Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Οἱ λογισμοί τῆς βλασφημίας.

 
 
Τι νά σοῦ πῶ, πάτερ; εἶπε ὁ ἐπισκέπτης μέ φανερή ἱκανοποίηση. Πολλές συμβουλές ἔχω ἀκούσει μέχρι σήμερα, μά ποτέ δέν ὠφελήθηκα τόσο. Στ’ ἀλήθεια, ὁ Θεός ζεῖ μέσα σου κι ἐσύ μέσα σ’ Αὐτόν.
 
Γι’ αὐτό θέλω νά σέ ρωτήσω γιά ἕνα σοβαρό πρόβλημά μου: Τί νά κάνω, πού ὁ δαίμονας τῆς βλασφημίας δέν παύει νά μ’ ἐνοχλεῖ ποτέ, εἴτε τρώω εἴτε πίνω εἴτε κοιμᾶμαι, πιό πολύ ὅμως ὅταν βρίσκομαι στήν ἐκκλησία;
 
Μοῦ βάζει στό νοῦ αἱρετικές ἰδέες καί ἀκατανόμαστους λογισμούς γιά τόν Κύριο καί τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, μά καί ἄλλες διάφορες. Τόσο σκληρά μέ πολεμάει, πού ἀπελπίζομαι καί δέν ξέρω τί νά κάνω; Συχνά φοβᾶμαι μήν πέσει φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί μέ κάνει στάχτη!....
 
-Ἄκουσε με, παιδί μου , καί θά παρηγορηθεῖς λιγάκι, ἀπάντησε καθησυχαστικά ὁ ἅγιος. Παρατήρησε τή θάλασσα. Ὅταν φουρτουνιάσει, τί ἄγρια κύματα ξαποστέλνει στίς ἀκτές, καί μέ τί φοβερή ὁρμή πέφτουν αὐτά πάνω στά βράχια! Παθαίνουν ὅμως τίποτα τά βράχια ἀπό τά μαστιγώματα τῶν κυμάτων; Ἤ μήπως μένουν τά κύματα πάνω στά βράχια; Ὄχι. Χτυπᾶνε πάνω τους καί γυρίζουν πάλι πίσω. Ἔτσι καί οἱ λογισμοί τῆς βλαφημίας.
 
Ξεκινοῦν ἀπό τό διάβολο καί χτυπᾶνε στήν ἀνθρώπινη διάνοια. Γιά ποιό λόγο; Προφανῶς γιά νά ρίξουν στήν ἀπόγνωση τους δούλους τοῦ Θεοῦ. Καί ἀφοῦ ὁ πονηρός κατορθώσει νά φέρει μιά ψυχή σέ ἀπόγνωση, τῆς ἑτοιμάζει ἔπειτα καί τήν κρεμάλα!
 
Ναί, πολλούς θανάτωσε ἔτσι ὁ λυμεώνας καί παρέδωσε τίς ψυχές τους στήν ἀπώλεια. Ἄν πάλι δέν μπορέσει ν’ ἀπελπίσει τόν ἄνθρωπο, πασχίζει τουλάχιστον νά τόν κλονίσει. Κι ἄν αὐτός μείνει ἐντελῶς ἀκλόνητος, τότε ὁ διάβολος νικιέται καί ρεζιλεύεται καί οἱ πανουργίες του γυρίζουν στό κεφάλι του.
 
Ὁ ἄνθρωπος πάλι πού δοκίμασε τόν πειρασμό, ὄχι μόνο δέν ἀνταποκρίνεται, ἀλλά μᾶλλον στεφανώνεται καί δοξάζεται ἀπό τό Θεό. Κι ἐσύ λοιπόν, παιδί μου, κάνε ὑπομονή, θερμαίνοντας τό ζῆλο σου μέ προσευχή καί νηστεία, καί θά φύγει μακριά σου ὁ πονηρός. Γιατί, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, «τοῦτο τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»52. 
 
Μ’ αὐτά τά λόγια ἐνίσχυσε πολύ τόν ἀδελφό, πού ἔφυγε παρηγορημένος καί εἰρηνικός. Μόλις ὅμως τόν ξεπροβόδισε καί ξαναγύρισε στή θέση του, μᾶς εἶπε καί τοῦτο:-Θά προσθέσω κάτι πού δέν μποροῦσα νά τό πῶ μπροστά του, ἐσεῖς ὅμως πρέπει νά τό ξέρετε; Ἡ βλασφημία γεννιέται ἀπό τήν κατάκριση καί τήν ὀργή.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος, Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς,(σελ.106-107), Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου, Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004.
 
Πηγή: anavaseis.blogspot.gr

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Τί σημαίνει Αποστολική Διαδοχή; Γιατί μόνο οι Ορθόδοξοι έχουμε Αποστολική Διαδοχή;

Χωρίς αποστολική διαδοχή δεν μπορεί να νοηθεί ορθόδοξος επίσκοπος και πολυ περισσότερο Ορθόδοξη Εκκλησία.
 
Για να υπάρξει διαδοχή η Εκκλησία θέτει ως απόλυτα κριτήρια κανονικότητας του επισκόπου την ορθότητα της πίστεως και την κανονική σχέση του με την Εκκλησία, δηλαδή:

1. Εκλογή από κανονική επισκοπική Σύνοδο.
 
2. Χειροτονία από τρεις τουλάχιστον κανονικούς επισκόπους.
 
3. Αναγνώριση και αποδοχή του νεόυ επισκόπου από όλους (κλήρο και λαό).
 
4. Ενθρόνιση στην επισκοπική του έδρα.

Όμως είναι μόνον αυτό; Αρκεί δηλαδή απλώς μια χειροτονία και η ιστορική συνέχιση της αποστολικότητας; Γιατί δεν έχουν και οι κληρικοί του Βατικανού, Αποστολική Διαδοχή;
 
Ας δούμε κάποια κείμενα του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου :

Οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι δεν έχουν σχέση μόνον με την διαδοχή του θρόνου, αλλά και με την μετοχή του τρόπου των Αποστόλων. Είναι χαρακτηριστικό το απολυτίκιο που αναφέρεται σε Ιεράρχες: “Και τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος των αποστόλων γενόμενος, την πράξιν εύρες, θεόπνευστε, εις θεωρίας επίβασιν, δια τούτο τον λόγον της αληθείας ορθοτομών, και τη πίστει ενήθλησας μέχρις αίματος, Ιερομάρτυς...”. Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι η αποστολική διαδοχή δεν είναι μόνον μια σειρά χειροτονιών, αλλά διαδοχή και στην αποκαλυπτική αλήθεια. Σήμερα ομιλούμε για αποστολική διαδοχή και την συνδέουμε μόνον με την διαδοχή χειροτονιών χωρίς να βιώνουμε την πράξη και την θεωρία. Και το χειρότερο είναι ότι αυτήν την εσωτερική διάσταση της αποστολικής διαδοχής την θεωρούμε ευσεβιστική ερμηνεία. Έτσι, αυτό το “τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος”, αντικαταστάθηκε με τις “φήμες”, τους πολυχρονισμούς κλπ., τα οποία, βέβαια, δεν είναι άχρηστα, όταν διασώζεται η όλη εκκλησιαστική παράδοση.
 
(http://www.vic.com/~tscon/pelagia/htm/b34.e.
oikoumeniko_patriarxeio_119.htm#nowhere )

Μιλώντας για αποστολική παράδοση εννο­ούμε την ορθόδοξη πίστη και ως δόγμα και ως ζωή, και μιλώντας για αποστολική διαδοχή εννοούμε την μετάδοση της Ιερωσύνης από τους Αποστόλους μέχρις ημών. Εφ’ όσον λοι­πόν στον Παπισμό έχουμε αλλοίωση της απο­στολικής παραδόσεως και αποκοπή από την Εκκλησία, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για αποστολική διαδοχή. (απο το βιβλίο «Γέννημα και θρέμμα Ρωμηοί»)

Επίσης στην Εκκλησιαστική Παρέμβαση τον Μάρτιο του 2001 ο ίδιος αναφέρει:
 
Αποστολική διαδοχή και Παπισμός
 
Επειδή εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχουν μυστήρια, γι’ αυτό και οι Κληρικοί των Παπικών και αυτός ο Πάπας, για μας τους Ορθοδόξους, δεν έχουν ιερωσύνη, δηλαδή έχει διακοπή σε αυτούς η Αποστολική Διαδοχή.
 
Αυτό, βέβαια, μπορεί να ακούγεται λίγο παράξενα, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα, βάσει της Ορθοδόξου Θεολογίας.
 
Η αποστολική διαδοχή δεν είναι απλώς μια σειρά χειροτονιών, αλλά συγχρόνως και μετοχή στην αποκαλυπτική αλήθεια. Όταν μια Εκκλησία αποκόπτεται από τον κορμό της Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω δογματικών διαφορών, αυτό σημαίνει ότι υπολείπεται και στο μυστήριο της ιερωσύνης. Δηλαδή, όταν χάνεται η αποκαλυπτική αλήθεια και υιοθετούνται αιρετικές απόψεις, αυτό έχει συνέπειες και στην αποστολική διαδοχή. Διότι οι άγιοι Απόστολοι μετέδιδαν το χάρισμα της ιερωσύνης, αλλά ταυτόχρονα παρέδιδαν, δια της αναγεννήσεως, και όλη την αποκαλυπτική παράδοση.
 
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε την διδασκαλία του αγίου Ειρηναίου Επισκόπου Λυώνος, στην οποία φαίνεται καθαρά ότι η Εκκλησία συνδέεται στενώτατα με την Ορθοδοξία και την θεία Ευχαριστία, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όταν χάνεται η Ορθόδοξη πίστη, τότε δεν υπάρχει ούτε Εκκλησία ούτε και θεία Ευχαριστία. Οπότε ο Κληρικός που χάνει την ορθόδοξη πίστη αποκόπτεται από την Εκκλησία καί, βεβαίως, τότε δεν υφίσταται και η αποστολική παράδοση και αποστολική διαδοχή. Το ότι ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την αποστολική διαδοχή όχι μόνον με την χειροτονία, αλλά και με την διατήρηση της αληθούς πίστεως, φαίνεται από ένα χωρίο: “Δια τούτο τοις εν τη Εκκλησία πρεσβυτέροις υπακούειν δεί, τοις την διαδοχήν έχουσιν από των αποστόλων, καθώς επεδείξαμεν, τοις σύν τη επισκοπική διαδοχή το χάρισμα της αληθείας ασφαλές, κατά την ευδοκίαν του Πατρός ειληφόσι”.
 
Επειδή, λοιπόν, δεν υπάρχει ιερωσύνη στους Παπικούς, γι’ αυτό και δεν υπάρχουν μυστήρια, και όσα τελούνται δεν είναι αγιαστικά μυστήρια. Εάν όμως, όπως ισχυρίζονται μερικοί, ο Πάπας έχει ιερωσύνη, τότε το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι έγκυρο και ο άρτος ο ευρισκόμενος στην Αγία Τράπεζα είναι ο Χριστός, οπότε περιπίπτουν σε δύο σφάλματα, ή να κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, παραβαίνοντας πληθώρα ιερών Κανόνων ή να αποστρέφωνται τον Ίδιο τον Χριστό, ευρισκόμενον κατ’ αυτούς πάνω στην Αγία Τράπεζα.
 
Γενικά, πρέπει να πούμε ότι το Βατικανό δεν είναι Εκκλησία, αλλά ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα, ευρισκόμενο εκτός της Εκκλησίας, και ο Πάπας, καθώς και όλοι οι “Κληρικοί” του Βατικανού δεν είναι διάδοχοι των Αποστόλων, δεν έχουν αποστολική παράδοση και διαδοχή.
 
Επομένως, πρέπει να υπογραμμισθή ότι εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είμαστε και Ρωμαίοι – Ρωμηοί, δηλαδή απόγονοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και Καθολικοί, δηλαδή Ορθόδοξοι, διότι ο όρος Καθολικός δηλώνει το καθ’ όλου, το ορθόδοξο. Οι Παπικοί είναι Φραγκολατίνοι, μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους, καθώς επίσης και αιρετικοί.
 
Σε καιρό συγχύσεως, όπως η εποχή μας, πρέπει να είμαστε ομολογητές της Πίστεως, μάρτυρες της αληθείας και ποιμένες που θα ποιμαίνουμε τον λαό του Θεού με κριτήρια και προϋποθέσεις εκκλησιολογικές, οι οποίες οδηγούν στην σωτηρία.
 
Πηγή: orthodoxanswers.gr

Τί είναι το κόλλυβο; Πως προέκυψε στην παράδοση της εκκλησίας μας;

Υπάρχει μια περιεκτικότατη σε νόημα και περιεχόμενο απάντηση που καλύπτει την παραπάνω ερώτηση, ενώ μας λύνει και άλλες παρόμοιες απορίες. Είναι του Αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου παρμένη από μία διμηνιαία έκδοση του συλλόγου: ''ΦΙΛΟΙ ΙΕΡΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ.''

Κόλλυβο, λοιπόν, είναι βρασμένο σιτάρι, το όποιο σιτάρι είναι σύμβολο του ανθρώπινου σώματος, επειδή το ανθρώπινο σώμα τρέφεται και αυξάνει με το σιτάρι.
 
Γι’ αυτό άλλωστε και ό Κύριος παρομοίασε το θεουπόστατο Σώμα Του με’ το σπυρί του σιταριού, έτσι λέγοντας στο δωδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη αγίου Ευαγγελίου: «το σπυρί του σιταριού εάν πέφτοντας στη γη δεν πεθάνει, μένει μοναχό του (και δεν πολλαπλασιάζεται) εάν όμως πεθάνει, πολύ καρπό φέρνει».
 
Είπε εξάλλου και ό μακάριος Παύλος στην προς Κορινθίους Α’ επιστολή, κεφάλαιο 16: «εκείνο πού εσύ σπέρνεις δεν ζωογονείται, εάν πρώτα δεν πεθάνει» και τούτο, γιατί θάβεται στη γη το νεκρό σώμα και σαπίζει, όπως ακριβώς συμβαίνει και με’ το σπυρί του σιταριού.
 
Άπ' αυτή, λοιπόν, την παρομοίωση πήρε την αφορμή ή Εκκλησία του Χριστού και τελεί τα αποκαλούμενα κόλλυβα, τόσο αυτά πού προσφέρονται στις εορτές των αγίων, όσο και αυτά πού προσφέρονται στα μνημόσυνα των κεκοιμημένων εν Χριστώ αδελφών μας; Όπως λέγει ο Γαβριήλ ο (επίσκοπος) Φιλαδέλφειας στο Εγχειρίδιο. Και σύμφωνα με τον Βλαστάρη «εφθός σίτος», δηλαδή βρασμένο σιτάρι, είναι τα κόλλυβα και όχι άβραστο κυρίως βέβαια και πρωτίστως, για να μπορούμε να τα τρώμε. Και τα τρώμε τα κόλλυβα, εξαιτίας του θαύματος πού έκανε ό Άγιος Θεόδωρος ό Τηρών, αυτός που καθιέρωσε τα κόλλυβα, το πρώτο Σάββατο των Νηστειών, προστάζοντας (σε θείο όραμα) τον Αρχιερέα να βράσει σιτάρι και να το μοιράσει στους Χριστιανούς.
 
Ο δεύτερος λόγος για τον όποιο βράζουμε το σιτάρι είναι, για να φανερώνεται με το βράσιμο ή διάλυση και ή φθορά των σωμάτων των κεκοιμημένων, των οποίων σύμβολα είναι τα κόλλυβα.
 
Και αν κάποιος επρόκειτο να ισχυρισθεί ότι τα κόλλυβα έπρεπε να είναι άβραστο σιτάρι και όχι βρασμένο -αφού, σύμφωνα με’ τον συλλογισμό τους, το βρασμένο σιτάρι δεν μπορεί ποτέ να βλαστήσει, ενώ τα σώματα των κοιμηθέντων, παρόλο που έχουν ήδη διαλυθεί, πρόκειται ωστόσο να αναστηθούν κατά τη συντέλεια επομένως, λέγουν, είναι αταίριαστο το σύμβολο μ’ αυτό πού συμβολικά παριστάνει, δηλαδή το βρασμένο σιτάρι με’ το νεκρό σώμα-, εάν, λοιπόν, λέμε, έτσι έλεγε κάποιος, σ’ αυτά εμείς αποκρινόμαστε, ότι μάλιστα αυτό (το βρασμένο σιτάρι) είναι σύμβολο πάρα πολύ ταιριαστό. Γιατί, όπως το βρασμένο σιτάρι δεν μπορεί, βέβαια, να βλαστήσει με φυσικό τρόπο, μπορεί όμως και παραμπορεί με υπερφυσικό, δηλαδή με την άπειρη δύναμη του Θεού, ό όποιος μπορεί να πραγματοποιήσει τα πάντα έτσι παρομοίως και τα νεκρά σώματα, τα όποια έχουν διαλυθεί στα μέρη από τα όποια συναρμόσθηκαν, δεν μπορούν, βέβαια, με φυσικό τρόπο να αναστηθούν και να ξαναζωντανέψουν, με υπερφυσικό όμως τρόπο, δηλαδή με την παντοδυναμία του Θεού, μπορούν και πάρα πολύ μάλιστα, γι αυτό όλοι οι θεολόγο ομολογούν ότι ή Ανάσταση των νεκρών είναι έργο πού ξεπερνά όλους τους όρους της φύσεως.
 
Πηγή: orthodoxanswers.gr

Γιατί δεν πρέπει να σβήνονται γρήγορα τα κεριά που ανάβουν στα μανουάλια οι Χριστιανοί στην Εκκλησία;

Μαθαίνουμε από τον Συναξαριστή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου (26/10), ότι υπήρχε κάποιος ονόματι Ονησιφόρος, στον τάφο του Αγίου, ο οποίος είχε την διακονία να ανάβει και να σβήνει τις λαμπάδες και τα κεριά που έφερναν οι Χριστιανοί μπροστά στην εικόνα του Αγίου, όταν πήγαιναν να προσκυνήσουν.
 
Εκείνος λοιπόν, βιαζόταν και τα έσβηνε πριν αυτά καούν επαρκώς. Μια νύκτα, φάνηκε σε αυτόν στον ύπνο του ο Άγιος και του είπε: “Γνώριζε Ονησιφόρε, ότι αυτό που κάνεις δεν μου αρέσει. Γνώριζε επίσης ότι με αυτόν τον τρόπο και τον εαυτόν σου βλάπτεις, αλλά και εκείνους που φέρνουν τα κεριά και τις λαμπάδες. Γιατί, όσο περισσότερο καίγονται οι λαμπάδες μπροστά από τις Εικόνες, τόσο περισσότερο καίγονται οι αμαρτίες εκείνου που με πίστη τις φέρνει. Όταν όμως τις αφαιρούν, και εκείνος ο οποίος τις φέρνει, χάνει τον μισθό του, και εκείνος που τις αφαιρεί θα έχει κόλαση στην ψυχή του“.
 
Ο Ονησιφόρος, δεν έδωσε και πολύ σημασία, αλλά πράγματι σταμάτησε για λίγο καιρό να βιάζεται να τις σβήνει. Μια νύκτα, κάποιος Χριστιανός, πήγε δύο πολύ ωραίες λαμπάδες και αφού προσκύνησε παραμέρισε λίγο να προσευχηθεί και μετά έφυγε. Τότε ο Ονησιφόρος πήγε να τις σβήσει, επαναλαμβάνοντας δηλαδή αυτή του την κακή συνήθεια. Τότε, αμέσως ο Άγιος του είπε με φοβερή φωνή: “Πάλι τα ίδια άρχισες Ονησιφόρε;”. Αμέσως τότε από τον φόβο του, έπεσε ο Ονησιφόρος λιπόθυμος και μόλις ήλθε πάλι στον εαυτό του, μετανόησε για την πράξη του και έκτοτε δεν την επανέλαβε, αλλά και μάθαμε την ωφέλεια που προκύπτει από μια τόσο απλή και ευλαβική πράξη, που όταν γίνεται με πίστη, έχει τεράστια δύναμη.
 
(Εκ του Μεγάλου Συναξαριστού της Ορθ. Εκκλησίας, Ματθ. Λάγγη) 
 
Πηγή: orthodoxanswers.gr

Ο Χριστός ίδρυσε μία, ή πολλές Εκκλησίες;

Ανδρέου Θεοδώρου (+)
 
Μα φυσικά μία. Η Εκκλησία ως συνάθροιση, σύναξη ανθρώπων, φέρει μέσα της το στοιχείο της ενότητος. Είναι ενότητα. Η πολλότητα εκκλησιών αναιρεί την ενότητα αυτή. Αποτελεί αντίφαση.
 
Ο Χριστός μία ίδρυσε επί της γης Εκκλησία, της οποίας είναι η μυστική και αόρατη κεφαλή, για να συνεχίσει το λυτρωτικό έργο του στον κόσμο. Δεν ίδρυσε πολλές παράλληλες εκκλησίες, πράγμα που δε θα είχε νόημα. Η Εκκλησία είναι το ένα μυστικό σώμα του ενός Χριστού. Όπως δεν υπάρχουν πολλοί Χριστοί, έτσι δεν υπάρχουν και πολλές εκκλησίες. Το ιερό Σύμβολο της Πίστεως ρητά ορίζει: «Εις μίαν, αγίαν, …Εκκλησίαν».
 
Το γεγονός ότι σήμερα υπάρχουν πολλές «εκκλησίες» που διαφέρουν μεταξύ τους, είναι όχι φιλικές και καμιά φορά ανταγωνιστικές η μία προς την άλλη, δεν είναι κάτι θελημένο από το Θεό, αλλ’ είναι διάσπαση που προέρχεται από την αδυναμία και τις αμαρτίες των ανθρώπων. Ο Θεός δε θέλει τη διαίρεση και την κατατομή, και μάλιστα του αγίου Του σώματος. Η διαίρεση προέρχεται από το σπορέα των σκανδάλων διάβολο, το πνεύμα της αποστασίας και της πλάνης.
 
Ποια είναι τα στοιχεία που απαρτίζουν την ενότητα της Εκκλησίας; Τα στοιχεία αυτά είναι:
 
1) Η μία πίστη. Το σύνολο των δογματικών αληθειών τις όποιες η Εκκλησία παρέλαβε από τούς Αποστόλους και αυτοί από τον Κύριο, τις οποίες διαφυλάσσει απαράφθορες στο πέρασμα του χρόνου, τις ερμηνεύει αυθεντικά και τις κηρύσσει στο ποίμνιο. «Εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα» λέγει θεόπνευστα ο Παύλος. Είναι φανερό ότι η μία πίστη βρίσκεται στην καρδιά της εκκλησιαστικής ενότητος, οι δε αιρετικοί, οι οποίοι διαστρεβλώνουν μία ή περισσότερες δογματικές αλήθειες, διασπούν την ενότητα αυτή και θέτουν εαυτούς έξω από τα όρια της αληθινής Εκκλησίας.
 
2) Η μία θεία λατρεία. Οι πιστοί λατρεύουν ενιαίως το Θεό. Κέντρο της θείας λατρείας είναι η θεία λειτουργία, με κεντρική στιγμή την προσφορά της αναίμακτης θυσίας του Χριστού. Οι μικρές και επουσιώδεις διαφορότητες που παρατηρούνται στη λατρεία κατά τόπους Εκκλησιών, δεν παραβλάπτουν την ενότητα λατρείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι απλά λατρευτικά έθιμα, χωρίς άλλη βαθύτερη σημασία.
 
3) Το ένα διοικητικό πολίτευμα. Το ορθόδοξο πολίτευμα είναι ιεραρχικό, χωρίς να είναι ιεροκρατικό. Είναι πολίτευμα συνοδικό.

Όλα τά στοιχεία αυτά σφυρηλατούν τήν ενότητα της Εκκλησίας. Όπου αυτά υπάρχουν, εκεί υπάρχει και η μία Εκκλησία, την οποία ίδρυσε ο Κύριος.
 
Πηγή: orthodoxanswers.gr

Ποιά είναι τα γνωρίσματα του αυθεντικού χριστιανικού βιώματος και ποιά τα χαρακτηριστικά του νοθευμένου βιώματος;

Αφορμή θα πάρουμε από το τέλος του πρώτου κεφαλαίου του κατά Ιωάννην ευαγγελίου, από την περικοπή της κλήσεως των μαθητών. Αυτή η περικοπή έχει ένα ενδιαφέρον ιδιαίτερο. Και τούτο διότι αποτελεί μια εικόνα του πως καλεί ο Χριστός τον κάθε χριστιανό ξεχωριστά και τι τελικά μας προσφέρει η χάρις και η αγάπη του Θεού μέσα στην κιβωτό της σωτηρίας, την Εκκλησία.
 
Στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή παρουσιάζονται τρεις κλήσεις, τρία προσκλητήρια προς τρεις μαθητές. Το ένα είναι του αποστόλου Ανδρέου, το δεύτερο του Φιλίππου και το τρίτο του Ναθαναήλ.
 
Κατ’ αρχάς, και οι τρεις ανταποκρίνονται στην κλήση με μια έκρηξη πνευματικού ενθουσιασμού. Ο Ανδρέας αναφωνεί ότι «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν», ο Φίλιππος τρέχει στον Ναθαναήλ και του λέγει: «ον έγραφε Μωϋσής εν τω νόμω και οι προφήται ευρήκαμεν, Ιησούν», ο δε Ναθαναήλ απευθύνεται στον Κύριο και του λέγει: «συ ει ο Υιός του Θεού, συ εί ο Βασιλεύς του Ισραήλ».
 
Το πρώτο γνώρισμα του αυθεντικού βιώματος είναι η αίσθηση της εκ Θεού κλήσεως και η αυθόρμητη ανταπόκριση σ’ αυτήν, κάτι που εδράζεται στο άδολον της ψυχής. Ευθέως, αμέσως, χωρίς δεύτερο λόγο, χωρίς δισταγμό, χωρίς ορθολογιστικές σκέψεις, η ψυχή αναγνωρίζει το θεϊκό πρόσωπο και ανταποκρίνεται στην κλήση Του. Το είπε ο Κύριος· «ίδε αγαθός Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι»· δεν υπάρχει πονηρία, δεν υπάρχει μπέρδεμα, σύγχυση, πολυπλοκότητα, άλλα αυτό που κυριαρχεί στην καρδιά του Ναθαναήλ είναι η καθαρότητα και η απλοϊκότητα.
 
Η χριστιανική ζωή δεν είναι προσωπική ανακάλυψη η επιλογή, άλλα φιλότιμη ανταπόκριση σε θεϊκό κάλεσμα. Δεν είναι τρόπος ζωής άλλα κατάσταση χάριτος. Δεν φανερώνει έναν καλό άνθρωπο με ορθό κριτήριο και καλό χαρακτήρα, άλλα αποτελεί απόδειξη της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο και του θεϊκού προορισμού του τελευταίου.
 
Αυτές οι αυθόρμητες πνευματικές εκρήξεις, σύμφωνα με το υπόμνημα της εορτής του αποστόλου Ανδρέου, είναι αποτέλεσμα «ψυχής ωδωούσης» και «προσδοκώσης» «την παρουσίαν Εκείνου». Αυτό μας οδηγεί σε δύο επόμενα γνωρίσματα. Το ένα είναι ο έμπονος πόθος, η επιθυμία για τον Θεό, η αίσθηση της ανάγκης Του. Και το άλλο, η προσδοκία της ελεύσεως του Κυρίου και τής επισκέψεώς Του.
 
Αυτή η οδύνη της ψυχής και η εσωτερική λαχτάρα και αναμονή, η βαθιά ενδόμυχη προσδοκία, αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν «τρώσιν», φάγωμα της ψυχής, η διαρκής ετοιμότητα ότι έρχεται ο Κύριος να επισκεφθεί και τη δική μου ψυχή, να μπει και στη δική μου ζωή, έρχεται να αλλάξει, να μεταστρέψει, να μεταμορφώσει, να ανακαινίσει τα χαρακτηριστικά και του δικού μου βίου, και τα ιδιώματα και του δικού μου προσώπου, αυτές οι εμπειρίες αποτελούν απόδειξη αυθεντικού χριστιανικού βιώματος.
 
Δεν είναι η αλλαγή που προκαλεί το γνήσιο χριστιανικό βίωμα. Αυτή θα μπορούσε να γεννήσει και έπαρση και υπερηφάνεια. Αλλά είναι ο ενεργών την αλλαγή, Αυτός που αποτελεί την εγγύηση του βιώματος και την απόδειξη του παράλληλου μεγαλείου του, Αυτός που φανερώνεται μέσα από αυτήν.
 
Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι ο ενθουσιασμός των αποστόλων δεν ήταν μια απλή έκφραση χαράς και έκπληξης η αγνής διαθέσεως, αλλά είχε τα στοιχεία μιας μεγαλειώδους ομολογίας πίστεως, ομολογίας την οποία κρατάει η Εκκλησία ως θησαυρό στα χέρια Της. Τον ομολόγησαν από την αρχή ως Θεό· ως τον Μεσσία ο Ανδρέας, ως Αυτόν για τον όποιο έγραφαν ο Μωϋσής και οι προφήτες ο Φίλιππος, ως τον Υιό του Θεού του Ζώντος, ως τον Χριστό, ο Ναθαναήλ.
 
Και όχι μόνο αυτό. Έκαναν ακόμη ένα βήμα: κατέστησαν κοινωνούς της δικής τους πίστεως και τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους. Διέδωσαν αμέσως το μήνυμα, το κοινοποίησαν. Ο Ανδρέας «ήγαγε τον Σίμωνα προς τον Ιησούν», ο Φίλιππος απευθύνεται στον Ναθαναήλ: «έρχου και ίδε», έλα και συ να δεις, έλα και συ να γευθείς. Αυτό το στοιχείο της κοινωνίας του θησαυρού της αγάπης του Θεού, που ξεχειλίζει από μέσα μας και εκφράζεται ως η πιο λεπτή και η πιο ωραία εκδήλωση της δικής μας αγάπης προς τους συνανθρώπους και τους αδελφούς μας, αυτό αποτελεί ένα ακόμη γνώρισμα του αυθεντικού χριστιανικού βιώματος.
 
Θα κλείσουμε με ένα επιπλέον γνώρισμα· τη διάθεση του μαρτυρίου. Όλοι αυτοί οι απόστολοι μαρτύρησαν. Επισφράγισαν την κλήση τους με το μαρτύριο του αίματός τους. Είχαν τέτοια πηγαιότητα πού, ενώ ήταν πολύ εύκολη η αρχή -«ευθέως» δέχθηκαν το μήνυμα και την πρόσκληση του Κυρίου- ήταν εξίσου εύκολο και το τέλος – πρόθυμα έχυσαν το αίμα τους γι’ Αυτόν. Του έδωσαν τη ζωή τους και, όσο εύκολα Τον ακολούθησαν στην επίγεια πορεία Του, τόσο πρόθυμα Τον ακολουθούν αιωνίως ενωμένοι μαζί Του και στη Βασιλεία Του.
 
Η αυθεντικότητα του βιώματος δεν ταυτίζεται με πομπώδη έκφραση, πληθωρικό εντυπωσιασμό, αιφνιδιασμό και έκπληξη ή κοσμικό θαυμασμό. Το χριστιανικό βίωμα είναι μυστικό, είναι βαθύ και εσωτερικό. Το βίωμα της Χαναναίας, η οποία δέχθηκε ο Κύριος να τη συγκρίνει με τα σκυλάκια, του Ζακχαίου που ομολόγησε δημόσια τις αδικίες του, της αιμορροούσης που κρυφά απέσπασε δύναμη από τον Θεό, αποτελούν υποδείγματα αυθεντικότητας. Κανείς δεν πρόσεξε αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε οι μαθητές. Ο Κύριος όμως ακούει τις κραυγές της Χαναναίας, βλέπει και καλεί ο ίδιος τον Ζακχαίο, αισθάνεται το άγγιγμα της αιμορροούσης. Γι’ αυτό και ξεχώρισε τη Χαναναία παρακάμπτοντας τους αποστόλους, τον Ζακχαίο διακρίνοντας τον μέσα από το πλήθος, την αιμορροούσα αισθανόμενος την ιδιαιτερότητα του αγγίγματος της. Το αυθεντικό βίωμα πείθει και επιβάλλεται και στις δυσκολότερες και πιο αντίξοες συνθήκες. Επισύρει επάνω του το βλέμμα του Θεού, ξεχωρίζει τον άνθρωπο κι όταν αυτός σκεπάζεται από το πλήθος, την αδιαφορία του κόσμου, τη δική του ασημαντότητα.
 
Ο γνήσιος χριστιανός είναι ασφαλής, δεν φοβάται τίποτε, εμπιστεύεται εύκολα, συμπαθεί, κατανοεί, αναδίδει σιγουριά και αίσθηση καθαρότητος. (Σχόλιο Εγκολπίου: Ουδεμία σχέση με την πλειοψηφία των αυτοαποκαλουμένων Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών...)
 
Αντίθετα, το νοθευμένο βίωμα φτιάχνει χριστιανούς που αντί να σωζόμαστε μέσα στην Εκκλησία, αισθανόμαστε πως πρέπει εμείς να σώσουμε την αλήθεια. Αντί να διακρίνουμε στα πρόσωπα των αδελφών χριστιανών τους αδελφούς του Χριστού, εμείς αντικρίζουμε αντιπάλους που πρέπει να συντρίψουμε ή ημετέρους που πρέπει να υποστηρίξουν τις απόψεις μας. Αντί να εμπιστευθούμε την κατάσταση της ψυχής μας στη δύναμη της χάριτος του Θεού, εμείς την καταθέτουμε με ασυγχώρητη αφέλεια στο αμφίβολο νυστέρι των ψυχοθεραπευτικών μεθόδων ή των επιστημονικών εκτιμήσεων η των ορθολογιστικών προβλέψεων. Αντί να τρέφουμε την πίστη μας με την ταπείνωση της καρδιάς, εμείς την τροφοδοτούμε με τις απαντήσεις της γνώσης και του λογικού.
 
Αντί στις σύγχρονες βιοηθικές προκλήσεις, που ακουμπούν τη ζωή μας και παρεμβαίνουν στην καθημερινότητά μας, να διακρίνουμε μια αγάπη που ελευθερώνει η ένα ουσιαστικό φρόνημα που μεταφέρει σε σφαίρες άλλης λογικής, εμείς δουλικά επιμένουμε σε νομικές σχολαστικότητες που πνίγουν τη χάρη ή σε εκκοσμικευμένους συμβιβασμούς που εντελώς την απομακρύνουν. Αντί να λειτουργούμε ως αφανή κύτταρα του πνευματικού σώματος του Χριστού, εμείς βλέπουμε την Εκκλησία ως σωματείο με μέλη, καταστατικό, δικαιώματα και υποχρεώσεις, το οποίο έχει ανάγκη περισσότερο της δικής μας βοήθειας παρά των άλλων. (Σχόλιο Εγκολπίου: Πόσο μέσα πέφτει ο γράφων την μελέτη αυτή και πόσο θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν εμείς οι ''Γνήσιοι'', βγαίναμε από το σατανικό εγώ μας και ακούγαμε τα μισά από όσα μας λεγουν οι απ' έξω, οι κακοί, οι σχισματικοί, οι αιρετικοί, οι χλιαροί και σε ό, τι άλλο μας βολεύει να τους κατηγοριοποιούμε κάθε φορά ώστε να κρύψουμε την χριστιανική μας ανυπαρξία, με την βοήθεια του μύστακα και του μαντηλιού, που ούτε το τιμούν ούτε το βιώνουν το 98% εκείνων των αντρών που τον φέρουν, και των γυναικών που το φορούν...)
 
Γι’ αυτό και τελικά, αντί να ζούμε μέσα στην Εκκλησία σαν σε μόνιμο τάφο που κυοφορεί την ανάσταση μας, με βαθιά ταπείνωση, διάθεση θυσίας, υποχωρητικότητα, τιμή και αναγνώριση των άλλων, ανεκτικότητα, πίστη στη χάρη του Θεού και μόνο, συμπεριφερόμαστε ως προσωρινοί με επίγεια προοπτική, διεκδικήσεις και δικαιώματα, ανεξέλεγκτες ευαισθησίες, κρυπτοεγωισμούς, ψευτοϋποκρισίες και μικροϊδιοτέλειες, ανόητες συγκρίσεις και απερίσκεπτες συγκρούσεις, ανασφάλειες, υπεροχικά αισθήματα, ανερμήνευτους συμβιβασμούς, ψυχολογικές μιζέριες και αδικαιολόγητη εγκοσμιότητα.
 
Το ψέμα στον εαυτό μας, οι μη πειστικές δικαιολογίες, η δυσκολία να δεχθούμε κάποια κριτική και η παράλληλη προθυμία και ευκολία να κρίνουμε εντελώς επιπόλαια και συνήθως σκληρά και άκαρδα τους πάντες και τα πάντα, υποδηλώνουν μια ένοχη μυωπικότητα που πανηγυρικά πιστοποιεί την ανεπίτρεπτη ανελευθερία μας.
 
Μια τέτοια νοοτροπία μας κάνει να επινοούμε ένα Θεό που μόνος του αμφισβητείται· ένα Θεό που διαρκώς αυτοαναιρείται έναν Θεό που μοιάζει περισσότερο με ψυχολογικό επινόημα που χαρακτηρίζεται από νοσηρότητα και ανεπάρκεια, η ιδεολογικό καταφύγιο που το διακρίνει η προσωρινότητα και ο πνευματικός καιροσκοπισμός· έναν Θεό που δεν είναι πατέρας για να αγαπά, άλλα υπηρέτης για να λύνει τα ανόητα προβλήματά μας· έναν Θεό που δεν υπάρχει για να μας στηρίζει, άλλα τον επινοήσαμε για να τον υποστηρίζουμε· ένα Θεό που ούτε υπάρχει ούτε φυσικά και αξίζει κανείς να τον πιστεύει.
 
Μια τέτοια αντίληψη μας οδηγεί σε μια εκκλησία που είναι δικό μας δημιούργημα και όχι του Θεού. Έχει τα ελαττώματα του δωδεκαθέου και την αναξιοπιστία των κοινωνικών οργανώσεων η των διαλογιστικών δοξασιών. Αποτελεί μηχανισμό που βολεύει προσωρινά, εντάσσει σε μια κοινωνική ομάδα, κρύβει το μεγαλείο του ανθρώπου και πνίγει την προοπτική του καθ’ ομοίωσιν. Μια τέτοια εκκλησία ούτε αξίζει ούτε μπορεί να την εμπιστευθείς. Αρκείσαι μόνο μηχανικά να την ομολογείς.

Του Μητροπολίτου Λαυρεωτικής Νικολάου Χατζηνικολάου απόσπασμα από: Η δράσις μας, τ. 416-7 ΑΝΘΡΩΠΟΣ & ΜΕΘΟΡΙΟΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΠΛΩ. Ιούνιος 2005.
 
Πηγή: orthodoxanswers.gr
 
(Σχόλιο Εγκολπίου: Με την δημοσίευση αυτή πιστεύουμε πως ίσως ανοίξουν τα μάτια κάποιων που ως άλλοι τζιχαντιστές της ενορίας τους, ελέγχουν ποιός είναι αυτός που μπήκε, ποιός κοινώνησε, ποιά φορά παντελόνι, ποιός πήγε Αμερική και άρα πήρε διαβατήριο και σφραγίστηκε με το 666..., ποιός, τί πώς, πού κλπ... Πολλοί βέβαια εξ αυτών των δύστυχων ανθρώπων χάνουν την ευκαιρία να ανοίξουν τα μάτια τους διότι κατ' αυτούς, το διαδίκτυο είναι του σατανά και όποιος μπαίνει μέσα παίρνει το χάραγμα του θηρίου... )

Πρέπει νὰ ἐλέγχουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὅταν βλέπουμε κάποια σφάλματα; Ὑπάρχει διαφορά, ὅταν βρίζει κανεὶς ἢ ὅταν ἐλέγχει κάποιον;


Ἴσως μερικοὶ ἀπὸ σᾶς, ποὺ διαβάζουν τὴν Ἁγία Γραφή, προβληματίζονται, ὅταν βλέπουν πὼς ὁ Κύριος ἐνῶ μᾶς ἀπαγορεύει νὰ λέμε τὸν πλησίον μας “ἀνόητε” καὶ “ἠλίθιε”, καί αὐτὸς ποὺ τὸ κάνει, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο Του, εἶναι ἔνοχος τῆς φωτιᾶς τῆς κολάσεως.
 
Ἐνῶ λοιπὸν λέει αὐτά, ὁ Ἴδιος πολλὲς φορὲς χρησιμοποιεῖ σκληρὰ λόγια γιὰ κάποιους ἀνθρώπους, ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ ἀρχισυναγώγου, στὸν ὁποῖον εἶπε· “ὑποκριτά”.
 
Ἐπίσης πολλὲς φορὲς ἔλεγε ὑποκριτὲς τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς φαρισαίους.
 
Αὐτοὺς ἔλεγε ἀκόμα· “ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν” (Μτθ. κγ´, 33).
 
Μιὰ φορά, ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν στὴν Ἰουδαία, Τὸν προειδοποίησαν ὅτι ὁ Ἡρώδης θέλει τὸ θάνατό του καὶ Τὸν συμβούλεψαν ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα νὰ φύγει ἀπὸ τὴν Ἰουδαία. Καὶ τί ἀπάντησε τότε ὁ Χριστός; Πολὺ ἤρεμα εἶπε τὸ ἑξῆς· “Πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ· ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ἰάσεις ἐπιτελῶ σήμερον καὶ αὔριον, καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι” (Λκ, 13, 32). Ἀλεποὺ εἶπε τὸν Ἡρώδη.
 
Μιὰ φορὰ ὀνόμασε “Σατανᾶ” τὸν μεγαλύτερο ἀπόστολο καὶ τὸν πιὸ ἀγαπητὸ φίλο του, τὸν Πέτρο· “ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων” (Μτ. 16, 23).
 
Γνωρίζετε ὅτι μερικὲς φορὲς ὁ Κύριος ὀργιζόταν, δύο φορὲς ἔδιωξε ἐμπόρους ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ ἀναποδογύρισε τὰ τραπέζια τῶν ἀργυραμοιβῶν. Ἐπίσης γνωρίζετε πὼς μιὰ φορὰ ἔφτιαξε μαστίγιο ἀπὸ σκοινιὰ καὶ ἔδιωξε ἀπὸ τὸ ναὸ αὐτοὺς ποὺ πουλοῦσαν ἐκεῖ ζῶα. Φοβερὴ ἦταν μερικὲς φορὲς ἡ ὀργὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
 
Τί λοιπὸν μποροῦμε νὰ ποῦμε ἐμεῖς; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει ἀκόμα καὶ ἴχνος ἀντίφασης σ’ αὐτὰ ποὺ ἔκανε καὶ ποὺ δίδασκε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός; Εἶναι δυνατὸν νὰ παρέβαινε ὁ ἴδιος τὴν ἐντολὴ ποὺ μᾶς εἶχε δώσει καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία εἶναι ἁμαρτία νὰ λέμε ἀνόητο τὸν πλησίον μας;
 
Ἀσφαλῶς ὄχι. Στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τὸ “ναὶ” εἶναι “ναὶ” καὶ τὸ “ὄχι” – “ὄχι” καὶ δὲν ὑπάρχει καμία ἀντίφαση. Καὶ οὔτε μπορεῖ νὰ ὑπάρχει στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Τότε πῶς μποροῦν νὰ ἐξηγηθοῦν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις τοῦ Χριστοῦ ποὺ σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως;
 
Ἡ ἐξήγηση εἶναι πολὺ ἁπλή· πρέπει νὰ ξεχωρίζουμε τὴ λογικὴ μὲ τὴν ὁποία τὸ ἔλεγε ἢ τὸ ἔκανε ὁ Κύριος ἀπὸ τὴ λογικὴ μὲ τὴν ὁποία τὸ κάνουμε ἐμεῖς. Ὑπάρχει διαφορά, ὅταν βρίζεις κάποιον ἢ ὅταν τὸν ἐλέγχεις. Ἐμεῖς ὅταν λέμε στὸν πλησίον μας “ἀνόητε” ἢ “ἠλίθιε”, τί ἐκφράζουμε μ’ αὐτὲς τὶς λέξεις; Τὴν περιφρόνησή μας. Τὸν προσβάλλουμε μ’αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ τὸν βρίζουμε. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἀπαγορεύει ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν ἐντολή του.
 
Καὶ ποιά σημασία ἔχουν τέτοια σκληρὰ λόγια στὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ; Γιατί ἔλεγε σὲ μερικοὺς ἀνθρώπους “ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν» ἢ «πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ”; Τὸ ἔλεγε γιὰ νὰ τοὺς ἐλέγξει. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορά, ὅταν βρίζει κανεὶς ἢ ὅταν ἐλέγχει κάποιον. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ προσβάλλουμε τὸν πλησίον μας, ἐνῶ τὸ νὰ ἐλέγχουμε κάτι ποὺ δὲν εἶναι σωστὸ μᾶς τὸ παραγγέλλει ἡ ἴδια ἡ Ἁγία Γραφή· “μὴ συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον· δὲ καὶ ἐλέγχετε” (Ἐφ. ε´ 11).
 
Στὶς ἐπιστολές του πρὸς Τιμόθεον ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δίνει τὴν ἑξῆς ἐντολή· “Τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐνώπιον πάντων ἔλεγχε, ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι» (Α´ Τιμ. ε´ 20). “Κήρυξον τὸν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον, ἐν πάσῃ μακροθυμίᾳ καὶ διδαχῇ” (Β´ Τιμ. δ´ 2).
 
Βλέπετε, τὸ νὰ ἐλέγχουμε κάτι ποὺ δὲν εἶναι σωστὸ, εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ὄχι μόνο δὲν πρέπει νὰ ἔχουμε καμία συμμετοχὴ στὰ ἔργα τοῦ σκότους, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐλέγχουμε. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ προσπερνᾶμε μὲ ἀδιαφορία καὶ σιωπὴ τὴν κακία καὶ τὴν ἀσέβεια, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰ ἐλέγχουμε. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγε κάποιο λόγο σκληρό, τὸν ἔλεγε, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἐλέγξει τὴν κακία. Δὲν προσέβαλλε τὴν ἀξιοπρέπεια ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ὀνόμαζε ἀλεποῦδες ἢ ἀκόμα καὶ γεννήματα ἐχιδνῶν. Ἤθελε μόνο νὰ ἐλέγξει τὸ ψέμα ποὺ εἶχαν μέσα τους, διότι ἡ ὑποκρισία εἶναι ἕνα εἶδος ψέματος καὶ ὁ πατέρας τοῦ ψεύδους εἶναι ὁ διάβολος.
 
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν μποροῦσε νὰ μὴ ἐλέγχει τὸ ψέμα καὶ τὴν ὑποκρισία. Πάντα τὰ ἔλεγχε καὶ πολὺ ἔντονα. Διότι ὑπάρχει ὀργὴ ποὺ εἶναι θεία καὶ μία τέτοια ὀργὴ εἶναι ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ὀργὴ πρέπει νὰ ἀνάβει μέσα μας κάθε φορά, ὅταν βλέπουμε πὼς προσβάλλουν ἱερὸ καὶ ὅσιο. Τέτοια ὀργὴ ἀνάγκασε τὸν μεγάλο ἱεράρχη καὶ θαυματουργό, τὸν ἅγιο Νικόλαο στὴν Α´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο νὰ χαστουκίσει τὸν Ἄρειο.
 
Ἀπὸ τὴν ἴδια θεία ὀργὴ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔφτιαξε μαστίγιο ἀπὸ σκοινιὰ καὶ ἔδιωξε τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ τὸ ναό. Ἡ φλογερή του ὀργὴ ἔκαιγε τοὺς ἀσεβεῖς. Ὑποκριτὲς ἔλεγε ἐκείνους ποὺ ἦταν τέτοιοι στὴν πραγματικότητα. Ἦταν ἀνάγκη νὰ τοὺς ἐλέγχει μπροστὰ στὸν λαό, νὰ τοὺς βγάλει τὸ προσωπεῖο τῆς εὐλαβείας, νὰ δείξει τὸ πραγματικό τους πρόσωπο, γιὰ νὰ καταλάβουν οἱ ἄλλοι πὼς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ψεῦτες. Πολὺ σωστὴ καὶ δικαιολογημένη ἦταν στὸ στόμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ λέξη “ὑποκριτά”, ποὺ Αὐτὸς εἶπε γιὰ τὸν ἀρχισυνάγωγο. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ὀνομασία ποὺ ἔδωσε στοὺς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους λέγοντάς τους ὄχι μόνο ὑποκριτὲς ἀλλὰ καὶ “ὄφεις” καὶ “γεννήματα ἐχιδνῶν”.
 
Διαβᾶστε τὸ 23ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου καὶ θὰ δεῖτε πόση ἀλήθεια ὑπάρχει στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ γιὰ τοὺς Φαρισαίους, ὅτι πολὺ δικαιολογημένα τοὺς ἔδωσε αὐτὲς τὶς προσωνυμίες.
 
Δικαιολογημένα δὲν ὀνομάστηκε ὁ Ἡρώδης ἀλεπού; Γιατί τὸν εἶπε ἀλεπού ὁ Κύριος; Τί διακρίνει τὴν ἀλεπού μεταξὺ τῶν ἄλλων ζώων; Εἶναι γνωστὴ ἡ πονηριά της, πῶς ξεγελάει καὶ τὸν κυνηγὸ καὶ τὸ θῦμα της. Ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγε τὸν Ἡρώδη ἀλεπού, τὸ ἔκανε γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν πονηριά του, τὴν τάση του γιὰ προδοσία. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τὸν Ἡρώδη δὲν ἦταν προσβολὴ ἀλλὰ δικαιολογημένος καὶ σωστὸς ἔλεγχος.
 
Γιατί γιὰ τὸν ἀπόστολο Πέτρο ὁ Χριστὸς χρησιμοποίησε τὴν τρομερὴ αὐτὴ λέξη “Σατανᾶ”; Γιατὶ ὅταν ἄκουσε ὁ ἀπόστολος πὼς ὁ Κύριος πρέπει νὰ προδοθεῖ, νὰ σταυρωθεῖ καὶ νὰ πεθάνει φοβερὸ θάνατο γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἄρχισε νὰ ἀντιλέγει προσπαθώντας νὰ Τὸν πείσει νὰ λυπηθεῖ τὸν ἑαυτό του.
 
Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Σατανᾶ; Ὁ Σατανᾶς δὲν προσπαθοῦσε νὰ ἀποτρέψει τὴν θυσία ποὺ ἤθελε νὰ προσφέρει ὁ Χριστὸς στὸν Γολγοθᾶ; Μὲ τὸ στόμα τοῦ ἀποστόλου μιλοῦσε τότε ὁ ἴδιος ὁ Σατανᾶς γι’αὐτὸ καὶ εἶπε ὁ Κύριος τὸν σκληρὸ αὐτὸ λόγο· “ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων” ( Μτθ. ιϛ´ 23).
 
Βλέπετε ποιά εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ ὕβρεως καὶ ἐλέγχου; Πρέπει νὰ ἐλέγχουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὅταν βλέπουμε κάποια σφάλματα. Καὶ οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ ἐλέγχουν δημοσίως τοὺς ἁμαρτωλούς, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Καὶ μᾶλλον εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ κάνουν.
 
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας: «ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ», τ. Γ´, σελ. 267-282, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2003.
 
Πηγή: orthodoxanswers.gr
 
(Σχόλιο Εγκολπίου: Μακάρι να μπορούσαν να διακρίνουν στη σημερινή διαλογική βαρβαρότητα οι Χριστιανοί τις σημαντικές αυτές διαφορές, ώστε να ωφελούν τον συνομιλητή τους, αντί να γίνονται οι ίδιοι, ως αυτόκλητοι ιεραπόστολοι, περίγελος στα μάτια των άλλων και να βλασφημείται και το όνομα Του Θεού εξαιτίας της επιθετικής και υβριστικής συμπεριφοράς τους. Δυστυχώς όμως σχεδόν όλοι μας, και ιδιαίτερα οι Νεοέλληνες είμαστε αυτό που λένε στην απλουστευμένη δημοτική, ''ξερόλες'', και μάλιστα υπέρ άγαν...)

Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δέκα ερωτήσεις και απαντήσεις.

1. Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;

Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του, συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα ημέρες και επιβεβαίωσε σ’ αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις. Δεν ανέβηκε στους ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές του, και τους έδειξε τις ουλές από τα πληγές του, τους μίλησε για τις προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.

2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;

Στο σημερινό Ευαγγέλιον της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η λεπτομέρεια αυτή; Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό, αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην ''αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας'' του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμιά αμαρτία, ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς. Όσον αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το κερί φωτιστικό, γι’ αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την Ανάστασή του. Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την θεραπεία της μεγάλης πίκρας της αμαρτίας την οποίαν συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.

3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;

Αφού λοιπόν επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ην ημέρα από την Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, που βρίσκεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σ’ αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σ’ αυτό, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί. Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία που ρητά δήλωσε «Ιδού ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).

4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;

Σ’ αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ’ εκείνη την μεγάλη δόξα του Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι θείοι Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους που ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.

5. Πως έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;

Είχαν ήδη φτάσει στη μεσαία κορυφή του Όρους. Μπροστά τους απλωνόταν η πόλη των Ιεροσολύμων. Ήταν ακόμα ανοιχτή στο χώμα η οπή στην οποία στήθηκε ο Σταυρός. Ανοιχτή ήταν επίσης και η είσοδος στον Τάφο του Σωτήρα, αφού ήταν ακόμα πεσμένος στο χώμα ο μέγας λίθος με τον οποίον είχε σφραγισθεί. Τότε στρέφει ο Σωτήρας τα νώτα του προς την αχάριστη πόλη των Ιεροσολύμων και το βλέμμα του ατενίζει προς ανατολάς, όπως αναφέρει ο Δαυίδ με χαρά σε κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς» (Ψαλμ. 67:34). Και ενώ αποχαιρετάει τους μαθητές του, υψώνει τα άχραντα χέρια του και ευλογεί για τελευταία φορά –τα χέρια εκείνα με τα οποία ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει στην αρχή, και τα οποία άπλωσε από φιλανθρωπία επάνω στον Σταυρό και συνένωσε «τα διεστώτα», δηλ. αυτά που βρίσκονταν σε διάσταση. Ενώ δεν χόρταιναν τα μάτια των μαθητών να βλέπουν το θεοειδές και γλυκύτατο εκείνο πρόσωπο του Κυρίου τους, ξαφνικά άρχισε Εκείνος να ανέρχεται στον ουρανό. Το βλέμμα τους έμεινε καρφωμένο στο παράδοξο και ακατανόητο εκείνο θέαμα της σωματικής Ανάληψης του Κυρίου, μέχρις ότου τον έκρυψε η φωτεινή νεφέλη.

Τι πρωτόγνωρη και μοναδική που ήταν η μεγαλοπρέπεια αυτής της Ανάληψης! Και ο Ηλίας είχε αναληφθεί στους ουρανούς, όπως αναφέρει η Γραφή, όμως η ανάληψή του έγινε με πύρινο άρμα και πύρινους ίππους, γιατί ήταν απλός άνθρωπος και χρειαζόταν βοήθεια για να αναληφθεί πάνω από την γη. Ο Χριστός όμως ήταν Θεάνθρωπος που αναλήφθηκε από μόνος του, με μόνη την παντοδυναμία του. Όσον αφορά στην νεφέλη εκείνη, επρόκειτο για το Άγιο Πνεύμα, όπως ακριβώς συνέβη και στην Μεταμόρφωση του Χριστού. Όπως η κάθοδός του και η Ενσάρκωσή του έγιναν «εκ Πνεύματος Αγίου», σύμφωνα με το μήνυμα του Γαβριήλ προς την Παρθένο («Πνεύμα Κυρίου επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σε» Λουκ. 1:35), έτσι και τώρα «συνανέρχεται» (ανεβαίνει μαζί με το Άγιο Πνεύμα) γιατί Εκείνο τον παρακολουθεί και συνυπάρχει μαζί του ως ομοούσιό του, συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο.

6. Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι και λευκοφόροι Άγγελοι;

Ενώ ατένιζαν έκθαμβοι στον ουρανό οι άγιοι Απόστολοι, δύο άνδρες παρουσιάστηκαν σ’ αυτούς ντυμένοι με λευκή στολή. Ήταν άγγελοι οι δύο αυτοί άνδρες που είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή για να μη φοβίσουν τους μαθητές. Και ήταν λευκοφόροι για να φανερωθεί η αγνότητά τους και το διαφωτιστικό και χαρμόσυνο μήνυμα τους το οποίο είχαν αποσταλεί να παραδώσουν. Τους απόστειλε ο Χριστός που αναλήφθηκε, για να τους παρηγορήσει την στιγμή της λύπης τους για τον αποχωρισμό του, αλλά και να τους διαφωτίσει ότι ο αόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στα δεξιά του Θεού Πατρός και ότι θα κατεβεί και πάλι στη γη για να κρίνει όλους τους ανθρώπους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

7. Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων Αγγέλων;

«Άνδρες Γαλιλαίοι», τους είπαν, «γιατί στέκεστε με το βλέμμα σας προσηλωμένο στους ουρανούς; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίον σήμερα βλέπετε να αναλαμβάνεται, θα επανέλθει για να κρίνει τον κόσμο, και η επάνοδός του θα είναι ίδια με την ανάληψή του». Δηλαδή, θα έλθει από τον ουρανό φορώντας το ίδιο άχραντο Σώμα, το οποίο παρέλαβε από τα αίματα της αγνής Παρθένου, και το οποίο θα έχει επάνω του χαραγμένες τις πληγές που έλαβε στο πάθος του. Τώρα μόνο εσείς οι λίγοι τον βλέπετε να ανέρχεται στον ουρανό, όταν όμως επανέλθει, όλες οι φυλές της γης θα τον δουν να κατεβαίνει από εκεί με δόξα επάνω σε νεφέλες. Η ένδοξη αυτή κατάβασή του θα αποβεί πρόξενος μακαριότητας και χαράς για όσους έζησαν δίκαια. Για τους αμαρτωλούς όμως θα είναι αιτία θλίψεως και συμφοράς.»

8. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στους Αποστόλους και στο μικρό ποίμνιο της πρώτης Εκκλησίας;

Αυτά άκουσαν οι Απόστολοι και προσκύνησαν τον Σωτήρα στην Ανάληψή του και ύστερα επέστρεψαν με χαρά στα Ιεροσόλυμα. Η χαρά τους ήταν πολύ μεγάλη, γιατί έμαθαν οριστικά, ότι ο θείος Διδάσκαλός τους είναι Θεός αληθινός, που αναλήφθηκε στους ουρανούς, όχι για να εγκαταλείψει τη γη, αλλά για να την ενώσει με τον ουρανό. Η χαρά τους ήταν επίσης πολύ μεγάλη γιατί πήραν την ευλογία του Σωτήρα τους στην Ανάληψή του. Με αυτήν την ευλογία η ολιγάριθμη Εκκλησία των μαθητών, το μικρό εκείνο ποίμνιο, αυξήθηκε μέσα σε ένα μικρό διάστημα και έγινε πολύ μεγάλη, και παίρνοντας την χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχτηκε στην Εκκλησία εκείνη που εγκαθιδρύθηκε σε όλα τα μέρη της γης.

9. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους ουρανούς;

Ενώ αυτά συνέβαιναν στη γη εξ αιτίας της Ανάληψης, στους ουρανούς οι Άγγελοι έστηναν μεγαλειώδες πανηγύρι. Οι τάξεις των Αγγέλων που υπηρέτησαν τον Σωτήρα επάνω στη γη και τον συνόδευαν τώρα στην θεία του Ανάληψη καλούσαν τις άνω ταξιαρχίες να ανοίξουν τις ουράνιες πύλες για να εισέλθει ο Βασιλεύς της Δόξης. «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών,» ψάλλει ο προφητάναξ Δαυίδ, «και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης» (Ψαλμ. 23:7). Επειδή με το σωτήριο πάθος του έγινε ο Σωτήρας Χριστός ενδοξότερος και υψηλότερος –όπως το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος: «Εταπείνωσε το εαυτόν του και έγινε υπήκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου Σταυρικού, γι’ αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε το υπέρ παν όνομα» (Φιλιππ. 2:9), γι’ αυτό απαιτούν και οι πύλες του ουρανού να γίνουν υψηλότερες για να τον υποδεχτούν επάξια. Επίσης, επειδή η δόξα του νικητή του Άδη και του θανάτου, που δεν χώρεσε στην μικρή γη, πλήρωσε τους ουρανούς, απαιτούν να υψωθούν και εκείνοι (οι Άγγελοι) στην εμφάνισή του.

Ωστόσο, οι ανώτερες ταξιαρχίες των Αγγέλων, βλέποντας ανθρώπινο σώμα να μεταφέρεται πάνω από αυτούς, καταλαμβάνονταν από θάμβος και έκπληξη. Γιατί, όπως ένας άνθρωπος που βλέπει Άγγελο στη γη καταλαμβάνεται από έκπληξη φόβου, έτσι και οι ασώματοι Άγγελοι, βλέποντας τότε ένα σώμα να υψώνεται μέσα σε νεφέλη, ζητούσαν έκθαμβοι να μάθουν γι’ αυτό το παράδοξο θέαμα, ζητώντας δυο φορές να βεβαιωθούν, Ποιος είναι αυτός ο Βασιλεύς της Δόξης; Μαθαίνοντας, όμως, ότι είναι ο ισχυρός στους πολέμους Κύριος, που πάλεψε με τον διάβολο και τον κατέβαλε, που τώρα ανέρχεται στους ουρανούς, απορούν, πως το υπέρλαμπρο εκείνο σώμα είναι ερυθρό, και ρωτούν, «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ; ;» όπως ψάλλει ο πρώτος των προφητών, «ερύθημα ιματίων αυτού εκ Βοσόρ; Ούτος ωραίος εν στολή αυτού» (Ησαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιος είναι αυτός ο γήινος που έρχεται φορώντας σάρκα σαν υπέρλαμπρο και ερυθρό ιμάτιο; Γιατί γήινος είναι η ερμηνεία του Εδώμ και σάρξ είναι το Βοσόρ, και το σημείο αναφοράς εδώ είναι το δοξασμένο εκείνο Σώμα του Δεσπότη Χριστού που φαινόταν κατά την άνοδό του στους ουρανούς σαν ερυθρό γιατί έφερε επάνω του τον τύπο των πληγών της άχραντης πλευράς, των χειρών και των ποδών.

10. Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού;

Πως όμως φαίνονταν οι πληγές σ’ εκείνο το άφθαρτο σώμα; Ήταν θέμα οικονομίας αυτό που φαινόταν, και είχε σαν σκοπό να φανερώσει την άρρητη (ανέκφραστη) και υπερβολική αγάπη του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο. Δηλαδή το ότι καταδέχτηκε όχι μόνο να δεχθεί πληγές, αλλά και μετά την Ανάστασή του να τις διατηρήσει με παράδοξο τρόπο επάνω σ’ εκείνο το αφθαρτοποιημένο σώμα, και να τις δείξει στην Ανάληψή του και στον κόσμο των Αγγέλων σαν τα σύμβολα του πάθους του και σαν τα ανεξίτηλα τεκμήρια της αγάπης του προς εμάς τους ανθρώπους. Επίσης, διατήρησε τις πληγές του άχραντου σώματός του για να μας πείσει να μην λησμονούμε ποτέ τα πάθη του, διότι όταν τα έχουμε ενώπιόν μας, η καρδιά μας θα πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη προς αυτόν και από ιερά συναισθήματα. Τίποτε άλλο, λέει ο ιερός Χρυσόστομος δεν είναι ικανό να γεννήσει μέσα μας τα σωτήρια αυτά αποτελέσματα όσο το να βλέπουμε τον Θεό να μεταφέρει τα ίχνη του Σταυρού μέχρι το θρόνο της μεγαλοσύνης του. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Θεάνθρωπος διατήρησε τις πληγές του στους ουρανούς, για να μας δείξει, ότι και στην κατάσταση της δόξης του δεν θα μας λησμονήσει, όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει γι’ αυτό και ο κορυφαίος από τους προφήτες: «Ιδού επί των χειρών μου εζωγράφησά σου τα τείχη, και ενώπιόν μου ει δια παντός» (Ησ. 49:16), δηλαδή, ουδέποτε θα μας ξεχάσει, διότι θα μας έχει γραμμένους με ανεξίτηλα γράμματα επάνω στα χέρια του και θα μεσιτεύει για μας ενώπιον του Θεού Πατρός. Ίσως ακόμη και να διατήρησε τις πληγές για να μας διδάξει ότι μόνο με παθήματα και θλίψεις θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην βασιλεία των ουρανών. Αν ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ανυψώθηκε με σταυρικό πάθος, και αν δοξάστηκε με επονείδιστο θάνατο, τότε πως εμείς θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην δόξα εκείνη χωρίς να βαδίσουμε στην στενή οδό της αρετής, και χωρίς να υπομείνουμε θλίψεις και πειρασμούς αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα; Αυτό είναι τελείως αδύνατο. 
 
Πηγή: alopsis.gr

Λόγος εις την Πεντηκοστήν.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEioHihIjDE_YmeGgT2h_7B6EpYyxxRIbo9dc-0QtNFcAhFTUncAkT-bhA4rca3FZ37KKah65s5pjKEG9S7_IjObg_Wr0Hf05F90Kiwu9cllVWC4a6woCDmAXBGA9YXB_b2d25QMmPRoLLTk/s400/imagesCAMEXI0C.jpg

Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, του Παλαμά.

Όταν συμπληρωνόταν η πεντηκοστή ημέρα μετά την Ανάσταση, της οποίας έφθασε τώρα η μνήμη, ενώ όλοι οι μαθητές ήσαν συγκεντρωμένοι μαζί και ευρίσκονταν ομόψυχοι στο υπερώο (οίκος) εκείνου του ιερού, αλλά και στο προσωπικό του υπερώο, στο νου του, συναγμένος ο καθένας τους (διότι ήσαν σε ησυχία και αφιερωμένοι στη δέηση και στους ύμνους προς το Θεό), ξαφνικά, λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «ακούσθηκε ήχος από τον ουρανό, σαν από ορμή βιαίου ανέμου και εγέμισε τον οίκο όπου κάθονταν».(Πραξ.2, 1-11). Είναι βίαιος γιατί νικά τα πάντα και ξεπερνά τα τείχη του πονηρού, γκρεμίζει κάθε οχύρωμα του εχθρού, ταπεινώνει τους υπερήφανους, ανυψώνει τους ταπεινούς στη καρδιά και διασπά τους συνδέσμους των αμαρτημάτων. Γέμισε δε ο οίκος εκείνος στον οποίο κάθονταν, καθιστώντας τον, κολυμβήθρα πνευματική και εκπληρώνοντας την επαγγελία του Σωτήρα, που τους έλεγε, πριν αναληφθεί: «Ο μεν Ιωάννης βάπτισε με νερό, εσείς δε θα βαπτισθήτε με άγιο Πνεύμα, όχι έπειτα από πολλές μέρες».

Αλλά και το όνομα που έδωσε σ' αυτούς το έδειξε να αληθεύει. Διότι δια του ήχου αυτού από τους ουρανούς οι Απόστολοι έγιναν πραγματικά υιοί βροντής. «Και φάνηκαν σ' αυτούς γλώσσες διαμεριζόμενες ωσάν πυρός και στον καθένα τους κάθισε από μια κι' εγέμισαν όλοι άγιο Πνεύμα και μιλούσαν άλλες γλώσσες, όπως τους έδιδε το Πνεύμα να μιλούν».
 
Αλλά για ποιό λόγο φάνηκε το Πνεύμα σε σχήμα γλωσσών;

Αφ' ενός για να επιδείξει τη συμφυϊα του, τη σχέση του με το Λόγο του Θεού, γιατί τίποτε δεν είναι συγγενέστερο από τη γλώσσα προς το λόγο. Συγχρόνως δε και για τη χάρη της διδασκαλίας, γιατί ο κατά Χριστό διδάσκαλος χρειάζεται χαριτωμένη γλώσσα.

Γιατί δε φανερώθηκε το άγιο Πνεύμα με πύρινες γλώσσες;

Όχι μόνο για το ομοούσιο του Πνεύματος προς το Πατέρα και τον Υιό (γιατί πυρ είναι ο Θεός μας), αλλά και για τη διπλή ενέργεια του κηρύγματος των Αποστόλων. Γιατί μπορεί συγχρόνως να ευεργετεί και να τιμωρεί. Όπως το πυρ έχει διπλή ιδιότητα και να φωτίζει και να φλογίζει, έτσι και ο λόγος της διδασκαλίας, αυτούς που υπακούουν φωτίζει και αυτούς που απειθούν παραδίδει τελικά σε πυρ και κόλαση. Είπε δε γλώσσες, όχι πυρός, αλλά σαν πυρός, για να μη νομίσει κανείς ότι το πυρ εκείνο είναι αισθητό και υλικό, αλλά να αντιληφθούμε την επιφάνεια του Πνεύματος σαν με παράδειγμα.
 
Για ποιό λόγο δε οι γλώσσες φάνηκαν να διαμερίζονται σ' αυτούς;

Γιατί μόνο στο Χριστό που ήλθε και αυτός από πάνω δεν δίδεται με μέτρο το Πνεύμα από το Πατέρα. Εκείνος και κατά σάρκα ακόμη είχε ολόκληρη τη θεία δύναμη και την ενέργεια, ενώ σε κανέναν άλλο δεν έγινε χωρητή όλη η χάρη του Πνεύματος, αλλά ατομικά ο καθένας αποκτά άλλος το ένα και άλλος το άλλο από τα χαρίσματα, για να μη νομίσει κανείς ότι η από το Πνεύμα διδόμενη στους αγίους χάρη είναι φύση.

Το δε εκάθισε δεν υποδηλώνει μόνο το δεσποτικό αξίωμα, αλλά και το ενιαίο του θείου Πνεύματος. Κάθισε πάνω στό καθένα τους και πληρώθηκαν όλοι άγιο Πνεύμα, γιατί και όταν μερίζεται κατά τις διάφορες δυνάμεις και ενέργειές του, δια της καθεμιάς ενέργειας παρευρίσκεται και ενεργεί ολόκληρο το άγιο Πνεύμα, αμερίστως μεριζόμενο και ολοκληρωτικά μετεχόμενο, κατά την εικόνα της ηλιακής ακτίνας. Λαλούσαν δε άλλες γλώσσες, δηλαδή διαλέκτους, διότι έγιναν όργανα του θείου Πνεύματος, ενεργούντα και κινούμενα κατά τη θέληση και δύναμη εκείνου.

Αυτά προαναγγέλθηκαν και μέσω των προφητών του, όπως δια του Ιεζεκιήλ: «θα σας δώσω καρδιά νέα και Πνεύμα νέο θα βάλω μέσα σας, το Πνεύμα μου». (Ιεζ. 36,26). Δια του Ιωήλ: «και κατά τις έσχατες μέρες θα εκχύσω από το Πνεύμα μου επάνω σε κάθε σάρκα». (Ιωήλ 2,28). Δια του Μωυσή: «ποιός θα καταστήσει προφήτες όλο το λαό του Κυρίου, όταν δώσει ο Κύριος σ' αυτούς το Πνεύμα του;».

Ο ίδιος δε ο Κύριος έλεγε: «όποιος πιστεύει σε μένα, θα ρεύσουν ποτάμια ζωντανού ύδατος από την κοιλιά του» το οποίο ερμηνεύοντας ο ευαγγελιστής: «τούτο το έλεγε περί του Πνεύματος που επρόκειτο να λαμβάνουν οι πιστεύοντες σ' αυτόν». (Ιω. 17,39). Έλεγε επίσης στους μαθητές του: «εάν με αγαπάτε, θα τηρήσετε τις εντολές μου, κι' εγώ θα ζητήσω από τον Πατέρα να σας στείλει άλλο Παράκλητο, για να μείνει μαζί σας αιωνίως, το Πνεύμα της αληθείας» και «ο δε Παράκλητος, το άγιο Πνεύμα, που θα στείλει ο Πατέρας στο όνομά μου, εκείνος θα σας διδάξει τα πάντα» και «θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια». (Ιω.14,15 - 14,26 - 15,26 - 17,39).

Τώρα λοιπόν εκπληρώθηκε η επαγγελία και κατήλθε το άγιο Πνεύμα, σταλμένο και δοσμένο από το Πατέρα και τον Υιό και αφού περιέλαμψε τους αγίους μαθητές και τους άναψε θείως ως πραγματικές λαμπάδες και τους ανέδειξε σε φωστήρες υπερκοσμίους και παγκοσμίους. Όπως δε, αν κανείς ανάψει από τη φωσφόρο λαμπάδα άλλη και από 'κείνη άλλη και ούτω καθεξής, κρατώντας το με τη διαδοχή, έχει πάντοτε το φως μόνιμα, έτσι δια της χειροτονίας των Αποστόλων επί τους διαδόχους των διαδίδεται η χάρη του θείου Πνεύματος δι' όλων των γενεών και φωτίζει όλους τους υπακούοντας στους ποιμένες και διδασκάλους.

Το άγιο Πνεύμα που δεν αποστέλλεται μόνο, αλλά και αποστέλλει τον από τον Πατέρα Υιό πάνω στη γη και μας δίδαξε τα θαυμαστά και μεγάλα. Διότι το άγιο Πνεύμα ήταν πάντοτε και συνυπήρχε με τον Υιό στον Πατέρα, συνδημιουργώντας στο καιρό τους τα δημιουργηθέντα και συνανακαινίζοντας τα φθαρέντα και συγκρατώντας τα διαμένοντα, πανταχού παρόν και τα πάντα πληρούν και διέπον και εφορών. Όχι μόνο παντού, αλλά και πάνω από το παν, ούτε σε όλο τον αιώνα και το χρόνο μόνο, αλλά και πριν από κάθε αιώνα και χρόνο».

(Απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμος 10ος)

Πηγή: alopsis.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες