Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Αγία Νεομάρτυς Βασιλική της Λευκάδος. (+ 1950)

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου.
 
Ἡ τοπική προφορική παράδοσις τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ χωριοῦ Λαζαράτα τῆς Λευκάδος, διασώζει ἕνα «ἐν πολλοῖς» ἄγνωστο περιστατικό τοῦ διωγμοῦ τοῦ 1950. Τόν διωγμό αὐτό διεξήγαγε ὁ καινοτόμος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Σπυρίδων Βλάχος, συνεπικουρούμενος ἀπό τούς κατά τόπους νεοημ. Μητροπολίτες, ὄχι ἁπλᾶ μέ τήν ἀνοχή τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἀλλά μέ τήν ἐνεργό συμμετοχή της, ἀφοῦ εἶχε θέσει στή διάθεση τόσο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, ὅσο καί τῶν Μητροπολιτῶν, τήν Χωροφυλακή! Κατά τόν διωγμό αὐτό σέ κάποιες περιοχές συνέβησαν πολύ σοβαρά γεγονότα, ὅπως στή Φθιώτιδα (μέ διώκτη τόν Μητροπ. Ἀμβρόσιο καί θύματα μεταξύ ἄλλων τούς πατέρες τῆς Ἱ. Μ. ἁγ. Ἄννης Λυγαριᾶς Λαμίας, τῶν ὁποίων ὁ Γέροντας ἀρχιμ. Μηνᾶς Βρεττός δικάστηκε 33 φορές «ἐπί ἀντιποιήσῃ ἀρχῆς» καί καταδικάστηκε τίς 29 !), στή Μεσσηνία (μέ διώκτη τόν Μητροπ. Χρυσόστομο Δασκαλάκη καί θύματα κυρίως τούς πατέρες τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας – Σκήτης Παναγουλάκη) καί στήν Χίο (μέ διώκτη τόν Μητροπ. Παντελεήμονα Φωστίνη).
 
Κατά τό περιστατικό αὐτό τραυματίσθηκε σοβαρά μία πιστή, ἡ ὁποία καί ἀπεβίωσε λίγο ἀργότερα, συνεπείᾳ τοῦ ταυματισμοῦ της. Πρόκειται γιά τήν Βασιλική, σύζυγο Ἀποστόλου Λάζαρη, κάτοικο Λαζαράτων. Ὁ νῦν Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κήρυκος, καταγόμενος ἀπό τά Λαζαράτα, πρόλαβε στή ζωή τόν Ἀπόστολο Λάζαρη καί πληροφορήθηκε ἀπό τόν ἴδιο τά ἀφορῶντα στό περιστατικό, ἀλλά καί τίς συνθῆκες τῆς ἐπιστροφῆς τους στή Γνησία Ὀρθοδοξία. Καί οἱ δύο ἦσαν πολύ πιστοί, ἀλλά μή γνωρίζοντας ἀκολουθοῦσαν τό Νέο Ἡμερολόγιο, «ὅταν ὅμως τό 1935 διάβασαν στίς ἐφημερίδες, ὅτι τρεῖς Ἀρχιερεῖς ἐπέστρεψαν στό παλαιό, τότε ἀποφάσισαν κι αὐτοί νά ἐπιστρέψουν».
 
Ὁ τόπος καί οἱ συνθῆκες τοῦ θανατηφόρου τραυματισμοῦ τῆς Βασιλικῆς Λάζαρη εἶναι οἱ ἀκόλουθες:
 
Τό 1949 ἐστάλη στή Λευκάδα ἀπό τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο Α’, ὁ Ἱερομόναχος Πολύκαρπος Ματθιούλης, ἀδελφός τῆς Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ.
 
Ὁ Ἱερομόναχος Πολύκαρπος κατέλειπε στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μνήμη ἁγαθοῦ, ἀκάκου καί ἐναρέτου κληρικοῦ. Κατά κόσμον Κωνσταντῖνος Ματθιούλης, γεννήθηκε στόν Παλαμᾶ Καρδίτσας τό 1913. Μετά τά ἐγκύκλια γράμματα ἀσχολήθηκε μέ τό ἐπάγγελμα τοῦ ὑποδηματοποιοῦ. Φύσει ταπεινός καί φιλάγαθος, ἁπλός καί ἄκακος, καλλιεργήθηκε στίς χριστιανικές ἀρετές ἀπό τό οἰκογενειακό του περιβάλλον καί τό 1944 ἀσπάστηκε τόν μοναχικό βίο. Κοινοβίασε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ, ὑπό τόν Ἐπίσκοπο Βρεσθένης Ματθαῖο Α’ τόν Ὁμολογητή. Τήν Ἱερωσύνη δέχθηκε τό 1948, ἀπό τόν Γέροντά του ἐπ. Ματθαῖο. Ἡ ἱερατική του διακονία ὑπῆρξε ἀθόρυβη καί ταπεινή. Ὑπηρέτησε σέ πολλές ἐνορίες (Θεσσαλονίκη, Λευκάδα, Καπαρέλλι Θηβῶν, Λιβαδειά, κ.ἀ.) καί ἐπί πολλά χρόνια ἐφημέριος τῆς Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας.Τό 1952, κατά τόν διωγμό τοῦ καινοτόμου Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου, συνελήφθη, ἀποσχηματίστηκε καί ἐξορίστηκε, ὅλα ὅμως τά ἀντιμετώπισε μέ τήν ἁπλότητα καί τήν ὑπομονή του. Κοιμήθηκε εἰρηνικά τήν 17η Μαΐου 1981 νοσηλευόμενος στό Νοσοκομεῖο τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ. Ἐνταφιάστηκε στήν Ἱ. Μ. Μεταμ. Σωτῆρος Κουβαρᾶ. Στήν κηδεία του προέστη ὁ Μακ. Ἀρχιεπίσκοπος Ἀνδρέας στήν Ἱ. Μ. Παναγίας, ὅπου ἐπί σειρά ἐτῶν ὑπηρέτησε.
 
Ὁ μακαριστός π. Πολύκαρπος ἔμεινε στή Λευκάδα μέχρι καί τόν Μάϊο τοῦ 1950. Ὁ Σεβ. Μητροπ. Μεσογαίας κ. Κήρυκος, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στά Λαζαράτα τήν 1η/14η Φεβρουαρίου 1950, βαπτίσθηκε ἀπό τόν π. Πολύκαρπο τόν Μάϊο τοῦ 1950. Στή συνέχεια ὁ π. Πολύκαρπος ἐκδιώχθηκε ἀπό τό νησί.
 
Μοναδικός ναός τῶν Ὀρθοδόξων στή Λευκάδα ἦταν ὁ Ἱ. Ν. Ἁγίων Ἀποστόλων Λαζαράτων. Πρόκειται γιά ναό μέ παλαιά ἱστορία, μεγαλύτερη τῶν 200 ἐτῶν. Σέ ἕναν κατάλογο τῶν ναῶν τῆς Μητροπόλεως Λευκάδος τοῦ ἔτους 1850, ἀναφέρεται σάν δεύτερος ἐνοριακός ναός τῶν Λαζαράτων. Ὁ ναός καταστράφηκε τό 1948 ἀπό σεισμό καί ἀνακαινίσθηκε «ἐκ βάθρων» ἀπό τούς Ὀρθοδόξους τοῦ χωριοῦ. Κατά τήν ἀνακαίνιση διατηρήθηκαν κάποια παλαιά ἀρχιτεκτονικά μέλη, ὅπως ὑπέρθυρα κ.λ.π. Σήμερα ὑπάγεται στή δικαιοδοσία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου κ. Κηρύκου.
 
Ὅταν ὁ νεοημ. Μητροπ. Λευκάδος Δωρόθεος πληροφορήθηκε γιά τήν δράση τοῦ π. Πολυκάρπου, διέταξε τήν Χωροφυλακή νά τόν συλλάβει καί νά διαλύσει τούς Ὀρθοδόξους. Σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τῶν αὐτοπτῶν μαρτύρων, ὁ π. Πολύκαρπος γιά νά μήν συλληφθεῖ, ἔμεινε μέσα στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων γιά 6 μῆνες! σέ ἕνα κελλί στό νάρθηκα. Ἔτσι ἡ Χωροφυλακή συνελάμβανε μόνο τούς πιστούς πού πήγαιναν νά ἐξυπηρετηθοῦν.
 
Τά θλιβερά γεγονότα κατά τά ὁποῖα τραυματίσθηκε θανάσιμα ἡ Βασιλική Λάζαρη συνέβησαν ὅταν οἱ Χωροφύλακες παραβίασαν τήν πόρτα τοῦ Ναοῦ καί μπῆκαν γιά νά συλλάβουν τόν Ἱερέα. Τότε ἡ Βασιλική Λάζαρη, στήν προσπάθειά της νά προστατεύσει τόν Ἱερέα, δέχθηκε θανατηφόρο κτύπημα ἀπό ἕναν ἤ περισσότερους Χωροφύλακες, μέ ἀποτέλεσμα νά τραυματιστεῖ σοβαρά καί νά ἀποβιώσει λίγο ἀργότερα.
 
Ἡ περίπτωσή της εἶναι ὅμοια μέ ἐκείνη τῆς Νεομάρτυρος Αἰκατερίνης Ρούτη, ἡ ὁποία τραυματίσθηκε σοβαρά στόν Ἱ. Ν. ἁγ. Ταξιαρχῶν Μάνδρας, κατά τήν ἱστορική ἀγρυπνία τῆς 7ης πρός 8η Νοεμβρίου 1927.
 
Ἡ Αἰκατερίνη, στήν προσπάθειά της νά ὑπερασπίσει μέ τό σῶμα της τόν Λειτουργό Ἱερέα (τόν Ἅγιο Πατέρα Ματθαῖο, τότε Ἱερομόναχο), δέχθηκε θανατηφόρο κτύπημα ἀπό χωροφύλακα (μέ τόν ὑποκόπανο τοῦ ὅπλο του) καί ἀπεβίωσε λίγο ἀργότερα (τήν 15. 11. 1927), στό Νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός» τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου νοσηλεύονταν.
 
Καί στίς δύο περιπτώσεις οἱ ἁπλές γυναίκες τοῦ λαοῦ Αἰκατερίνη καί Βασιλική, προστάτευσαν μέ τήν ἴδια τους τήν ζωή ὄχι μόνον τήν γνησιότητα τῆς Πίστεως, ἀλλά καί τήν Ἱερωσύνη - Ἀποστολική Διαδοχή, μή ἐπιτρέποντες τήν σύλληψη – κακοποίηση τῶν κατά τά πάντα ἀξίων Ὀρθοδόξων Λειτουργῶν τοῦ Ὑψίστου, ἀπό τά ὄργανα τῶν κακοδόξων, καινοτόμων καί ἀναξίων τῆς ἀποστολῆς τους «Μητροπολιτῶν».
 
Παρόμοιες περιπτώσεις μαρτυρίου Ὀρθοδόξων ἀπό αἱρετικούς «Χριστιανούς» ἀναφέρονται πολλές στό Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας (λ.χ. οἱ Μάρτυρες ὑπό Εἰκονομάχων στήν Χαλκή Πύλη τῆς ΚΠόλεως, οἱ Ἁγιορείτες Ὁσιομάρτυρες ὑπό Λατινοφρόνων, οἱ Μάρτυρες τοῦ Γιούριεφ Ἐσθονίας ὑπό Λουθηρανῶν, κ.ἄ.).
 
Στή συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῶν ποιμένων καί τῶν ποιμενομένων, τοῦ Κλήρου καί τοῦ λαοῦ, ἡ Αἰκατερίνη Ρούτη, ἡ Βασιλική Λάζαρη καί οἱ λοιποί Ὁμολογητές τοῦ 20ου αἰ. κατέχουν θέση Νεομαρτύρων τῆς Πίστεως. Ἡ τιμία Κάρα τῆς Νεομ. Αἰκατερίνης, φυλασσομένη στήν Ἱ. Μ. Παναγίας Κερατέας, τιμᾶται ὡς Λείψανο Μαρτυρικό. Γιά τά Λείψανα τῆς Νεομ. Βασιλικῆς δέν ὑπάρχουν ἐπί τοῦ παρόντος πληροφορίες.
 
Ἁγία Νεομάρτυς Βασιλική πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν.
 
Πηγή: churshsynaxarion.blogspot.gr

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Γερόντισσα Θεοδούλη. (+ 1977)

Γερόντισσα Θεοδούλη. (+ 1977)

Καθηγουμένη Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου Κορώνης.

Κατά κόσμον Εἰρήνη Ἀρβανίτη, γεννήθηκε στήν Κορώνη Μεσσηνίας τό 1897. Τό ἔτος 1919, σέ ἡλικία 23 ἐτῶν περίπου, συνδέθηκε πνευματικά μέ τόν μαθητή τοῦ ασκητοῦ τῶν Καλαμῶν Ἠλία Παναγουλάκη (+ 1918), Γεώργιο Ἀναγνωστόπουλο, ἐπίσης ἀπό τήν Κορώνη, ὁ ὁποῖος μέ εὐλογία τοῦ Γέροντά του εἶχε μετατρέψει τό πατρικό του σπίτι μέσα στό κάστρο τῆς Κορώνης σέ τόπο κηρύγματος μετανοίας, ἱδρύοντας ἔτσι τήν Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου. Ὑπῆρξε ἡ πρώτη μοναχή τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Τό πρῶτο της κελλί ἦταν οὐσιαστικά μία τρύπα δίπλα στό «σχολεῖο» τοῦ Γέροντά της (τόν χῶρο κηρύγματος δηλαδή) καί τό κρεββάτι της ἀντί γιά στρῶμα εἶχε πέτρες!!!
Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου κοντά στήν δόκιμη Εἰρήνη συγκεντρώθηκαν καί ἄλλες φιλομόναχες ψυχές καί ἔτσι δημιουργήθηκε ἀδελφότητα 30 περίπου εὐλαβῶν ψυχῶν. Μέχρι τό 1925 ἡ Μονή ἀντιμετώπισε πολλές δυσκολίες ἀπό ζηλόφθονους Ἱερεῖς καί παράγοντες τῆς Κορώνης. Οἱ δυσκολίες σταμάτησαν μέ τήν κουρά τοῦ Γεωργίου Ἀναγνωστοπούλου σέ μοναχό μέ τό ὄνομα Θεόκλητος (1925 καί τά ἐγκαίνεια τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς (1928), ἀπό τόν Μητροπολίτη Μεσσηνίας Μελέτιο Σακελλαρόπουλο. Τότε ἡ δόκιμη Εἰρήνη ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Θεοδούλη καί ἀνέλαβε τήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς.

Τό 1934, μετά ἀπό προβληματισμό πάνω στό θέμα τοῦ ἡμερολογιακοῦ ζητήματος τοῦ γέροντος Θεοκλήτου καί τῆς ἀδελφότητος τῆς Μονῆς, μαζί μέ τήν ὑπό τήν ἀδελφότητα τῆς Ἱ. Μ. Εὐαγγελιστρίας – Σκήτης Παναγουλάκη Καλαμῶν, ἀποκήρυξε τήν καινοτόμο Νεοημ. Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί προσχώρησε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία , ὑπό τόν Ἁγιορείτη ἀρχιμανδρίτη Ματθαῖο Καρπαθάκη (ἔπειτα Ἐπίσκοπο Βρεσθένης καί Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν), ἀπό τόν ὁποῖο ὁ μοναχός Θεόκλητος δέχθηκε τήν Ἱερωσύνη μέ τό ὄνομα Θεόδουλος. Ἡ ἐνέργεια αὐτή εἶχε σάν συνέπεια τόν διωγμό τῆς Μονῆς, ἰδίως κατά τήν περίοδο 1951 – 1961, ἐπί ἀρχιερατείας τοῦ νεοημερολογίτου Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Δασκαλάκη.

Τήν 25η Μαΐου 1951, Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως, καί ἐνῶ ἡ ἀδελφότητα ἦταν στήν τράπεζα, δεκάδες στρατιώτες καί χωροφύλακες κατέλαβαν τήν μονή, συνέλαβαν τήν Γερόντισσα Θεοδούλη καί 30 περίπου μοναχές, τίς ἐπιβίβασαν σέ φορτηγό καί τίς μετέφεραν στό Α’ Τμῆμα Μεταγωγῶν Καλαμάτας.

Στόν τόπο τῆς παράνομης κράτησής τους οἱ μοναχές πιέστηκαν ἀπό ἀξιωματικούς τῆς Χωροφυλακῆς, κληρικούς τῆς Νεοημ. Ἐκκλησίας καί τοπικούς παράγοντες ἀποκηρύξουν τήν Γνησία Ὀρθοδοξία καί νά ὑπαχθοῦν στόν Νεοημερολογιτισμό. Ὅμως, μετά ἀπό κράτηση μιᾶς ἑβδομάδας καί τήν ἐπίμονη ἄρνησή τους, ἐπιτράπηκε στή Γερόντισσα Θεοδούλη καί σέ 4 Ρασοφόρες Μοναχές νά ἐπιστρέψουν στό μοναστήρι τους. Οἱ ὑπόλοιπες δόκιμες (περίπου 20), ἀποσχηματίστηκαν βίαια καί διατάχθηκαν νά ἐπιστρέψουν στίς οἰκογένειές τους, μετά τήν ἀπελευθέρωσή τους ὅμως ἐπέστρεψαν κι αὐτές στή μετάνοιά τους.

Ἔκτοτε ἡ Γερόντισσα Θεοδούλη καί ἡ ἀδελφότητα τοῦ Τιμίου Προδρόμου συνέχισαν χωρίς προβλήματα τήν ἀγωνιστική τους πορεία.

Ἡ Γερόντισσα Θεοδούλη κοιμήθηκε εἰρηνικά τό 1977, πλήρης ἡμερῶν καί ἔργων ἀρετῆς. Ἐνταφιάστηκε στή μετάνοιά της τήν 3.2.1977, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γνησίων Ορθοδόξων Μεσσηνίας Γρηγορίου.

Τῆς ἀοιδήμου Γεροντίσσης Θεοδούλης εἴη Αἰωνία ἡ Μνήμη.

Πηγή: trueorthodoxchursharchive.blogspot.gr

Περί μουσικής!

Εικόνα

α) Κι αν κανείς, από εκείνους που γίνονται θηρία από το θυμό, αρχίσει να ψέλνει τους ψαλμούς, αμέσως φεύγει η αγριότητα από την ψυχή του, γιατί την αποκοίμισε με τη μελωδία.
 
β) Να μην πλημμυρίζουμε τις ψυχές μας με το άκουσμα πρόστυχων τραγουδιών, γιατί είναι φυσικό από μουσική τέτοιου είδους να γεννιούνται πάθη, που υποδουλώνουν και εξευτελίζουν την ψυχή. Αλλά εμείς να επιζητούμε την άλλη μουσική, που και καλύτερη είναι, αλλά και οδηγεί στη βελτίωση της ψυχής. Αυτήν χρησιμοποίησε και ο Δαβίδ, ο ποιητής των ιερών ψαλμών, και θεράπευσε, καθώς λένε, το βασιλιά (Σαούλ) από την μανιώδη κατάθλιψη. Λέγεται επίσης ότι και ο Πυθαγόρας, όταν συνάντησε μεθυσμένους γλεντοκόπους (που είχαν ξεφαντώσει), διέταξε τον αρχηγό τους, που έπαιζε αυλό, να αλλάξει σκοπό και να παίξει σ’ αυτούς το δωρικό μέλος. Τότε αυτοί συνήλθαν τόσο από τη μελωδία, ώστε πέταξαν τα στεφάνια και ντροπιασμένοι γύρισαν πίσω και έφυγαν.

Άλλοι πάλι, ακούγοντας αυλό, γίνονται έξαλλοι από ενθουσιασμό και καταλαμβάνονται από βακχική μανία. Τόσο πολύ διαφορετικός είναι ο επηρεασμός της καλής από την κακή μουσική. Ώστε τόσο πολύ πρέπει να απέχετε από τα άσματα που επικρατούν σήμερα και από οτιδήποτε είναι ολοφάνερα αισχρό.
 
γ) Οι φιλήδονοι άφησαν τις εμπορικές συναλλαγές της αγοράς και τις επινοήσεις των τεχνών που εξασφαλίζουν τα προς το ζειν και περνούν τον ορισμένο καιρό της ζωής τους με κάθε οκνηρία και ηδονή. Δεν καταλαβαίνουν ότι μια θεατρική σκηνή που συνοδεύεται από ακόλαστα θεάματα είναι για τους θεατές κοινό και δημόσιο σχολείο ασέλγειας και ότι οι αρμονικές μελωδίες των μουσικών οργάνων (των αυλών) και τα πορνικά τραγούδια εντυπώνονται στις ψυχές των ακροατών, και δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να παρασύρουν τους πάντες να ασχημονούν με την απομίμηση των τραγουδιών των κιθαριστών και των αυλητών.
 
Αγίου Βασιλείου του Μέγα.
 
Πηγή: agioritikovima.gr

Περί νηστείας και προσευχής!

 

Άνευ νηστείας και προσευχής στερούμεθα του μέσου της γνώσεως και αδυνατούμεν να έχωμεν αληθή εικόνα των αμαρτιών ημών και τελείαν συναίσθησιν και συντριβήν καρδίας, και επομένως αληθή και καρποφόρον εξομολόγησιν.

Όθεν επειδή η νηστεία και η προσευχή είναι ο μόνος τρόπος προπαρασκευής προς αληθή εξομολόγησιν, οφείλομεν μετ' επιμελείας να τηρώμεν τας διατάξεις ταύτας της Εκκλησίας, οφείλομεν αληθώς να εξομολογούμεθα και μετά βεβαιότητος να φιλιωθώμεν μετά του Θεού, όπως μη αποτύχωμεν του σκοπού, αλλά τύχωμεν του ποθούμενου άκρου αγαθού.

Δεύτε λοιπόν αρνηθώμεν την αμαρτίαν, αποδώμεν τα οφειλόμενα εξ αδικίας, διαλλαγώμεν προς τους εχθρούς και ποιήσωμεν έργα άξια μετανοίας, όπως εξευμενίσωμεν το θείον και επισπασώμεθα το θείον αυτού έλεος και ούτω γενώμεθα άξιοι κληρονόμοι της Ουρανίου Βασιλείας· ης γένοιτο πάντας ημάς αξιωθήναι. Αμήν!

Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως του Θαυματουργού.

Πηγή: agioritikovima.gr

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Το περί απρόσωπου Θείου δόγμα των νεοπαγανιστών.

54. «Κάθε «πρόσωπο», είναι αξιωματικώς μικρότερο του όντως Όντος και υποχρεωτικώς «δρα», αντί απλώς να «είναι», εγγυώμενο λ.χ. στην περίπτωση των Θεών, την συνοχή και ευταξία ενός συστήματος που εδράζει στην ύπαρξή τους. Επιπροσθέτως, η ύπαρξη «ωπός» (όψεος) προϋποθέτει «όριο» (εξωτερικό δηλαδή «φλοιό» ασχέτως βαθμού υλικότητος) ενός υποχρεωτικώς επιμέρους όντος, καθώς και αλλότριο εξωτερικό χώρο για τη στάση άλλων εξωτερικών του επιμέρους όντων και τη θέαση του ως «Όψη», πράγμα βεβαίως άτοπο, αφού καθιστά τον Θεό μη άπειρο και μη πανταχού παρόντα. Ενώ οι αντιφατικοί θεολόγοι των ιουδαιογενών Θρησκειών υποχρεώνονται να θέσουν παραλόγως τον τάχα προσωπικό «Θεό» τους εκτός του εκδηλωθέντος Κόσμου, σε εμάς τους Εθνικούς, εξαιτίας αυτού του σαφούς απροσώπου τους, οι Θεοί μπορούν και διαχέονται στο όλον του όντως Όντος» (Β. Ρασσιάς, Διιπετές τ. 55, σ. 11).

Απάντηση:

Έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

1) η εξεπίτηδες προσθήκη «αξιωματικώς» στο «κάθε «πρόσωπο» είναι μικρότερο του όντως Όντος», δεν προκαθορίζει τίποτε, εφόσον μιλάμε για το Θεό κι όχι για θνητούς. Οι Νεοδωδεκαθεϊστές, θεωρούν πως το «Όντως Ον» είναι ο κόσμος, το σύμπαν. Όμως το σύμπαν δεν μπορεί να είναι το «Όντως Ον», διότι είναι φθαρτό κι έχει χρονική αρχή, όπως έχει αποδειχθεί. Επιπλέον, ο προσωπικός Θεός του Χριστιανισμού, άφθαρτος, άχρονος και δημιουργός του σύμπαντος, είναι ο μόνος Όντως Ων. (Όντως Ων, με την έννοια ότι είναι αυθύπαρκτος, επειδή το θέλει, κι όχι λ.χ. ότι ο υλικός κόσμος δεν είναι πραγματικός, αλλά φανταστικός.)

2) Ο προσωπικός Θεός δεν δρα (όντας πρόσωπο) «υποχρεωτικώς», αλλά μόνον ηθελημένα κι ελεύθερα, για τον απλό λόγο, ότι όντας ο Όντως Ων, δεν υποχρεούται ούτε εξαρτάται από τίποτε, με άλλα λόγια δεν του είναι τίποτε υποχρεωτικό, ακριβώς επειδή είναι Θεός˙ ούτε να δρα ούτε να είναι. Θέλει και δρα˙ θέλει να είναι, και γι' αυτό είναι. Αλλιώς, δε θα ήταν Όντως Ων, δηλαδή ανεξάρτητος. Άλλωστε, και οι «θεοί» δρουν, όπως δείχνει η μυθολογία, παρόλο που, σύμφωνα με τους Νεοδωδεκαθεϊστές, δεν είναι «πρόσωπα».

3) Για να μπορούν οι «θεοί» να εγγυώνται την συνοχή και την ευταξία του σύμπαντος, πρέπει να είναι ανώτεροι από αυτό, με άλλα λόγια, να μην εξαρτώνται από αυτό. Οι «θεοί», όμως, έχοντας γεννηθεί από το σύμπαν, είναι ολοφάνερο ότι εξαρτώνται από αυτό. Δεν μπορεί το κατώτερο δημιούργημα να συντηρεί το ανώτερο. Αφού για τους Νεοδωδεκαθεϊστές το «Όντως Ον» είναι το σύμπαν, τότε συνεπάγεται, ότι οι «θεοί», επειδή είναι τμήμα του Σύμπαντος, δηλαδή κατώτεροι του «όντως Όντος» Σύμπαντος, το οποίο «σε κάποια δεδομένη στιγμή το έβαλαν απλώς κάτω από τον έλεγχό τους», εξαρτώνται από αυτό κι όχι αυτό από αυτούς.

4) Η φιλοσοφική ανεπάρκεια των Νεοδωδεκαθεϊστών δεν έχει όρια και τους οδηγεί σε λάθος εκτιμήσεις για την έννοια του «προσωπικού» Θεού του Χριστιανισμού. Τι κάνουν αυτοί, όταν μιλάνε για το «πρόσωπο» και την «όψη»; Παίρνουν μια λέξη, η οποία για τους Χριστιανούς σημαίνει πάνω-κάτω «προσωπικότητα», χρησιμοποιούν την αρχαιοελληνική σημασία της («πρόσωπο»=μάσκα), αυτά όλα τα μπερδεύουν έπειτα με την σημερινή σημασία της («μούρη») και ύστερα, αυτό το δικό τους μπέρδεμα, το ποιος ισχυρίζεται τι, το καταλογίζουν στον Χριστιανισμό και στην άποψή του περί «προσώπου». Είναι, προφανώς, γελοίο, να καθορίζαμε τις θεολογικές έννοιες από την αρχική ετυμολογία τους.

5) Η ύπαρξη περισσότερων προσώπων εκτός από αυτό του Θεού δεν καθιστά το χριστιανικό Θεό «ατελή», μη πανταχού παρόντα και μη «άπειρο». Η διαφορά μεταξύ Θεού και κόσμου συμπεριλαμβανομένων και των άλλων προσώπων (ανθρώπων, αγγέλων κλπ) είναι διαφορά ουσίας. Εκεί έγκειται η «απειρότητα» (κι όχι στην «ποσότητα» και το... «μέγεθος» του Θεού) και η τελειότητά του. Αλλιώς, θα καταλήγαμε στο παράλογο, ότι για να είναι τέλειος ο Θεός, δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα άλλο πρόσωπο που να τον «περιορίζει», του μειώνει το «άπειρο μέγεθος» και την ιδιότητά του ως «πανταχού παρών». Ως (το μόνο πραγματικά) Πνεύμα, ως υπερούσιος του κόσμου, ο προσωπικός Άκτιστος Θεός είναι έτσι κι αλλιώς πανταχού παρών, ακόμη και αν υπάρχουν άλλες (πολλές ή άπειρες) προσωπικότητες (αναγκαστικά) κατώτερης (αφού είναι Κτιστά όντα) ουσίας από τον ίδιο. Οι Νεοπαγανιστές εκλαμβάνουν την «απειρία» ως ζήτημα «(υλικού) χώρου, τον οποίον καταλαμβάνουν τα υπόλοιπα όντα». Όμως, ο προσωπικός Θεός, ως παντοδύναμος και υπερούσιος δεν νοιώθει «στενάχωρα» που υπάρχουν κι άλλα όντα. Αυτό θα συνέβαινε, αν υποθέταμε ότι υπάρχουν δύο Θεοί, ολόιδιοι μεταξύ τους. Δεν τίθεται ζήτημα «μεγέθους προσωπικότητας» ή «υλικού/πνευματικού χώρου, στον οποίο υπάρχουν οι προσωπικότητες» (ώστε, μόλις υπάρξει δεύτερη προσωπικότητα έτερη του Θεού, αυτομάτως ο Θεός να χάσει την απειροσύνη του), όπως πιστεύουν οι Παγανιστές. Και να επαναλάβουμε, ότι το Υπερούσιο δεν έχει να κάνει με κάποια «εξωκοσμικότητα», ότι υπάρχει ένας χώρος εκτός Σύμπαντος, από τον οποίο το παρατηρεί ο Θεός, ο οποίος γι' αυτόν τον λόγο αποκαλείται «εξωκοσμικός Θεός». Αυτά είναι υλιστικές, παχυλές πολυθεϊστικές αντιλήψεις, δημιουργήματα της ανθρώπινης διάνοιας, που αδυνατεί να συλλάβει την Ουσία του Θεού και θέτει το ζήτημα του υλικού τόπου ύπαρξής του. Ο Θεός ως υπερούσιος των κτιστών όντων είναι πανταχού παρών. Γνωρίζει τα πάντα για την προσωπικότητά τους, δίχως να συγχέεται μαζί τους, δίχως να ασφυκτιά ή να περιορίζεται εξαιτίας της.

6) Αντιθέτως, πρέπει να τονίσουμε ότι οι «θεοί» του πολυθεϊσμού κατά πρώτον δεν μπορούν να φροντίζουν για την συνοχή και ευταξία του Σύμπαντος, διότι ούτε είναι συναιώνιοι με αυτό ούτε δημιουργοί/γνώστες των νόμων που το διέπουν, και, κατά συνέπεια των δύο προηγουμένων, ούτε ισο-δύναμοι με αυτό, ώστε να το συντηρούν˙ κατά δεύτερον, αλλάζοντας μορφές μεταβάλλονται, πράγμα άτοπο για το Θείον, το οποίο είναι αμετάβλητο κι απαθές, όπως λέει ακόμη κι ο Πλάτωνας. Διότι, πηγαίνοντας από τη μία μορφή στην άλλη, οι θεοί είτε γίνονται καλύτεροι είτε χειρότεροι. Αλλά αν γίνονται χειρότεροι, τότε δεν είναι θεοί, ενώ αν γίνονται καλύτεροι, τότε δεν είναι αρκούντως καλοί ώστε να αποκαλούνται θεοί. Ο Πλάτων λέει, εις πείσμα των Νεοπαγανιστών: «κανείς λοιπόν ποιητής να μην τολμήση να μας λέγη, πως ξένη οι θεοί παίρνουν μορφή, σαν τάχα ξωμερίτες κι αλλιώτικοι, λογής κοπής, γυρνούν στις πολιτείες (Οδύσσειας ρ 485-486). Μήτε να μας ψευδολογά για τις μεταμορφώσεις του Πρωτέως και της Θέτιδος, μηδέ να μας παρουσιάζη στις τραγωδίες και σ' άλλα ποιήματα την Ήρα μεταλλαγμένη σε ιέρεια να μαζεύη ελέη για τα μακάρια τα παιδιά του ποταμού του Ινάχου (Αισχύλου, Ξάντρειαι) και άλλα πολλά τέτοια ψευτολογήματα να μας αραδιάζουν. Κι ας προσέξουν ακόμα κι οι μητέρες να μην τρομάζουν με τέτοια κακά παραμύθια τα παιδιά των, πως τάχα οι θεοί παίρνουν διάφορες ξένες μορφές και τριγυρνούν τις νύχτες» (Πολιτεία, 381 d-e). Με ειρωνία ο Πλάτων ρωτά τους πολυθεϊστές της εποχής του, τα ίδια θα ρώταγε και τους Νεοπαγανιστές που υποστηρίζουν ότι οι θεοί αλλάζουν μορφή και «διαχέονται»: «πιστεύεις τάχα πως ο θεός είναι κανένας μάγος, ώστε όπως του καταβαίνη στη φαντασία να παρουσιάζεται σε πολλές και διάφορες μορφές και άλλοτε να γίνεται άλλο και να μεταβάλλη το είδος του σε διάφορα σχήματα, άλλοτε πάλι ν' απατά τις αισθήσεις μας και να μας φαίνεται τέτοιος ή τέτοιος;» (Πολιτεία, 380d). Άλλα λένε οι Παγανιστές, άλλα ο Πλάτων (ότι οι θεοί δεν «διαχέονται» ούτε αλλάζουν μορφή). (Νεοπαγανιστικό) συμπέρασμα: ο Πλάτωνας είναι ανθέλληνας, αφού απορρίπτει την (ΜΙΑ και ΜΟΝΑΔΙΚΗ!) αρχαιοελληνική θεολογία της ΜΙΑΣ, ενιαίας παντοτινά, αρχαίας θρησκείας.

7) Τέλος, να σημειώσουμε ότι, εφόσον κι οι ίδιοι οι κακώς αυτοαποκαλούμενοι «Εθνικοί» παραδέχονται ως ιδιότητα του Θεού την απειροσύνη και το «πανταχού είναι» (να είναι πανταχού παρών), οι πολυθεϊστικοί «θεοί» δεν είναι θεοί, αφού ούτε πανταχού παρόντες ούτε άπειροι είναι ο καθένας.

8) Η όλη αντίληψη περί «απρόσωπων θεών» αντιτίθεται στην επιμονή, με την οποία οι «Εθνικοί» θεωρούν τη λατρεία προς αυτούς (με θυσίες κ.λπ) ως τρόπο «επικοινωνίας» μαζί τους. Εφόσον ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, επικοινωνία νοείται μόνο με ένα άλλο πρόσωπο, άνθρωπο ή άλλο όν. Δεν λέμε π.χ. ότι «ο άνθρωπος επικοινωνεί με την καρέκλα». Αφού είναι απρόσωπες οι θεότητες, τι είδους επικοινωνία μαζί τους νοείται; Αφού είναι απρόσωποι οι θεοί, πώς αντιλαμβάνονται τη λατρεία των ανθρώπων προς αυτούς; Με ποιο τρόπο μυρίζουν το λιβάνι οι απρόσωποι θεοί; Και πώς ξέρουν ποιος το προσφέρει και ποιος δεν το προσφέρει ώστε να τιμήσουν ή να τιμωρήσουν αναλόγως; Και πώς μπορούν να τιμωρήσουν ή να ευεργετήσουν κάποιον, απλώς επειδή προσέφερε λιβάνι ή θυσία σ' αυτές, αφού υπόκεινται στους φυσικούς νόμους, οι οποίοι δεν αλλάζουν ούτε (σύμφωνα με τους «Εθνικούς») επηρεάζονται από προσευχές και λιβάνια; Είναι αδιανόητο μια απρόσωπη δύναμη να αντιλαμβάνεται πότε κάποιος προσεύχεται σ' αυτήν, πότε θυσιάζει σ' αυτήν. Εξάλλου, τι θα χάσει ο άνθρωπος, αν δεν λατρέψει τέτοιες φυσικές, απρόσωπες δυνάμεις, αφού αυτές δεν μπορούν να τον ακούσουν, να τον αντιληφθούν εάν δεν τις λατρεύει, εφόσον είναι απρόσωπες; Τίποτα, απλούστατα. Οι δυνάμεις της φύσης είναι απρόσωπες, άψυχες, αδιάφορες για τον άνθρωπο, είτε αυτός προσφέρει θυσία σε αυτές είτε όχι. Γι' αυτό και συμβαίνουν τα φυσικά καταστρεπτικά φαινόμενα: όσες προσευχές και να γίνουν προς αυτά, η καταστρεπτική μανία τους δεν θα κοπάσει. Και γιατί να λατρέψει κανείς στο πρόσωπο του Δία τον κεραυνό; Λατρεύει κανείς ένα τούβλο και του προσφέρει λιβάνι λέγοντας «σε λατρεύω τούβλο, γιατί εσύ κτίζεις τα σπίτια»; Αφού οι φυσικές δυνάμεις είναι απρόσωπες και δεν αισθάνονται τίποτα, ό,τι έκαναν το έκαναν ασυνείδητα δίχως καλή προαίρεση να βοηθήσουν π.χ τον άνθρωπο. Γιατί, αν είχαν «καλή προαίρεση», Απλούστατα δεν θα ήταν «απρόσωπες»! Όμως, αποτελεί ύψιστη ανοησία να τιμάς, να λατρεύεις κάποιον για μία πράξη του, την οποία αυτός έκανε αναγκαστικά (οι φυσικές δυνάμεις υπακούν αναγκαστικά στους φυσικούς νόμους) κι όχι ηθελημένα. Είναι σαν να έπραξαν ό,τι έπραξαν οι «φυσικές απρόσωπες δυνάμεις» αδιαφορώντας αν το πράττουν για χάρη ημών των ανθρώπων. Επειδή, όμως, αυτό συνεπάγεται ότι δεκάρα δεν δίνουν οι «απρόσωπες οντότητες», αν εμείς υπάρχουμε (διότι, αν έδιναν δεκάρα, δεν θα ήταν «απρόσωπες» οντότητες) ή δεν υπάρχουμε, και αυτές απλώς λειτουργούν αναγκαζόμενες (δλδ «δούλοι θεοί»), είναι ανόητο οι Νεοπαγανιστές να τις ευγνωμονούν. Όχι μόνο διότι αυτές δεν πράττουν ό,τι πράττουν με σκοπό να μας ευεργετήσουν, αλλά διότι δεν γνωρίζουν ούτε αντιλαμβάνονται, αν, πότε και ποιος τις «λατρεύει». Δεν τους αξίζει η ευγνωμοσύνη μας κι ούτε την αντιλαμβάνονται. Για να τελειώνουμε με τα πρόχειρα συρραμένα ιδεολογήματα των Νεοπαγανιστών, για δείξουμε πόσο ανόητη είναι η λατρεία άψυχων και ασυνείδητων μη όντων, στοιχειων της φύσης, φέρνουμε ως παράδειγμα τη φωτιά: αυτή θα κάψει ό,τι βρεί μπροστά της είτε θυσιάσουμε σ' αυτήν (τη θεά Εστία ή τον θεό Ήφαιστό) είτε όχι, γιατί απλούστατα η φωτιά είναι άψυχη «δύναμη» και όχι πρόσωπο, ώστε να λατρεύεται, να επηρεάζεται από προσφορές ή θυσίες, και αναλόγως να καίει ή να μην καίει ό,τι βρίσκει μπροστά της. Αντίθετα, η επικοινωνία με έναν προσωπικό Θεό έχει νόημα, γιατί δεν πρόκειται για στοιχεία της φύσης, αλλά για δημιουργό της φύσης, έλλογο και συνειδητό όν.

Οδηγώντας τη θρησκευτική αντίληψη και τη θεολογία σε τόσο χαμηλά επίπεδα, οι Νεοπαγανιστές, αγνοώντας τη διαφορά ανάμεσα σε έμψυχα «όντα» και σε άψυχα «πράγματα», μας πάνε πίσω στους ανθρώπους των σπηλαίων. Ίσως αυτοί ανήκουν εκεί.

Πηγή: Ενάντια στην αρχαιοπληξία

Το περί αγεννήτου κόσμου δόγμα των νεοπαγανιστών.

53. «Αυτός ο ίδιος κόσμος πρέπει κατανάγκη να είναι άφθαρτος και αγέννητος. Άφθαρτος επειδή, αν τυχόν καταστραφεί, πρέπει ή καλλίτερος, ή χειρότερος, ή ο ίδιος με αυτόν, ή χάος να δημιουργηθεί. Αν είναι καλλίτερος, ο δημιουργός που δεν έφτιαξε εξ αρχής το καλλίτερο πρέπει να είναι ατελής. Αν είναι ο ίδιος, μάταια δημιουργήθηκε. Αν είναι ο Χάος... είναι ασέβεια και να λέγονται τέτοια πράγματα. Οσα είπαμε για να αποδείξουμε ότι ο Κόσμος είναι αδημιούργητος. Διότι αν δεν καταστρέφεται, τότε δεν δημιουργείται. Διότι κάθε τι δημιουργούμενο καταστρέφεται».
 
Απάντηση: Κατ' αρχήν, εφόσον, σύμφωνα με το Β΄ θερμοδυναμικό αξίωμα, ο κόσμος είναι φθαρτός, έχει δημιουργηθεί, συνεπάγεται πως δεν είναι αιώνιος, και κάθε ισχυρισμός περί του αντιθέτου βασισμένος σε συλλογισμούς δίχως τη βοήθεια της Επιστήμης είναι αναπόδεικτος και δεν ευσταθεί.
 
Επιπλέον δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ κόσμου και δημιουργού. Ένας τέλειος Δημιουργός μπορεί να φτιάξει έναν τέλειο κόσμο, αλλά, αν θέλει, μπορεί να φτιάξει και έναν ατελή κόσμο, να μην τον φτιάξει τέλειο δηλαδή. Ο Δημιουργός όντας πλήρως ελεύθερος, μπορεί να διαλέξει τι είδους κόσμο θα δημιουργήσει. Αυτό, πρώτον είναι δυνατόν και δεύτερον δεν συνεπάγεται ατέλεια ή κακία του δημιουργού.
 
Είναι δυνατόν να συμβαίνει, διότι ο κόσμος και τα (έλλογα ή άλογα) όντα εντός του δεν μετέχουν της θεϊκής Ουσίας του Δημιουργού, αλλά έχουν, επειδή έτσι το θέλησε ο Δημιουργός, δική τους ουσία και βούληση, η οποία είναι ανεξάρτητη από τη βούληση και ουσία του Δημιουργού. Συνεπώς ο παραλληλισμός «ατελής Κόσμος, ατελής Δημιουργός», μόνο στην περίπτωση του Πανθεϊσμού, όταν κόσμος και Θεός έχουν την ίδια ουσία, είναι αληθής. Στην περίπτωση όμως ενός Άκτιστου Θεού, είναι όχι μόνο δυνατόν, αλλά και αιτιολογημένο να διαφέρει η ουσία του κόσμου από την ουσία του Θεού. Δεν συνεπάγεται κακό ή ατελή Δημιουργό η δημιουργία ενός ατελούς κόσμου από έναν τέλειο Θεό, τόσο διότι όπως δείξαμε δεν υπάρχει αντιστοιχία στην ουσία Θεού και κόσμου, όσο και διότι ο Θεός είχε συγκεκριμένο σκοπό, για τον οποίο δημιούργησε τον κόσμο ατελή, «λίαν καλό», αλλά όχι τέλειο. Ο Δημιουργός δίνει την δυνατότητα στα έλλογα όντα του κόσμου που αυτός έπλασε, ελεύθερα να συνδιαμορφώσουν την πορεία του κόσμου: είτε προς το μηδέν και την καταστροφή είτε προς την τελείωση. Ο Δημιουργός δεν θα ήθελε να φτιάξει έλλογα όντα, τα οποία αναγκαστικά, δηλαδή εκ της φύσεώς τους, άρα δίχως δική τους ελεύθερη επιλογή και προσπάθεια, θα ήταν τέλεια, σε έναν εξ αρχής και εκ φύσεως τέλειο Κόσμο. Δίνοντάς τους ο Θεός το δικαίωμα να διαλέξουν, μεταξύ τελειότητας και εκμηδενισμού, φθοράς, τους δίνει και την ελευθερία. Την ελευθερία να γίνουν θεοί, αν το θέλουν, ώστε ο «πολύ καλός» κόσμος, τον οποίο εκπροσωπούν και του οποίου ηγούνται, να γίνει κι αυτός τέλειος. Γιατί μόνο με την ελευθερία έχει νόημα η αρετή και η τελειότητα. Φυσικά και θα μπορούσε να φτιάξει ο Θεός ένα τέλειο κόσμο εξ αρχής. Αλλά τότε δε θα έδινε στον άνθρωπο την δυνατότητα να απορρίψει το Δημιουργό του. Θα ήταν εκ φύσεως, κατ' ανάγκην τέλειος (όπως οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως όμορφοι ή άσχημοι ή έξυπνοι ή κοντοί, δίχως να μπορούν να το αλλάξουν) κι όχι επειδή το θέλησε.
 
Πηγή: Ενάντια στην αρχαιοπληξία

Η εικονογράφησις της Αγίας Τριάδος.


Οἱ σύγχρονοι Αἱρετικοί Νεοεικονομάχοι πολεμοῦν δολίως τήν εἰκονογράφησιν τοῦ Θεού Πατρός μέ τήν διαστροφικήν διδασκαλίαν ὅτι ἡ εἰκονογράφησις τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐπιχειρεῖ τήν εἰκόνισιν τῆς Θείας φύσεως.

Αἱ εἰκόνες ὅμως, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἰκονίζουν τήν φύσιν ἤ οὐσίαν, ἀλλά εἶναι συμβολικαί ἀπεικονίσεις τῆς ὑποστάσεως τοῦ εἰκονιζομένου. Μήπως δύνται νά εἰκονισθῇ ἡ οὐσία καί φύσις τῶν Ἀγγέλων ἤ τῶν ψυχῶν ἤ καί τῶν δαιμόνων, ἤ τοῦ Παραδείσου καί τῆς κολάσεως; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλά τόσαι εἰκόνες ὑπάρχουν μέ Ἀγγέλους καί ψυχάς καί δαίμονας. Τήν οὐσίαν ἤ φύσιν των εἰκονίζουν; Ὄχι βεβαίως. Πόσον μᾶλλον ἀδύνατον εἶναι νά εἰκονισθῇ ἡ Ἄκτιστος καί Ἄπειρος καί Ἀπερίγραπτος καί Ἀμέθεκτος Θεϊκή Οὐσία ἤ Φύσις.

Ἄς ἰδοῦμε τί μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων σχετικῶς μέ τάς ἀποδεκτάς ἀπεικονίσεις:

«Λέγουσι γάρ [οἱ Χριστιανοκατήγοροι] ὅτι τήν πρέπουσαν τῷ Θεῷ προσκύνησιν καί λατρείαν ταῖς σεπταῖς εἰκόσι προσφέρουσιν οἱ Χριστιανοί, καί ὅτι τήν ἀκατάληπτον φύσιν περιγράφουσι. Ὦ τῆς παρεκτροπῆς καί ἠλιθιότητος... Οἱ γάρ Χριστιανοί οὔτε τήν ἐν Πνεύματι καί Ἀληθείᾳ προσκύνησιν ταῖς Εἰκόσι ἀπένειμαν, οὔτε τῆς Ἀοράτου καί Ἀκαταλήπτου Φύσεως εἰκόνα ποτέ πεποιήκασιν».1

«Οὐδέ γάρ τῆς Ἀοράτου Θεότητος Εἰκόνα ἤ ὁμοίωμα ἤ σχῆμα ἤ μορφήν τινά ἀποτυποῦμεν».2

«Οἱ ἐν τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς τέκνα γνήσια γεννηθέντες... τάς σεπτάς Εἰκόνας ἀποδεχόμεθα, εἰκόνας μόνον καί οὐδέν ἕτερον αὐτάς γινώσκοντες, καθό τοῦ πρωτοτύπου τό ὄνομα μόνον ἐχούσας καί οὐχί τήν οὐσίαν».3

Ὅποιος, λοιπόν προσκυνεῖ καί τιμᾶ τήν Εἰκόνα, προσκυνεῖ τοῦ εἰκονιζόμενου τήν ὑπόστασιν, κατά τήν Ἁγίαν 7ην Οἰκουμενικήν Σύνοδον, καί ὄχι τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου.

Ἀρκετοί Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γράφουν πολύ ξεκάθαρα ὅτι δέν εἰκονίζομε τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου, ἀλλά τήν ὑπόστασίν του. Οὕτω ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει: «Παντός εἰκονιζομένου οὐχί ἡ φύσις ἀλλά ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται».4

Ὁ δέ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας ὁ ὁποῖος ἐπολέμησε μέ σφοδρότητα τούς Εἰκονομάχους, λέγει:

«Οἴδαμεν οὖν, ὅτι οὔτε Θεοῦ, οὔτε ψυχῆς, οὔτε δαίμονος δυνατόν θεαθῆναι φύσιν, ἀλλ᾽ ἐν μετασχηματισμῷ τινί θεωροῦνται ταῦτα, τῆς Θείας Προνοίας τύπους καί σχήματα περιτιθείσης τοῖς ἀσωμάτοις καί ἀτυπώτοις…

»Μή θέλων οὖν ὁ Θεός παντελῶς ἀγνοεῖν ἡμᾶς τά ἀσώματα, περιέθηκεν αὐτοῖς τύπους, καί σχήματα, καί εἰκόνας κατά τήν ἀναλογίαν τῆς φύσεως ἠμῶν, σχήματα σωματικά ἐν ἀΰλῳ ὁράσει νοός ὁρώμενα· καί ταῦτα σχηματίζομεν καί εἰκονίζομεν. Ἐπεί, πῶς ἐσχηματίσθη καί εἰκονίσθη τά Χερουβίμ; ἀλλά καί Θεοῦ σχήματα καί εἰκόνες ἡ Γραφή ἔχει».5

Ἐπίσης καί ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γράφει:

«Ἡ εἰκών ἔχει ὁμοιότητα πρός τήν ὑπόστασιν, ἀπεικονίζουσα ἐξωτερικά τινα σχήματα καί χρώματα τῆς ὑποστάσεως. Δέν ἔχει ὅμως ὁμοουσιότητα μέ τό εἰκονιζόμενον διότι διαφέρει εἰς τήν οὐσίαν».6

Ὅπως βλέπομεν, εἶναι φύσει ἀδύνατον διά τήν εἰκόνα νά εἰκονίσῃ τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου. Εἶναι φύσει ἀδύνατον νά εἰκονισθῇ ἡ φύσις οἱουδήποτε ὄντος.

Ἡ ἄποψις λοιπόν ὅτι ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπιχειρεῖ νά περιγράψῃ τήν Θεϊκήν Φύσιν εἶναι λανθασμένη. Ὅσοι χρησιμοποιοῦν τήν ἄποψιν αὐτήν ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς Εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἐάν μέν τό κάνουν ἀφελῶς ἁπλῶς σφάλλουν, ἐάν ὅμως τό κάνουν σκοπίμως εἶναι ἐχθροί τῆς Ἀληθείας καί ἐχθροί τοῦ Θεοῦ.

Ὄχι μόνον εἰς τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά εἰς οὐδεμίαν εἰκόνα δέν εἶναι δυνατόν νά εἰκονισθῇ ἡ οὐσία ἤ φύσις τοῦ εἰκονιζομένου.

Ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος δεν εἶναι περιγραφή τῆς Θεότητος. Εἶναι μία συμβολική εἰκών τῶν Τριῶν Προσώπων.

Εἰς αὐτήν συμβολικώς εἰκονίζεται ὁ Πατήρ ὡς Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, ὅπως συγκαταβατικῶς ἐμφανίσθηκε εἰς τά ὁράματα τῶν Προφητῶν εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, καί ὁ Υιός, ὅπως τόν γνωρίζομεν ἀπό τήν Ἐνσάρκωσίν του, καί τό Άγιον Πνεύμα, ὅπως ἐμφανίσθηκε εἰς τήν βάπτισιν τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτή εἶναι μία συμβολική εἰκών καί δέν εἶναι οὔτε ἀπεικόνισις οὔτε προσπάθεια ἀπεικονίσεως τῆς ἀπείρου Φύσεως ἤ τῆς ἀμεθέκτου Οὐσίας τοῦ Θεοῦ.

Κάποια από τα επιχείρηματα των εικονομάχων.
εναντίον της εικόνος της Αγίας Τριάδος.

Θά ἐξετάσωμε κατωτέρω μερικάς ἀπό τάς δικαιολογίας καί τά ἐπιχειρήματα τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦν οἱ Νεοεικονομάχοι ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Δέν θά ἀναφερθῶμεν εἰς τάς βλασφημίας των, ὅπως, λόγου χάριν, ὅτι εἶναι εἴδωλον, ὅτι διδάσκει εἰδωλολατρίαν, ἀρειανισμόν, πολυθεΐαν, καί λοιπά.

Τά βασικά ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι τά ἑξῆς:

1.- Εἶναι αἱρετική καί εἰσῆλθεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν.

2.- Ἔχει καταδικασθῆ ἀπό τήν Σύνοδον τῆς μόσχας τό 1666.

3.- Ἀπαγορεύεται βάσει τῶν ἀποφάσεων τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

4.- Δέν εἶναι κανονική καί Ὀρθόδοξος διότι εἰκονίζει τόν Θεόν Πατέρα τόν ὁποῖον κανείς δέν ἔχει ἰδεῖ ποτέ, «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» (Ἰωάν Α´ 18).

5.- Ὅλαι αἱ προφητικαί ὁράσεις εἶναι «Χριστοκεντρικαί».


Οἱ ἰσχυρισμοί αὐτοί εἶναι λανθασμένοι καί θά ἰδοῦμε διά ποίους λόγους, ἐξετάζοντες τόν κάθε ἕνα ἰσχυρισμόν ξεχωριστά.

1.- Εἶναι Αἱρετική καί εἰσῆλθεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν.

Ἄς ἰδοῦμε ἐάν πράγματι αἱ εἰκονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός εἰσῆλθον ἀπό τήν Δύσιν ἤ ἐάν ὑπῆρχον καί πρίν ἀπό τό σχίσμα τοῦ 1054, διότι πρίν τό 1054 δέν ὑπῆρχε Ἐκκλησία Δύσεως καί Ἀνατολῆς.

Θά ἰδοῦμε ὄντως ὅτι ὑπῆρξαν εἰκονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός παλαιότεραι ἀπό τό Σχίσμα τῶν καθολικῶν τό ὁποῖο συνετελέσθη τό ἔτος 1054. Θά ἰδοῦμε μέ παραδείγματα ὅτι ὁ ἰσχυρισμός, «Εἶναι αἱρετική καί εἰσῆλθε εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν», εἶναι λανθασμένος, ἀνιστόρητος καί παραπλανητικός.

Θά παρουσιάσωμε μόνον δύο παραδείγματα ἀπό τό 9ον αἰῶνα μέ συμβολικάς ἀπεικονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἔτσι συντρίβεται ἡ πρόφασις τῶν Νεοεικονομάχων.

α) Τό πρῶτον παράδειγμα εἶναι ἀπό τό χειρόγραφον Ψαλτήριον τοῦ 820-840 μ.Χ, φυλασσόμενον εἰς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐτρέχτης.

Εἰς αὐτό, ὁ Ψαλμός ΡΘ´ (κεφάλαιον 109 καί κατά τό μασ. 110), Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, «Είπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου», διακοσμεῖται μέ μικρογραφίαν, εἰς τήν ὁποίαν βλέπομε τόν Υἱόν νά κάθεται ἐκ Δεξιῶν τοῦ Πατρός.7

β) Τό δεύτερον παράδειγμα προέρχεται ἀπό χειρόγραφον τοῦ 9ου αἰῶνος εὑρισκόμενον εἰς τήν Ἐθνικήν βιβλιοθήκην τῶν Παρισίων. Πρόκειται διά μίαν μικρογραφίαν ἡ ὁποία διακοσμεῖ τά Ἱερά Παράλληλα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅπου παριστάνεται τό ὅραμα τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρος καί Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου. Ἐκεῖ ἀπεικονίζεται ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τοῖς δεξιοῖς τοῦ Θεοῦ Πατρός.

Ὁ Θεός Πατήρ, ὁ ἄσαρκος καί ἀσχημάτιστος, σχηματίζεται συμβολικῶς ὡς Παλαιός Ἡμερῶν, ὡς συγκαταβατικῶς ὁ ἴδιος ἐνεφανίσθη εἰς τόν λιθοβολούμενον Πρωτομάρτυρα (Πράξ. Ζ´ 55-56).

Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἀπεικονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός περίπου δύο αἰῶνας πρίν ἀπό τό Σχίσμα τῆς Δύσεως, πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι αἱρετικαί αἱ εἰκόνες αὐταί καί νά εἰσῆλθον εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Παπικήν Ἐκκλησίαν;

Εικόνα

Ἐπί πλέον, ἡ ὕπαρξις τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Πατρός χρονολογεῖται καί πολύ πρίν ἀπό τόν 9ον αἰῶνα. μαρτυρεῖται καί εἰς τούς κώδικας κοσμᾶ τοῦ Ἰνδικοπλεύστου, γράφοντος τόν 6ον αἰῶνα, καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Μείζονος τό 432 μ.Χ., κατά τόν ἱστορικόν Γκαροῦτσι.

Συνεπῶς, ὁ ἀνωτέρω ἰσχυρισμός τῶν Νεοεικονομάχων εἶναι ψευδής, ἀνιστόρητος καί προκατειλημένος.

2.- Ἔχει καταδικασθῆ ἀπό τήν Σύνοδον τῆς μόσχας τό 1666.

Ἐδῶ θά ἰδοῦμε ὅτι καί αὐτός ὁ ἰσχυρισμός δέν εἶναι καθόλου ὑπολογίσιμος.

Ὁ κύριος σκοπός τῆς Συνόδου τῆς μόσχας τό 1666 ἦτο ἡ καθαίρεσις τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος.

Ἕνα ἀπό τά ἐνεργά μέλη τῆς Συνόδου τοῦ 1666 ἦτο ὁ μητροπολίτης Γαζαίων Παΐσιος Λιγαρίδης, 8, ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Kωνσταντινουπόλεως. Ὅπως ἀπεδείχθη, ὁ ἐν λόγῳ ἦτο κρυπτοπαπικός Ἰησουΐτης, χειροτονημένος ἱερεύς τό 1639 εἰς τήν Ρώμην ἀπό τόν Οὐνίτην μητροπολίτην Raphael Korsak. Ὁ Παΐσιος Λιγαρίδης κατώρθωσε νά χειροτονηθῇ μητροπολίτης Γάζης τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1652 καί ἀργότερα, μεταξύ 1662-1678, νά παρουσιασθῇ εἰς τήν Ρωσσίαν ὡς σύμβουλος τοῦ Τσάρου Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτς. Ἐκεῖ ἐνεφανίσθη ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ συγχρόνως διετήρει τήν ἀλληλογραφίαν του μέ τούς καθολικούς! Ὁ Παΐσιος Λιγαρίδης καθῃρέθη ὡς λατινόφρων ἀπό τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων τόν Μάϊον τοῦ 1671 ἐπί πατριάρχου Δοσιθέου. 9

Αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς μόσχας τό 1666 ἀμφισβητοῦνται καί ὑπό τῶν ἰδίων τῶν Ρώσσων. Μέχρι σήμερον οἱ Ρῶσσοι προσκυνοῦν καί τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἄλλας εἰκονικάς παραστάσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός.

Διακεκριμένον παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ θαυματουργός εἰκών τῆς Παναγίας τοῦ Kursk , ἡ ὁποία εἰκονίζει τόν Θεόν Πατέρα, ὡς Παλαιόν Των Ημερών, ἄνωθεν τῆς βρεφοκρατούσης Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἄλλο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπό τό 1676, δέκα χρόνια μετά τήν ἐν λόγῳ Σύνοδον τῆς μόσχας τό 1666. Κατά τήν παράδοσιν τῆς μονῆς ὅπου εὑρίσκεται, χορηγός τῆς ἁγιογραφίας αὐτῆς τῆς εἰκόνος ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Τσάρος Ἀλέξιος.

Πολλαί εἰκόνες τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐκυκλοφόρησαν μετά τό 1666, καί αὐταί ἀποτελοῦν ἁπτήν ἀπόδειξιν πώς τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀπεδέχθη τάς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ 1666.

Πρέπει νά σημειωθῇ ὅτι αὐτή ἡ Σύνοδος τῆς Μόσχας τό 1666-1667 θεωρεῖται ἀντικανονική διότι ἀντιτίθεται κατά τῶν ἀποφάσεων προηγουμένων Ὀρθοδόξων Συνόδων, ὅπως τῆς Συνόδου τοῦ 1553-1554, συγκληθείσης ὑπό τοῦ μητροπολίτου Μακαρίου, ὁ ὁποῖος τιμάται ως Ἅγιος ἀπό τήν Ἐκκλησίαν.

Ἡ προηγούμενη Σύνοδος τῆς Μόσχας, τοῦ 1553-1554, ἀπεφάσισεν ὅτι ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι προσκυνητή καί ὅτι εἶναι σύμφωνος μέ τάς Ἀποστολικάς διδαχάς καί τήν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας καί πρέπει νά προσκυνῆται. Ἐκεῖνοι δέ οἱ ὁποῖοι δέν τήν προσκυνοῦν νά τιμωροῦνται. Ἡ αὐτή Σύνοδος ἐτιμώρησε μέ τρία χρόνια ἀποφυγῆς τῆς Θείας κοινωνίας τόν Ivan Mihailovitch Viskovaty, ὁ ὁποῖος ἐπολέμει τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἐάν δέν συνεμορφοῦτο θά κατεδικάζετο ὡς αἱρετικός.

Ἐάν πάλιν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς Μόσχας τό 1666 ἦτο κανονική, καί τότε δέν δύνανται οἱ Νεοεικονομάχοι νά τήν χρησιμοποιήσουν διά τά ἐπιχειρήματά των ἐναντίον τῆς συμβολικῆς παραστάσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἡ ἀπόφασις αὐτῆς τῆς Συνόδου δεν τους ὑπερασπίζει, διότι ὅπως βλέπομεν εἰς τά πρακτικά της, τήν εἰκονογράφησιν τοῦ Θεοῦ Πατρός τήν ἀπαγορεύει ἐπειδή ὁ Πατήρ δέν ἐσαρκώθη. Συγκεκριμένως γράφουν: «Ὁρίζομεν δέ ἀπό τοῦ νῦν τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου Σαβαώθ πλέον μή ζωγραφίζεσθαι, οὔτε εἰκονίζεσθαι, διότι τόν Κύριον Σαβαώθ (ἤγουν τόν Πατέρα) οὐδείς εἶδε ποτέ φανέντα ἐν σαρκί...» 10

Ἡ βάσις ὅμως διά τήν εἰκονογράφησιν τοῦ Θεοῦ Πατρός δέν ὑπῆρξε ποτέ εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὁ βλάσφημος ἰσχυρισμός ὅτι δῆθεν ἐσαρκώθη ὁ Θεός Πατήρ. Ἡ βάσις ἐπί τῆς ὁποίας εἰκονίζεται συμβολικῶς ὁ Θεός Πατήρ, ἔγκειται εἰς τάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν τάς ὁποίας ἡ Ἁγία Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐντέλλεται νά εἰκονίζωνται.

Ἡ ἐν Μόσχᾳ Σύνοδος τοῦ 1666 δέν ἀναφέρεται καθόλου εἰς τήν πραγματικήν βάσιν τῆς εἰκονογραφήσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός, εἰς τάς ὁράσεις τῶν Ἁγίων Προφητῶν, καί διά τοῦτο εἶναι λανθασμένο καί αὐτό τό ἐπιχείρημα τῶν Νεοεικονομάχων.

3.- Ἀπαγορεύεται βάσει τῶν ἀποφάσεων τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἐδῶ θά ἀσχοληθοῦμε ὀλίγον μέ τούς φανατικούς Νεοεικονομάχους, τούς αὐτοαποκαλουμένους νεοφωτίστους εἰς τό θέμα τῶν ἱερῶν εἰκόνων. «Εἴμεθα καί ἡμεῖς κάποτε ἐν τῆ πλάνῃ!» («Ὀρθόδοξος Πνοή», Τεῦχος 187)

Δέν θά σχολιάσωμε τάς πλάνας των, ἀλλά μόνον θά ρίξωμε μίαν ματιάν, εἰς τό πῶς διαστρέφουν τά Ἁγιοπατερικά κείμενα, πῶς τά ἀλλάζουν καί πῶς τά παρεξηγοῦν μέ πολύ πονηρόν τρόπον, διά νά περάσουν τό πονηρόν μήνυμά των. Ἔτσι δικαιολογοῦν τήν ὕπαρξίν των καί τήν κατά καιρούς Ἐκκλησιαστικήν των κατάστασιν. Καταπραΰνουν τάς συνειδήσεις τῶν ἁπλῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι διερωτῶνται διατί πρίν μερικά χρόνια ἔγραφον καί ἐδημοσίευον ἐντελῶς διαφορετικά καί ἄκρως ἀντίθετα μέ αὐτά τά ὁποῖα διδάσκουν σήμερον.

Γράφουν λοιπόν εἰς τό περιοδικόν των, «Ὀρθόδοξος Πνοή» Τεῦχος 187: «Τί λέγει ὅμως ἡ Ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος περί τῆς εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός ἤ τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν ὁποίαν σεῖς ασεβώς μορφοποιεῖτε καί εἰκονίζετε εἰδωλικῶς, καί δή διαιρετήν καί ἑτερουσίαν!.. Διατί ἡ Ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἐθεσμοθέτησεν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός καί κατ' ἐπέκτασιν εἰκόνα τῆς Ὁμοουσίου ἀλλά καί ὑπερουσίου τρισυποστάτου Μιᾶς Θεότητος; Εἰς τήν πρός τόν εἰκονομάχον Λέοντα Ἐπιστολήν του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ρώμης γράφει: «…ἰδόντες τόν Κύριον, καθώς εἶδον, ἱστορήσαντες ἐζωγράφησαν. Ἰδόντες Ἰάκωβον τόν ἀδελφόν τοῦ Κυρίου, καθώς εἶδον, αὐτόν ἱστορήσαντες ἐζωγράφησαν. Ἰδόντες τόν πρωτομάρτυρα Στέφανον, καθώς εἶδον, αὐτόν ἱστορήσαντες ἐζωγράφησαν, καί κατ' ἔπος, ἰδόντες τά πρόσωπα τῶν μαρτύρων τῶν ἐκχυσάντων τό αἷμα ὑπέρ Χριστοῦ, ἐζωγράφησαν, καί θεωρήσαντες λοιπόν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ οἱ ἄνθρωποι, ἀφέντες τάς προσκυνήσεις τοῦ διαβόλου, ταύτας προσεκύνησαν, οὐ λατρευτικῶς, ἀλλά σχετικῶς, ποῖόν σοι φαίνεται, βασιλεῦ, δίκαιον, ταύτας τάς εἰκόνας προσκυνεῖσθαι, ἤ τάς τῆς πλάνης τοῦ διαβόλου;» (Αὐτόθι: Πρακτικά τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, 713/211).

Ἐδῶ εἶναι καθαρά ἡ παραπληροφόρησις τήν ὁποίαν ἐπιχειροῦν. Τό ἀνωτέρω ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἐπιστολήν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Πάπα Ρώμης δέν ἀναφέρεται καθόλου εἰς τόν Θεόν Πατέρα ἤ εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα. Πῶς λοιπόν εἰς τήν εἰσήγησίν των γράφουν; «Τί λέγει ὅμως ἡ Ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος περί τῆς εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός ἤ τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν ὁποίαν σεῖς ασεβώς μορφοποιεῖτε καί εἰκονίζετε εἰδωλικῶς, καί δή διαιρετήν καί ἑτερουσίαν»;

Συνεχίζοντες οἱ νεοφώτιστοι Νεοεικονομάχοι γράφουν: «Εἰς τήν ἰδίαν ἐπιστολήν του ἀντιμετωπίζει τούς κατηγόρους, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον εἴδωλα τάς εἰκόνας καί ὅτι εἰκονίζομεν τήν ἀόρατον θείαν φύσιν. «Διά τί τόν Πατέρα τοῦ κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ ἱστοροῦμεν καί ζωγραφοῦμεν; Ἐπειδή οὐχ οἴδαμεν τίς ἐστιν, καί Θεοῦ φύσιν ἀδύνατον ἱστορῆσαι καί ζωγραφῆσαι, καί εἰ ἐθεασάμεθα καί ἐγνωρίσαμεν, καθώς τόν υἱόν αὐτοῦ, κἀκεῖνον ἄν εἴχομεν ἱστορῆσαι καί ζωγραφῆσαι, καί ἴνα κἀκείνου τόν χαρακτῆρα εἴδωλον ἀποκαλῆς. Μαρτυρόμεθά σοι ὡς ἀδελφοί ἐν Χριστῷ, εἴσελθε πάλιν εἰς τήν ἀλήθειαν, ὅθεν ἐξῆλθες, ἀπόρριψον τήν ὑψηλοφροσύνην, καί τό πεῖσμά σου κατάργησον, καί γράψον παντί καί πανταχοῦ, καί ἀνάστησον οὕς ἐσκανδάλισας καί ἀπετύφλωσας» (Αὐτόθι σελ. 211/718).

Αγία τριάδα

Ἡ ἀνωτέρω παράθεσις εἶναι τό δυνατότερον ἴχνος ἐρείσματος τό ὁποῖον θά ἠδύναντο νά ἀνεύρουν οἱ Νεοεικονομάχοι εἰς τά κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τί τό μεμπτόν ὅμως κάνουν; Δημιουργοῦν τεχνιέντως λάθος ἐντύπωσιν διά νά στηρίξουν τήν ἀστήρικτον Αἵρεσίν των καί πολεμικήν.

Πρῶτον, τήν Ἐπιστολήν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ρώμης πρός τόν Αὐτοκράτορα λέοντα τήν ἀναβαθμίζουν ὡς Φωνήν τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ τό νά τήν παραθέτουν μετά τό ἐρώτημα, «Τί λέγει ὅμως ἡ Ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος περί τῆς εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός ἤ τῆς Ἁγίας Τριάδος»; Τό ὅτι ἡ Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου εἶναι καταχωρημένη εἰς τά Πρακτικά τῆς Συνόδου δέν σημαίνει ὅτι ἀποτελεῖ μέρος τῶν Ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας αὐτῆς Συνόδου. Εἰς τά Πρακτικά καταχωρῶνται ὅλα τά διαθέσιμα κατά τήν συνεδρίασιν κείμενα, ἀκόμη καί τῶν ἐναντίων. Διά νά ἀποφεύγεται λοιπόν ἡ ἐπιχειρουμένη παραπλάνησις μέσῳ τῆς δημιουργίας ἐντυπώσεων, καλόν εἶναι νά γίνῃ κατανοητόν ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ Ἁγίου δέν ἀποτελεῖ εἰς τήν παροῦσαν περίπτωσιν διατύπωσιν Συνοδικοῦ Ὅρου.

Δεύτερον, ἡ ἐν λόγῳ Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ρώμης πραγματεύεται τήν προσκύνησιν τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων ἐν γένει καί μόνον ἐν παρόδῳ ἀναφέρεται εἰς τήν εἰκονογράφησιν τοῦ Θεοῦ Πατρός, χωρίς νά παρουσιάζῃ ἐνδελεχῆ μελέτην ἐπ᾽ αὐτῆς. Θέμα του δέν εἶναι τό ἐρώτημα ἐάν εἰκονίζεται ὁ Θεός Πατήρ, ἀλλά τό ἐάν προσκυνοῦνται αἱ εἰκόνες ἤ εἶναι εἴδωλα καί πρέπει νά πολεμοῦνται.

Τρίτον, τό σκεπτικόν τῆς διατυπώσεως ἔχει ὡς ἄξονα περιστροφῆς τό ὅτι «Θεοῦ φύσιν ἀδύνατον ἱστορῆσαι καί ζωγραφῆσαι». Αὐτό ἐγείρει ἐρωτηματικά. Διατί ἐπιχειρηματολογεῖ μέ αὐτόν τόν τρόπον ὁ Ἅγιος; Ποῖον ἐρώτημα ἀπαντᾶ; Τό ἐάν εἰκονίζεται ἡ Θεϊκή Φύσις ἤ τό ἐάν εἰκονίζεται τό πρῶτον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Πατήρ; Ἱστορικῶς ἐξετάζοντες τό θέμα προκύπτει ὅτι τό ἐρώτημα τῆς ἐποχῆς ἦτο τό πρῶτον καί ὄχι τό δεύτερον. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντιμετώπιζε τό ἐρώτημα τοῦ ἐάν εἰκονίζεται ὁ Θεός Πατήρ. Ἡ Ἐκκλησία τήν ἐποχήν ἐκείνην ἐκατηγορεῖτο ὅτι εἰκονίζει τήν Θείαν Φύσιν.
Ὅμως, ἐπειδή ὁ Θεός Πατήρ, ὡς ὁ πρῶτος καί μόνος Αἴτιος τῆς Ὑποστάσεως τοῦ Υἱοῦ καί τῆς Ὑποστάσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ πηγή τῆς Θεότητος τοῦ Υἱοῦ καί τῆς Θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, συμβαίνει νά προσωποποιῇ ὁ Ἅγιος τό ἐρώτημα τῆς Θείας φύσεως εἰς τόν Ἀναίτιον Θεόν Πατέρα. καί ἐνῶ γράφῃ, «Διά τί τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ ἱστοροῦμεν καί ζωγραφοῦμεν;» ἀπαντᾶ τό ἐρώτημα, «Διά τί τήν Θείαν Φύσιν καί Οὐσίαν οὐχ ἱστοροῦμεν καί ζωγραφοῦμεν;» Ἐπειδή δέν τήν γνωρίζομεν, οὐχ οἴδαμεν καί οὐκ ἐθεασάμεθα.

Εἶναι ἐντυπωσιακή λοιπόν καί ὄχι ἀληθής ἡ ἐκ μέρους τῶν Νεοεικονομάχων χρῆσις τοῦ κειμένου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Πάπα Ρώμης.

Παρομοία ἦτο καί ἡ τῶν Μονοφυσιτῶν χρῆσις τῆς διατυπώσεως τοῦ Ἁγίου κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: «Μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη», τόν ἐξ ἴσου πονηρόν σκοπόν εἶχε, τήν πλάνην, καί εἰς τό ἴδιον τέλος κατέληγε, τήν ἀπώλειαν.

Εἰς τήν συνέχειαν, οἱ νεοφώτιστοι Νεοεικονομάχοι, ἀφήνοντες τόν Ἅγιον Γρηγόριον Ρώμης καί ἀναλαμβάνοντες τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς τήν ἔγγραφον Ἀπόφασιν, γράφουν:

«Καί πάλιν ἐν τῆ Ε΄ Πράξει τῆς ἰδίας Ἁγίας Συνόδου, ρητῶς κηρύσσεται ὅτι ἡ θεία φύσις δέν περιγράφεται καί δέν ζωγραφίζεται, ἀλλά μόνον ἡ ἀνθρωπότης τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου: «…τοῦ δέ Θεοῦ εἰκόνας ποιοῦμεν, λέγω δή τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθώς ὤφθη ἐπί τῆς γῆς, καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη, τοῦτον γράφοντες, καί οὐχ ὡς νοεῖται φύσει Θεός, ποία γάρ ὁμοίωσις, ἤ ποῖον σχῆμα τοῦ ἀσωμάτου καί ἀσχηματίστου Λόγου τοῦ Πατρός; Πνεῦμα γάρ ὁ Θεός, ὡς γέγραπται, τουτέστιν ἡ τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος φύσις, ἀλλ' ἐπεί εὐδοκίᾳ τοῦ Θεοῦ καί Πατρός κατελθών ὁ Μονογενής αὐτοῦ Υἱός καί Θεός Λόγος ἐξ οὐρανῶν, ἐσαρκώθη διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τῆς ἀχράντου Παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας, τήν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ γράφομεν, οὐχί τήν ἀσώματον Θεότητα» (Αὐτόθι σελ. 814/314).

Τί λοιπόν καταφέρουν νά ἀποδείξουν ἐδῶ, «Ὀρθόδοξος Πνοή» Τεῦχος 187, διά τῆς ἐπικλήσεως τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ τῆς Νεοεικονομαχίας νεοφώτιστοι;

Ὅτι δεν εἰκονίζεται ὁ Θεός Πατήρ;

Ὅτι δεν εἰκονίζεται ἡ Ἁγία Τριάς; κάθε ἄλλο μόνον τό αὐτονόητον:

Εικόνα

Ὅτι δεν εἰκονίζεται ἡ Θεϊκή Φύσις. Ὅτι δεν εἰκονίζεται ἡ τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος Φύσις.

Μήπως ἀποδεικνύουν ὅτι ἐκ τῶν Τριῶν Θεαρχικῶν Προσώπων μόνον ὁ Χριστός δύναται νά εἰκονίζεται; κάθε ἄλλο. Μόνον τό αὐτονόητον: Ὅτι τόν Χριστόν εἰκονίζομεν κατά τήν ἀνθρωπίνην φύσιν καί ὄχι κατά τήν Θεϊκήν.

Τό ἀνωτέρω κείμενον τῆς Ε´ Πράξεως τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δέν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μέ τήν Αἱρετικήν ἐπιδίωξιν τῶν Νεοεικονομάχων οἱ ὁποῖοι μάχονται κατά τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Πατρός καί κατά τῆς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Εἶναι πασιφανές ὅτι τό κείμενον ἀπευθύνεται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν τάς εἰκόνας ὡς περιγραφάς τῆς Θείας Φύσεως καί ὄχι ὡς συμβολικάς παραστάσεις τῶν ὁράσεων τῶν Προφητῶν.

Ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν ἐδέχθη τάς εἰκόνας τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς περιγραφάς τῆς Θείας Φύσεως, ὅπως εἴδομεν καί εἰς τήν ἀρχήν.

Πρέπει νά τονισθῇ ὅτι ἡ Ἁγία καί μεγάλη 7η Οἰκουμενική Σύνοδος μακαρίζει αὐτούς οἱ ὁποῖοι δέχονται καί εἰκονίζουν τάς προφητικάς ὁράσεις. Κάθε χρόνο διαβάζομε τήν κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας:

«Τῶν τάς προφητικάς ὁράσεις, ὡς αὐτό τό Θεῖον αὐτάς ἐσχημάτισε καί διετύπου, εἰδότων καί ἀποδεχομένων καί πιστευόντων, ἅπερ ὁ τῶν Προφητῶν χορός ἑωρακότες διηγήσαντο, καί τήν τῶν Ἀποστόλων καί εἰς Πατέρας διήκουσαν ἔγγραφον καί ἄγραφον παράδοσιν κρατυνόντων, καί διά τοῦτο εἰκονιζόντων τά Ἅγια καί τιμώντων, αἰωνία ἡ μνήμη». 11

Ἡ ἰδία Ἁγία Σύνοδος Ἀναθεματίζει ἐπίσης αὐτούς οἱ ὁποῖοι δέν δέχονται νά εἰκονίσουν τάς Προφητικάς ὁράσεις:

«Τοῖς τάς μέν προφητικάς ὁράσεις, κἂν μη βούλοιντο, παραδεχομένοις, τάς δ’ ὀφθείσας αὐτοῖς εἰκονογραφίας, ὦ θαῦμα! καί πρό σαρκώσεως τοῦ Λόγου μή καταδεχομένοις, ἀλλ’ ἢ αὐτήν τήν ἄληπτόν τε καί ἀθέατον οὐσίαν ὀφθῆναι τοῖς τεθεαμένοις κενολογοῦσιν, ἢ εἰκόνας μέν ταῦτα τῆς ἀληθείας, καί τύπους, καί σχήματα ἐμφανισθῆναι τοῖς ἑωρακόσι συντιθεμένοις, εἰκονογραφεῖν δέ ἐνανθρωπήσαντα τόν Λόγον, καί τά ὑπέρ ἡμῶν αὐτοῦ πάθη οὐκ ἀνεχομένοις, Ἀνάθεμα α΄ ». 12

Ἄραγε ὄχι μόνον δέν ἀπαγορεύει ἡ Ἁγία Ἑβδόμη Οἰκουμενική Σύνοδος τήν εἰκόνα τοῦ Συνθρόνου τῆς Ἁγίας Τριάδος μέ τόν Πατέρα ὡς Παλαιόν τῶν Ἡμερῶν, ὅπως ἔχει ἐμφανισθῆ εἰς τούς Προφήτας, ἀλλά ἀναθεματίζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τήν εἰκονογράφησιν τῶν προφητικῶν ὁράσεων καί μακαρίζει αὐτούς οἱ ὁποῖοι τάς δέχονται.

4.- Δέν εἶναι κανονική καί Ὀρθόδοξη διότι εἰκονίζει τόν Θεόν Πατέρα τόν ὁποῖον κανείς δέν ἔχει ἰδεῖ ποτέ. «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε» (Ἰωάν. ι-18).

Οἱ νέοεικονομάχοι διαδίδουν μεταξύ ἄλλων καί τήν προπαγάνδα ὅτι ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀντιτίθεται ἀκόμη καί εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν. Ἄς ἰδοῦμε ὅμως τί μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἰς τήν 15ην Ὁμιλίαν του, ἀκριβῶς ἐπάνω εἰς τήν σχετικήν περικοπήν τοῦ Εὐαγγελίου τήν ὁποίαν χρησιμοποιοῦν οἱ Νεοεικονομάχοι:

«Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε· ὁ Μονογενὴς Υἱός, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο... Τί οὖν ἐροῦμεν τῷ μεγαλοφωνοτάτῳ Ἠσαΐᾳ λέγοντι· Εἶδον τόν Κύριον καθήμενον ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί ἐπηρμένου; Τί δέ τῷ Ἰωάννῃ προσμαρτυροῦντι αὐτῷ ὅτι ταῦτα εἶπεν, ὃτε εἶδε τήν δόξαν αὐτοῦ; Τί δέ τῷ Ἰεζεκιήλ; Καί γάρ καί αὐτός ἐπί τῶν Χερουβίμ καθήμενον αὐτόν ὁρᾷ. Τί δέ καί τῷ Δανιήλ; καί γάρ αὐτός φῃσιν· Ὁ Παλαιός τῶν ἡμερῶν ἐκάθητο... Καί ἕτεροι δέ αὐτόν ἑωράκασι. Πῶς οὖν ὁ Ἰωάννης εἶπεν, Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε; Δηλῶν ὃτι πάντα ἐκεῖνα συγκαταβάσεως ἦν, οὐκ αὐτῆς τῆς οὐσίας ... Καί τοῦτο διά προφήτου τινός ὁ Θεός καί Πατήρ ἐμφαίνων ἔλεγεν· Ἐγώ ὁράσεις, φησίν, ἐπλήθυνα, καί ἐν χερσί Προφητῶν ὡμοιώθην, τουτέστι, συγκατέβην, οὐ τοῦτο ὅπερ ἤμην ἐφάνην». 13

Ἐδῶ μᾶς ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος τό τί σημαίνει «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς ἐξηγεῖ τό τί ἀκριβῶς γράφει ὁ Εὐαγγελιστής. Γράφει διά τήν Θεϊκήν οὐσίαν καί ὄχι διά τάς συγκαταβατικάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν εἰς τάς ὁποίας στηρίζεται ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος, «πάντα ἐκεῖνα συγκαταβάσεως ἦν, οὐκ αὐτῆς τῆς οὐσίας».

Ἀποστομώνει ὁ Ἅγιος ἐπίσης αὐτούς οἱ ὁποῖοι διαδίδουν ὅτι μόνον ὁ Υἱός ἐμφανίσθη εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην καί ποτέ ὁ Πατήρ. «Καί τοῦτο διά Προφήτου τινός ὁ Θεός καί Πατήρ ἐμφαίνων ἔλεγεν· Ἐγώ ὁράσεις, φησίν, ἐπλήθυντα...».

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει:

«Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ» (Ἐβρ. Α´, 1-2).

Μέ πολλούς τρόπους καί πολλάς φοράς ὁ Θεός Πατήρ ἔχει φανερωθῆ εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην διά μέσῳ τῶν Προφητῶν καί εἰς τήν καινή Διαθήκη διά μέσῳ τοῦ μονογενοῦς Του Υἱοῦ, τοῦ κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τί ἄλλο χρειάζονται οἱ Νεοεικονομάχοι διά νά σταματήσουν νά παρασύρουν τούς ἁπλοϊκούς; Ἤ μᾶλλον μέχρι πότε θά τούς κοροϊδεύουν;

5.- Ὅλαι αἱ Προφητικαί Ὁράσεις εἶναι «Χριστοκεντρικαί».

Ἡ ὀνομασία «Παλαιός τῶν Ἡμερῶν» ὅπως καί τό ὄνομα «Θεός» ἀνήκει καί εἰς τά Τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Δέν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τόν Υἱόν ὅπως διαδίδουν οἱ Νεοικονοκλάστες, ότι δηλαδή ὅλαι αἱ Θεοφάνειαι εἶναι τοῦ Υἱοῦ. Ὁ Παλαιός τῶνἩμερῶν εἰς τάς προφητικάς ὁράσεις ἦτο πάντοτε ὁ Χριστός καί πουθενά δέν ἦτο ὁ Θεός Πατήρ, λέγουν.

Κατ᾽ αὐτούς, ὅταν ὁ Θεός ἐμφανίσθηκε εἰς τούς Προφήτας καί εἰς τούς Πατριάρχας καί ἐμίλησε μαζί τους, ἡ ἐμφάνισις αὐτή ἦτο τοῦ Υἱοῦ καί όχι τοῦ Πατρός.

Ἄς ἰδοῦμε ὅμως, τί μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν Ἁγίων της:

1.- Ἄς ἀρχίσωμεν ἀπό τόν Ἅγιον Νικόδημον τόν Ἁγιορείτην, ὁ ὁποῖος εἰς τό Πηδάλιον γράφει εἰς τά προλεγόμενα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:

«ὅτι καί ὁ Ἄναρχος Πατήρ πρέπει νά ζωγραφίζεται καθώς ἐφάνη εἰς τόν προφήτην Δανιήλ ὡς Παλαιός ἡμερῶν». 14

2.- Ἡ Ἁγία Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος, εἰς τήν Η´ Πρᾶξιν αὐτῆς λέγει:

«Πιστεύοντες εἰς ἓνα Θεόν ἐν Τριάδι ἀνυμνούμενον, τάς τιμίας αὐτοῦ εἰκόνας ἀσπαζόμεθα». 15

3.- Ὅ Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν σχολιάζῃ τό ὅραμα τοῦ Προφήτου Δανιήλ λέγει:

«Πατέρα καί Υἱόν οὗτος καί πρῶτος καί μόνος ὁρᾶ, ὡς ἐν ὂψει».16

4.- Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος περί τοῦ Ὁράματος τοῦ Δανιήλ λέγει:

«Καί ὡς ὁ Δανιήλ, εἶδεν τόν Παλαιόν τῶν ἡμερῶν, τοῦτο ὀπτασία τοῦ Πατρός».17

5.- Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς περί τοῦ αὐτοῦ Ὁράματος τοῦ Δανιήλ λέγει:

«Ἀλλά καί πατέρα τόν Δαβίδ οὗτος ἔχει, ... ὡς εἶναι τόν τεχθησόμενον Θεόν ὁμοῦ καί ἄνθρωπον, υἱόν τε ἀνθρώπου καί υἱόν Θεοῦ, παρά Θεοῦ καί Πατρός ὡς ἄνθρωπος τήν ἀδιάδοχον Βασιλείαν λαμβάνοντα, ὡς εἶδε καί προανεκήρυξεν ὁ Δανιήλ· «ἐθεώρουν γάρ», φησίν, «ἕως οὗ θρόνοι ἐτέθησαν καί Παλαιός Ἡμερῶν ἐκάθισε· καί ἰδού ὡς υἱός ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ καί μέχρι τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν ἔφθασε, καί αὐτῷ ἐδόθη ἡ τιμή καί ἡ ἐξουσία». 18

Ὑπάρχουν καί ἄλλαι πολλαί πατερικαί καί λειτουργικαί μαρτυρίαι αἱ ὁποῖαι μᾶς διδάσκουν ὅτι ἐφανερώθη καί ὁ Πατήρ εἰς τάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν, ὄχι μόνον ὁ Υἱός, ὅπως προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν οἱ Νεοεικονομάχοι. Ἡ 7η Οἰκουμενική Σύνοδος μακαρίζει αὐτούς οἱ ὁποῖοι παραδέχονται καί εἰκονίζουν τάς προφητικάς ὁράσεις, Εἰς τάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν περιέχονται καί ὁράσεις τοῦ Πατρός, καί αὐτή εἶναι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Επίλογος.

Ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος μέ τόν Πατέρα ὡς Παλαιόν Ἡμερῶν εἶναι Ὀρθόδοξος καί προσκυνητή. Εἶναι ἑδραιομένη εἰς Ἀποφάσεις Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί εἰς Διδαχάς Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων. Ὅσοι διώκουν τήν εἰκόνα αὐτήν καί δέν τήν προσκυνοῦν, ὅπως οἱ Νεοεικονομάχοι τοῦ 20οῦ αἰῶνος καθώς καί οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτούς, κουβαλοῦν μαζί τους τό Ἀνάθεμα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί φυσικά εὑρίσκονται ἐκτός Ἐκκλησίας.

Εὐχόμεθα εἰλικρινῶς ὁ Τριαδικός Θεός νά φωτίσῃ τούς πρώην ἀδελφούς μας οἱ ὁποῖοι ἐμπιστεύθηκαν τούς Νεοεικονομάχους να μήν τούς ἐνθαρρύνουν μέ τό νά τούς ἀκολουθοῦν.

Μέ αὐτά τά λίγα νομίζω πῶς ἀπερρίφθησαν τά ἐπιχειρήματα τῶν Νεοεικονομάχων.

Ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι Ὀρθόδοξος και προσκυνητή, Ἡ προσκύνησίς της ἀποτελεῖ παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, Ἡ ὕπαρξίς της εἶναι θεμελιωμένη εἰς πάρα πολύ στερεά θεμέλια, αὐτά τῶν Ἀποφάσεων Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

______________________________
1. (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 347/847).

2. (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 297/797).

3. (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 342/842).

4. Θεοδώρου Ἡγουμένου τοῦ Στουδίτου, Ἀντιρρητικός, P.G. 99, 405A.

5. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, P.G. 94, 1344-1345.

6. Θεοδώρου Ἡγουμένου τοῦ Στουδίτου, P.G. 99, 1640).

7. Ἡ ἀνωτέρω μαρτυρία εἶναι προσβάσιμος εἰς τόν διαδικτυακόν τόπον: http://psalter.library.uu.nl/images/FOL_064V.JPG

8. Ἡ Δράση τοῦ Καθολικισμοῦ στίς Ἑλληνικές Χῶρες στά 1600-1700, Α. βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τόμ. Γ´, Θεσσαλονίκη 1968.

9. Κώδιξ τῆς Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλήμ Α.Μ., σελ. 90-91.

10. ΝΑ ΄ Πρακτικόν τῆς ἐν Μοσχοβίᾳ Συνόδου ἐπί Καθαιρέσει τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος 1666-67.

11. Συνοδικόν τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Ζ΄ Συνόδου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας.

12. Συνοδικόν τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Ζ΄ Συνόδου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας.

13. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, P.G. 59, 97-98

14. Πηδάλιον, ἔκδοσις Ἀστήρ, σελίς 320.

15. Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 383/883.

16. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, P.G. 56, 233.

17. Ἁγίου Ἐπιφανίου 181Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ιΔ´, 11.

Πηγή: egoch.org

(Σχόλιο Εγκολπίου: Πολλοί αιρετικοί ενεφανίσθησαν τον 20ο αιώνα και επολέμησαν Την Εκκλησία Του Χριστού μας, ανάμεσα σε αυτούς και ο πρώτος νεοεικονομάχος Λεωνίδας Ουσπένκυ, αγιογράφος Ρωσσικής καταγωγής, ο οποίος μίλησε πρώτη φορά εναντίον των ιερών εικόνων στον 20ο αιώνα. Ακολούθησε ο επίσης αγιογράφος Φώτιος Κόντογλου, ο οποίος ασπάστηκε τις ιδέες του Ρώσσου συναδέλφου του και αγιογραφώντας στα μοναστήρια και τους ναούς της Ελλάδος διέδιδε και την αίρεση αυτή.

Όλη  σχεδόν η αποκαλούμενη διανόηση του νέου ημερολογίου, θεολόγοι, δογματολόγοι και λοιποί πτυχιούχοι, έχουν τις αιρετικές αυτές αντιλήψεις και αρκετοί εκ του χώρου των εν Ελλάδι παλαιοημερολογιτών όπως: Η Σύνοδος των Ενισταμένων, της Μονής Αγίου Κυπριανού στη Φυλή, εκτός από τις άλλες αιρέσεις που πρεσβεύει, όπως την εγκυρότητα των μυστηρίων της αιρετικής νεοημερολογίτικης εκκλησίας, δεν αποδέχεται την εικόνα της Αγίας Τριάδος, και την εικόνα της εκ του τάφου Αναστάσεως Του Κυρίου μας. Ακόμα οι αποκαλούμενοι Γ.Ο.Χ. του ''αρχιεπισκόπου'' Νικολάου, ο ''επίσκοπος'' Κήρυκος Κοντογιάννης, και κάποιες άλλες από τις φερόμενες ως σοβαρές συνόδους των Γ.Ο.Χ. οι οποίες έχουν επισκόπους που τιμουν τις εν λόγω εικόνες και άλλους που δεν τις τιμούν, αλλά για την κατακραυγή του ποιμνίου τους δεν μιλούν ευθέως για τα αιρετικά πιστεύω τους.

''Αρχιεπίσκοπος'' μίας εξ αυτών των αιρετικών ομάδων που υπό τον μανδύα του παλαιού ημερολογίου πλανούν τον απλό λαό Του Θεού, έχει ομολογήσει στον γράφοντα το παρόν σχόλιο, ότι: ''Οι εικόνες αυτές είναι καταδικασμένες από την 7η Οικουμενική, αλλά αφού ο κόσμος δεν γνωρίζει τί να κάνω, μπροστά στο κόσμο την προσκυνώ''... Έτερος επίσκοπος, άλλης ομάδας, που παρουσιάζεται για πολύ μεγάλος θεολόγος λόγω πτυχίου με ''Άριστα'', είπε πως: ''Οι εικόνες αυτές είναι παπικές και στο χώρο μας δε τις δεχόμαστε, αν κάποιος μας κάνει δώρο μία τέτοια, την δίνουμε σε κάποιον άλλον ώστε να μην σκανδαλιστεί κάποιος εδώ μέσα''... Τέλος άλλος επίσκοπος πάλι είπε ότι: ''Μπροστά στον κόσμο την προσκυνώ για να μη δημιουργηθεί ζήτημα''...

Οι αιρετικοί έχουν ως ίδιον χαρακτηριστικό τους την διπλωματία και την αντιφατική γλώσσα. Άλλα θα πουν σε κάποιον που πλησιάζει το πιστεύω τους και τελείως διαφορετικά θα μιλήσουν σε κάποιον που θα δουν ότι είναι αντίθετος στο πιστεύω τους. Ο φέρων την αλήθεια όμως δεν φοβάται να μιλήσει γι' αυτήν ευθέως και ας γίνει ό,τι θέλει... Ομολογία πίστεως σημαίνει να μιλώ ευθαρσώς για την Άλήθεια, με τρόπο σωστό και καίριο, διακριτικό, κατάλληλο. Οι αιρετικοί υποκρίνονται, αοριστολογούν, θολώνουν τα νερά με θεωρίες δικές τους που τις διανθίζουν με λόγια Αγίων και μέσα ακόμα από το Θείο Ευαγγγέλιο.)

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Όργια και ναρκωτικά σε Μασονική στοά.

ΗΠΑ: Σεξουαλικά όργια και ναρκωτικά σε Μασονική στοά.
 
 
Αντιμέτωπος με ένα απίστευτο θέαμα ήρθε ο αστυνομικός που μπήκε μέσα...
 
Σε χώρο τέλεσης σεξουαλικού οργίου μετατράπηκε ένας Μασονικός ναός, στην πόλη Battle Creek του Μίσιγκαν των ΗΠΑ!
 
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ και τα δημοσιεύματα αμερικανικών Μέσων, η αστυνομία κλήθηκε στο ναό αργά το βράδυ της προηγούμενης Κυριακής έπειτα από καταγγελίες για καυγά. Όταν όμως οι ένστολοι έφτασαν στο σημείο διαπίστωσαν ότι οι φωνές δεν προέρχονται από κάποιο τσακωμό.
 
 
«Ο πρώτος αστυνομικός που μπήκε μέσα, σοκαρισμένος είδε ζευγάρια σε άσεμνες σεξουαλικές πράξεις, μαζί με ναρκωτικά, πολλές γυμνές γυναίκες και άντρες να τα βιντεοσκοπούν», αναφέρει χαρακτηριστικά δημοσίευμα του News Channel 3. Ταυτόχρονα, άλλες γυναίκες χόρευαν. Η αστυνομία τους διέταξε να ντυθούν και να φύγουν.
 
Σύμφωνα με εκπρόσωπο του Μασονικού ναού που δεν κατονομάζεται, οι παρευρισκόμενοι είχαν πληρώσει 900 δολάρια να νοικιάσουν το κτίριο για ένα πάρτυ τη βραδιά εκείνη. Επιπλέον, αρνήθηκε τις κατηγορίες που θέλουν να μην είναι η πρώτη φορά που τέτοια σεξουαλικά πάρτυ διοργανώνονται στους κόλπους της οργάνωσης.
 
Πηγή: Κόκκινος ουρανός

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Αναζητηση

Αναγνώστες