότεροι δε ενεωτέριζαν.

Αυτά λοιπόν συνέβαιναν στους παλαιούς χρόνους. Ας ασχοληθούμε όμως τώρα για μεγαλυτέραν ωφέλεια, με τον μετά την Θείαν Οικονομίαν χρόνον, προς τον οποίον αρμόζει περισσότερο και η παραβολή. Διότι τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας ήσαν ανάπλασις, μετά την πρώτην εκείνη πλάση, και αναγέννησις μετά την γέννηση, και αρχή δευτέρας και τελειοτέρας ζωής. Γι’ αυτό και το φάρμακο της μετανοίας προηγουμένως ήταν πολύ ασταθές και υπέσχετο την σωτηρία, χωρίς όμως να σώζη. Έσπερνε, χωρίς όμως να καρποφορή.

Και πολύ ολίγοι από τους τότε ευσεβείς το είχαν δοκιμάσει, δεν ημπορούσε δε ακόμη να απαλλάξη από την φυσικήν φθοράν η οποία προεκλήθη από την φυγή, και την απόκρυψη των πρωτοπλάστων από τον Πατέρα. Και γιατί πρέπει να απορουμε για τους κατά τα άλλα πιστούς, οι οποίοι ημάρταναν και μετανοούσαν, αφού και για εκείνους που εκτός από την πίστιν είχαν κατορθώσει και όλη την αρετή, είχε κλεισθή μετά από αυτά ο πατρικός οίκος και τους περίμενε ο ίδιος Αδης, όπως και τους διεφθαρμένους στην πίστη και την ζωή; Διότι η στέρησις αυτή της δυνατότητας ήταν ισχυροτέρα, όχι μόνον από την μετάνοια που ακολουθούσε τα πταίσματα, αλλά και από κάθε προσωπικήν αρετή.

Άνοιξε λοιπόν στα τέκνα Του την Βασιλεία των Ουρανών, και με την Θείαν Οικονομίαν ετοίμασε την αιωνίαν κληρονομίαν, αφού γι’ αυτό ήλθε και εταπεινώθη με πολλούς τρόπους, ακόμη και με τον θάνατο. Έτσι τους έκαμε πλέον, αδελφούς και συμμόρφους, όχι μόνον τέκνα του όπως πριν. Από εδώ και πέρα δεν είναι ούτε λέγονται πλέον ολοι οι άνθρωποι τέκνα του Θεού, αλλά μόνον όσοι εσφραγίσθησαν με την πίστη και το βάπτισμά του, και έγιναν μέτοχοι των άλλων χαρισμάτων που προήλθαν από την Θείαν Οίκονομία, και αυτούς αφορά. η διαίρεσις και το νόημα της παραβολής.

Ας εξετάσωμε λοιπόν το δώρο της μετανοίας, έχοντας ενώπιόν μας τους δύο αυτούς υιούς του ωραίου και φιλανθρωποτάτου Πατρός, και χρησιμοποιώντας ως διδάσκαλον εκείνον που τους έδωσε. Από αυτούς λοιπόν τους δύο υιούς, εκείνος μεν που έχει πρεσβυτικόν φρόνημα, παραμένει μαζί με τον Πατέρα, οικονομεί καλώς τα αγαθά που έλαβε και προεκτείνει την επιθυμία και την προσπάθειά του προς τα μεγαλύτερα. Μοιράζει όλη την ζωήν του μεταξύ δύο καλών.

Αφ’ ενός καρποφορεί για τον εαυτόν του και για τον Πατέρα με την επίπονον εξάσκηση των αγαθών έργων, αφ’ ετέρου στρέφεται προς το πρόσωπο του Πατρός με την θεωρία. Ο άλλος, υποδουλώνεται στη σάρκα και στις αισθήσεις, και με μίαν εντελώς παιδικήν ορμήν, απομακρύνεται από τον Πατέρα, διαβιώνει δε σε περιοχές τις οποίες ο Πατέρας δεν επιβλέπει, και οι οποίες χαρακτηρίζονται από τρόπον ζωής που δεν εναρμονίζεται με την θέλησή του. Εκεί σκορπίζει τον πλούτο των αγαθών που του εδόθη, σπαταλώντας τον για την εκπλήρωση των αλόγων του επιθυμιών.

Ο Πατέρας του έδωσε τον ηγεμόνα νου, και αυτός τον υπεδούλωσε στα πάθη του. Του όρισε νόμο για να οικονομήση καλώς την ζωή του προς ευφροσύνην του ευεργέτου, και επίτευξη των μεγαλυτέρων αγαθών, αυτός όμως τον παρέβαινε και έτσι προκαλούσε συνεχώς τον Πατέρα. Του άνοιξε την ιδία την πύλη της αιωνίου ζωής με την πίστη και το βάπτισμα, και εκείνος με τις προσωπικές του αμαρτίες την έκλεισε πάλιν αθλίως. Σωρεία αμαρτιών εσύναξε στην ψυχή του, αντί του πλήθους των ασυγκρίτων εκείνων δωρεών. Αντί στον Πατέρα υποδουλώνεται στον εχθρό, και εκείνος τον κάνει χοιροβοσκό και ομοτράπεζο με τους χοίρους. Εζητούσε από την τροφή τους και δεν ημπορούσε ούτε αυτήν να έχη, ώστε και από τους ιδίους τους χοίρους έγινε χειρότερος και αθλιώτερος.

Έτσι τιμούν οι δαίμονες εκείνους που υποδουλώνονται στα θελήματά τους. Αλλά όταν μετά πολύν χρόνον ήλθε στον εαυτόν του και συνησθάνθη την υπερβολήν των κακών, ομολόγησε μέσα στην ψυχή του αφ’ ενός την ευσπλαγχνία του Πατρός, και την μετάνοια την οποίαν η πατρική φιλανθρωπία αναγνωρίζει στα τέκνα ως πρώτον δικαίωμα, αφ’ ετέρου ότι το να απελπισθή για την συγχωρητικότητα του Πατρός, από απιστία στην αγαθότητά του και γι’ αυτό να απομακρυνθή οριστικώς από αυτόν, είναι αθεράπευτο κακό, και κορυφή των άλλων πταισμάτων. Επιστρέφει λοιπόν προς τον Πατέρα με μεγάλο θάρρος. Εξομολογείται την αμαρτία με πολλήν συντριβή, την οποία πρώτα ησθάνθη στην καρδία του, πριν προσέλθη στον Πατέρα, και έπειτα την εφανέρωσε με σχήμα και με γλώσσα. 
 
http://i50.tinypic.com/2eaqp36.jpg
 
Δεν ζητεί πλέον την τάξη του υιού, αλλά θεωρεί μεγάλο δώρο να καταταγή με τους υπηρέτας, εάν βέβαια εκρίνετο άξιος και γι’ αυτό. Προτιμά με θέρμη, σε αντικατάσταση της ελευθερίας την οποίαν ανοήτως έχασε, να υπηρετή και να αντισταθμίζη την ασεβή εκείνην ραθυμία με τους κόπους της δουλείας. Εχρησιμοποίησε κακώς τα καλά που του εδόθησαν. Διότι τα κατηνάλωσε όταν δεν έπρεπε, και προς εκείνους τους οποίους δεν έπρεπε, και με τρόπο που δεν αρμόζει . Τώρα δε υποτάσσει πάλιν όλη την θέλησή του στις πατρικές εντολές, πράγμα το οποίον είναι έργον των μισθωτών.

Ο δε φιλανθρωπότατος Πατέρας, βλέποντάς τον από μακρυά να έρχεται, δεν αγανακτεί, δεν αποστρέφει το πρόσωπόν του, δεν στέλλει να τον διώξουν, δεν κλείνει τις πύλες, δεν τον αφήνει μεν να παρουσιασθή εμπρός του και μετά, πολύ δικαίως, να τον επιπλήξη, δεν τον επικρίνει για την αδοξία που φανερά προξένησε το παιδί του όχι μόνον στον εαυτόν του αλλά και στον Πατέρα, για τίποτε εντελώς δεν τον κατηγορεί, αλλά αμέσως επιβεβαιώνει και ενισχύει την ελπίδα που είχε εμφυτευθή στην ψυχή του παιδιού για την πατρικήν ευσπλαγχνία, και την επαληθεύει τρέχοντας να τον προϋπαντήση και να τον αγκαλιάση, και να ταπεινωθή κι αυτος μαζί με την ταπείνωση του παιδιού, και να δείξη με ασπασμό την πατρική του στοργή. Και ο μεν υιός, ενώ είδε τόσην επιείκεια, δεν αξιώνει ακόμη τον εαυτόν του να ονομασθή υιός του, ο δε Πατέρας του δίδει και τα γνωρίσματα της υότητος. Του φορά δηλαδή πάλι την πρώτην στολή του βαπτίσματος, από την οποίαν απεγυμνώθη με τις προσωπικές αμαρτίες, επειδή η μετάνοια έγινε γι’ αυτήν δεύτερον βάπτισμα. Σφραγίζει το χέρι με το δακτυλίδι, για να είναι του λοιπού απρόσιτος στους δαίμονες, αναγνωριζόμενος από μακρυά.

Του ετοιμάζει υποδήματα για τον δρόμο της υπακοής, κάνοντάς τον πάλιν οδοιπόρο προς την σωτηρία. Τον αξιώνει της μυστηριώδους και πνευματικής τροφής, και τον κάνει σ’ αυτό το γεύμα ομοτράπεζόν του. Ω, τι μεγίστη συμπάθεια! τι φιλανθρωπία ανέκφραστος που νικά κάθε νουν και λόγο! Χαίρεται μ’ αυτήν και ο ουρανός, και οι δούλοι που παραστέκουν στον Πατέρα. Επειδή δούλοι του Θεού είναι και των αγγέλων οι τάξεις, αφού υπηρετούν στην διοίκησιν αυτού του σύμπαντος, και ιδιαιτέρως στην σωτηρία των ανθρώπων, που πραγματοποιούνται και τα δύο με την πρόνοια του Θεού. Και από το ένα μέρος χαίρονται μαζί του για την μετάνοια του αμαρτωλού, από δε το αλλο εκθειάζουν την ευμένεια του Δεσπότου και Πατρός, φανερώνοντας αυτήν την ηδονή με ψαλμούς και χορούς νοερούς.

Ο δε πρεσβύτερος αδελφός, αν μεν παρευρίσκετο εκεί από την αρχή, θα έχαιρε μαζί τους, θα συνέτρωγε και δεν θα δυσανασχετούσε, βλέποντας τόσην πίστη σ’ αυτόν που μετενόησε, καθώς και την γεμάτην αγαθές ελπίδες επιστροφή του, και ακούοντας την ομολογίαν του, στα οποία ηκολούθησε η ευσπλαγχνία του Πατρός. Αλλα επειδή τότε ήταν απησχολημένος με τα ιδικά του, ή μάλλον με τις πατρικές εντολές, ήλθε έξαφνα και αντίκρυσε το παράδοξον αυτό θέαμα. Και ήταν συγκρατημένος, όχι από φθόνο και οργήν, αλλά από έκπληξη για την τόσο μεγάλην εύνοια προς τον φυγάδα και άσωτο, και περισσότερον από όλα για το ότι το θαύμα ήταν τώρα μαζί τους.

Αυτό ήταν και το τελευταίο δώρο προς εκείνον που μετενόησε, και έτσι έπρεπε να είναι. Τοποθετώντας λοιπόν την δικαιοσύνην του Πατρός απέναντι στην υπερβολήν της επιεικείας του, εθαύμαζε πολύ βλέποντας την πρώτη να ηττάται παραδόξως από την δευτέρα. Διότι αυτός ποτέ δεν έφθασε να έχη εμπειρία τοιαύτης φιλανθρωπίας, αν και πρόσεχε πάντοτε στα πατρικά θελήματα, και δεν είχε παραβή καμμίαν εντολή του, γεγονός για το οποίο και πολύ τον αγαπούσε ο Πατέρας, και αποσκοπούσε μόνον στην δικαιοσύνη του με την οποίαν αντιμετωπίζει αυτούς που τον υπηρετούν.

Τον πλησιάζει δε και αυτόν ο Πατέρας και τον πείθει, και αποκαλύπτοντας την φιλανθρωπίαν του λέγει: Εάν, παιδί μου, αυτός που έχασε ένα από τα εκατό πρόβατα που είχε, αφού ασφαλίσει καλά τα άλλα, τρέχει με αγωνία σε αναζήτηση του ενός, και όταν το εύρη το επαναφέρει και το συναριθμεί με τα άλλα πλημμυρισμένος από χαρά. Και αν κάποια γυναίκα που έχασε μία από τις δέκα δραχμές την αναζητεί με κάθε τρόπο, και χαίρεται όταν την εύρη. Και μάλιστα δεν αρκούνται να χαίρωνται μόνοι τους, αλλά καλούν και φίλους και γείτονες για να ευχαριστηθούν κι αυτοί μαζί τους για την εύρεσιν αυτών που είχαν απωλεσθή. Πώς εγώ, που είμαι Πατέρας, δεν θα ευφρανθώ πολύ δεχόμενος τον αδελφό σου που ξαναέζησε από την φοβεράν εκείνη νέκρωση, και ευρέθη μετά από την πολυχρόνιον απώλειάν του; Πόσο καλλίτεροι είστε εσείς τα παιδιά μου από τις δραχμές και τα πρόβατα; 
 
http://www.koinoniaorthodoxias.org/wp-content/uploads/2016/02/prodigal-son_e.jpg
 
Τόσον μεγάλο θαυμασμόν προξενεί ακόμη και στους πλέον οικείους η υπερβολή της πατρικής επιεικείας. Και θαυμάζουν όχι επειδή φθονούν αυτόν που παραδόξως έτυχε τόσον καλής αντιμετωπίσεως, αλλά επειδή καίονται από ζήλον και πόθο για τον Πατέρα, τον οποίον θεωρούν ότι προσεβλήθη και είναι αδικημένος. Ίσως δε ούτε με σχήματα και λόγους έδειξε αυτήν την απορία του ο πρεσβύτερος υιός, αλλά απορούσε μόνον με τον λογισμό του, και ο Πατέρας τον εθεράπευσε εμπνέοντας το φάρμακο στον νου του παιδιού του, και εκείνα που θα του ελεγε ο Πατέρας είπε και ο ίδιος στον εαυτόν του, εμπνευσμένος από τον Πατέρα.

Από την στιγμήν εκείνην έχαιρε και απελάμβανε το τραπέζι ανυμνώντας την πατρικήν φιλανθρωπία. Διότι αν δεν γινόταν έτσι, σημαίνει ότι δεν θα ήταν πρεσβύτερος ούτε τηρητής των πατρικών εντολών, αλλά θα ήταν υποδουλωμένος στην οίηση και τον φθόνο και θα ημάρτανε πολύ χειρότερα από τον νεώτερο.

Πράγματι, το να βρούμε κάτι από αυτά που είχαμε χάσει, προξενεί πολλήν ευφροσύνην, έστω και αν τα περισσότερα είχαν διαφυλαχθεί. Επειδή για τα καλά που υπάρχουν χαιρόμεθα με την παρουσία τους, για δε τα χαμένα, όπως είναι φυσικό, πονούμε, και όταν τελικά ευρεθούν χαιρόμεθα γι’ αυτά διπλά, προσθέτοντας για την εύρεση στην προηγουμένην χαρά και δευτέραν, αυτήν που αντικατέστησε την λύπη. Αυτό αποτελεί απαράβατον νόμο και σοφήν υποκίνηση του Θεού προς την φύση.

Γι’ αυτό ούτε θα ήταν ανάγκη να ειπή ο Κύριός μας παρομοία παραβολήν, αφού είναι πολύ φανερά η θεία προς τα τέκνα φιλανθρωπία του, την οποίαν εσυνήθιζε θεοπρεπώς να χαρίζη αφειδώς στους αμαρτωλούς και στους τελώνες που προσήρχοντο τότε. Αλλά ήταν η αναίδεια των Φαρισαίων και των Γραμματέων ασφαλώς που οδήγησε σ’ αυτό, οι οποίοι, όπως είπα και πριν, εβλασφημούσαν ωμότατα τον Θεόν περισσότερο και από ό,τι τους επιγείους πατέρες, και ενώ οι ίδιοι έδειχναν φιλανθρωπία για τα τέκνα τους, ήθελαν μόνον ο Θεός να μνησικακή για τα ιδικά του, η άβυσσος της φιλανθρωπίας, το πέλαγος της αγαθότητος. Και χρησιμοποιούσαν αυτό το ψεύδος ως πρόφασιν, όχι μόνο για την απιστία τους προς τον Κύριόν μας, αλλά και για να κατασπαράζουν τους αδελφούς των, περιεργαζόμενοι και κρίνοντας πολύ αυστηρά τα άχυρα που είχαν στους οφθαλμούς των, ενώ δεν ησθάνοντο τις δοκούς που είχαν στους ιδικούς των, ή και τις εκάλυπταν με τα χρώματα της υποκρισίας.

Γιά να συμπληρώσωμε λοιπόν εδώ κλείνοντας τον λόγο για το προκείμενο θέμα, τα τέκνα του Θεού διακρίνονται σε δύο μέρη, όπως είπαμε, από τα οποία οι μεν είναι και λέγονται μακάριοι, ο ίδιος τους έδωσε αυτό το όνομα, δηλαδή με πρεσβυτικόν φρόνημα χρησιμοποιούν καλώς τις πατρικές ευεργεσίες, και για την φιλοπονία τους προκόπτουν και εδώ, αλλά και εκεί κληρονομούν την αιώνιον ζωή, συναναστρεφόμενοι άμεσα με τον Πατέρα και απολαμβάνοντας μαζί του με τρόπον υπερφυσικό την ευδαιμονία. Οι άλλοι είναι εκείνοι που απομακρύνονται προσωρινώς νεωτερίζοντας, και πολύ κακώς σκεπτόμενοι, κάνουν κατάχρησιν των πατρικών εντολών και των δώρων του Δεσπότου, παρεκλίνοντας προς την ζωήν των χοίρων. Αφού δε μετανοήσουν, επειδή έχει παραμείνει μέσα τους η σπίθα της αγάπης προς τον Πατέρα και δεν έχει σβήσει εντελώς, απολαμβάνουν πάλι την τάξη των υιών, όχι σύμφωνα με κάποιαν δικαιοσύνην, αλλά από οίκτο και φιλανθρωπία. Διότι η θερμή μετάνοιά τους έχει ως παρακίνηση και αφορμήν την πολλήν αγαθότητα, την σφοδροτάτην αγάπη και συγχωρητικότητα του Πατρός, ώστε να αποτελή καρπόν όχι μόνον φόβου αλλά και αγάπης. Γι’ αυτό και ονομάζονται ηλεημένοι. Και έτσι σώζεται η δυάδα των αδελφών, έτσι συνενώνεται όλο το πλήθος των αληθινών τέκνων του Θεού, σε μίαν ευτυχή και λαμπράν δυάδα.

Διότι εκείνοι που απιστούν και αρνούνται την δευτέρα και υπέρμετρο χάριν του Πατρός, η οποία έγινε με πρωτοφανή οικονομίαν, αχρηστεύουν την πίστη με άλλες κακοδοξίες, ή πιστεύουν μεν ορθά, αλλά παραμένουν χωρισμένοι οριστικώς από τους πατρικούς νόμους, διακινδυνεύοντας ματαίως την σωτηρία τους με την νεκρά και χωρίς έργα πίστη. Όλοι αυτοί απεδοκιμάσθησαν από την περιοχή και την ονομασία των υιών, αφού με την θέλησή τους απεστράφησαν τον Θεό και την κατάταξη μαζί με τους αδελφούς των. Γι’ αυτό άθλιοι και γυμνοί από κάθε αγαθόν, πορεύονται στην παρούσα ζωή, και πολύ περισσότερο στην μέλλουσα και αιώνιο, κατοικούν στον Άδη και υποφέρουν εκεί πικρά κατά τα έργα τους.

Ας ευχαριστήσωμε λοιπόν τον Πατέρα και Κύριόν μας, ο οποίος, για να αφήσωμε τώρα τα άλλα που ακούμε καθημερινώς, και εδώ μετρίως αναπτύξαμε, «ουχ ήλθε καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν». Και πολύ καλά έδειξε την πρόθεσή του αυτήν με τα έργα, όχι μόνον συγχωρώντας πόρνες και ληστάς και τελώνες που μετενόησαν, αλλά συγκαταλέγοντάς τους μαζί με τους καθαρούς. 
 
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhFKC9moy3-oh9o2_0-Q5HGOl7xDF3SrmFLjI4TLrzfFa5OLiLT0vneR9QMEIeJ51phw9ZvKi9riTcqmVdWSRTaAOunreOH8Pnx06Fi6fx5L66qkydohimh12qCA0RACP87gh2MvFOwKQc/s1600/______%257E2.JPG
 
Αλλά και τον τρόπο της γνησίας μετανοίας μας περιέγραψεν ο ίδιος. Βάλε στον νού σου, λέγει, ποίων αγαθών εστερήθης, και για ποία κακά έγινες ένοχος. Μίσησε την αποστασίαν, η οποία σε οδήγησε στον φοβερό λιμό των αγαθών και στην συναναστροφή με τους χοίρους. Και ενώ άλλοι που είναι προικισμένοι με ολιγώτερα χαρίσματα, απολαμβάνουνν αυτά τα αγαθά και χορταίνουν από θείον πόθο, συ λιμοκτονείς αθλίως. Επίστρεψε με όλη την διάθεση της ψυχής σου στον αρχικόν τρόπο ζωής σου, τότε που συμβίωνες με τα αληθινά τέκνα του Θεού, και πρόσεχες στους θείους νόμους.

Μη φοβηθείς την υπερβολήν των πταισμάτων, αλλά να σε ενθαρρύνη το μέγεθος της θείας ευσπλαγχνίας. Επίστρεψε γρήγορα πονώντας για τα εκούσια κακά, αλλά και ψυχαγωγούμενος από τις καλές ελπίδες. Γονάτιζε συνεχώς ενώπιον του Θεού με την καρδία και το σώμα. Ανακάλεσε με δάκρυα τον θείον οίκτον. Να παρακαλής ακατάπαυστα, ώστε να μην επιτρέψη ο Θεός να ξαναπέσης πλέον. Να είσαι έτοιμος να υπομείνης κάθε πληγήν από τον Θεόν με την οποία θα θεραπευθούν τα πταίσματά σου, και θα φύγης καθαρός από αυτήν την ζωή. Πλήγωνε και συ τον εαυτόν σου με όσην δύναμιν έχεις. Πίεζε το σώμα σου με την εγκράτειαν, ώστε να πλουτισθή το πνεύμα σου.

Θέλεις να προσθέσω και τα μεγαλύτερα; Αν μετά την αλλαγή σου εκπληρώσεις όλον τον θείο νόμο, να ονομάζης και να θεωρής τον εαυτόν σου αχρείον δούλον. Διότι έτσι ταπεινώνονται όσοι σκέπτονται σωστά, έστω και αν ευρίσκωνται σε συνεχή κοινωνία με τον Θεόν, έστω και αν δεν τους ελέγχει η συνείδησις ότι με κάποια πράξη τους έφυγαν φανερά από τον ορθόν δρόμο. Συ δε πώς θα καυχηθής μετά από όλα αυτά για κάποιο καλόν; Πρέπει να αποκρούης αμέσως με την ανάμνηση των προηγουμένων παρεκτροπών τον λογισμό της οιήσεως, και να εντρέπεσαι μάλλον για τα προηγούμενα κακά, παρά να υψηλοφρονής για τα πρόσφατα καλά. Μη προσέχης δε στις αμαρτίες των αδελφών παρά τόσον όσο να μήν αμαρτάνης με την επικοινωνία μαζί τους. Μη κρίνεις μέσα σου.

Μη κατηγορής τους άλλους, μάλλον δε να προσεύχεσαι να δώση ο Θεός και σ’ εκείνους μετάνοια, διότι και σε σένα από αυτόν ήλθε αφανώς το καλόν της μετανοίας. Μη σκανδαλίζης κανέναν, ούτε από τους μικρότερους, και να προσπαθής ούτε καν αφορμή σκανδάλων να μη δίδης, διότι θα αναγκάσης τον Θεόν να αποστρέψη το πρόσωπό Του από σε, και πάλι θα ευρεθής κενός από χάρι. Να είσαι έτοιμος να πληγωθής από τους ανθρώπους και να υπομένης, όταν με κάθε τρόπο σε πληγώνουν. Διότι εκείνος που δικαιώνει τον εαυτόν του και αντιδρά σ’ αυτούς που τον λυπούν και τον πληγώνουν, χάνει το κέρδος που είχε από την μετάνοια. Να ανταποδίδης στους αδελφούς αγαθόν αντί κακού, ενθυμούμενος τον Θεόν, ο οποίος αντί των κακών που έκαμες, άνοιξε για σε την πύλη της μετανοίας. Ο δημιουργός για το χτίσμα, ο Κύριος για τον δούλον.

Με αυτούς και παρομοίους λόγους και λογισμούς ασχολούμενος όλην την ώρα, και εκπληρώνοντας τους άλλους νόμους των Ευαγγελίων, θα ελκύσης με αυτόν τον αγαθόν τρόπο τον Θείον οίκτο, για την αληθινήν μετάνοιά σου. Διότι χωρίς τοιαύτην μετάνοιαν είναι αδύνατον να έλθουν στην Βασιλείαν των Ουρανών ακόμη και εκείνοι που ζούν πολύ προσεκτικά, όχι μόνον εκείνοι που επιστρέφουν από πολύ αμαρτωλήν ζωήν. Επειδή όλοι οι άνθρωποι οφείλουν να μετανοήσουν, αφού κανείς δεν ημπορεί να είναι εντελώς απηλλαγμένος από ακαθαρσίαν. Εκείνοι δε που με τις αρετές έχουν πλησιάσει περισσότερο τον Θεόν, αυτοί και τις μικρότερες παρεκτροπές τις θεωρούν πολύ μεγάλες, και καλά κάνουν. Έτσι αποκτούν μεγάλην ταπείνωση, προκόπτουν ασφαλώς και προσεγγίζουν περισσότερο τον Θεόν. Όπως εκείνοι που αμελούν για τις μικρότερες και ούτε πονούν γι’ αυτές ούτε διορθώνουν τον εαυτόν τους, παραχωρεί ο Θεός και πίπτουν σε μεγαλύτερες. 
 
http://i0.wp.com/istologio.org/wp-content/uploads/2014/07/exomologhsh.jpg
 
Εμφύτευσε και σε μας, Χριστέ Βασιλεύ, διάπυρον πόθον αληθινής μετανοίας, και χρησιμοποιώντας αυτήν ως αφορμήν, δείξε τον πατρικόν σου οίκτο για μας, και εκείνους που επιστρέφουν καλώς από πολλήν ασωτία, κατάταξέ τους μεταξύ των τέκνων σου, ότι σοί πρέπει δόξα και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν».

Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr

Ερωταποκρίσεις αγίων Βαρσανουφίου και Ιωάννου.

http://2.bp.blogspot.com/-1mCB3Epd9V4/VNJo7L866jI/AAAAAAAAarY/NEnSyDBadig/s1600/6.%2B%CE%92%CE%91%CE%A1%CE%A3%CE%91%CE%9D%CE%9F%CE%A5%CE%A6%CE%99%CE%9F%CE%A3%2B%26%2B%CE%99%CE%A9%CE%91%CE%9D%CE%9D%CE%97%CE%A3%2B%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%9F%CE%99%2B(2).JPG
 
Άγιοι Βαρσανούφιος ο Μέγας και Ιωάννης ο Προφήτης

1.  

Απόκριση του μεγάλου Γέροντα (1) προς τον Αββά Ιωάννη από τη Μυρωσάβη, που ζήτησε να έλθει και να μείνει κοντά τους στο κοινόβιο.

Έχει γραφεί στον Απόστολο, ότι "αυτός που άρχισε ανάμεσά σας έργο αγαθό, ο ίδιος και θα το τελειώσει μέχρι την ημέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού" (2). Και πάλι ο Δεσπότης μας είπε σ' εκείνον που τον πλησίασε. "εάν κάποιος δεν απαρνηθεί όλα τα υπάρχοντά του, και την οικογένεια, και ακόμα αν δεν μισεί και την ψυχή του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου" (3). Ο Θεός έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει το λόγο σ' εμάς. Διότι τι είναι πιο καλό και πιο ευχάριστο από το να κατοικούν οι αδελφοί στο ίδιο μέρος; Αλλά εύχομαι να φθάσεις το μέτρο που είναι γραμμένο στις Πράξεις. ότι δηλαδή όσοι είχαν κτήματα, τα πουλούσαν και, φέροντας τα χρήματα από εκείνα που πουλούσαν, τα τοποθετούσαν μπροστά στα πόδια των Αποστόλων (4).

Και εγώ, επειδή γνωρίζω την προθυμία σου, που είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού, θα πω στον αγαπητό υιό μας Σέριδο, ο οποίος μαζί με το Θεό μάς προστατεύει από τους ανθρώπους (και ελπίζουμε στο Θεό, ότι θα προστατέψει μαζί με μας και σένα), δέξου τον αδελφό Ιωάννη με πολλή αγάπη και μη διστάσεις καθόλου. Διότι πριν από δύο χρόνια μου αποκάλυψε ο Θεός, ότι πρόκειται να έλθει εδώ, και ότι πολλοί από τους αδελφούς πρόκειται να συγκεντρωθούν κοντά μας. Και εγώ τήρησα την αποκάλυψη ως που να μάθω, τι θα κάνει ο Κύριος.

Μόλις λοιπόν πληρώθηκε ο καιρός, και εγώ σας το φανέρωσα. Και επειδή σκέφθηκες ότι απ' όσα φορώ σου δίνω, να λοιπόν μπροστά στον αδελφό πήρα το κουκούλιό μου από το κεφάλι μου και σου το έστειλα μ' αυτόν, λέγοντάς του. "Δώσε το σ' αυτόν και φέρε μου αντί αυτού άλλο". Κράτησε λοιπόν αυτό μέχρι το θάνατό σου. διότι πρόκειται να σε προστατέψει από πολλά κακά και πειρασμούς. Και να μη το δώσεις σε κανένα. διότι είναι ευλογία Θεού από τα χέρια μου. και φρόντισε να τελειώσεις το έργο σου και ν' απαλλαχθείς από κάθε ενόχληση, όπως απαλλαχθήκαμε και εμείς, και μείνε κοντά μας αμέριμνα, συγκεντρώνοντας την αφοσίωσή σου στο Θεό.

Και εγώ ο Σέριδος (5) σου λέγω ένα θαυμαστό πράγμα. διότι, όταν ο Γέροντας είπε αυτά, σκέφθηκα μόνος μου. "Πώς μπορώ να συγκρατηθώ από το να γράψω αυτά τα πράγματα; εάν ήθελε ο Γέροντας, μπορούσα να φέρω εδώ τη μελάνη και το χαρτί και ν' ακούσω ένα λόγο και να τον γράψω". Και αυτός κατάλαβε αυτά που σκέφθηκα, και έλαμψε το πρόσωπό του σαν φωτιά και μου είπε: "Πήγαινε γράψε, μη φοβηθείς. εάν σου πω να γράψεις μύριους λόγους, το Πνεύμα του Θεού δε θα σε αφήσει να γράψεις ούτε ένα γράμμα περισσότερο ή λιγότερο, ούτε κι αν εσύ το θέλεις, αλλά θα οδηγεί το χέρι σου πως να τα γράψεις αυτά με τη σειρά".
____________________________
 
1. Μεγάλος Γέροντας λέγεται ο Βαρσανούφιος.
2. Φιλ. 1, 6.
3. Λουκ. 14, 33.
4. Πραξ. 4, 34.
5. Ο Σέριδος αυτός ήταν ηγούμενος του κοινοβίου που βρισκόταν στην Γάζα, και πνευματικό τέκνο του μεγάλου Βαρσανουφίου, για τον οποίο έκανε και αυτές τις απαντήσεις. Τα λόγια αυτά είναι προσθήκη του Σέριδου.

2.

Απόκριση του ιδίου μεγάλου Γέροντα προς τον ίδιο, που του προμηνύει τις διάφορες θλίψεις που θα του συμβούν, τη σωματική ασθένεια και την προκοπή της ψυχής από αυτές.

Πες στον αδελφό Ιωάννη. Στερέωσε την καρδιά σου σαν στερεά πέτρα (Ησ. 50, 7). Πέτρα εννοώ τη νοητή, για να μπορείς να ακούσεις αυτά που πρόκειται να πω. πρόσεχε λοιπόν τον εαυτό σου, μη τυχόν ακούοντας αυτό το πράγμα υπερηφανευθεί η καρδιά σου και εκπέσεις από την πνευματική επαγγελία. Διότι η αλαζονεία κατέστρεψε πολλούς και από αυτούς που έφθασαν στο τέλειο μέτρο. ετοίμασε λοιπόν τον εαυτό σου να ευχαριστεί όλους, ακούοντας τον άγιο Απόστολο που λέγει: "να ευχαριστείτε σε κάθε περίπτωση" (Α' Θεσ. 5, 18). Είτε λοιπόν κατά τις θλίψεις είτε κατά τις ανάγκες ή στενοχωρίες είτε κατά τις ασθένεις και τους σωματικούς κόπους, σε όλα αυτά που θα σου συμβαίνουν να ευχαριστείς το Θεό. Διότι ελπίζω ότι κι εσύ μπορείς να φθάσεις στην ανάπαυσή του. "διότι εμείς πρέπει να φθάσουμε δια μέσου πολλών θλίψεων στην βασιλεία του Θεού" (Πραξ. 14, 22).

Μην νοιώσεις λοιπόν δισταγμό στην ψυχή σου και να μην παραλύσει η καρδιά σου ως προς κάτι. Αλλά να θυμάσαι τον Αποστολικό λόγο ότι, "αν και ο εξωτερικός άνθρωπός μου φθείρεται, όμως ο εσωτερικός ανακαινίζεται ημέρα με την ημέρα" (Β' Κορ. 4, 16). Εάν λοιπόν δεν υπομείνεις τα πάθη, δεν μπορείς να έλθεις στο σταυρό. εάν όμως βαστάξεις πρώτα τα πάθη, θα εισέλθεις στο λιμάνι της ησυχίας του και θα ησυχάζεις στο εξής με πολλή αμεριμνησία, έχοντας την ψυχή στερεωμένη και προσκολλημένη στον Κύριο για πάντα, φρουρούμενη με την πίστη, χαιρόμενη με την ελπίδα, ευφραινόμενη με την αγάπη και φυλασσόμενη από την αγία και ομοούσια Τριάδα, και τότε θα εκπληρωθεί εκείνο που λέχθηκε για σένα: "ας ευφρανθούν οι ουρανοί του Θεού κι ας νοιώσει αγαλλίαση η γη" (Ψαλμ. 95, 11). Αυτή είναι η αμέριμνη ζωή του ανθρώπου του Θεού. διότι ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα χαίρονται για τη σωτηρία της ψυχής σου, αγαπητέ μου αδελφέ. 
 
https://encrypted-tbn2.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcREf00B-NMkeUpspflI3OZdNtQ1nIRlwQ9Yj4HVBQbMyQ4hPMmb
 
3.

Απόκριση του άλλου γέροντα (1) προς τον ίδιο που ζήτησε να τον συναντήσει.

Πες στον αδελφό, συγχώρησέ με στο όνομα του Κυρίου, επειδή επιθυμώ να σε δω, αλλά για τη συνείδηση των άλλων, δεν βρίσκω ελευθερία. Συγχαίρω την αγάπη σου για τις ευλογίες που σου στέλνει ο άγιος Γέροντας (2) και είσαι αξιομακάριστος που αξιώθηκες να λάβεις αυτές
_____________________________
 
1. Δηλαδή του Ιωάννη του Ησυχαστή, του επονομαζόμενου Προφήτη, προς τον ίδιο τον Ιωάννη από τη Μυρωσάβη. Είναι συνοδευτική επιστολή της παραπάνω του Βαρσανουφίου.
 
2. Ο Βαρσανούφιος με την επιστολή 2.

4.

Επειδή συνέβηκε πειρασμός στους μοναχούς του τόπου όπου ζούσε ο Αββάς Ιωάννης πριν έλθει στο κοινόβιο, και επειδή επρόκειτο να προκληθεί εκεί ταραχή, όσο αυτός ήταν εκεί, ο μεγάλος Γέροντας, προβλέποντάς το αυτό δια του Πνεύματος, γράφει σ' αυτόν αυτά.

Γράψε στον αδελφό Ιωάννη. Να σου στέλνω τρεις μαρτυρίες από τη δύναμη του Θεού και από τις Γραφές του Αγίου Πνεύματος, με τις οποίες σου αφυπνίζω το νου, ώστε να είναι άγρυπνος προς το Θεό και τα νοήματα του αγίου Πνεύματος, για να γνωρίσεις τι είναι αυτά τα σχετικά με τον παρόντα καιρό.

Πρώτη μαρτυρία είναι αυτή: Ο Θεός είπε με τον άγιο προφήτη Ησαΐα: "βάδιζε, λαέ μου και είσελθε στο ταμείο σου, κλείσε τη θύρα σου, και κρύψου για λίγο, ως που να περάσει η οργή του Κυρίου" (Ησ. 26, 20).

Η δεύτερη μαρτυρία πάλι είναι αυτή: "βγείτε ανάμεσα από αυτούς και αποχωρισθείτε αυτούς και μην εγγίζετε ακάθαρτο, λέγει ο Κύριος, και εγώ θα σας δεχθώ και θα είμαι για σας ο Πατέρας και εσείς θα είσθε υιοί μου και θυγατέρες, λέγει ο Κύριος ο Παντοκράτωρ" (Β' Κορ. 6, 17-18).

Τρίτη μαρτυρία είναι: "Να προσέχετε πώς περπατάτε, όχι σαν άσοφοι, αλλά σαν σοφοί, εξαγοράζοντας τον καιρό, επειδή οι μέρες είναι πονηρές" (Εφ. 5, 15-16).

Εγώ όμως σου λέγω, τρέχε σε όσα έχεις προγραμματισμένα και τελείωσε το έργο σου γρήγορα, ενθυμούμενος τον Κύριό σου που λέγει: "κανένας που πιάνει το άροτρο και στρέφει το βλέμμα του προς τα πίσω, δεν είναι ευπρόσδεκτος στη βασιλεία των ουρανών" (Λουκ. 9, 62). διότι εγώ βλέπω την ήσυχη ζωή σου, που είναι σύμφωνη με τις εντολές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Γένοιτο.

5.

Απόκριση του μεγάλου Γέροντα προς τον Αββά, που λυπήθηκε (δηλαδή προς τον αββά της Μονής Σέριδο), επειδή καθυστέρησε να έλθει ο Αββάς Ιωάννης, και από αυτό ενόμισε ότι δεν θα έλθει.

Μη μικροψυχήσεις, τέκνο μου, ούτε να λυπηθείς για τον αδελφό μας. διότι, αν και είναι μακριά με το σώμα, όμως παραβρίσκεται εδώ με το πνεύμα και είναι μαζί μας για πάντα. διότι είναι ομόψυχός μας και τίποτε δεν τον χωρίζει από την αγάπη μας από τώρα και μέχρι το αιώνα.

6.

Επιστολή του ίδιου μεγάλου Γέροντα γραμμένη προς τον αββά Ιωάννη, που τακτοποιούσε στη χώρα του κάποιες ανάγκες του κοινοβίου και ενοχλούνταν από σωματικό πόλεμο*.

Γράψε στον αδελφό, ότι ακόμα είσαι έξω κοπιάζοντας σύμφωνα με τη δύναμή σου, για το Θεό και για τις ψυχές των αδελφών. ή καλύτερα για τη δική μας και τη δική σου ανάπαυση και ησυχία. διότι, αν αναπαυθούν οι αδελφοί και προστατευθούν από εμάς και εμείς από αυτούς, βρίσκουμε την τέλεια ησυχία. και εκπληρώνεται σε μας ο γραμμένος λόγος. "αδελφός που βοηθείται από αδελφό, μοιάζει με οχυρή και περιτοιχισμένη πόλη" (Παρ. 18, 19). Κόψε όλες τις σχέσεις και τις προφάσεις που έχεις, όσο είσαι έξω, και μην αφήσεις πρόφαση ούτε σχέση με κανέναν που να σε σύρει προς τα πίσω. διότι, εάν δεν συμβαίνει αυτό, δεν ησυχάζεις με τέλεια ησυχία. το ίδιο κάναμε κι εμείς. Κάνοντας λοιπόν αυτά ελπίζω ότι θα ησυχάσεις τέλεια. διότι έτσι γίνεσαι συγκληρονόμος μας με το Θεό και το μερίδιό σου θα είναι μαζί μας στον αιώνα (Β' Κορ. 4, 10).
 
http://www.saint.gr/photos/standard/0206/AgiosVarsanoufios01.jpg
 
Κανένας να μη μάθει έως τότε τα γραφόμενα προς εσένα. κάνε λοιπόν τον κόπο, εάν κατευοδοθεί το πράγμα μπροστά σου, ευχαρίστησε το Θεό και προσευχήσου σ' αυτόν. διότι αυτό σημαίνει το "να ευχαριστείτε για όλα το Θεό"(Α΄ Θεσ. 5, 18). Και να μην αμελήσουμε να αποδώσουμε την ευχαριστία στο Θεό, όπως εκείνος για τον οποίο είπες κάποτε την παραβολή. ότι πήγαινε να προσευχηθεί στην εκκλησία προς εξοικονόμηση τροφής, και τον συνάντησε τότε κάποιος και του είπε, 'γευμάτισε σήμερα μαζί μου και πήγαινε να προσευχηθείς'. και είπε, ''δε θα πάω, διότι αυτό πήγαινα να ζητήσω από το Θεό''.

Αλλά εμείς είτε βρούμε είτε δε βρούμε, ας προσφέρουμε την προσευχή και την ευχαριστία μας στο Θεό. Και πρόσεχε να κρατάς για πάντα τη νέκρωση του Ιησού στο σώμα σου (Β' Κορ. 4, 10).
_____________________________
 
*Την απάντηση αυτή γράφει ο αββάς Βαρσανούφιος προς τον από Μυρωσάβης, Αββά Ιωάννη, που ήλθε στο κοινόβιο, έξω από το οποίο ήταν έγκλειστος και ο Βαρσανούφιος.

7.

Απόκριση του μεγάλου Γέροντα προς τον ίδιο, που επρόκειτο να φύγει με τους αδελφούς για να μαζέψουν εργόχειρα και φοβήθηκε την ερημία των τόπων. Επίσης υπενθύμηση να είναι άγρυπνος απέναντι στον σωματικό πόλεμο που τον ενοχλεί, καθώς και υπόσχεση της βοήθειας του Θεού για την ετοιμαζόμενη αναχώρησή του προς αυτούς.

Πες σ' εκείνον που κλήθηκε με το άνωθεν θείο νεύμα να κατοικήσει κοντά μας, όχι μόνο τώρα, αλλά και στο μέλλον, στον γνήσιο και ομόψυχο αδελφό Ιωάννη. Ο Δεσπότης μας Χριστός είπε στους μαθητές του: "δεν πωλούνται δύο σπουργίτια για ένα ασσάριο;κι όμως ούτε ένα από αυτά δεν πέφτει στην γη, χωρίς τη θέληση του ουράνιου Πατέρα μου. Σε σας όμως και οι τρίχες της κεφαλής είναι μετρημένες. Μη φοβηθείτε λοιπόν, διότι έχετε μεγαλύτερη αξία από πολλά σπουργίτια. Εκείνος λοιπόν που θα με αναγνωρίσει μπροστά στους ανθρώπους, και εγώ θα τον αναγνωρίσω μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο (Ματθ. 10, 29-31 και Λουκ. 12, 6-7).

Πρόσεχε λοιπόν να έχεις με επαγρύπνηση το Θεό μπροστά σου για πάντα, για να εκπληρωθεί και για σένα ο προφητικός λόγος, "έβλεπα μπροστά μου τον Κύριο για πάντα, ότι βρίσκεται δεξιά μου, για να μην κλονισθώ" (Πραξ. 2, 25). Άπλωσε λοιπόν τα χέρια σου με όλη την ψυχή σου προς αυτά που βρίσκονται μπροστά σου και μελέτα πάντα αυτά, για ν' ακούσεις τη φωνή του Θεού να σου λέγει: "να, σου στέλνω τον άγγελό μου πριν από σένα, ο οποίος θα σου ετοιμάσει το δρόμο σου μπροστά σου" (Ματθ. 11, 10).

8.

Ο ίδιος (δηλαδή ο Ιωάννης), επειδή κουράσθηκε αρκετά και δεν βρήκε εργόχειρο, στενοχωριόταν και απορούσε, πώς σύμφωνα με τα λόγια του Γέροντα, "δεν στάλθηκε ο άγγελος μπροστά του", μη γνωρίζοντας ότι αυτό του ελέχθηκε για την ευκολία της αναχωρήσεως. και γι' αυτό ο Γέροντας του γράφει αυτά.
 
Γράψε στον αδελφό σου ότι, όσο το πλοίο βρίσκεται μέσα στη θάλασσα, δέχεται κινδύνους και προσβολή ανέμων. Εάν όμως φθάσει στο λιμάνι της ησυχίας και της ειρήνης δεν έχει πια φόβο κινδύνων και θλίψεων και προσβολών ανέμων, αλλά βρίσκεται σε γαλήνη. Το ίδιο και η αγάπη σου, όσο ζεις μαζί με τους ανθρώπους να περιμένεις θλίψεις και κινδύνους και προσβολή των νοητών ανέμων, όταν όμως φθάσεις σ' εκείνα που ετοιμασθηκαν για σένα, τότε θα γίνεις άφοβος.

Όσο για εκείνο που προείπα, ότι ο Δεσπότης μας είπε, "να σου στέλνω τον άγγελό μου πριν από σένα" (Ματθ. 11, 10), στάλθηκε. Για το ότι πάλι δεν βρήκες εργόχειρο,ο Θεός είπε στο μωσαϊκό βιβλίο. "γι' αυτό σε περικύκλωσε και σε παίδευσε και σε διέφθειρε με ασθένεια σ' εκείνη τη φοβερή έρημο, για να γνωρίσει αυτά που έχεις στην καρδιά σου" (Δευτ. 8, 3).

Σκέψου τα λεγόμενά μου προς εσένα και ενήργησε σταθερά και αδίστακτα, αγαπητέ αδελφέ.

9.

Επιστολή του ιδίου μεγάλου Γέροντα προς αυτόν, όταν επήγε για υπηρεσία του κοινοβίου και ολιγώρησε, επειδή βρήκε πολλή θλίψη.
 
Γράψε, τέκνο, στον αδελφό μας Ιωάννη χαιρετισμό εν Κυρίω, από εμένα και σένα και από τον αδελφό μας Ιωάννη, και πες του: "Μη δυνασχετήσεις στις θλίψεις και στους σωματικούς κόπους που υπομένεις και κοπιάζεις για μας και για το κοινόβιό μας. διότι είναι κι αυτό σαν εντολή, να θέτεις την ψυχή σου υπέρ των αδελφών, και ελπίζω ότι η αμοιβή αυτού του κόπου θα είναι μεγάλη. Και όπως ο Θεός όρισε τον Ιωσήφ να θρέψει τους αδελφούς του σε περίοδο λιμού στην Αίγυπτο, με τον ίδιο τρόπο όρισε και σένα να βοηθήσεις το κοινόβιο μαζί με το τέκνο μας τον Σέριδο. και εγώ σου λέγω τον αποστολικό λόγοτον απευθυνόμενο προς τον Τιμόθεο. "εσύ λοιπόν, τέκνο μου, να δυναμώνεσαιμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος" (Β' Τιμ. 2, 1). Διότι βλέπω την ησυχία σου, πώς πρόκειται να έλθει, και σε συγχαίρω στο όνομα του Κυρίου. διότι, όσο ζεις έξω, πρόκειται να συναντάς θλίψη και σωματικό κόπο. όταν όμως φθάσεις στο λιμάνι της ησυχίας, θα βρεις ανάπαυση και ειρήνη. διότι είναι αψευδής ο Δεσπότης μας, ο οποίος λέγει: "θα δώσω σ' αυτούς εκατονταπλάσια τώρα και αιώνια ζωή στο μέλλον" (Ματθ. 19, 29).

Πρόθυμα λοιπόν κοπίασε, αδελφέ, για να βρεις μεγαλύτερη αγάπη και ανάπαυση. Διότι το πλοίο πριν φθάσει στο λιμάνι χτυπιέται και ταλαιπωρείται από τα κύματα και τις αναταραχές. όταν όμως φθάσει, βρίσκεται τότε σε πολλή γαλήνη. Σκέψου και φύλαξε τα λεγόμενα: "διότι ο Κύριος θα σου δώσει σύνεση σε όλα" (Β' Τιμ. 2, 7).

10.

Απόκριση του μεγάλου Γέροντα προς τον ίδιο, επειδή έπεσε πέτρα στο πόδι του και του προκάλεσε μεγάλο πόνο και αθυμία.
 
Στον αγαπητό αδελφό Ιωάννη, χαιρετισμός στο όνομα του Κυρίου. Για το κόπο του σώματός σου που γίνεται για μας και το σπάσιμο του ποδιού σου για το Θεό, είθε ο Δεσπότης Θεός να γεμίσει την ψυχή σου με εκατονταπλάσια από τα επουράνια αγαθά. Κατανόησε τα γραφόμενά μου, αδελφέ, και κρύψτα μέσα σου. διότι σου γίνονται πρόξενα χαράς μεγάλης, επουράνιας, δεσποτικής, θεϊκής. Πράγματι, στο όνομα της Αγίας Τριάδας, βρίσκω ότι είσαι συγκληρονόμος των χαρισμάτων που μου δόθηκαν από τον Θεό, και ελπίζω ότι προοδευτικά ότι φθάνεις γρήγορα. Γιατί υπάρχει εκείνος που φθάνει στην κατάπαυσή του με τους κατά Θεόν κόπους, και υπάρχει πάλι εκείνος που φθάνει σ' αυτήν με την ταπείνωση.

Ελπίζω ότι θα τα έχεις και τα δύο, αν πεθάνει η οργή από σένα, αν πνιγεί ο θυμός από την καρδιά σου, οπότε θα εκπληρωθεί σε σένα ο γραμμένος λόγος: "δες την ταπείνωσή μου και τον κόπο μου και συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες μου" (Ψαλμ. 24, 18). Και επειδή είπα ότι φθάνεις προοδευτικά, κατανόησε τα Ευαγγέλια, πώς και πόσες φορές ο Χριστός έχει δώσει στους μαθητές τα χαρίσματα για θεραπείες και απομακρύνσεις δαιμόνων, ενώ την τελειότητα για την άφεση αμαρτιών την έδωσε, αφού τους είπε: "συγχωρούνται οι αμαρτίες εκείνων που τους τις συγχωρείται" (Ιω. 20, 23). Εάν λοιπόν για τον κόπο σουπρος χάρη του Θεού, σου συγχωρήσει τις αμαρτίες σου, να το μέτρο που θέλω να φθάσεις.

Εάν διαβάσεις στην επιστολή δυσνόητα λόγια, ρώτησε τον ομόψυχό σου Σέριδο και αγαπητό μου υιό, και με τη χάρη του Θεού θα σου εξηγήσει τα δυσνόητα. Διότι παρακάλεσα το Θεό γι' αυτόν και γι' αυτό. Εσύ λοιπόν, άνθρωπε του Θεού, να τρέχεις ακατάπαυστα τον ετοιμασμένο δρόμο, για να φθάσεις με χαρά στο λιμάνι του Χριστού, στο οποίο φθάσαμε εμείς, και ν' ακούσεις τη γεμάτη από χαρά και ζωή και φως και αγαλλίαση φωνή να σου λέγει: "εύγε, δούλε καλέ και πιστέ. για λίγα φάνηκες πιστός, σε πολλά θα σε καταστήσω. είσελθε στη χαρά του Κυρίου σου" (Ματθ. 25, 21).

Είθε να χαίρεις εν Κυρίω. είθε να χαίρεις εν Κυρίω. είθε να χαίρεις εν Κυρίω. Ο Κύριος είθε να φυλάξει την ψυχή σου και το σώμα σου από κάθε κακό και από κάθε διαβολική εναντίωση και πολύ θορυβώδη φαντασία. Ο Κύριος να σου είναι φως, σκέπη σου, οδός σου, δύναμή σου, στεφάνι αγαλλιάσεώς σου, και αιώνιος βοηθός σου.

Πρόσεχε τον εαυτό σου. διότι έχει γραφεί: "μην αθετείς εκείνα που βγαίνουν από τα χείλη σου" (Ψαλμ. 88, 35).

11.

Απόκριση του ιδίου μεγάλου Γέροντα προς αυτόν με την οποία τον προτρέπει να θυμάται πάντοτε τα γραφόμενα προς αυτόν προς ωφέλειά του και στηριγμό της καρδιάς του.

Ο Σολομών είπε για τους γονείς του: "οι οποίοι και με δίδασκαν και έλεγαν, ας ριζωθεί καλά ο λόγος μας στην καρδιά σου"(Παροιμ. 4,4). Το ίδιο και εγώ σου λέγω, αδελφέ. ας ριζωθούν οι λόγοι μου στην καρδιά σου. και μελέτα πάντοτε όλα αυτά που σου έγραψα, όπως ο Θεός είπε με το στόμα του Μωυσή: "θέσε αυτά στο δεξί σου χέρι και θα είναι ασάλευτα μπροστά στα μάτια σου για πάντα, και μελέτα αυτά ξαπλωμένος και όρθιος και όταν περπατάς στο δρόμο και όταν πλαγιάζεις στο σπίτι" (Δευτ. 6,7).
 
Δείξε λοιπόν τα ίδια με τελειότητα έργων και ο Θεός μου θα είναι μαζί σου στους αιώνες. Γένοιτο.

12.

Ο ίδιος ανέθεσε στον αδελφό έργο και επειδή δεν το έκανε γρήγορα, τον επέπληξε. Και ο αδελφός αν και λυπήθηκε, αποφάσισε να μην το πει σε κανέναν από τους αδελφούς, και γι' αυτό ο Γέροντας του είπε αυτά.

Πες στον αδελφό Ιωάννη, ότι αυτός ο καιρός είναι μαλθακός, και ότι με πολύν κόπο βρίσκεις κατ' αυτόν τον καιρό άνθρωπο που να έχει σταθερή καρδιά. αλλά κράτησε τον λόγο του αγίου Αποστόλου που λέγει: "έλεγξε, τιμώρησε, παρακάλεσε με όλη τη μακροθυμία και διδαχή" (Β' Τιμ. 4, 2).

13.

Όταν γινόταν οικοδομή στο κοινόβιο, αυτός, δηλαδή ο Ιωάννης, σαν έμπειρος χάραξε τα μέτρα του έργου. μερικοί τότε από τους αδελφούς κρυφά από αυτόν, νομίζοντας ότι κάνουν καλό, πρόσθεσαν κάτι σ' αυτά και το παράβλεψαν λίγο, και επειδή εκείνος ταράχθηκε και ολιγόρησε εξαιτίας τους, ο Γέροντας του λέγει αυτά.

Πες στον ομονοούντα αδελφό μας Ιωάννη, ότι είναι πολλά αυτά που σου γράφρω με το χέρι του γνησίου και αγαπητού τέκνου μας, που αγαπά με όλη την ψυχή του εξίσου εμάς τους τρεις με τέλεια αγάπη. Και όλα αυτά δεν τα γράφω με δικό μου θέλημα, αλλά κατά παραγγελία του αγίου Πνεύματος. και όλα προς διόρθωση και ωφέλεια της ψυχής και της συνειδήσεως του εσωτερικού ανθρώπου καθώς και προς θλίψη και παιδεία του σώματος και συντριβή της καρδιάς σου.

Πρώτα πρόσεχε από το πνεύμα της ακηδίας. διότι γεννά κάθε κακό και παρδαλό πράγμα. Και πραγματικά, εάν σου γράψω τους πειρασμούς που υπέμεινα, σου λέγω ότι ακόμα δεν μπορούν να τους βαστάξουν τα αυτιά σου και ίσως ούτε κανενός άλλου κατ' αυτόν τον καιρό. Ελπίζω όμως ότι φθάνεις, και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορείς να τους δεις και με τα ίδια σου τα μάτια και να λυτρωθείς από αυτούς με την πίστη δια της χάριτος του Χριστού.

Γιατί απομακρύνεται η καρδιά σου εξαιτίας της ολιγωρίας από τα πρόβατα του Χριστού; ή δε γνωρίζεις ποιον κεφαλόπονο υπομένει ο καλός διδάσκαλος από τα παιδιά, ως που να προκόψουν; Και αυτό, επειδή άκουσες από μένα τον αποστολικό λόγο, "έλεγξε, επίπληξε, παρακάλεσε με κάθε μακροθυμία και διδαχή" (Β' Τιμ. 4, 2). Άκουσε και πρόσεχε αυτά που σου λέγω. η μακροθυμία είναι μητέρα όλων των αγαθών. κατανόησε τον Μωυσή που διάλεξε για τον εαυτό του "να ταλαιπωρείται μαζί με τον λαό του Θεού, παρά να έχει την πρόσκαιρη απόλαυση της αμαρτίας" (Εβρ. 11, 25). Όταν λοιπόν ταράσσεται ο λογισμός σου από τον δαίμονα εναντίον κάποιου ανθρώπου, πες στον λογισμό με μακροθυμία: "Εγώ υποτάχθηκα στο Θεό, για να δουλαγωγήσω άλλους;" και τότε θα φύγει από σένα.

Τρέξε σταθερά και δυνατά, ενθυμούμενος τα λόγια μου, ή καλύτερα τα λόγια του Κυρίου, για να μας φθάσεις εν Χριστώ Ιησού του Κυρίου μας. Γένοιτο, γένοιτο.

14.

Απόκριση του ιδίου μεγάλου Γέροντα προς τον ίδιο επειδή αγανάκτησε, ακούοντας ότι κάποιος από τους αδελφούς για να τον εξευτελίσει έλεγε: "ποιος τάχα είναι αυτός; ή από που κατάγεται, ώστε να θλίβεται;"

Πες στον αδελφό: όπως έκρινε ο Μιχαήλ για το σώμα του Μωυσή (Ιούδα 9), με τον ίδιο τρόπο αγωνίζομαι για σένα, ως που ν' απαλλαγείς από τον παλαιό άνθρωπο. Διότι οι Ιουδαίοι δυσανασχετούσαν για τον Σωτήρα, λέγοντας: "δεν είναι αυτός ο υιός του Ιωσήφ; δεν γνωρίζουμε την μητέρα και τους αδελφούς του;" (Ιω. 6, 42).

Σκέψου τα καλά και υπόμεινέ τα μέχρι το τέλος.

Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τοῦ σοφωτάτου Νικολάου Καβάσιλα, τοῦ καὶ Χαμαετοῦ.

 http://www.saint.gr/photos/standard/0620/AgiosNikolaosKavasilas01.jpg
 
Ξαναγυρίζοντας τώρα στό Βυζάντιο εἶναι καλό νά πᾶμε πρῶτα στόν τελευταῖο μεγάλο μυστικό του, τόν Νικόλαο Καβάσιλα (+ 1471), πού ἐμπνέεται πολύ ἀπό τόν Συμεῶνα.
 
Τό οἰκογενειακό του ὄνομα ἦταν Χαμαετός, γνωστή βυζαντινή οἰκογένεια. Γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη ἀλλά σπούδασε στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Καβάσιλας ἔφτασε στίς ἀκρότερες συνέπειες, στίς ὁποῖες ὁδηγοῦσε ἡ κατεύθυνση πού μέ τόσο ζωηρό παλμό ἐχάραξεν ὁ Συμεών. Τό σπουδαιότερο ἔργο του εἶναι ἡ «ζωή ἐν Χριστῷ». Τό ἁπλό καί μαζί βαθύ, λυρικό καί μαζί μυστικό ὖφος του ἀποπνέει τή δροσιά καί τήν αἰσιοδοξία τῶν ἀποστολικῶν χρόνων. Ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες αἰσθάνονταν συχνά τήν ἀνάγκη νά ξαναγυρίζουν στό Σωκράτη γιά νά βαπτιστοῦν στή γεμάτη αἰσιοδοξία ἀλλά καί ἁπλότητα σκέψη καί ζωή του, ἔτσι καί οἱ Βυζαντινοί, ὅσες φορές ἡ ἐκλεπτυσμένη θεολογική σκέψη ἐστέγνωνε τήν ψυχήν των ξαναγυρίζουν στούς ἀποστολικούς χρόνους, στήν ἁπλότητα τῆς πίστης καί στήν αἰσιοδοξία των.
 
Θά σταματήσωμε σέ δυό μόνο σημεῖα πού δείχνουν σημαντική πρόοδο τῆς μυστικῆς θεωρίας. «Ὁ νόμος τοῦ πνεύματος, λέγει ὁ Καβάσιλας, πού εἶναι ἡ ἀγάπη γιά τό Θεό, εἶναι νόμος φιλίας καί εὐγνωμοσύνης. Γιά νά ἀκολουθήση κανείς αὐτό τό νόμο δέν εἶναι ἀνάγκη νά καταβάλη κόπους, οὔτε έξοδα, οὔτε νά χύση ἰδρῶτα... Οὕτε, προσθέτει, εἶναι ἀνάγκη νά ἀφήσης τή δουλειά σου, ἤ νά ἀποσυρθῆς σέ ἀπόμερα μέρη, νά διάγης μιά παράξενη ζωή καί νά φορῆς ἕνα παράξενο ἔνδυμα. Δέ χρειάζεται νά κάμης ὅλα αὐτά. Μπορεῖς νά μείνης στό σπίτι σου, καί χωρίς νά χάσης τά ἀγαθά σου, νά βρίσκεσαι πάντα στή μελέτη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, στή μελέτη τῆς συγγενείας τοῦ ἀνθρώπου μέ τό θεῖο καί σέ κάθε ἄλλη τέτοιας λογῆς μελέτη».
 
«Καί πρῶτα πρῶτα, προσθέτει ἀλλοῦ, δέ χρειάζονται προετοιμασίες γιά τήν προσευχή μας, οὔτε εἰδικοί τόποι, οὔτε φωνές ὅταν ἐπικαλούμαστε τό Θεό. Γιατί δέν ὑπάρχει τόπος ἀπό ὅπου λείπει ὁ Θεός, δέν εἶναι δυνατό νά μήν εἶναι μαζί μας, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι πάντα πιό κοντά σέ 'κείνους πού τόν καλοῦν, ἀπό ὅσο εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά τους. Θά ἔλθη πρός ἠμᾶς, ἀκόμη κι ἄν εἴμαστε κακοί, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός». Χάνεται τελείως, ὅπως βλέπομε, ὄχι μόνο ἡ ἀντιδικία μέ τή σάρκα, ἀλλά καί ὅλες οἱ ἐξωτερικές συνθῆκες καί μορφές τῆς ζωῆς (ἀναχωρητισμός, ἔνδυμα κλπ.) πού τίς θεωροῦσαν ἀπαραίτητες. Ἡ εὐσέβεια εἶναι ἀποκλειστικά ἔργο τῆς δικῆς μας ἐσωτερικῆς διαθέσεως, τῆς δικῆς μας θέλησης. Γι' αὐτό δέν εἶναι ἀπαραίτητο ἐπακόλουθο τοῦ μυστικισμοῦ ἡ ἐξωτερική ἀποχώρηση ἀπό τόν κόσμο, ὁ ἀναχωρητισμός. Μένοντας μέσα στήν καθημερινή, τήν κοινωνική του ζωή, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ καί πρέπει νά τήν μετουσιώνη μέ τή μελέτη τῶν ὑψηλῶν πνευματικῶν θεμάτων, πού ἀπεργάζονται τή μεταστροφή τῆς βουλήσεώς του.
 
Δέν εἶναι λοιπόν ὁ Καβάσιλας ὁ μυστικός τῶν ἐκστατικῶν καταστάσεων. Σκοπός του νά περιγράψη τή θεία χάρη μέσα στόν κοινό χριστιανό. Καί αὐτό τό κάνει μέ ἐξαιρετικά δυνατή θεολογική πνοή. Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ, πού μπαίνει μέσα στόν καθένα μας μέ ἕνα μυστήριο οἰκειότητας. Εἶναι φυσικό, λέγει, κάθε πρᾶγμα νά εἶναι δεμένο μέ τόν ἑαυτόν του περισσότερο παρά μέ κάθε ἄλλο. Ἔτσι πιστεύομε. Καί ὅμως, προσθέτει ὁ Καβάσιλας, ἡ ἔνωσή μας μέ τό Χριστό εἶναι ἀκόμα πιό δυνατή. Οἱ μακάριοι ἄνδρες νοιώθουν τόν ἑαυτό τους δεμένο περισσότερο μέ τό Σωτῆρα παρά μέ τόν ἑαυτό τους. Ὁ Χριστός εἶναι τήν ἴδια ὥρα ξένος μας καί ἐνδιαίτημά μας. Ἀναπνέομε τό Χριστό. Σέ τοῦτο ἀκριβῶς διαφέρει ἡ Νέα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, στήν παρουσία μέσα μας τοῦ Χριστοῦ, πού διαθέτει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί τήν μεταπλάθει. Χρέος μας ἱερό νά μή σβύσωμε τή μέσα μας ἀναμένη λαμπάδα, ἀλλά νά σκάψωμε μέσα μας καί νά ἀνακαλύψωμε τήν καθαρή οὐσία τῆς ἀρετῆς, τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. «Οὔτε οἱ ναοί, λέγει ὁ Καβάσιλας, οὔτε ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἱερό εἶναι τόσο ἅγιο ὅσο ὁ ἄνθρωπος μέ τή φύση τοῦ ὁποίου κοινωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἐκεῖνος πού θά ἔλθη καθήμενος ἐπί τῶν νεφῶν εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως εἶναι ἀσφαλῶς Θεός. Καθένας μας, μπορεῖ νά λάμψη περισσότερο ἀπό τόν ἤλιο, νά ἀνέβη στά σύννεφα, νά πετάξη πρός τό Θεό, νά τόν πλησιάση, νά κάμη ὥστε ὁ Θεός νά τόν κυττάξη μέ γλυκύτητα». Νάμαστε λοιπόν πάλι στή Σωκρατική ἀφετηρία, μέ νέο βάθος: νά ἀνακαλύψης τήν ἀξία τῆς φύσης σου καί νά οἰκοδομήσης τή ζωή σου πάνω σ' αὐτήν. «Ἄν, προσθέτει ὁ Καβάσιλας, ὕστερα ἀπό αυτή τήν ἀνακάλυψη ἀναλογισθῆ ὁ ἄνθρωπος τήν φτώχεια μέσα στήν οποία ζεῖ, -ἐνῶ ἔχει τόσο πλούσια φύση,- ἐπειδή ἄφησε τήν ὀκνηρία καί τόν ὕπνο νά τόν περιτυλίξουν, μεγάλη λύπη καί δάκρυα πολλά θά τόν συνοδεύουν σέ ὅλη του τή ζωή. Ἀλλά τήν ἡμέρα ὅμως πού θά κάμη τή ζωή του ὅπως ἔπρεπε νά εἶναι, ἀπό πηγή θλίψεως καί δακρύων πού ἤτανε, θά γίνη τότε ἡ ζωή του πηγή εὐδαιμονίας καί πνευματικῆς χαρᾶς». 
 
Μέ τόν ἰδεαλισμό του κατορθώνει ὁ Καβάσιλας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον Βυζαντινό, νά ἀνακαλύψη τόν πνευματικό ἄνθρωπο, ὄχι στόν ἀναχωρητή, ἀλλά στήν ἔξοχη ἀνθρώπινη φύση, μέ τήν ὁποίαν ἐπικοινωνεῖ ὁ Θεός καί νά καλέση κάθε Χριστιανό νά κάμη τήν ἴδια ἀνακάλυψη. Ἡ θρησκευτική σκέψη λυτρώνεται ἀπό κάθε δεσμό μέ έξωτερικές συνθῆκες. Ἀπό τόν ἀσκητισμό τοῦ σώματος, τόν πόλεμο κατά τῆς σάρκας των ἑρημιτῶν τῆς Θηβαΐδος, ἀνεβαίνουμε στήν κορφή τῆς καθαρῆς πνευματικῆς χώρας τoῦ ἀνθρώπου. Αὐτή εἶναι ἀπό τίς μεγαλύτερες πνευματικές νίκες τοῦ Βυζαντίου.

Πηγή: vizintini-pandaisia.blogspot.gr

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

Όσιος Ευστράτιος της Λαύρας των Σπηλαίων, ο σταυρωθείς ανήμερα το Πάσχα.


 
Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος, ἀπόγονος μιᾶς πλούσιας οἰκογένειας τοῦ Κιέβου, διέθεσε στοὺς πτωχοὺς ὅλα τὰ πλούτη του καὶ ἐγκαταβίωσε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ὅπου ἀφιερώθηκε στὴν ἄσκηση καὶ τὴ νηστεία. Στὶς εἰκόνες περιγράφεται μὲ ἀνοιχτοῦ χρώματος μαλλιά, ἀραιὴ γενειάδα, ντυμένος μὲ τὸ μοναχικὸ ράσο καὶ ἀνυπόδητος.
 
Μόλις ὁ Ὅσιος ἔγινε μοναχός, ἄρχισε νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῶν σαρκικῶν παθῶν καὶ τοῦ διαβόλου μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός, τὴν ἀγρυπνία, τὴν προσευχὴ καὶ προπαντὸς τὴν χριστομίμητη νηστεία. Μὲ τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν σκληρὴ ἐγκράτεια, ταπείνωσε τοὺς δαίμονες καὶ ἐξουδετέρωνε τὶς προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ὅτι ὁ Κύριός του, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴν σαρανταήμερη νηστεία καὶ τὴν προσευχή Του κατέβαλε τὸν πονηρό, ἐνῷ ἀντίθετα ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ, λόγω τῆς ἀποτυχίας του στὸ νὰ φανεῖ ἐγκρατής, ἔπεσε καὶ ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ἔτσι ὁ γενναῖος Εὐστράτιος ἕλιωσε πραγματικὰ τὸ σῶμα του μὲ τὴν αὐστηρὴ νηστεία, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὸ ἕλιωσε καὶ τὰ πάθη καὶ διέλυσε τὶς δαιμονικὲς πλεκτᾶνες. Γι’ αὐτὸ ἐπονομάσθηκε Νηστευτής.
 
Ὁ Βίος τοῦ Ὁσίου Εὐστρατίου περιγράφει, μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια, τὶς περιστάσεις τοῦ μαρτυρίου του. Στὶς 20 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1096, ἡ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου, ἔγινε ξαφνικὰ στόχος ἐπιθέσεως τῶν Πολόφσκυ, οἱ ὁποῖοι καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸν Μπονγιὰκ τὸν Φιλάργυρο, λεηλάτησαν τὴ μονὴ καὶ αἰχμαλώτισαν μοναχοὺς καὶ ἐργάτες αὐτῆς καὶ τοὺς πούλησαν ὡς σκλάβους στὴν Βυζαντινὴ πόλη Χερσόνησο, στὴν Ταυρίδα.
 
Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος καὶ ἄλλοι πενήντα αἰχμάλωτοι ἀγοράστηκαν ἀπὸ ἕνα Ἑβραῖο τῆς Χερσονήσου, ὁ ὁποῖος, γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσει νὰ ἀσπασθοῦν τὴν ἰουδαϊκὴ πίστη τοὺς ἄφησε νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴ δίψα. Καθὼς ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ σήμαινε ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν σκλαβιά, μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια σκληρῆς δουλείας, οἱ αἰχμάλωτοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος, ὅμως, τοὺς ἔπεισε νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσαν μὲ τὸ βάπτισμα. 
 
 
Μετὰ ἀπὸ δέκα τέσσερις ἡμέρες ὅλοι πέθαναν ἀπὸ πεῖνα καὶ δίψα, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ὅσιο Εὐστράτιο, ποὺ εἶχε συνηθίσει στὶς πολυήμερες νηστεῖες. Ὁ ἰδιοκτήτης λοιπόν, ὀργισμένος, τὸν κατηγόρησε γιὰ τὸν θάνατο τῶν συντρόφων του καὶ διέταξε νὰ σταυρωθεῖ ἀνήμερα τοῦ Χριστιανικοῦ Πάσχα. 
 
 
Σύμφωνα μὲ τὸν Βίο του, ὁ Ὅσιος Εὐστράτιος ἔζησε γιὰ δεκαπέντε ἀκόμα ἡμέρες ἐπάνω στὸν σταυρὸ καὶ βρῆκε τὴν δύναμη νὰ συζητήσει μὲ τὸν Ἑβραῖο ἰδιοκτήτη ἐὰν ὁ σταυρικὸς θάνατος ἦταν ἀτιμία ἢ προνόμιο καὶ νὰ προφητέψει γιὰ τοὺς δουλοκτῆτες του μία ἐπικείμενη θεομηνία. Μόλις τὸ εἶπε αὐτό, μαχαιρώθηκε.
 
Οἱ ἀνόσιοι σταυρωτὲς κατέβασαν τὸ ἱερὸ λείψανο ἀπὸ τὸν σταυρὸ καὶ τὸ ἔριξαν στὴν θάλασσα. Ἡ ἀνεξερεύνητη οἰκονομία τοῦ Θεοῦ μετέφερε τὸ τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρὶς ἀνθρώπινη μεσολάβηση, στὰ σπήλαια τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. 
 
 
Το τίμιο και ιερό λείψανο του οσιομάρτυρος Ευστρατίου.

Ἐκεῖ τὸ βρῆκαν μὲ κατάπληξη καὶ δέος οἱ μοναχοί, ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν σωθεῖ καὶ εἶχαν ἐπιστρέψει στὴ μονὴ μετὰ ἀπὸ τὸ πέρασμα τῶν Πολόφσκυ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς καὶ δοξολογίες. Στὸν τόπο αὐτὸ παραμένει μέχρι σήμερα, ἄφθορο καὶ δοξασμένο, ἐπιτελώντας ἀναρίθμητα θαύματα στοὺς πιστούς. Η μνήμη του τιμάται στις 28 Μαρτίου.

Πηγή: vizintini-pandaisia.blogspot.gr

Για την εξομολόγηση.

Αγίου Νικολάου Αρχ/που Αχρίδος
 
http://orthodoxanswers.gr/wp-content/uploads/2013/12/metanoia.jpg

Ήθελες να μάθεις εάν η εξομολόγηση είναι απολύτως απαραίτητη! Παλιότερα συχνά εξομολογιόσουν, και σταμάτησες επειδή κάποιος γέλασε γι’ αυτό μαζί σου. Δεν έπρεπε να σταματήσεις. Σε ποιόν δεν γέλασαν oι άνθρωποι; Γνωρίζεις πως είπε ο Πλέον-προορατικός: «Ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε» (Λουκ. 6, 25). Εκτός από τη χειροτεχνία σου, λες ότι έχεις κι ένα αμπέλι, το όποιο παράγει άφθονα, αφού το περιποιείσαι καλά. Εάν κάποιος παραμελήσει το αμπέλι του, και γελάσει μαζί σου επειδή εσύ καλλιεργείς επιμελώς το δικό σου, θα σήκωνες τα χέρια σου από το αμπέλι, και θα σταματούσες να το καλλιεργείς; Δεν θα το έκανες, είναι σίγουρο. Πώς τότε μπορείς να ταλαντευθείς στην καλλιέργεια της ψυχής σου, της σημαντικότερης απ’ όλα τα αμπέλια στη γη; Αφού όταν πεθάνεις, τη ψυχή θα την πάρεις, ενώ το αμπέλι θα το αφήσεις. Απ’ όλες τις καλλιέργειες η καλλιέργεια της ψυχής είναι η πιο σημαντική και απ’ όλους τους κόπους, με τους οποίους ο άνθρωπος κοπιάζει στη γη, ο κόπος περί της ψυχής είναι ο πιο λογικός. Γι’ αυτό, γύρισε στον προηγούμενο κόπο για τη ψυχή σου, και άρχισε ξανά να εξομολογείσαι.

Ο απόστολος Ιάκωβος λέει το εξής: «Εξομολογείσθε αλλήλοις τα παραπτώματα» (Ιακ. 5, 16). Οι αμαρτίες στην μυστικότητα μεγαλώνουν και πολλαπλασιάζονται, ενώ μόλις βγουν στο φως, ξηραίνονται και καταστρέφονται.

Μην πεις: «Δεν είμαι αμαρτωλός!». Διάβασε τι γράφει ο δίκαιος στο Ψαλτήρι: «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησε με η μήτηρ μου» (Ψαλμ. 50,7). Ούτε να πεις: «Εγώ εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου στον ίδιο τον Θεό, οπότε δεν είναι αναγκαίο να εξομολογούμαι και στους ανθρώπους». Ποιος ήταν δικαιότερος από τον απόστολο Παύλο; Και αυτός ο Παύλος, ως Σαύλος, είχε μία αμαρτία πριν από την αποστολή του και τούτη την αμαρτία δημόσια την εξομολογήθηκε, όχι μία αλλά περισσότερες φορές, και όχι μόνο μπροστά στους πιστούς, αλλά μπροστά και στους εθνικούς. «Ηκούσατε γαρ» γράφει στους βαπτισμένους Γαλάτες, «ότι καθ’ υπερβολήν εδίωκον την εκκλησίαν του Θεού και επόρθουν αυτήν» (Γαλ. 1,13). Τούτο το ίδιο εξαγγέλλει και μπροστά στον βασιλιά Αγρίππα (Πράξ. 26). Όταν λοιπόν πράττει έτσι ο άγιος Παύλος, γιατί εσύ να κρατάς τις πληγές της ψυχής σου κρυμμένες; Γιατί να αφήσεις τα φίδια στα στήθη σου να πολλαπλασιάζονται; Μα μόνο επειδή κάποιος γέλασε μαζί σου; Εάν γέλασε μία φορά, θα γελάει μαζί σου αιώνια; Προσευχήσου στον Θεό γι’ αυτόν μυστικά· μπορεί και να μετανοήσει, και με τα δάκρυα να εξομαλύνει την αμαρτία του. Τι πιο ταλαντευομένο υπάρχει από τις ανθρώπινες σκέψεις; Πόσοι και πόσοι άνθρωποι το βράδυ μετανιώνουν για λόγια που είπαν κατά τη διάρκεια της μέρας! Γι’ αυτό, για όσα αφορούν τη ψυχή σου, μην ακούς τον καθένα, που μπορεί να σου πει κάτι τυχαία, αλλά άκουγε ό,τι λέει η Εκκλησία του Θεού. Μπες στη συζήτηση με τους πνευματικούς που εξομολογούν τους ανθρώπους, και θα ακούσεις απ’ αυτούς πολλά παραδείγματα, για το πόσο μεγάλη ψυχική ελάφρυνση έλαβαν εκείνοι oι οποίοι εξομολογήθηκαν από καρδιάς. Δεν είναι κάποιο παραμύθι αλλά πραγματική αλήθεια, ότι πολλοί ετοιμοθάνατοι στη μακρά αγωνία μπόρεσαν να αναπαυθούν και να ησυχάσουν, μόλις εξομολογήθηκαν τις αμαρτίες τους μπροστά στον ιερέα. Θα μπορούσα να σου αναφέρω τέτοια παραδείγματα, των οποίων ήμουν αυτόπτης μάρτυρας. Ο Θεός μας είναι Θεός ελέους και αγαθοσύνης, και θέλει για όλους τους ανθρώπους τη σωτηρία. Αλλά πώς θα σωθεί ένας άνθρωπος, εάν δεν αναγνωρίσει τη δικαιοσύνη του Θεού; Μ’ εκείνο που ο άνθρωπος φέρει στη ψυχή του όταν πεθαίνει, πηγαίνει στην κρίση του Θεού: εάν είναι η αμαρτία με την αμαρτία, εάν είναι το δίκαιο με το δίκαιο. Ο Θεός περιμένει από κάθε θνητό μετάνοια, και η μετάνοια περιλαμβάνει την εξομολόγηση των αμαρτιών του. Και εφόσον κάθε μέρα και κάθε στιγμή μπορεί ο άγγελος του θανάτου να έρθει για τη ψυχή μας, γι’ αυτό η Εκκλησία συνιστά στους πιστούς συχνή εξομολόγηση και ακόμα συχνότερη μετάνοια.

Ο Θεός να σε δοξάσει και να σε ευλογήσει.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται», Εκδ. «Εν πλω», σ. 211-213)

Πηγή:
alopsis.gr

Η αδιάλειπτη προσευχή.

Άγιος Ιωάννης Αρχ/πος Κων/πόλεως ο Χρυσόστομος
 
https://iliaxtida.files.wordpress.com/2013/01/eyxi.jpg

Όπως το να αναπνέεις ποτέ δεν είναι άκαιρο, έτσι ούτε και το να ζητάς, αλλά το να μη ζητάς είναι άκαιρο. Διότι όπως έχουμε ανάγκη από αυτήν, την αναπνοή, έτσι και από τη βοήθειά Του· και εάν θέλουμε, εύκολα μπορούμε να Τον προσελκύσουμε. Αυτά που πολλές φορές δεν μπορούμε να κατορθώσουμε με τη δική μας προσπάθεια, αυτά εύκολα θα μπορέσουμε να τα επιτύχουμε με τις προσευχές, τις προσευχές εννοώ τις συνεχείς. Διότι πρέπει πάντοτε και ακατάπαυστα να προσεύχεται και αυτός που βρίσκεται σε θλίψη και αυτός που βρίσκεται σε άνεση, και μέσα στις συμφορές και μέσα στα αγαθά· αυτός που έχει άνεση και πολλά αγαθά, για να μένουν αμετακίνητα και αμετάβλητα και να μην τα στερηθεί ποτέ, και αυτός που έχει θλίψεις και πολλές συμφορές, για να δει κάποια αγαθή μεταβολή, να επέλθει γαλήνη και να παρηγορηθεί.

Έλεγε η Άννα (η μητέρα του Σαμουήλ) συνεχώς τα ίδια και δεν σταματούσε να προσεύχεται δαπανώντας πολύ χρόνο με τα ίδια λόγια. Έτσι λοιπόν και στο Ευαγγέλιο διέταξε ο Χριστός να προσευχόμαστε. Διότι λέγοντας στους Μαθητές: «Όταν προσεύχεστε, μη φλυαρείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουσθούν» (Ματθ. 6, 7), μας δίδαξε και τον τρόπο της προσευχής, δείχνοντας ότι το να εισακουσθεί η προσευχή εξαρτάται όχι από το πλήθος των λόγων, αλλά από την εγρήγορση του νου.

Εάν αγρυπνούμε, η Χάρη μας κάνει ναούς του Αγίου Πνεύματος, ώστε όλα να μας έρχονται πολύ εύκολα… οπουδήποτε κι αν είσαι, το θυσιαστήριο το έχεις μαζί σου… αφού συ ο ίδιος είσαι και ιερέας και θυσιαστήριο και θύμα που θυσιάζεται. Γιατί όπου και να είσαι μπορείς να στήσεις τον βωμό δείχνοντας μόνο άγρυπνη διάθεση, και καθόλου δεν σε εμποδίζει ο τόπος ούτε ο καιρός, αλλά κι αν δεν γονατίσεις, κι αν δεν κτυπήσεις το στήθος και δεν σηκώσεις τα χέρια στον ουρανό, αλλά δείξεις μόνο θερμή διάνοια, η προσευχή σου είναι πλήρης. 
 
http://www.planetnews.gr/wp-content/uploads/2013/11/1399.jpg
 
Είναι δυνατόν και γυναίκα που υφαίνει και γνέθει με τη ρόκα της να στραφεί βλέποντας τον ουρανό με τη διάνοια και να επικαλεσθεί με θερμότητα το Θεό· είναι δυνατόν και άνθρωπος που ευρίσκεται στην αγορά και περπατά μόνος του να κάνει μακρές προσευχές· και άλλος που κάθεται στο εργαστήριο και ράβει δέρματα να ανεβάσει τη ψυχή του στον Δεσπότη· είναι δυνατόν και ο υπηρέτης, και ο δούλος κι εκείνος που πηγαινοέρχεται κι εκείνος που εργάζεται στο μαγειρείο, όταν δεν μπορεί να έλθει στην εκκλησία, να κάνη προσευχή μακρά και έντονη· δεν περιφρονεί τόπο ο Θεός· ένα μόνο ζητά, διάνοια θερμή και ψυχή που σωφρονεί.

Και πώς είναι δυνατόν, λέει, άνθρωπος κοσμικός, προσηλωμένος στο δικαστήριο, να προσεύχεται τρεις ώρες την ημέρα και να τρέχει στην Εκκλησία; Είναι δυνατόν και πάρα πολύ εύκολα· διότι και αν δεν μπορεί να τρέξει στην Εκκλησία, είναι δυνατόν εκεί που είναι όρθιος μπροστά στις πόρτες και προσηλωμένος στο δικαστήριο να προσευχηθεί. Γιατί δεν χρειάζεται τόσο η φωνή όσο ο νους, ούτε άπλωμα χεριών όσο συγκεντρωμένη ψυχή, ούτε στάση, αλλά φρόνημα· επειδή κι αυτή η Άννα, δεν εισακούστηκε από τη μεγάλη και λαμπρή φωνή της, αλλ’ επειδή φώναζε δυνατά μέσα στη καρδιά της: «Και αυτή φώναζε μέσα στη καρδιά της, και κινούσε τα χείλη της, αλλά η φωνή της δεν ακουόταν…» (Α’ Βασιλ. 1, 13) και συνεχίζει: «…ο Θεός του Ισραήλ ας ικανοποιήσει όλα τα αιτήματα, που ζήτησες απ’ αυτόν… και την θυμήθηκε ο Κύριος» (στίχ. 17, 19). Αυτό το έκαναν πολλές φορές κι άλλοι πολλοί· και ενώ ο άρχοντας από μέσα φώναζε, απειλούσε, χτυπιόταν, έκανε σαν τρελός, αυτοί με το στόμα κλειστό στέκονταν μπροστά στην πόρτα και λέγοντας στο Θεό λίγα λόγια με το νου, όταν έμπαιναν τον άλλαζαν, τον καταπράυναν και από άγριο τον έκαναν ήμερο και σε τίποτε δεν εμποδίστηκαν, ούτε από τον τόπο, ούτε από τον χρόνο, ούτε από τη σιωπή γι’ αυτή τη προσευχή. Αυτό λοιπόν κάνε και συ: στέναξε πικρά, θυμήσου τα αμαρτήματά σου, κοίταξε ψηλά στον ουρανό, πες με το νου σου «ελέησόν με, ο Θεός…» και η προσευχή σου είναι πλήρης. Διότι αυτός που είπε «ελέησόν με, ο Θεός…», έκανε εξομολόγηση· αυτός που είπε: «ελέησόν με…» έλαβε συγχώρηση των παραπτωμάτων, πέτυχε τη Βασιλεία των Ουρανών.

Έτσι προσευχόταν και ο Μωυσής, γι’ αυτό και χωρίς να προφέρει τίποτε, του λέγει ο Θεός: «γιατί μου φωνάζεις;…» (Έξοδ. 14, 15). Διότι οι άνθρωποι ακούνε μόνο αυτή την (εξωτερική) φωνή, ενώ ο Θεός πριν από αυτή ακούει όσους κραυγάζουν από μέσα τους. Άρα γίνεται να ακουγόμαστε και χωρίς να φωνάζουμε, και να προσευχόμαστε με το νου μας με πολλή προσοχή περπατώντας στην αγορά, κι όταν συζητούμε με φίλους και οτιδήποτε κάνουμε να επικαλούμαστε το Θεό με πολύ δυνατή φωνή, την εσωτερική, και να μην την φανερώνουμε σε κανέναν από τους παρόντες, όπως έκανε τότε η Άννα «..και εμνήσθη αυτής Κύριος και συνέλαβε» (Α’ Βασιλ. 1, 13, 19). Τόσο δυνατή ήταν η εσωτερική κραυγή της.
 
https://iliaxtida.files.wordpress.com/2013/01/proseyxi_thumb.jpg?w=398&h=270
 
(Η Άννα) «όταν αύξησε την προσευχή… και ο Ηλί παρατήρησε το στόμα της..». Είχε σφραγισθεί λοιπόν η φωνή της, δεν σφραγίσθηκε όμως η δύναμη της προσευχής της, αλλά η καρδιά από μέσα φώναζε περισσότερο. Διότι αυτό κυρίως είναι προσευχή, όταν οι φωνές προέρχονται από μέσα· αυτό είναι μάλιστα το γνώρισμα της ψυχής που πονά, να εκφράζει την προσευχή όχι με τον τόνο της φωνής, αλλά με την προθυμία της καρδιάς.

Όταν νομίσαμε ότι τα σπίτια έγιναν ξαφνικά οι τάφοι μας (από τον φοβερό σεισμό), όταν όλος μαζί ο λαός έκραζε το «Κύριε, ελέησον», τότε και ο Κύριος λύγισε από την ευσπλαχνία του· κινώντας δηλαδή τη γη με μόνο το βλέμμα του, με το χέρι υποβάσταξε την κτίση που έτρεμε.

Είναι εντελώς αδύνατον άνθρωπος που προσεύχεται με την προθυμία που αρμόζει και παρακαλεί το Θεό συνεχώς, να αμαρτήσει ποτέ. Και πώς; εγώ θα σου πω: Αυτός που θέρμανε το νου του και ανάστησε τη ψυχή του και μετέφερε τον εαυτό του κι έτσι επικαλέσθηκε τον Δεσπότη του και θυμήθηκε τις αμαρτίες του και συζήτησε μαζί Του για την συγχώρησή τους παρακαλώντας τον να φανεί ευσπλαχνικός και ήμερος, από την ενασχόληση με αυτά τα λόγια αποβάλλει κάθε βιοτική φροντίδα και αναπτερώνεται και γίνεται ανώτερος από τα ανθρώπινα πάθη· κι εάν ακόμη μετά την προσευχή δει εχθρό, δεν θα τον δει πλέον σαν εχθρό· κι εάν δει όμορφη γυναίκα, δεν θα επηρεασθεί βλέποντάς την, επειδή η φωτιά της προσευχής παραμένει μέσα του και διώχνει μακριά κάθε απρεπή λογισμό. Αλλά επειδή είμαστε άνθρωποι και είναι φυσικό να πέσουμε σε ραθυμία, όταν περάσουν μία και δύο ώρες και τρεις μετά την προσευχή, και δεις τη θερμότητα που είχε προηγηθεί σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να υποχωρεί, τρέξε πάλι γρήγορα στην προσευχή και θέρμανε την καρδιά σου που ψυχράνθηκε. Κι εάν το κάνεις αυτό όλη την ημέρα θερμαίνοντας τα μεσοδιαστήματα με τις πυκνές προσευχές, δεν θα δώσεις στο διάβολο αφορμή και είσοδο εναντίον των λογισμών σου.

(«Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος, σ. 121-126)
 
Πηγή: alopsis.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες