Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Η ευχή ''Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με''!



του Αθανασίου Νεοφωτίστου, ομοτίμου Προέδρου της ΠΕΓ

Η «μονολόγιστη» αυτή προσευχή, η «ευχή του Ιησού», αποτελεί την ακατάπαυστη κραυγή του πιστού Ορθοδόξου Χριστιανού προς το Θεό για τη σωτηρία του. Μ' αυτή την προσευχή μπορούμε να προσευχόμαστε παντού και πάντοτε σε κάθε δουλειά και σε κάθε περίσταση. Μπορεί να τη λέγει κανείς νοερά και την ώρα των εκκλησιαστικών ακολουθιών, αλλά κυρίως όταν εργασία η αρρώστια, σε κρατούν, μακριά από την Εκκλησία. Μ' αυτή την «νοερά» προσευχή, η φλεγόμενη από την αγάπη του Κυρίου ψυχή, αναζητά επίμονα Αυτόν που μπορεί να την σώσει.

Είναι η «ευχή» «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας μας, που ρέει από γενιά σε γενιά μέσα στους αιώνες και συνοψίζει ολόκληρη τη δογματική της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Στήν σύγχρονη όμως εποχή, εποχή της ασύστολης προπαγάνδας και της απάνθρωπης «επιχείρησης» «διανοητικού χειρισμού» των ατόμων από μέρους οργανώσεων και ομάδων, που σαν επιδημία αναπτύσσονται και δραστηριοποιούνται στην χώρα μας, παρατηρείται και το φαινόμενο της παραπλάνησης των χριστιανών και της βλασφημίας ότι δηλ. η «ευχή» του Ιησού είναι ένα είδος διαλογισμού, είναι το «μάντρα» των χριστιανών κατά την ώρα της «προσευχής-διαλογισμού». Το φαινόμενο αυτό, τελευταία, έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις κι έχει παρασύρει στην πλάνη ακόμη και ποιμένες κυρίως χριστιανικών ομολογιών της Δύσεως. Οι φίλοι αναγνώστες που θα μου κάνουν την τιμή να διαβάσουν το άρθρο μου αυτό, τους παρακαλώ να διαβάσουν και τα σχόλια του «Διαλόγου 13»: «ένα βιβλίο» και «Τσάκρα η ζωτικά κέντρα» στις σελ. 24 και 26 του περιοδικού.

Θεωρούμε σκόπιμο, για να αποδείξουμε την ανέντιμη παραπλάνηση από μέρους κυρίως της παραθρησκείας να «στηρίξει» η βλάσφημη αυτή ταύτιση ν' αναφέρουμε όσο υποστηρίζει στο περιοδικό «Αρμονική ζωή» (τεύχος 1) ο Ρόμπερτ Νάτζεμυ ιδρυτής του ομώνυμου «φιλοσοφικού» του Κέντρου. Γράφει στο άρθρο του ο Νάτζεμυ: «παρ' όλο που πίστευα, πως η Χριστιανική θρησκεία θα πρέπει να έχει μια αντίστοιχη μέθοδο με το διαλογισμό με «μάντρα» όταν ήρθα στην Ελλάδα συνειδητοποίησα τι ακριβώς ήταν αυτό. Η προσευχή του Ιησού είναι η τελεία τεχνική διαλογισμού για τους Χριστιανούς και για τους μη Χριστιανούς που θα ενδιαφερόνταν».

Ο Νάτζεμυ με αυτά που διδάσκει προσπαθεί να επιφέρει αμηχανία, αναστάτωση και σύγχυση σε αστήρικτους κυρίως ανθρώπους που έχουν υπαρξιακά κενά και επιδιώκουν νέες αναζητήσεις και ανθρώπινες επιβεβαιώσεις. Προσέξτε, Αγαπητοί Αναγνώστες τι «υποστηρίζει» σε άλλο σημείο του άρθρου του: «Δεν έχει σημασία (!) ποιον ακούτε, τον Χριστό, τον Κρίσνα, τον Μωάμεθ, το Σάι Μπάμπα, το Σρί Ραμακρίσνα- όλοι αυτό επιβεβαιώνουν την ίδια αλήθεια (!)». «Όποιο μονοπάτι κι αν διαλέξετε, προχωρείστε... » προτρέπει στο τέλος του άρθρου του.

Θα έπαιρνε πολύ χρόνο και θα ήθελε πολλές σελίδες για να αναπτύξουμε σε μάκρος το μέγα χάσμα το αδιαπέραστο μεταξύ της «ευχής» του Ιησού και του διαλογισμού, μεταξύ Αγίου Όρους και Ιμαλαΐων. Θα υπογραμμίσουμε πάντως με μεγάλη συντομία τρεις βασικές οντολογικές διαφορές μεταξύ των δύο ασυμβιβάστων αυτών πραγματικοτήτων.

Η πρώτη, ουσιαστική διαφορά είναι ότι στην «ευχή» του Ιησού εκφράζεται έντονα η πίστη στον προσωπικό Θεό, ο οποίος δημιούργησε τον κόσμο, τον κυβερνά και τον αγαπά. Πατέρας στοργικός, ενδιαφέρεται να σώσει τον άνθρωπο, το πλάσμα Του το αγαπημένο. Η «ευχή μας φέρνει σε κοινωνία αγάπης με το Θεό και αποκτούμε την συναίσθηση της ύψιστης τιμής που μας δίδεται με την επίκληση του ονόματός του «Κύριε Ιησού Χριστέ» και τον παρακαλούμε να μας ελεήσει: «ελέησόν με». Και ο Κύριος απαντά με το πλούσιο έλεός Του. Γνωρίζει ο αληθινά προσευχόμενος ότι η σωτηρία επιτυγχάνεται «εν τω Θεώ» γι' αυτό τον παρακαλεί συνεχώς και ακατάπαυστα να τον ελεήσει. Η οντολογική διαφορά μεταξύ «ευχής» και διαλογισμού της παραθρησκείας είναι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Για τον ορθόδοξο Χριστιανό δεν υπάρχει τίποτε το ανώτερο από τη διαπροσωπική κοινωνία με το Χριστό. Με την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» εκζητούμε το έλεος και την αγάπη του Θεού Πατέρα μέσω του Υιού. Ο Χριστός είναι η μοναδική οδός, η αλήθεια και η ζωή και μέσω αυτού οδηγούμεθα προς τον Πατέρα. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. «Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ει μη δι' Εμού (Ιω. Ιδ' 6).

Αυτή η πραγματικότητα είναι για τις εισαγόμενες ανατολικές διδαακαλίες περί διαλογιαμού σημείο και «μέτρο» οντολογικής διαφοράς. Η παραθρησκεία διακηρύττει την αποθέωση του εαυτού, την αυτολύτρωση, την αυτοθέωση «δι' εαυτού και εξ εαυτού» δηλ. την αυτοσωτηρία. Αυτό δηλ. που επιχείρησε ο Αδάμ και δοκίμασε την οδυνηρή πτώση και το θάνατο. Από τα γραπτά του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη που μας διέσωσε ο μακαριστός γέροντας π. Σωφρόνιος το κεφάλαιο «ο Θρήνος του Αδάμ» είναι ένα από τα συνταρακτικότερα κείμενα. Γράφει σε μία παράγραφο ο Άγιος: «Οδυρόταν ο Αδάμ κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα από το πρόσωπό του κι έπεφταν στο στήθος του και στη γη. Με δέος άκουγε όλη η έρημος τους στεναγμούς του. Ζώα και πουλιά σιωπούσαν από θλίψη. Κι ο Αδάμ οδυρόταν, γιατί με το αμάρτημά του στερήθηκαν όλοι την ειρήνη και την αγάπη». Είχε γνωρίσει ο Αδάμ τον προσωπικό Θεό και την αγάπη Του, γι' αυτό μετά την έξωση θλιβόταν πικρά και οδυρόταν με βαθείς στεναγμούς. Είναι λοιπόν εντελώς ξένες προς την ορθόδοξη πνευματικότητα κάθε «προσπάθεια για συνάντηση ενός απρόσωπου «είναι» και η επιδίωξη «ανύψωσης» στο «απόλυτο μηδέν».

Μια άλλη οντολογικού περιεχομένου διαφορά μεταξύ της ευχής και του διαλογισμού είναι η «στάση» του ασκητού της «ευχής» και του διαλογιζομένου, όταν ο ένας προσεύχεται και ο άλλος διαλογίζεται. Ο ασκητής της νοεράς προσευχής έχει ταπείνωση, αρετή που αποτελεί την αφετηρία και το τέρμα της Ορθόδοξης πνευματικής πορείας. «Διά όποιον μπήκε στην πορεία της πνευματικής ζωής» γράφει ο γέροντας Σωφρόνιος «γνωρίζει ότι η υπερηφάνεια και η κενοδοξία επισύρουν κάθε φθορά και κάθε πτώση. Θεωρεί την υπερηφάνεια τη ρίζα όλων των αμαρτιών και το σπόρο του θανάτου. Γι' αυτό καταλαβαίνει αληθινά ότι η όλη άσκησή του πρέπει να οδηγεί στην απόκτηση της ταπείνωσης. Βλέπει με τα πνευματικά του μάτια πως η υπερηφάνεια είναι η καταστρεπτική δύναμη που απομακρύνει τους ανθρώπους από το Θεό και εισάγει στον κόσμο αναρίθμητες δυστυχίες και θλίψεις. Είναι η μάστιγα της ανθρωπότητας, το διαβολικό σπέρμα του θανάτου, που βυθίζει όλη τη γη στο σκότος της απόγνωσης».

Και ο Άγιος Σιλουανός ατά γραπτά του μιλάει συνεχώς για το πνεύμα της ταπείνωσης. Λέγει στο κείμενό του με τίτλο «Δίψα Θεού»: «Ο Κύριος, αποκαλύπτει τα μυστήριά Του στην ταπεινή ψυχή. Σ' όλη τη ζωή τους οι Άγιοι εταπείνωναν τον εαυτό τους κι επάλευαν εναντίον της υπερηφανείας». Και προσεύχεται ο Άγιος Σιλουανός: «Κύριε δώσε μου τη δύναμη να ταπεινωθώ μπροστά στο μεγαλείο Σου. Κύριε αξίωσέ μας της δωρεάς της Αγίας σου ταπεινώσεως». Κάθε υπερηφάνεια, λοιπόν, είναι ξένα προς τον αθλητή της «ευχής» του Ιησού. Αντίθετα ο διαλογιζόμενος «φουσκώνει» σαν παγώνι. Δεν λέγει «Συ Κύριε ελέησόν με», αλλά «Εγώ είμαι Αυτός», δηλαδή εγώ είμαι ο Κύριος, «η θεότητα στην ανεκδήλωτη μορφή». Ρώτησαν τον Σάι Μπάμπα γιατί λέγει ότι είναι ο ίδιος Θεός. «Και σείς, θεοί είστε» απάντησε. «Μόνο που εγώ το ξέρω (!) ενώ εσείς δεν το ξέρετε!...» Η αλαζονία στο έπακρον... Ο διαλογιζόμενος αντιστρέφει την εντολή του Θεού και την εφαρμόζει στον εαυτό του: «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός ο εαυτός μου...»

Υπάρχει και μια τρίτη ουσιαστική διαφορά μεταξύ της «ευχής» του Ιησού και του διαλογισμού που είναι και αυτή οντολογική. Είπαμε παραπάνω ότι ο ορθόδοξος ασκητής της «ευχής» του Ιησού προσεύχεται και παρακαλεί τον Κύριό Του, τον προσωπικό Θεό Του, και αισθάνεται ότι βρίσκεται σε κοινωνία αγαπάς με τον Δημιουργό Του, ενώ στο διαλογιζόμενο αποδέκτης της «προσευχής» είναι ο «εαυτός» δηλ. η αυτού μεγαλειότης ο εαυτούλης του.

Η κατεύθυνση όμως της προσευχής και του διαλογισμού των δύο δηλ. αυτών πραγματικοτήτων δεν εστιάζεται μόνο σ' αυτό το βασικότατο σημείο.

Στον άνθρωπο της «ευχής», στον Ορθόδοξο Χριστιανό δεν υπάρχει αδιαφορία για το γύρω κόσμο. Οι Χριστιανοί προσεύχονται διαρκώς για όλους. Ο όσιος ασκητής Παρθένιος του Κιέβου επιθυμούσε να διεισδύσει στο μυστήριο του μοναχικού σχήματος. Και η Θεοτόκος του είπε: «Μοναχός είναι αυτός που ικετεύει για όλο τον κόσμο». Ο Άγιος Σιλουανός αναφωνεί σ' ένα γραπτό του. «Καλότυχη η ψυχή που αγαπά τον αδελφό της, γιατί ο αδελφός μας είναι η ζωή μας. Καλότυχη η ψυχή που αγαπά τον αδελφό. Μέσα της ζει αισθητά το Πνεύμα του Κυρίου και την γεμίζει ειρήνη και χαρά και αυτή θρηνεί για όλο τον κόσμο. Αν όμως δεν αγαπάμε τον αδελφό, τότε δεν έρχεται η αγάπη του Θεού στην ψυχή». Και σε άλλο σημείο των γραπτών του θα πει: «Να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους, σημαίνει να χύνεις αίμα».

Περιοδικό Διάλογος τεύχος 16

Πηγή:
impantokratoros.gr

Οι δήθεν ύβρεις κατά του Ελληνισμού την Κυριακή της Ορθοδοξίας.

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

Η Αγία μας Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία καθόρισε, ως όφειλε, επακριβώς τα όρια της αλήθειας και της πλάνης, διότι πιστεύει ότι η αλήθεια είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων περιχαρακώνουν την βιβλική αλήθεια και την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας, ώστε να αποτελούν την αλάνθαστη πυξίδα πλεύσης του νοητού σκάφους της ως τα έσχατα της ιστορίας.

Μελετώντας με προσοχή το «Συνοδικό» Της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, το οποίο διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας στους ναούς, κατά την τελετή της περιφοράς των Ιερών Εικόνων, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τη μέριμνα των Πατέρων να καθαρθεί η πίστη της Εκκλησίας από περιρρέουσες ιδέες του παρελθόντος, τις οποίες κάποιοι αναμίγνυαν με την διδασκαλία Της, με στόχο να επικρατεί σύγχυση στους πιστούς.

Κάποιοι, όμως περίεργοι τύποι, τα τελευταία χρόνια, που αρέσκονται να παριστάνουν τους «ελληναράδες», ασκούν σκληρή κριτική κατά των «όρων» της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ότι δήθεν μέσω αυτών …υβρίζεται ο Ελληνισμός, επειδή απορρίπτονται από αυτή ορισμένες δοξασίες των αρχαίων προγόνων μας ως αντίθετες με τη χριστιανική διδασκαλία! Δεν κάνουν όμως τον κόπο να μελετήσουν, τι είδους δοξασίες είναι αυτές και την αντιφατικότητα και το ξεπερασμένο τους, ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα.

Αναφέρουμε ως παραδείγματα τις δοξασίες της προΰπαρξης των ψυχών και της αϊδιότητας του κόσμου, τις οποίες η πλειοψηφία των αρχαίων σοφών (π.χ. σοφιστές, επικούρειοι, κλπ) τις απέρριπτε, αν και είχαν διατυπωθεί από μεγάλους σοφούς (π.χ. Πλάτων). Την ύπαρξη και κατά συνέπεια την προΰπαρξη της ψυχής την είχαν απορρίψει οι περισσότεροι των αρχαίων φιλοσόφων. Η δοξασία περί της αιωνιότητας του υλικού κόσμου, αν και είχε διατυπωθεί από ορισμένους φιλοσόφους (υλοζωιστές), εν τούτοις την απέρριψαν πάμπολλοι άλλοι σοφοί, όπως οι νεοπλατωνικοί, διότι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με την πίστη τους στο «Ένα», την πρωταρχική, κατ’ αυτούς, «άυλη» αρχή του κόσμου! Έστω επίσης οι αρχαιοελληνικές πίστεις στην ειμαρμένη καθώς και η πίστη στη «θεότητα» των άστρων των στωικών, όχι μόνο απορρίφτηκαν από την πλειοψηφία των αρχαίων σοφών, αλλά πολεμήθηκαν με σφοδρότητα από τους ατομικούς φιλοσόφους, τον Αναξαγόρα, τον Καρνεάδη, τον Ίππαρχος, κ.α.

Αφού λοιπόν οι θεωρίες αυτές ήταν απορριπτέες από άλλους σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, γιατί να τις υιοθετήσει η Εκκλησία, αφού οι δοξασίες αυτές ήταν αντίθετες με τη διδασκαλία Της; Ας μην ξεχνάμε επίσης πως υπάρχουν διδάγματα, δοξασίες και θεσμοί των αρχαίων προγόνων μας απόλυτα απαράδεκτες, όπως λ.χ. ο θεσμός της δουλείας, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία, η κοινοκτημοσύνη των γυναικών (Πλάτων), η «ιερή πορνεία», οι φρικτές ανθρωποθυσίες καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας και ως τον 4ο μ. Χ. αιώνα, κ.α. τα οποία κρινόμενα με το πνεύμα του Χριστιανισμού και με τη σημερινή πραγματικότητα, είναι σαφώς αποβλητέα. Υπήρχε περίπτωση να υιοθετήσει κάτι τέτοια η Εκκλησία, για να μη θεωρηθεί «υβρίστρια» των Ελλήνων; Και για ποιο λόγο άλλωστε να το κάνει, αφού ήλθε να απελευθερώσει καθολικά τον άνθρωπο από τη δεισιδαιμονία και την κακοδαιμονία του προχριστιανικού κόσμου και όχι να τον διαιωνίσει!

Αλλά αν θέλουν να αποκαλέσουν κάποιους υβριστές των Ελλήνων, ας αρχίσουν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είχαν απορρίψει ό, τι θεωρούν οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» ως «ελληνικό». Ας αρχίσουν από τους ίδιους τους σοφούς, οι οποίοι απέρριπταν τις απόψεις άλλων σοφών. Ας αποκαλέσουν

πρώτα υβριστές των Ελλήνων τους σοφιστές και τους επικούρειους, οι οποίοι δεν δέχονταν και πολεμούσαν το ιδεοκρατικό σύστημα του Πλάτωνος. Ας αποκαλέσουν πρώτα τον Πλάτωνα (427-347 π. Χ.) υβριστή της Ελλάδος, διότι θεωρούσε μόνες πραγματικότητες τις αρχετυπικές ιδέες, τον δε υλικό κόσμο δήθεν αιώνιο των υλοζωιστών ως μη πραγματικό, ως αντικατοπτρισμό του ιδεατού κόσμου, ως «φάσμα των ιδεών»!

Ας αποκαλέσουν υβριστές των Ελλήνων τους σοφούς και επιστήμονες (σχεδόν στο σύνολό τους), οι οποίοι δεν συμφωνούσαν με τα σκοταδιστικά διδάγματα της αρχαίας θρησκείας και τις δεισιδαιμονίες των ιερέων και καταδιώχτηκαν άγρια από αυτούς. Είναι άλλωστε γνωστό, πως περισσότεροι από πεντακόσιοι γνωστοί σοφοί και επιστήμονες βρήκαν τραγικό θάνατο κατά τις εκκαθαρίσεις, που έκανε το ιερατείο, μέσω της πολιτικής εξουσίας, μόνο στην Αθήνα, με τις φρικτές «δίκες περί αθεΐας»!

Ας αποκαλέσουν το Σωκράτη (469-399 π. Χ.) υβριστή των Ελλήνων, επειδή δίδασκε «καινά δαιμόνια», δηλαδή αλλότρια θρησκευτική πίστη από την κρατούσα, τη δήθεν ελληνική, και γ’ αυτό τον σκότωσαν. Ας αποκαλέσουν τον Αριστοτέλη (384-322 π. Χ.) υβριστή των Ελλήνων, ο οποίος θέλοντας να στηλιτεύσει τις δεισιδαίμονες πρακτικές του ιερατείου, και να αναιρέσει την πίστη στους ανύπαρκτους «θεούς» της αρχαίας θρησκείας, αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα και να καταφύγει στην Χαλκίδα, προκειμένου να γλυτώσει τη ζωή του. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον μεγάλο Αίσωπο (6ος π. Χ. αιών), ο οποίος κατάγγειλε την απάτη της αρχαίας θρησκείας και την πρακτική των απατεώνων ιερέων του δελφικού «ιερού», και οι οποίοι τον δολοφόνησαν στον ανίερο εκείνο τόπο. Ας αποκαλέσουν υβριστές της Ελλήνων τον ελευθερόφρονα Αλκιβιάδη, τους ρήτορες Λεωγόρα και Ανδοκίδη και τον μεγάλο κυνικό φιλόσοφο Διογένη, (5ος π. Χ. αιών), οι οποίοι διακωμώδησαν τα γελοία πνευματιστικά ελευσίνια μυστήρια.

Ας αποκαλέσουν υβριστές των Ελλήνων τον Πυθαγόρα (580-490 π. Χ.) και τους μαθητές του, οι οποίοι εξαιτίας του φόβου τους από τους ιερείς και των οργάνων τους, δημιούργησαν μυστική σχολή, όπου δίδασκαν δόγματα αντίθετα με τα κρατούντα και τους οποίους οι ιερείς έκαψαν ζωντανούς στον Κρότωνα το 430 π. Χ.!

Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων το σοφιστή Πρωταγόρα ( 480-411 π. Χ.), ο οποίος δίδασκε ότι το πραγματικό θείον είναι άγνωστο στους ανθρώπους και πως οι «θεοί» της αρχαίας θρησκείας ήταν ανύπαρκτοι, και γι’ αυτό τον καταδίωξαν άγρια οι ιερείς και έκαψαν τα «αιρετικά» βιβλία του στην αγορά της Αθήνας. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Αναξαγόρα (490-427 π. Χ.), ο οποίος δίδασκε ότι ο υλικός κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά ποίημα του Νου, και τα άστρα δεν είναι θεοί, αλλά διάπυρες μάζες, και ο οποίος παραλίγο να χάσει τη ζωή του από το αθηναϊκό ιερατείο και το δεισιδαίμονα όχλο. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Ξενοφάνη (570-480 π. Χ.), ο οποίος μίλησε για τον ένα Θεό και αρνήθηκε, χονδροειδή ειδωλολατρία, τον ανόητο πολυθεϊσμό και το γελοίο ανθρωπομορφισμό της αρχαίας θρησκείας. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Επίκουρο (341-270 π. Χ.), ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη των «θεών» της αρχαίας θρησκείας και του όχλου και τη μεταθανάτια ζωή, το βασίλειο του Πλούτωνα στον Άδη, Νήσους Μακάρων κλπ. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Ευήμερο (2ος αιών π. Χ.), ο οποίος χαρακτήρισε τους «θεούς» της αρχαίας θρησκείας, ως κάποιους επιφανείς ανθρώπους της παλιάς εποχής, τους οποίους θεοποίησαν οι απατεώνες ιερείς και επέβαλαν τη λατρεία τους στους αμαθείς όχλους για να τους εκμεταλλεύονται.

Ας αποκαλέσουν, τέλος, υβριστή των Ελλήνων το ίνδαλμά τους, τον παρανοϊκό Ιουλιανό (361-363 μ. Χ.), ο οποίος απαγόρευε τη διδασκαλία στα σχολεία των έργων αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών, όσων είχαν γράψει εναντίον της αρχαίας θρησκείας, καίγοντας με μανία τα έργα τους! Δείτε άλλωστε τι είχε γράψει σε επιστολή του ο άθλιος εκείνος «εστεμμένος φιλόσοφος»: «ας μη φτάνει στην ακοή επικούρειος ή πυρρώνειος λόγος. Τώρα αλήθεια, οι θεοί (σ.σ. μέσω αυτού) καλά έκαναν και κατέστρεψαν τα έργα τους, ευτυχώς που τα βιβλία τους χάθηκαν» (Ιουλ.Επιστ.89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c)!

Ασφαλώς θα τρίζουν τα τιμημένα κόκκαλα όλων των αρχαίων σοφών προγόνων μας, από την ακατανόητη «υπεράσπισή» τους από τους σύγχρονους «αρχαιολάτρες», οι οποίοι ήξεραν να βιώνουν το σεβασμό προς τους άλλους, έστω και αν διαφωνούσαν μαζί τους, ξέχωρα από τους σκοταδιστές ιερείς, τα παράσιτα της θρησκείας και τον δεισιδαίμονα και αμαθή όχλο! Θα τρίζουν τα κόκαλά τους από αγανάκτηση διότι τους ταυτίζουν οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» με τους σκοτεινούς παράγοντες της αρχαίας θρησκείας και με τον χυδαίο και θρησκομανή όχλο, ο οποίος ποτέ δε μπόρεσε να δημιουργήσει πολιτισμό και καταδίωκε την αντίθετη γνώμη! Θα τρίζουν από αγανάκτηση τα κόκαλά τους, διότι κάποιοι φανατικοί, αμαθείς και εμπαθείς σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» έχρισαν τους εαυτούς τους σε όψιμους τιμητές και υπερασπιστές τους, μη γνωρίζοντας οι δύστυχοι ότι ο διαχρονικός ελληνικός πολιτισμός, από τα βάθη της ιστορίας, ως τα σήμερα, είναι σύνθεση και όχι δογματική μονολιθικότητα!

Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ως γνήσιοι Έλληνες (στην καταγωγή, στη σκέψη και στη νοοτροπία) και εν προκειμένω οι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σκέφτηκαν και έπραξαν ελληνικά, εκφραζόμενοι σύμφωνα με τα πιστεύω τους ελεύθερα, απέκλεισαν κάποιες ιδέες από την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, οι οποίες δε συμφωνούσαν με Αυτήν. Σκέφτηκαν και έπραξαν όπως οι φημισμένοι πρόγονοί τους, οι οποίοι ήταν εκλεκτικοί, και όπως κάνουν οι Έλληνες στη διαχρονική μορφή του Ελληνισμού. Έπραξαν ό, τι έπρατταν οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, οι οποίοι απέρριπταν ό, τι δε συμφωνούσε με τις δικές τους απόψεις. Τι το πιο φυσικό για πολιτισμένους, ορθά και ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους;

Θλιβερή εξαίρεση στη μακραίωνη παράδοσή μας είναι οι σύγχρονοι αρχαιόπληκτοι «αρχαιολάτρες» και άλλοι θιασώτες της θολής κουλτούρας, οι οποίοι πάσχουν από ανίατο μονισμό για την αρχαία Ελλάδα. Λες και οι αρχαίοι τους «διόρισαν αγροφύλακες» στα αθάνατα διαχρονικά τους κτήματα, τα οποία είναι κτήματα όλου του πολιτισμένου κόσμου και περισσότερο ημών των απογόνων τους! Υβριστής των αρχαίων προγόνων μας δεν είναι η Εκκλησία με τον απόλυτα δικαιολογημένο εκλεκτισμό Της, αλλά πραγματικοί υβριστές είναι όσοι βρίζουν τον διαχρονικό Ελληνισμό, όσοι αρνούνται την ιστορική ενότητά του και τον περιορίζουν χρονικά κατά τη δική τους υποκειμενική εκτίμηση. Εν προκειμένω, πραγματικοί και μάλιστα άθλιοι υβριστές είναι όσοι βρίζουν, με τη γνωστή ψυχοπαθολογική υστερία, την πίστη εκατομμυρίων νεοελλήνων, οι οποίοι σε πείσμα των υβριστών τους, βιώνουν το ελληνικό ιδεώδες ασύγκριτα γνησιότερα από εκείνους με την ορθόδοξη πίστη τους. Σε αντίθεση με όλους τους σύγχρονους εικονοκλάστες του πραγματικού και διαχρονικού Ελληνισμού, μηδέ των «αρχαιολατρών» εξαιρουμένων, εμείς ως ορθόδοξοι χριστιανοί, μετέχουμε της αλήθειας και ταυτόχρονα, ως έλληνες, μετέχουμε του ωραίου. Χάρη σ' αυτές τις δύο σταθερές διαφέρουμε από όλους όσους έχουν μονοσήμαντες πίστεις και αναγάγουν τον μονισμό σε μονολιθικό δόγμα. Για τούτο έχουμε το προβάδισμα στην αληθινή πρόοδο και τον παγκόσμιο πολιτισμό και αναγκάζουμε τους άλλους να μας ακολουθούν! Ο εκλεκτισμός μας είναι το μεγάλο μας μυστικό για ότι η Εκκλησία μας θριαμβεύει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και μαζί Της θριαμβεύει και το γνήσιο ελληνικό πνεύμα, το οποίο χωρίς Αυτή θα ήταν χαμένο, ίσως χωρίς ανάμνηση, κάπου στα έσχατα της αρχαιότητας, όταν ο Χριστιανισμός βρήκε να ψυχορραγεί τον Ελληνισμό και τον ανάστησε από το βέβαιο θάνατό του!
 
Κατά συνέπεια θα συνεχίσουμε, ως Χριστιανοί και ως Έλληνες, την αδιαίρετη διαχρονική μας παράδοση, να είμαστε εκλεκτικοί, εφαρμόζοντας το λόγο του Μ. Βασίλειου: «Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν. Έτσι κι εμείς, αν είμαστε φρόνιμοι. Θα πάρουμε απ’ αυτά τα κείμενα ο, τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας» (Μ. Βασιλείου: Προς τους Νέους, όπως αν εξ ελλην­ι­κών ωφελοίντο λόγων»! Αυτός ο εκλεκτισμός μας είναι και θα είναι η ειδοποιός διαφορά μας με τους μονιστές και μονολιθικούς υβριστές μας, ως δήθεν υβριστές των Ελλήνων. Έχουμε ευτυχώς την ικανότητα να παίρνουμε ό, τι εκλεκτό και ωφέλιμο από το ανθρώπινο πνεύμα και να απορρίπτουμε ό, τι σαθρό και βλαβερό για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό, αδιαφορώντας για τους γελοίους γρυλλισμούς των επικριτών μας! 
 
Πηγή: impantokratoros.gr

Ο νηπιοβαπτισμός.

Ορθόδοξες απαντήσεις εις προτεσταντικούς ισχυρισμούς.

http://static.dimokratiki.gr/uploads/2015/07/nonos-vaptisis.jpg
 
Του πρωτ. π. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Επικ. Καθ. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Το ζήτημα του νηπιοβαπτισμού αποτέλεσε πάντοτε αφορμή μόνιμης μομφής και κατηγορίας, στον ελληνικό χώρο, διαφόρων Προτεσταντικών κινήσεων κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η απόρριψη του νηπιοβαπτισμού από τους Έλληνες Προτεστάντες δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Μαρτυρείται ήδη από τον 19ο αι., από την πρώτη στιγμή δηλαδή της παρουσίας Προτεσταντικών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο1.

Σύμφωνα, λοιπόν, με κάποιους από τους Έλληνες Διαμαρτυρόμενους ο νηπιοβαπτισμός απορρίπτεται ως αντιβιβλική διδασκαλία και ως ανθρώπινη επινόηση. Αναφέρουν χαρακτηριστικά: «είναι ξεκάθαρο ότι το βάπτισμα των παιδιών είναι αντίθετο προς τη διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. Δεν υπάρχει καμία εντολή, ούτε παράδειγμα, ούτε και καμία απολύτως νύξη, ότι εβαπτίσθη νήπιο υπό του Κυρίου ή των μαθητών του»2.

Με ποιο κριτήριο οι Έλληνες Προτεστάντες απορρίπτουν τον νηπιοβαπτισμό; Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους μοναδικό τους κριτήριο είναι η Αγία Γραφή. Ισχυρίζονται ότι ο νηπιοβαπτισμός στερείται αγιογραφικής θεμελίωσης. Ας αξιολογήσουμε όμως αυτό το επιχείρημα.

1) Οι προτεσταντικές αντιφάσεις.

Η θέση των Ελλήνων διαμαρτυρομένων, ότι ο νηπιοβαπτισμός στερείται αγιογραφικής θεμελίωσης τους φέρνει σε κάθετη αντίθεση με τους θεμελιωτές του Προτεσταντισμού. Στα χρόνια της Μεταρρύθμισης την απόρριψη του νηπιοβαπτισμού την υποστήριζαν μετά πάθους οι Αναβαπτιστές, δηλαδή, η πλέον ριζοσπαστική πτέρυγα της Μεταρρύθμισης. Απέναντί τους και γι’ αυτήν τους την τοποθέτηση θα σταθούν με ιδιαίτερη αυστηρότητα οι θεμελιωτές του Προτεσταντισμού έχοντας ως μοναδικό κριτήριο και αυτοί την Αγία Γραφή.

Ο Μ. Λούθηρος σε δύο βασικά κείμενά του, ιδιαίτερης βαρύτητας, στα Σμαλκαλδικά Άρθρα (Pars III, 5) και στη Μεγάλη Κατήχηση (Pars IV) είναι σαφέστατος. Ο νηπιοβαπτισμός αναφέρει: α) είναι σύμφωνος με την Αγία Γραφή, β) είναι αναγκαίος και γ) είναι αρεστός στο Θεό3.

Ο Ι. Καλβίνος στο κλασικό δογματικό έργο του Institutio Christianae Religionis (IV, 16, 1-32), θα αναιρέσει ένα προς ένα τα λογικά και αγιογραφικά επιχειρήματα των Αναβαπτιστών. Ο Καλβίνος, μάλιστα, θεωρούσε την προάσπιση του νηπιοβαπτισμού ως στοιχείο καθαρότητας της χριστιανικής πίστεως από τις παραχαράξεις των Αναβαπτιστών.

Ο Ζβίγγλιος θα κινηθεί στο θέμα αυτό στην ίδια γραμμή με τον Ι. Καλβίνο, εκφράζοντας τις απόψεις του στο έργο του Vom Taufe, vom widertaufe und vom kindertaufe το έτος 1525. Ο ίδιος είχε προσπαθήσει σε τρεις δημόσιες συζητήσεις του, το ίδιο έτος, να μεταπείσει ηγετικά στελέχη των Αναβαπτιστών χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Έχοντας, λοιπόν, υπόψιν τις θέσεις των θεμελιωτών του Προτεσταντισμού, και συγκρίνοντάς τες με τις θέσεις των Ελλήνων Προτεσταντών, βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη αντίφαση. Να επικαλούνται αμφότεροι την Αγία Γραφή και να αντιφάσκουν μεταξύ τους για το ποια είναι η θέση της Αγίας Γραφής για το θέμα.

Επιπλέον, η αντίφαση αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, γιατί με βάση τους ισχυρισμούς που παραθέσαμε των Ελλήνων Προτεσταντών, οι ιδρυτές του Προτεσταντισμού και πνευματικοί τους προπάτορες, υπερασπίζονταν ως θείο θέλημα ανθρώπινες επινοήσεις και αντιβιβλικές απόψεις!

Για τον ορθόδοξο χριστιανό οι προτεσταντικές αντιφάσεις και στο ζήτημα του νηπιοβαπτισμού είναι δηλωτικές της μόνιμης δυσπερίγραπτης τραγωδίας του Προτεσταντισμού.

2) Το αγιογραφικό χωρίο Μάρκου 16, 16.

Πρόκειται για το αγιογραφικό χωρίο που το θεωρούν ως το κύριο επιχείρημά τους εναντίον του νηπιοβαπτισμού. Ματαίως. Το χωρίο κατανοείται μέσα στα θεολογικά του συμφραζόμενα και αποτυπώνει με ακρίβεια το προαπαιτούμενο, για να γίνει κάποιος ενήλικας χριστιανός μέσα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον, όπως ήταν αυτό όταν άρχισε η διάδοση του Ευαγγελίου, αλλά και για πολλές εκατονταετίες αργότερα λόγω των διωγμών ή σήμερα στο χώρο της εξωτερικής ιεραποστολής. Με ποια λογική η βασική προϋπόθεση εισόδου στην Εκκλησία για τον μη χριστιανό ενήλικα είναι προαπαιτούμενο για το νήπιο της χριστιανικής οικογένειας;

Για την ορθόδοξη πίστη το μυστήριο του αγίου βαπτίσματος, όχι μαγικά, αναιρεί την κληρονομιά της φθοράς και του θανάτου4. Στο βρέφος δεν υπάρχει προσωπική ευθύνη που να απαιτεί μετάνοια όπως στους ενήλικες. Το εν λόγω χωρίο, λοιπόν, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί αγιογραφική μαρτυρία κατά του νηπιοβαπτισμού.

3) Αγιογραφικές μαρτυρίες για τον νηπιοβαπτισμό.

Ο Προτεσταντικός ισχυρισμός ότι ο νηπιοβαπτισμός στερείται ερείσματος στην Αγία Γραφή έχει ένα μεγάλο έλλειμμα αληθείας. Και τούτο γιατί:

i) Υποτιμούν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Θεανθρώπου για τα παιδιά (Ματθ. 19, 13-15).

ii) Παραγνωρίζουν ότι το βάπτισμα αντικατέστησε την οκταήμερο περιτομή που γινόταν στα βρέφη και ήταν τύπος βαπτίσματος (Κολ. 2, 11).

iii) Παραβλέπουν ότι ο Θεάνθρωπος δεν έθετε προϋποθέσεις ηλικίας για την είσοδο στη βασιλεία των ουρανών (Ιωάν. 3, 5).

iv) Αποσιωπούν το ότι οι Απόστολοι βάπτιζαν οικογένειες, που φυσικά είχαν παιδιά (Πράξ. 16, 14-15. Α’ Κορ. 1, 16).

v) Πρέπει να αποδείξουν ότι οι τρεις χιλιάδες άνθρωποι που πίστευσαν και βαπτίστηκαν μετά την ομιλία του απ. Πέτρου (Πράξ. 2, 39-42) άφησαν τα παιδιά τους αβάπτιστα.

Η δική μας τελική επισήμανση που αποδεικνύει ως ιστορικά και θεολογικά ατεκμηρίωτη την Προτεσταντική μομφή κατά του νηπιοβαπτισμού θα είναι η επισήμανση του αγίου Νεκταρίου ότι: «ουδαμού της Ιεράς Γραφής φαίνεται ή ότι ο Χριστός διέταξε τον αποκλεισμόν των νηπίων από του βαπτίσματος ή ότι οι Απόστολοι κατά τους Αποστολικάς αυτών πορείας, βαπτίζοντες τους προσερχομένους εις την πίστιν εθνικούς, κατέλιπον αβάπτιστα τα εαυτών νήπια»5.
 
____________________________________________________
Σημειώσεις:

1. Βλ. Αρχιμ. Παν. Δουληγέρη, Ο αιρετικός Καλαποθάκης ή έλεγχος των ψευδοευαγγελικών, 1892, σσ. 192-195.

2. Βλ. Γ. Καρβουνάκη, Το Βάπτισμα κατά τον Λόγο του Θεού, στο Περ. Σάλπισμα, Ιούλ-Δεκ. 1992, σ. 126.

3. Βλ. Unser Glaube. Bekenntnisschriften der evangelisch- lutherishen Kirche, 19863, σσ.486, 736-739. Πρβλ. Ε. Ηirsch, Hilfsbuch zum Studium der Dogmatik, 19644, σ. 224.

4. Βλ. Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική θεολογία, Τόμος Β’, 19882, σ. 477.

5. Βλ. Αγ. Νεκταρίου, Μελέται περί των θείων μυστηρίων, 1990, σ. 29.

Ορθόδοξος Τύπος, Αριθμός Φύλλου 2037, 18 Σεπτεμβρίου 2014.
 
Πηγή: impantokratoros.gr

Οι ιστορικές ανακρίβειες της ταινίας «AGORA» του Αλεχάντρο Αμεναμπάρ.



Της Ειρήνης Α. Αρτέμη - Πτ. Θεολογίας - Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Mphil Θεολογίας Παν. Αθηνών, υπ. διδάκτορος Θεολογίας του Παν. Αθηνών

Η ταινία «Agora» διαπραγματεύεται τη ζωή της Αλεξανδρινής φιλοσόφου Υπατίας μέσα στην ταραγμένη περίοδο του τέλους του 4ου αιώνα και αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Αρχικά πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αλεχάντρο Αμεναμπάρ, σκηνοθέτης της ταινίας είναι άθεος. Κατά δική του ομολογία γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σε μία χριστιανική οικογένεια, μετά έγινε αγνωστικιστής και στη συνέχεια άθεος. Αυτό σημειώνεται, για να γίνει κατανοητο, γιατί ενώ φαίνεται ότι η ταινία επιφανειακά δεν στρέφεται εναντίον της χριστιανικής θρησκείας, στην πραγματικότητα παρουσιάζει τους χριστιανούς φονταμενταλιστές, σκοταδιστές, αδαεις, φανατικούς και τελειώνει αφήνοντας υπονοούμενο ότι ένας σημαντικός άγιος του Χριστιανισμού, ο Κύριλλος πατριάρχης Αλεξανδρείας, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένας φανατικός κληρικός και ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Υπατίας.

Βασική ιστορική πηγή για την ανασκευή των ανακριβειών της ταινίας είναι το έργο του ιστορικού Σωκράτους του Σχολαστικού «Εκκλησιαστική Ιστορία». Αυτός έζησε την ίδια περίοδο με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας. Τα γραφόμενά του έχουν μεγάλη βαρύτητα, γιατί ο Σωκράτης ανήκε στην αίρεση των Νοβατιανών. Τους τελευταίους πολέμησε με πάθος ο Κύριλλος [1]. Στην αρχή της ταινίας παρουσιάζονται οι ειδωλολάτρες να προκαλούν με τα λόγια τους χριστιανούς και εκείνοι να τους επιτίθενται. Σύμφωνα με το Σωκράτη το Σχολαστικό, ο Θεόφιλος πατριάρχης Αλεξανδρείας και θείος του Κυρίλλου είχε πάρει αυστηρά μέτρα εναντίον τους και κατέστρεψε το Σεράπειον και το Μίθρειον. Η αιτία ήταν ότι οι ειδωλολάτρες επιτίθεντο στους χριστιανούς, για το λόγο αυτό οι πρώτοι φοβούνταν την οργή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Β' [2] .

Αν και στην ταινία ο Θέων, πατέρας της Υπατίας και σπουδαίος μαθηματικός, τραυματίζεται κατά την καταστροφή του Σεραπείονος ιερού και αργότερα εξαιτίας αυτού του τραύματος πεθαίνει. Στην πραγματικότητα το γεγονός της αιτίας του θανάτου του Θέωνος είναι άγνωστο. Ο θάνατός του πιθανολογείται γύρω στο 405 μ.Χ. Η αιτία για να προσέλθουν πολλοί ειδωλολάτρες στους κόλπους του Χριστιανισμού κατά την ταινία υπήρξε η σκληρή στάση του πατριάρχη Θεοφίλου. Στην πραγματικότητα, όμως, στο Σεράπειον ιερό βρισκόταν άγαλμα που στη βάση του υπήρχε το σύμβολο του Σταυρού. Αυτό έγινε αιτία πολλοί ειδωλολάτρες να πιστέψουν και να βαπτισθούν χριστιανοί[3].

Λανθασμένο θεωρείται, επίσης, το γεγονός ότι μετά το θάνατο του Θεοφίλου, ο Κύριλλος αυτοχρήζεται διάδοχος του θείου του, φορώντας τα αρχιερατικά άμφια του νεκρού και το δακτυλίδι του. Οι Πατριάρχες στο χώρο της Ορθοδοξίας σήμερα δε φορούν δακτυλίδι ως δείγμα αρχιερατικής εξουσίας. Δεν αναφέρεται σε καμία ιστορική πηγή ότι ο Κύριλλος φορούσε δακτυλίδι, για να γίνεται έτσι φανερή η εξουσία του. Αυτός διαδέχθηκε το θείο του Θεόφιλο, ύστερα από την αναμέτρησή του με τον αρχιδιάκονο Τιμόθεο για τον πατριαρχικό θρόνο. Ο Κύριλλος κράτησε σκληρή σταση απέναντι στους Εθνικούς, γιατί τους θεωρούσε υπεύθυνους για τη ροπή μερικών χριστιανών της Αλεξάνδρειας στη μαγεία, στην αστρολογία και όχι στην αστρονομία και γενικότερα στο ότι παρέμεναν δεσμιοι των δεισιδαιμονιών, των προκαταλήψεων και του παγανισμού. Ο ίδιος είχε μελετήσει τους κλασικούς συγγραφείς της αρχ. Ελλάδας αλλά και τους μεγάλους φιλοσόφους, όπως τον Πλάτωνα, τον Πλωτίνο κ.α., πράγμα που φαίνεται κυρίως στο έργο του «Κατά Ιουλιανού»[4].

Ο Αμμώνιος στο κινηματογραφικό έργο παρουσιάζεται ως φανατικός «παραβαλανεύς»[5], που για χάρη εντυπωσιασμού των ειδωλολατρών περπατούσε ξυπόλητος πάνω στη φωτιά. Οι χριστιανοί, όμως της εποχής εκείνης και γενικότερα δεν κάνουν ποτέ θαύματα για χάρη εντυπωσιασμού αλλά ούτε και για να πείσουν τους αρνητικά διακείμενους προς αυτούς. Η αλήθεια είναι ότι ο Αμμώνιος υπήρξε μοναχός από τη Νιτρία. Στην πόλη της Νιτρίας υπήρχαν γύρω στους πεντακόσιους μοναχούς, οι οποίοι υποστήριζαν με περισσή θέρμη τη χριστιανική διδασκαλία. Σε αυτούς κοντά μόνασε αρκετά χρόνια ο Κύριλλος. Ίσως σε εκείνους να οφείλεται το πάθος του πατριάρχη Αλεξανδρείας για την υπεράσπιση της χριστιανικής διδασκαλίας. Ο Αμμώνιος εξαιτίας της φραστικής επιθέσεώς του στον έπαρχο Ορέστη και της ρίψεως πέτρας στο κεφάλι του επάρχου, συνελήφθηκε, βασανίστηκε και θανατώθηκε. Ο Κύριλλος τον αποκάλε σε μάρτυρα και τον έθαψε με τιμές, ενώ στην ταινία τον ανακηρύσσει άγιο. Στην ορθοδοξία οι άγιοι ανακηρύσσονται μόνο από τον Τριαδικό Θεό και όχι από τους ανθρώπους.

Στο κινηματογραφικό έργο παρουσιάζεται ο έπαρχος Ορέστης ως Χριστιανός που προσπαθούσε να διατηρεί τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των Ιουδαίων, Εθνικών και Χριστιανών κατοίκων της Αλεξάνδρειας. Ο Ορέστης μάλλον είχε ασπασθεί το χριστιανισμό από πολιτικό συμφέρον, κάτι που αποκαλύπτεται και στην ταινία μέσα από την ερώτηση που του κάνει ο Συνέσιος Επίσκοπος Κυρήνης. Ο τελευταίος ρωτάει τον Ορέστη εάν πιστεύει πραγματικά στο Θεό των Χριστιανών η αν έγινε χριστιανός από συμφέρον. Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός αναφέρει ότι από πολλούς χριστιανούς της Αλεξάνδρειας ο Ορέστης αποκαλούνταν «Θύτης και Έλληνας», δηλ. ειδωλολάτρης, εξαιτίας της άδικης συμπεριφοράς του απέναντι στους χριστιανούς. Συνεχίζοντας ο ιστορικός αναφέρει το μίσος που ένιωθε ο Ορέστης για τους χριστιανούς επισκόπους[6]. Επίσης δεν γίνεται πουθενά λόγος στο έργο για τα βασανιστήρια που υπέβαλε ο Ορέστης τον Ιέρακα, άνθρωπο της εμπιστοσύνης του Κυρίλλου[7].

Όσον αφορά στο επεισόδιο με τους Ιουδαίους στο θέατρο, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές δεν λιθοβόλησαν οι χριστιανοί τους Ιουδαίους στο θέατρο το Σάββατο. Αντίθετα τους κατηγόρησαν δημόσια ότι αντί να ακούν, όπως όριζε η θρησκεία τους, το λόγο του Θεού στις Συναγωγές τους, εκείνοι βρίσκονταν στο θέατρο[8]. Οι Εβραίοι τονίζουν στους χριστιανούς ότι και ο Χριστός ήταν Εβραίος και χωρίς αυτούς οι τελευταίοι δεν θα υπήρχαν. Αυτό το επιχείρημα δεν ευσταθεί, γιατί οι Ιουδαίοι δεν αποδέχθηκαν το Χριστό ως Μεσσία και Υιό του Θεού αλλά ως έναν ψευδοπροφήτη.

Η Υπατία στο έργο παρουσιάζεται ως νέα, ωραία γυναίκα και φίλη του Ορέστη. Δε γνωρίζουμε από ιστορικές πηγές εάν ήταν όμορφη. Σίγουρα όμως ήταν πολύ μορφωμένη. Δεν βρισκόταν σε νέα ηλικία, αφού εάν γεννήθηκε το 365 μ.Χ. στην εποχή που ο Κύριλλος έγινε Πατριάρχης ήταν κοντά στην ηλικία των πενήντα ετών. Η ηλικία αυτή ήταν αρκετά μεγάλη και για άντρα αλλά και για γυναίκα για εκείνη την εποχή. Επομένως καταρρίπτεται ο μύθος της νέας, θελκτικής γυναίκας που βρήκε σάρκα και οστά από κάποιους ψευδοϊστορικούς το Μεσαίωνα. Επίσης ήταν γνωστό σε όλους τους κατοίκους της Αλεξάνδρειας τη συγκεκριμένη εποχή ότι εκείνη υπήρξε η βασική αιτία που εμπόδιζε τον Ορέστη να αποκτήσει αγαστές σχέσεις με τον Κύριλλο[9].

Πουθενά ιστορικά δεν αναφέρεται ότι ο Κύριλλος θεωρούσε τις γυναίκες κατώτερες, όπως παρουσιάζεται μέσα από την ταινία. Στη συγκεκριμένη σκηνή ο Κύριλλος διαβάζοντας απόσπασμα της Β΄ επιστολής του Παύλου προς Τιμόθεον, κηρύττει την κατωτερότητα της γυναίκας έναντι του άνδρα. Κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε ποτέ ο Κύριλλος να το κηρύξει, γιατί ο ίδιος μέσα στο έργο του τονίζει ότι η θέση της γυναίκας εξυψώνεται στο πρόσωπο της Θεοτόκου, μητέρας του Χριστού, της νέας Εύας. Έπειτα θα εναντιωνόταν στη διδασκαλία του Χριστού που εξύψωσε τη γυναίκα και την έκανε ισότιμη με τον άνδρα.

Το ίδιο τονίζει και ο Παύλος μέσα από την προς Εφεσίους Επιστολή του και κυρίως στο απόσπασμα εκείνο που διαβάζεται στο μυστήριο του γάμου. Ο Κύριλλος, κατά την αναφορά του Σωκράτους, έκρινε τον Ορέστη για τα διάφορα ατοπήματά του με βάση την Αγία Γραφή. Ο έπαρχος για να ανασκευάσει τις κατηγορίες του Κυρίλλου και των άλλων Χριστιανών τόνιζε ότι και ο ίδιος ήταν χριστιανός βαπτισμένος από τον Αττικό Κωνσταντινουπόλεως.

Καμία αναφορά δεν υπάρχει σε ιστορικές πηγές της εποχής ότι ο Κύριλλος αποκαλούσε την Υπατία μάγισσα, αντίθετα δείχνει να σεβόταν την επιστημονική της γνώση.

Ιστορικά ο πατριάρχης Αλεξανδρείας δεν παρουσιάζεται ως σκοταδιστής. Μάλιστα ο ίδιος είχε μελετήσει τα έργα του Μ. Βασιλείου, του Γρηγορίου Νύσσης, του Ωριγένη κ.α. που είχαν διαβάσει η διδαχθεί την αρχαία φιλοσοφία και ενστερνίζονταν επιστημονικές θεωρίες της εποχής που έζησαν. Φυσικά όλοι οι παραπάνω εξετάζουν τις διάφορες επιστημονικές απόψεις υπό το πρίσμα της Χριστιανικής διδασκαλίας. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι πολλοί Χριστιανοί υπήρξαν μαθητές της Υπατίας, όπως ο Συνέσιος Επίσκοπος Κυρήνης[10], ο αδελφός του ο Ευόπτιος της Πτολεμαΐδος, ίσως ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης κ.α.

Η ταινία παρουσιάζει τους χριστιανούς -κυρίως τους παραβαλανείς- εκτός από σκοταδιστές και αδαείς. Αυτοί σε μία συζήτηση μεταξύ τους λένε ότι η γη και ο ουρανός μοιάζουν με ένα μπαούλο και απορρίπτουν τις θεωρίες περί αστρονομίας. Φυσικά οι χριστιανοί δεν απέρριπταν τις θεωρίες της αστρονομίας ούτε επικρατούσε καταδίκη στην πυρά όποιων τις πρέσβευαν. Εξάλλου μεγάλοι εκκλησιαστικοί πατέρες, όπως ο Μ. Βασίλειος είχαν σπουδάσει αστρονομία, μαθηματικά κ.α. στα οποία κάνουν αναφορά στα έργα τους.

Τέλος το κινηματογραφικό έργο θεωρεί ηθικό αυτουργό του φόνου της Υπατίας τον Κύριλλο, όμως τόσο ο Σωκράτης ο Σχολαστικός, όσο και καμία άλλη ιστορική πηγή της εποχής δεν καταλογίζουν μία τέτοια πράξη στον Πατριάχη Αλεξανδρείας. Αν υπήρχε έστω και μία αμυδρά υποψία για συμμετοχή του Κυρίλλου στο φόνο της φιλοσόφου, θα την εκμεταλλευόταν ο Νεστόριος Κωνσταντινουπόλεως στη θεολογική διαμάχη που είχε με τον Κύριλλο. Επίσης θα έκαναν αναφορά στο γεγονός αυτό οι διάφοροι εχθροί του. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας ανακηρύχθηκε άγιος από τον Τριαδικό Θεό όχι μόνο για τη ζωή του αλλά και για τη θεολογία του σχετικά με την ενανθρώπηση του δεύτερου Προσώπου της Αγίας Τριάδος καθώς και για την υπεράσπιση του όρου Θεοτόκος για τη μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Εν κατακλείδι, η ταινία μπορεί να έχει ωραία σκηνικά, όμως το θέμα που διαπραγματεύεται, η Υπατία και ο θάνατός της και ο τρόπος που το διαπραγματεύεται γίνεται η αιτία για να θεωρήσουν οι νεοπαγανιστές και οι πολέμιοι της Ορθοδοξίας ότι βρήκαν κάποια ερείσματα εναντίον του Χριστιανισμού. Δυστυχώς όμως για αυτούς τα επιχειρήματά τους για άλλη μία φορά είναι κίβδηλα.

_____________________________________________
Σημειώσεις:

[1] Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7,7 PG 67, 752A.

[2]. Αυτόθι, 5,16-17.

[3]. Αυτόθι, 5,17.26.

[4]. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά Ιουλιανού: Υπέρ της των χριστιανών ευαγούς θρησκείας προς τα του εν αθέοις Ιουλιανού, Ι - ΧΙΧ, P. Evieux, SC 322 (t. I-II), Paris 1985, σσ. 100-318 (PG 76, 504A-1064B).

[5]. Οι «παραβαλανείς», οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερη οργάνωση και ασχολούνταν με έργα φιλανθρωπίας - κάτι που γίνεται φανερό στην ταινία-, παρέμεναν κοντά στο εκκλησιαστικό βαλαβανείο, από όπου πήραν και το όνομά τους. Και σύμφωνα με το Σωκράτη ήταν επιρρεπείς στις κοινωνικές αναταραχές. Πολλές φορές, όμως λειτουργούσαν εν αγνοία του εκάστοτε Πατριάρχη, για το λόγο αυτό με νόμο που εκδόθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο το Β' στις 28.09 416 υπήχθησαν υπό τη δικαιοδοσία του επάρχου.

[6].Σωκράτους, Εκκλησιαστική Ιστορία 7,7 PG 67, 764A.

[7].Αυτόθι, 7, 13-34. PG 67, 761C-764C.

[8]. Αυτόθι, 7, 13.1. PG 67, 761CD.

[9]. Αυτόθι, 7, 15. PG 67, 768Β. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου, Εκκλησιαστική Ιστορία 14,16, PG 146, 1105C-1108B.

[10].C. Lacombrade, Synesios de Cyrene, hellene et chretien, Paris 1951, p.54-55.
 
Πηγή: impantokratoros.gr

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και οι σχέσεις του με τον έπαρχο Ορέστη και τη Φιλόσοφο Υπατία.

http://diakonima.wpengine.netdna-cdn.com/wp-content/uploads/2012/08/elimage162.png
 
Ειρήνης Αρτέμη

Πτ. Θεολογίας -Φιλολογία Πανεπιστημίου Αθηνών
Mphil Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
υπ. διδάκτορος Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Στην εργασία αυτή θα αναφερθούμε στις σχέσεις ενός σπουδαίου πατρός της αρχαίας Εκκλησίας του πατριάρχη Κυρίλλου Αλεξανδρείας με δύο εξέχοντα πρόσωπα της πόλεως της Αλεξάνδρειας, τον έπαρχο Ορέστη και τη φιλόσοφο Υπατία.

Ο ιερός Κύριλλος υπήρξε σημαντική μορφή για την εποχή του. Άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση τόσο στον εκκλησιαστικό βίο όσο και στη διαμόφωση της χριστιανικής διδασκαλίας και κυρίως στη διατύπωση του χριστολογικού δόγματος τον 5 αι. Για τη ζωή του ιερού πατρός λίγα πράγματα είναι γνωστά. Γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε μεταξύ του 370 με 380 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια. Την ακριβή ημερομηνία της γεννήσεώς του δεν έχουμε τη δυνατότητα να τη γνωρίζουμε. Καταγόταν από εύπορη ελληνική οικογένεια της πόλεως της Αλεξάνδρειας, αν και συχνά ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος τον αποκαλεί «Αιγύπτιον», δηλαδή αυτόν που κατάγεται από την Αίγυπτο[1], με σκοπό να τον χλευάσει.

Θείος του υπήρξε ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφιλος, άνδρας δυναμικός και εύστροφος, τον οποίο ο Κύριλλος πάντοτε τον ανέφερε με ευγνωμοσύνη και αγάπη[2]. Μεγάλωσε λοιπόν, ο Κύριλλος μέσα σε ένα περιβάλλον, το οποίο του προσέφερε τη δυνατότητα να λάβει ευρεία και επιμελημένη εκπαίδευση αλλά και να συναναστραφεί με εξέχοντα πρόσωπα της αλεξανδρινής κοινωνίας, τόσο της πολιτικής όσο και της εκκλησιαστικής σκηνής.

Σπούδασε στη φημισμένη Σχολή της Αλεξάνδρειας με διδάσκαλο το Δίδυμο τον Τυφλό[3] και παρακολούθησε μαθήματα της περίφημου αλεξανδρινής φιλοσόφου - μαθηματικού Υπατίας[4]. Οι γνώσεις του επλουτίζονταν συνέχεια από τη μελέτη συγγραμμάτων σπουδαίων χριστιανών συγγραφέων, πατέρων της Εκκλησίας, όπως ήταν ο Μέγας Αθανάσιος[5], οι Καππαδόκες Πατέρες[6] κ.α., αλλά και συγγραμμάτων συγγραφέων της θύραθεν φιλολογίας. Παράλληλα γαλουχήθηκε θεολογικά στην έρημο κάτω από την απεριόριστη φροντίδα των ζηλωτών μοναχών της Νιτρίας, κοντά στους οποίους πέρασε πέντε ολόκληρα χρόνια. Αυτοί πιθανόν του ενέπνευσαν τον πύρινο και ανυπόμονο ζήλο, που χαρακτηρίζει τον Κύριλλο σε όλη τη διάρκεια του βίου του[7].

Μετά την κοίμηση του θείου του, αναμετράται με τον αρχιδιάκονο Τιμόθεο για τον πατριαρχικό θρόνο. Στην αναμέτρηση αυτή βγαίνει νικητής και ανέρχεται στον πατριαρχικό θώκο της Αλεξανδρείας στις 18 Οκτωβρίου του 412[8]. Ως νέος Αρχιεπίσκοπος, καυτηριάζει με δριμύτητα την κοινωνική ανισότητα και την αναλγησία των πλουσίων. Ψέγει την πολιτική εξουσία για την ανοχή της σε φαινόμενα αδικιών έναντι των φτωχών, σε απάτες, επιορκίες, σε φαινόμενα έκλυτου βίου[9]. Δε διστάζει να εναντιωθεί σε ένα πολιτικό κατεστημένο, το οποίο οδηγεί τους πολίτες της Αλεξάνδρειας και γενικότερα της Αιγύπτου σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης και που οξύνει την κοινωνική ανισότητα μεταξύ πλούσιων και φτωχών.

Αρχικός στόχος του ήταν η καταπολέμηση όλων όσων αποτελούσαν κίνδυνο για την εδραιωμένη πια χριστιανική Εκκλησία[10]. Στο σημείο αυτό κατηγορήθηκε από πολλούς αντιπάλους τους ως αλαζόνας, σκληρός και ματαιόφρονος άνθρωπος, κάτι όμως που καταρρίπτεται αν μελετήσει κάποιος προσεκτικά την όλη δημόσια δράση του. Σκοπός του ήταν η θωράκιση της Εκκλησίας από οποιαδήποτε απειλή, η οποία θα κλώνιζε τους πιστούς και όχι τα θεμέλιά της, γιατί Εκείνη έχοντας ως κεφαλή τον ενσαρκωμένο θείο Λόγο είναι προορισμένη να ζήσει εις τους αιώνας και «Πύλαι άδου ου κατασχύνουσι»[11]. Πολέμησε με πάθος υπολείμματα παλαιοτέρων αιρέσεων όπως οι Νοβατιανοί[12], οι Αρειανοί[13], οι οπαδοί του Μαρκίωνα[14], του μοναρχιανού Παύλου Σαμοσατέα[15]. Σχετικά μάλιστα με τους Νοβατιανούς ένας εκπρόσωπός τους ο ιστορικός Σωκράτης γράφει: «Ευθέως ουν Κύριλλος τας εν Αλεξανδρεία Ναυατιανών εκκλησίας αποκλείσας, πάντα μεν τα ιερά κειμήλια έλαβε, το δε επίσκοπον αυτών Θεόπεμπτον, πάντων ων είχε αφείλετο»[16].

Χαρακτηριστικά σκληρή και αδυσώπητη υπήρξε η στάση του απέναντι στους Εθνικούς[17], οι οποίοι ασκούσαν μεγάλη επίδραση στο χριστιανικό λαό, με τη μαγεία, την αστρολογία, τη δεισιδαιμονία, «......» και με την ύπαρξη κάποιου μαντείου στο Μένουθις στο οποίο λατρευόταν μία ψεύτικη θεά «η Κυρά»[18]. Επίσης πολέμησε τους Ιουδαίους, οι οποίοι ήταν γύρω στους 40.000 στην Αλεξάνδρεια. Έκλεισε τις συναγωγές τους και εξόρισε πολλούς από αυτούς. Η πολεμική του έναντι των Ιουδαίων τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη μεροληπτική στάση του έπαρχου της πόλεως Ορέστη. Ο τελευταίος αν και δήλωνε χριστιανός, χαρακτηριζόταν συχνά από τους χριστιανούς της Αλεξάνδρειας «θύτης και έλληνας», δηλαδή ειδωλολάτρης, εξαιτίας της άδικης συμπεριφοράς του απέναντι στους χριστιανούς, η οποία γινόταν αιτία για συνεχείς προστριβές μεταξύ χριστιανών και Ιουδαίων.

Οι Ιουδαίοι έχοντας την απροκάλυπτη στήριξη του έπαρχου Ορέστη ασκούσαν στυγνή τοκογλυφία απέναντι στους χριστιανούς, οι οποίοι μη δυνάμενοι να ανταποκριθούν στην απόσβεση των δανείων τους η των γενικοτέρων οφειλών τους κατέληγαν δούλοι και δημεύονταν η περιουσία τους. Για το λόγο αυτό οι Ιουδαίοι ήταν περισσότερο επικίνδυνοι για τον Κύριλλο από τους ειδωλολάτρες, γιατί οι πρώτοι απειλούσαν ολόκληρη την κοινωνική υπόσταση των χριστιανών ενώ οι τελευταίοι επιτελούσαν το έργο του μισόκαλου εχθρού με σκοπό την απώλεια της ψυχής των πιστών εν Χριστώ και τη ρίψη της στο βάθρο της απωλείας.[19]

Βασική πηγή για τα τεκταινόμενα της εποχής αποτελεί ο ιστορικός Σωκράτης, ο οποίος μάλιστα αναφέρθηκε ότι άνηκε στις τάξεις των Νοβατιατών. Αυτό προσδίδει μεγαλύτερη εγκυρότητα στα γραφόμενά του σχετικά με τον Άγιο Κύριλλο, μιας και δε μεροληπτούσε υπέρ του πατριάρχη Αλεξανδρείας, ως φιλικά προσκείμενος σε αυτόν. Ο Σωκράτης τονίζει ότι ο Ορέστης, αν και δήλωνε χριστιανός μισούσε φανατικά τους επισκόπους και θεωρούσε ότι ασκούσαν εξουσία και είχαν αρμοδιότητες δοσμένες από το αυτοκράτορα, τις οποίες δεν έπρεπε να έχουν: «εμίσει την δυναστείαν των επισκόπων, ότι παρηρούντο πολύ της εξουσίας των εκ βασιλέως άρχειν τεταγμένων»[20]. Δεν έχανε λοιπόν ευκαιρία να προσπαθήσει να εκθέσει τον πατριάρχη Αλεξανδρείας στα μάτια του λαού της Αλεξάνδρειας και να δημιουργήσει προστριβές μαζί του.

Ο Κύριλλος ως έξυπνος άνθρωπος που ήταν γνώριζε ότι έπρεπε να έχει καλές σχέσεις με τον Ορέστη. Προσπάθησε επομένως πολλές φορές να συμφιλιωθεί μαζί του χωρίς αποτέλεσμα. Η ρήξη τους έγινε αγεφύρωτη, όταν ο Ορέστης στράφηκε εναντίον του Ιέρακος, ανθρώπου της εμπιστοσύσης του Πατριάρχη Αλεξανδρείας και του επέβαλε σκληρά μέτρα: «Ην δε εν αυτοίς τις ανήρ ονόματι Ιέραξ͵ ος γραμμάτων μεν των πεζών διδάσκαλος ην͵ διάπυρος δε ακροατής του επισκόπου Κυρίλλου καθεστώς͵ και περί το κρότους εν ταις διδασκαλίαις αυτού εγείρειν ην σπουδαιότατος. Τούτον τοίνυν τον Ιέρακα το πλήθος των Ιουδαίων εν τω θεάτρω θεασάμενοι κατεβόων ευθύς͵ ως δι΄ ουδέν άλλο παραβάλλει τω θεάτρω͵ η ίνα στάσιν τω δήμω εμβάλοι. ... αρπάσας ουν τον Ιέρακα δημοσία εν τω θεάτρω βασάνοις υπέβαλλεν.»[21]. Το τελευταίο έδωσε την αφορμή να παραμεριστεί το παραπέτασμα της δήθεν καλής συνύπαρξης μεταξύ Ιουδαίων και χριστιανών και να εκδηλωθεί το απέραντο μίσος των Ιουδαίων για τους τελευταίους. Πολλοί από αυτούς φονεύτηκαν από τους Ιουδαίους με δόλιο τρόπο. Οι Ιουδαίοι μία νύκτα προκάλεσαν μεγάλες ταραχές διαδίδοντας τη φήμη ότι πυρπολούνταν ο ναός του Αγίου Αλεξάνδρου. Τρέχοντας οι χριστιανοί να σώσουν τον ναό έπεσαν σε ενέδρα των Ιουδαίων οι οποίοι και φόνευσαν πολλούς. Τότε ήταν που ο Κύριλλος στράφηκε εναντίον τους, έχοντας την άδεια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β[22]. Έκλεισε τις συναγωγές τους, όπως προαναφέρθηκε, πήρε αυστηρά μέτρα εναντίον τους και βοηθούμενος από τον λαό απέλασε τους Ιουδαίους από την Αλεξάνδρεια δημεύοντας και την περιουσία των πρωτουργών των δολοφονιών έναντι των χριστιανών.

Το μίσος του έπαρχου Ορέστη απέναντι στον Κύριλλο λέγεται ότι το κρατούσε άσβεστο και η Υπατία, θυγατέρα του φιλοσόφου Θέωνος, που προκαλούσε όλη την προσοχή της πόλεως με τη σοφία της. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να φέρουμε ως μαρτυρία τα λόγια του ιστορικού Σωκράτους «επειδή γαρ συνετύγχανε συχνότερον τω Ορέστη, διαβολήν τούτο εκίνησε κατ' αυτής παρά τω της Εκκλησίας λαώ, ως άρα είη αύτη μη συγχωρούσα τον Ορέστην εις φιλίαν τω Επισκόπω συμβήναι»[23]. Οι σχέσεις του Ορέστη με τον Κύριλλο είχαν κλυδωνιστεί στον ύψιστο βαθμό. Το τελικό χτύπημα για να γίνει το χάσμα αγεφύρωτο μεταξύ του Πατριάρχη και του Έπαρχου της Αλεξάνδρειας υπήρξε ο βασανισμός και η καταδίκη σε θάνατο ενός μοναχού από τη Νιτρία του Αμμωνίου.

Αυτός γεμάτος από τυφλό ζήλο για να υπερασπιστεί τον Πατριάρχη του μαζί με άλλους μοναχούς επιτέθηκαν φραστικά στον Ορέστη. Δυστυχώς η επίθεση δεν έμεινε μόνο στα λόγια αλλά προέβηκε και στο χτύπημα της κεφαλής του Ορέστη από μία πέτρα. Το αποτέλεσμα ήταν η σύλληψη, ο βασανισμός και η θανάτωση του Αμμωνίου. Ο Κύριλλος πήρε το νεκρό σώμα του Αμμωνίου και το έθαψε με τιμές μάρτυρα. Κάτι που εξαγρίωσε περισσότερο τον Ορέστη: «του δε Αμμωνίου το σώμα αναλαβών και εν μια των εκκλησιών αποθέμενος͵ όνομα έτερον αυτώ επιθείς Θαυμάσιον επεκάλεσε͵ και μάρτυρα χρηματίζειν εκέλευσεν͵ εγκωμιάζων αυτού επ' εκκλησίας το φρόνημα͵ ως αγώνα υπέρ ευσεβείας ανελομένου»[24].

Δυστυχώς αυτή η διαμάχη μεταξύ Κυρίλλου και Έπαρχου είχε και άλλο θύμα εκτός του Αμμωνίου. Τυφλωμένος από την οργή ο όχλος από μερικούς χριστιανούς με πρωτοστάτη τον αναγνώστη Πέτρο κατά τη μαρτυρία του Σωκράτους του Σχολαστικού[25] επιτέθηκε και σκότωσε την Υπατία στις 15 Μαρτίου το 415. Λέγεται ότι ο όχλος είχε επηρεαστεί από ένα φλογερό κήρυγμα του Αγίου Κυρίλλου. Δεν κατηγορείται ποτέ από κανένα σύγχρoνό του ως ηθικός αυτουργός για το φόνο. Η κατηγορία αυτή του προσάφθηκε πολύ αργότερα από κάποιος ψευδοϊστορικούς.

Σημαντικό μερίδιο ευθύνης στη δολοφονία της φιλοσόφου είχαν και οι «παραβαλανείς», οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερη οργάνωση, ασχολούμενοι με έργα φιλανθρωπίας και παρέμειναν κοντά στο εκκλησιαστικό βαλανείο, από όπου πήραν και το όνομά τους.[26] Ο ιστορικός Σωκράτης σημειώνει ότι ήταν επιρρεπείς σε κοινωνικές αναταραχές «ο των Αλεξανδρέων δήμος πλέον των άλλων δήμων χαίρει ταις στάσεσι· ει δε πότε και προφάσεως λάβηται εις αφόρητα καταστρέφει κακά· δίχα γαρ αίματος παύεται της ορμής»[27]. Η γενικότερη στάση τους δικαιολογεί το νόμο που εκδόθηκε περί των κληρικών και των «παραβαλάνων» της Αλεξάνδρειας στις 28 Σεπτεμβρίου 416 από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β'. Οι «παραβαλάνοι»[28], ήταν ένα ειδικό σώμα 500 ανδρών, το οποίο ήταν κάτω από τις εντολές του εκάστου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Υπήχθησαν όμως δια του αυτού νόμου υπό την δικαιοδοσία του έπαρχου Αλεξανδρείας. Ως δικαιολογία της μεταβολής αυτής υπήρξε ότι το σώμα αυτό ενέσπειρε τον τρόμο και την φρίκη στην Αλεξάνδρεια δια των αταξιών αυτού, εν αγνοία του Πατριάρχη. Ο λαός της Αλεξάνδρειας ζήτησε από τον αυτοκράτορα στέλνοντας του πρεσβεία να λάβει τα μέτρα του κατά των παραβαλάνων. Αντίθετα πουθενά δεν αναφέρεται ότι κατηγόρησαν τον Πατριάρχη τους για τις ταραχές που γίνονταν αλλά ούτε και για το φόνο της Υπατίας, ο οποίος απουσίαζε από την Αλεξάνδρεια την περίοδο του φόνου.

Ο Κύριλλος ήταν άξιος διάδοχος του πατριαρχικού θρόνου του Μεγάλου Αθανασίου. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να φέρει την ειρήνη ανάμεσα στο λαό της Αλεξάνδρειας. Αυτό όμως δεν τον έκανε δουλοπρεπή απέναντι στην πολιτική εξουσία, αντίθετα «δε δίστασε να υψώσει τη φωνή του όταν έβλεπε ότι απειλούνταν τα συμφέροντα της Εκκλησίας αλλά και των χριστιανών της Αλεξάνδρειας. Το έργο και η φήμη του γρήγορα απλώθηκαν σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η αγάπη του για την Εκκλησία ήταν η ασπίδα του εναντίον οποιασδήποτε απειλής απ' όπου αυτή και αν προερχόταν. Στα μετέπειτα χρόνια δε δίστασε να εναντιωθεί με σθένος στη δογματική κακοδοξία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου[29]. 
 
Έφτασε στο σημείο να δεί ο ίδιος τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, παρόλα τα εμπόδια που είχε να αντιμετωπίσει[30] και να του εκθέσει τις πλάνες του Νεστορίου, που αποτελούσαν αγκάθι για τη χριστολογία της Εκκλησίας. Φυσικά δεν αρκέστηκε μόνο στο να συνατήσει το Θεόδόσιο. Με επιστολές του είχε πληροφορήσει τις βασίλισσες[31], οι οποίες ήταν δυναμικότερου χαρακτήρα από τον αυτοκράτορα. Τέλος οργάνωσε το 431 την Γ' Οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο και πέτυχε την καταδίκη του Νεστοριανισμού. Η δικαίωσή του έρχεται με την Δ' Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα το 451, επτά χρόνια από την κοίμησή του.

Ποιμένες σαν τον Κύριλλο έδειξαν ότι οι άρχοντες της Εκκλησίας δεν πρέπει να έχουν ως αποκλειστική ενασχόλησή τους τα της Εκκλησίας, αλλά και να στέκονται άγρυπνοι θεματοφύλακες των εθνικών και των θρησκευτικών συμφερόντων της χώρας υψώνοντας τη φωνή τους ακόμη και στον ίδιο τον αυτοκράτορα, τον εκάστοτε άρχοντα κάθε εποχής, προκειμένου να τον προφυλάξουν από εκούσια η ακούσια σφάλματά του. Φυσικά δεν πρέπει να φτάνουν στο άλλο άκρο να ανακατεύονται σε όλα τα πολιτικά πράγματα και να θέλουν να επιβάλουν την άποψη τους στον εκάστοτε κυβερνήτη (παποκαισαρισμός), γιατί τότε τυφλώνονται από την εξουσία μεθάνε και γίνονται υπηρέτες του Μαμωνά και όχι λειτουργοί του Θεού.

_________________________________________________
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρτέμη, Ε., «Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως στους δύο διαλόγους, «Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς» και «Ότι εις ο Χριστός» του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας», Εκκλησιαστικός Φάρος ΟΕ, (Αθήνα 2004) 145- 277.
Χρήστου, Π.Κ., Ελληνική Πατρολογία Δ, Θεσσαλονίκη 1989.
Χριστοφιλοπούλου, Αικ., Βυζαντινή ΄Ιστορία Α, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 19964.
Cross F. L., The Study of St. Athanasius, Oxford 1945.
Φειδά, Βλ., Εκκλησιαστική Ιστορία A, Αθήναι 1992.
Gauche, W., Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934.
Κρικώνη, Χρ., «Κύριλλος Αλεξανδρείας και η Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999.
Μουτσούλα, Ηλ., «Αλεξανδρινοί Συγγραφείς Δ αι. Α΄ Σεραπίων Θμούεως. Β΄ Δίδυμος ο Αλεξανδρεύς», ανάτυπο, Αθήνα 1971, σσ. 17-51.
Παπαδοπούλου, Σ., «Ο Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας, σταθμός μέγας εν τη θεολογία της Εκκλησίας», ανάτυπο εκ της Θεολογίας (1974), σσ. 102-128.
Του ιδίου, Πατρολογία Α, Β, Αθήνα 19912, 1990.
Του ιδίου, Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Αθήνα 2004.
Παπαδοπούλου, Χρ., Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933.
Του ιδίου, Ιστορία της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 1933.
Σκουτέρη, Κ., Ιστορία Δογμάτων 1, 2, Αθήνα 1998, 2004.
The international cyclopaedia - a compendium of human Knowledge, revised with large additions, vol. IV, Χ, New York 1899.
Θεοδώρου, Α., Η Χριστολογική Ορολογία και Διδασκαλία του Κυρίλλου Αλεξανδρείας και Θεοδωρήτου Κύρου, Αθήνα 1955.

_____________________________________________________
 
[1] Mansi, V, 725.
[2]Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 7, PG 67, 749C-762A. Θεοδωρήτου Κύρου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 5, 40 PG 83, 1277D. Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 15,14 PG 146, 1100A- 1104A. Mansi IV, 1464. Ed. Schwartz I, I, 3 σ. 75. Χρ. Παπαδοπούλου, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 264. Ἀ. Θεοδώρου, Ἡ Χριστολογική Ὁρολογία καί Διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί Θεοδωρήτου Κύρου, Ἀθήνα 1955, σ. 37. Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 236.
[3] Βλ. Σχετικά Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 231 -258. Συναφῶς βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 666-682. Ἠλ. Μουτσούλα, «Ἀλεξανδρινοί Συγγραφεῖς Δ αἰ. Α΄ Σεραπίων Θμούεως. Β΄ Δίδυμος ὁ Ἀλεξανδρεύς», ἀνάτυπο, Ἀθήνα 1971, σσ. 17-51. W. Gauche, Didymus the Blind; an Educator of the 4th century, Washington 1934. [4]Ἡ ἐπιστολή τοῦ ἱεροῦ Κυρίλλου (λατινιστί), στόν τόμο 77 τῆς PG (389-390) ἡ ὁποία ἀπευθύνεται στήν Ὑπατία καί τῆς ἐκθέτει τά προβλήματα πού ἔχουν προκύψει ἀπό τή διένεξη τοῦ Νεστορίου μέ τόν Κύριλλο εἶναι νόθα. Ἐξάλλου ὁ Κύριλλος δέν θά μιλοῦσε ἀναλυτικά γιά ἕνα δογματικό θέμα, ὅπως τό Χριστολογικό, σέ κάποιον πού δέν ἦταν μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ θά ἦταν ἀδύνατο νά κατανοήσει κάποιος θέματα δογματικῆς διδασκαλίας χωρίς νά ἔχει τό κατάλληλο θεολογικό ὑπόβαθρο. Πρβλ. Χρ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 264 -266.
[5]Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 263-326. Τοῦ ἰδίου, «Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, σταθμός μέγας ἐν τῇ θεολογίᾳ τῆς Ἐκκλησίας», ἀνάτυπο ἐκ τῆς Θεολογίας (1974), σσ. 102-128. F. L. Cross, The Study of St. Athanasius, Oxford 1945. Κ. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 179-222.
[6] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 355-407, 475-529, 590-632, 637-642..
[7] The international cyclopaedia - a compendium of human Knowledge, revised with large additions, vol. IV, NewYork 1899, p. 256.
[8] Π.Κ. Χρήστου, Ἑλληνική Πατρολογία, Δ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 340 κ.ἑ.
[9] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 240.
[10] Αἰκ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή ΄Ἱστορία Α, ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 19964, σ. 206.
[11] Ματθ. 16, 18.
[12]Πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑορταστική Ὁμιλία 8, 9. PG 77, 565 - 577, 681 - 692, 1060- 1064. Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 335-338. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 296-299. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 1991, σσ. 423-426. H. Weyer, Novatianus de Trinitate, Düsseldorf 1962.
[13]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 2, Ἀθήνα 2004, σσ. 97-120. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 377-398. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β, Ἀθήνα 1990, σσ. 114-119.
[14]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 278, 324 κ.ἑ. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 159-162. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 19912, σσ. 142-143.
[15]Πρβλ. Κ. Β. Σκουτέρη, Ἱστορία Δογμάτων 1, Ἀθήνα 1998, σσ. 470-472.. Σ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Α, Ἀθήνα 19912, σσ. 461-464. Βλ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία Α, Ἀθῆναι 1992, σσ. 244-245..
[16] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7,7 PG 67, 752A.
[17] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 241.
[18] Πρβλ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὁμιλία 3, PG 77, 1105Α. Συναφῶς βλ. Σωφρονίου Ἱεροσολύμων, Τό ἐγκώμιον εἰς τούς ἁγίους Κῦρον καί Ἰωάννην, PG 87, 3, 3409-3412: «Δαίμων ἀκάθαρτος ἐπεφαίνετο ἐν εἴδει θηλείας ποιῶν φαντασίας πολλάς καί μαντείας δοκῶν λέγειν, μηδέν ἐχούσας ἀληθές καί ἐπιταγάς τινων φαρμάκων τερατευόμενος, μηδέ παντάπασιν ὠφελῶν, ἀλλά τούτοις εἰς ἀπώλειαν ἐφελκόμενος... πολλούς τό εἰδεχθές τοῦτο δαιμόνιον ταῖς ἀπάταις παρέσυρε καί προσκαλεῖσθαι αὐτοῦ τῷ βωμῷ ἐλπίδι ρήσεως ἤ προφητείας ἀνέπειθεν οὐ μόνον ἀπιστοῦσι καί πάντη τούς αὐτοῦ προσκειμένους κελεύσμασιν ἀλλά καί πιστούς τοῦ Χριστοῦ σύμβολα φέροντες».
[19] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑορταστική Ὁμιλία 1ε, PG 77, 417-424, 513, 516, 529, 853, 586, 860-873, 896-901, 1057-1060.
[20] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 7, 13, PG 67, 764A.
[21] Αὐτόθι, 7,13-34. PG 67, 761C-764C.
[22] Χρ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀλεξάνδρεια 1933, σ. 279.
[23]Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15, PG 67, 768. Πρβλ. Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 14, 16. PG 146, 1105C-1108B.
[24] Αὐτόθι, 14, 24-28. PG 67, 773.
[25] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15, PG 67, 761Α.
[26] Χρ. Κρικώνη, «Κύριλλος Ἀλεξανδρείας καί ἡ Χριστολογική διδασκαλία του», Πρακτικά ΙΘ Θεολογικοῦ Συνεδρίου μέ θέμα «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ», Θεσσαλονίκη 1999, σ. 244.
[27] Σωκράτους, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 7, 15. PG 76, 761A.
[28] Βλ. Δεσπ. Μιχάλαγα, «Οἱ παραβαλανεῖς ὡς φορεῖς κοινωνικῆς ἀντίληψης τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων», ΕΕΘΣΠΑ 34 (1999) 523-554.
[29] Βλ. Σ. Παπαδοπούλου, Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, Ἀθήνα 2004, σσ. 32-38, 144-142, 154-157, 166-172, 184-190, 339-351. The international cyclopaedia - a compendium of human knowledge revised with large additios, vol. X, New York 1899, p. 409- 410.
[30] Ἐπειδή τόν ἐμπόδιζαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Νεστορίυ νά συναντήσει τόν αὐτοκράτορα, ἐκεῖνος ντύθηκε ζητιάνος καί παρουσιάστηκε μπροστά στόν αὐτοκράτορα τή στιγμή πού δέν τό περίμενε κανεῖς.
[31] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Λόγος προσφωνητικός ταῖς εὐσεβεστάταις βασίλσσαις, περί ὀρθῆς πίστεως, PG 76, 1201- 1420.
 
Πηγή: impantokratoros.gr

Muslim died and met Jesus!

Τούρκος μουσουλμάνος γνωρίζει τον Χριστό και βαπτίζεται Χριστιανός!

Texas Teen Says He Saw Jesus Before Being Revived....



Αναζητηση

Αναγνώστες