Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Νεοπαγανιστικές αντιφάσεις...

Στις ημέρες μας παρατηρείται μία συστηματική προσπάθεια κάποιων ομάδων, που ως σκοπό έχουν τη νεκρανάσταση και την επαναφορά του αρχαίου ελληνικού ειδωλολατρικού Δωδεκάθεου και την επίσημη αναγνώρισή του ως θρησκείας.

Κοινό χαρακτηριστικό, όμως, των νεοπαγανιστικών ομάδων είναι η απαξιωτική, υβριστική και βίαιη τοποθέτησή τους απέναντι σε κάθε τι το χριστιανικό και (ταυτοχρόνως) η επιμελής αποφυγή τους να αναφέρονται σε μελανές πτυχές της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

Οι σύγχρονοι νεοπαγανιστές σιωπούν για τα επαίσχυντα χαρακτηριστικὰ των λεγομένων μεν θεών, κατ' ουσίαν δαιμόνων, όπως για τις αισχρότητες, τους φθόνους, τα μίση, τις απάτες, καθώς επίσης για την ανθρωπολατρία, τις ανθρωποθυσίες που δέχονταν κ.ά.

Επιπλέον από τις ομάδες αυτές δεν απουσιάζουν οι προσωπικές αντιπάθειες, οι ιδεολογικές διαφοροποιήσεις, καθώς και η σύγχυση και οι αντιφάσεις για το τί ήταν τελικά οι διάφοροι θεοί της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

Ομολογείται και από τους ιδίους ότι:

«οι εκπρόσωποι του Αρχαιοελληνικού Κινήματος δεν έχουν μία σαφή γνώση για την αρχαιοελληνική Θρησκεία, ερμηνεύοντας την Ελληνική Μυθολογία κατά το δοκούν».(Βλ. Η Αναβίωση της Αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, 2002, σσ. 7475)

Στον εν λόγω ισχυρισμό του νεοπαγανιστή θεωρητικού πρέπει να επισημάνουμε δύο σημεία:

α) ότι οι σύγχρονοι νεοειδωλολάτρες δεν έχουν σαφή γνώση της αρχαίας θρησκείας, και

β) ότι ερμηνεύουν την ελληνική μυθολογία κατά το δοκούν.

Οι επισημάνσεις αυτές επιβεβαιώνονται πλήρως από την ίδια την πραγματικότητα. Χαρακτηριστική απόδειξη εν προκειμένω, είναι οι αντιφατικές θέσεις δύο άλλων νεοπαγανιστών θεωρητικών για το τί ήταν οι αρχαίοι θεοί.

Σύμφωνα, λοιπόν, με την μία άποψη, η οποία τυγχάνει νεφελώδης και αόριστη, «Οι Εθνικοί θεοί των Ελλήνων, όπως και όλων των δυτικοευρωπαϊκών λαών, είναι ενέργειες, δυνάμεις και είναι ιδέες». (Περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 95, σ. 70)

Κατά την άλλη άποψη και σε πλήρη αντίθεση με την προηγούμενη, ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας του Δωδεκάθεου, και εκδότης αρχαιολατρικού περιοδικού ισχυρίζεται:

«Οι θεοί είναι ομοούσιοι προς τα άλλα όντα διότι έχουν την ίδια ουσία: το ψυχικό άτομο. Υπήρξαν άνθρωποι, ποΥ έφθασαν στο τέλος του κύκλου των μετεμψυχώσεων, διατηρούν τις αναμνήσεις όλων των βίων τους…». (Βλ. Παν. Μαρίνη, Τί πιστεύει η Ελληνική μας θρησκεία, περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 95, σ. 28)

Τι μας λέει ουσιαστικά ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας του Δωδεκάθεου; Μας λέει ότι οι λεγόμενοι θεοί ήταν άνθρωποι τελικά, που θεοποιήθηκαν και τους λάτρευαν ως θεούς. Η άποψη αυτή βεβαίως, δεν είναι καινούργια. Την είχαν υποστηρίξει οι αρχαίοι φιλόσοφοι Ευήμερος (350297 π.Χ.) και Εκαταίος ο Αβδηρίτης (Γʹ αι. π.Χ.) στην κριτική τους κατά του αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου.

Εν προκειμένω, όμως, παρατηρούμε το εξής παράδοξο. Δύο αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι να απορρίπτουν το Δωδεκάθεο, γιατί θεωρούσαν τους λεγόμενους θεοὺς ως ανθρώπους, που θεοποιήθηκαν, και ο σύγχρονος αρχαιολάτρης θεωρητικὸς να ζητά να επιστρέψουμε και να λατρεύουμε ως θεούς αυτούς, που και οι αρχαίοι φιλόσοφοι απέρριψαν. Ζητά να λατρεύσουμε ως θεούς νεκρούς ανθρώπους.

Πόσο δίκαιο είχε ο Θεόφιλος Αντιοχείας, όταν έλεγε: «Και τα μεν ονόματα ων φης σέβεσθαι θεών ονόματά εστί νεκρών ανθρώπων».(Πρὸς Αυτόλυκον Α,9 Β.Ε.Π.Ε.Σ. 5, 17)

Να λοιπόν, το υποτιθέμενο κλέος της πατρώας θρησκείας, στην οποία ζητούν οι νεοπαγανιστές να επιστρέψουμε. Να λατρεύουμε είδωλα, για τα οποία ούτε οι ίδιοι οι νεοπαγανιστές μεταξύ τους δεν συμφωνούν για το τί ήταν.
 
Άλλοι νεοπαγανιστές, αγωνίζονται να εξωραΐσουν το αρχαιοελληνικό ειδωλολατρικό μόρφωμα, υποστηρίζοντας ότι η αρχαία θρησκεία «απομακρύνει πάντα οπαδόν της από προσωπολατρίας» και επιπλέον ότι «Η Ελληνική θρησκεία, εν τω συνόλω της, αποτελεί ένα μεγαλούργημα».(Βλ. Η Αναβίωση της Αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, 2002, σ. 36)

Οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν επιπλέον, ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα της τακτικής τους, να αντικαθιστούν τα ιστορικά δεδομένα όπως αυτά που αναφέραμε, με ιδεολογικές τους φαντασιώσεις σε επίπεδο ερμηνείας. Είναι, όμως, γνωστό, ότι το χάσμα μεταξύ φαντασιώσεως και ιστορίας είναι αγεφύρωτο.Ο Ορθόδοξος Χριστιανός ξέρει πολύ καλά, ότι κάθε μορφή ειδωλολατρίας είναι μορφή δαιμονολατρίας (Ψαλμ. 95, 5. 1 Κορ. 10, 20. 2 Κορ. 6, 16. 1 Ιωαν. 5, 21).

«Ορθόδοξος Τύπος», αριθ. 1641/5.5.2006 – Του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου (Μ. ΤΗ.)
 
Πηγή: blogs.sch.gr

Χριστιανοί και Παρθενώνας!

Kάθε μουσείο, άρα και το Μουσείο της Ακροπόλεως, είναι χώρος προβολής της ιστορίας και της ιστορικής αλήθειας. Οι επιγραφές και τα αγάλματα είναι ιστορικές πηγές. Δεν είναι δυνατόν μέσα σ’ ένα μουσείο να προβάλλονται γεγονότα ιστορικώς ατεκμηρίωτα, όπως η σκηνή με τους ρασοφόρους που καταστρέφουν τον Παρθενώνα.

Είναι σεβαστή η προσωπικότητα του διακεκριμένου σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, όμως η συγκεκριμένη σκηνή είναι δημιούργημα της φαντασίας του. Αν μεθαύριο ένας άλλος διακεκριμένος σκηνοθέτης παρουσιάσει σ’ ένα «ντοκιμαντέρ» τον Ελευθέριο Βενιζέλο να πυροβολεί πολιτικούς αντιπάλους του, θα πρέπει να παρουσιασθεί αυτή η εικόνα στο Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο; Όχι, βέβαια. Η φαντασία του σκηνοθέτη δεν έχει θέση στα μουσεία, αλλά μόνο στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Πιθανόν κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ορισμένοι Χριστιανοί να προέβησαν σε καταστροφές αρχαίων αγαλμάτων. Όμως πρέπει να μπούμε στο πνεύμα της εποχής.

Μετά από 3 αιώνες διωγμών και μαρτυρίων είναι κατανοητή η αντίθεση των Χριστιανών κατά των συμβόλων της ειδωλολατρίας. Φυσικά με τα σημερινά κριτήρια ουδείς Χριστιανός θα έκανε κάτι τέτοιο. Τότε, όμως, είχε προηγηθεί πολύς πόνος και πολύ αίμα. Πάντως τις όποιες καταστροφές τις έκαναν αυθορμήτως και όχι με καθοδήγηση από την Εκκλησία. 
 
(Άλλωστε τότε δεν αποτελούσαν αρχαιολογικής αξίας εκθέματα γιατί δεν είχαν παρέλθει χιλιάδες χρόνια από την κατασκευή τους, όπως σήμερα... Αν κάποιος δηλαδή γκρέμιζε μία ακατοίκητη πολυκατοικία σήμερα, θα ήταν τουλάχιστον γελοίο να τον κατηγορήσουμε μετά από 2.000 χρόνια ότι κατέστρεψε ένα αρχαιολογικής σημασίας κτήριο, και μάλιστα ότι το έκανε με τη συνείδηση αυτή... Αφού δεν έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια ώστε να καταχωρηθεί στα ευρήματα αρχαιολογικής αξίας πώς είχε ο ''καταστροφέας'' του την συνείδηση ότι κατέστρεφε ιστορικής σημασίας κτήριο;;; Οι Χριστιανοί ήξεραν δηλαδή ότι μετά από χιλιάδες χρόνια ότι αυτά τα κτήρια θα αποτελούν για μας σήμερα κάτι σημαντικό;;; Οι πολέμιοι της ιστορίας παραποιούν γεγονότα και κάνουν ετεροχρονισμούς με δόλο για να παγιδεύσουν τους αδαείς...)

Η μετατροπή του Παρθενώνος σε Ναό της Παναγίας Αθηνιώτισσας επί Βυζαντίου (Ρωμανίας) διέσωσε τον Παρθενώνα και από περαιτέρω καταστροφές και από την φθορά του χρόνου.

Καταδεικνύει επίσης την συνέχεια του Ελληνισμού. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί τιμούσαν την Παναγία Παρθένο εκεί όπου οι Αρχαίοι πρόγονοί τους τιμούσαν την Αθηνά Παρθένο. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή που περιγράφει ο Κωστής Παλαμάς στην «Φλογέρα του Βασιλιά», ότι δηλαδή ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος κατέβηκε πανηγυρικά από την Κωνσταντινούπολη για να προσκυνήσει στην Παναγία την Αθηνιώτισσα, στον Παρθενώνα.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, ήρωας του 1821, γαλουχημένος μέσα στην Ελληνορθόδοξη Παράδοση και ευλαβής Χριστιανός, τονίζει στους στρατιώτες του να προσέχουν τα αρχαία αγάλματα και τους κίονες, διότι: «γι’ αυτά πολεμήσαμε» !Αυτή είναι και η σημερινή πεποίθηση της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων που εντάσσονται συνειδητά στην Ορθόδοξη Εκκλησία και είναι υπερήφανοι για την Αρχαία Ελλάδα!

Κωνσταντίνος Χολέβας – Πολιτικός επιστήμων.
 
Πηγή: blogs.sch.gr, με πράσινα γράμματα σχόλια δικά μας.

Ὁμιλία γιὰ τὰ δύο δεῖπνα!



Αγίου Ιωάννη Αρχιεπισκόπου Σαν Φραντζίσκο

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὰ σημερινὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα μᾶς παρουσιάζουν μιὰ νοερὰ εἰκόνα τῶν δύο δείπνων. Τὸ ἕνα δεῖπνο, ποὺ περιγράφεται στὴν παραβολὴ ὁρίστηκε ἀπὸ ἕνα φιλάνθρωπο βασιλιὰ καὶ φιλεύσπλαχνο. Ὡστόσο ὅταν τὸ δεῖπνο ἦταν ἕτοιμο, οἱ προσκεκλημένοι δὲν ἦρθαν. Προτίμησαν νὰ ἀπασχοληθοῦν ὁ ἕνας μὲ ἀγορές, ὁ ἄλλος μὲ οἰκιακὲς ὑποθέσεις, ἄλλοι, συνέλαβαν καὶ πρόσβαλαν τοὺς ἀπεσταλμένους γιὰ νὰ τοὺς καλέσουν, καὶ ἀκόμη φόνευσαν κάποιους ἀπὸ αὐτούς.

Ἐξοργισμένος ὁ βασιλιὰς ἀφοῦ τιμώρησε αὐστηρά τοὺς ἐνόχους, ἔστειλε ἐκ νέου τοὺς ὑπηρέτες του γιὰ νὰ καλέσουν στὸ δεῖπνο ὁποιονδήποτε τυχὸν συναντοῦσαν.

Συγκεντρώθηκαν πολλοὶ καὶ ὅταν ὁ βασιλιὰς ἦρθε νὰ τοὺς δεῖ, παρατήρησε κάποιον ποὺ δὲν φοροῦσε τὴν κατάλληλη ἑορταστικὴ ἐνδυμασία.

Ὁ βασιλίας ρώτησε γιατί δὲν ἦρθε κατάλληλα ντυμένος. Αὐτὸς σιωποῦσε, δείχνοντας περιφρόνηση γιὰ τὸν βασιλιὰ καὶ ἔλλειψη ἐπιθυμίας νὰ συμμετέχει στὶς ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις. Γιὰ αὐτὸ ὑποχρεώθηκε νὰ φύγει. Ἔτσι λοιπὸν σ` αὐτὸ τὸ δεῖπνο πολλοὶ εἶχαν προσκληθεῖ, ἀλλὰ λίγοι ἀποδείχτηκαν ὅτι εἶναι οἱ ἐκλεκτοὶ νὰ συμμετάσχουν στὸ δεῖπνο.

Τὸ ἄλλο δεῖπνο δὲν ἦταν παραβολικὸ ἀλλὰ πραγματικότητα. Ἦταν τὸ δεῖπνο τοῦ ἄδικου Ἡρώδη. Φαίνεται ὅτι σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση κανεὶς ἀπὸ τοὺς καλεσμένους δὲν ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση. Ὅλοι ἦταν ντυμένοι, ὅπως ταίριαζε στὴν περίπτωση καὶ διασκέδαζαν πάρα πολύ.

Τὸ βράδυ πέρασε μὲ μέθη, μὲ ξεφάντωμα χωρὶς ἀναστολὲς ντροπῆς ἢ συνείδησης καὶ κατέληξε σ` ἕνα φρικτὸ ἔγκλημα, τὸν φόνο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ.

Τὰ δύο δεῖπνα εἶναι εἰκόνες τῶν δύο τρόπων ζωῆς, τῶν δύο εἰδῶν ἀπόλαυσης. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ πνευματικοῦ δείπνου τῆς πνευματικῆς ἀπόλαυσης. Ὁρίζεται ἀπὸ τὸν Κύριο. Εἶναι τὸ δεῖπνο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καλούμεθα σ` αὐτὸ τὸ δεῖπνο, ὅταν μετέχουμε στὶς ἱερὲς ἀκολουθίες κυρίως στὴν Θεία Λειτουργία καὶ στὴν Κοινωνία τοῦ Θείου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν πράτουμε καλὰ ἔργα μὲ ἐπαγρύπνηση καὶ ἐγκράτεια.

Ἀρνούμεθα νὰ πᾶμε σ` αὐτὸ τὸ δεῖπνο ὅταν δὲν παρακολουθοῦμε τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες, ὅταν ἀντὶ γιὰ τὸ καλὸ πράττουμε τὸ κακό, ὅταν προτιμᾶμε τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ ἀπολαύσεις ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Ἐρχόμαστε χωρὶς ἔνδυμα γάμου, ὅταν φέρουμε μιὰ ἀλλότρια ἁμαρτωλὴ διάθεση σ’ αὐτὴν τὴν ζωή.

Καθένας μας καλεῖται σ` αὐτὸ τὸ δεῖπνο πολλὲς φορὲς τὴν μέρα, καὶ ἀρνούμεθα κάθε φορὰ ποὺ προτιμᾶμε τὸ σαρκικὸ καὶ ἁμαρτωλὸ ἀπὸ τὸ πνευματικὸ καὶ θεῖο.

Κάθε μέρα ὁμοίως καλούμεθα στὸ δεῖπνο τοῦ Ἡρώδη. Συχνὰ δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι πειραζόμαστε ἀπὸ τὸν διάβολο. Ἡ ἁμαρτία ἀρχίζει πάντα μ` ἕνα μικρὸ πειρασμό. Ὁ Ἡρώδης στὴν ἀρχὴ ἀκόμη καὶ εὐχαρίστως ἄκουγε τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή. Ἐνδόμυχα γνώριζε τὴν ἁμαρτωλότητα τῆς συμπεριφορᾶς του, ἀλλὰ δὲν πολέμησε κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ κατέληξε νὰ δολοφονήσει τὸν μεγάλο Ἅγιο.

Πηγαίνουμε στὸ ἄθλιο δεῖπνο τοῦ Ἡρώδη κάθε φορὰ πού, ἀντὶ γιὰ τὸ καλὸ διαλέγουμε τὶς σαρκικὲς ἁμαρτωλὲς ἀπολαύσεις καὶ τὴν σκληροκαρδία· κάθε φορὰ ποὺ διαλέγουμε νὰ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὶς ψυχές μας.....

Ὅταν ἔχουμε ἀρχίσει μ` αὐτὸ ποὺ φαίνεται μικρὸ καὶ ἀσήμαντο, εἶναι δύσκολο νὰ σταματήσουμε. Καὶ ἂν ἀργότερα δὲν συγκρατήσουμε τὸν ἑαυτὸ μας ἔγκαιρα καὶ δὲν τὸν ἐλέγξουμε ἀποφασιστικά, μπορεῖ νὰ διαπράξουμε θανάσιμες ἁμαρτίες καὶ ἐγκλήματα, γιὰ τὰ ὁποῖα αἰώνια βάσανα μᾶς περιμένουν.

Ἀκόμη καὶ τώρα ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς κηρύττει στὸν καθένα μας. "ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ ΗΓΓΙΚΕ ΓΑΡ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ"

Μετανοεῖτε, γιὰ νὰ ἀπολαύσετε τὸ δεῖπνο τοῦ Ἀρνίου καὶ νὰ μὴ μοιραστεῖτε μὲ τὸν Διάβολο τὸ δεῖπνο τῆς κακίας καὶ τῆς βασάνου στὰ τάρταρα (στὶς κατώτατες περιοχὲς) καὶ στὸ σκότος τὸ ἐξώτερον.

Πηγή: imdleo.gr

Υπήρξαν αυτόχειρες άγιοι;

Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

α) Τον τελευταίο καιρό, λόγω της πολύμορφης κοινωνικής κρίσης και μπροστά στις αποτυχίες, τη διάψευση των προσδοκιών, τα ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα και την απόγνωση, παρατηρούνται πολλές αυτοκτονίες. Το φαινόμενο αυτό, που συχνά αποσιωπείται, ερμηνεύεται με διάφορους τρόπους. Ήδη, στην κοινωνιολογική σκέψη, ο E. Durkheim κάνει λόγο για την «ανομική αυτοκτονία».

β) Η «ανομική αυτοκτονία» παρατηρείται σε κοινωνίες, που σπάει η κοινωνική συνοχή εξαιτίας της ευμάρειας ή αντίθετα της οξείας οικονομικής κρίσης. Από την άλλη πλευρά, «σε περιπτώσεις μεγάλων κινδύνων ή απειλών η συνοχή των μελών της κοινωνίας αυξάνεται και το ποσοστό των αυτοκτονιών αυτών περιορίζεται. Στις περιπτώσεις αυτές η ανομία της κοινωνίας υποχωρεί ή εξαφανίζεται και η συνοχή της κοινωνίας αποκαθίσταται» (Γ. Μαντζαρίδης).

γ) Η σύγχρονη κοινωνία εμφανίζεται αμφίσημα «ανομική». Διακρίνεται για τον έντονο ατομισμό, την αδιαφορία για τα το κοινό καλό, τον άκρατο καταναλωτισμό, την πλεονεξία, την περιβαλλοντική υποβάθμιση, την υποτίμηση της αξίας του ανθρώπινου προσώπου και τον οξύ ανταγωνισμό. Ο σύγχρονος άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα «ισχυρό» αυτόνομο άτομο, που τυπικά έχει πολλά δικαιώματα και βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της κοινωνίας. Ουσιαστικά, όμως, μένει απροστάτευτος, άνεργος και αποκομμένος από κάθε συλλογική δραστηριότητα. Η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στην εμφάνιση της «ανομικής αυτοκτονίας».

δ) Παράλληλα, η έλλειψη νοήματος ζωής, η αφόρητη μοναξιά που συχνά προέρχεται από τη διακοπή κοινωνίας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο και η εγωκεντρική συσπείρωση του σύγχρονου ανθρώπου δημιουργούν συνθήκες κατάλληλες για την εγωιστική αυτοκτονία. Αυτή σαφώς διακρίνεται από την αυτοκτονία που οφείλεται σε διάφορες ψυχολογικές ασθένειες. Στην εκκλησιαστική παράδοση, η αυτοκτονία θεωρήθηκε βαρύτατο αμάρτημα και οι αυτόχειρες επιτιμούνται με στέρηση της νεκρώσιμης ακολουθίας. Όπως είναι φυσικό, εξαιρούνται οι ψυχικά ασθενείς, αν και τα κριτήρια για το χαρακτηρισμό τους είναι δυσδιάκριτα.

ε) Στις 3 Οκτωβρίου ο εκκλησία τιμά τρεις «αυτόχειρες» γυναίκες, την Δομνίνη και τις θυγατέρες της, Βερνίκη και Προσδόκη, οι οποίες προτίμησαν να πέσουν σε ένα ποταμό και να πνιγούν, παρά να ατιμασθούν από τους διώκτες τους. Οι χριστιανές αυτές γυναίκες ζούσαν στην Αντιόχεια και διακρίνονταν για το κάλλος και την αρετή τους. Για να γλιτώσουν από το διωγμό που κήρυξε ο Διοκλητιανός κατέφυγαν στην Έδεσσα της Ορσοηνής. Ο σύζυγος όμως της Δομνίνης, που ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, τις κατέδωσε και τις κυνήγησε ένα στρατιωτικό απόσπασμα.

στ) Οι στρατιώτες τις συνέλαβαν βιαίως και τις οδηγούσαν στην Ιεράπολη. Στο δρόμο, όταν οι άνδρες της συνοδείας σταμάτησαν να φάνε και να μεθύσουν κοντά σε ένα ποτάμι, οι τρεις γυναίκες κατάλαβαν ότι θα τις ατίμαζαν. Η Δομνίνη ενημέρωσε τις κόρες της για τα δεινά που τις περίμεναν και τις προέτρεψε να διατηρήσουν την παρθενία τους και την πίστη τους στον Χριστό. Έτσι, έπεσαν κρυφά στα νερά του ποταμού και πνίγηκαν. Ο εκούσιος πνιγμός τους δεν θεωρήθηκε αυτοκτονία. Ο ιερός Χρυσόστομος έπλεξε εγκώμιο στις τρεις γυναίκες και θεωρεί τη θυσία τους νέο βάπτισμα (PG 50, 629-640).

ζ) Μπορεί η πράξη των τριών γυναικών να μοιάζει με αυτοκτονία, αλλά επειδή δεν γίνεται από εγωιστική διάθεση και απαξίωση του δώρου της ζωής, αλλά για τη διαφύλαξη υψηλών ιδανικών επαινείται. Είναι διαφορετικά τα κίνητρα της αυτοκτονίας από εκείνα της αυτοθυσίας. Στην αυτοθυσία υπερβαίνεται η ατομικότητα και ο θάνατος με την αγάπη προς το Θεό, το συνάνθρωπο ή κάποιο ιδανικό, ενώ στην αυτοκτονία νικιέται ο άνθρωπος από την απόγνωση και το θάνατο.

Πηγή: imdleo.gr

Κατά ειμαρμένης!


Αγίου μάρτυρος Ιουστίνου του φιλοσόφου.

Στο παρακάτω απόσπασμα ο αγ. Ιουστίνος δίνει την ορθόδοξη απολογητική απάντηση κατά της ειμαρμένης. Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, ο άγιος αναιρεί την θεωρία του απόλυτου προορισμού και της δούλης βούλησης.

1. Δια να μη νομίσουν δε μερικοί από τα προλεχθέντα ότι ημείς λέγομεν ότι τα γινόμενα γίνονται κατά την αναπόφευκτον ειμαρμένην, εφόσον ως προλεχθέντα ήσαν προεγνωσμένα, θα διαλύσωμεν και αυτήν την δυσκολίαν.

2. Μαθόντες από τους προφήτας, διακηρύσσομεν ως αληθές ότι αι τιμωρίαι, αι κολάσεις, αι αγαθαί αμοιβαί αποδίδονται εις έκαστον κατ’ αξίαν των πράξεών του, επειδή αν δεν συμβαίνει τούτο, αλλ’ όλα γίνονται κατά την ειμαρμένην, δεν υπάρχει καμμία αυτεξουσιότης εις ημάς˙ διότι, εάν είναι προωρισμένον ούτος να είναι αγαθός και εκείνος φαύλος, ούτε ούτος είναι αποδεκτός ούτε εκείνος αξιόμεμπτος.

3. Και πάλιν, εάν το ανθρώπινον γένος δεν έχη δύναμιν να αποφεύγη τα αισχρά και να προτιμά τα καλά με ελευθέραν προαίρεσιν, είναι ανεύθυνον δι’ οποιασδήποτε πράξεις.

4. Αλλ’ ότι και επιτυγχάνει και αποτυγχάνει με ελευθέραν προαίρεσιν, το αποδεικνύομεν ούτως.

5. Βλέπομεν τον ίδιον άνθρωπον να επιδιώκη τα ενάντια.

6. Εάν δε είναι προωρισμένον να είναι ή φαύλος ή σπουδαίος, δεν θα ήτο ποτέ δεκτικός των εναντίων και δεν θα μετέβαλε γνώμην συχνάκις˙ ούτε θα ήσαν άλλοι μεν σπουδαίοι, άλλοι δε φαύλοι, επειδή θα διεκηρύσσομεν την ειμαρμένην ως αιτίαν φαύλων και ως πράττουσαν τα αντίθετα εις εαυτήν, ή εκείνο το προειρημένον θα εφαίνετο να είναι αληθές, ότι τίποοτε δεν είναι αρετή ουδέ κακία, αλλά νομίζονται αγαθά μόνον με την γνώμην, πράγμα το οποίον, όπως δεικνύει ο αληθής λόγος, είναι μεγίστη ασέβεια και αδικία.

7. Αλλά θεωρούμεν ως απαραβίαστον ειμαρμένην, τας αξίας ανταμοιβάς δια τους εκλέγοντας τα αντίθετα.

8. Διότι ο Θεός δεν έπλασε τον άνθρωπον, όπως τα άλλα ζώα τα οποία δεν δύνανται να πράξουν τίποτε κατά προαίρεσιν˙ διότι δεν θα ήτο άξιος αμοιβής ή επαίνου, εφόσον δεν θα εξέλεγε μόνος του το αγαθόν, αλλ’ έγινε αγαθός, ούτε, εάν ήτο κακός, θα έβρισκε δικαίως τιμωρίαν, αφού δεν ήτο αφ’ εαυτού τοιούτος, αλλά δεν ηδύνατο να είναι τίποτε άλλο από ό,τι έγινεν.

α. Ταύτα δε εδίδαξεν ημάς το προφητικόν Πνεύμα, λέγον διά Μωυσέως ότι υπό του Θεού ελέχθη το εξής εις τον πρωτόπλαστον άνθρωπον˙ «ἰδού πρό προσώπου σου τό ἀγαθόν καί τό κακόν, ἔκλεξαι τό ἀγαθόν» (Δευτ. 30.15).

β. Καί επίσης εδίδαξε δια Ησαΐου, του άλλου προφήτου, λέγω ότι ούτος ελέχθη προς τον ίδιον σκοπόν ωσάν εκ μέρους από τον Πατέρα των όλων και δεσπότην Θεόν˙

γ. «λούσασθε, καθαροί γένεσθε, ἀφέλετε τάς πονηρίας ἀπό τῶν ψυχῶν ὑμῶν, μάθετε καλόν ποιεῖν, κρίνατε ὀρφανῷ καί δικαιώσατε χήραν, καί δεῦτε καί διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος˙ καί ἐάν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡσεί ἔριον λευκανῶ, καί ἐάν ὧσιν ὡς κόκκινον, ὡς χιόνα λευκανῶ.

δ. Καί ἐάν θέλητε καί εἰσακούσητέ μου, τά ἀγαθά τῆς γῆς φάγεσθε, ἐάν δέ μή εἰσακούσητέ μου, μάχαιρά ὑμᾶς κατέδεται˙ τό γάρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα» (Ησ. 1.16-20).

ε. Το δε προλεχθέν «μάχαιρά ὑμᾶς κατέδεται» δεν λέγει ότι οι παρακούσαντες θα φονευθούν με μαχαίρας, αλλ’ η μάχαιρα του Θεού είναι πυρ, του οποίου βορά γίνονται οι προτιμούντες να πράττουν τα φαύλα.

στ . Δια τούτο λέγει˙ «μάχαιρά ὑμᾶς κατέδεται˙ τό γάρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα».

ζ. Εάν δε ωμιλεί περί της μαχαίρας, η οποία κόπτει και αφανίζει αμέσως, δεν θα έλεγε «θα καταφάγη».

η. Ώστε και ο Πλάτων ειπών, «αίτία έλομένου, Θεός δέ ἀναίτιος» (η ευθύνη είναι στον εκλέξαντα, ο δε Θεός είναι ανεύθυνος, Πολιτεία 617Ε), το είπε λαμβάνων αυτό από τον προφήτην Μωυσήν˙ διότι ο Μωυσής είναι πρεσβύτερος από όλους τους Έλληνας συγγραφείς.

θ. Και όλα όσα είπαν οι φιλόσοφοι και ποιηταί περί αθανασίας ψυχής ή τιμωριών μετά θάνατον ή θεωρίας ουρανίων ή παρόμοιων δοξασιών, ηδυνήθησαν να τα εννοήσουν και τα εξήγησαν λαβόντες τας αφορμάς από τους προφήτας.

ι. Όθεν φαίνεται ότι εις όλους υπάρχουν σπέρματα αληθείας˙ ελέγχονται δε να μην έχουν εννοήσει ακριβώς ότι αυτοί αντιφάσκουν προς αλλήλους.

ια'. Ώστε ό,τι λέγομεν, ότι έχουν προφητευθή τα μέλλοντα να γίνουν, δεν το λέγομεν δια το ότι πράττονται κατ’ ανάγκην της ειμαρμένης˙ αλλά ο Θεός είναι προγνώστης των μελλόντων να πραχθούν από όλους τους ανθρώπους, και υπάρχει η απόφασις αυτού να αμείψη εις το μέλλον έκαστον άνθρωπον κατ’ αξίαν των πράξεών του, προλέγει δια του προφητικού Πνεύματος ότι αι ενέργειαί του θα παρουσιαστούν σύμφωνα με την αξίαν των πραττομένων, οδηγών το ανθρώπινον γένος πάντοτε εις κατανόησιν και ανάμνησιν και δεικνύων ότι και ενδιαφέρεται και προνοεί δι’ αυτούς.

(μετ. Π. Χρηστου, ΕΠΕ τ.1 σσ.147-151)
 
Πηγή: impantokratoros.gr

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Αποστολική διαδοχή και χειροτονία κατά τον απόστολο Παύλο.

payl.jpg
 Ο Παύλος μιλά στην Αθήνα!
 
Καθηγητού Βλασίου Ιω. Φειδά

Η έννοια της αποστολικής διαδοχής συνδέεται άρρηκτα με την αυτονόητη προοπτική της διαδοχής των αποστόλων μετά τον θάνατό τους στη συνέχεια του αποστολικού έργου, ενώ η χειροτονία υπήρξε ο μόνος τρόπος για την παραχώρηση εξουσιών από τους αποστόλους σε δοκιμασμένους συνεργούς τους για τη διασφάλιση όχι μόνο της ευρύτερης κατανομής αρμοδιοτήτων εν τόπω, αλλά και της αδιάκοπης συνέχειας της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής εν χρόνω. Εντούτοις, ενώ η ανάπτυξη του αποστολικού έργου εν τόπω καλύφθηκε εξ αρχής με τη χειροτονία από τους αποστόλους του τοπικού ιερατείου (επισκόπων και διακόνων η πρεσβυτέρων), όπως μαρτυρείται στην αποστολική γραμματεία, η κατοχύρωση της αδιάκοπης συνέχειας της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής εν χρόνω, δηλαδή η αντιμετώπιση του ζητήματος της διαδοχής των αποστόλων μετά τον θάνατό τους, δεν ήταν κατά την αποστολική περίοδο μία άμεση η πιεστική ανάγκη, γι' αυτό και οι σχετικές μαρτυρίες είνε περιστασιακές και οπωσδήποτε ασαφείς, ιδιαίτερα μετά τη συστηματική αμφισβήτησή τους από την προτεσταντική θεολογία. Υπό την έννοια αυτή, η σχέση χειροτονίας και αποστολικής διαδοχής είναι η μόνη ασφαλής οδός για μία συστηματική προσέγγιση του κρισίμου ζητήματος είναι οι σχετικές μαρτυρίες, οι οποίες υπάρχουν στις επιστολές του αποστόλου Παύλου, αφ' ενός μεν γιατί σε αυτές έχουν επικεντρωθή οι κύριες θεολογικές διαφωνίες, αφ' ετέρου δε γιατί αυτές παρέχουν τη δυνατότητα κριτικής και συγκριτικής αξιολογήσεως των σημαντικών μαρτυριών της γραμματείας της πρώιμης μεταποστολικής εποχής (70-100 μ.Χ.), οι οποίες παρουσιάζουν εντυπωσιακή συγγένεια πνεύματος και ορολογίας προς τις μαρτυρίες των παυλείων επιστολών. Συνεπώς, τα κρίσιμα ερωτήματα είναι: Ποιός χειροτονεί, Ποιόν χειροτονεί και ποιό λειτούργημα αναλαμβάνει ο χειροτονούμενος στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής;

1. Χάρισμα και ιερωσύνη

Η αποστολική διαδοχή αναφέρεται στην αδιάκοπη συνέχεια της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας και εκφράζεται αποκλειστικά με τη μεταβίβαση της εξουσίας του Χριστού από τους αποστόλους στους διαδόχους τους, η οποία προσδιορίζει και τη σχέση τους προς το τοπικό ιερατείο, όπως αυτό μαρτυρείται στην αποστολική και τη μεταποστολική εποχή. Η αμφισβήτηση από τον Α.v. Harnack όπως επίσης και από την ιστορική σχολή της προτεσταντικής θεολογίας, της ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας για την αποστολική διαδοχή στηρίχθηκε αφ' ενός μεν στον πλασματικό διαχωρισμό μιας οικουμενικής τάξεως χαρισματούχων (απόστολοι, προφήτες, διδάσκαλοι, ευαγγελιστές κ.λπ.) από την τάξη του τοπικού ιερατείου (επίσκοποι και διάκονοι, πρεσβύτεροι), αφ' ετέρου δε στην αυθαίρετη απόρριψη της αδιάκοπης συνέχειας της εξουσίας των αποστόλων στους διαδόχους τους επισκόπους, όπως αυτή μαρτυρείται κατά τις αρχές του Β αιώνα στις επιστολές του Ιγνατίου Αντιοχείας. Πράγματι, ο A.v. Harnack υποστήριξε την υπεροχή της οικουμενικής τάξεως των χαρισματούχων έναντι του τοπικού ιερατείου επί τη βάσει του χωρίου της προς Εφεσίους επιστολής του αποστόλου Παύλου, κατά το οποίο «και αυτός (=Ιησούς Χριστός) έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των αγίων, εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφεσ. 4, 10-12). Έτσι, συνέδεσε αυθαίρετα τους μεν «αποστόλους», «προφήτας» και «ευαγγελιστάς» με την υπερέχουσα οικουμενική τάξη των χαρισματούχων, τους δε «ποιμένας και διδασκάλους» με το τοπικό ιερατείο. Απέκλεισε έτσι κάθε έννοια διαδοχής στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής με ανάλογη χρησιμοποίηση και των σχετικών μαρτυριών της Διδαχής περί της τάξεως των περιοδευτών «προφητών».

Βασική επιδίωξη του πλασματικού αυτού διαχωρισμού από την προτεσταντική θεολογία της οικουμενικής τάξεως των χαρισματούχων από το τοπικό ιερατείο ήταν η απόρριψη της ρωμαιοκαθολικής διδασκαλίας περί της αδιακόπου αποστολικής διαδοχής στους επισκόπους της Εκκλησίας, αφού οι επίσκοποι των επιστολών του Ιγνατίου δεν μπορούν να αναζητηθούν ούτε στην τάξη των χαρισματούχων, η οποία αποσυνδέεται από το ιερατείο, ούτε στο τοπικό ιερατείο (επισκόπους η πρεσβυτέρους), το οποίο δεν ήταν φορέας της επισκοπικής εξουσίας. Το γεγονός ότι οι τίτλοι «επίσκοπος» και «πρεσβύτερος» δεν δηλώνουν στην καινοδιαθηκική γραμματεία του φορέα της επισκοπικής εξουσίας στα πλαίσια της αποστολικής διαδοχής καθιστά αναγκαία την αναζήτησή του σε κάποια από τις εξέχουσες τάξεις, οι οποίες συμμετείχαν στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής τόσο κατά την αποστολική, όσο και κατά την πρώιμη μεταποστολική εποχή. Σε ειδική μελέτη υποστηρίξαμε ότι η τάξη των προφητών κατείχε πράγματι κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο εξέχουσα θέση στη συνέχιση της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής, αφού στελεχωνόταν από τους εκλεκτούς μαθητές και συνεργούς των αποστόλων, για να συνεχίσουν το έργο τους, όπως συνάγεται και από την ορθή ερμηνεία των σχετικών μαρτυριών όχι μόνο της Διδαχής, αλλά και της όλης γραμματείας της μεταποστολικής εποχής (βλ. Ι. Φειδά, Το πολίτευμα της Εκκλησίας και η Τάξις των Προφητών, Αθήναι 1984).

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο απόστολος Παύλος ο οποίος συμπεριλαμβάνεται από τον μαθητή και συνεργό του ευαγγελιστή Λουκά στην τάξη των Προφητών της Εκκλησία της Αντιοχείας (Πραξ. 13, 1-3), κατατάσσει πάντοτε την τάξη των προφητών αμέσως μετά τους αποστόλους τόσο στο χωρίο της προς Εφεσίους Επιστολής (4, 10-12), όσο και στο περίφημο χωρίο της Α πρός Κορινθίους επιστολής του: «Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών. Μη πάντες απόστολοι, μη πάντες προφήται, μη πάντες διδάσκαλοι, μη πάντες δυνάμεις, μη πάντες χαρίσματα έχουσιν ιαμάτων, μη πάντες γλώσσαις λαλούσι, μη πάντες διερμηνεύουσι. Ζηλούτε ουν τα χαρίσματα τα κρείττονα» (Α Κορ. 12, 28-31). Η σημαντική αυτή μαρτυρία καθιστά σαφές ότι: α) τα ιεραρχικώς προτασσόμενα χωρίσματα (απόστολοι, προφήται, διδάσκαλοι) ήσαν «τα χαρίσματα τα κρείττονα», τα οποία δεν είναι δυνατόν να ταυτισθούν προς τα ελεύθερα η παροδικά χαρίσματα των απλών πιστών, β) οι φορείς των «κρειττόνων χαρισμάτων» είναι συγκεκριμένες τάξεις με μόνιμη αφιέρωση στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής, αφού ο,τι «ο Θεός θέτει εν τη Εκκλησία» είναι μόνιμο λειτούργημα στη ζωή της Εκκλησίας, όπως η τάξη των αποστόλων, γ) η τάξη των προφητών ανήγε το λειτούργημα στον Θεό, όπως και η τάξη των αποστόλων, γι' αυτό και η εξέχουσα θέση της προσδιορίζεται κατ' αναφοράν προς τους αποστόλους και όχι βεβαίως προς την τοπική Εκκλησία, και δ) η τάξη των προφητών αναδεικνύεται τόσο στην αποστολική, όσο και στην πρώιμη μεταποστολική εποχή ως η σημαντικότερη τάξη της Εκκλησίας μετά τους αποστόλους.

Υπό την έννοια αυτή, ο εισαγόμενος από τον A.v. Harnack και την προτεσταντική θεολογία κάθετος χωρισμός χαρίσματος και ιερωσύνης είναι αυθαίρετο θεολογικό πλάσμα, το οποίο δεν μπορεί να ανεύρη πειστικά ερείσματα στην καινοδιαθηκική και στη μεταποστολική γραμματεία. Έτσι, ο R. Bultman (Theology of the N.T., 2, 103) αποκρούει ως αβάσιμη τη θεωρία του A. v. Harnack για τον διαχωρισμό της οικουμενικής τάξεως των χαρισματούχων από το τοπικό ιερατείο και υποστηρίζει όχι μόνο την ισοβιότητα του λειτουργήματος όσων ανήκαν στην τάξη των προφητών, αλλά και την εξέλιξή τους σε φορείς εξέχουσας εξουσίας κατά την άσκηση της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής. Ποίοι όμως ανήκαν στην τάξη των προφητών; Είναι προφανές ότι στην τάξη αυτή ανήκαν οι μαθητές και συνεργοί των αποστόλων, αφού, οι προφήτες, όπως και οι συνεργοί των αποστόλων, μπορούσαν να ευαγγελίζονται, κατ' εντολήν των αποστόλων, τον λόγο του Θεού χωρίς τοπική δέσμευση (Πραξ. 13, 1 κ.εξ.), να επισκοπούν και να στηρίζουν τις τοπικές εκκλησίες (Πραξ. 15, 36), να εκπροσωπούν τους αποστόλους και να κοινοποιούν αποστολικές αποφάσεις στις τοπικές Εκκλησίες (Πραξ. 15, 22, 32), να χειροτονούν, όπως και οι απόστολοι, επισκόπους και διακόνους στις τοπικές εκκλησίες (Πραξ. 14, 23) κ.α. Η σχέση όμως των προφητών προς τους συνεργούς των αποστόλων, καίτοι επιβεβαιώνεται στην καινοδιαθηκική και την πρώιμη μεταποστολική γραμματεία (Διδαχή), εν τούτοις καθιστά αναγκαία την περιγραφή αφ' ενός μεν της ιδιαίτερης έννοιας του τίτλου των προφητών έναντι του τίτλου των αποστόλων, αφ' ετέρου δε του τρόπου εντάξεως των συνεργών των αποστόλων στην τάξη των προφητών.

2. Αποστολική λειτουργία της επισκοπής και αποστολική χειροτονία.

Κοινός τόπος της όλης γραμματείας της αποστολικής και της μεταποστολικής εποχής για την ένταξη τόσο των φορέων των {κρειττόνων χαρισμάτων} συνεργών των αποστόλων (προφητών, διδασκάλων κ.λπ.), όσο και του τοπικού ιερατείου (επίσκοποι και διάκονοι η πρεσβύτεροι) στην αυτοδύναμη άσκηση της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής ήταν η χειροτονία τους από τους αποστόλους μετά από μία σχετική περίοδο δοκιμασίας σε διάφορους τομείς του αποστολικού έργου, η οποία ήταν σύντομη για το τοπικό ιερατείο και πολύ εκτενής για τους συνεργούς των αποστόλων, αναλόγως και προς τα προσωπικά τους χαρίσματα. Είναι όμως ευνόητον ότι η χειροτονία των αποστόλων συνδεόταν απολύτως με το ανατιθέμενο έργο, το οποίο προσδιόριζε και το περιεχόμενο η το επίπεδο της αποδιδομένης αυθεντίας σε κάθε συγκεκριμένη τάξη. ’λλη δηλαδή ήταν η αυθεντία των χειροτονουμένων για το τοπικό ιερατείο και άλλη η αυθεντία των χειροτονουμένων για την άσκηση του αποστολικού έργου, όπως άλλη ήταν η αυθεντία των χειροτονουμένων επισκόπων και διακόνων στο τοπικό ιερατείο. Έτσι, η χειροτονία των στενών συνεργατών των αποστόλων, η οποία αναφερόταν στην οικουμενική προοπτική του αποστολικού έργου, συνδεόταν άρρηκτα με αυτό και παρείχε ανάλογη αυθεντία προς την αυθεντία των αποστόλων.

Είναι λοιπόν επίσης προφανές ότι, ενώ όλοι καθίσταντο με αποστολική χειροτονία στις διάφορες τάξεις της ποικίλης διακονίας του αποστολικού έργου, εντούτοις υπήρχε σαφής ιεράρχηση αυθεντίας και αξίας στις διάφορες τάξεις των χειροτονουμένων, ιδιαίτερα μεταξύ των καθισταμένων στα «κρείττονα χαρίσματα» και των καθισταμένων στο τοπικό ιερατείο επισκόπων και διακόνων η πρεσβυτέρων. Η ειδοποιός όμως διαφορά μεταξύ τους σε επίπεδο αξίας και αυθεντίας, καίτοι απέρρεε από την ιδιαιτερότητα της αποστολικής χειροτονίας, εκφράζεται σαφέστερα ήδη και κατά την αποστολική εποχή με την υπερέχουσα αυθεντία των χειροτονημένων από τους αποστόλους συνεργούς τους στην άσκηση του δικαίου των χειροτονιών. Πράγματι, το τοπικό ιερατείο (επίσκοποι και διάκονοι), καίτοι είχε λάβει αποστολική χειροτονία, δεν είχε λάβει και την αυθεντία να χειροτονή κατά πόλεις επισκόπους και διακόνους, όπως επιβεβαιώνεται από όλη την αποστολική γραμματεία. Αντιθέτως, όσοι από τους συνεργούς των αποστόλων στο αποστολικό έργο είχαν λάβει αποστολική χειροτονία, αυτοί είχαν την αυθεντία να χειροτονούν κατά πόλεις επισκόπους και διακόνους, όπως και οι απόστολοι, καίτοι, εφ' όσον ζούσαν οι απόστολοι, ασκούσαν την εξουσία αυτή μόνο κατ' εντολήν των αποστόλων.

Χαρακτηριστικοί τύποι της υπερέχουσας αυθεντίας των χειροτονημένων συνεργών των αποστόλων στην καινοδιαθηκική γραμματεία είναι οι μαθηταί του αποστόλου Παύλου Τιμόθεος και Τίτος, οι οποίοι ανήκαν στον στενώτερο κύκλο των εμπίστων συνεργατών του αποστόλου των εθνών, όπως φαίνεται και από το περιεχόμενο των επιστολών του προς αυτούς, και είχαν την εξουσία να επιλέγουν και να χειροτονούν το τοπικό ιερατείο μετά από την κατάλληλη δοκιμασία των χειροτονουμένων (Α Τιμ., 3, 1-13. 5, 22. Β Τιμ. 4, 9-11. Τιτ. 1,5-9.3, 12-14). Η εξαιρετική αυτή αυθεντία των δύο συνεργών, όπως και πολλών άλλων συνεργών του αποστόλου των εθνών, να χειροτονούν το τοπικό ιερατείο (επισκόπους και διακόνους) απέρρεε όχι βεβαίως μόνο από την εμπιστοσύνη η την εντολή του αποστόλου προς αυτούς, αλλά κυρίως από την αποστολική χειροτονία για την ένταξή τους στην υπεύθυνη άσκηση της αποστολικής λειτουργίας της επισκοπής. Υπό την έννοια αυτή, ο απόστολος Παύλος συνδέει το μέγεθος της αποστολής του Τιμοθέου με τη χειροτονία του: «Παράγγελλε ταύτα και δίδασκε. Μηδείς σου της νεότητος καταφρονείτω, αλλά τύπος γίνου των πιστών εν λόγω εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία. Έως έρχομαι πρόσεχε η αναγνώσει, τη παρακλήσει, τη διδασκαλία. Μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου...» (Α Τιμ. 4, 11-14). Υπό το αυτό πνεύμα συνδέεται προς την αποστολική χειροτονία και η επανάληψη της προτροπής του αποστόλου Παύλου προς τον Τιμόθεο: «Υπόμνησιν λαμβάνων της εν σοι ανυποκρίτου πίστεως..., δι' ην αιτίαν αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ο εστιν εν σοι δια της επιθέσεως των χειρών μου...» (Β Τιμ. 1,5-6).

Οι μαρτυρίες αυτές έχουν απόλυτη αξία για την ορθή ερμηνεία της άρρηκτης σχέσεως όχι μόνο της χειροτονίας προς την αποστολική διαδοχή, αλλά και των {κρειττόνων χαρισμάτων} προς τη χειροτονία των διαδόχων των αποστόλων στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής, γι' αυτό και η προτεσταντική Θεολογία αμφισβήτησε όχι μόνο την παύλεια προέλευση των αποστολικών αυτών επιστολών, αλλά και αυτή ακόμη τη χρονολόγησή τους στην αποστολική εποχή. Αντιθέτως, η εκκλησιαστική συνείδηση της μεταποστολικής εποχής είδε πάντοτε στις αποστολικές αυτές επιστολές τις υποθήκες του αποστόλου των εθνών προς τους συνεργούς και διαδόχους του στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής, ενώ το περιεχόμενο των σχετικών με τη χειροτονία μαρτυριών επιβεβαιώνει την αποστολική τους προέλευση. Πράγματι, η περιγραφή του τρόπου εντάξεως των συνεργών των αποστόλων στην αποστολική λειτουργία της επισκοπής με την «επίθεσιν των χειρών» των αποστόλων (χειροτονία), μετά την αναγκαία δοκιμασία, είναι ο μόνος τρόπος μεταβιβάσεως εξουσιών από τους αποστόλους σε όσους επιλέγοντο να υπηρετήσουν το αποστολικό έργο όχι μόνο σε τοπική (τοπικό ιερατείο), αλλά και σε οικουμενική προοπτική (φορείς των κρειττόνων χαρισμάτων). ’λλωστε, η εξ αρχής επιφυλακτική στάση του αποστόλου Παύλου έναντι της παροδικής εκδηλώσεως των ελευθέρων χαρισμάτων των πιστών, όπως συνάγεται από την προς Κορινθίους επιστολή του (Α Κορ., 12), ήταν μία γενικότερη τάση κατά την αποστολική εποχή, γι' αυτό και ο μεν απόστολος των εθνών προτρέπει τους πιστούς να επιθυμούν «τα κρείττονα χαρίσματα» («ζηλούτε δε τα χαρίσματα τα κρείττονα»), η δε Εκκλησία περιόρισε σταδιακά την ανεξέλεγκτη εκδήλωση των ελευθέρων χαρισμάτων των πιστών. Έτσι, ο όρος {χάρισμα} στο τέλος της αποστολικής εποχής όχι μόνο χρησιμοποιείται σπανιότερα, αλλά και συνδέεται κατά κανόνα με τη χειροτονία.

3. Η αποστολική χειροτονία και η τάξη των προφητών.

Υπό το πνεύμα αυτό, οι μαρτυρίες των δύο επιστολών του αποστόλου Παύλου προς τον συνεργό του Τιμόθεο αποκτούν ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τη σχέση της χειροτονίας προς την αποστολική διαδοχή, όπως επίσης και για τον τίτλο, τον οποίο έφεραν οι διάδοχοι των αποστόλων. Και οι δύο μαρτυρίες συνδέουν τη χειροτονία με το χάρισμα, αλλ' όμως στην πρώτη μαρτυρία («μη αμέλει του εν σοι χαρίσματος, ο εδόθη σοι δια προφητείας», η δε χειροτονία «μετά επιθέσεως των χειρών του πρεσβυτερίου», ενώ στη δευτέρα μαρτυρία («αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού, ο εστιν εν σοι, δια της επιθέσεως των χειρών μου») το μεν χάρισμα ήταν «χάρισμα του Θεού», η δε χειροτονία σε αυτό έγινε «δια της επιθέσεως των χειρών» του αποστόλου Παύλου και όχι «του πρεσβυτερίου». Είναι προφανές ότι «το χάρισμα του Θεού», το οποίο δόθηκε στον Τιμόθεο «δια της επιθέσεως των χειρών» του αποστόλου Παύλου η δια προφητείας μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου», δέν είναι βεβαίως τό χάρισμα τού βαπτίσματος, ούτε η παροδική έμπνευση τών ελευθέρων χαρισμάτων αφ' ενός μέν γιατί δόθηκε κατά τή χειροτονία του από τόν απόστολο Παύλο μέ τή συμμετοχή καί τού πρεσβυτερίου, αφ' ετέρου δέ γιατί ήταν πλέον μόνιμο κτήμα τού Τιμοθέου («ο εστιν εν σοί») καί συνδεόταν μέ τήν εξαιρετική αυθεντία γιά τή διαφύλαξη ανόθευτης τής παρακαταθήκης τής πίστεως, η οποία ήταν ουσιαστικό στοιχείο τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής.

Εν τούτοις, είναι πολύ σημαντική η συσχέτιση στήν πρώτη μαρτυρία τής δόσεως τού {χαρίσματος τού Θεού} στόν Τιμόθεο «διά προφητείας μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου» (Α΄ Τιμ. 4, 13-14), γιατί η φράση «διά προφητείας» είναι δυσερμήνευτη, αφού είναι συστατικό στοιχείο τόσο τής δόσεως τού χαρίσματος, όσο καί τής χειροτονίας τού Τιμοθέου από τόν απόστολο Παύλο μέ τή συμμετοχή καί τού «πρεσβυτερίου». Οι προτεινόμενες ερμηνείες τής φράσεως «διά προφητείας» τείνουν συνήθως νά τήν αποσυνδέσουν από τή χειροτονία καί νά τή συνδέσουν μέ τό ελεύθερο «χάρισμα τής προφητείας» (E. Schweizer, Church Order in N.T., London 1963), αλλά η όλη διατύπωση τής μαρτυρίας αποκλείει καί τίς δύο επιλογές τής προτεσταντικής κυρίως βιβλικής θεολογίας. Αντιθέτως, αφού η χορήγηση τού χαρίσματος «διά προφητείας» συνδέεται άρρηκτα πρός τή χειροτονία («μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου»). Ο όρος «προφητεία» χρησιμοποιείται από τόν απόστολο Παύλο καί σέ άλλη συνάφεια γιά τήν αποστολή τού Τιμοθέου: «Ταύτην τήν παραγγελίαν παρατίθεμαί σοι, τέκνον Τιμόθεε, κατά τάς προαγούσας επί σέ προφητείας, ίνα στρατεύη τήν καλήν στρατείαν» (Α΄ Τιμ. 1, 18). Καί οι δύο αναφορές στόν όρο «προφητεία» συνδέονται προφανώς μέ τήν άμεση υπόδειξη ή επιλογή τού αγίου Πνεύματος γιά τήν αποτελεσματική άσκηση τού αποστολικού έργου. Έτσι, η φράση «διά προφητείας» στή χειροτονία τού Τιμοθέου σημαίνει ότι η χειροτονία έγινε «διά τής επιλογής ή τής ενεργείας τού αγίου Πνεύματος», όπως καί στή σχετική περίπτωση επιλογής από τό άγιο Πνεύμα τού Παύλου καί τού Βαρνάβα γιά τήν πρώτη αποστολική περιοδεία στά έθνη (Πράξ. 13, 1-3).

Υπό τήν έννοια αυτή, η συγκεκριμένη φράση «διά προφητείας» στή συνάφεια τής χειροτονίας τού Τιμοθέου από τόν απόστολο Παύλο ή τό πρεσβυτέριο ή καί τούς δύο, μετά από υπόδειξη ή επιλογή τού αγίου Πνεύματος, δηλώνει ότι ο Τιμόθεος μέ τήν αποστολική χειροτονία εντάχθηκε μέ εξέχουσα καί μόνιμη αυθεντία στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής. Η σύνδεση τής επιλογής τού Τιμοθέου «διά προφητείας» πρός τή χειροτονία («μετά επιθέσεως τών χειρών τού πρεσβυτερίου») δέν εξουδετερώνει ή σχετικοποιεί τήν μαρτυρία γιά τή χειροτονία του από τόν απόστολο Παύλο. ’λλωστε, οι πρεσβύτεροι, οι οποίοι εχειροτονούντο από τούς συνεργούς τών αποστόλων (Τιμόθεο, Τίτο κ.ά.), δέν είχαν αυτόνομη ή αυτοδύναμη εξουσία νά χειροτονούν, αφού μία τέτοια εξουσία είναι τελείως άγνωστη τόσο στήν καινοδιαθηκική γραμματεία, όσο καί στή γραμματεία τής μεταποστολικής εποχής. Είναι προφανές ότι η χειροτονία τού Τιμοθέου από τόν απόστολο Παύλο έγινε σέ ευχαριστιακή σύναξη τής τοπικής εκκλησίας τής Εφέσου, στήν οποία συμμετείχαν ή παρίσταντο όχι μόνο συνεργοί τού αποστόλου τών εθνών, αλλά καί τό τοπικό ιερατείο, γι' αυτό καί μέ τόν συνδυασμό τών δύο σχετικών μαρτυριών, η συμμετοχή τού πρεσβυτερίου καθίσταται δευτερεύουσας σημασίας γιά τή μετάδοση τού χαρίσματος (R. Buttmann, Theology of the N.T., 2, 107). Η αποστολική λοιπόν χειροτονία «διά προφητείας» ενέτασσε τόν Τιμόθεο σέ υψηλότερη αυθεντία από εκείνη τού τοπικού ιερατείου, η οποία τόν κατέτασσε αμέσως μετά τούς αποστόλους καί τού παρείχε τήν εξουσία νά χειροτονή τό τοπικό ιερατείο στά πλαίσια τής ασκήσεως τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής.

Η σημαντικότερη λοιπόν τάξη μετά τούς αποστόλους ήταν, κατά τήν αποστολική καί τήν πρώιμη μεταποστολική εποχή, η τάξη τών προφητών (Πραξ. 13, 1-3. 15, 22, 32. Α΄ Κορ. 12, 28-31. Εφεσ., 2, 19-21. 3,5 4, 11-13 Διδαχή κ.λπ.). Ο E. Schweizer αναγνωρίζει ότι, «από τή μετακίνηση τών Γαλιλαίων στά Ιεροσόλυμα μέχρι τή φυγή τους στήν Πέλλα, η πορεία τής Εκκλησίας καθορίσθηκε κατ' ουσίαν από τίς υποδείξεις τού αγίου Πνεύματος διά μέσου τών προφητών καί τών υπολοίπων μελών τής Εκκλησίας (Church Order in N.T., 50), αλλά, καίτοι δέχεται τή σχέση τών συνεργών τών αποστόλων πρός τή τάξη τών προφητών, απορρίπτει τή χειροτονία τού Τιμοθέου, παρερμηνεύοντας τίς γνωστές μαρτυρίες τών πρός Τιμόθεον επιστολών (ένθ' αν., 181). Αντιθέτως, ο R. Buttmann (Theology of the N.T., 2, 161-162) όχι μόνο απέκλεισε κάθε δυνατότητα αποσυνδέσεως χαρίσματος καί ιερωσύνης, αλλά καί υποστήριξε ότι στήν τάξη τών προφητών υπήρχαν προφήτες, οι οποίοι είχαν λάβει αποστολική χειροτονία, γι' αυτό καί υποστήριξε ότι «τότε πραγματοποιήθηκε τό αποφασιστικό βήμα. Εφεξής τό λειτούργημα (=τών προφητών) εθεωρείτο καταστατικής σημασίας γιά τήν Εκκλησία. Η όλη Εκκλησία στηρίζεται πλέον στούς λειτουργούς, τό λειτούργημα τών οποίων ανατρέχει μέ αδιάκοπη διαδοχή στούς αποστόλους» (ένθ' ανωτ., 2, 107). Υπό τήν έννοια αυτή, η εκκλησιαστική συνείδηση τής μεταποστολικής εποχής θεωρούσε αυτονόητο τό γεγονός ότι οι συνεργοί τών αποστόλων διαδέχθηκαν μέ αποστολική χειροτονία τούς αποστόλους στήν αυθεντική συνέχεια τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής καί, όπως συνάγεται από όλες τίς άμεσες ή έμμεσες μαρτυρίες τής πρώιμης μεταποστολικής εποχής, αποτελούσαν μία εξέχουσα αυθεντία γιά όλες τίς τοπικές εκκλησίες ως «αυτήκοοι» τών αποστόλων.

Είναι όμως πολύ χαρακτηριστικό ότι από τό πλήθος τών μαθητών καί συνεργών τών αποστόλων μόνον οι δοκιμώτεροι ελάμβαναν τήν αποστολική χειροτονία καί πρωθούντο στήν τάξη τών διαδόχων τών αποστόλων. Πράγματι, η μακρά δοκιμασία ήταν κατά τόν απόστολο Παύλο αναγκαία, γι' αυτό προέτρεπε καί τόν Τιμόθεο νά μή χειροτονή «νεόφυτον, ίνα μή τυφλωθείς εις κρίμα εμπέση τού διαβόλου» (Α΄ Τιμ. 3, 6). ’λλωστε, είναι γνωστό ότι καί ο ίδιος ο απόστολος τών εθνών απέφευγε τήν εσπευσμένη χειροτονία τών συνεργών του καί επέμενε στή μακρά δοκιμασία, γι' αυτό καί μόνο λόγοι από τόν κύκλο τών μαθητών του είχαν λάβει τήν εξουσία νά χειροτονούν τό τοπικό ιερατείο (Τιμόθεος, Τίτος, Σίλας, Τυχικός, Λουκάς, Μάρκος, Αρτεμάς, Κρήσκης κ.ά.). Υπό τήν έννοια αυτή πρέπει νά ερμηνευθή η καθυστέρηση τής χειροτονίας τού εξέχοντος μαθητού του Απολλώ καί τού νομικού Ζηνά, οι οποίοι προσκλήθηκαν από τόν απόστολο Παύλο στή Νικόπολη γιά νά λάβουν τήν αποστολική χειροτονία: «Όταν πέμψω Αρτεμάν πρός σε ή Τυχικόν, σπούδασον ελθείν πρός με εις Νικόπολιν, εκεί γάρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνάν τόν Νομικόν καί Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον, ίνα μηδέν αυτοίς λείπη. Μανθανέτωσαν δέ καί οι ημέτεροι καλών έργων προίστασθαι εις τάς αναγκαίας χρείας, ίνα μή ώσιν άκαρποι» (Τίτ., 3, 12-14). Από τή μαρτυρία αυτή συνάγονται, κατά τήν προσωπική μας ερμηνευτική προσέγγιση τού κειμένου, ως εύλογα συμπεράσματα αφ' ενός μέν ότι οι αντικαταστάτες τού Τίτου στήν Κρήτη Αρτεμάς καί Τυχικός είχαν λάβει τήν αποστολική χειροτονία καί μπορούσαν, όπως ο Τίτος, νά χειροτονούν τό τοπικό ιερατείο, αφ' ετέρου δέ ότι ο Ζηνάς καί ο Απολλώς δέν είχαν λάβει τήν αποστολική χειροτονία μέχρι τά τελευταία έτη τής αποστολικής δράσεως τού Παύλου. Πράγματι, κατά τή γνώμη μας, αυτό υποδηλώνουν οι δύο χαρακτηριστικές προτάσεις τού κειμένου («ίνα μηδέν αυτοίς λείπη» – «ίνα μή ώσιν άκαρποι») γιά τήν αιτιολόγηση τής σπουδής τού αποστόλου τών εθνών («σπουδαίως πρόπεμψον»), παρά τίς προτεινόμενες από τούς βιβλικούς διάφορες ασαφείς ή καί αβάσιμες ερμηνείες τού συγκεκριμένου κειμένου.

4. Η τάξη τών προφητών καί η αποστολική διαδοχή.

Είναι όμως εύλογο τό ερώτημα: Οι λαμβάνοντες τήν αποστολική χειροτονία μαθητές καί συνεργοί τών αποστόλων γιά τήν ένταξή τους στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής ποίο τίτλο έφεραν; Σέ ειδική μελέτη μας (Τό πολίτευμα τής Εκκλησίας καί η τάξις τών προφητών, 1984) υποστηρίξαμε, μέ πολλά επιχειρήματα από τή γραμματεία τής πρώιμης μεταποστολικής εποχής, ότι οι χειροτονούμενοι συνεργοί τών αποστόλων ενετάσσοντο στήν τάξη τών προφητών καί έφεραν τόν τίτλο τού προφήτου μέχρι τό τέλος τής αποστολικής εποχής (70 μ.Χ.), ενώ μετά τόν θάνατο τών αποστόλων χρησιμοποιούσαν καί τόν τίτλο τού αποστόλου, όπως συνάγεται από τήν εναλλαγή τών δύο τίτλων (προφήτης-απόστολος) γιά τά ίδια πρόσωπα στή Διδαχή (μεταξύ τών ετών 70 καί 90 μ.Χ.). Πράγματι, ο τίτλος «προφήτης» στήν παύλεια γραμματεία, όταν συνδέεται μέ συγκεκριμένα πρόσωπα, δηλώνει ηγετικά πρόσωπα τόσο στήν τοπική, όσο καί στήν οικουμενική προοπτική, όπως συνάγεται από τή σημαντική μαρτυρία τών Πράξεων γιά τήν τάξη τών Προφητών τής εκκλησίας τής Αντιοχείας, οι οποίοι, κατ' εντολήν τού αγίου Πνεύματος επέλεξαν τούς Βαρνάβα καί Παύλο γιά τήν πρώτη αποστολική περιοδεία στά έθνη: «Ήσαν δέ τινες εν Αντιοχεία κατά τήν ούσαν εκκλησίαν, προφήται καί διδάσκαλοι, ότε Βαρνάβας καί Συμεών, ο επικαλούμενος Νίγερ, καί Λούκιος ο Κυρηναίος, Μαναήν τε Ηρώδου τού τετράρχου σύντροφος καί Σαύλος. Λειτουργούντων δέ αυτών τώ Κυρίω (=σέ ευχαριστιακή σύναξη) καί νηστευόντων είπε τό Πνεύμα τό άγιον: αφορίσατε δή μοι τόν Βαρνάβαν καί τόν Σαύλον εις τό έργον ο προσκέκλημαι αυτούς. Τότε νηστεύσαντες καί προσευξάμενου καί επιθέντες αυτοίς τάς χείρας απέλυσαν...» (Πράξ. 13, 1-3).

Η εντυπωσιακή επιτυχία τής πρώτης αποστολικής περιοδείας τού αποστόλου Παύλου στά έθνη (47-48 μ.Χ.) ενέπνευσε τίς αποφάσεις τής Αποστολικής συνόδου (49 μ.Χ.), οι οποίες ενέκριναν τίς προτάσεις τού αποστόλου Παύλου καί τών Προφητών τής Αντιοχείας γιά τήν οικουμενική προοπτική τού Ευαγγελίου. Οι αποφάσεις τής συνόδου επιδόθηκαν στούς Παύλο καί Βαρνάβα, αλλά παραλλήλως επιλέχθηκαν καί δύο εξέχοντα μέλη τής τάξεως τών προφητών τής εκκλησίας Ιεροσολύμων γιά τήν αποστολή τών αποφάσεων στήν όλη Εκκλησία τής Αντιοχείας. «Τότε έδοξε τοίς αποστόλοις καί τοίς πρεσβυτέροις σύν όλη τή εκκλησία, εκλεξαμένους άνδρας εξ αυτών, πέμψαι εις Αντιόχειαν, σύν τώ Παύλω καί Βαρνάβα, Ιούδαν τόν επικαλούμενον Βαρσαβάν καί Σίλαν, άνδρας ηγουμένους εν τοίς αδελφοίς... Οι μέν ουν απολυθέντες ήλθον εις Αντιόχειαν καί, συναγαγόντες τό πλήθος, επέδωκαν τήν επιστολήν, αναγνόντες δέ εχάρησαν επί τή παρακλήσει. Ιούδας τε καί Σίλας, καί αυτοί προφήται όντες, διά λόγου πολλού παρεκάλεσαν τούς αδελφούς καί επεστήριξαν. Ποιήσαντες δέ χρόνον απελύθησαν μετ' ειρήνης από τών αδελφών πρός τούς αποστόλους...» (Πράξ. 15, 22, 30-32). Επομένως, η τάξη τών προφητών ήταν ήδη κατά τήν πρώιμη αποστολική εποχή τόσο στά Ιεροσόλυμα, όσο καί στήν Αντιόχεια μία εξέχουσα τάξη, η οποία συμμετείχε κατ' εντολήν τών αποστόλων στό ευρύτερο αποστολικό έργο καί είχε τήν αυθεντία, όπως ο Ιούδας καί ο Σίλας, νά ανακοινώνουν στίς τοπικές εκκλησίες τίς αποστολικές αποφάσεις ή καί νά τίς υποστηρίξουν μέ τή διδασκαλία τους. Έτσι εξηγείται καί η ιεραρχημένη κατάταξη τών προφητών από τόν απόστολο Παύλο (Α΄ Κορ. 12, 28-31 Εφ., 4, 10-12) αμέσως μετά τούς αποστόλους.

Πράγματι, ο τίτλος τού «προφήτη», όπως καί η τάξη τών προφητών, είχε καθιερωθή στήν αποστολική εποχή καί συνδεόταν μέ τούς εξέχοντες συνεργούς τών αποστόλων στό αποστολικό έργο, γι' αυτό καί, μετά από μακρά δοκιμασία, ελάμβαναν μέ αποστολική χειροτονία τήν αυθεντία νά ασκούν καί αυτοτελώς αποστολικό έργο. Ωστόσο, ο τίτλος «προφήτης», καίτοι προέρχεται από τόν παλαιοδιαθηκικό τίτλο, διαφοροποιείται πλήρως στήν καινοδιαθηκική γραμματεία, ιδιαίτερα δέ στίς επιστολές τού αποστόλου Παύλου, τόσο ως πρός τήν έννοια, όσο καί ως πρός τό περιεχόμενο. Πράγματι, στήν Καινή Διαθήκη ο τίτλος καθιερώθηκε γιά τή σαφή διάκριση τής τάξεως τών προφητών από τήν τάξη τών αποστόλων όχι μόνο κατά τήν αυθεντία, αλλά καί κατά τόν τρόπο εντάξεώς τους στό αποστολικό έργο. Έτσι, οι μέν απόστολοι αντλούσαν τό εξαιρετικό τους κύρος στήν Εκκλησία από τήν προσωπική τους εκλογή καί τήν άμεση εντολή πρός αυτούς από τόν Ιησού Χριστό, ενώ οι προφήτες όφειλαν τήν εξέχουσα θέση τους στήν προσωπική τους επιλογή από τούς αποστόλους καθ' υπόδειξη τού αγίου Πνεύματος. Η διάκριση αυτή ήταν πολύ σημαντική κατά τήν αποστολική εποχή, όπως φαίνεται καί από τήν αποδιδόμενη έμφαση στίς περιγραφές τής κλήσεως τού αποστόλου Παύλου μέ τό όραμα τής Δαμασκού (Πράξ. 9, 1-30. Α΄ Κορ. 9, 1-7. 15,8-11. Α΄ Τιμ. 1, 12-17 κ.λπ.). Έτσι, μόνον οι απόστολοι είχαν λάβει άμεση εντολή καί προσωπική αυθεντία αμέσως από τόν Ιησού Χριστό γιά τό έργο τού ευαγγελισμού τής οικουμένης, ενώ οι προφήτες ελάμβαναν τήνεντολή αυτή από τό άγιο Πνεύμα κατά τήν αποστολική χειροτονία καί τήν ασκούσαν κατ' αναφοράν πρός τούς αποστόλους, τουλάχιστον μέχρι τόν θάνατο τών αποστόλων. Η διάκριση δηλαδή τού τίτλου τών αποστόλων από τόν τίτλο τών προφητών αναφερόταν κυρίως στήν εκλογή τών μέν πρώτων από τόν ίδιο τόν Ιησού Χριστό, τών δέ προφητών από τό άγιο Πνεύμα καί τήν αποστολική χειροτονία γιά τό ίδιο αποστολικό έργο, αλλά από διαφορετικό επίπεδο αυθεντίας.

Είναι λοιπόν ευνόητον ότι οι μαθηταί καί συνεργοί τών αποστόλων, οι οποίοι εντάχθηκαν «διά προφητείας» τού αγίου Πνεύματος καί τής αποστολικής χειροτονίας στήν εξέχουσα τάξη τών προφητών, ανέλαβαν μετά τόν θάνατο τών αποστόλων τήν αυτοτελή ευθύνη τής συνεχίσεως τού αποστολικού έργου, γι' αυτό καί δέν θεωρούσαν αυθαίρετη ή καταχρηστική τήν εναλλαγή τών τίτλων «απόστολος» καί «προφήτης», όπως συνάγεται από τήν εναλλακτική χρήση τών δύο τίτλων γιά τά ίδια πρόσωπα στή Διδαχή. Βεβαίως, τό προνόμιο αυτό απέκτησαν κυρίως διά τής αποστολικής χειροτονίας, η οποία τούς καθιστούσε διαδόχους τών αποστόλων στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής. Υπό τό πνεύμα αυτό πρέπει νά κατανοηθή καί η παραγγελία τού αποστόλου Παύλου πρός τόν Τιμόθεο νά τηρήση «τήν εντολήν άσπιλον, ανεπίληπτον μέχρι τής επιφανείας τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Α΄ Τιμ., 6, 14), η οποία ίσχυε γιά όλους τούς χειροτονημένους συνεργούς του. Ωστόσο, η χειροτονία τών μαθητών τών αποστόλων στήν τάξη τών προφητών δέν αναφερόταν σέ κάποια συγκεκριμένη τοπική εκκλησία, αφού ως διάδοχοι καί συνεχιστές τού έργου τών αποστόλων όφειλαν νά ακολουθήσουν τό υπόδειγμα ή καί τίς εντολές τους. Πράγματι, όπως ο Τιμόθεος, καίτοι άσκησε αποστολικό έργο σέ πολλές περιοχές, κατά τήν εντολή τού αποστόλου Παύλου, εν τούτοις δέν συνδέθηκε μόνιμα μέ μία συγκεκριμένη τοπική εκκλησία, έτσι καί οι λοιποί συνεργοί τών αποστόλων άσκησαν τό αποστολικό τους έργο σέ ευρύτερες περιφέρειες, οι οποίες προφανώς τούς είχαν υποδειχθεί από τούς αποστόλους. Ενώ λοιπόν ήσαν καθολικοί διάδοχοι τών αποστόλων στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής, εν τούτοις συνέδεσαν τό αποστολικό τους έργο μέ συγκεκριμένη περιφέρεια, όπως συνάφεια από τίς σχετικές μαρτυρίες καί τήν εκκλησιαστική συνείδηση τής μεταποστολικής εποχής.

5. Αποστολική διαδοχή καί τοπική εκκλησία.

Στά πλαίσια αυτά κατανοείται τό γεγονός ότι οι «προφήτες» τής Διδαχής ασκούσαν τό αποστολικό τους έργο ως περιοδευτές σέ μία ευρύτερη περιφέρεια, η οποία τούς είχε προφανώς υποδειχθεί από τούς αποστόλους ή συγκέντρωνε γιά διάφορους λόγους τό προσωπικό τους ενδιαφέρον. Μπορούσαν όμως νά εγκατασταθούν καί σέ μία τοπική Εκκλησία, η οποία λειτουργούσε πλέον ως κέντρο τού αποστολικού τους έργου στήν ευρύτερη περιφέρεια είτε λόγω γήρατος ή καί γιά λόγους υγείας. Βεβαίως, καί στίς δύο περιπτώσεις ήταν προφανής η υπερέχουσα αυθεντία τους έναντι τού τοπικού ιερατείου (επισκόπων καί διακόνων), όσο καί η εξέχουσα θέση τους στή ζωή τής Εκκλησίας, αφού ως περιοδευτές μπορούσαν νά τελούν τή θεία Ευχαριστία σέ όποια τοπική εκκλησία επισκέπτοντο (Διδαχή, 10, 7: «τοίς δέ προφήτης επιτρέπετε ευχαριστείν όσα θέλουσιν») ενώ, αν εγκαθίσταντο σέ κάποια από αυτές, καθίσταντο «οι αρχιερείς» αυτής («αυτοί γάρ εισίν οι αρχιερείς υμών») καί είχαν τό δικαίωμα νά λαμβάνουν τή «δεκάτη» τών αγαθών γιά τή συντήρησή τους («πας προφήτης αληθινός, θέλων καθήσθαι πρός υμάς, άξιός εστι τής τροφής αυτού... Πάσαν ουν απαρχήν... τοίς προφήταις, αυτού γάρ εισιν οι αρχιερείς υμών, εάν δέ μή έχητε προφήτην, δότε τοίς πτωχοίς...»). Είναι λοιπόν ευνόητο ότι η εγκατάσταση ενός «προφήτη» σέ κάποια από τίς τοπικές εκκλησίες τής αποστολικής του ευθύνης συνέδεε τήν αποστολική αυθεντία τών «προφητών» μέ μία συγκεκριμένη τοπική εκκλησία, στήν οποία υπήρχε ήδη ένα τοπικό ιερατείο (επίσκοποι καί διάκονοι), γι' αυτό καί η μόνιμη εγκατάσταση τών προφητών σέ τοπικές εκκλησίες μπορούσε νά προκαλέση ποικίλες αντιδράσεις.

Πράγματι, οι αντιδράσεις όπως συνάγεται από τή Διδαχή, μπορούσαν νά στρέφονται εναντίον τής μόνιμης εγκαταστάσεως τού προφήτη στήν τοπική εκκλησία ή καί εναντίον τού τοπικού ιερατείου γιά τήν αμφισβήτηση τής αναγκαιότητάς του μετά τήν εγκατάσταση τού προφήτη. Υπό τήν έννοια αυτή, ο συντάκτης τής Διδαχής προτρέπει μέ μεγάλη έμφαση τίς τοπικές εκκλησίες όχι μόνο νά δεχθούν μέ ιδιαίτερες τιμές τήν εγκατάσταση σέ αυτές κάποιου προφήτη, αλλά καί νά μήν υποτιμήσουν τό τοπικό ιερατείο λόγω τής υπερέχουσας αυθεντίας τού προφήτη: «Χειροτονήσατε ουν ευατοίς επισκόπους και διακόνους αξίους του Κυρίου, άνδρας πραείς και αφιλαργύρους και αληθείς και δεδοκιμασμένους. Υμών γάρ λειτουργούσι και αυτοί την λειτουργίαν των προφητών καί διδασκάλων. Μη ουν υπερίδητε αυτούς, αυτοί γάρ εισίν οι τετιμημένοι υμών μετά των προφητών καί διδασκάλων...» (Διδαχή, 15, 1-2). Είναι προφανές ότι ο συντάκτης τής Διδαχής είχε προσωπική γνώση τών συνήθων παρενεργειών στήν τοπική εκκλησία από τήν εγκατάσταση σέ αυτή ενός προφήτη, αφού η εξέχουσα αυθεντία του θά υποβάθμιζε τόν ρόλο τού τοπικού ιερατείου, γι' αυτό επιμένει μέ έμφαση στήν παραπληρωματική σχέση τής «λειτουργίας» τού τοπικού ιερατείου πρός τή «λειτουργία» τών προφητών. Υπό τήν έννοια αυτή, οι ειδήσεις τής Διδαχής αποτελούν συστηματική ανάπτυξη τών αποσπασματικών μαρτυριών τών παυλείων επιστολών γιά τήν ειδικότερη σχέση τών προφητών πρός τήν αποστολική διαδοχή καί επιβεβαιώνονται από τίς σχετικές μαρτυρίες τής περίφημης επιστολής τού Κλήμη Ρώμης πρός τήν εκκλησίαν τής Κορίνθου (95 μ.Χ.).

Η μόνιμη λοιπόν εγκατάσταση προφήτη σέ κάποια τοπική εκκλησία δέν ήταν αδιάφορη γιά τό τοπικό ιερατείο, τό οποίο εκαλείτο νά αναδιαρθρώση σέ νέες πλέον βάσεις τήν παρουσία καί τήν λειτουργία του στήν τοπική εκκλησία. Η κατηγορηματική δήλωση τού συντάκτη τής Διδαχής ότι οι προφήτες «εισίν οι αρχιερείς υμών» προσλαμβάνει κατά τήν εφαρμογή της στήν τοπική εκκλησία καθοριστική σημασία γιά τήν ταυτότητα καί γιά τή δομή τού τοπικού ιερατείου. Η «σύγκρασις» τής υπερέχουσας καί υπερτοπικής αυθεντίας τού χειροτονημένου περιοδευτή προφήτη μέ τό τοπικό ιερατείο ήταν δυνατή μόνο μέ τήν ιεράρχηση τής συμμετοχής τους στήν αποστολική λειτουργία τής «επισκοπής» σέ κάθε τοπική εκκλησία.

Η μόνιμη σύνδεση τού προφήτη πρός κάποια τοπική εκκλησία συνεπαγόταν βεβαίως καί τήν άσκηση από αυτόν τής εποπτείας επί τού καθ' όλου λατρευτικού καί πνευματικού της βίου, εφ' όσον αυτός ήταν πλέον «ο αρχιερεύς» τής τοπικής εκκλησίας, αυτός ασκούσε δηλαδή τό έργο τής επισκοπής. Βεβαίως, η προσαρμογή δέν ήταν αναγκαία αμέσως γιά όλες τίς άλλες τοπικές εκκλησίες τής περιοχής ευθύνης τού προφήτη, αφού εκείνος μπορούσε νά μεριμνά από μακράν γι' αυτές. Οπωσδήποτε όμως ανέκυψε πρόβλημα, όταν ο προφήτης χειροτόνησε διαδόχους τής αποστολικής του αυθεντίας στίς κατά τόπους εκκλησίες τής περιοχής ευθύνης του. Οι χειροτονούμενοι από τούς προφήτες στίς κατά τόπους εκκλησίες κατείχαν πλέον σέ αυτές τήν αυθεντία τών προφητών καί ασκούσαν τό έργο τής «επισκοπής». Οι σοβαρές αυτές ανακατατάξεις γιά τή μετάβαση από τήν οικουμενική αυθεντία τής αποστολικής εξουσίας στήν τοπική έκφρασή της διέρχονται σαφώς από τή μεταβατική υπερτοπική άσκηση τής αποστολικής αυθεντίας από τούς μαθητές καί συνεργάτες τών αποστόλων, τούς προφήτες.

Υπό τήν έννοια αυτή, η κρίση τής εκκλησίας τής Κορίνθου κατέστησε αναγκαία τήν υπεράσπιση τής μονιμότητος όλων τών λειτουργημάτων, τά οποία καθιερώθηκαν από τούς αποστόλους. Έτσι, η πρώτη μαρτυρία γιά τήν αποστολική διαδοχή προέρχεται από τόν συνεργό τού αποστόλου Παύλου Κλήμη Ρώμης, ο οποίος στήν περίφημη επιστολή του πρός τήν εκκλησία τής Κορίνθου (95 μ.Χ.), παρουσιάζει μέ εντυπωσιακή πληρότητα τόσο τήν ανάπτυξη τών λειτουργημάτων, όσο καί τόν τρόπο τής διαδοχής τών αποστόλων. Είναι ευνόητο ότι η μαρτυρία αυτή, αν ερμηνευθή ορθώς, αποδίδει σαφώς καί κατά τρόπο αυθεντικό τό πνεύμα τού αποστόλου Παύλου καί τών άλλων αποστόλων γιά τή συνέχεια τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής στή ζωή τής Εκκλησίας: «Οι απόστολοι ημίν ευαγγελίσθησαν από τού Κυρίου Ιησού Χριστού, Ιησούς Χριστός από τού Θεού εξεπέμφθη. Ο Χριστός ουν από τού Θεού καί οι απόστολοι από τού Χριστού. Εγένετο ουν αμφότερα ευτάκτως εκ θελήματος Θεού. Παραγγελίας ουν λαβόντες καί πληροφορηθέντες διά τής αναστάσεως τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού καί πιστωθέντες εν τώ λόγω τού Θεού μετά πληροφορίας Πνεύματος αγίου, εξήλθον ευαγγελιζόμενοι τήν Βασιλείαν τού Θεού μέλλειν έρχεσθαι. Κατά χώρας ουν καί πόλεις κηρύσσοντες καί τούς υπακούοντας τή βουλήσει τού Θεού βαπτίζοντες, καθίστανον τάς απαρχάς αυτών, δοκιμάσαντες τώ Πνεύματι, εις επισκόπους καί διακόνους τών μελλόντων πιστεύειν... Καί οι απόστολοι ημών έγνωσαν διά τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι έρις έσται επί τού ονόματος τής επισκοπής. Διά ταύτην ουν τήν αιτίαν, πρόγνωσιν ειληφότες τελείαν, κατέστησαν τούς προειρημένους. Καί μεταξύ επινομήν έδωκαν, όπως εάν κοιμηθώσι, διαδέξωνται έτεροι δεδοκιμασμένοι άνδρες τήν λειτουργίαν αυτών. Τούς ουν κατασταθέντας υπ' εκείνων, ή μεταξύ υφ' ετέρων ελλογίμων ανδρών, συνευδοκησάσης τής εκκλησίας πάσης, καί λειτουργησάντων αμπέμπτως τώ ποιμνίω τού Χριστού μετά ταπεινοφροσύνης, ησύχως καί αβαναύσως, μεμαρτυρημένους τε πολλοίς χρόνους υπό πάντων, τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι τής λειτουργίας. Αμαρτία γάρ ου μικρά ημίν έσται, εάν τούς αμέμπτους καί οσίως προσενεγκόντας τά δώρα τής επισκοπής αποβάλλωμεν...» (Α΄ Κλήμεντος, 42-44).

Είναι προφανές ότι ο μαθητής καί συνεργός τού αποστόλου Παύλου αναφέρεται αφ' ενός μέν στήν οργάνωση τών τοπικών εκκλησιών κατά τήν αποστολική εποχή μέ τήν παύλεια ορολογία (επίσκοποι-διάκονοι), αφ' ετέρου δέ στή διαδοχή τών αποστόλων από «δεδοκιμασμένους» καί «ελλογίμους άνδρας», οι οποίοι, όπως καί οι απόστολοι, είχαν τήν εξουσία νά χειροτονούν («καθιστάνειν») τό τοπικό ιερατείο (επισκόπους-διακόνους) κατά τήν πρώιμη μεταποστολική εποχή (70-95 μ.Χ.). Πράγματι, κατά τόν Κλήμη Ρώμης, κοινό χαρακτηριστικό τών αποστόλων καί τών διαδόχων τους ήταν η εξουσία νά επιλέγουν καί νά χειροτονούν τό τοπικό ιερατείο, όπως επίσης καί τούς διαδόχους τής αυθεντίας τους στήν «αποστολική λειτουργία τής επισκοπής». Αντιθέτως, τό τοπικό ιερατείο (επίσκοποι-διάκονοι), καίτοι μετείχε στήν «αποστολική λειτουργία τής επισκοπής» μετά τή χειροτονία από τούς αποστόλους ή τούς διαδόχους τους, εν τούτοις δέν είχε λάβει τήν εξουσία νά χειροτονή. Υπό τήν έννοια αυτή, η ορθή ερμηνεία τής κρίσιμης φράσεως γιά τό ζήτημα τής σχέσεως χειροτονίας καί αποστολικής διαδοχής καθιστά αναγκαία τή μετατροπή τού πλαγίου σέ ευθύ λόγο, ήτοι: «Καί οι απόστολοι ημών έγνωσαν διά τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι έρις έσται επί τού ονόματος τής επισκοπής. Διά ταύτην ουν τήν αιτίαν, πρόγνωσιν ειληφότες τελείαν, κατέστησαν τούς προειρημένους (επισκόπους-διακόνους). Καί μεταξύ επινομήν έδωκαν (=οι απόστολοι) όπως εάν κοιμηθώσι (=οι απόστολοι) διαδέξωνται έτεροι δεδοκιμασμένοι άνδρες (=μαθητού τών αποστόλων), τήν λειτουργίαν αυτών (=τών αποστόλων). Τούς ουν κατασταθέντας (=επισκόπους-διακόνους) υπ' εκείνων (=αποστόλων) ή μεταξύ υφ' ετέρων ελλογίμων ανδρών (=χειροτονημένων προφητών), συνευδοκησάσης τής εκκλησίας πάσης,... τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι τής λειτουργίας. Αμαρτία γάρ ου μικρά ημίν έσται, εάν τούς αμέμπτους καί οσίως προσενεγκόντας τά δώρα τής επισκοπής αποβάλωμεν» (εκτενή καί λεπτομερή θεμελίωση τής ανωτέρω ερμηνείας βλέπε: Β.Ι. Φειδά, τό πολίτευμα τής Εκκλησίας καί η τάξις τών προφητών, Αθήναι 1984 σελ. τού ιδίου, Εκκλ. Ιστορία, τ.Α', Αθήναι 1989, 80 κ.εξ.).

Συνεπώς, οι μαρτυρίες τών επιστολών τού αποστόλου Παύλου γιά τήν τάξη τών προφητών καί τή χειροτονία τών συνεργών του στήν αποστολική λειτουργία τής επισκοπής επιβεβαιώνονται από τήν κοινή εκκλησιαστική συνείδηση τής πρώιμης μεταποστολικής εποχής (70-100 μ.Χ.), όπως αυτή εκφράζεται μέ κατηγορηματικό τρόπο στήν εξέχουσα αυθεντία τόσο τών εχόντων αποστολική χειροτονία προφητών τής Διδαχής, οι οποίοι ήσαν «οι αρχιερείς» γιά τίς τοπικές εκκλησίες μιάς ευρύτερης περιφέρειας μέχρι τήν εγκατάστασή τους σέ μία από αυτές, όσο καί τών «δεδοκιμασμένων» ή «ελλογίμων» τής Α΄ Κλήμεντος, οι οποίοι διαδέχθηκαν τούς αποστόλους στό αποστολικό έργο καί είχαν λάβει μέ αποστολική χειροτονία τήν εξέχουσα αυθεντία νά χειροτονούν, όπως οι απόστολοι, τό τοπικό ιερατείο (=επισκόπους καί διακόνους). Η συνέχεια λοιπόν τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής από τό τέλος τής αποστολικής εποχής μέχρι τό τέλος τού πρώτου αιώνα, ήτοι κατά τή σκοτεινή περίοδο τής πρώιμης μεταποστολικής εποχής, θά μπορούσε νά καθορισθή περίπου ως εξής:

α) Κατά τήν αποστολική περίοδο οι απόστολοι υπήρξαν οι καθολικοί επίσκοποι τής Εκκλησίας, στίς δέ κατά τόπους ιδρυόμενες εκκλησίες εγκαθιδρύετο ένα μόνιμο τοπικό ιερατείο (επίσκοποι ή πρεσβύτεροι – διάκονοι), τό οποίο τελούσε πάντοτε υπό τήν εποπτεία τών αποστόλων.

β) Παράλληλα πρός τήν τάξη τών αποστόλων αναπτύχθηκε ήδη κατά τήν αποστολική εποχή η τάξη τών προφητών, η οποία στελεχώθηκε από τούς δοκιμότερους μαθητές καί συνεργάτες τών αποστόλων, άσκησε δέ αποστολικό έργο κατά μέν τήν αποστολική εποχή υπό τήν άμεση εποπτεία τών αποστόλων, μετά δέ τόν θάνατο τών αποστόλων αυτόνομη αποστολική εξουσία σέ μείζονα ή ελάσσονα διοικητική ή γεωγραφική περιφέρεια, οπωσδήποτε όμως σέ περισσότερες από μία τοπικές εκκλησίες.

γ) Η εγκατάσταση τών προφητών σέ κάποια τοπική εκκλησία καί η χειροτονία από αυτούς τών διαδόχων τής αυθεντίας τους στίς άλλες τοπικές εκκλησίες τής περιοχής ευθύνης τους οδήγησε περί τό τέλος τού πρώτου αιώνα στήν ολοκλήρωση τής διαμορφώσεως τού μονίμου ιερατείου κάθε τοπικής εκκλησίας, όπως επίσης καί στήν τάση καθιερώσεως τού όρου «επίσκοπος» γιά μόνους τούς διαδόχους τής αυθεντίας τών προφητών.

δ) Η κατ' αποστολική διαδοχή μετάβαση από τήν οικουμενική αυθεντία τών αποστόλων, διά τής υπερτοπικής εξουσίας τών προφητών, στήν τοπική λειτουργία τών επισκόπων κατανοείται ως φυσική μεταβίβαση εξουσιών στή συνέχεια τής αποστολικής λειτουργίας τής επισκοπής, προκάλεσε δέ ποικίλα προβλήματα μέχρι τήν τελική σύνδεση τών κατά διαδοχή φορέων τής αποστολικής εξουσίας μέ τό μόνιμο τοπικό ιερατείο καί μέ τή θεία ευχαριστία τής τοπικής εκκλησίας.
 
Πηγή: apostoliki-diakonia.gr

Συμβουλές προς τον σύζυγο!

 
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, έργο Sebastiano del Piambo.
 
Ας θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο άνδρας είναι το κεφά­λι και η γυναίκα το σώμα, όπως αποδεικνύει και τούτος ο αποστολικός συλλογισμός: «Ο άνδρας είναι η κεφαλή (δηλ. ο αρχηγός) της γυναίκας, όπως και ο Χριστός της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι και ο σω­τήρας του σώματός Του, της Εκκλησίας. Όπως όμως η Εκκλησία υποτάσσεται στο Χριστό, έτσι και οι γυναίκες πρέπει σε όλα να υποτάσσονται στους άνδρες τους» (Εφ. 5:23-24). 

Εσύ, ο άνδρας, ακούς τον Παύλο, που συμβουλεύ­ει τη γυναίκα να υποτάσσεται σ' εσένα, και τον επαι­νείς και τον θαυμάζεις. Ακου, όμως, τι λέει παρακά­τω. Ακου τι ζητάει από σένα: «Οι άνδρες ν' αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκ­κλησία και πρόσφερε τη ζωή Του γι' αυτήν» (Εφ. 5:25). Είδες προηγουμένως υπερβολή υποταγής; Δες τώρα υπερβολή αγάπης. Θέλεις να υπακούει σ' εσένα η γυναίκα σου, όπως η Εκκλησία υπακούει στο Χρι­στό; Φρόντιζε κι εσύ γι' αυτήν, όπως ο Χριστός για την Εκκλησία. Κι αν χρειαστεί τη ζωή σου να θυσιά­σεις γι' αυτήν, κομμάτια να γίνεις χίλιες φορές, τα πά­ντα να υπομείνεις και να πάθεις, μην αρνηθείς να το κάνεις.

Γιατί ούτε κι έτσι θα έχεις κάνει κάτι ισάξιο μ' εκείνο που έκανε ο Χριστός για την Εκκλησία, αφού εσύ θα έχεις πάθει γι' αυτήν με την οποία είσαι ενω­μένος, ενώ ο Κύριος έπαθε γι' αυτήν που Τον απο­στρεφόταν και Τον περιφρονούσε. Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός όχι με απειλές, όχι με βρισιές, όχι με φοβέ­ρες, αλλά με πολλή αγάπη και στοργή, με φροντίδα και θυσία κατόρθωσε να εμπνεύσει την ευπείθεια σ' εκείνην που τόσο Τον είχε λυπήσει, έτσι να κάνεις κι εσύ, έτσι να φέρεσαι στη γυναίκα σου. Αν δεν σε προ­σέχει, αν σε αντιμετωπίζει με υπερηφάνεια, αν σου δείχνει περιφρόνηση, θα μπορέσεις να τη συμμορφώ­σεις με την πολλή φροντίδα σου, με την αγάπη και την καλοσύνη σου, όχι με την οργή και το φοβέρισμα. Μόνο έναν υπηρέτη μπορείς να συνετίσεις έτσι, ή μάλλον ούτε κι αυτόν, γιατί γρήγορα θα οργιστεί και θα φύγει από τη δούλεψή σου. Στη σύντροφο της ζωής σου, στη μάνα των παιδιών σου, στη βάση κάθε χαράς μέσα στην οικογένειά σου, δεν πρέπει με αγριάδα και απειλές να επιβάλλεσαι, αλλά με την αγά­πη και τον καλό τρόπο.

Τί συζυγική ζωή είναι αυτή, όταν η γυναίκα τρέμει τον άνδρα της; Και ποιά οικογενειακή θαλπωρή θα απολαύσει ο άνδρας, όταν ζει μαζί μέ γυναίκα που τη μεταχειρίζεται σαν δούλα; Κι αν πάθεις κάτι για χάρη της, μην της το χτυπήσεις. Ούτε ο Χριστός έκανε κά­τι τέτοιο. «Και τη ζωή του», λέει, «πρόσφερε γι' αυτήν, θέλοντας έτσι να την καθαρίσει και να την αγιάσει» (Εφ. 5:25-26). Επομένως ήταν ακάθαρτη, είχε ελατ­τώματα, ήταν άσχημη και ποταπή.

Γι’ αυτό μη ζητάς από τη γυναίκα αυτά που δεν είναι δικά της. Βλέπεις, ότι όλα από τον Κύ­ριο τα πήρε η Εκκλησία. Απ’ αυτόν έγινε ένδοξη και λαμπρή. Μη νιώσεις αποστροφή για τη γυναίκα, επει­δή έτυχε να μην είναι όμορφη. Ακουσε τι λέει η Γρα­φή: «Η μέλισσα είναι τόσο μικρή ανάμεσα στα φτε­ρωτά, μα ο καρπός των κόπων της είναι τόσο γλυκός!» (Σοφ. Σειρ. 11:3). Θεού πλάσμα είναι η γυναίκα. Με την αποστροφή σου δεν προσβάλλεις εκείνην, αλλά το Δημιουργό της. Τί δικό της έχει; Ο Κύριος δεν της τα έδωσε όλα; Μα και την όμορφη γυναίκα μην την παινέψεις, μην τη θαυμάσεις. Ο θαυμασμός της μιας και η περιφρόνηση της άλλης δείχνουν άνθρωπο ακό­λαστο. Την ομορφιά της ψυχής να ζητάς και το Νυμφίο της Εκκλησίας να μιμείσαι. Η σωματική ομορ­φιά, πέρα από το ότι είναι γεμάτη αλαζονεία, προκα­λεί ζήλεια, πολλές φορές μάλιστα και αβάσιμες υπο­ψίες. Δεν χαρίζει, όμως, ηδονή; Για λίγο, ναι· για ένα μήνα ή δύο, ή το πολύ για ένα χρόνο· υστέρα, όχι πια. Γιατί, λόγω της συνήθειας, δεν σου κάνει πια αίσθηση η ομορφιά, η οποία όμως διατηρεί την αλαζονεία της. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας γυ­ναίκας που δεν έχει εξωτερική ομορφιά, έχει όμως εσωτερική. Εκεί είναι φυσικό η ηδονή και η αγάπη του συζύγου να παραμένουν απ’ την αρχή ως το τέλος αμείωτες, γιατί προέρχονται από ομορφιά ψυχής και όχι σώματος.

Υπάρχει τίποτα ωραιότερο από τ' αστέρια τ' ουρα­νού; Σώμα τόσο λευκό δεν μπορείς να μου βρεις. Μά­τια τόσο λαμπερά δεν μπορείς να μου δείξεις. Όταν δημιούργησε ο Θεός τ' αστέρια, οι άγγελοι τα θαύ­μασαν γεμάτοι έκπληξη. Κι εμείς τώρα τα θαυμάζου­με, όχι όμως τόσο πολύ, όσο όταν τα πρωτοείδαμε. Αυτό κάνει η συνήθεια. Ελαττώνει την έκπληξη, επο­μένως και το θαυμασμό και την έλξη. Σκεφτείτε τώρα πόσο περισσότερο ισχύει αυτό στην περίπτωση της γυναίκας. Αν μάλιστα τύχει να τη βρει και κάποια αρρώστια, αμέσως χάθηκαν όλα. Να γιατί από τη γυναίκα πρέπει να ζητάμε καλοσύνη, μετριοφροσύνη, ευθύτητα και ειλικρίνεια. Αυτά είναι τα γνωρίσματα της ψυχικής ομορφιάς. Σωματική ομορφιά να μη ζητάμε. Δεν βλέπετε τόσους και τόσους, που πήραν ωραίες γυναίκες, πως κατέστρεψαν τη ζωή τους αξιο­θρήνητα; Και δεν βλέπετε άλλους, που, χωρίς να έχουν ωραίες γυναίκες, έζησαν πολύ ευτυχισμένα;

Ούτε, όμως, και για πλούσια γυναίκα να ψάχνουμε. Κανένας ας μην περιμένει να γίνει πλούσιος με το γά­μο. Αισχρός και αξιοκαταφρόνητος είναι ένας τέτοιος πλουτισμός. Επιπλέον, όπως λέει ο απόστολος, «όσοι θέλουν να πλουτίσουν, πέφτουν σε πειρασμό, σε πα­γίδα του διαβόλου και σε πολλές επιθυμίες ανόητες και βλαβερές, που βυθίζουν τους ανθρώπους στην κα­ταστροφή και στο χαμό» (Α' Τιμ. 6:9).

Από τη γυναίκα, λοιπόν, μη ζητάς λεφτά, αλλά αρετές. Είναι δυνατό ν' αδιαφορείς για τα σπουδαι­ότερα και να φροντίζεις για τα ασήμαντα; Δυστυχώς, όμως, σε όλα αυτό κάνουμε. Αν αποκτήσουμε παιδί, νοιαζόμαστε όχι για το πως θα γίνει καλός άνθρω­πος, αλλά για το πως θα του εξασφαλίσουμε πλούτη· όχι για το πως θ' αποκτήσει καλούς τρόπους, αλλά για το πως θα έχει πολλούς πόρους. Στο επάγγελμά μας, πάλι, δεν κοιτάμε πως θα το ασκήσουμε τίμια, αλλά πως θα μας φέρει μεγάλα κέρδη. Όλα, λοιπόν, γίνονται για τα λεφτά. Μας έχει κυριέψει ο έρωτας του χρήματος, γι' αυτό οδηγούμαστε στην καταστρο­φή.

«Έτσι», συνεχίζει ο απόστολος, «και οι άνδρες οφείλουν ν' αγαπούν τις γυναίκες τους, όπως αγα­πούν τω ίδιο τους το σώμα. Όποιος αγαπάει τη γυ­ναίκα του, αγαπάει τον εαυτό του. Κανείς ποτέ δεν μίσησε το ίδιο του το σώμα, αλλ' αντίθετα το τρέφει και το φροντίζει· έτσι κάνει και ο Κύριος για την Εκκλησία, γιατί όλοι είμαστε μέλη του σώματός Του από τη σάρκα Του και τα οστά Του» (Εφ. 5:28-30).

Όση, λοιπόν, αγάπη έχεις στον εαυτό σου, τόση αγά­πη θέλει ο Θεός να έχεις και στη γυναίκα σου. Δεν βλέπεις ότι και στο σώμα μας πολλές ατέλειες ή ελλεί­ψεις έχουμε; Ο ένας έχει τα πόδια στραβά, ο άλλος τα χέρια παράλυτα, ο τρίτος κάποιο άλλο μέλος άρρω­στο κ.ο.κ. Και όμως, δεν το κακομεταχειρίζεται ούτε το κόβει· απεναντίας μάλιστα, το φροντίζει και το πε­ριποιείται περισσότερο απ’ όσο τα υγιή μέλη του, και ο λόγος είναι ευνόητος.

Όσο αγαπάς, λοιπόν, τον εαυτό σου, τόσο ν' αγα­πάς και τη γυναίκα σου. Όχι μόνο γιατί ο άνδρας και η γυναίκα έχουν την ίδια φύση, αλλά και για μιαν άλλη σπουδαιότερη αιτία: Γιατί δεν είναι πια δύο ξεχωριστά σώματα, αλλά ένα...

Αλλά και η γυναίκα δεν πρέπει να περιφρονεί τον άνδρα της για οποιονδήποτε λόγο, προ παντός αν εί­ναι φτωχός. Να μη βαρυγγωμάει και να μην τον βρί­ζει, λέγοντας λ.χ.: "Ανανδρε και δειλέ, τεμπέλη και ακαμάτη, ανάμελε και υπναρά! Ο τάδε, αν και κατα­γόταν από φτωχή οικογένεια, με πολλούς κόπους και κινδύνους έκανε μεγάλη περιουσία. Και να, η γυναί­κα του φοράει πανάκριβα ρούχα, κυκλοφορεί με αμά­ξι, έχει τόσους υπηρέτες, ενώ εγώ πήρα εσένα, που είσαι ζαρωμένος από τη φτώχεια και ζεις άσκοπα!". Δεν πρέπει η γυναίκα να λέει στον άνδρα της τέτοια λόγια. Το σώμα δεν εναντιώνεται στο κεφάλι, αλλά το υπακούει. Πώς, όμως, θα υποφέρει τη φτώχεια; Από που θα βρει παρηγοριά; Ας σκεφτεί τις φτωχότερες γυναίκες. Ας συλλογιστεί πόσες κοπέλες από καλές οικογένειες όχι μόνο τίποτα δεν πήραν από τους άνδρες τους, αλλά και ξόδεψαν τη δική τους περιου­σία γι' αυτούς. Ας αναλογιστεί τους κινδύνους από έναν τέτοιο πλούτο, και θα προτιμήσει τότε τη φτωχι­κή αλλά ήσυχη ζωή. Γενικά, αν αγαπάει τον άνδρα της, δεν θα ξεστομίσει ποτέ παράπονο ή προσβλητικό λόγο γι' αυτόν. Θα προτιμήσει να τον έχει κοντά της χωρίς πλούτη, παρά να είναι πλούσιος, και αυτή να ζει μέσα στην ανασφάλεια και τις ανησυχίες, που συνε­πάγονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Ούτε και ο άνδρας, όμως, ακούγοντας τα παράπο­να ή τις επικρίσεις της γυναίκας του, πρέπει να τη βρίζει ή να τη χτυπάει, επειδή έχει εξουσία πάνω της. Καλύτερα να τη συμβουλεύει και να τη νουθετεί ήρε­μα, χωρίς ποτέ να σηκώνει χέρι εναντίον της. Ας τη διδάσκει την ουράνια φιλοσοφία, τη χριστιανική, που είναι ο αληθινός πλούτος. Ας τη διδάσκει όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τα έργα, πως η φτώχεια δεν είναι καθόλου κακό. Ας τη διδάσκει να περιφρονεί τη δό­ξα και ν' αγαπά την ταπείνωση· και τότε εκείνη ούτε παράπονο θα έχει ούτε χρήματα θα επιθυμεί. Ας τη διδάσκει να μην αγαπάει τα χρυσά κοσμήματα και τα πολυτελή ρούχα και τα πολλά αρώματα, ούτε να θέλει για το σπίτι ακριβά έπιπλα και περιττά στολίδια. Όλα τούτα φανερώνουν ματαιόδοξο φρόνημα και κουφότητα. Και της ίδιας και του σπιτιού στολισμός ας είναι η κοσμιότητα και η σεμνότητα. Και η ίδια και το σπίτι ας μοσχοβολάνε το άρωμα της σωφροσύνης και της αρετής.

(Πηγή: Αποσπάσματα από το κεφάλαιο «Η χριστιανική συζυγία» του βιβλίου «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 125-126, 128-130, 131-132, 137-138)
 
Πηγή: constantinosa.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες