Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Ο πατριάρχης και το κοράνι του...

Κοράνιο και πλακέτα με χωρία του Κορανίου δώρισε ο οικουμενιστής Πατριάρχης Ιεροσολύμων...


Τήν Τετάρτην, 5ην /18ην Ἀπριλίου 2012, ὁ ἐξοχώτατος πρίγκηψ τῆς Ἰορδανίας κ. Ἐμίρ Γάζη, συνοδευόμενος ὑπό τοῦ Μουφτῆ τῆς Αἰγύπτου κ. Ἄλη Τζούμαση Τζαμάκ καί ὑπό ἄλλων θρησκευτικῶν καί πολιτικῶν προσωπικοτήτων τῆς Ἰορδανίας καί τῆς Παλαιστινιακῆς Αὐτονομίας, παρουσίᾳ τοῦ Ἐκπροσώπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τοῦ Ἰσραήλ κ. Σεζάρ Μαρζῆε ἐπεσκέφθη τό Πατριαρχεῖον.

Τόν Ἐξοχώτατον πρίγκηπα ὑπεδέχθη ἐνθέρμως ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατήρ ἡμῶν καί Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος, περιστοιχούμενος ὑπό τῶν Ἁγιοταφιτῶν Πατέρων. Καλωσορίζων τόν πρίγκηπα ὁ Μακαριώτατος εἶπεν αὐτῷ ὅτι ἡ Ἱερουσαλήμ ὡς Ἁγία Πόλις ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα θρησκευτικῆς συμβιώσεως Ἰουδαίων, Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων.

Ἐπί τῇ ἐπισκέψει ταύτῃ ὁ Μακαριώτατος ἐπέδωσεν εἰς τόν πρίγκηπα ἀντίγραφον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βασιλικῆς τῆς Γεννήσεως ἐξ ἐλεφαντοστοῦν καί βιβλίον τοῦ Κορανίου ἐπίσης ἐξ ἐλεφαντοστοῦν. Εἰς δέ τόν Μουφτήν Ἄλυ Τζούμα ὁ Μακαριώτατος ἐπέδωσε πλακέτταν μετ’ ἐπιγραφῆς χωρίων τοῦ Κορανίου.

Μετά τήν ἐπίσκεψιν ταύτην εἰς τό Πατριαρχεῖον ὁ πρίγκηψ συνοδευόμενος ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου καί τῶν Ἁγιοταφιτῶν Πατέρων καί τῆς συνοδείας αὐτοῦ κατῆλθεν διά τοῦ Κεντρικοῦ Μοναστηρίου καί τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου εἰς τόν Ναόν τῆς Ἀναστάσεως καί ἐπεσκέφθη τό προσκύνημα τῆς Ἀποκαθηλώσεως, τόν Πανάγιον Τάφον, τό Καθολικόν καί τόν Γολγοθάν.

Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας. (Toυ πατριαρχείου)

 

πηγή: Ακτίνες

(Σχόλιο Εγκολπίου: Άλλος ένας ''ορθόδοξος'' Πατριάρχης αντί να κάνει ιεραποστολή δωρίζοντας το Άγιο Ευαγγέλιο, δωρίζει το βλάσφημο κοράνι, που ομολογεί Τον Χριστό μας απλό άνθρωπο, προφήτη και όχι Θεό Λόγο... 

Δόξα Τω Θεώ που δεν ανήκουμε σ' αυτήν την αιρετική συναγωγή, που περιλαμβάνει πάσης φύσεως δοξασίες, αιρετικές και βλάσφημες... Μουσουλμάνους, ορθοδοξόσχημους ρασοφόρους και παπικούς καρδινάλιους, όπως στην ανωτέρω φωτογραφία...)

Όσιος Νεκτάριος της Όπτινα! (+ 1928)

Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".


Ὁ κατά κόσμον Νικόλαος Βασίλεβιτς Τύχωνωφ, γεννήθηκε τό 1853 στήν πόλη Γιελέτς τῆς ἐπαρχίας Ὀριόλ. Τό 1873, σέ ἡλικία 20 ἐτῶν, ἐντάχθηκε στή Μονή τῆς Ὄπτινα, ὅπου ἀσκήθηκε κάτω ἀπό τήν πνευματική καθοδήγηση τῶν μεγάλων πνευματοφόρων Γερόντων της - Στάρετς, τοῦ ὁσίου Ἀνατολίου Α' (+ 1894, τόν ὁποῖο εἶχε Πνευματικό) καί τοῦ ὁσίου Ἀμβροσίου (+ 1891, τόν ὁποῖο εἶχε Γέροντα) καί ἔζησε μέ τούς Στάρετς Ὁσίους Ἰωσήφ, Βαρσανούφιο καί Ἀνατόλιο Β'.
 
Τό 1876 χειροθετήθηκε μικρόσχημος Μοναχός, τό 1894 χειροτονήθηκε Διάκονος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἀνατόλιο καί τό 1898 Πρεσβύτερος ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Καλούγας Μακάριο. Τό 1912 ἡ Ἀδελφότητα τόν ἀνέδειξε Στάρετς καί Πνευματικό καί τό 1920 Προϊστάμενο τῆς Σκήτης. Τότε δέχθηκε καί τό Μεγάλο καί Ἀγγελικό Σχῆμα. Ἔζησε στήν Ὄπτινα 50 χρόνια (1873 - 1923), 25 χρόνια στό ἴδιο κελλί, ἄλλοτε ἔγκλειστος καί ἄλλοτε διά Χριστόν Σαλός. Ἐλεημένος μέ τά χαρίσματα τῆς προφητείας καί τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως, στήριξε τούς πιστούς στήν, πρίν καί κατά τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1917, περίοδο, ἐνῶ κοντά του βρῆκαν τόν δρόμο πρός τήν πίστη καί τήν Ἐκκλησία πολλοί ἐκπρόσωποι τῆς Ρωσικῆς διανοήσεως καί τῆς "ἀργυρῆς ἐποχῆς" τῆς Ρωσικῆς λογοτεχνίας. Τό 1914 τόν ἐπισκέφθηκε ἡ Μεγ. Δούκισσα Ἐλισάβετ (ἔπειτα Νεομάρτυς, + 1918), ἡ ὁποία ἀπό σεβασμό συνομίλησε μαζί του ὄρθια! Μίλησε μέ θαυμαστή εὐκρίνεια γιά τήν Ἐπανάσταση, τήν δολοφονία τοῦ Τσάρου Νικολάου Β' καί τῆς οἰκογενείας του, τήν καταστροφή τῆς Ἁγίας Ρωσίας, ἀλλά καί τήν τελική νίκη τῆς Πίστεως ἐπί τοῦ Ἀθεϊσμοῦ. 
 
Ἔζησε τήν διάλυση τῆς Ὄπτινα (1923) καί τήν διασπορά τῶν 250 μοναχῶν της. Τήν Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1923 συνελήφθη καί καταδικάστηκε σέ θάνατο, ἀλλά τελικά ἐξορίστηκε, ἀρχικά στό Πλόχινο τῆς Καλούγας καί τελικά στό Χόλμισι τοῦ Μπριάνσκ, ὅπου κοιμήθηκε τήν 29η Ἀπριλίου 1928 καί ἐνταφιάσθηκε. Μετά θάνατον ἀναδείχθηκε θαυματουργός.
 
Τό 1935 ὁ τάφος τοῦ μακαρίου Γέροντος ἔγινε στόχος τυμβωρύχων. Ἄγνωστοι τόν ἄνοιξαν, ἔβγαλαν τό φέρετρο, ἐρεύνησαν γιά πολύτιμα ἀντικείμενα καί ἐπειδή δέν βρῆκαν τίποτα, ἄφησαν τό φέρετρο ἔξω ἀπό τήν γῆ καί ἔφυγαν! Τό ἑπόμενο πρωϊ κάποια παιδιά πού ἔφερναν τά ἄλογά τους ἀπό τήν νυκτερινή βοσκή, εἶδαν τό ἀνοικτό φέρετρο καί εἶπαν στούς χωρικούς, ὅτι "ἕνας μοναχός σηκώθηκε ἀπό τόν τάφο"! Τότε τό Λείψανο τοῦ Ἁγίου βρέθηκε ἄφθαρτο, μέ τό δέρμα στό χρῶμα τοῦ κεριοῦ καί τά χέρια εὐλύγιστα καί μαλακά! Οἱ χωρικοί, ἀφοῦ τίμησαν τό Λείψανο, τό ἔβαλαν καί πάλι στόν τάφο του. 
 
Τό 1987 ἡ Μονή τῆς Ὄπτινα ἐπιστράφηκε στό Πατριαρχεῖο Μόσχας καί τήν 16. 7. 1989 ἀνοίχθηκε ὁ τάφος τοῦ Στάρετς Νεκταρίου. Τότε διαπιστώθηκε, ὅτι τό Λείψανο τοῦ Γέροντος εἶχε διαλυθεῖ καί τά ὀστά του εὐωδίαζαν! Σήμερα τά Λείψανά του φυλάσσονται στή Μονή τῆς Ὄπτινα. 
 
Ἡ ἁγιότητά του (ὅπως καί τῶν ἄλλων Ὁσίων Στάρετς τῆς Ὄπτινα), διακηρύχθηκε ἀρχικά ἀπό τήν Ρωσική Ἐκκλησία τῆς Διασπορᾶς καί τήν 13/26. 6. 1996 ἀπό τό Πατριαρχεῖο Μόσχας. 
 
Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 29η Ἀπριλίου.

πηγή: churchsynaxarion.blogspot.com

Άγιος Ιερομάρτυς Γρηγόριος ο Ε', Πατριάρχης Κων/λεως! (+1821)

Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου
Ἡ σεπτή κορυφή τῶν Νεομαρτύρων τοῦ Γένους. 
  
Ὁ κατά κόσμον Γεώργιος Ἀγγελόπουλος γεννήθηκε στή Δημητσάνα τῆς Πελοποννήσου τό 1746, ἀπό γονεῖς πτωχούς. Σπούδασε στή Μονή Φιλοσόφου τῆς πατρίδος του, στήν Ἀθήνα, στά Ἰωάννινα καί στήν Εὐαγγελική Σχολή Σμύρνης. Ἀσπάσθηκε τόν μοναχικό βίο στή Μονή τῶν Στροφάδων Ζακύνθου, μέ τό μοναχικό ὄνομα Γρηγόριος. Τό 1784 ἀναδείχθηκε Μητροπολίτης Σμύρνης. Τό 1797 "ἀνῆλθε τό πρῶτον" στόν Πατριαρχικό Θρόνο. Κατά τόν ἱστορικό Κων. Σάθα, "εἰργάσθη ἀνενδότως ὑπέρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀποτρέψας τούς κατά τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπικρεμασθέντας κινδύνους" ("Νεοελληνική Φιλολογία - Βιογραφίαι", σελ. 621). Τό 1799 ἐξορίσθηκε στόν Ἄθωνα, ὅπου ἔζησε ἡσυχαστικά στή Μονή Ἰβήρων. Ἀνακλήθηκε στό Θρόνο τό 1806. Κατά τήν β' Πατριαρχεία του, ἐξαπέλυσε καί τήν περίφημη Ἐγκύκλιό του "Περί συστάσεως καί ἀνεγέρσεως σχολείων Ἑλληνικῶν καθ' ὅλον τό Γένος". Οἱ ραδιουργίες τῶν ἀντιπάλων του πέτυχαν καί πάλι τήν ἐξορία του στό Ἅγιο Ὄρος, ἀπ' ὅπου ἀνακλήθηκε στό Θρόνο, γιά τρίτη φορά, τό 1817. Στήριξε τήν Φιλική Ἑταιρεία καί τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821,ἄν καί ἀναγκάσθηκε νά ἐκδώσει "ἀφορισμόν κατά τοῦ ἐνόπλου Γένους, φοβούμενος τήν σφαγήν τοῦ ἀόπλου Γένους" (βλ. σχετικό δημοσίευμα τοῦ Παν. Σούτσου στήν ἐφημερίδα "ΑΙΩΝ", φ. 24. 5. 1852).

Ἀπαγχονίσθηκε μέ διαταγή τοῦ Σουλτάνου Μαχμούτ στήν κεντρική πύλη τῶν Πατριαρχείων, τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα, 10η Ἀπριλίου 1821.

Τό μαρτυρικό Λείψανο τοῦ γέροντα Πατριάρχη ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες στήν ἀγχόνη καί μετά παραδόθηκε στόν ὄχλο, ὁπότε συρόμενο στούς δρόμους ρίχθηκε στή θάλασσα. Ἀπό ἐκεῖ τό ἀνέσυρε ὁ Κεφαλλονίτης Πλοίαρχος Ἰωάννης Σκλάβος καί τό μετέφερε στήν Ὀδησσό. Τό Λείψανο - κατά τόν λόγιο ἀρχιμ. Κων/νο Οἰκονόμο τόν ἐξ Οἰκονόμων - διατηρήθηκε "ἄφθορο καί ἀκήρατο" γιά διάστημα μεγαλύτερο τῶν δύο μηνῶν, μέχρι τόν ἐνταφιασμό του τήν 17η Ἰουνίου 1921, στό Ναό Ἁγίας Τριάδος Ὀδησσοῦ, μέ τιμές Προέδρου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας καί Γερουσιαστή "ἐν ἐνεργείᾳ". Ἀνακομίσθηκε στήν Ἑλλάδα τό 1871 καί κατατέθηκε στό Μητροπολιτικό Ναό τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται, σέ καλλιτεχνική μαρμαρόγλυπτη λάρνακα.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 10η Ἀπριλίου.

πηγή: churchsynaxarion.blogspot.com

Άγιος Ιερομάρτυς Βίκτωρ, επίσκοπος Γκλαζώφ. (+1934)

Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βίκτωρ, Επίσκοπος Γκλάζωφ, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Αλεξάνδροβιτς Οστροβίντωφ, διετέλεσε Βικάριος της επαρχίας Βιάτσκαγια και γεννήθηκε στις 20 Μαΐου του 1875, στο χωριό Ζολοτόε της περιφέρειας Σαρατόβσκαγια. Ο πατέρας του ήταν ιεροψάλτης και η οικογένειά του τον ανέθρεψε με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ο Κωνσταντίνος φοίτησε αρχικά στην Ιερατική Σχολή του Σαράτωβ και στη συνέχεια στην Ακαδημία του Καζάν. Φοιτητής, ακόμη, κείρεται μοναχός με το όνομα Βίκτωρ. Το έτος 1903 αποφοιτά από την Ακαδημία ως Διδάκτωρ της Θεολογίας και διορίζεται υπεύθυνος του Ναού Τρόιτσκι (Αγίας Τριάδος) της πόλεως Χβαλίνσκ. Από το 1905 έως το 1908 ο Βίκτωρ κατέχει την θέση του Ιερομονάχου της Ιεραποστολής των Ιεροσολύμων και μετά το 1908 γίνεται Επιθεωρητής της Ιερατικής Σχολής της πόλεως του Αρχαγγέλσκ. Μετά από λίγο μετατίθεται στην πρωτεύουσα και διορίζεται ως Ιερομόναχος της Λαύρας του Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκυ. Το 1910 γίνεται Αρχιμανδρίτης και αναλαμβάνει καθήκοντα Ηγουμένου της Μονής Αγίας Τριάδος του Ζελενέτσκ, που βρίσκεται στην επαρχία της Αγίας Πετρουπόλεως. Στην δύσκολη περίοδο του εμφυλίου πολέμου, από τις 21 Φεβρουαρίου έως τον Δεκέμβριο του έτους 1919, ο Αρχιμανδρίτης Βίκτωρ εκτελεί τα καθήκοντα του υπευθύνου της Λαύρας του Αγίου Αλεξάνδρου.

Το έτος 1919 ο Άγιος Βίκτωρ συλλαμβάνεται στην Αγία Πετρούπολη, σε λίγο όμως αποφυλακίζεται. Τον Ιανουάριο του 1920 χειροτονείται Επίσκοπος Ουρζούμσκι και Βικάριος της επαρχίας Βιάτσκαγια. Την ίδια χρονιά το στρατοδικείο της επαναστάσεως της επαρχίας Βιάτσκαγια καταδικάζει τον Αρχιερέα Βίκτωρα σε φυλάκιση μέχρι το τέλος του πολέμου με την Πολωνία, όμως σε πέντε μήνες αποφυλακίζεται. Λόγω των έντονων διαδηλώσεών του συλλαμβάνεται και πάλι στις 12 Αυγούστου του 1922 και εκτοπίζεται για τρία χρόνια στην περιοχή του Ναρίμ. Μετά την απελευθέρωσή του, το έτος 1924, του αφαιρείται το δικαίωμα παραμονής σε μεγάλες πόλεις. Ο Επίσκοπος επιστρέφει στη Βιάτκα και την ίδια χρονιά διορίζεται Επίσκοπος του Γκλαζώφ και προσωρινός διοικητής της επαρχίας Βιάτσκαγια και Όμσκαγια. Στις 14 Μαΐου του 1926 συλλαμβάνεται και πάλι κατηγορείται για οργάνωση παράνομου επαρχιακού γραφείου και εκτοπίζεται για τρία χρόνια με αφαίρεση του δικαιώματος παραμονής, όχι μόνο σε μεγάλες πόλεις, αλλά και στην επαρχία Βάτσκαγια. Έτσι μένει πλέον στην πόλη Γκλάζοβο. Τον Σεπτέμβριο του 1926 του ανατίθεται η διοίκηση της γειτονικής επαρχίας Βότκινσκαγια και της επαρχίας Ιζέβσκαγια.

Τον Οκτώβριο του 1927 ο Επίσκοπος Βίκτωρ απευθύνεται στον Μητροπολίτη Σέργιο, με επιστολή στην οποία τον προειδοποιεί για τις κακές συνέπειες του συμβιβασμού με τους άθεους. Μετά από αυτό μετατίθεται στο Σάντρινσκ με δικαίωμα διοικήσεως της επαρχίας Αικατερινμπούργκσκαγια. Ο Επίσκοπος Βίκτωρ αρνήθηκε να υπακούσει στην απόφαση της Συνόδου και δεν έφυγε για το Σάντρινσκ. Ο Άγιος απέρριπτε την ιδέα της «νόμιμης υπάρξεως της Εκκλησίας», μέσω της δημιουργίας μιας Κεντρικής Διοικήσεως αναγνωρισμένης από την εξουσία, η οποία δήθεν θα εξασφάλιζε την εξωτερική ηρεμία της Εκκλησίας. Αυτό το σχέδιο υποταγής της Εκκλησίας στην εξουσία το θεωρούσε ως αλλοτρίωση και μέσο το οποίο μετέτρεπε την Εκκλησία από οίκο του Θεού σε μια κοσμική οργάνωση της εξουσίας.

Τον Μάρτιο του 1928 ο Άγιος αποστέλλει νέα επιστολή προς τους Ιερείς, με σκοπό να τους προφυλάξει από την ιδέα της βίαιης ενώσεως της Εκκλησίας (με τρόπο που θα μετατραπεί σε κομματική οργάνωση) με την κρατική εξουσία. «Το θέμα μας», έγραφε, «ευρίσκεται όχι στην αποχώρηση από την Εκκλησία, αλλά στην υπεράσπιση της αλήθειας».

Στις 22 Μαρτίου του 1928 συλλαμβάνεται στο Γκλάζωφ και καταδικάζεται σε τρία χρόνια φυλακίσεως σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Καθ' όλη την διάρκεια της παραμονής του στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως της νήσου Σολόφσκι, εργάζεται ως λογιστής, λειτουργεί κρυφά και χειροτονεί με άλλους Επισκόπους, Αρχιερείς για την Εκκλησία. Σύμφωνα με τις διατάξεις του στρατοπέδου απαγορευόταν η μακριά ενδυμασία και όλοι οι κρατούμενοι έπρεπε να κουρευτούν. Ο Επίσκοπος Βίκτωρ αρνήθηκε να υπακούσει σε αυτή τη διάταξη. Έτσι τον έκλεισαν στην απομόνωση, διά της βίας τον ξύρισαν και έκοψαν τα μαλλιά του, τραυματίζοντάς τον στο πρόσωπο, και κόντυναν τα ενδύματά του.

Το έτος 1931, μετά την αποφυλάκισή του, διαμένει στο χωριό Ουστ - Τσίλμα της βόρειας Ρωσίας. Όμως σε μερικούς μήνες, το 1932, συλλαμβάνεται πάλι και εξορίζεται αυτή την φορά στην Αυτονομία των Κόμι, στη Σιβηρία. Εδώ, στο χωριό Νέριτσα, έζησε τρία χρόνια. Ο Άγιος βοηθούσε τους χωρικούς στις δουλειές και συζητούσε μαζί τους για την πίστη. Συχνά απομακρυνόταν στο δάσος και προσευχόταν.

Αγωνιζόμενος για την αλήθεια ο Επίσκοπος Βίκτωρ δέχθηκε όλα τα βάσανα με πνευματική χαρά και υπομονή, μιμούμενος τους Μάρτυρες της πρώτης Εκκλησίας και διατηρώντας μια αξιοθαύμαστη πνευματική ηρεμία και ειρήνη. Κοιμήθηκε το έτος 1934 από πνευμονία.

Στις 18 Ιουνίου του έτους 1997 τα ιερά λείψανά του βρέθηκαν άφθαρτα στο κοιμητήριο του χωριού Νέριτσα, παρόλο που έμειναν ενταφιασμένα σε βαλτώδες έδαφος περί τα εξήντα τρία χρόνια. Μεταφέρθηκαν στη Μόσχα και στις 2 Δεκεμβρίου του 1997 πραγματοποιήθηκε η επίσημη μετακομιδή τους στο γυναικείο μοναστήρι της πόλεως Βιάτκα.

Η μνήμη του τιμάται την 19η Ιουλίου.

Σημείωσις: Ο άγιος Ιερομάρτυς Βίκτωρ Επίσκοπος Γκλαζώφ, ανήκει στην μαρτυρική Ρωσική Εκκλησία των Κατακομβών και όχι στο Σοβιετοποιημένο Πατριαρχείο Μόσχας.


πηγή: churchsynaxarion.blogspot.com

Νεομάρτυς Στάνκο ο βοσκός! (+ 1712)

Ὁ Βίος ἔχει ληφθεῖ ἀπό τό τύποις ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντ. Μάρκου, "Ἀδιἀφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας".

Γιά τόν ἅγιο αὐτό Νεομάρτυρα δέν εἶναι γνωστά πολλά στοιχεῖα. Γνωρίζουμε, ὅτι ἦταν βοσκός καί φονεύθηκε ἀπό τούς Τούρκους σέ παιδική ἡλικία ἐξαιτίας τῆς Χριστιανικῆς του πίστεως, στήν περιοχή τοῦ Νίκσιτς Μαυροβουνίου (ἀπό αὐτό μποροῦμε νά ὑποθέσουμε ὅτι ἦταν Σερβικῆς καταγωγῆς), τήν 15η Σεπτεμβρίου 1712. Ὅταν ἀνακομίσθηκαν τά τίμια Λείψανά του αὐτά βρέθηκαν ἀδιάφθορα. Ἀπό αὐτά, τά «δύο παιδικά χέρια, καθαγιασμένα καί ἄφθορα, κατατέθηκαν στήν Μονή τοῦ Ὀστρόγκ, στό σπήλαιο τοῦ ἁγ. Βασιλείου» («Νέος Συναξαριστής», τ. Ἀπριλίου, σελ. 281).

Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 28η Ἀπριλίου. Πιθανῶς ἡ ἡμερομηνία αὐτή νά ἀφορᾶ τήν ἀνακομιδή τῶν Λειψάνων του.

πηγή: churchsynaxarion.blogspot.com

Άγιος Ραφαήλ, επίσκοπος Μπρούκλιν Η.Π.Α. (+ 1915)

Ἀδιάφθοροι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας (ἀπό τό ὁμώνυμο ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Ἀντωνίου Μάρκου).

Ἀραβικῆς καταγωγῆς, γεννήθηκε τό 1860 στήν Συρία. Τό 1879 ἔγινε μοναχός ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Ἱερόθεο, ὁ ὁποῖος τόν προσέλαβε στήν προσωπική του ὑπηρεσία. Φοίτησε στήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, μέ ὑποτροφεῖα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Διάκονος χειροτονήθηκε τό 1885 καί Πρεσβύτερος τό 1886. Ἀπό τόν Πατριάρχη Ἀντιοχείας Γεράσιμο (τοῦ ὁποίου ἦταν μόνιμος συνοδός - Ἱεροκήρυκας), στάλθηκε στήν Ρωσία γιά ἀνώτερες θεολογικές σπουδές καί φοίτησε στήν Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου. Τό 1889 χειροθετήθηκε ἀρχιμανδρίτης ἀπό τόν Μητροπ. Μόσχας Ἰωαννίκιο καί ἀνέλαβε τόν Ναό τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας στήν Μόσχα.

Μετά τήν μετάθεση τοῦ Πατριάρχου Γερασίμου στόν Θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων, ὁ π. Ραφαήλ ἀρθρογράφησε ὑπέρ τῆς ἐκλογῆς Ἄραβα Πατριάρχου στήν Ἀντιόχεια, μέ ἀποτέλεσμα νά ἔρθει σέ σύγκρουση μέ τόν Κυπριακῆς καταγωγῆς Πατριάρχη ΚΠόλεως Σπυρίδωνα καί νά τεθεῖ σέ ἀργία. Μετά τήν συμφιλίωσή του μέ τόν Πατριάρχη Σπυρίδωνα, ὑπήχθηκε στήν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καί ἀνέλαβε τήν ἕδρα τῶν Ἀραβικῶν Σπουδῶν στήν Θεολογική Ἀκαδημία τοῦ Καζάν.

Τό 1895 προσκλήθηκε ἀπό τήν Φιλανθρωπική Ἕνωση Συρορθοδόξων τῆς Νέας Ὑόρκης καί ἀνέλαβε τήν ἱεραποστολική αὐτή θέση, ἐργαζόμενος ὑπό τόν ἐπ. Τύχωνα, ἔπειτα Πατριάρχη Ρωσίας. Τό 1904 χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Μπρούκλιν (ἦταν ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος πού χειροτονήθηκε στήν Ἀμερικανική ἥπειρο). Μετά τήν μετάθεση τοῦ ἐπ. Τύχωνος συνέχισε τήν ἱεραποστολική του ἐργασία ὑπό τόν Μητροπ. Πλάτωνα, ἐργαζόμενος ἑνωτικά μεταξύ τῶν διαφόρων ἐθνικοτήτων Ὀρθοδόξων τῆς Ἀμερικῆς. Ὅταν κοιμήθηκε ἄφησε πίσω του 25. 000 περίπου πιστούς, μέ 30 ἐνορίες καί πολλούς Κληρικούς.

Κοιμήθηκε τό 1915 μετά ἀπό σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Τό Λείψανό του βρέθηκε ἀδιάφθορο κατά τήν μεταφορά του στό Ἀντιοχειανό χωριό Λιγκονιέρ τῆς Πενσυλβάνια, ὅπου καί σήμερα φυλάσσεται.

Ἡ ἁγιότητά του διακηρύχθηκε τόν Μάρτιο τοῦ 2000 ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἀμερικῆς καί τήν Ἀρχιεπισκοπή Βορείου Ἀμερικῆς τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται τήν 27η Φεβρουαρίου. 

πηγή: churchsynaxarion.blogspot.com

Διάλογος μεταξύ αιρετικών ''Ενισταμένων'' και Εκκλησίας...

Συνέντευξη του Θεοφ. Επισκόπου Μαραθώνος Φωτίου στον «Εκκλησιαστικό», σχετικά με το διάλογο Ενισταμένων και Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος.
(Ελήφθη την 25-5 / 7-6-2010)

Θεοφιλέστατε σας ευχαριστούμε που μας δώσατε την ευκαιρία να μας παραχωρήσετε μια συνέντευξη σχετικά με τον διάλογο που διεξήχθη μεταξύ της κοινότητας των Ενισταμένων και της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών Ελλάδος.

+Ε.Μ.Φ.: Να εκφράσω κι εγώ την χαρά μου, διότι αυτός ο διάλογος με τους Ενισταμένους, έδωσε την αφορμή της πνευματικής αφυπνίσεως σε νέα παιδιά. Και χαίρομαι να βλέπω νέους ανθρώπους να ενδιαφέρονται για την θεολογία. Ιδιαίτερα για την εκκλησιολογία. Θα μπορούσα να πω ότι αυτός είναι ένας από τους θετικούς καρπούς του διενεργηθέντος διαλόγου.

1. Πώς έγινε η προσέγγιση με τους Ενισταμένους;

+Ε.Μ.Φ.: Η προσέγγιση με τους Ενισταμένους ξεκίνησε από την ασθένεια του γέροντός των κ. Κυπριανού. Αυτό το ανθρώπινο γεγονός, προκάλεσε κάποιες επισκέψεις Αρχιερέων ιδιωτικώς. Κι εγώ προσωπικά τον επισκέφθηκα στο νοσοκομείο κι άλλοι αρχιερείς. Αργότερα ο Μακαριώτατος επεσκέφθη τον ασθενούντα κύριο Κυπριανό στο Μοναστήρι του Αγίου Κυπριανού. Πιθανότατα αυτή η επίσκεψη ήταν απρόσμενη. Αργότερα οι πατέρες της Μονής του Αγίου Κυπριανού ανταπέδωσαν την επίσκεψη. Πήγαν στα Μέγαρα στη Μονή Παναχράντου για να ευχαριστήσουν τον Μακαριώτατο. Κατά την διάρκεια εκείνης της επισκέψεως, στην οποία εγώ δεν ήμουν παρών, με πληροφόρησαν ότι οι Αγιοκυπριανίτες πατέρες είπαν ότι προσήλθαν ως διάκονοι καταλλαγής και εξέφρασαν την επιθυμία να γίνει ένας διάλογος με σκοπό να αρθεί η υφισταμένη διάσπαση των Ενισταμένων από την Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος.

2. Ορισμένες ερωτήσεις περί του πώς διεξήχθη ο διάλογος: (συσκέψεις, επιτροπές, πρακτικά, κατάρτιση θεματολογίου).

+Ε.Μ.Φ.: Ναι, τα διαδικαστικά ζητήματα. Κατά την πρώτη μας συνάντηση, τον Φεβρουάριο του 2008 στην Μονή Παναχράντου στα Μέγαρα, καθορίστηκε το θεματολόγιο των συζητήσεων μας. Πρώτα απ’ όλα αποφασίστηκε να συζητήσουμε την ρήξη του 1986 από ιστορικής πλευράς κι έπειτα από θεολογικής πλευράς, δηλαδή εκκλησιολογικής. Στη συνέχεια θα προχωρούσαμε και στη συζήτηση των δευτερευόντων πρακτικών ζητημάτων. Οι επιτροπές που ορίστηκαν εκατέρωθεν ήταν τριμελείς. Από την δική μας πλευρά μέλη της επιτροπής ήταν ο Σεβασμιώτατος Θεσσαλονίκης και Δημητριάδος κ.κ. Μάξιμος, ο Σεβασμιώτατος Αττικής και Βοιωτίας κ.κ. Χρυσόστομος κι εγώ. Ο Σεβασμιώτατος Μάξιμος σε κάποιες συναντήσεις είχε αναπληρωθεί από τον Σεβασμιώτατο Πειραιώς κ.κ. Γερόντιο.

Δυστυχώς, επί της διαδικασίας επήλθε διαφωνία. Μετά την δεύτερη συνάντηση εμείς ζητήσαμε να προχωρήσουμε σε κάτι πιο επίσημο. Ζητήσαμε δηλαδή να τηρούνται κοινά πρακτικά ή τουλάχιστον να υπήρχε ένα κείμενο κοινών συμπερασμάτων. Δηλαδή να καταγράφαμε σε ένα χαρτί τα σημεία της συμφωνίας και της διαφωνίας μας. Το καλύτερο φυσικά θα ήταν να τηρούνται και κοινά πρακτικά. Αλλά σε πρώτη φάση θα μπορούσε να γίνει αυτό: κοινά συμπεράσματα. Δυστυχώς δεν έγινε αποδεκτό. Έτσι δεν υπήρξαν κοινά πρακτικά. Η κάθε πλευρά τηρούσε δικά της. Πιθανότατα τα πρακτικά που τηρούσε η μία πλευρά να διαφέρουν από τα πρακτικά που τηρούσε η άλλη πλευρά. Διότι δεν γινόταν εκ των υστέρων ανάγνωση και διασταύρωση των καταγεγραμμένων. Συνήθως, δεν γράφονται όλα στα πρακτικά τα οποία τηρούνται στις διάφορες συσκέψεις, αλλά όσα θεωρεί ο πρακτικογράφος σημαντικότερα. Αυτό το πράγμα είναι υποκειμενικό.

Έτσι λοιπόν προχωρήσαμε στο θεματολόγιο, όπως το καταρτίσαμε στην πρώτη μας συνάντηση. Να συζητήσουμε από ιστορικής απόψεως την ρήξη του 1985-86. Γενικά στην ιστορική προσέγγιση των γεγονότων που συνέβησαν τότε (χειροτονίες του 1979, συνενώσεις και διασπάσεις μέχρι το 1986) δεν υπήρξαν πολλές διαφορές. Όταν εισήλθαμε όμως στο εκκλησιολογικό ζήτημα διαπιστώθηκε ότι το θέμα τούτο ήταν πολύ μεγάλο. Και λόγω της μεγάλης σημασίας του ζητήματος εμείς ζητήσαμε να διασπαστεί το εκκλησιολογικό ζήτημα σε επιμέρους θέματα. Προτείναμε δηλαδή να αναλυθεί το μείζον εκκλησιολογικό πρόβλημα στις επιμέρους πτυχές του και να συζητούμε την κάθε πτυχή του ξεχωριστά ξεκινώντας την συζήτηση με το ερώτημα τι είναι εκκλησία. Πώς θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε την συζήτηση επί του εκκλησιολογικού ζητήματος αν δεν συμφωνούσαμε πρώτα απ’ όλα στο τι είναι εκκλησία; Δυστυχώς η πλευρά των Ενισταμένων τότε (ήταν Ιούνιος του 2008) δεν συμφώνησε σ’ αυτήν την διαδικασία, διότι όπως μας εξέφρασαν, δεν ήθελαν κατ’ ουσίαν διάλογο, αλλά απλώς «αδελφικές εν Χριστώ συζητήσεις» ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για έναν ουσιαστικό κι επίσημο διάλογο, ο οποίος θα μπορούσε να γίνει αργότερα κατ’ εκείνους.

3. Η επιτροπή των Ενισταμένων προέβη στην σύνταξη οκτώ (8) μη δημοσιευθέντων ενημερωτικών εκθέσεων όπως αναφέρεται στην ανακοίνωσή τους για τη λήξη του διαλόγου, προς εσωτερική ενημέρωση. Υπάρχει κάτι αντίστοιχο από την επιτροπή της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος;

+Ε.Μ.Φ.: Δεν κάναμε γραπτές εκθέσεις και να τις αποστέλλουμε στους αρχιερείς. Διότι τα μέλη της ιεραρχίας μας είναι όλοι Έλληνες και διαμένουν (όλοι πλην ενός) στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε η ανάγκη σε εμάς να αποστέλλουμε σε συνοδικά μέλη μη Έλληνες, κατοίκους εξωτερικού γραπτές εκθέσεις μεταφρασμένες στη γλώσσα τους. Οι δικές μας ενημερώσεις προς τους συνοδικούς αρχιερείς γίνονταν προφορικώς, κατά τις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου - βάσει των προχείρων πρακτικών που τηρούσε η δική μας πλευρά κατά τις συναντήσεις- και καταγράφονταν στα επίσημα πρακτικά των συνοδικών συνεδριάσεων.

4. Οι Ενιστάμενοι στην από 17/12/08 εκ. ημ. επιστολή τους, αναφέρουν ότι στη Ζ΄ συνάντησή σας προέβησαν «γραπτώς στην επισήμανση βασικών και ουσιωδών θεμάτων επί των οποίων διεπιστώθη σύμπτωσις απόψεων αμφοτέρων των πλευρών». Ποια είναι αυτά τα σημεία; Υπάρχει διαθέσιμο αυτό το κείμενο;

+Ε.Μ.Φ.: Το συγκεκριμένο κείμενο δεν είναι διαθέσιμο. Όμως στην προαναφερθείσα επιστολή τους οι Ενιστάμενοι αναφέρονται σε 6 σημεία συμπτώσεως τα οποία και απαριθμούν. Τα σημεία αυτά εξετίμησε η πλευρά των Ενισταμένων ότι είναι σημεία συμπτώσεως και αρκούν για την ένωσή μας. Όμως δεν είναι ακριβές ότι εμείς συμφωνήσαμε σε αυτό. Άμα τω ακούσματι ορισμένων από αυτά τα σημεία, υπήρξε διαφωνία από την δική μας την πλευρά, κυρίως λόγω της πολύ γενικής διατυπώσεώς τους. Επί παραδείγματι στο πρώτο από αυτά τα σημεία έπρεπε να αρκεσθούμε στην γενική διαπίστωση ότι αμφότεροι «είμεθα Ορθόδοξοι ανήκοντες στην ίδια οικογένεια και συναποτελούντες τους Ορθοδόξους Αντι-οικουμενιστές εν Ελλάδι». Πρωτίστως, πριν γίνει αυτή η παραδοχή εμείς επιμείναμε ότι έπρεπε να συμφωνήσουμε και στο εκκλησιολογικό ζήτημα. Έπειτα, ο όρος «Ορθόδοξοι Αντι-οικουμενιστές» δεν μας εκφράζει πλήρως. Εμείς ανέκαθεν αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Αντι-οικουμενιστές υπάρχουν και στον χώρο της Κρατούσης Εκκλησίας. Οι της Εκκλησίας του Χριστού δεν αυτοπροσδιορίζονταν ποτέ με όρους αρνήσεως, ως οι αντίθετοι σε κάτι, αλλά με όρους θέσεως: ως Χριστιανοί και όχι ως αντι-Εβραίοι, ή αντι-Ειδωλολάτρες. Ως Ορθόδοξοι, όχι ως αντι-Αρειανοί, αντι-Νεστοριανοί και γενικώς ως αντι-αιρετικοί. Αφού δεν συμφωνήσαμε τότε πώς ήταν σημεία συμπτώσεως; Τα πρότειναν εκείνοι ως σημεία συμπτώσεως, αλλά σύμπτωσις δεν υπήρξε. Γενικώς ήθελαν να προχωρήσουμε σε ενότητα, παρά τις διαπιστωθείσες διαφωνίες μας, που η πλευρά τους χαρακτήριζε επουσιώδεις. Αλλά, αν ήταν επουσιώδεις, γιατί τότε διατήρησαν την διαφωνία τους, για ασήμαντα κατ’ αυτούς, σημαντικά όμως για εμάς, πράγματα; Είναι ένα ερώτημα αυτό.

5. Οι Ενιστάμενοι διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί μας για λόγους «πίστεως και δικαιοσύνης» χαρακτηρίζοντας τότε τους Αρχιερείς μας «κακοδόξους» και «ναυάγια της πίστεως». Ζήτησαν κατά την διάρκεια του διαλόγου να αποκηρύξουμε την υποτιθέμενη και μηδέποτε αποδειχθείσα «κατεγνωσμένη αίρεσή» μας; Αν όχι (δεδομένου ότι οι Αρχιερείς μας δεν έχουν μεταβάλλει την πίστη αυτή) πώς τότε ζήτησαν ένωσιν; Με κακοδόξους; (!)

+Ε.Μ.Φ.: Πράγματι τότε πού έγινε η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας είχαν γραφεί σκληρές εκφράσεις. Η πάροδος των ετών, ίσως βοήθησε στην συζήτηση σε αποφορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα. Πάντως, ουδέποτε κατά την διάρκεια των συζητήσεων, οι Ενιστάμενοι μας επανέλαβαν τέτοιους χαρακτηρισμούς, όπως άλλωστε ούτε και εμείς και ασφαλώς δεν μας ζητήθηκε να αποκηρύξουμε κάποια κακοδοξία.

6. Πώς προέκυψαν τα δέκα (10) αδιαπραγμάτευτα σημεία;

+Ε.Μ.Φ.: Από την δική μας την πλευρά εκρίθη αναγκαίο να αρθεί το μεγαλύτερο εμπόδιο, που μας χώριζε από το 1986. Δηλαδή τα εκκλησιαστικά επιτίμια της καθαιρέσεως που επεβλήθησαν τότε κατά της ηγεσίας των Ενισταμένων. Δηλαδή κατά του Μητροπολίτου Κυπριανού και του Μητροπολίτου Ιωάννου και των όσων αυτοί εχειροτόνησαν τότε. Βάσει των σημείων της καθαιρέσεως του 1986, διαμορφώθηκαν κυρίως και τα δέκα αυτά σημεία, τα οποία θα μας επέτρεπαν, την άρση αυτής της πράξεως και την περαιτέρω ουσιαστική μας προσέγγιση.

7. Γιατί τα δέκα (10) σημεία χαρακτηρίστηκαν ως αδιαπραγμάτευτα από την Εκκλησία Γ.Ο.Χ. Ελλάδος; Οι Ενιστάμενοι ζήτησαν «άρσιν του βεβαρημένου θεματολογίου προς διάνοιξιν της οδού προς την ένωσιν». Μήπως αυτός ο χαρακτηρισμός τελικά αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για την συνέχιση του διαλόγου;

+Ε.Μ.Φ.: Εμείς τα χαρακτηρίσαμε έτσι διότι κρίναμε ότι ήταν αναγκαία η συμφωνία επ’ αυτών για την άρση της καθαιρέσεως, ώστε μετά να κάνουμε το επόμενο βήμα. Αν είχαν δεχθεί και τα δέκα, έστω με αστερίσκους και προϋποθέσεις, μετά θα συνεχίζαμε την συζήτηση και για την πλήρη συμφωνία. Η αποδοχή τους δηλαδή ήταν αναγκαία για το ξεκίνημα μιας διαδικασίας, και όχι το τέλος. Αν τα συζητούσαμε εκτενώς ένα προς ένα, μπορεί και να μας έπειθαν ότι δεν θα έπρεπε να επιμέναμε σε κάποια απ’ αυτά. Όμως δεν θέλησαν να τα συζητήσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα προς ένα. Αλλά πριν φθάσουμε σε αυτό το σημείο, είχαν απορρίψει τη διαδικασία του επισήμου διαλόγου, επάνω εις τις πτυχές του εκκλησιολογικού προβλήματος, κάτι που ήταν απολύτως αναγκαίο. Τούτο δεν ήταν «βεβαρημένο θεματολόγιο», όπως χαρακτηρίσθηκε, αλλά ζητήματα των οποίων η συζήτηση ήταν σημαντική κατά την δική μας άποψη. Αν συμφωνούσαμε σ’ αυτό το σημείο, στην εκκλησιολογία δηλαδή, θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε παρακάτω. Να σημειώσω δε επίσης ότι, διαρκούντος του διαλόγου, πρώτη η πλευρά των Ενισταμένων είχε δημοσιεύσει ανακοίνωση στο διαδίκτυο περί των γενομένων συζητήσεων, και αυτό ήταν ένα σημείο τριβής. Διότι εφόσον δεν είχαν συμφωνήσει με την πρότασή μας, περί κοινών ανακοινωθέντων μετά τις συζητήσεις, γιατί προέβησαν σε δημοσιεύσεις και εμείς να πληροφορούμεθα ορισμένα πράγματα μέσω του διαδικτύου; Τέλος πάντων, τον Οκτώβριο του 2008, διαρκούντος του διαλόγου είχαν κάνει μια δημοσίευση, όπου έλεγαν ότι μπορούσαν να κάνουν υποχωρήσεις «μέχρι του σημείου να μη θιγούν βασικές εκκλησιολογικές αρχές» τους και από τις οποίες δεν ήταν διατεθειμένοι να υποχωρήσουν. Άρα είχαν κι εκείνοι τα δικά τους αδιαπραγμάτευτα σημεία.

8. Γιατί ζητήθηκε από τους Ενισταμένους ως αδιαπραγμάτευτο να απευθύνονται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος; Δεν ήταν αυτονόητο; Η αποδοχή του ήταν τυπική ή ουσιαστική;
+Ε.Μ.Φ.: Όχι δεν ήταν αυτονόητο. Οι Ενιστάμενοι προτιμούσαν τον όρο Εκκλησιαστική Κοινότητα, τον οποίο εμείς δεν αποδεχόμασταν για την δική μας πλευρά, εφ’ όσον έχουμε την αυτοσυνειδησία ότι είμαστε η συνέχεια της Εκκλησίας του Χριστού στον Ελλαδικό τουλάχιστον χώρο. Έτσι συμφωνήθηκε ο διάλογος να γίνεται μεταξύ της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος και της Ορθοδόξου Κοινότητος των Ενισταμένων, όρος με τον οποίον προτιμούσαν να αυτοπροσδιορίζονται οι Ενιστάμενοι. Το τι κατ’ ουσίαν πίστευε η πλευρά των Ενισταμένων για εμάς δεν ήταν –ούτε είναι- απολύτως σαφές. Δεν θα ήταν δεοντολογικό να προσπαθήσω να δώσω εγώ απάντηση για το τί κάποιοι άλλοι φρονούν. Είναι προτιμότερο την απάντηση να την δώσουν οι ίδιοι.

9. Κατά τους Ενισταμένους επήλθε συμφωνία στις επτά (7) από τις δέκα (10) αδιαπραγμάτευτες θέσεις της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.. Ποια είναι η γνώμη σας επ’ αυτού; Περιμένατε να διαφωνήσουν σε αυτά τα τρία σημεία*;

+Ε.Μ.Φ.: Όχι, η αλήθεια είναι ότι προσωπικώς δεν περίμενα να διαφωνήσουν στα συγκεκριμένα τρία σημεία. Αλλά και στα σημεία που συμφωνήσαμε ο βαθμός της συγκλίσεως δεν είναι ο ίδιος. Αλλού συμφωνήσαμε απολύτως. Αλλού σε μεγαλύτερο κι αλλού σε μικρότερο βαθμό. Στο δέκατο σημείο, για παράδειγμα, παραδέχονται ότι οι γνήσιοι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων μπορούν να καταδικάζουν κάθε αναφυομένη αίρεση. Μέχρις εδώ εκφράζουν συμφωνία. Στη συνέχεια αναφέρονται στην αδυναμία τους να κατανοήσουν την τάση για βεβιασμένη καταδίκη του Οικουμενισμού και όλων των αιρέσεων: «άχρις υπάρξεως τοιούτων διαδόχων» των Αγίων Αποστόλων. Μέχρι τότε όμως κάθε Ορθόδοξος πιστός καταδικάζει κάθε αίρεση «δυνάμει καν ου ρήματι». Εμείς απ’ την πλευρά μας θεωρούμε ότι οι Επίσκοποι των Γ.Ο.Χ. είναι γνήσιοι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων και έχουν τέτοιο δικαίωμα. Έτσι η θεώρησή τους αυτή, αναιρεί την προηγούμενη συμφωνία και καθιστά κατ’ ουσίαν και το σημείο τούτο, σημείο διαφωνίας. Πάντως, η συμφωνία μας, όπου συμφωνήσαμε, μας έφερε ήδη πλησιέστερα απ’ ότι ήμασταν πριν από την έναρξη του διαλόγου αυτού. Αυτό είναι ένα από τα θετικά αποτελέσματα του διαλόγου.

10. Δηλαδή αμφισβητούν την Αποστολικότητα και Κανονικότητα της Εκκλησίας μας;

+Ε.Μ.Φ.: Θα ήθελα να πιστεύω ότι πρόκειται για μη εύστοχη διατύπωση του νοήματος που θα ήθελαν να εκφράσουν και αναμένω τις απαντήσεις στις επιστολές που τους έχετε απευθύνει, καθώς έχετε συμπεριλάβει ένα τέτοιο ερώτημα. Αλλά, αν μείνει αδιευκρίνιστη, νομίζω ότι επιδέχεται την ερμηνεία της αμφισβητήσεως της γνησιότητας της αποστολικής διαδοχής των Γ.Ο.Χ.. Την ίδια διαπίστωση είχαμε κάνει ήδη κατά τον σχολιασμό της τελικής γραπτής απαντήσεως των Ενισταμένων, στο τεύχος Μαΐου-Ιουνίου 2009 της «Φωνής της Ορθοδοξίας» (σελ. 13). Μάλιστα, αν το επεκτείνει κανείς, μπορεί να οδηγηθεί και στο συμπέρασμα ότι η διατύπωση της απαντήσεώς τους στο 10ο σημείο, αμφισβητεί την ίδια την ουσία της αποστολικής διαδοχής. Διότι αν θέτουμε κάπου στο μέλλον την δυνατότητα καταδίκης των αιρετικών, όταν θα υπάρξουν οι «τοιούτοι διάδοχοι των Αγίων Αποστόλων», δηλαδή «οι κατά πάσαν ακρίβειαν τούτων ως αληθώς γεγονότες διάδοχοι, πλήρεις χάριτος και δυνάμεως» αυτό σημαίνει ότι τώρα δεν υφίστανται τέτοιοι. Άρα η συνέχεια της αποστολικής διαδοχής έχει διακοπεί και θα πρέπει να αναμένουμε την με κάποιο άγνωστο και ακατανόητο τρόπο αποκατάστασή της στο μέλλον. Επειδή όμως θεωρώ ότι είναι αδύνατον να εννοούν κάτι τέτοιο, φρονώ ότι έσφαλαν ως προς την διατύπωση.

11. Επιτρέψτε μας να επαναλάβουμε τρία (3) ερωτήματα που θέτουν οι Ενιστάμενοι στην ανακοίνωση τους, χωρίς να απευθύνονται σε συγκεκριμένο παραλήπτη.

α) Αν ο Ανεπίσημος διάλογος, ως προκαταρτικός, ωδηγήθη εις τινά βασικά συμπεράσματα, άρα γε διατί δεν προυχώρησεν εις Επίσημον Διάλογον, ώστε να ολοκληρωθή η Διακονία της Καταλλαγής;

β) Αν διεπιστώθη έλλειψις «ταυτότητος Πίστεως», άρα γε διατί δεν εγκαινιάζεται ο Επίσημος Διάλογος προς άρσιν της διαφορότητος και επίτευξιν της ταυτότητος;

+Ε.Μ.Φ.: Αυτά τα ερωτήματα που μου διαβάσατε τώρα συμπεριελήφθησαν σε μία ανακοίνωση που δημοσίευσαν στο διαδίκτυο μετά την λήξη του διαλόγου και μετά την λακωνική δική μας ανακοίνωση. Όπως σωστά το λέτε, το ερώτημα αυτό το απευθύνουν εκεί αορίστως και όχι σε κάποιον συγκεκριμένο παραλήπτη. Όμως τον επίσημο διάλογο τον επιζητούσαμε ήδη από τον Ιούνιο του 2008 και τον απέρριψαν. Εκείνοι τελικώς μας αντιπρότειναν ένωση παρά τις εκκλησιολογικές διαφορές μας, και στην πορεία να προχωρήσουμε στην επίλυση και αυτών. Εμείς θέλαμε προηγουμένως ενδελεχή συζήτηση των εκκλησιαστικών διαφορών, δηλαδή του εκκλησιολογικού ζητήματος, συμφωνία επ’ αυτού και μετά να γίνει ένωση. Αλλά έστω και τώρα εάν είναι διατεθειμένοι να το συζητήσουμε, πολύ ευχαρίστως. Είμαστε έτοιμοι για επίσημο διάλογο, αφού συμφωνήσουμε επί της διαδικασίας ενός τέτοιου διαλόγου. Πάντως ποτέ δεν μας το προέτειναν κατά την διάρκεια των συζητήσεων ούτε και στην τελευταία τους απάντηση προς την Ιερά Σύνοδο, πάλι δεν έκαναν τέτοια πρόταση για συνέχιση του διαλόγου.

γ) Πότε απεφάνθη «κοινώ καθολικώ ψηφίσματι» η Μία Εκκλησία, ότι τα διαπιστωθέντα τρία «σημεία» διαφοροποιήσεώς μας (των ενισταμένων δηλαδή), συνιστούν «στοιχεία ακεραίας Ορθής Πίστεως της Εκκλησίας» και επομένως αναγκαίας προϋποθέσεις ευχαριστιακής κοινωνίας;

+Ε.Μ.Φ.: Τα τρία σημεία διαφοροποιήσεως αντανακλούν την διαφορετική εκκλησιολογική θεώρηση εκάστης πλευράς. Και τα εκκλησιολογικά ζητήματα, είναι ζητήματα πίστεως. Αλλά, αν κατά τους αγαπητούς Ενισταμένους, αυτά τα τρία σημεία δεν είναι και τόσο σημαντικά, όπως εμείς τα θεωρούμε, γιατί δεν υποχωρούν σε αυτά και να προχωρήσουμε παρακάτω; Τουλάχιστον, ας γίνει συζήτηση γύρω από αυτά και αν μας πείσουν ότι δεν είναι όντως σημαντικά, τότε να παύσουμε να τα απαιτούμε από αυτούς. Όμως το να ενωθούμε διαφωνούντες σε αυτά - όσο εμείς τα θεωρούμε σημαντικά - τούτο θα παραβίαζε την συνείδησή μας και η ένωσις δεν θα ήταν κατά Θεόν.

12. Ποια είναι η διαφορά Ανεπισήμου και Επισήμου διαλόγου;

+Ε.Μ.Φ.: Υπάρχει ένα θέμα εδώ. Υπάρχει μια διαφορά στο τι η κάθε πλευρά θεωρεί ανεπίσημο διάλογο. Κατά τους Ενισταμένους ανεπίσημος διάλογος είναι ο μη δεσμευτικός. Κατά την δική μας άποψη ουδείς διάλογος μεταξύ επιτροπών είναι δεσμευτικός. Οι επιτροπές εισηγούνται στους εντολείς τους και δεν δεσμεύονται οι εντολείς από την συμφωνία των επιτροπών. Μπορεί να απορρίψουν την τυχόν συμφωνία στην οποία προβαίνουν οι επιτροπές. Εμείς θεωρούμε ως επίσημο διάλογο, έναν διάλογο ο οποίος γίνεται βάσει ενός συγκεκριμένου θεματολογίου που έχει αποφασιστεί και με κοινά πρακτικά. Ή τουλάχιστον κοινά συμπεράσματα, τα οποία θα συνυπογράφονται από τις δύο πλευρές, έτσι ώστε να μην καταλήγει η κάθε πλευρά σε υποκειμενικά συμπεράσματα από τις συζητήσεις που γίνονται και να δημιουργούνται διαφορετικές εντυπώσεις για τους καρπούς του διαλόγου. Αυτό κατά τη γνώμη μας θα ήταν ένας επίσημος διάλογος. Για να επανέλθουμε εις το ερώτημα το οποίο απηύθυναν αορίστως, ότι δηλαδή γιατί να μην οδηγηθούμε σε ένα επίσημο διάλογο και να ολοκληρωθεί η διακονία της καταλλαγής, μάλλον εκείνοι πρέπει να το απαντήσουν αυτό το ερώτημα.

13. Πού οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, το ναυάγιο του διαλόγου;

+Ε.Μ.Φ.: Το ναυάγιο του διαλόγου, κατά τη γνώμη μου, οφείλεται στην άρνηση των Ενισταμένων να κάνουμε έναν σοβαρό και ουσιαστικό διάλογο. Δεν συμφωνήσαμε ούτε καν στο ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός επισήμου διαλόγου. Αφού δεν συμφωνήσαμε επί της διαδικασίας, πώς θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε και επί της ουσίας;

Θεοφιλέστατε σας ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας και τις άμεσες και κατατοπιστικές σας απαντήσεις οι οποίες θεωρούμε ότι δίδουν μία ολοκληρωμένη και σαφή εικόνα περί του διενεργηθέντος διαλόγου.

_________________________________________
(*) Τα λεγόμενα 10 σημεία ήταν:

1. Να απευθύνονται προς την Ι. Σύνοδον της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος

και να εκφράζουν:

2. αναγνώρισιν ότι η αποτείχισις, του 1984 και η εν συνεχεία δια χειροτονιών διαμόρφωσις νέας Συνόδου ήταν βεβιασμένη ενέργεια.

3. απερίφραστον καταδίκην του Οικουμενισμού ως αιρέσεως.

4. απόρριψιν της θεωρήσεως του νεοημερολογητισμού ως «μητέρας Εκκλησίας».

5. αποδοχήν του ότι δεν πρέπει να μεταλαμβάνουν των αχράντων μυστηρίων τα μέλη του νεοημερολογητισμού-Οικουμενισμού πριν ενταχθούν εις την γνησίαν Ορθοδοξίαν.

6. την δια χρίσματος αποδοχήν των προερχομένων εκ του ν/η-οικουμενισμού.

7. την δια βαπτίσματος αποδοχήν όσων δεν φέρουν ουδέ τον τύπον του ορθοδόξου βαπτίσματος.

8. ανάκλησιν της εκφράσεως «ασθενή μέλη της Εκκλησίας» δια τους αιρετικούς.

9. παραδοχήν του κύρους της καταδίκης του Οικουμενισμού από την Ρωσικήν Εκκλησίαν της Διασποράς και από την Εκκλησίαν των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος.

10. Παραδοχήν ότι οι αρμόδιοι δια την καταδίκην των αιρέσεων ήσαν πάντοτε οι παραμένοντες εις την Ορθοδοξίαν Επίσκοποι, ασχέτως του αριθμού των ή της συμπεριλήψεως Πατριαρχών μεταξύ αυτών. Οι Γ.Ο.Χ. Επίσκοποι έχουν σήμερα το δικαίωμα της καταδίκης του Οικουμενισμού και κάθε αιρέσεως.

Στα υπ’ αριθμ. 6, 7 και 9 οι απάντηση ήταν εντελώς αρνητική. Στο σημείο 10 η απάντηση ήταν de facto αρνητική.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Η άσκηση της νηστείας!

του π. Φιλοθέου Φάρου

Συχνά αυτό που θέλει και που πραγματικά έχει ανάγκη ο άνθρωπος, όχι μόνο δεν συμπίπτουν αλλά είναι εντελώς αντίθετα, και τελικά εκείνο που ο άνθρωπος θέλει, για τον εαυτό του είναι αντίθετο με εκείνο που ο Θεός θέλει γι αυτόν γιατί ο άνθρωπος καταντάει να θέλει την αυτοκαταστροφή του, ενώ ο Θεός θέλει την ολοκλήρωση του ανθρώπου, την πραγμάτωση των ανεξάντλητων δυνατοτήτων του, και την θέωση του. 

Έτσι, όσο ο άνθρωπος κάνει αυτό που εκείνος θέλει και όχι αυτό που ο Θεός θέλει γι αυτόν, αυτοκαταστρέφεται. Είναι επομένως επιτακτική ανάγκη να αναπτύξει την δυνατότητα να λέει όχι σε αυτό το αυτοκαταστροφικό του θέλημα και γι αυτό η εκκλησία αντιτάσσει στον εθισμό της άμεσης ικανοποιήσεως κάθε επιθυμίας την άσκηση και την νηστεία. 

Η άσκηση και η νηστεία επιδιώκουν μια συμπεριφεριολογική αλλαγή των αυτοκαταστροφικών τάσεων του ανθρώπου που όμως δεν είναι αυτοσκοπός, γιατί τότε θα ήταν ευσεβισμός, αλλά που αποβλέπει στην εσωτερική αλλαγή. Ασκείτε ο άνθρωπος να μπορεί να δίνει κάτι από τον εαυτό του, στον συνάνθρωπο του όχι για να αισθανθεί ότι είναι καλός άνθρωπος, αλλά για να μπορέσει με την χάρη του Θεού με αυτή την άσκηση να αλλάξει την εσωτερική εγωκεντρική του διάθεση σε μια εσωτερική διάθεση προσφοράς και αγάπης για τον συνάνθρωπο. 

Η άσκηση για την ανάπτυξη της δυνατότητας του ανθρώπου να αντιστέκεται στις επιθυμίες του αρχίζει από το σώμα και την επιθυμία της τροφής. Ο άνθρωπος π.χ που δεν μπορεί να αντισταθεί στην επιθυμία της τροφής δεν θα μπορέσει ασφαλώς να αντισταθεί στην επιθυμία να παραγνωρίσει τον συνάνθρωπο του για να επιτύχει την δική του επαγγελματική ή κοινωνική ταχτοποίηση. 

Στο ποσοστό που εξουσιάζεται ο άνθρωπος από την αγάπη της σάρκας, λέει ο Ισαακ ο Σύρος, δεν μπορεί να αντισταθεί στις πιέσεις που τον εμποδίζουν να καλλιεργήσει μέσα του την αγάπη. 

Ο κορεσμός του στομαχιού προκαλεί φλόγα λαγνείας. Εκείνοι που τρέφουν το σώμα αφειδώς δημιουργούν τις προϋποθέσεις, λέει ο αββάς Ευάγριος, για την ικανοποίηση και όλων των άλλων παθών. 

πηγή: plibyos.blogspot.com

Αναζητηση

Αναγνώστες