Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπεραγία Θεοτόκος Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Υπεραγία Θεοτόκος Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Το θαύμα της Παναγίας μας την 9η Σεπτεμβρίου 1943!


http://i1.aftocdn.gr/mediafiles/2014/08/PANAGIA-630x380.jpg

Παίρνοντας το δρόμο από Ορχομενό Βοιωτίας για Διόνυσο υπάρχει ένα μικρό εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία και γιορτάζει σήμερα, στις 10 Σεπτεμβρίου.

Εδώ, τα τανκς των Γερμανών καθηλώθηκαν το 1943 κινούμενα κατά των Ορχομένιων. Στο εκκλησάκι υπάρχει μια επιγραφή (φωτογραφία) με τιτλο ''ΤΟ ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ''

Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943, ανήμερα των Γενεθλίων της Παναγίας οι Ιταλοί συνθηκολογούν. Μία ομάδα από κατοίκους του Ορχομενού Βοιωτίας πλησιάζουν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λειβαδιάς και ζητούν από την εκεί Ιταλική φρουρά να παραδώσει τον οπλισμό της. Διαφορετικά, τους απειλούν πως θα δεχθούν επίθεση από τους αντάρτες που βρίσκονται στην περιοχή του Τζαμαλιού (Διονύσου).

Οι Ιταλοί αρνούνται να παραδοθούν και ενημερώνουν τους Γερμανούς, οι οποίοι αφού κύκλωσαν και αφόπλισαν τους Ιταλούς έστειλαν εναντίον των Ορχομένιων την άλλη μέρα, 9 του Σεπτέμβρη, απόσπασμα με τεθωρακισμένα.

Οι Ορχόμενιοι, που είχαν φθάσει στο μεταξύ στο σταυροδρόμι του Αγίου Ανδρέα, ανέτοιμοι και ανοργάνωτοι καθώς ήταν, σκόρπισαν στη γύρω περιοχή με κατεύθυνση οι περισσότεροι τον απόμερο Διόνυσο.

Οι Γερμανοί όμως συνέχισαν την καταδίωξη με σκοπό να επιβάλλουν αντίποινα στον Ορχομενό, όπως ήταν η συνηθισμένη τακτική τους.

Το βράδυ της 9ης Σεπτεμβρίου μπαίνουν οι Γερμανοί στον Ορχομενό και συλλαμβάνουν εξακόσιους ομήρους. Ένα τμήμα μένει στην πόλη, ενώ ένα άλλο με τρία τανκς προχωρεί προς τον Διόνυσο.



Λίγο έξω από τον Ορχομενό είναι χτισμένη η πιο αρχαία Εκκλησία της Βοιωτίας (874 μ.Χ.), αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου - παλιό Μοναστήρι της Σκριπούς.

Είναι ακόμη μεσάνυχτα.

Η φάλαγγα έχει προσπεράσει πεντακόσια πενήντα μέτρα τον Ναό, όταν ξαφνικά το πρώτο τανκ ακινητοποιείται στη μέση του δρόμου. Μπροστά τους οι Γερμανοί βλέπουν μια μεγαλόπρεπη γυναίκα με το χέρι υψωμένο σε απαγορευτική στάση.

 
Το δεύτερο τανκ προσπαθεί να προσπεράσει το πρώτο, αλλά πέφτει σε ένα χαντάκι, ενώ το τρίτο τανκ ακινητοποιείται σε ένα χωράφι, μέσα από το οποίο προσπαθούσε να περάσει.

Ξημέρωσε η 10η Σεπτεμβρίου. Ο Γερμανός διοικητής Χόφμαν ζήτησε από τους κατοίκους ένα τρακτέρ για να τραβήξει τα τανκς. Τότε συνέβη και κάτι άλλο Θαυμαστό: Τα βαριά αυτά άρματα μετακινήθηκαν από το τρακτέρ σαν άδεια σπιρτόκουτα!

-Θαύμα, Θαύμα! φώναξε ο διοικητής και ζήτησε από τους κατοίκους να πάει στην Εκκλησία. Εκείνοι τον οδήγησαν πράγματι στον Ναό.

Ο Γερμανός στη Θεομητορική Εικόνα του τέμπλου αναγνώρισε τη γυναίκα που εμπόδισε τη φάλαγγα να προχωρήσει! Έπεσε αμέσως στα γόνατα και φώναξε με Θαυμασμό: -Αυτή η γυναίκα σας έσωσε!

Να την τιμάτε και να τη δοξάζετε.

Ο Ορχομενός σώθηκε. Ο Χόφμαν διατάζει να ελευθερωθούν οι εξακόσιοι μελλοθάνατοι και υπόσχεται πως μέχρι το τέλος του πολέμου η πόλη δεν θα πάθει κανένα κακό.

Οι κάτοικοι ευχαριστούν και δοξολογούν την Προστάτιδα Θεοτόκο για την ανέλπιστη σωτηρία τους.

Ο ήλιος γέρνει στη δύση. Τα τανκς φεύγουν με τα πυροβόλα κατεβασμένα, γιατί νικήθηκαν από την Υπέρμαχο Στρατηγό του Ορχομενού.

Για το λόγο αυτό η Παναγία της Σκριπούς, εκτός των άλλων ημερομηνιών, Γιορτάζει και στις 10 Σεπτεμβρίου με Λιτανεία και μεταφορά της Εικόνας, στον τόπο που ακινητοποιήθηκαν τα τανκς. Όσο ζούσε ο Χόφμαν, παρευρισκόταν κι αυτός σχεδόν κάθε χρόνο στις 10 Σεπτεμβρίου, για να ανάψει ένα κερί και να τιμήσει την Παναγία. Της αφιέρωσε μάλιστα ένα μεγάλο καντήλι και χρηματοδότησε την πρώτη Εικόνα με την απεικόνιση του Θαύματος.
 
Από το βιβλίο «Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας»
Ιερά Μονή Παρακλήτου

(Την ιστορία την διαβάσαμε στο impantokratoros.gr και η φωτογραφία του θέματος είναι από την προσωπική σελίδα του Δημοσιογραφου Λάμπρου Ρόδη)
 
Πηγή: stoxos.gr

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Agni Parthene - Valaam Brethren Choir!

Φωνές αγγελικές!!!

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2017

Ο στίχος «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς» στη λατρεία. Η θεολογική ερμηνεία και η χρήση του.

http://www.eleftherotria.gr/img_panagia/elef_re.jpg

Γεωργίου Ζαραβέλα-Θεολόγου, ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας - Λειτουργικής ΕΚΠΑ
 
Ο στίχος «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» συνιστά μία από τις πλέον αγαπητές και λαοφιλείς εκφράσεις τιμής και δέησης προς τη Θεοτόκο. Η γένεσή του δεν μπορεί να αναχθεί χρονικά σε συγκεκριμένη περίοδο.
 
Η αρχαιότερη μαρτυρία ύπαρξής του απαντάται τον ΙΔ’ αι., στον κώδικα Αθηνών 2062, φ. 95. Η απουσία του σε αρχαιότερες πηγές δεν δηλώνει την προγενέστερη ανυπαρξία του, τουλάχιστον, όμως, μαρτυρά ότι δεν βρισκόταν σε λειτουργική χρήση, παρά μόνο ως στοιχείο της λαϊκής θρησκευτικότητας και λατρείας.

Η θεολογική σημασία του στίχου έχει δεχθεί διαχρονικά ποικίλη κριτική, η οποία μπορεί να περιγραφεί πλήρως στις ακόλουθες δύο θέσεις:

α) Ο στίχος «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού ενέχει δογματική κακοδοξία. Η σωτηρία του ανθρώπου είναι αποκλειστικά έργο του Θεού και αντικείμενο του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, μέσω της ενανθρώπησης και του απολυτρωτικού έργου του Υιού και Λόγου του Θεού, του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδας, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Θεός είναι ο μόνος που μπορεί να σώσει τον άνθρωπο και κανείς άλλος δεν έχει αντίστοιχη δύναμη, όπως μαρτυρά και ο προφήτης Ησαΐας: «δίκαιος καὶ σωτήρ οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ» (Ησ. με’, 22). Η θέση αυτή είναι δογματικά ορθή, αλλά απόλυτη, αφού:

β) Ο στίχος αυτός δεν πρέπει να ερμηνεύεται στο πλαίσιο της οντολογικής σωτηρίας του ανθρώπου, αλλά η έννοια της σωτηρίας πρέπει να αποδίδεται ως συμβολή των δημιουργημάτων στη σωτηρία, την οποία ενεργεί ο Θεός. Ο άνθρωπος είναι όργανο και συνεργός του Θεού στο έργο της σωτηρίας, μέσα από το λόγο και την προσευχή-δέηση προς Εκείνον. Οι πιστοί, επιπλέον, ως ζώντα μέλη της Εκκλησίας οικοδομούν και στηρίζουν ο ένας τον άλλο, βοηθώντας τους αδελφούς τους στην πορεία προς τη σωτηρία. Υπό την έννοια αυτή, η ανωτέρω θεομητορική φράση δεν αντιβαίνει στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, αφού η Θεοτόκος συνεργεί στη σωτηρία του ανθρώπου, χωρίς να έχει τη δύναμη να την ενεργήσει εκείνη.

 
Ο θεομητορικός στίχος παραλλάσσεται ενίοτε από κληρικούς ή λαϊκούς, προσθέτοντας στο τέλος της φράσης τον προσδιορισμό «ταῖς πρεσβείαις σου» ή διαμορφώνοντάς την σε:«Ὑπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν». Οι επιλογές αυτές είναι απορριπτέες, αφού είναι νεώτερες εκδοχές της αρχικής, δεν προσφέρουν τίποτα ιδιαίτερο διευκρινίζοντας την πρωτότυπη φράση, προκαλούν όσους αρνούνται την δογματική ορθότητά της και κομίζουν στη λατρεία περιττά στοιχεία.

Η δογματική ορθότητα της φράσης αυτής τεκμηριώνεται και από τη χρήση του όρου σώζω με τη δεύτερη έννοια σε πολλά σημεία, όπως:
α) Αγία Γραφή. Σε αυτή υπάρχουν πολλές μαρτυρίες του όρου «σώζω» ως συμμετοχής του ανθρώπου στο έργο της σωτηρίας του από το Θεό, όπως για παράδειγμα οι στίχοι: Α’ Κορ. ζ’,16 και θ’,22, Ρωμ. ια’,14, Ιακ. ε’,20, Ιούδα 22-23.

β) Υμνογραφική παραγωγή. Πολλοί υμνογράφοι χρησιμοποιούν στα προϊόντα της γραφίδας τους τον όρο «σώζω», ενώ αναφέρονται στη Θεοτόκο και άλλα ιερά πρόσωπα. Οι αναφορές αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ανεκτές ως υπερβολή, αποστροφή ή χρησιμοποιούμενες στο πλαίσιο του σχήματος της ποιητικής αδείας. Η αιτίαση αυτή μπορεί να είναι εύλογη και θεμιτή, αλλά η θεολογική επάρκεια των υμνογράφων και η στέρεη πίστη τους στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας δεν μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση τις σχετικές περί σωτηρίας αναφορές τους.

γ) Πατερική γραμματεία. Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν ανάλογες φράσεις στα μη ποιητικά συγγράμματά τους, οι οποίες σε πρώτη όψη ενέχουν δογματικά σφάλματα, αλλά εάν εξεταστούν με τη δεύτερη ερμηνεία δεν αντιβαίνουν στην εκκλησιαστική διδασκαλία. Ανάλογες φράσεις χρησιμοποιούν μεταξύ άλλων ο Ιωάννης Δαμασκηνός και ο Συμεών Θεσσαλονίκης, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως ακραιφνείς θιασώτες του ορθοδόξου δόγματος.

Η θεομητορική φράση, επομένως, διατυπώνει ορθά τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας και καλώς συμπεριλαμβάνεται στη λατρεία, όπου, όμως, αυτό προβλέπεται. Η χρήση της φράσης στη λατρεία είναι σίγουρα νεώτερη (όχι πολύ νωρίτερα από τον ΙΔ’ αι.).
Η αρχαιότερη γνωστή αναφορά της στον αθηναϊκό κώδικα 2062 την τοποθετεί ως πρόψαλμα του ειρμού της θ’ ωδής του κανόνα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού(«Μυστκός εἶ Θεοτόκε Παράδεισος»). 
 
Το Τυπικό της ΜΧΕ ορίζει τον θεομητορικό στίχο ως αρμόδιο για:
 
α) τα θεομητορικά τροπάρια-θεοτοκία των κανόνων,
 
β) τα τροπάρια των θεοτοκίων κανόνων των θεομητορικών εορτών και του βιβλίου της Παρακλητικής. Η θεομητορική φράση χρησιμοποιείται ως στίχος των τροπαρίων του Ακαθίστου Ύμνου και των Παρακλητικών Κανόνων, με επίδραση από τις σχετικές σε άλλους θεομητορικούς κανόνες αναφορές του Τυπικού.

Η χρήση της φράσης «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» είναι αποδεκτή σε συγκεκριμένα σημεία της λατρείας. Η ύπαρξή της, αντίθετα, σε επιπλέον μέρη της αποτελεί πρόβλημα της τελετουργικής. Πολλοί ιεροψάλτες ή απλά ευσεβείς πιστοί συνηθίζουν να ψάλλουν τη θεομητορική φράση κάθε φορά που ο λειτουργός (διάκονος ή ελλείψει αυτού πρεσβύτερος) εκφωνεί τη δέηση «Της Παναγίας αχράντου», κινούμενοι από ευλάβεια προς τη Θεοτόκο.

Οι ρίζες αυτής της πρακτικής βρίσκονται στη λαϊκή θρησκευτικότητα. Οι πιστοί συνήθιζαν, αρχικά, να ψελλίζουν κατά μόνας τη θεομητορική φράση, ενόσω ο λειτουργός απέδιδε τη δέηση. Η αρχική ψιθυριστή εκδοχή της φράσης παρεμβλήθηκε αργότερα στη λατρεία και συνηθίζεται να λέγεται εκφώνως από τον ίδιο τον ιεροψάλτη. Μα αντίστοιχο τρόπο παρεισέφρησε στη Θεία Λειτουργία το Μεγαλυνάριο της Θεοτόκου «Άξιον εστί», μετά την επισφραγιστική της Αγίας Αναφοράς εκφώνηση «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, Ἀχράντου». Η μελώδηση του Μεγαλυναρίου κατάφερε να παγιωθεί και να ενταχθεί στη λατρεία, σε αντίθεση με τον υπό εξέταση θεομητορικό στίχο.

Η παρεμβολή του στίχου «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» στην εκφώνηση του λειτουργού είναι σίγουρα απορριπτέα.
 
Η επιχειρηματολογία σχετικά με την αστοχία της πράξης αυτής συνοψίζεται στα εξής:
 
α) δεν υπάρχει καμία αναφορά στις χειρόγραφες και έντυπες πηγές,
 
β) αποτελεί μεταγενέστερη συνήθεια, η οποία δεν έχει ερείσματα στη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, για την οποία είναι τελείως άγνωστη
 
γ) συνιστά επίδραση της λαϊκής ευσέβειας και όχι στοιχείο της δομής της λατρείας, 
 
δ) διακόπτει άσκοπα την προς το λαό προτροπή του λειτουργού, καλύπτοντας ενίοτε τη φωνή του και
 
ε) επισκιάζει το ακριβές νόημα της δέησης και προτροπής.

Η εκφώνηση του λειτουργού δεν στοχεύει στην εξύμνηση των χαρίτων της Θεομήτορος με τους προσδιορισμούς που της αποδίδει, ούτε στην εξύμνηση των αγίων που μνημονεύονται μετά από εκείνη. Το πραγματικό νόημά της είναι η καθολική παράθεση-αφιέρωση των μελών της σύναξης στα χέρια του Χριστού, ζητώντας ταυτόχρονα τις πρεσβείες της Θεοτόκου και των αγίων. Η παρεμβολή της θεομητορικής φράσης «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» μεταθέτει το βάρος της εκφώνησης από τον Κύριο στη Θεομήτορα, αλλοιώνοντας το αυθεντικό περιεχόμενο της εκφώνησης.

Η χρήση του θεομητορικού στίχου, επομένως, είναι θεμιτή στα αρμόδια σημεία της Θείας Λατρείας. Η παρεμβολή του, όμως, στη σχετική εκφώνηση του λειτουργού κατά τη διάρκεια της Συναπτής δεν ανήκει στα αποδεκτά σημεία. Η λαϊκή ευσέβεια είναι σαφέστατα σεβαστή και αξιέπαινη, χωρίς αυτό να δηλώνει ότι έχει την αυθεντία και μπορεί να μεταπλάθει ακαθόριστα τη δομή της λατρείας. Η διάκριση και η μελέτη της λατρείας είναι θεραπευτικός παράγοντας για διάφορες παρανοήσεις. Κάθε στοιχείο της έχει τη δική του αξία και μοναδικότητα και καθίσταται ωφέλιμο για τον πιστό στη θέση που του αναλογεί, ενώ μπορεί να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα αλλαχού, διαστρεβλώνοντας και μη προσφέροντας τίποτα ουσιαστικό στην αυθεντικότητα της λατρείας του Κυρίου. 
 
Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ : ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ.

Ένα αξιόλογο βίντεο στο οποίο ο αείμνηστος Θεολόγος Νικόλαος Σωτηρόπουλος, μέσα από τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης και εδάφια της Καινής Διαθήκης, αποδεικνύει τις βλάσφημες και αντιβιβλικές θέσεις των πεντηκοστιανών, ευαγγελικών, αλλά και άλλων αιρετικών, γύρω από το πρόσωπο της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού του μόνου αληθινού Θεού, της Μαριάμ.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

Σχετικώς με την εορτή της Θεοτόκου Μαρίας.

1. Εἰσαγωγικὴ ἀναφορὰ στὸ θέμα τῶν πηγῶν.
 
(α) […] Μὲ δεδομένη τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν περὶ τῶν γεγονότων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀναζητεῖται σὲ ἐξωβιβλικὲς πηγές. Ἀναφερόμεθα, οὐσιαστικῶς, σὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τὸ ὁποῖο φέρει τὸν τίτλο «De Transitu beatae Mariae virginis» (περὶ Μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.[…]
 
Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις περὶ τῶν σχετικῶν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου γεγονότων δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζονται μόνο στὸ ἐν λόγω κείμενο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Κοίμησις δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς ἐλάσσονος σημασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Φαίνεται, ἐν προκειμένω, ὅτι ἰσχύει ἡ θέση τοῦ P. Voulet, ἐκδότου τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε ὅτι τὸ «Transitus Mariae» ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ τῆς Κοιμήσεως ἀπόκρυφων διηγήσεων, μὴ διασωθεισῶν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐφ᾽ ὅσον εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸ ἐν λόγῳ κείμενο. […] Ἡ μελέτη τοῦ περιεχομένου του, ἄλλωστε, ἐνισχύει τὴ διαίσθηση ὅτι στὸ ἐν λόγῳ κείμενο περιέχονται πρωτοχριστιανικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.  
 
(β) Τὸ κείμενο τῆς «Transitus Mariae» ὑπῆρξε πηγὴ τῆς περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παραδόσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ ἡ ὁποία διασώθηκε στὸν Β´ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση. Ἡ ἀπόκρυφη αὐτὴ διήγηση ἔχει δανειστεῖ, μέν, στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἑξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας -5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη». Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰω. Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση τῆς προηγουμένης παραγράφου ὅτι, τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶχε μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴπαράδοση, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐπεξεργασία του σὲ διάφορες ἀπόκρυφες παραδόσεις.
 
2. Ἡ παράδοση περὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου. 
 
Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις παρέχουν μὲν στοιχεῖα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου (τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δὲν σχετίζονται ὅμως μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως μελέτης πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς.
 
Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν ἐν Ἱεροσολύμοις οἰκία της καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ. (περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες «Ὁδοιπορικῶν» του 6ου αἰ., τόσο τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου (530) περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ, ὅσο καὶ τοῦ Ἀντωνίου τῆς Πλακεντίας (570), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἐντός τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου. Μνεία τοῦ τάφου αὐτοῦ γίνεται τὸν 7ο αἰ. στὴν Ἀνακρεόντειο ποίηση τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (+638), ὁ ὁποῖος τιμᾶ τὴ Θεοτόκο στὴ συγκεκριμένη τοποθεσία. Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως ἐν Ἱεροσολύμοις), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Brevarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ., φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας, πρὸς αὐτὴν δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου.
 
Κατὰ συγκυρίαν περισσότερο «μυστικιστικὴ» καὶ ὀλιγότερο ἐρευνητικὴ ἀνεφάνη ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως καὶ ταφῆς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἀναφερόμεθα στὴν περὶ τοῦ θέματος «δραματικὴ ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἡ Anna Catherine Emmerich, αὐγουστινιανὴ μοναχή τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεστφαλίας (+1824). Οἱ «ἀποκαλύψεις» τῆς Emmerich σχετίζονται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία (Κοίμηση) τοποθετοῦν στὴν Ἔφεσο καί, μάλιστα, στὴν οἰκία τὴν ὁποία εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἡ περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία-Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας) ἐθεωρήθη ὡς ἡ τοποθεσία Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς δὲν εἶχαν μὲν τὴν ἀπαιτούμενη τεκμηρίωση, συνεκίνησαν ὅμως τοὺς διατεινομένους ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή. Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο, ἄλλωστε, συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλήσεως τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἢ σὲ ὁμώνυμη ἁγία.
 
Ἡ «παράδοση τῆς Ἐφέσου» ἀποτελεῖ μᾶλλον παρένθεση στὸ ὅλο θέμα τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ μετακίνηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη στὴν Ἔφεσο πραγματοποιεῖται σὲ χρονικὴ στιγμὴ μεταγενέστερη τοῦ ἡμίσεως τοῦ 1ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποδυναμώνει ἐξαιρετικὰ τὴν περίπτωση μεταφορᾶς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἡ περὶ Θεοτόκου παράδοση στὴν πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ σχετίζεται μὲ τὴν αὐτοπρόσωπη παρουσία τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ προφανῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση εὑρίσκετο στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴ Θεοτόκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ἄλλωστε, κατέχει μεγαλύτερες «περγαμηνὲς» -σὲ σχέση μὲ τὴν Ἔφεσο- ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.
 
3. Ἡ πρώτη ἑορτὴ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα.
 
Οἱ ἑορτὲς γεννῶνται σ’ ἕνα τόπο διὰ τῆς ἰσχύος τῶν τοπικῶν παραδόσεων καὶ ἀναμνήσεων. Δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη ἱκανότητα ἔρευνας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὥστε νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε στὶς συνειδήσεις σχετικῶς μὲ τὴ Θεοτόκο ἦταν ἡ θεϊκὴ μητρότητα. Ἡ ὑπὸ τῆς Θεοτόκου Γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι εὔλογο νὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἐορτολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὅποιας πρωτογενοῦς θεομητορικῆς ἑορτῆς. Ἂς μὴν παραθεωρεῖται μία σημαντικὴ παράμετρος τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία ἡ ἐμφάνιση κάποιας ἑορτῆς σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο δὲν συμπίπτει μὲ τὴ γένεση τοῦ ἐορτολογικοῦ της περιεχομένου. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι ὑπῆρχε ἀντικείμενο τιμῆς τῆς Θεοτόκου (ἐν προκειμένῳ ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου) εἶναι προγενέστερο ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴ διαμόρφωση ἀντίστοιχης ἑορτῆς. Τὰ δύο δεδομένα ὄχι μόνο δὲν ταυτίζονται, ἀλλὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἐπαγωγικὴ σχέση ἐφ᾽ ὅσον τὸ πρῶτο (ἡ πρωτοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο) προετοίμασε τὴν ἐμφάνιση τοῦ δευτέρου (τὸν ἡμερολογιακὸ καθορισμὸ ἀντίστοιχης ἑορτῆς).
 
Ἡ ἐκτίμηση περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς «πρωτογενοῦς Θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ ὑλικοῦ» συνδέεται μὲ μία τοποθεσία τρία μίλια μετὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καθ᾽ ὁδὸν πρὸς Βηθλεέμ, ἡ ὁποία ἐπονομάζεται «Κάθισμα». Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ εὐρύτερο ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐρευνητῶν, εἰδικότερον ὅμως ὡς πρὸς τὴν Θεοτόκο ἀπετέλεσε τόπο ἱερό, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου (17, 2-3) ἡ Θεοτόκος, καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ εὑρισκομένη ὀλίγον πρὸ τῆς κυήσεως, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος, φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν ἡ κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾽ ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο.
 
Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Κυρίλλου τοῦ Σκυθοπολίτου, στὸ «Κάθισμα» ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ μία Ρωμαία, εὐγενοῦς καταγωγῆς καὶ μεγάλης πίστεως προσκυνήτρια, τὴν Ἰκελία (ἢ Ἰκηλία), κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων (417-458). Ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν φαίνεται νὰ ἀντικατέστησε κάποιον παλαιότερο, ἐφ᾽ ὅσον ἀποκαλεῖται ὡς «Κάθισμα παλαιὸν» ἀπὸ τὸ Θεόδωρο Πέτρας, τὸ βιογράφο Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὁ ὁποῖος βεβαιώνει καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ναοῦ ὑπὸ τῆς Ἰκελίας. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ ἐν λόγῳ «Κάθισμα» πρέπει νὰ ἀπετέλεσε τὸν πρῶτο συγκεκριμένο τόπο τιμῆς πρὸς τὴ Θεοτόκο στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. καί, ἑπομένως, τὸν πρῶτο τόπο ἐπιτελέσεως μίας ἑορτῆς, τὴν ὁποία ὁ προαναφερθεὶς Θεόδωρος Πέτρας ἀποκαλεῖ «μνήμην Θεοτόκου» καὶ ἐπισημαίνει ὅτι τελεῖται «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ».
 
Ποιά ἦταν ὅμως, ἡ ἀκριβὴς ἡμερομηνία τῆς μίας αὐτῆς ἑορτῆς κατ᾽ ἔτος καὶ ποιό ἦταν τὸ ἐορτολογικό της περιεχόμενο; Ὁ Baumstark διατείνεται ὅτι συγκεκριμένη ἡμερομηνία ἦταν αὐτὴ τῆς 13-15 Αὐγούστου (τὴν περὶ 13ης Αὐγούστου ἄποψη υἱοθετεῖ καὶ ὁ καθ. Ἰω. Φουντούλης), ἀλλὰ περιπλέκει τὸ ὅλο θέμα ὑποστηρίζων ὅτι τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς εἶχε σχέση μὲ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας κατὰ τὴ συγκεκριμένη ἡμερομηνία. Εἶναι πιθανὸν οἱ ἐκτιμήσεις τοῦ Baumstark περὶ τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου νὰ πηγάζουν ἀπὸ τὸ γενικότερο κανόνα ὅτι, πρὸ τῆς διαμορφώσεως μίας ἑορτῆς, προηγεῖται ἡ ἀνάμνηση ἐγκαινίων ἑνὸς ἀντιστοίχου ναοῦ. Θεωροῦμε, ὅμως, ὅτι ἡ ἄποψη αὐτὴ τοῦ μεγάλου Γερμανοῦ λειτουργιολόγου στερεῖται συγκεκριμένης ἱστορικῆς κατοχυρώσεως περὶ πιθανοῦ ἐγκαινιασμοῦ τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας στὶς 13 Αὐγούστου κάποιου ἔτους, ἀλλὰ καὶ παρακάμπτει τὴ συνάφεια τοῦ «Καθίσματος» μὲ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου ὡς Μητέρας τοῦ Κυρίου.
 
4. Ἡ ἐορτολογικὴ ἐξέλιξη πρὸς τὴν 15η Αὐγούστου.
 
Τὰ παραπάνω στοιχεῖα πιστοποιοῦν ὅτι, ἡ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος» τῆς Θεοτόκου προετοιμάζει μὲν ἡμερολογιακῶς τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ τὸἐορτολογικὸ περιεχόμενό της εἶναι παντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως. Ἐὰν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψη τὸ «ἀρμενικὸ λεκτσιονάριο» ἢ «ἐκλογάδιο», τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε σὲ παράρτημα ὁ Conybeare καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκδότης ἰσχυρίζεται ὅτι καταγράφει τὴ λειτουργικὴ πράξη τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 6ο αἰ., συμπεραίνουμε ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἰσχύει ἀκόμα ἡ ἑορτὴ μὲ τὸ γενικὸ θεομητορικὸ περιεχόμενο (ἡ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος»). Στὸ χρονικὸ αὐτὸ σημεῖο φαίνεται ὅτι ἐπαληθεύεται ἡ ἄποψη τοῦ Cabrol περὶ δημιουργίας τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖο ἀκτινοβολοῦσε ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανή.
 
Οἱ ἑορτολογικὲς ἐξελίξεις ἐμφανίζονται καταιγιστικὲς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ5ου αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μαρκιανὸς (450-457) ἔκτισε ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανή. Τρία ἔτη μετὰ τὸ θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα, τὸ 460,ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ ἑορτασμὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὶς 15 Αὐγούστου καὶ στὸν συγκεκριμένο ναό, ἐκτοπιζομένης τοιουτοτρόπως τῆς παλαιᾶς θεομητορικῆς ἑορτῆς τοῦ «Καθίσματος». Στὸ σημεῖο αὐτὸ πολύτιμη ἐμφανίζεται ἡ μαρτυρία τοῦ «Γεωργιανοῦ Κανοναρίου», ἑνὸς κειμένου τὸ ὁποῖο ἀντικατοπτρίζει τὴν ἱεροσολυμιτικὴ λατρεία μεταξὺ 450 καὶ 750, τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι γνωρίζει ὁ Μόδεστος Ἱεροσολύμων (645-646) καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ γεωργιανὴ μετάφραση ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἦταν ἄγνωστη ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ.
 
Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ «Κανοναρίου», στὶς 15 Αὐγούστου «τιμᾶται ἡ μνήμη τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ στὸ ναὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ («Μαυρικίου» κατὰ γεωργιανὴ παραλλαγὴ). Ἡ ἐπιβεβαίωση τῶν ἐξελίξεων εἶναι σαφής: ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας ἔχει ἐκτοπισθεῖ (οἱ δύο ἐκδότες τοῦ «Κανοναρίου» ἀναφέρουν ὅτι ἡ ἑορτὴ αὐτὴ μετατοπίσθηκε στὶς 13 Αὐγούστου καὶ ἐξαφανίσθηκε σταδιακῶς, στὴ θέση της δὲ κατὰ τὶς 15 Αὐγούστου τοποθετήθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως. Οὐδείς, βεβαίως, δύναται νὰ συμπεράνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐπανέφερε στὴν ἱστορική της μνήμη τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὸ 460. Ἡ ἑορτολογικὴ ἔρευνα θὰ πρέπει νὰ διακρίνει μεταξύ τῆς τιμῆς ἑνὸς θεομητορικοῦγεγονότος στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας (αὐτὴ ἡ τιμὴ εἶναι πρωτοχριστιανικὴ)καὶ τοῦ ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ ἑορτασμοῦ του (αὐτὸς ὁ καθορισμὸςἐπισυμβαίνει πάντοτε κατόπιν μακρῶν χρονικῶν ἐξελίξεων).
 
Εὐνόητο εἶναι ὅτι ἡ περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐορτολογικὴ ἐξέλιξη δὲν μπορεῖ νὰ ἐννοηθεῖ ἀνεξαρτήτως τῆς διατυπώσεως τοῦ ὀρθοδόξου Μαριολογικοῦ δόγματος κατὰ τὴν Γ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἡ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ. ἐορτολογικὴ παράδοση περὶ τῆς Κοιμήσεως συμπορεύεται μὲ τὴν ἑδραίωση τοῦ περὶ τῆς Θεοτόκου ὀρθοδόξου δόγματος, γεγονὸς τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἑδραίωση, διάδοση καὶ καθολικὴ ἐπισημοποίηση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως. Ἡ ἐπισημοποίηση αὐτὴ ἐπισυμβαίνει περὶ τὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος (582-602), σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Νικηφόρου τοῦ Καλλίστου, καθορίζει διὰ διατάγματος τὴν ἐπιτέλεση τῆς ἑορτῆς στὶς 15 Αὐγούστου.
 
Πρόκειται περὶ ἀποκρυσταλλώσεως μίας μακραίωνης θεομητορικῆς παραδόσεως, ἐν ὅσῳ ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως περιβάλλεται πλέον μὲ νομικὴ ἰσχύ. Εἶναι σαφὲς ὅτι μὲ τὸ διάταγμα τοῦ Μαυρικίου δὲν ἐπιτελεῖται σύσταση νέας ἑορτῆς, ἐφ᾽ ὅσον ἀναφέρεται ὅτι ἡ σύστασή της ἔχει συντελεσθεῖ κατὰ τὸ παρελθόν. Ὁ Μαυρίκιος υἱοθέτησε ἐπισήμως καὶ καθολικῶς τὴν ἱεροσολυμιτικὴἡμερομηνία περὶ τῆς «Μνήμης τῆς Θεοτόκου», συνειδητοποιήσας προφανῶς τὴν καθολικὴ εὐλάβεια πρὸς τὸ μνῆμα τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ καὶ ὑπὸ τὴν αὔξουσα ἀκτινοβολία τοῦ ἐν λόγῳ προσκυνήματος, ὅπου συνέρρεε πλῆθος προσκυνητῶν. Δὲν φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἡ κατὰ τὸν 6ο αἰ. ἀποκρυσταλλωθεῖσα ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἐπεβλήθη αὐτομάτως σὲ ὅλο τὸ εὖρος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ὅπως τονίζει τὸν 7ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Θεσσαλονίκης, «ὑπῆρχαν κάποιοι τόποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑόρταζαν ἀκόμα τὴν ἐτήσια μνήμη τῆς Κοιμήσεως», μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὁ Ἰωάννης συγκαταλέγει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη.
 
5. Περαιτέρω ἐξέλιξη τῆς ἑορτῆς στὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο.
 
 Στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰ. ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως υἱοθετεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Συρίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ποίηση περὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία κατέλειπε ὁ Ἰάκωβος τοῦ Sarug (Σύρος ἐπίσκοπος περὶ τὸ 518). Στὴν ποίηση αὐτὴ εἶναι σαφὴς ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι σαφὴς ἡ ἡμερομηνία. Ἡ ἀσάφεια τῆς ἡμερομηνίας ἔγκειται στὴν παράδοση τῆς Συριακῆς Ἐκκλησίας νὰ υἱοθετήσει μὲν τὴν ἱεροσολυμιτικὴ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ νὰ τὴν τοποθετήσει στὶς 26 Δεκεμβρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὴν ἴδια ἡμέρα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, μετατεθείσης τῆς ἑορτῆς κατὰ μία ἡμέρα, ὥστε νὰ μὴ συμπέσουν οἱ δύο ἑορτές.
 
Ἀπὸ τὴ Συρία ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως μεταλαμπαδεύτηκε στὴ Ρώμη. Διαρκοῦντος, ἤδη, τοῦ 6ου αἰ., ὁ Γρηγόριος Τουρώνης (573-593) ἀναφέρεται σὲ ἑορτὴ ὑπὸ τὸν γενικὸ τίτλο «Festivitas S. Mariae». Στὴ συγκεκριμένη μαρτυρία οὐδεμία ἀναφορὰ γίνεται στὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως, συμπεραίνουμε δὲ ὅτι πρόκειται προφανῶς περὶ κάποιας θεομητορικῆς ἑορτῆς γενικοῦ χαρακτῆρος. Ὁ πάπας Θεόδωρος Α´ (647-649) εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε εἰσαγωγὴ τῆς ἑορτῆς στὴ Ρώμη, φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ προσπάθειά του δὲν στέφθηκε ἀπὸ ἐπιτυχία. Ἡ παραπάνω ἐπισήμανση, ὅτι ἡ Συρία ἐπέδρασε ἐπὶ τῆς Ρώμης στὴν υἱοθέτηση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἀφορᾶ στὴν ἑδραίωση τῆς ἑορτῆς στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸ Σύρο πάπα Σέργιο Α´ (687-701), ὁ ὁποῖος μετέφερε στὴ Ρώμη τὴν τελετουργικὴ λαμπρότητα τῆς Συρίας κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κοιμήσεως. Ἡ ὁρολογία τῆς ἑορτῆς φαίνεται ὅτι ἀποκρυσταλλώθηκε σταδιακῶς: τὸ «εὐαγγελιστάριο» τοῦ 740 ἀναγγέλλει τὴν ἑορτὴ ὡς «Sollemnitas de pausatione sanctae Mariae», ἐνῶ τὸ «Ἀνδριανὸ εὐχολόγιο» (περὶ τὸ 770) καταχωρίζει ἀκολουθία ἑορτῆς τῆς «Μεταστάσεως» (Transitus). Γνωρίζουμε ὅτι o πάπας Ἀδριανὸς ἐγκαινίασε τὴν ἑορτὴ στὸ ναὸ τῆς «Ἁγίας Μαρίας τῆς Μείζονος» στὴ Ρώμη.
 
Στὴν αἰγυπτιακὴ Ἐκκλησία φαίνεται ὅτι κατὰ τὸν 5ο αἰ. ἐμφανίζεται ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἐξ ἐπιδράσεως τῶν Ἱεροσολύμων. […]
 
Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν: «Οἱ Θεομητορικές Ἑορτές στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας», ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002, σελ. 119-134.

Πηγή: blogs.sch.gr/kantonopou

Τρίτη 19 Απριλίου 2016

Η κάνδηλα της Πορταϊτισσας αντίδοτο δηλητηρίου!


Στη σεβάσμια μονή των Ιβήρων, κατά την ετήσια αγρυπνία της πανήγυρης της σεπτής εικόνας της Παναγίας Πορταΐτισσας (15 Αυγούστου), είχε κληθεί να ψάλει ο περίφημος Ρουμάνος μουσικός και καλλίφωνος Νεκτάριος, ο λεγόμενος Βλάχος.
 
Η μονή, για να τιμήσει τον επισκέπτη, όπως ήταν συνήθεια, του παραχώρησε το δεξιό αναλόγιο. Αυτό δεν άρεσε στους ψάλτες της μονής, οι οποίοι ήθελαν να επιδείξουν τη μουσική τους κατάρτιση και τις ψαλτικές τους ικανότητες. Γι' αυτό δυσαρεστήθηκαν. Παρακινούμενοι από φθόνο του διαβόλου, σκέφτηκαν την εξόντωση του Ρουμάνου ψάλτου. Έτσι, κάποιος από αυτούς, έριξε δηλητήριο στο ποτό του.

Ο ευλογημένος αυτός μοναχός Νεκτάριος, μόλις αισθάνθηκε τους πρώτους πόνους από την επίδραση του δηλητηρίου, αντελήφθη τι είχε συμβεί. Οπλισμένος με ακράδαντη πίστη στο Θεό και την εορτάζουσα Παναγία Πορταΐτισσα, αμέσως έτρεξε στη θαυματοποιό Παναγία, πήρε το κανδήλι Της και ήπιε ολόκληρο το περιεχόμενό του και με πολύ πόνο ψυχής είπε: «Παναγία μου, σώσε με. Με δηλητηρίασαν».

Η ταχεία αντίληψη και έτοιμη βοηθός και ιατρός των νοσούντων, Κυρία Θεοτόκος, άκουσε τον πιστό δούλο Της, προσέτρεξε και τον θεράπευσε. Ο ίδιος αργότερα ομολογούσε: «Ποτέ δεν έψαλα τόσο καλά στην Παναγία, με τόσο καθαρό λαρύγγι και ψυχική διάθεση, καθώς την τραγική εκείνη αγρυπνία της σώτειράς μου Παναγίας Πορταΐτισσας»

 
Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Είναι σωστό το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς»;

http://www.nocomments.gr/wp-content/uploads/2012/08/Ekatontapyliani.jpg

Υπεραγία Θεοτόκε Μαρία, σώσον ημάς τους αμαρτωλούς.
 
Αρχιμανδρίτου Επιφανίου Θεοδωροπούλου

Φίλος Ιερεύς, συναντήσας μοι προ ολίγων ημερών, με ηρώτησε: «Δεν νομίζεις, αδελφέ, ότι το εν ταις ιεραίς Ακολουθίαις ημών λεγόμενον «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», δεν είνε ορθόν και πρέπει να αποβληθή ή, μάλλον ειπείν, να αντικατασταθή ολοκληρωτικώς διά του «Υπεραγία Θεοτόκε, πρέσβευε υπέρ ημών»; Το δεύτερον τούτο είνε νοητόν, εφ’ όσον η Αγία ημών Εκκλησία δέχεται την επίκλησιν της πρεσβείας των Αγίων, αλλά το πρώτον; Τις δύναται να σώση πλην του Κυρίου; Αυτός μόνος δεν είνε, όστις «σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών»; (Ματθ. α’, 21). Δεν είνε αλήθεια αναντίρρητος, ότι «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία, ουδέ γαρ όνομά εστιν έτερον υπό τον ουρανόν, το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς»; (Πράξ. δ’ 12). Πώς λοιπόν καλούμεν την Θεοτόκον ίνα σώση ημάς, ενώ η σωτηρία είνε αποκλειστική ιδιοκτησία και αποκλειστικόν δικαίωμα του ενανθρωπήσαντος Λόγου;»

Επειδή την γνώμην αυτήν θα έχωσιν ασφαλώς και άλλοι, ενόμισα σκόπιμον, όπως, τα όσα είπον εις τον ευλαβή εκείνον Ιερέα, επαναλάβω από των στηλών της αγαπητής «Ενορίας» προς διαφώτισιν των αγνοούντων και, πιθανώς, σκανδαλιζομένων αδελφών. Λοιπόν:

Το ρήμα σώζω, γενικώς μεν ειπείν, σημαίνει διατηρώ, διασώζω, διαφυλάσσω, απαλλάσσω, «γλυτώνω» τινά εκ τίνος κακού, κινδύνου κ.τ.λ.. Ειδικώτερον δ’ εν τη Χριστιανική Οικονομία σημαίνει απαλλάσσω τινά από της ανηκούσης αυτώ τιμωρίας, παρέχω αυτώ άφεσιν αμαρτιών, αίρω την μεταξύ αυτού και του Ουρανού διάστασιν και αποκαθίστημι αυτόν εις το αρχαίον αξίωμα, ήτοι αναδεικνύω αυτόν πάλιν υιόν Θεού και πολίτην της θείας Αυτού Βασιλείας.

Τούτα δε πάντα παρέχει ημίν όντως μόνον ο Κύριος Ιησούς. Ουδείς έτερος πλην Αυτού δύναται να παράσχη ημίν άφεσιν και αποκαταλλαγήν και υιοθεσίαν και Βασιλείας κλήρον. Αυτά απέρρευσαν εκ της σταυρικής θυσίας του Γολγοθά, χορηγούνται δ’ ενί εκάστω εξ ημών υπό του Κυρίου μέσω των υπ’ Αυτού συσταθέντων θείων της Εκκλησίας Μυστηρίων. Συνεπώς μόνος ο Κύριος σώζει, μόνος Αυτός είνε η πηγή της σωτηρίας ημών, μόνος Αυτός εγένετο εις ημάς «αίτιος σωτηρίας αιωνίου» (Εβρ. ε’ 9).

Αλλά πάσαι αι λέξεις, πλήν της κυρίας αυτών σημασίας, έχουσιν, ή δύνανται να έχωσι, και άλλας, δευτερευούσας και καταχρηστικάς. Του κανόνος δε τούτου δεν αποτελεί εξαίρεσιν το ρήμα σώζω. Έχει και αυτό, προς τη κυρία αυτού σημασία, και ετέραν, δευτερεύουσαν και καταχρηστικήν. Και εν μεν τη πρώτη περιπτώσει, σημαίνει ότι ο σώζων παρέχει αυτός την σωτηρίαν, ότι ενεργεί ipso jure, δηλ. ιδία εξουσία και δυνάμει και ιδίω δικαιώματι.

Εν τη σημασία δε ταύτη, μόνον υπό ή περί του Κυρίου δύναται να λέγηται το ρήμα. Εν τη δευτέρα όμως περιπτώσει, σημαίνει ουχί ότι παρέχει τις eo ipso την σωτηρίαν, αλλ’ απλώς ότι οδηγεί εις αυτήν, ότι συνεργεί εις αυτήν, ότι γίνεται όργανον σωτηρίας· ότι γίνεται όργανον σωτηρίας ουχί διά της παροχής της σωτηρίας, αλλά διά της υποδείξεως του παρέχοντος ταύτην, Όστις δεν είνε άλλος ειμή ο Σταυρωθείς και Αναστάς Ιησούς. Αιτία και πηγή της σωτηρίας είνε μόνον ο Κύριος Ιησούς· όργανον όμως και συνεργός δύναται να αναδειχθή πας πιστός. Όταν λοιπόν το σώζω λέγηται υπό ή περί ανθρώπου τινός, και κείται εν χρόνος της Ενεργητικής Φωνής, δεν θα εννοώμεν ότι ο άνθρωπος ούτος παρέχει αφ’ εαυτού την σωτηρίαν, ότι είνε πραγματικός σωτήρ και λυτρωτής και καταργεί ή υποκαθίστησι τον μοναδικόν Σωτήρα και Λυτρωτήν Ιησούν, αλλ’ ότι απλώς συνεργεί εις την ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ σωτηρίαν του α΄ ή β΄ αμαρτωλού, ήτοι ότι γίνεται αφορμή όπως ο αμαρτωλός πορευθή εις τον όντως Σωτήρα και λάβη παρ’ Αυτού την σωτηρίαν.

Οι τρόποι δε δι’ ών δύναται άνθρωπός τις να συνεργήση εις σωτηρίαν ετέρου, είνε πολλοί: Η θερμή υπέρ αυτού προσευχή, η χριστιανική διδασκαλία, η προσφορά θρησκευτικού τινος βιβλίου και ιδία της Αγίας Γραφής, απλή ακόμη προτροπή προς ακρόασιν ενός κηρύγματος, η παροχή βοηθείας ηθικής ή υλικής, εν γένει η επίδειξις βαθέως χριστιανικής συμπεριφοράς, πάντα ταύτα και έτερα ακόμη, δύνανται να αποτελέσωσι (και πολλάκις απετέλεσαν) τρόπους και μέσα, δι’ ων ο αμαρτωλός οδηγείται εις την εκζήτησιν της εν Χριστώ σωτηρίας.

Μη δε είπη τις, ότι κακώς διαστέλλομεν τας εννοίας του ρήματος σώζω και αυθαιρέτως υποστηρίζομεν ότι τούτο δεν σημαίνει μόνον παρέχω απ’ εμαυτού την σωτηρίαν, αλλά και οδηγώ απλώς εις την υπ’ άλλου διδομένην σωτηρίαν. Αυτή η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί ούτω (δηλ. και εν τη δευτέρα εννοία) το ρήμα. Και ιδού αι αποδείξεις:

α’) Όταν ο θείος Παύλος λέγη περί των Ιουδαίων εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν αυτού· «ει πως παραζηλώσω μου την σάρκα και σώσω τινάς εξ αυτών» (Ρωμ. ια’ 14), τι εννοεί; Ότι θα παρείχεν αυτοίς σωτηρίαν αφ’ εαυτού, ότι ήτο όντως σωτήρ και λυτρωτής, ή ότι ηγωνίζετο ίνα απλώς παρακινήση τους ομοεθνείς και οδηγήση τούτους εις τον καθημαγμένον Σταυρόν του Γολγοθα, οπόθεν και μόνον απορρέει η σωτηρία;

β’) Όταν πάλιν λέγη· «τοις πάσι γέγονα τα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώσω» (Α’ Κορ. θ’ 22), τι εννοεί; Ότι θα έσωζεν αυτούς ιδία δυνάμει και ιδίω προνομίω ή ότι απλώς θα ωδήγει αυτούς εις κατάκτησιν της εν Χριστώ σωτηρίας; Ως αιτίαν της σωτηρίας εκλαμβάνει εαυτόν ή ως απλούν όργανον και συντελεστήν;

γ’) Όταν πάλιν παραγγέλλη τω Τιμοθέω· «έπεχε σεαυτώ και τη διδασκαλία επίμενε αυτοίς· τούτο γαρ ποιών και σεαυτόν σώσεις και τους ακούοντάς σου» (Α’ Τιμ. δ’ 16), εκλαμβάνει τον Τιμόθεον ως πραγματικόν σωτήρα εαυτού και των ακροατών αυτού, ή υποδεικνύει τον τρόπον, δι’ ου ο Τιμόθεος θα συντελέση απλώς εις την κατάκτησιν της υπό Χριστού προσφερομένης σωτηρίας;

δ’) Όταν ακόμη νουθετή τον έχοντα άπιστον γυναίκα σύζυγον και την έχουσαν άπιστον άνδρα σύζυγον, όπως μη αποπέμπωσι το άπιστον μέλος (εάν τούτο «συνευδοκή οικείν μετ’ αυτών») και ερωτά· «τι γαρ οίδας, γύναι, ει τον άνδρα σώσεις; ή τι οίδας, άνερ, ει την γυναίκα σώσεις;» (A‘ Κορ. ζ’, 12-16), εκλαμβάνει αυτούς ως εν αληθεία σωτήρας, ή ως απλούς συνεργούς εις την εν Χριστώ μοναδικήν σωτηρίαν, ως απλά όργανα δυνάμενα να οδηγήσωσιν εις αυτήν;

ε) Και ο Αδελφόθεος Ιάκωβος, λέγων, ότι «ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού, σώσει ψυχήν εκ θανάτου» (Ιακ. ε’ 20), εννοεί σωτηρίαν εξ ανθρώπου προερχομένην και υπ’ ανθρώπου παρεχομένην, ή εννοεί ότι ο άνθρωπος απλώς θα συντελέση, ώστε ο αμαρτωλός να κερδήση την εν Χριστώ σωτηρίαν και, κατά συνέπειαν, να αποφύγη τον αναμένοντα αυτόν αιώνιον θάνατον;

ς’) Και ο θείος Ιούδας, παραγγέλλων τοις πιστοίς· «ους μεν ελεείτε διακρινόμενοι, ους δε εν φόβω σώζετε εκ του πυρός αρπάζοντες» (Ιούδα 22-23), ως αιτίαν και πηγήν σωτηρίας εκλαμβάνει τους πιστούς, ή απλώς ως όργανα και συνεργούς εις την εν Χριστώ, και μόνον εν Χριστώ, σωτηρίαν των αμαρτωλών;…

Συμπέρασμα: Ουδόλως είνε απορριπτέον το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», διότι άδοντες και ψάλλοντες χείλεσί τε και καρδία τούτο, δεν ζητούμεν παρά της Αχράντου Δεσποίνης ίνα σώση ημάς ιδία δυνάμει και εξουσία και φυσικώ δικαιώματι, ως κακώς υπολαμβάνουσί τινες, αλλ’ ίνα, χρωμένη τη απείρω Αυτής μητρική παρρησία προς τον Θεόν Λόγον, εις Ον σάρκα εκ της ιδίας Αυτής σαρκός εδάνεισε, συντελέση διά των θερμών πρεσβειών Αυτής, όπως κερδήσωμεν τελικώς την εν ΧΡΙΣΤΩ σωτηρίαν και απαλλαγώμεν εκ του αθανάτου θανάτου.

Συνεπώς το «Υπεραγία Θεοτόκε, πρέσβευε υπέρ ημών» και το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς» κατ’ ουσίαν ουδόλως διαφέρουσι. Διότι, εν μεν τω πρώτω αι πρεσβείαι της Θεοτόκου, ας επικαλούμεθα, δεν αναφέρονται εις άλλο τι ειμή εις την ευόδωσιν της εν Χριστώ σωτηρίας ημών εν δε τω δευτέρω, το «σώσον ημάς», όπερ λέγομεν, δεν αναφέρεται εις άλλο τι ειμή εις τας θερμάς πρεσβείας Αυτής, δι’ ών δύναται Αυτή να συντελέση εις την ευόδωσιν της εν Χριστώ πάλιν σωτηρίας ημών.

«ΕΝΟΡΙΑ», φύλλον 253, 1.5.1958.

(Από το βιβλίο “Αρθρα Μελέται Επιστολαί” του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου)

Πηγή: alopsis.gr
 

(Σχόλιο Εγκολπίου: Πολλοί Ευαγγελικοί, Πεντηκοστιανοί και άλλοι του χώρου των Διαμαρτυρομένων κάνουν αυτήν την ερώτηση και πολλοί Ορθόδοξοι λόγω αμάθειας δεν γνωρίζουν τί να απαντούν. Θεωρήσαμε σκόπιμο και ωφέλιμο να δημοσιεύσουμε την απάντηση που πρέπει να δίδει κάθε Ορθόδοξος σε αυτήν την λάθος ερώτηση, που βασίζεται σε μονομερή ερμηνεία της Γραφής.)

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Άστοχες θέσεις Γέροντος αγιορείτου.

«Εκεί που καθόταν η Παναγία βρέθηκε ο Χριστός αυτομάτως στην αγκαλιά της»- π. Ιωσήφ Βατοπαιδινός

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Η χωρίς καμιά προηγούμενη Πατερική βάση αναφορά του π. Ιωσήφ Βατοπαιδινού ότι «εκεί που καθόταν η Παναγία βρέθηκε ο Χριστός αυτομάτως στην αγκαλιά της» είναι φρόνιμο να αποσυρθεί από το διαδίκτυο, καθότι ακούονται πράματα ξένα προς την Πατερική μας Παράδοση.

Ας αρκεσθούμεν στον πλούτο, τόσον των Πατερικών Λόγων, όσον και της Υμνολογίας της Εκκλησίας μας. («Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον», «Σήμερον ο ων τίκτεται», «Η Παρθένος σήμερον, τον προαιώνιον Λόγον, εν σπηλαίω έρχεται αποτεκείν απορρήτως», «ότι ετέχθη ημίν σήμερον Σωτήρ»).

Αρκεί η περιγραφή του Ευαγγελιστού Λουκά, «Εγένετο δε εν τω είναι αυτούς εκεί, επλήσθησαν αι ημέραι του τεκείν αυτήν και έτεκεν τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη, διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι».

«Από τον πνευματικόν πατέρα μου (Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς) παρέλαβον ότι πρέπει να θέτωμεν φυλακήν τω στόματι ημών όταν ομιλούμεν περί των μυστηρίων του Χριστού» αναφέρει ο Μητροπολίτης Αθανάσιος Γέφτιτς...

Το του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «μη μεταίροντες όρια αιώνια, μηδέ υπερβαίνοντες την θείαν Παράδοσιν…», ας είναι κανών ακριβείας για τόσον σοβαρά θέματα, δια να μπορέσομεν αληθώς να ψάλλομεν, «σώσον με θεολογούντα σε». Ποία η χρεία να προβάλλεται η χωρίς καμιά προηγούμενη Πατερική βάση αναφορά του π. Ιωσήφ Βατοπαιδινού για τη Γέννηση του Χριστού; 
Πηγή: panayiotistelevantos.blogspot.gr

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Εἰς τόν Εὐαγγελισμόν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καί Ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας

 http://www.saint.gr/filesnew/01/0093/photos/evagelismos07.jpg
 
Εάν πρέπει κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή.

Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται. Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει. Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό. Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι.Όλοι συναντιούνται σ’ αυτό, στην ίδια χαρά. Όλοι ζουν και δίνουν και σ’ εμάς την ίδια ευφροσύνη:

Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργου που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ’ όλους ο Δημιουργός. Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ’ αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύουν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι φανερώνεται ότι είναι φιλάνθρωπος. Kαι θεωρεί ότι τον δοξάζουν όχι μόνο εκείνα που ο ίδιος έδωσε στους φτωχούς δούλους, αλλά κι όσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατί αν και διάλεξε από τη θεία δόξα την κένωση και καταδέχθηχε να πάρη σαν δώρο από μας την ανθρώπινη φτώχεια, ο πλούτος Του έμεινε αναλλοίωτος και μετέτρεψε πάνω του το δώρο μας σε κόσμημα και βασιλεία.

Για την κτίση πάλι -και λέγοντας κτίση εννοώ όχι μόνο την ορατή, αλλά κι εκείνη που ξεπερνά το ανθρώπινο μάτι- τι θα μπορούσε να αποτελέση μεγαλύτερη αφορμή ευφροσύνης από το γεγονός ότι βλέπει το Δημιουργό της να έρχεται μέσα της και τον Κύριο των όλων να παίρνη θέση ανάμεσα στους δούλους;
 
http://diakonima.wpengine.netdna-cdn.com/wp-content/uploads/2010/03/evangelismos-tis-theotokou-18.jpg
 
Κι αυτό όχι απογυμνώνοντας τον εαυτό Του από την εξουσία Του, αλλά προσλαμβάνοντας το δούλο, όχι αποβάλλοντας τον πλούτο, αλλά μεταδίδοντάς τον στο φτωχό, όχι ξεπέφτοντας από τα ύψη Του, αλλά εξυψώνοντας τον ταπεινό.

Αλλά χαίρει και η Παρθένος, χάρις στην οποία όλες αυτές oι δωρεές δόθηκαν στους ανθρώπους. Kαι χαίρει για πέντε λόγους.

Πριν απ’ όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί oι δωρεές δόθηκαν σ’ Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που oι δωρεές αυτές δόθηκαν σ’ όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς διά μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ’ εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους.

2. Γιατί η Παρθένος δεν είναι όπως η γη που συνετέλεσε μεν, αλλά δεν έκαμε όμως η ίδια τίποτε στη δημιουργία του ανθρώπου, που χρησιμοποιήθηκε σαν απλή ύλη από τον Δημιουργό και απλώς «έγινε» χωρίς να «πράξη» τίποτε.

Η Παρθένος πραγματοποίησε η ίδια μέσα της και πρόσφερε στο Θεό όλα εκείνα που προσείλκυσαν τον Τεχνίτη στη γη, που παρακίνησαν το δημιουργικό χέρι. Και ποια είναι αυτά; Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή από το φως καθαρώτερη, σώμα εντελώς πνευματικό, λαμπρότερο από τον ήλιο, από τον ουρανό καθαρώτερο, από τους χερουβικούς θρόνους ιερώτερο. Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρος σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής. Κτήμα του Θεού, ένωση με το Θεό που δεν χωράει σέ καμμιά ανθρώπινη σκέψη.

Ετσι, έχοντας στολίσει με τέτοιο κάλλος και το σώμα και την ψυχή Της, κατορθώνει να ελκύση επάνω της το βλέμμα του Θεού. Ανέδειξε, χάρις στη δική Της ωραιότητα, ωραία την κοινή ανθρώπινη φύση. Και κατέκτησε τον απαθή. Και έγινε άνθρωπος εξ αιτίας της Παρθένου Εκείνος που εξ αιτίας της αμαρτίας ήταν στους ανθρώπους μισητός.

3. Kαι το «μεσότοιχον της έχθρας» και ο «φραγμός» δεν είχαν για την Παρθένο καμμιά ισχύ, αλλά κάθετι που χώριζε το ανθρώπινο γένος από το Θεό σε ό,τι αφορά την ίδια είχε καταργηθή.

Έτσι και πριν από την κοινή καταλλαγή είχε συναφθή ανάμεσα στο Θεό και την Παρθένο μόνη ειρήνη. Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάσθηκε ποτέ να προσφέρη εκείνη σπονδές ειρήνης και συμφιλιώσεως, μια και στεκόταν από την αρχή στην κορυφή του χορού των φίλων. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν για τους άλλους. Και υπήρξε πριν από τον Παράκλητο, «παράκλητος υπέρ ημών προς τον Θεόν», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου, υψώνοντας προς Αυτόν για χάρη των ανθρώπων όχι τα χέρια Της, αλλά, αντί για άλλη ικεσία, την ίδια τη ζωή Της.

Κι έφθασε η αρετή μιας ψυχής να σταματήση την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων. Όπως η Κιβωτός που έσωσε τον άνθρωπο κατά το κοινό ναυάγιο της οικουμένης δεν έλαβε η ίδια μέρος στις συμφορές και διέσωσε στο γένος τη δυνατότητα να συνεχισθή, το ίδιο συνέβηκε και με την Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τη σκέψη Της τόσο άθικτη και ιερή, σαν να μην είχε αποτολμηθή ποτέ στη γη καμμιά αμαρτία, σαν να ήταν όλοι συνεπείς σ’ αυτά που έπρεπε, σαν να έμεναν όλοι ακόμα στην εστία του Παραδείσου. Ούτε καν αισθάνθηκε, πράγματι, την κακία που ξεχύθηκε σ’ όλη την γη.
 
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEg-RzMm9t48B9yv6f7RDHrsxk4k0ZKykM5ToPV5N9gI397OVs68lg5zT36IhLluA-ST9N25SXIAnHwKcJFWFAJJ5hS6APJoam4TneatDmSsIp59imqbNl5uDQa4rroklbzDloYb9v-Kt-Y/s1600/85511435_large_57458943_1270604730_5931d286432c.jpg
 
Και ο κατακλυσμός της αμαρτίας που ξαπλώθηκε παντού κι έκλεισε τον ουρανό κι άνοιξε τον Άδη κι έβαλε σε πόλεμο τους ανθρώπους με τον Θεό κι έδιωξε από τη γη τον Αγαθό, φέρνοντας στη θέση του τον Πονηρό, δεν κατάφερε ούτε στο παραμικρό να θίξη τη μακαρία Παρθένο. Αλλ’ ενώ κυριάρχησε σ’ ολόκληρη την οικουμένη κι έσεισε και συντάραξε και γκρέμισε τα πάντα, νικήθηκε από ένα μόνο λογισμό, από μια ψυχή. Και δεν νικήθηκε από την Παρθένο μόνο, αλλά χάρις σ’ αυτήν υποχώρησε η αμαρτία κι από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Αυτή ήταν η συμβολή της Παρθένου στο έργο της σωτηρίας, πριν φθάση, η ημέρα εκείνη, κατά την οποία έπρεπε ο Θεός, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο Του, να κλίνη τους ουρανούς και να κατέβη στη γη: από τη στιγμή που γεννήθηκε οικοδομούσε κατάλυμα για εκείνον, που μπορούσε να σώση τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήση ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό Της, τέτοια που να μπορή να είναι άξια γι’ Αυτόν. Έτσι τίποτε δεν βρήκε να κατηγορήση στα ανάκτορα ο βασιλιάς. Κι ακόμη περισσότερο, δεν του πρόσφερε η Παρθένος μόνο βασιλική κατοικία αξία του μεγαλείου του, αλλά του ετοίμασε από τον εαυτό της και τη βασιλική πορφύρα και τη ζώνη και, όπως λέγει ο Δαβίδ, την «ευπρέπεια», τη «δύναμη» και την ίδια τη «βασιλεία».

Όπως μια λαμπρή πολιτεία, που ξεπερνά όλες τις άλλες στο μέγεθος και την ωραιότητα, στο υψηλό ηθικό φρόνημα και στο πλήθος των κατοίκων και στον πλούτο και σε κάθε είδους δύναμη, δεν περιορίζεται μόνο στο να δεξιωθή και να φιλοξενήση απλώς το βασιλιά, αλλά γίνεται το κράτος του και αποτελεί την εξουσία του και την τιμή του και τη δύναμη και τον οπλισμό του. Έτσι και η Παρθένος, με το να δεχθή μέσα της το Θεό, με το να του δώση τη σάρκα της, έκαμε να παρουσιασθή ο Θεός μέσα στον κόσμο και να γίνη στους μεν εχθρούς συμφορά ακαταμάχητη, στους δέ φίλους σωτηρία και πηγή όλων των αγαθών.



4. Μ’ αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το ανθρώπινο γένος πριν ακόμη έρθη ο καιρός της γενικής σωτηρίας: Αλλά κι όταν ήρθε ο καιρός και παρουσιάσθηκε ο ουράνιος αγγελιοφόρος, πάλι έλαβε ενεργητικό μέρος στη σωτηρία με το γεγονός ότι πίστεψε σε ό,τι της είπε και δέχθηχε να αναλάβη τη διακονία που της ζήτησε ο Θεός. Γιατί ήταν κι αυτά απαραίτητα και χρειάζονταν οπωσδήποτε για τη σωτηρία μας. Αν η Παρθένος δεν τηρούσε αυτή τη στάση, καμμιά πια ελπίδα δεν θα απόμενε στους ανθρώπους.

Δεν ήταν βέβαια δυνατό, όπως είπα πιο πάνω, να προσβλέψη ο Θεός με ευμένεια προς το ανθρώπινο γένος και να θελήση να κατέβη στη γη, αν δεν είχε προπαρασκευασθή η Παρθένος, αν δεν υπήρχε δηλαδή εκείνος που θα την υποδεχόταν, και θα μπορούσε να διακονήση στη σωτηρία.

Κι ούτε πάλι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, αν δεν πίστευε σ’ αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να διακονήση. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι ο μεν Γαβριήλ με το «χαίρε» που είπε στην Παρθένο και με το γεγονός ότι την ονόμασε «κεχαριτωμένη» τελείωσε την αποστολή του, φανέρωσε ολόκληρο το μυστήριο. Όση όμως ώρα η Παρθένος ζητούσε να μάθη τον τρόπο, με τον οποίον θά γινόταν η κύηση, ο Θεός δεν κατερχόταν. Ενώ τη στιγμή που πείσθηκε κι αποδέχθηκε την πρόσκληση, ολόκληρο το έργο με μιας πραγματοποιήθηκε: ο Θεός πήρε επάνω Του σαν ενδυμασία τον άνθρωπο κι έγινε μητέρα του Κτίστου η Παρθένος.

Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: Ο Θεός ούτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώση την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθή η Εύα. Τον εκοιμισε κι έτσι, έχοντάς του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. Ενώ για να προχωρήση στη δημιουργία του Νέου Αδάμ εδίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της.

Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή του Υιό λέγοντας: «ποιήσωμεν άνθρωπο». Όταν όμως χρειάσθηκε να «εισαγάγη τον πρωτότοκον»-αυτόν τον «θαυμαστόν Σύμβουλον» -»εις την οικουμένην», όπως λέγει ο Παύλος, και να πλάση τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφασή του αυτή συνεργάτη την Παρθένο. Έτσι τη μεγάλη εκείνη «βουλή» του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Ησαΐας, την ανήγγειλε ο Θεός και την επεκύρωσε η Παρθένος. Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν έργο όχι μόνο του Πατρός, που «ευδόκησε», και της Δυνάμεώς του, που «επεσκίασε», και του Πνεύματος, που «επεδήμησε», αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Γιατί, όπως χωρίς εκείνους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξη και να προσφερθή στους ανθρώπους η απόφαση για τη σάρκωση του Λόγου, έτσι χωρίς την προσφορά της θελήσεως και της πίστεως της Πανάγνου ήταν άδύνατη η πραγματοποίηση της θείας βουλής.

5. Αφού λοιπόν μ’ αυτόν τον τρόπο την καθοδήγησε και την έπεισε ο Θεός, την κάνει στη συνέχεια μητέρα του. Έτσι δανείζεται τη σάρκα από έναν άνθρωπο που και θέλει να τη δανείση και ξέρει γιατί το κάνει. Γιατί έπρεπε να συμβή στην Παρθένο ό,τι συνέβηκε και στον ίδιο.

Όπως Αυτός ήθελε και «συνελήφθη», έτσι κι εκείνη έπρεπε να κυοφορήση και να γίνη μητέρα του όχι αναγκαστικά, αλλά μ’ όλη την ελεύθερη θέλησή της. Γιατί έπρεπε ακόμη -πράγμα πολύ σημαντικώτερο- όχι μόνο να συντελέση στην oικovoμία της σωτηρίας σαν κάτι το ετεροκίνητο, που απλώς χρησιμοποιήθηκε, αλλά να προσφέρη η ίδια τον εαυτό Της και να γίνη συνεργάτης του Θεού στη φροντίδα για το ανθρώπινο γένος έτσι, ώστε νάχη μ’ Αυτόν μερίδιο και να είναι κοινωνός και στη δόξα που προέρχεται από αυτή τη φιλανθρωπία.

Έπειτα, αφού ο Σωτήρας δεν ήταν άνθρωπος και υιός ανθρώπου εξ αιτίας μόνο της σάρκας, αλλ’ είχε καί ψυχή και νου και θέληση και κάθετι το ανθρώπινο, ήταν ανάγκη να έχη και μητέρα τελεία, που θα υπηρετούσε στη γέννησή Του όχι μόνο με τη φύση του σώματος, αλλά και με το νου και τη θέληση και με όλη την ύπαρξή της: να είναι μητέρα και κατά τη σάρκα και κατά την ψυχή, να εισαγάγη ολόκληρο τον άνθρωπο στην απόρρητη γέννηση.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πριν η Παρθένος θέση τον εαυτό της στην υπηρεσία του θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει και εύχεται την πραγματοποίησή του. Αλλά αυτό έγινε και επειδή ο Θεός ήθελε να κάμη με αυτό τον τρόπο φανερή την αρετή της Παρθένου.

Πόσο δηλαδή μεγάλη ήταν η πίστη της και πόσο υψηλό το φρόνημά της, ποια η ακεραιότης του νου και ποιο το μεγαλείο της ψυχής της, πράγματα που φανερώθηκαν με το γεγονός ότι η Παρθένος παραδέχθηκε και πίστεψε τον παράδοξο λόγο του Αγγέλου: ότι δηλαδή επρόκειτο να έρθη αληθινά ο Θεός στη γη και να φροντίση προσωπικά ο ίδιος για τη σωτηρία μας και ότι αυτή θα είναι ικανή να διακονήση συμμετέχοντας ενεργητικά σ’ αυτό το έργο. 
 
http://www.oramaworld.com/images/byzantine_icons/wooden/the-annunciation-nazarene-art-icon-p_18_300.jpg
 
Το γεγονός δηλαδή ότι πρώτα ζήτησε εξηγήσεις και πείσθηκε, είναι λαμπρή απόδειξη του ότι γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της και δεν έβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, άξιο να το επιθυμήση.

Εξάλλου το ότι ο Θεός θέλησε να φανερώση την αρετή της είναι ισχυρή απόδειξη του ότι η Παρθένος γνώριζε πολύ καλά το μέγεθος της θείας αγαθότητος και φιλανθρωπίας. Και μόνον φαίνεται ότι χάριν αυτού ακριβώς δεν μυήθηκε κατά τρόπο άμεσο από τον ίδιο τον Θεό, για να αποκαλυφθή δηλαδή πλήρως ότι η πίστη με την οποία ζούσε κοντά στο Θεό ήταν αυτοπροαίρετη εκδήλωσή Της και να μη θεωρηθούν όλα σαν αποτελέσματα της δυνάμεως τού πείθοντος Θεού. Γιατί όπως ακριβώς εκείνοι από τους πιστούς που δεν είδαν και επίστευσαν είναι πια μακάριοι από όσους απαιτούν να δουν, έτσι κι αυτοί που έχουν πιστεύσει στα μηνύματα που έστειλε διά μέσου δούλων ο Δεσπότης έχουν περισσότερη φρόνηση από εκείνους πού χρειάσθηκε να τους πείση ο ίδιος. Το γεγονός πάλι ότι είχε συνείδηση πως δεν υπήρχε στην ψυχή της τίποτε το αταίριαστο προς το μυστήριο και πως τα ήθη της άρμοζαν προς αυτό τόσο πολύ, ώστε να μην κάνη μνεία καμμιάς ανθρώπινης αδυναμίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν αμφέβαλε για το πώς θά συμβούν όλα αυτά και δεν συζήτησε καθόλου για τους τρόπους που θα την οδηγούσαν στην καθαρότητα, ούτε είχε ανάγκη από μυσταγωγό, όλα αυτά δεν ξέρω αν είναι πράγματα που μπορούμε να υποθέσουμε ότι ανήκουν στην κτιστή φύση.

Γιατί κι αν ακόμη ήταν Χερουβείμ ή Σεραφείμ ή κάτι πολύ καθαρώτερο από τις αγγελικές αυτές υπάρξεις, πώς θα μπορούσε να υποφέρη αυτή τη φωνή; Πώς θα νόμιζε ότι ήταν δυνατό να εκπληρώση τις επαγγελίες; Πώς θά εύρισκε δύναμη κατάλληλη γι’ αυτά τα μεγαλειώδη έργα;

Και ο Ιωάννης βέβαια, από τον οποίον «καvείς δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερος», σύμφωνα με την κρίση του ίδιου του Σωτήρα, δεν αξίωσε τον εαυτό του ούτε τα υποδήματα Εκείνου να αγγίξη, κι αυτό καίτοι ο Κύριος εμφανιζόταν με την πτωχή ανθρώπινη φύση. Ενώ η Πανάμωμη τον ίδιο τον λόγο του Πατρός, την ίδια την υπόσταση του Θεού, και πριν ακόμη κενωθή, πήρε το θάρρος να φέρη μέσα στα σπλάχνα της. «Τις ειμί εγώ και τις ο οίκος του πατρός μου; Και εν εμοί, Κύριε, σώσεις τον Ισραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεί κανείς ν’ ακούση από τους δικαίους, μολονότι καλούνται σε έργα πολλές φορές κι’ από πολλούς πραγματοποιημένα.

Ενώ τη μακαρία Παρθένο ο Άγγελος την κάλεσε να πραγματοποιήση κάτι το εντελώς ασυνήθιστο, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, που ξεπερνούσε τη λογική κατανόηση. Γιατί στ’ αλήθεια τι μικρότερο της ζητήθηκε από το να ανυψώση τη γη στον ουρανό, από το να μετακινήση και να αλλάξη, χρησιμοποιώντας σαν μέσο τον εαυτό Της, το σύμπαν; Kι όμως δεν ταράχθηκε ο λογισμός Της ούτε θεώρησε ότι δεν άξιζε γι’ αυτό το έργο. Αλλά όπως σε τίποτε δεν ενοχλούνται τα μάτια, όταν πλησιάζη το φως, κι όπως δεν είναι παράξενο να ισχυρισθή κανείς ότι, μόλις ανατείλη ο ήλιος, γίνεται ημέρα, έτσι καθόλου δεν παραξενεύθηκε η Παρθένος, όταν πληροφορήθηκε ότι θα μπορέση να δεχθή και να κυοφορήση μέσα της τον αχώρητο σε όλους τους τόπους Θεό. 
 
http://www.inagiounikodimou.gr/_images/evangelistria.jpg
 
Και δεν άφησε βέβαια να περάση ανερεύνητη η προσφώνηση ούτε έπαθε τίποτε ανεξέταστα κι ούτε πάλι παρασύρθηκε από το πλήθος των εγκωμίων. Αλλά συγκέντρωσε την προσοχή της και με όλη της την ένταση εξέταζε το χαιρετισμό, ζητώντας να μάθη με ακρίβεια τόσο τον τρόπο της κυήσεως, όσο και κάθετι το σχετικό. Πέρα όμως από αυτά δεν ενδιαφέρεται καθόλου να ρωτήση αν είναι η ίδια ικανή και κατάλληλη για μια τόσο υψηλή διακονία, αν έχη αγνίσει όσο χρειάζεται το σώμα Της και την ψυχή Της. Εκπλήσσεται για τα θαυμάσια που επέρχονται στη φύση και αντιπαρέρχεται κάθετι που έχει σχέση με τη δική Της προπαρασκευή.

Γι’ αυτό ζήτησε την εξήγηση για το πρώτο από το Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο το ήξερε από τον εαυτό της. Το θάρρος προς το Θεό και την παρρησία τα εύρισκε πράγματι η Παρθένος μέσα της, αφού δεν είχε «την καρδίαν της καταγινώσκουσαν», όπως λέγει ο Ιωάννης, αλλά «συνηγορούσαν».

6. «Πώς θα γίνη αυτό;» ερωτά. Όχι γιατί έχω η ίδια ανάγκη από περισσότερη καθαρότητα και μεγαλύτερη αγιότητα, αλλά γιατί είναι νόμος της φύσεως να μην μπορούν να κυοφορήσουν όσοι, όπως εγώ, έχουν διαλέξει τη ζωή της παρθενίας. «Πώς θα γίνη αυτό, ερωτά, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;» Εγώ βέβαια, συνεχίζει, είμαι έτοιμη για την υποδοχή του Θεού. Έχω αρκετά προπαρασκευασθή. Πες μου όμως συ, αν η φύση θα συμμορφωθή και με ποιο τρόπο. Kαι τότε, μόλις ο Γαβριήλ ανακοίνωσε τον τρόπο της παράδοξης κυοφορίας λέγοντας το γνωστό: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» και τα εξήγησε όλα, η Παρθένος δεν αμφιβάλλει πλέον για το αγγελικό μήνυμα, ότι είναι μακαρία, τόσο γι’ αυτά, τα τόσο υπέροχα, στα οποία διακόνησε, όσο και γι’ αυτά στα οποία πίστεψε, ότι δηλαδή θα είναι αξία να αναλάβη αυτή τη διακονία.

Κι αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ελαφρότητος. Ήταν η φανέρωση του θαυμαστού και απόρρητου εκείνου θησαυρού, που έκρυβε μέσα της η Παρθένος, θησαυρού γεμάτου από ύψιστη σύνεση, πίστη και καθαρότητα.

Αυτό το έκανε φανερό το Πανάγιο Πνεύμα ονομάζοντας την Παρθένο μακαρία, ακριβώς επειδή αποδέχθηκε το μήνυμα και δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να πιστέψη στις ουράνιες αγγελίες.

Η μητέρα του Ιωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε η ψυχή της από το Άγιο Πνεύμα, την εμακάρισε λέγοντας: «Ας είναι μακαρία αυτή που πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν όσα της είπε ο Κύριος». Η ίδια η Παρθένος άλλωστε είχε ειπεί για τον εαυτό της απαντώντας στόν Άγγελο:

«Ιδού η δούλη Κυρίου». Γιατί είναι, στ’ αλήθεια, δούλη του Kυρίoυ αυτή που τόσο βαθιά κατανόησε το μυστήριο του ερχομού του. Αυτή που, «όταν ήρθε» ο Δεσπότης και «έκρουσε», όπως λέγει η Γραφή, άνοιξε αμέσως την οικία της ψυχής και του σώματός της και χορήγησε έτσι σ’ Εκείνον που ήταν πριν από αυτήν ά-οικος πραγματικό κατοικητήριο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Συνέβη στο σημείο αυτό κάτι παραπλήσιο μ’ εκείνο που συνέβη στον Αδάμ. Ενώ όλο το ορατό σύμπαν κτίσθηκε για χάρη δική του κι όλα τα υπόλοιπα κτίσματα είχαν βρει το καθένα τον κατάλληλο σύντροφό του, μόνο για τον Αδάμ δεν βρέθηκε, πριν από την Εύα, κατάλληλος βοηθός. Έτσι και για το Λόγο, που έφερε στην ύπαρξη τα πάντα κι όρισε για το κάθε πλάσμα του τον κατάλληλο τόπο, δεν υπήρχε κανείς τόπος και καμμιά κατοικία πριν από την Παρθένο. Η Παρθένος όμως δεν έδωσε «ύπνον τοις οφθαλμοίς ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις» ως τη στιγμή που πρόσφερε σ’ Αυτόν σκήνωμα και τόπο. 
 
https://norfid.files.wordpress.com/2012/01/catacomb-of-priscilla-eyaggelismos.jpg?w=600
 
 Η αρχαιότερη τοιογραφία της Παναγίας μας ευαγγελιζομένης από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, αριστερά όπως κοιτάτε, του 150 μετά Χριστόν!

Γιατί βέβαια τα λόγια αυτά πρέπει να τα θεωρήσουμε σαν φωνή της Πανάγνου, που την πρόφερε η γλώσσα του Δαυΐδ, μια κι αυτός ήταν ο αρχηγός της γενιάς της. Όπως ακριβώς, σύμφωνα μ’ αυτά που λέγει ο Παύλος, στο πρόσωπο του Αβραάμ, που έδωσε τη δεκάτη στο Μελχισεδέκ, έχει δώσει δεκάτη και ο Λευΐ «εν τη οσφύϊ του πατρός ών».

7. Αλλά το πιο μεγάλο και πιο παράδοξο από όλα είναι ότι, χωρίς τίποτε να ξέρη από πρίν, χωρίς καμμιά προειδοποίηση τόσο πολύ ήταν προετοιμασμένη για το μυστήριο, ώστε μόλις φάνηκε ξαφνικά ο Θεός, να είναι σε θέση να τον υποδεχθή όπως έπρεπε, με ψυχή έτοιμη και άγρυπνη και σταθερή. Κι αυτό το λόγο, που ήταν κατάλληλος και άρμοζε σ’ αυτήν, απάντησε για να γνωρίσουν όλοι oι άνθρωποι τη σωφροσύνη με την οποία έζησε πάντοτε η μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδή ήταν ανώτερη από την ανθρώπινη φύση, πόσο ήταν πρωτοφανής, πόσο ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορούσαν να καταλάβουν oι άνθρωποι,

Αυτή που άναψε μέσα στην ψυχή της τόσο σφοδρό έρωτα για το Θεό, όχι γιατί της είχαν προαγγελθή αυτά που επρόκειτο να της συμβούν προσωπικά και στα οποία αυτή μόνο θα λάβαινε μέρος, αλλά χάρις στις γενικές δωρεές που δόθηκαν ή επρόκειτο να δοθούν από τον Θεό στους ανθρώπους.

Γιατί, όπως ο Ιώβ θαυμάζεται όχι τόσο για την υπομονή που έδειξε μέσα στις συμφορές του, όσο γιατί δεν ήξερε τι επρόκειτο να του δοθή σαν αμοιβή γι’αυτό τον αγώνα της υπομονής, έτσι κι εκείνη ανέδειξε τον εαυτό της άξιο να λάβη τις δωρεές που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη λογική, χάρις σ’ αυτά που δεν εγνώριζε. Υπήρξε νυμφικός θάλαμος, χωρίς να περιμένη το Νυμφίο. Ήταν ουρανός, μολονότι αγνοούσε ότι μέσα από αυτή επρόκειτο να ανατείλη ο Ήλιος.

Τι είναι δυνατόν να εξισωθή με του νου αυτού τη μεγαλωσύνη; Και ποιά θα ήταν αν τα ήξερε όλα με σαφήνεια από πριν και είχε έτσι και της ελπίδας τα φτερά; Γιατί όμως δεν τα είχε πληροφορηθή προηγουμένως; Μήπως επειδή μ’ αυτό γίνεται φανερό ότι δεν υπήρχε άλλος χώρος στον οποίον έπρεπε να προχωρήση, αφού δεν είχε αφήσει αξεπέραστη καμμιά κορυφή αγιότητος, κι ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο όφειλε να προσθέση σ’ αυτά που είχε, ούτε ήταν δυνατόν να γίνη καλύτερη στην αρετή, αφού κατέλαβε την ίδια την κορυφή;

Γιατί, αν ήταν πραγματοποιήσιμα αυτά και υπήρχε, πέρα από όσα είχε ήδη κατορθώσει, και μια κάποια άλλη κορυφή αρετής, δεν θα την αγνοούσε η Παρθένος, αφού αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ήρθε στη ζωή, και αφού ο Θεός διδάσκει, έτσι ώστε να μπορή να τη διατρέξη και αυτή και να είναι καλύτερα προπαρασκευασμένη για τη διακονία του μυστηρίου. Διότι δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθή κανείς ότι δεν θα είχε δήθεν η Παρθένος εξ αιτίας αυτών των ελπίδων μεγαλύτερη έφεση για την αρετή, αν βέβαια ήταν ποτέ δυνατόν να συμβή αυτό. Αλλά αυτή ακριβώς η άγνοιά της την απέδειξε ακόμη καλύτερη, αυτην η οποία, παρ’ όλο ότι δεν υπήρχαν εκείνα που θα μπορούσαν να την ωθήσουν στην αρετή, τόσο πολύ τελειοποίησε την ψυχή της, ώστε διαλέχθηκε από το δίκαιο Θεό μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Ούτε πάλι είναι φυσικό για το Θεό να μην είχε κοσμήσει τη μητέρα του με όλα τα αγαθά και να μην την είχε πλάσει κατά τον καλύτερο και τελειότερο τρόπο.
 
http://www.imra.gr/pictures/IMAGES/evaggelismos.jpg
 
8. Με το γεγονός λοιπόν ότι είχε σιωπήσει και δεν της προείπε τίποτε από αυτά που επρόκειτο να συμβούν απoδείχθηκε ότι δεν εγνώριζε τίποτε καλύτερο ή μεγαλύτερο από όσα έβλεπε να έχη κατορθώσει η Παρθένος. Kαι από αυτό πάλι γίνεται φανερό ότι διάλεξε για μητέρα του όχι απλώς την καλύτερη ανάμεσα σ’ αυτές που υπήρχαν, αλλά τήν απόλυτα καλύτερη. Ούτε εκείνη που ταίριαζε σ’ Αυτόν περισσότερο από όλους μέσα στο ανθρώπινο γένος, αλλά αυτήν που ταίριαζε απόλυτα, έτσι ώστε να πρέπη να είναι μητέρα του.
 
Γιατί ήταν βέβαια οπωσδήποτε ανάγκη να παρουσιάση κάποτε η φύση των ανθρώπων τον εαυτό της κατάλληλο για το έργο εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε. Να φέρη δηλαδή στη ζωή κάποιον άνθρωπο που να μπορή να διακονήση άξια στο σκοπό του Δημιουργού. Εμείς βέβαια δεν δυσκολευόμαστε να παραβιάζουμε το σκοπό για τον οποίον κατασκευάσθηκαν τα διάφορα εργαλεία χρησιμοποιώντας τα άλλοτε στη μια κι άλλοτε στην άλλη τέχνη. Ο Δημιουργός όμως δεν έδωκε στην ανθρώπινη φύση ένα προορισμό στην αρχή και μετά τον άλλαξε.

Από την πρώτη στιγμή την έπλασε τέτοια, ώστε, όταν θα χρειαζόταν να γεννηθή, να πάρη από αυτή τη μητέρα. Κι αφού έδωκε πρώτα αυτόν το προορισμό στην ανθρώπινη φύση, έπλασε στη συνέχεια τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας για κανόνα αυτή τη σαφή χρησιμότητα. Ηταν επομένως ανάγκη να υπάρξη κάποτε ένας άνθρωπος που να μπορή να εκπληρώση αυτόν το σκοπό. Γιατί βέβαια ούτε επιτρέπεται να μη θεωρήσουμε σαν σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου τον καλύτερο από όλους, εκείνον που προξενεί στον Τεχνίτη τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα, ούτε πάλι είναι δυνατό να νομίσουμε ότι μπορεί κατά οποιονδήποτε τρόπο να αποτύχη ο Θεός σ’ αυτά που δημιουργεί. Αυτό βέβαια αποκλείεται, αφού ακόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οι υποδηματοποιοί κατορθώνον να φτιάχνουν τα έργα τους πάντοτε σύμφωνα προς το σκοπό που θέλουν, αν κι αυτοί δεν εξουσιάζουν εντελώς την ύλη.

Kαι μολονότι το υλικό που χρησιμοποιούν δεν τους υπακούει πάντοτε, μολονότι μερικές φορές τους εναντιώνεται, αυτοί κατορθώνουν με την τέχνη τους να το υποτάξουν και να το σύρουν προς το σκοπό τους. Άν λοιπόν το κατορθώνουν αυτοί, πόσο φυσικώτερο είναι να το επιτύχη ο Θεός, που δεν είναι απλώς ο κυρίαρχος της ύλης, αλλά και ο δημιουργός της, που, όταν τη δημιούργησε, ήξερε πώς θα την χρησιμοποιήση. Τι λοιπόν θα εμπόδιζε να είναι η ανθρώπινη φύση σε όλα σύμφωνη προς το σκοπό για τον οποίον δημιουργήθηκε; Ο Θεός είναι αυτός που κυβερνά την οικονομία. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο έργο Του, το κατ’ εξοχήν έργο των χειρών Του. Και την πραγματοποίησή του δεν την εμπιστεύθηκε σε κανέναν άνθρωπο ή Άγγελο, αλλά την κράτησε ο ίδιος για τον εαυτό Του. Δεν είναι λοιπόν λογικό να φρόντισε ο Θεός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τεχνίτη, να τηρήση κατά τη δημιουργία τους κανόνες που έπρεπε; Και μάλιστα, όταν δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε, αλλά για το καλύτερο από τα δημιουργήματά του; Σε ποιον δε άλλον από όλους θα έδινε ο Θεός αυτό που χρειαζόταν, αν όχι στον εαυτόν του; Και πράγματι ο Παύλος ζητεί από τον Επίσκοπο να προσπαθή πριν από τις φροντίδες για το κοινό καλό να διευθετή σωστά ό,τι έχει σχέση με τον εαυτό του και τον οίκο του.
 
http://www.porphyrios.gr/files/jpg/%CE%95%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CF%82/%CE%86%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BD%20%CE%8C%CF%81%CE%BF%CF%82/%CE%9A%CE%B1%CF%81%CF%85%CE%AD%CF%82/%CE%A0%CE%B1%CF%87%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%B9/%CE%A6%CE%BF%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%82/%CE%94%CE%B5%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82%20%CE%95%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AD%CF%82/%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82%20%CF%84%CE%B7%CF%82%20%CE%98%CE%B5%CE%BF%CF%84%CF%8C%CE%BA%CE%BF%CF%85.jpg
 
9. Έχει καλώς. Όταν λοιπόν όλα αυτά συνέβηκε να βρεθούν μαζί: ο δικαιότατος κυβερνήτης του σύμπαντος, ο καταλληλότατος διάκονος του σχεδίου του Θεού, το καλύτερο από όλα τα έργα του Δημιουργού όλων των αιώνων, πώς ήταν δυνατόν να μην είναι εδώ κάθετι που έπρεπε;

Γιατί ήταν βέβαια άνάγκη να διατηρηθή η αρμονία και η απόλυτη συμφωνία σε όλα τα σημεία και τίποτε το αταίριαστο να μην υπάρξη στο μεγάλο και θαυμαστό αυτό έργο. Γιατί ο Θεός είναι ο κατ’ εξοχήν δίκαιος. Αυτός που δημιούργησε τα πάντα όπως έπρεπε και τα «ζυγίζει όλα στη ζυγαριά της δικαιοσύνης Του».

Σαν απάντηση λοιπόν σ’ όλα αυτά, που ζητούσε η δικαιοσύνη του Θεού, η Παρθένος, μόνη γι’ αύτό κατάλληλη, πρόσφερε τον Υιό της. Κι έγινε μητέρα εκείνου, του οποίου ήταν κατά πάντα δίκαιo να είναι μητέρα. Κι αν λοιπόν καμμιά άλλη ωφέλεια δεν επρόκειτο να προέλθη από το γεγονός ότι έγινε ο Θεός υιός ανθρώπου, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το ότι ήταν κατά πάντα δίκαιο να γίνη η Παρθένος μητέρα του Θεού, έφθανε για να προκαλέση τη σάρκωση του Λόγου. Kαι πως ακόμη το γεγονός ότι ο Θεός δεν ήταν δυνατόν παρά να αποδώση στο κάθε πλάσμα Του εκείνο που του άρμοζε, να ενεργή δηλαδή πάντοτε με δικαιοσύνη, ήταν αρκετή αιτία για να προκαλέση αυτόν τον καινούργιο τρόπο υπάρξεως των δύο φύσεων.

Γιατί, αν η Πανάμωμη τήρησε όλα εκείνα που είχε υποχρέωση να τηρήση, αν αποδείχθηκε άνθρωπος τόσο ευγνώμων και δεν παρέλειψε τίποτε απ’ όσα του χρωστούσε, πως είναι δυνατόν να μη φερόταν εξίσου δίκαια και ο Θεός; Αν η Παρθένος δεν παρέλειψε τίποτε από αυτά που μπορούν να αναδείξουν τη μητέρα του Θεού και Τον αγάπησε με τόσο σφοδρό έρωτα, θα ήταν βέβαια εντελώς απίθανο να μη θεωρήση ο Θεός υποχρέωσή του να της δώση ισάξια αμοιβή, να γίνη υιός της.

Γιατί πάλι, αν δίνη ο Θεός στους πονηρούς άρχοντα σύμφωνα με την επιθυμία τους, πώς δεν θα έπαιρνε για μητέρα του αυτή που αποδείχθηκε κατά πάντα σύμφωνη με την δική του επιθυμία; Τόσο πολύ πράγματι ήταν συγγενικό και ταιριαστό στη μακαρία αυτό το δώρο. Γι’ αυτό, όταν της είπε με σαφήνεια ο Γαβριήλ ότι θα γεννήση τον ίδιο τον Θεό -γιατί αυτό φανέρωσε λέγοντας ότι αυτός που θά γεννηθή «βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»- η Παρθένος δέχθηκε την είδηση με χαρά, σαν να άκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο ούτε αταίριαστο προς αυτά που συνήθως συμβαίνουν. Κι έτσι με γλώσσα μακαρία, με ψυχή καθαρή από ανησυχίες, με σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ιδού η δούλη Κυρίου, είπε, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

10. Αυτά είπε κι αμέσως όλα πραγματοποιήθηκαν. «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Έτσι, μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στο Θεό, δέχεται αμέσως από αυτόν το Πνεύμα, που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Ήταν λοιπόν η φωνή της «φωνή δυνάμεως», όπως είπε ο Δαυΐδ. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. Και κτίζεται με την φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε ο Θεός «γεννηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φώς κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ω φωνή ιερή! Ω λόγια που κατορθώσατε τέτοιο μεγαλείο! Ω γλώσσα ευλογημένη, που ανακάλεσες μεμιάς από την εξορία ολόκληρη την οικουμένη! Ω θησαυρέ ψυχής αγνής, που με τα λίγα λόγια της σκόρπισε σε μας τέτοια αφθονία αγαθών!

Γιατί αυτά τα λόγια μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό κι άδειασαν τον Άδη ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους. Εκαμαν να κατοικηθή από ανθρώπους ο ουρανός και φέρνοντας τόσο κοντά τους Αγγέλους στους ανθρώπους συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ’ ένα μοναδικό χορό γύρω από αυτόν που είναι ταυτόχρονα και τα δυο, αυτόν που, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος.
 
Γι’ αυτά Σου τα λόγια ποια ευχαριστία θα ήταν άξια να Σου προσφερθή από μας; Πώς να σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτε αντάξιό σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα, ενώ Σύ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές. Αν λοιπόν χρειάζεται να Σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι έργο Αγγέλων, νου χερουβικου, πύρινης γλώσσας. Γι’αυτό κι εμείς, αφου θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά τη δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας τη σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή. Kαι καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ, τιμώντας έτσι και την ίδια μας την ομιλία: «Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου»!
 
Αλλά δώσε, Παρθένε, όχι μόνο να μιλάμε για όσα φέρνουν τιμή και δόξα σ’ Αυτόν και σ’ Εσένα που τον εγέννησες, αλλά και να τα εφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδή να γίνουμε κι εμείς οικητήρια δικά Του γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει η δόξα εις τους αιώνες. Αμήν.

Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ (Τρείς Θεομητορικές Ομιλίες), κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας, Σειρά «Επί τας Πηγάς», εκδ. Αποστολικής Διακονίας ©, Αθήνα 1995.

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες