Η ψυχή που μελετά ακατάπαυστα κάθε ημέρα το λόγο του Κυρίου, συνηθίζει και στον ύπνο να προσκολάται σε αυτά τα νοήματα.

(Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

Λόγος Κ΄ - Περί δόγματος και καταστάσεως επισκόπων.



Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

1. Όταν βλέπω την φλυαρίαν της εποχής μας και τους σοφούς που αναδεικνύονται εντός μιας ημέρας και τους αυτοχειροτονήτους θεολόγους, οι οποίοι μόνον επειδή θέλουν να είνε σοφοί, νομίζουν και ότι είνε, τότε ποθώ την ανωτάτην φιλοσοφίαν και αναζητώ την πλέον απόμακρον έρημον, καθώς λέγει ο Ιερεμίας, και θέλω να συζητήσω συγκεντρωμένος με τον εαυτόν μου. Διότι τίποτε άλλο δεν θεωρώ τόσον σπουδαίον, όσον το να κλείσω τας αισθήσεις, να ευρεθώ έξω από την σάρκα και τον κόσμον, να μη έχω επαφήν με τίποτε το ανθρώπινον, εκτός από τα απολύτως αναγκαία, και τα συζητώ με τον εαυτόν μου και τον Θεόν, να ζω υπεράνω των ορατών πραγμάτων και να κρατώ συνεχώς μέσα μου διαυγείς τας θείας ενοράσεις, αμιγείς από τα γήινα και παραπλανητικά είδωλα, σαν ένας ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των θείων, καθρέπτης που και είμαι και συνεχώς γίνομαι, λαμβάνοντας και προσθέτοντας φως εις το φως μου και από σκοτεινότερος γινόμενος φωτεινότερος, μέχρι να έλθωμεν εις την πηγήν των ακτινοβολιών, που φθάνουν έως εδώ, και να επιτύχωμεν το μακάριον τέλος, όταν η αλήθεια θα καταργήση τους καθρέπτας. Διότι μόλις κατορθώνει κανείς να επιβληθή εις την ύλην που τον έλκει κάτω, ή παιδαγωγώντας τον εαυτόν του με μακροχρόνιον φιλοσοφίαν και αποδεσμεύοντας βαθμηδόν το ευγενές και πνευματικόν μέρος της ψυχής από το ευτελές και σκοτεινόν, ή ευρίσκων τον Θεόν εξιλεωμένον, ή και τα δύο αυτά, και μελετώντας όσον δύναται περισσότερον να ατενίζη τα υψηλά.

Αλλά πριν να νικήση την ύλην, όσον δύναται, και να καθαρίση καλώς και την ακοήν και την διάνοιαν, νομίζω ότι δεν είνε ασφαλές να υποδεχθή (θείαν) επίσκεψιν εις την ψυχήν του ή να καταπιασθή με την θεολογίαν.

2. Και θα σας ειπώ πόθεν ωδηγήθηκα εις αυτόν τον φόβον, δια να μη με εκλάβητε δειλότερον από όσον πρέπει, αλλά να με επαινέσητε δια την σύνεσιν. Ακούω τον ίδιον τον Μωϋσήν, όταν του ωμιλούσεν ο Θεός, ότι ενώ ήσαν περισσότεροι προσκεκλημένοι εις το όρος, εκ των οποίων ένας ήτο και ο Ααρών με τους δύο υιούς του, τους ιερείς, οι μεν λοιποί όλοι διετάχθησαν να προσκυνήσουν από μακριά, να πλησιάση δε μόνος ο Μωυσής, και να μη αναβή μαζί και ο λαός. Και ολίγον πριν απ' αυτά τους μεν άλλους τους εκρατούσαν στημένους κάτω αστραπαί και βρονταί και σάλπιγγες και όλον το όρος που εκάπνιζε και απειλαί φρικιαστικοί και άλλα παρόμοια φόβητρα, και ήτο πολύ δι' αυτούς ν' ακούσουν την φωνήν μόνον του Θεού, και τούτο μετά από σοβαρόν αγνισμόν, ο δε Μωυσής ανέρχεται και προχωρεί μέσα εις την νεφέλην και κάνει συντροφιάν με τον Θεόν και παραλαμβάνει τον νόμον, δια μεν τους πολλούς τον νόμον του γράμματος, δια δε τους υπεράνω των πολλών τον νόμον του πνεύματος.

3. Γνωρίζω δε τον ιερέα Ηλεί και μετ' ολίγον καιρόν κάποιον Οζάν· ο μεν πρώτος ετιμωρήθη δια την παρανομίαν των παιδιών του, την οποίαν αδιστάκτως διέπραττον εις βάρος των θυσιών, και μάλιστα χωρίς αυτός να εγκρίνη την ασέβειάν των, αλλά και ενώ πολλάκις τους επέπληττεν· ο δε δεύτερος, και μόνον διότι ετόλμησε να ψαύση την κιβωτόν, όταν την ετράβηξεν επικινδύνως ο μόσχος, αυτήν μεν την έσωσεν, ο ίδιος όμως απέθανε, επειδή προφανώς ο Θεός ήθελε να διαφυλάξη το σεβάσμιον της κιβωτού. Έχω γνώσιν εγώ, ότι εις τους πολλούς δεν ήτο ασφαλές ούτε τους τοίχους του ναού να εγγίσουν, και δια τούτο εχρειάσθησαν άλλους τοίχους εξωτερικούς· ούτε δια τας θυσίας ήτο θεμιτόν να τας τρώγουν οποιοιδήποτε και οποτεδήποτε και οπουδήποτε. Τόσον πολύ φοβερόν ήτο να πλησιάζη ή ν' ατενίζη ή να εγγίζη ο καθείς με θάρρος τα άγια των αγίων ή το καταπέτασμα ή το ιλαστήριον ή την κιβωτόν.

4. Αυτά έχων υπ' όψιν εγώ, και ότι κανείς δεν είνε άξιος του μεγάλου Θεού, είτε θύμα είτε αρχιερεύς, εάν δεν επαρουσίασε προηγουμένως τον εαυτόν του «θυσίαν ζώσαν τω Θεώ», ή μάλλον αν δεν έγινε ναός άγιος και ζωντανός του ζώντος Θεού. Πώς λοιπόν ή ο ίδιος εγώ να επιχειρήσω να ομιλήσω περί Θεού προχείρως ή να επιδοκιμάσω αυτόν που το επιχειρεί με θράσος; Δεν είνε καθόλου αξιέπαινος αυτός ο πόθος, είνε φοβερόν το τόλμημα. Και δια τούτο πρέπει κανείς πρώτα να καθαρίση τον εαυτόν του και έπειτα να πλησιάση τον καθαρόν. Εκτός αν πρόκηται να πάθωμεν ό,τι έπαθε και ο Μανωέ, και να είπωμεν όταν ίδωμεν τον Θεόν· «Απολώλαμεν, ώ γύναι, Θεόν εωράκαμεν»· ή συμπεριφερθώμεν όπως ο Πέτρος που έλεγεν εις τον Ιησούν να φύγη από το πλοίον, ως ανάξιος μιας τέτοιας επισκέψεως· ή αν όπως ο εκατόνταρχος εκείνος την μεν θεραπείαν ζητήσωμεν, τον δε θεραπευτήν δεν τολμήσωμεν να υποδεχθώμεν. Ας ευρεθή ένας εξ ημών, ο οποίος, έως ότου είνε εκατόνταρχος, έως ότου δηλαδή ηγείται πολλών ευρισκομένων εν κακία και υπηρετεί στρατιωτικώς ακόμη εις τον καίσαρα τον κοσμοκράτορα των συρομένων κάτω, να λέγη «Ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». Όταν δε ιδώ τον Ιησούν, αν και είμαι μικρός εις το πνευματικόν ανάστημα όπως ο Ζακχαίος εκείνος, και όταν εξυψωθώ υπεράνω της συκομορέας, νεκρώνοντας «τα μέλη τα επί της γης» και μαραίνοντας το σώμα της ταπεινώσεως, τότε και τον Ιησούν θα υποδεχθώ και θα ακούσω· «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω»· και θα επιτύχω την σωτηρίαν μου και θα φιλοσοφήσω τελειότερον, σκορπίζοντας καλώς όσα συνέλεξα κακώς, είτε χρήματα είτε δόγματα.

5. Και αφού εκαθαρίσαμεν με τον λόγον τον θεολόγον, εμπρός λοιπόν να συζητήσωμεν εν συντομία και περί Θεού, έχοντες πεποίθησιν εις τον ίδιον τον Πατέρα και τον Υιόν και το άγιον Πνεύμα, περί των οποίων ομιλούμεν. Εύχομαι δε να πάθω ό,τι έπαθε και ο Σολομών, ο οποίος τίποτε το ιδικόν του δεν διενοήθη περί Θεού ούτε είπε. Διότι, όταν λέγη «Αφρονέστατος γάρ ειμί πάντων ανθρώπων, και φρόνησις ανθρώπου ουκ έστιν εμοί», δεν το λέγει αυτό καταλογίζων εις τον εαυτόν του ασυνεσίαν. Πώς είνε δυνατόν, αυτός που αυτό εζήτησεν από τον Θεόν περισσότερον από κάθε τι άλλο, και έλαβε σοφίαν και θεωρίαν και πλάτος καρδίας πλουσιώτερον και αφθονώτερον από την άμμον; Και ο τόσον πολύ σοφός, αυτός που επέτυχε τέτοιαν δωρεάν, πώς αποκαλεί τον εαυτόν του «αφρονέστατον πάντων»; Είνε φανερόν ότι το λέγει, επειδή δεν έχει ιδικήν του φρόνησιν, αλλ' ενεργεί εντός του η θεία και τελειοτέρα φρόνησις. Διότι και ο Παύλος όταν έλεγε «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», δεν ωμιλούσε περί του εαυτού του ως περί νεκρού, αλλ' ως περί ανθρώπου που ζη μίαν ζωήν ανωτέραν της ζωής των πολλών, επειδή είχε γίνει μέτοχος της αληθινής ζωής που δεν τερματίζεται με κανένα θάνατον. Προσκυνούμεν λοιπόν τον Πατέρα και τον Υιόν και το άγιον Πνεύμα, φρονούντες ότι αι μεν ιδιότητες είνε χωρισταί η δε θεότης μία. Και ούτε συγχωνεύομεν τα τρία εις ένα, δια να μη μας πιάση η νόσος του Σαβελλίου, ούτε διαιρούμεν εις τρία διαφόρου φύσεως και ξένα μεταξύ των, δια να μη μας κυρίευση η μανία του Αρείου. Τι χρειάζεται να λυγίζωμεν πιεστικώς το πράγμα προς το ένα μέρος, σαν το φυτόν που κλίνει και λυγίζεται ολοσχερώς, προσπαθώντας να διορθώσωμεν την στρέβλωσιν με στρέβλωσιν, και μη ευθυγραμμίζοντάς το εις το μέσον, ώστε να ίσταται εις τα όρια της θεοσεβείας;

6. Όταν δε λέγω περί μέσης κατευθύνσεως, λέγω την αλήθειαν, έχω δε καλώς ως προς το να αποβλέπω εις αυτήν και μόνην, μη δεχόμενος την φαύλην δοξασίαν περί συγχωνεύσεως μήτε την φαυλοτέραν διαίρεσιν (των ουσιών). και έτσι ούτε τους συγχωνεύω δια του λόγου μου εις μίαν υπόστασιν, επειδή δήθεν υπάρχει ο φόβος της πολυθεΐας, ώστε να μείνουν μόνον ονόματα άνευ περιεχομένου, εφ' όσον θα θεωρούμεν τον ίδιον και Πατέρα και Υιόν και Πνεύμα άγιον, οπότε θα ήτο προτιμότερον να θεωρούμεν τα πάντα ως ένα ή το κάθε τι ως τίποτε (διότι όταν τα πάντα εισέρχονται και ταυτίζονται το ένα με το άλλο, παύουν και να υπάρχουν). Ούτε τους διακρίνω εις τρεις ουσίας εντελώς ξένας και ανομοίους και άνευ επαφής, κατά την δοξασίαν του Αρείου, η οποία ορθώς ωνομάσθη μανία, ή ανάρχους και ατάκτους και τρόπον τινά αντιθέους· διότι έτσι αφ' ενός μεν θα περιορισθώ εις την ιουδαϊκήν στενοκεφαλιάν περιορίζοντας την θεότητα μόνον εις το γνώρισμα του αγεννήτου, αφ' ετέρου δε θα πέσω εις το αντίθετον αλλά και ίσον κακόν, να δεχθώ τρεις αρχάς και συνεπώς τρεις θεούς, πράγμα που είνε χειρότερον και από τα προηγούμενα. Πρέπει να μη είνε κανείς ούτε τόσον «φιλοπάτωρ», ώστε να καταργή και την πατρικήν ιδιότητα του Πατρός (διότι τίνος Πατήρ θα ήτο, αν ο Υιός αποξενωθή απ' αυτόν και αλλοτριωθή κατά την φύσιν μαζί με την κτίσιν;)· αλλ' ούτε και τόσον «φιλόχριστος», ώστε να μη διατηρή μήτε το ό,τι είνε Υιός (διότι τίνος Υιός θα ήτο, αν δεν είχεν αίτιον τον Πατέρα;). Και να μη μειώνη το αξίωμα της αρχής εις τον Πατέρα, κατά το οποίον είνε Πατήρ και γεννήτωρ. Διότι αν δεν ήτο αίτιος της θεότητος που έχει ο Υιός και το Πνεύμα, τότε θα ήτο αρχή μικρών και αναξίων όντων. Επειδή είνε ανάγκη και την μονοθεΐαν να τηρώμεν και τας τρεις υποστάσεις να ομολογώμεν, δηλαδή τα τρία πρόσωπα, το καθένα με τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του.

7. Πρέπει δε να φυλάττωμεν, καθώς διδάσκω εγώ, ένα μεν Θεόν, και να ανάγωμεν εις ένα αίτιον τον Υιόν και το Πνεύμα, χωρίς να τους θεωρώμεν ένα σύνθετον πρόσωπον ούτε να τους συγχωνεύωμεν, να διατηρώμεν δε την μίαν θεότητα, δια να εκφρασθώ έτσι, με την μίαν ενέργειαν και βούλησιν και ταυτότητα της ουσίας. Αι δε τρεις υποστάσεις να θεωρούνται έτσι, ώστε να μη επινοήται καμμία συγχώνευσις ή διάλυσις ή σύγχυσις, δια να μη καταλυθή το παν μ' εκείνα με τα οποία το ένα σεμνύνεται ότι έχει περισσότερον από καλώς. Αι δε ιδιότητες του μεν Πατρός είνε, ότι είνε άναρχος και θεωρείται και λέγεται αρχή, αρχή δε ως αίτιος και ως πηγή και ως αΐδιον φως· του δε Υιού ότι είνε όχι βέβαια άναρχος αλλ' όμως η αρχή των πάντων· αρχήν δε όταν λέγω, μη εννοήσης ενδιάμεσον χρόνον και μη τοποθετήσης κάτι το ενδιάμεσον μεταξύ αυτού που εγέννησε και του γεννήματος, μήτε ν' αντιδιαστείλης την φύσιν των με εκείνο που τυχόν παρενέβαλες κακώς μεταξύ των συναϊδίων και ηνωμένων. Διότι αν ο χρόνος ήτο πρεσβύτερος του Υιού, είνε φανερόν ότι ο Πατήρ θα ήτο εν πρώτοις εκείνου αίτιος. Και τότε πώς θα ήτο υπό τον χρόνον ο δημιουργός των χρόνων; Και πώς θα είνε Κύριος των πάντων, εάν ο χρόνος τον περιέχη και τον κυριεύη; Άναρχος λοιπόν ο Πατήρ· διότι το είναι δεν το έλαβεν απ' αλλού ούτε από τον εαυτόν του. Ο δε Υιός, εάν μεν εκλαμβάνης τον Πατέρα ως αίτιον, δεν είνε άναρχος· διότι αρχή του Υιού είνε ο Πατήρ ως αίτιος· εάν όμως εννοής την από χρόνου αρχήν, είνε και αυτός άναρχος· διότι δεν προλαμβάνει ως αρχή ο χρόνος τον Κύριον των χρόνων.

8. Εάν δε προβάλης την αξίωσιν να είνε ο Υιός υπό χρόνον, επειδή είνε υπό χρόνον τα σώματα, θα ενδύσης τον ασώματον με σώμα. και αν θεωρήσης ως αναγκαίον, ότι ο Υιός από τα ουκ όντα ενεφανίσθη εις το είναι, επειδή, και τα παρ' ημίν γεννώμενα, ενώ δεν υπήρχον κάποτε, έπειτα έλαβον ύπαρξιν, τότε συγκρίνεις τα ασύγκριτα, Θεόν και άνθρωπον, σώμα και ασώματον. Τότε λοιπόν και θα πάθη και θα αποσυντεθή, αφού αυτά υφίστανται και τα σώματά μας. Συ λοιπόν υποστηρίζεις ότι, επειδή τα σώματα γεννώνται έτσι, έτσι γεννάται και ο Θεός· εγώ όμως λέγω, ότι, επειδή τα σώματα γεννώνται έτσι, δια τούτο ακριβώς ο Θεός δεν γεννάται έτσι. Διότι αυτοί που έχουν διαφορετικόν το είναι, έχουν διαφορετικήν και την γέννησιν. Διότι άλλως θα γίνη (ο Θεός) και κατά τα άλλα δούλος της ύλης, π.χ. θα πάσχη και θα λυπήται και θα πεινά και θα διψά και θα πάθη όσα είνε ή του σώματος ή συγχρόνως της ψυχής και του σώματος. Αυτά όμως δεν τα παραδέχεται ο νους σου· διότι περί Θεού γίνεται ο λόγος. Μη παραδέχεσαι λοιπόν μήτε την γέννησιν άλλως παρά μόνον ως θεϊκήν.

9. Αλλ' αν εγεννήθη, λέγει, πώς εγεννήθη; Απάντησέ μου συ διαλεκτικέ και ακαταμάχητε, αν εδημιουργήθη, πώς εδημιουργήθη, και τότε να έχης την απαίτησιν να σου ειπώ και εγώ πώς εγεννήθη. Εγεννήθη με πάθος; Τότε και εδημιουργήθη με πάθος· ή μήπως δεν είνε πάθος το καλούπωμα (της κτιστής υπάρξεως) και η φροντίς (του καλουπώματος) και η ακαριαία προέκτασις του νοητού σχεδιάσματος εις το συγκεκριμένον κτίσμα; Έγινε η γέννησις εν χρόνω; Αλλ' εν χρόνω γίνονται και όσα δημιουργούνται. Τόπος εδώ; τόπος και εκεί. Αποτυχία εις την γέννησιν; Aποτυχία και εις την δημιουργίαν. Αυτά τα πράγματα άκουσα να φιλοσοφήτε. Διότι πολλάκις αυτά που σχεδιάζει ο νους, το χέρι δεν τα εκτελεί. Ναι, λέγει, Αλλά με τον λόγον έφερε το παν εις την ύπαρξιν και με το θέλημα. «Αυτός γαρ είπε, και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν»". Όταν λέγης, ότι τα πάντα εκτίσθησαν με τον λόγον του Θεού, δεν εννοείς την ανθρωπίνην κτίσιν· διότι ουδείς εξ ημών κάνει όσα κάνει με τον λόγον του. Διότι, αν ο λόγος μας ήτο αποπεράτωσις του έργου, τίποτε δεν θα ήτο υψηλότερον ημών ούτε περισσότερον απηλλαγμένον κόπων. Ώστε αν και ο Θεός κτίζη όσα κτίζει με τον λόγον, η δημιουργική του ενέργεια δεν είναι ανθρωπίνη. Πρέπει ή να μου δείξης και ένα άνθρωπον να κάνη κάτι με τον λόγον του, ή να παραδεχθής ότι ο Θεός δεν κτίζει σαν άνθρωπος. Να π.χ, σκιαγράφησε με το θέλημά σου νοερώς μίαν πόλιν, και να εμφανισθη μία πόλις· θέλησε να σου γίνη Υιός, και να εμφανισθη ένα παιδί· θέλησε ένα άλλο έργον, και να γίνη το βούλημά σου πράξις. Εάν όμως τίποτε από όλ' αυτά δεν ακολουθεί την βούλησίν σου, του δε Θεού το βούλημα είνε πράξις, τότε αλλιώς με κτίζει ο άνθρωπος, αλλιώς δε ο κτίστης των πάντων Θεός. Πώς λοιπόν αφ' ενός μεν κτίζει διαφορετικώς από τον άνθρωπον, αφ' ετέρου δε αναγκάζεται να γεννά με τον τρόπον που γεννά ο άνθρωπος; Συ βέβαια, επειδή δεν υπήρχες και έπειτα υπήρξες και έπειτα γεννάς, δια τούτο και τον Θεόν τον φαντάζεσαι να έρχεται εις την ύπαρξιν εκ της ανυπαρξίας. Ή μάλλον, δια να ειπώ και κάτι με βαθύτερον νόημα, ούτε και συ εμφανίζεσαι εκ μη όντων διότι, καθώς λέγει, και ο Λευΐ ήτο ακόμη εις την οσφύν του πατρός του, πριν να έλθη εις την ύπαρξιν. Αλλά βέβαια κανείς να μη επηρεασθή απ' αυτό το παράδειγμα. Διότι λέγω, ότι ο Υιός δεν ήλθε κατ' αυτόν τον τρόπον εις την ύπαρξιν εκ του Πατρός, ώστε να είνε πρώτα εντός του Πατρός μετά δε τούτο να προχωρήση εις την ύπαρξιν. Ούτε ήτο προηγουμένως ατελής και έπειτα έγινε τέλειος, όπως ο φυσικός νόμος της ιδικής μας γεννήσεως.

10. Αυτά τα προβάλουν αυτοί που προσπαθούν να σας βλάψουν· αυτοί που, ό,τι και αν λέγεται, πετάζονται προπετώς και προχείρως. Ημείς όμως δεν φρονούμεν έτσι, δεν πιστεύομεν έτσι, αλλά μαζί με το ότι ο Πατήρ υπήρχεν αγεννήτως (πάντοτε δε ήτο, διότι ο νους δεν πίπτει ποτέ έξω από τα όρια της υπάρξεως) πιστεύομεν και το ότι υπήρχε και ο Υιός γεννητώς. Και έτσι το ότι υπάρχει ο Πατήρ συμβαδίζει με το ότι εγεννήθη ο μονογενής απ' αυτόν που υπάρχει, χωρίς να είνε μετά απ' αυτόν, παρά μόνον όταν θεωρητικώς εννοώμεν την αρχήν, αρχήν δε ως αίτιον. Επαναλαμβάνω βεβαίως πολλάκις τον ίδιον λόγον, επειδή φοβούμαι δια την παχυλήν σου και υλόφρονα διάνοιαν. Εάν δε δεν πολυπραγμονείς γύρω από του Υιού την γέννησιν ή υπόσταστν (πώς πρέπει να την ονομάσω;), ούτε επινοείς κάτι άλλο που να είνε ανώτερος κύριος απ' αυτά, (διότι είνε ανίκανος η γλωσσά μου να εκφράση αυτό που εννοείς ή λέγεις), τότε μη περιεργάζεσαι μήτε την προέλευσιν του Πνεύματος. Αρκούμαι ν' ακούω, ότι είνε Υιός και ότι προέρχεται από τον Πατέρα· και ότι ο μεν είνε Πατήρ, ο δε Υιός· και δεν ανασκαλίζω τίποτε εκτός απ' αυτό, μήπως πάθω ό,τι παθαίνουν αι φωναί αι οποίαι από την πολλήν έντασιν σβήνουν εντελώς, ή ό,τι παθαίνει ο οφθαλμός που ατενίζει την λάμψιν του ηλίου. Όσον περισσότερον και ακριβέστερον θέλει κανείς να τον ιδή, τόσον βλάπτεται εις την αίσθησιν αυτήν, και χάνει και το να βλέπη απλώς, αφού με την υπερβολήν το ατενιζόμενον νικά τον οφθαλμόν, εάν θελήση να τον ιδή όλον και όχι όσον είνε ασφαλές να βλέπη.

11. Ακούεις γέννησιν; Μη περιεργάζου το πώς έγινε. Ακούεις ότι το Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα; Μη πολυπραγμονείς το πως. Εάν όμως εξετάζης περιέργως την γέννησιν του Υιού και την εκπόρευσιν του Πνεύματος, τότε εξετάζω και εγώ περιέργως το κράμα της ψυχής και του σώματος. Πώς είσαι χώμα και εικών του Θεού; Ποίον από τα συστατικά σου είνε εκείνο που κινεί και ποίον εκείνο που κινείται; Πώς το αυτό ον (συ) και κινεί και κινείται; Πώς η αίσθησις μένει εις τον ίδιον και έλκει και τα έξω; Πώς ο νους μένει μέσα σου και συνάμα γεννά λόγον εις άλλον νουν; Πώς το διανόημα μεταδίδεται με τον λόγον; Και δεν είπα ακόμη τα μεγαλύτερα. Ποία είνε η περιφορά του ουρανού; Ποία η κίνησις των αστέρων ή η τάξις ή αι διαστάσεις ή η σύνοδος ή η απόστασις; και ποία τα όρια της θαλάσσης; Από που τα ρεύματα των ανέμων ή αι εκ περιτροπής διαδοχαί των εποχών του έτους, ή αι πτώσεις των βροχών; Εάν τίποτε απ' αυτά δεν ηρμήνευσες, άνθρωπε, (ίσως δε κάποτε να τα ερμηνεύσης, όταν θα λάβης πάλιν την τελειότητα· διότι λέγει· «Όψομαι τους ουρανούς, έργα των δακτύλων σου», ώστε να υπονοήται ότι αυτά που φαίνονται τώρα δεν είνε η πραγματικότης, αλλά ινδάλματα της πραγματικότητος), εάν τον εαυτόν σου δεν έμαθες, όποιος και αν είσαι συ που συζητείς περί αυτών, εάν αυτά δεν συνέλαβες, τα οποία και η αίσθησις συλλαμβάνει, τότε πώς φρονείς ότι γνωρίζεις ακριβώς τον Θεόν, τι είνε και πόσος είνε; Μεγάλη ανοησία αυτό.

12. Αλλ' αν πείθεσαι έστω και ολίγον εις εμέ, τον μη θρασύν θεολόγον, άλλο μεν κατενόησες, το δε υπόλοιπον ικέτευσε να κατανοήσης. Αυτό μεν που μένει μέσα σου αγάπησέ το, το δε υπόλοιπον ας μείνη εις τους άνω θησαυρούς. Υψώσου με την διαγωγήν· απόκτησε το καθαρόν με την κάθαρσίν σου. Θέλεις να γίνης κάποτε θεολόγος και αντάξιος της θεότητος; Να τηρής τας εντολάς, να βαδίζης συμφώνως προς τα προστάγματα· διότι η πράξις είνε η σέλα της θεωρίας. Με το σώμα δούλευσε δια την ψυχήν. Ποίος άραγε άνθρωπος δύναται να αρθή εις τέτοιον ύψος, ώστε να φθάση όπου έφθασεν ο Παύλος; Και όμως αυτός λέγει, ότι «βλέπει δι' εσόπτρου» και «εν αινίγματι», και ότι θα έλθη καιρός, όταν θα ιδή «πρόσωπον προς πρόσωπον». Είσαι φιλοσοφώτερος κάποιου άλλου εις τα λόγια; Πάντως όμως είσαι κατώτερος του Θεού. Είσαι συνετώτερος ενός άλλου; Είσαι όμως τόσον μακράν της αληθείας, όσον κατωτέρα είνε η ύπαρξίς σου από τον Θεόν; Έχομεν λάβει την υπόσχεσιν ότι θα τον γνωρίσωμεν κάποτε όσον μας εγνώρισεν. Αν δεν είνε δυνατόν ν' αποκτήσω εδώ την τελείαν γνώσιν των όντων, τι μου λείπει; Τί ελπίζω; Την βασιλείαν των ουρανών, θα ειπής οπωσδήποτε. Νομίζω δε, ότι αυτό δεν είνε τίποτε άλλο, παρά να κατορθώση κανείς να συναντήση το καθαρώτατον και τελειότατον. Τελειότατον δε των όντων η γνώσις του Θεού. Αλλ' όσον είμεθα εις την επιφάνειαν της γης, το μεν να κρατώμεν, το δε να καταλάβωμεν, το δε ν' αποταμιεύσωμεν εκεί, δια να έχωμεν αυτήν την επικαρπίαν του κόπου μας, την έλλαμψιν όλην της αγίας Τριάδος, ποία είνε, και τι λογής, και πόση, αν επιτρέπεται να εκφρασθώ έτσι· και θα την έχωμεν εν τω προσώπω αυτού του Χριστού του Κυρίου μας, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Μετάφραση: Στέργιος Σάκκος

Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου Έργα, τόμος 4, Πατερικαί εκδόσεις "Γρηγόριος ο Παλαμάς", Θεσ/νίκη 1976. 

Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζητηση

Αναγνωστες