Τα λαϊκά δικαστήρια που συστάθηκαν αμέσως μετά την «Οκτωβριανή Επανάσταση» δεν άργησαν να προσδιορίσουν και να στοχοποιήσουν ως τέτοιους τους τραπεζίτες, τους εμπόρους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους φύλακες της τσαρικής περιόδου και γενικά κάθε άτομο που έδινε την εντύπωση του «ύποπτου», τους οποίους και καταδίκαζαν αυθαίρετα σε ποινές φυλάκισης, καταναγκαστικά έργα και σε θανατική ποινή.
Μέχρι το τέλος του εμφυλίου πολέμου, είχαν διαμορφωθεί δύο συστήματα φυλακών: Το Κομισαριάτο Δικαιοσύνης και αργότερα Κομισαριάτο Εσωτερικών ήταν υπεύθυνο για τις φυλακές, στις οποίες είχαν εγκλειστεί οι «ποινικοί» εγκληματίες. Η Τσεκά που μετέπειτα μετονομάσθηκε σε GPU, OGPU, NKVD και KGB ήλεγχε τα «ειδικά» ή «έκτακτα» στρατόπεδα, στα οποία φυλακίζονταν οι «πολιτικοί κρατούμενοι». Στις «ειδικές» φυλακές δεν κρατούνταν μόνο οι «αντιδραστικοί», αλλά και αναρχικοί, στελέχη αριστερών κομμάτων και κινημάτων, όπως οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες, οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στην «επανάσταση», αλλά μετά την επικράτησή της δεν τάχθηκαν με το μέρος του Λένιν. Οι συγκεκριμένοι κρατούμενοι οργάνωναν : διαμαρτυρίες και απεργίες πείνας, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, είχαν διασυνδέσεις στο εξωτερικό με «συγγενείς» ιδεολογικά ομάδες, τις οποίες ενημέρωναν για την άθλια κατάσταση των φυλακών και δέχονταν τις επισκέψεις του Ερυθρού Σταυρού Πολιτικών Κρατούμενων.
Η Τσεκά ήταν αδύνατο να ελέγξει τις εξεγέρσεις των «σοσιαλιστών» και των άλλων απείθαρχων κρατούμενων, που κρατούνταν στις πτέρυγες των φυλακών της Μόσχας. Γι’ αυτό, την Άνοιξη του 1923, αποφάσισε να τους μεταφέρει στα νησιά Σολοβέτσκι στην Λευκή Θάλασσα, όπου υπήρχε ένα μοναστικό συγκρότημα, που και στο παρελθόν είχε χρησιμοποιηθεί ως φυλακή για τους αντιπάλους των Τσάρων. Στα «βόρεια στρατόπεδα ειδικής σημασίας», γνωστά ως SLON, αρχικά οι «αντιδραστικοί» ιερείς και οι «σοσιαλιστές» κρατούμενοι δεν εργάζονταν και είχαν καταφέρει να διατηρήσουν αρκετά «προνόμια». Ζούσαν μακριά από τους υπόλοιπους κρατούμενους, οι οποίοι αντίθετα υποβάλλονταν σε σκληρά και άσκοπα βασανιστήρια από τους σαδιστές φρουρούς τους ή εκτελούνταν, όταν κρίνονταν ύποπτοι για υποκίνηση εξέγερσης ή πέθαιναν από τις επιδημίες τύφου και λιμού.
Ο αρχιτέκτονας των Γκουλάγκ
Μετά την εφαρμογή του συστήματος Φρένκελ έπαυσε πλέον ο διαχωρισμός μεταξύ ποινικών και πολιτικών κρατούμενων. Η «ειδική» μεταχείριση των σοσιαλιστών στο Σολοβέτσκ που δεν εργάζονταν αλλά λάμβαναν μεγάλες μερίδες τροφής, προκάλεσε την αντίδραση των σοβιετικών αρχών, oι οποίες αποφάσισαν να τερματίσουν το προνομιακό καθεστώς κράτησής τους. Το 1925 τους απομάκρυναν από το μοναστήρι του Σαβατίεβο στo νησί και τους μετέφεραν σε μακρινές κλειστές φυλακές στην Κεντρική Ρωσία, όπου αντιμετώπισαν χειρότερες συνθήκες διαβίωσης.
Κατά τη διάρκεια των ετών 1937-1945 ο Frenkel ήταν ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Κατασκευής Σιδηροδρόμων.
Στις 28 Απριλίου 1947, ο Frenkel σταμάτησε για λόγους υγείας και του απονεμήθηκε σύνταξη. Πέθανε το 1960 στην Μόσχα.
Σταδιακά, από το καλοκαίρι του 1954 μέχρι την άνοιξη του 1956 αποφυλακίσθηκαν οι κρατούμενοι των στρατοπέδων του Γκουλάγκ. Όμως, η πλήρης κοινωνική αποκατάστασή τους, που περιλάμβανε την εξεύρεση εργασίας και στέγης και την εξασφάλιση σύνταξης, ήταν πολύ σπάνιο φαινόμενο και δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα ομαλής επανένταξής τους στο κοινωνικό σύνολο.
Αργότερα, η KGB, υπό την αρχηγία του μετέπειτα αρχηγού του κράτους Γιούρι Αντρόποφ, καταδίωκε όσους τάσσονταν υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων ή συμμετείχαν σε θρησκευτικές ή εθνικιστικές οργανώσεις. Τελικά, τα τέλη του 1986, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ έδωσε αμνηστία σε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους, που παρέμειναν έγκλειστοι σε φυλακές.
Επίλογος:
Η ιστορική έρευνα μέχρι και σήμερα αναλύει τα στατιστικά στοιχεία, για να υπολογίσει τους ανθρώπους που πέρασαν από τα σοβιετικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις αποικίες σωφρονιστικής εργασίας ή είχαν εκτοπιστεί στις αχανείς και έρημες εκτάσεις της Ρωσίας. Ο συνολικός αριθμός, πιθανόν να ανέρχεται σε 28.700.000. Για τους θανάτους οι ερευνητές μόνο εικασίες κάνουν. Άλλοι αναφέρουν ότι τα θύματα του σταλινισμού ανέρχονται σε 10-12.000.000, ενώ οι συγγραφείς της «Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού» τα υπολογίζουν σε
20.000.000!





























