Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλίμαξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλίμαξ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Σεπτεμβρίου 2017

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: Περί ησυχίας. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ (Περί διαφοράς και διακρίσεως ησυχιών).

Κλίμαξ"
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ
Περί ησυχίας
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
(Περί διαφοράς και διακρίσεως ησυχιών)


1. Σε κάθε επιστήμη και τέχνη, όπως το γνωρίζουν όλοι, παρατηρούνται διαφορές στις απόψεις και τις θελήσεις. Διότι δεν μπορούν όλοι να κατακτήσουν το τέλειο, είτε διότι υστερούν στον ζήλο είτε διότι στερούνται δυνάμεως. Υπάρχουν λοιπόν άνθρωποι πού εισέρχονται σ΄ αυτόν τον λιμένα ή καλύτερα το πέλαγος ή ίσως στον βυθό, επειδή δεν μπορούν να κυβερνήσουν το στόμα τους και επειδή συνήθισαν στην σωματική αργία. Και άλλοι διότι είναι ασυγκράτητοι στον θυμό και δεν μπορούν να κυβερνήσουν το στόμα τους και επειδή συνήθισαν στην σωματική αργία. Και άλλοι διότι είναι ασυγκράτητοι στον θυμό και δεν μπορούν οι ταλαίπωροι να τον συγκρατήσουν, όταν ζουν μαζί με πλήθος ανθρώπων.

Άλλοι από ιδιορρυθμία μάλλον, παρά από καθοδήγησι άλλου, νομίζοντας υπερήφανα ότι θα κατορθώσουν να το διαπλεύσουν αυτό το πέλαγος. Άλλοι επειδή δεν μπορούν να εγκρατεύωνται ζώντας μέσα σε άφθονα υλικά αγαθά. Άλλοι για να προοδεύσουν περισσότερο με την απομονωμένη αυτή ζωή. Άλλοι για να τιμωρήσουν αφανώς τον εαυτό τους για τις αμαρτίες τους. Και άλλοι για να αποκτήσουν δόξα. Υπάρχουν όμως και μερικοί άλλοι -«εί άρα και ελθών ο Υιός του ανθρώπου ευρήσει τοιούτους επί της γης» (πρβλ. Λουκ. ιη΄ 8)- οι οποίοι συνεζεύχθησαν την οσία αυτή, δηλαδή την ησυχία, από τρυφή και από δίψα της αγάπης και της γλυκύτητος του Θεού. Και δεν το έκαναν αυτό, παρά αφού προηγουμένως διεζεύχθησαν κάθε είδους ακηδία. Διότι η σχέσις με την ακηδία στην ησυχαστική ζωή υπολογίζεται ως πορνεία.
 
2. Σύμφωνα με την μικρή γνώσι πού μου εδόθηκε, σαν άσοφος αρχιτέκτων ελάξευσα κλίμακα αναβάσεως, και καθένας ησυχαστής ας βλέπη σε ποια βαθμίδα ευρίσκεται: Ξεκίνησε από ιδιορρυθμία ή για την δόξα των ανθρώπων ή για την πολυλογία του ή για τον ασυγκράτητο θυμό του ή για την πολλή του προσπάθεια ή για να εξοφλήση τις αμαρτίες του ή για να προοδεύση περισσότερο ή για να αυξήση το πύρ του θείου έρωτος; Αυτούς που ανέφερα τελευταίους θα είναι στις πρώτες βαθμίδες, και αυτούς που ανέφερα πρώτους, στις τελευταίες. Και οι επτά πρώτες βαθμίδες είναι εργασίες του παρόντος αιώνος, ο οποίος διακρίνεται για τις επτά ημέρες της εβδομάδος -άλλες εργασίες από αυτές είναι δεκτές από τον Θεόν και άλλες απαράδεκτες- ενώ η ογδόη βαθμίδα είναι φανερό ότι υποδηλώνει τον μέλλοντα αιώνα.
 
3. Να παρατηρής, ω μοναχέ ολομόναχε, τις ώρες που βγαίνουν τα θηρία, ειδεμή δεν θα κατορθώσης να στήνης τις κατάλληλες παγίδες. Εάν απομακρύνθηκε τελείως αυτή που πήρε το διαζύγιο, δηλαδή η ακηδία, είναι περιττή η εργασία. Εάν όμως ξεπροβάλλη ακόμη με θράσος, τότε δεν γνωρίζω πώς θα ασκήσω την ησυχία. Γιατί άραγε δεν ανεδείχθησαν τόσοι φωστήρες ανάμεσα στους οσίους Ταβεννησιώτες όσοι στους Σκητιώτες[3]; Ο νοών νοείτω, διότι εγώ δεν μπορώ ή μάλλον δεν θέλω να ομιλήσω. Άλλοι ζουν μέσα στον βυθό της ησυχίας ολιγοστεύοντας τα πάθη, άλλοι ψάλλοντας και τον περισσότερο καιρό «τη προσευχή προσκαρτερούντες», και άλλοι αφοσιωμένοι στην θεωρία. (Ποιοι είναι αυτοί;) Ας δοθή απάντησις, αφού ληφθή υπ΄ όψιν η διάταξις της προηγουμένης κλίμακος. Όποιος μπορεί να το δεχθή και να το κατανοήση, ας το κατανοήση με την βοήθεια του Κυρίου[4].
 
4. Υπάρχουν ράθυμες ψυχές που ζουν σε Κοινόβια, και επειδή ευρήκαν εκεί πολλές αιτίες για την ραθυμία τους, κατήντησαν σε τελεία απώλεια. Καθώς επίσης και άλλες πού με την συμβίωσι με τους υπολοίπους αδελφούς απέβαλαν την ραθυμία τους. Και αυτό δεν συνέβη μόνο στους πολύ αμελείς, αλλά πολλές φορές και στους επιμελείς, (οι οποίοι έγιναν πιο επιμελείς). Τον ίδιο κανόνα μπορούμε να χρησιμοποιήσωμε και στην ησυχαστική ζωή. Εδέχθηκε πολλούς εκλεκτούς, αλλά τους απεδοκίμασε εξ αιτίας της ιδιορρυθμίας τους και τους απέδειξε φιληδόνους. Εδέχθηκε και άλλους, τους οποίους με τον φόβο και την αγωνία για τα κρίματά τους, τους ανέδειξε αγωνιστικούς και φλογερούς.
 
5. Ας μη τολμήση κανείς να γευθή και ίχνος ακόμη της ησυχίας, εάν ενοχλήται από τον θυμό, την οίησι, την υποκρισία και την μνησικακία, μήπως το μόνο πού θα κερδήση από αυτήν είναι η παραφροσύνη. Όποιος είναι καθαρός από αυτά, αυτός θα καταλάβη το συμφέρον του, αν και νομίζω ότι ούτε αυτός θα το καταλάβη.
 
6. Τα σημάδια και τα στάδια και οι αποδείξεις αυτών που ασκούν με φρόνησι και με σύστημα την ησυχία είναι τα εξής: Νούς ακύμαντος, εξαγνισμένη σκέψις, αρπαγή προς Κύριον, αναπαράστασις των τιμωριών της κολάσεως, επιθυμία σύντομου θανάτου, προσευχή ακόρεστος, καρδία πού δεν κλέπτεται από τους δαίμονας, αφανισμός της πορνείας, άγνοια της προσπαθείας, θάνατος του κόσμου, ανορεξία της γαστριμαργίας, αιτία και αφορμή της θεολογίας, πηγή της διακρίσεως, δάκρυα κατά βούλησιν, απώλεια της πολυλογίας, και απόκτησις οιουδήποτε άλλου πράγματος στο οποίο συνήθως εναντιώνονται τα πλήθη των ανθρώπων. Εκείνων όμως πού ασκούν την ησυχία χωρίς φρόνησι και σύστημα, να ποια είναι η πτωχεία του πλούτου[5]: Αύξησις της οργής, αποθήκευσις της μνησικακίας, μείωσις της αγάπης, απόκτησις της υπερηφανείας, και κάτι άλλο πού το αποσιωπώ[6].
 
7. Επειδή εφθάσαμε στο σημείο αυτό του λόγου, είναι ανάγκη να ομιλήσωμε τώρα και γι΄ αυτούς πού ζουν ως υποτακτικοί. Άλλωστε ο λόγος μας απευθύνεται κυρίως προς αυτούς. Εκείνων λοιπόν πού έχουν συζευχθή «νομίμως και αμοιχεύτως και αμολύντως» την σεμνή και ευπρεπή υποταγή, σημάδια σύμφωνα με τους θεοφόρους Πατέρας είναι τα επόμενα, τα οποία βεβαίως τελειοποιούνται στον καιρό τους, πλήν όμως καθημερινώς παρουσιάζουν συνεχή αύξησι και πρόοδο:
 
Αύξησις της πρώτης ταπεινώσεως πού έδειχναν ως αρχάριοι, μείωσις του θυμού -πώς να μη μειωθή, εφ΄ όσον αδειάζει η ψυχή από την χολή και την πικρία του κακού;- έλλειψις του πνευματικού σκοτισμού, πρόοδος στην αγάπη, απαλλαγή από τα πάθη, λύτρωσις από το μίσος, μείωσις της λαγνείας, προερχομένη από τον αυστηρό έλεγχο, άγνοια της ακηδίας, αύξησις του ζήλου, αγάπη προς την ευσπλαγχνία και τέλος αποξένωσις από την υπερηφάνεια – κατόρθωμα πού όλοι εύχονται να το αποκτήσουν, ολίγοι όμως το αποκτούν. Όταν μία πηγή στερήται ύδατος, δεν αρμόζει να ονομάζεται πηγή. Και αυτό που θέλω να ειπώ εν συνεχεία το καταλαβαίνουν όσοι διαθέτουν νου. (Όποιος δηλαδή δεν έχει αυτιά, ματαίως ονομάζεται υποτακτικός).
 
8. Η ύπανδρος κόρη, που δεν εφύλαξε καθαρή την κοίτη του ανδρός της, εμόλυνε το σώμα της, ενώ η ψυχή που δεν ετήρησε τις υποσχέσεις της εμόλυνε το πνεύμα της. Και στην πρώτη έρχονται σαν συνέπειες: η κατηγορία, το μίσος, τα κτυπήματα, και -το χειρότερο απ΄ όλα- ο χωρισμός από τον άνδρα της. Ενώ στην δευτέρα: μολυσμοί, λήθη του θανάτου, απληστία της κοιλίας, ακράτεια των οφθαλμών, πρόοδος στην κενοδοξία, αχόρταγος ύπνος, σκληροκαρδία, αναισθησία, συσσώρευσις πονηρών λογισμών, αύξησις των συγκαταθέσεων προς αυτούς, αιχμαλωσία της καρδίας, δημιουργία ταραχών, ανυπακοή, αντιλογία, απιστία, απληροφόρητος καρδία, πολυλογία, προσπάθεια και -το χειρότερο απ΄ όλα- η παρρησία, και το ακόμα χειρότερο και πιο αξιολύπητο ή ακατάνυκτος καρδία, την οποία, αν δεν προσέξη κανείς, διαδέχεται η αναλγησία πού είναι μητέρα των δαιμόνων και των πτώσεων.
 
9. Τους ησυχαστάς τους πολεμούν οι πέντε, ενώ τους υποτακτικούς οι τρεις μόνο από τους οκτώ[7]. Εκείνος που ασκεί την ησυχία και πολεμεί ακόμη εναντίον της ακηδίας ζημιώνεται πολύ, διότι τον χρόνο της προσευχής και της θεωρίας τον ξοδεύει στον αγώνα κατά των μεθοδειών και επιθέσεών της.
 
10. Κάποτε, ενώ με είχε κυριεύσει η ραθυμία και σχεδόν εσκεπτόμουν να εγκαταλείψω το κελλί μου, με επισκέφθηκαν μερικοί άνδρες και με εμακάρισαν αρκετά ως ησυχαστή. Ο λογισμός τότε της ραθυμίας ανεχώρησε παρευθύς διωγμένος από την κενοδοξία. Και εθαύμασα πώς ο τρίβολος αυτός δαίμων αντιμάχεται όλα τα άλλα πονηρά πνεύματα!
 
11. Να παρατηρής κάθε ώρα τους ραπισμούς της συζύγου σου, δηλαδή της σαρκός σου, και τους παραρριπισμούς[8] και τις διαθέσεις και τις επιθυμίες, και πώς και προς τα πού κλίνει. Όποιος απέκτησε με την χάρι του Αγίου Πνεύματος γαλήνη, εκείνος δεν αγνοεί το ζήτημα.
 
12. Το αρχικό και πρώτο έργο της ησυχαστικής ζωής είναι η αμεριμνία για όλα τα πράγματα, και τα σημαντικά και τα ασήμαντα, διότι όποιος ανοίξη θύρα στα πρώτα, θα αρχίση οπωσδήποτε να ασχολήται και με τα δεύτερα. Δεύτερο έργο της ησυχαστικής ζωής είναι η ακούραστη προσευχή. Και τρίτο, η άσυλος εργασία της καρδίας, (το να μη βλάπτεται δηλαδή από τους περισπασμούς ή τους δαίμονας). Είναι φύσει αδύνατον σ΄ αυτόν πού δεν έμαθε γράμματα, να διαβάζη τα βιβλία. Περισσότερο όμως αδύνατον είναι σε όσους ησυχαστάς δεν απέκτησαν το πρώτο, να ασκήσουν ορθά τα δύο άλλα.
 
13. Ενώ κάποτε ασκούσα την μεσαία εργασία, (δηλαδή την συνεχή προσευχή), ευρέθηκα ανάμεσα στους μεσαίους, (δηλαδή στους Αγγέλους, οι οποίοι ευρίσκονται μεταξύ Θεού και ανθρώπων)[9]. Και ένας Άγγελος με διεφώτιζε ό,τι εδιψούσα να μάθω, αλλά πάλι είχα τις ίδιες απορίες. Ζητούσα να μάθω πώς ήταν ο Άρχων, (ο Χριστός δηλαδή), προς της ενανθρωπήσεώς Του, αλλά δεν μπορούσε να μου το διδάξη, διότι ούτε του επετρεπόταν. Τον παρακαλούσα πάλι να μου ειπή, πώς και σε ποια μορφή ευρίσκεται τώρα. Και μου απαντούσε: «Με την ίδια μορφή (την θεανθρώπινη), αλλ' όχι με την ίδια φθαρτή ανθρώπινη σάρκα». Εγώ πάλι τον ερωτούσα: «Τι σημαίνει η δεξιά του Αιτίου, (του Πατρός δηλαδή), στάσις και καθέδρα του Χριστού;» «Είναι αδύνατον, μου απαντούσε, να διδαχθή ακοή ανθρώπου αυτά τα μυστήρια». Και εγώ την ώρα αυτή του είπα να με οδηγήση εκεί όπου με είλκυε ο πόθος μου[10]. «Δεν έφθασε ακόμη η ώρα, μου είπε, διότι στερείσαι το πύρ της αφθαρσίας (το οποίο, εννοείται, θα αποκτήσης στην άλλη ζωή)». Όλα αυτά που ανέφερα, αν τα έζησα μαζί με το χώμα, (το σώμα δηλαδή), δεν γνωρίζω∙ αν πάλι χωρίς το χώμα, δεν μπορώ τίποτε να ειπώ.
 
14. Είναι πολύ δύσκολο να αποτινάξη κανείς τον μεσημβρινό ύπνο, και μάλιστα την θερινή περίοδο. Τόσο ίσως μόνο ας μη αφίνη ο ησυχαστής το εργόχειρο.
 
15. Αντελήφθηκα τον δαίμονα της ακηδίας να προπαρασκευάζη και να προετοιμάζη τον δρόμο στον δαίμονα της πορνείας. Αφού δηλαδή δημιουργήση χαύνωσι στο σώμα και το βυθίση στον ύπνο, έρχεται ο δαίμων της πορνείας και μολύνει τόσο έντονα τον ησυχαστή, με τόσο ζωντανές φαντασίες, σαν να ήταν ξυπνημένος. Εάν αντισταθής γενναία στους δαίμονας αυτούς, οπωσδήποτε θα σε πολεμήσουν σκληρά. Και τούτο, για να σε πείσουν ότι δεν κερδίζεις τίποτε, και έτσι να παύσης να αγωνίζεσαι. Τίποτε άλλο όμως δεν φανερώνει την ήττα των δαιμόνων, όσο ο σκληρός πόλεμος που κάνουν εναντίον μας.
 
16. Όταν εξέρχεσαι από το κελλί σου, φύλαγε καλά όσα έχεις συναθροίσει. Διότι, όταν ανοίγη η πόρτα, τα κλεισμένα πτηνά πετούν∙ οπότε δεν θα προέλθη κανένα όφελος από την ησυχία.
 
17. Μία μικρή τρίχα αναστατώνει τον οφθαλμό, και μία μικρή φροντίδα εξαφανίζει την ησυχία. Διότι ησυχία σημαίνει απόθεσις σκέψεων και απάρνησις σπουδαίων και αναγκαίων φροντίδων.
 
18. Όποιος κατέκτησε αληθινά την ησυχία, δεν θα φροντίση πλέον για τις υλικές του ανάγκες, διότι πιστεύει ότι ο Θεός είναι αψευδής στις υποσχέσεις Του.
 
19. Όποιος επιθυμεί να παρουσιάζη καθαρό τον νου του ενώπιον του Θεού και συγχρόνως ταράζεται από διάφορες φροντίδες, ομοιάζει με εκείνον πού έχει σφικτά δεμένα τα πόδια του, και προσπαθεί να βαδίζη γοργά.
 
20. Είναι σπάνιοι εκείνοι που εσπούδασαν και εγνώρισαν πλήρως την κατά κόσμον σοφία. Εγώ νομίζω ότι είναι σπανιώτεροι εκείνοι πού κατέχουν την κατά Θεόν ησυχαστική φιλοσοφία. Εκείνος πού δεν εγνώρισε ακόμη τον Θεόν, είναι ακατάλληλος για την ησυχία και εκτεθειμένος σε πολλούς κινδύνους. Αυτούς που είναι άπειροι τους αποπνίγει η ησυχία, διότι, εφ΄ όσον δεν έχουν γευθή τον Θεόν, ξοδεύουν τον καιρό τους σε αιχμαλωσίες, σε κλοπές (από τον διάβολο), σε ακηδίες και ρεμβασμούς.
 
21. Όποιος εγεύθηκε ολίγο το κάλλος της προσευχής, θα φύγη μακρυά από τα πλήθη των ανθρώπων, όπως ο άγριος όνος. Διότι ποιος άλλος εκτός από αυτήν απήλλαξε τον άγριον όνο από κάθε ανθρώπινη συναναστροφή; (πρβλ. Ιώβ λθ΄ 5).
 
22. Όποιος περιφέρει επάνω του τα πάθη και ζή στην έρημο με αυτά ασχολείται και αυτά προσέχει, όπως μου είπε και μου τα εδίδαξε κάποιος άγιος γέροντας -εννοώ τον Γεώργιο τον Αρσιλαΐτη[11], που και η τιμιότης σου δεν αγνοεί.
 
Αυτός κάποτε εδίδασκε και ποδηγετούσε μία απρόκοφτη ψυχή στην ησυχαστική ζωή. «Παρετήρησα -μου έλεγε- ότι το πρωί την επισκέπτονταν οι δαίμονες της κενοδοξίας και της αισχράς επιθυμίας. Το μεσημέρι, οι δαίμονες της ακηδίας, της λύπης και της οργής. Και το βράδυ, οι φιλόκοπροι και τυραννικοί δαίμονες της αθλίας κοιλίας».
 
23. Ένας υποτακτικός πού είναι πτωχός και ακτήμων, είναι ανώτερος από έναν ησυχαστή πού περισπάται σε υλικές μέριμνες.
 
24. Εκείνος που ασκεί την ησυχία με επίγνωσι και δεν βλέπει το καθημερινό της κέρδος ή δεν έγινε πραγματικός ησυχαστής ή κλέπτεται από την οίησι.
 
25. Ησυχία σημαίνει ακατάπαυση λατρεία του Θεού και παράστασις ενώπιόν Του.
 
26. Ας ενωθή η μνήμη του Ιησού με την αναπνοή σου, και τότε θα γνωρίσης την ωφέλεια της ησυχίας.
 
27. Πτώσις για τον υποτακτικό είναι η επιτέλεσις του ιδίου θελήματος, ενώ για τον ησυχαστή η απομάκρυνσις από την προσευχή.
 
28. Εάν χαίρεσαι για τις επισκέψεις πού έχεις στο κελλί σου, γνώριζε τότε ότι έχεις αφιερωμένο τον καιρό σου στην ακηδία μόνο και όχι στον Θεόν.
 
29. Υπόδειγμα της προσευχής ας σου είναι εκείνη η χήρα πού την αδικούσε ο αντίδικός της (πρβλ. Λουκ. ιη΄ 3). Και πρότυπο της ησυχίας ο μέγας και ισάγγελος ησυχαστής Αρσένιος. Εσύ πού ευρίσκεσαι στην μοναξιά, να ενθυμήσαι την ζωή και τους τρόπους του μεγάλου τούτου ησυχαστού. Και πρόσεξε ότι πολλές φορές έδιωξε μερικούς επισκέπτας, για να μη χάση το μεγαλύτερο.
 
30. Αντελήφθηκα ότι οι δαίμονες πείθουν αυτούς που περιοδεύουν άσκοπα, να επισκέπτωνται συχνότερα τους πραγματικούς ησυχαστάς, για να κατορθώσουν να τους εμποδίσουν έστω και λίγο από το έργο τους. Αυτούς να τους επισημαίνεις, αγαπητέ μου, και να μη διστάζης χάριν της ευσεβείας να λυπής τους ραθύμους. Ίσως από την λύπη αυτή να σταματήσουν τις άσκοπες περιοδείες. Πρόσεξε όμως καλά μήπως, χάριν του σκοπού που αναφέραμε, λυπήσης άδικα καμμία ψυχή που διψά και έρχεται κοντά να αντλήση νερό. Σε κάθε πράγμα σου χρειάζεται ο λύχνος (της διακρίσεως).
 
31. Οι ησυχασταί ή μάλλον όλοι οι μοναχοί πρέπει να ζουν με συνείδησι και εσωτερική συναίσθησι. Εκείνος που τρέχει (στον πνευματικό δρόμο) με πραγματική επίγνωσι, προσπαθεί να συμμορφώνωνται όλα -και οι ενέργειες και τα λόγια και οι σκέψεις και τα διαβήματα και οι κινήσεις- σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου. Αυτός αγωνίζεται με πραγματική συναίσθησι και ενώπιον του Κυρίου. Εάν όμως κλέπτεται σ΄ αυτά τα σημεία, τότε δεν άρχισε ακόμη να ζη ενάρετα.
 
32. «Θα γνωρίσω -λέγει κάποιος- με τον ήχο του ψαλτηρίου το πρόβλημά μου και το θέλημά μου» (πρβλ. Ψαλμ. μη΄ 5), διότι ήταν ακόμη ελλιπής η διάκρισις. Εγώ όμως λέγω ότι θα αναφέρω στον Θεόν με την προσευχή το θέλημά μου, και από εκεί θα περιμένω την πληροφορία.
 
33. Η πίστις είναι το πτερό της προσευχής. Εάν δεν το έχη, «πάλιν είς κόλπον μου αποστραφήσεται» (Ψαλμ. λδ΄ 13). Η πίστις είναι η αδίστακτη στάσις της ψυχής, που δεν κλονίζεται από καμμία εναντιότητα. Πιστός είναι, όχι εκείνος πού έχει την γνώμη ότι όλα είναι δυνατά στον Θεόν, αλλά εκείνος πού πιστεύει ότι θα τα επιτύχη όλα (όσα ζητεί από τον Θεόν).
 
34. Η πίστις είναι αυτή που μας προξενεί τα ανέλπιστα, και τούτο μας το απέδειξε ο ληστής. Μητέρα της πίστεως είναι ο μόχθος και η ευθεία καρδία. Η μία την κάνει αδίστακτη και ο άλλος, (ο μόχθος), την δημιουργεί. Η πίστις είναι η μητέρα των ησυχαστών, διότι, αν δεν πιστεύση κανείς προηγουμένως, πώς θα αρχίση την ησυχαστική ζωή;
 
35. Εκείνος που εδέθηκε και εκλείσθηκε στο δεσμωτήριο, φοβείται ότι θα δικασθή και θα τιμωρηθή. Και αυτός που ησυχάζει στο κελλί του, δημιουργεί μέσα του τον φόβο του Κυρίου. Δεν φοβείται το δικαστήριο ο πρώτος τόσο, όσο ο δεύτερο το βήμα του Κριτού. Ω θαυμάσιε, στην ησυχία σου πρέπει να έχης πολύ φόβο, διότι τίποτε δεν κατορθώνει να εκδιώκει τόσο πολύ την ακηδία.
 
36. Ο ένοχος κοιτάζει συνεχώς πότε θα έλθη στην φυλακή ο κριτής. Και ο πραγματικός εργάτης της ησυχίας κοιτάζει πότε θα έλθη ο Άγγελος (που τον αναγκάση να εξέλθη από το δεσμωτήριο του σώματος). Ο πρώτος φέρει ως δεσμά το φορτίο της λύπης, και ο δεύτερος την πηγή των δακρύων.
 
37. Εάν αποκτήσης την ράβδο της υπομονής, θα σταματήσουν γρήγορα οι κύνες τα αναιδή γαυγίσματά τους. Υπομονή σημαίνει κόπος και αγώνας της ψυχής πού δεν θραύεται και δεν σαλεύεται διόλου από εύλογα ή άλογα κτυπήματα και πλήγματα. Υπομονή σημαίνει αποφασιστική αναμονή καθημερινών θλίψεων. Υπομονητικός σημαίνει αγωνιστής πού δεν πίπτει, και πού με τις πτώσεις ακόμη (πού υπέστη) δημιουργεί την νίκη. Υπομονή σημαίνει εκκοπή των (αμαρτωλών) προφάσεων και προσοχή επί του εαυτού σου.
 
38. Ο εργάτης της αρετής δεν έχει ανάγκη τόσο από τροφή, όσο από υπομονή. Διότι, εάν του λείπη η πρώτη, θα λάβη στέφανο. Αν όμως του λείπη η Δευτέρα, τον περιμένει όλεθρος.
 
39. Ο υπομονητικός άνδρας απέθανε πρίν τον θέσουν στο μνήμα, διότι έκανε μνήμα το κελλί του. Την υπομονή την εγέννησε η ελπίδα και το πένθος, διότι όποιος στερείται αυτά τα δύο, γίνεται δούλος της ακηδίας.
 
40. Πρέπει να γνωρίζη ο παλαιστής του Χριστού, ποιους εχθρούς θα τους καταδιώκη από μακρυά, και ποιους θα αφίνη να παλαίουν μαζί του σώμα προς σώμα. Άλλες φορές η πάλη προξένησε στέφανο, και άλλες φορές η αποφυγή της έκανες τους παλαιστάς αδοκίμους. Αυτά όμως δεν είναι δυνατόν να διδαχθούν με λόγια, διότι δεν γινόμαστε όλοι όμοιοι στα ίδια ζητήματα και με τον ίδιο τρόπο.
 
41. Πρόσεχε άγρυπνα έναν δαίμονα, διότι και αυτός σε πολεμεί ακατάπαυστα, και όταν ίστασαι και όταν μετακινήσαι και όταν κάθεσαι και όταν κινήσαι και όταν πέφτης στο κρεββάτι και όταν προσεύχεσαι και όταν κοιμάσαι[12].
 
42. Μερικοί από αυτούς που ακολουθούν τον δρόμο της ησυχίας, ασχολούνται συνεχώς με την εφαρμογή του λόγου: «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός» (Ψαλμ. ιε΄ 8). Διότι δεν είναι ενός μόνο είδους όλοι οι άρτοι της πνευματικής τροφής του ουρανίου σίτου. Άλλοι ασχολούνται με το: «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τάς ψυχάς υμών» (Λουκ. κα΄ 19). Άλλοι με το: «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Ματθ. κς΄ 41). Άλλοι με το: «Ετοίμαζε είς την έξοδόν σου τα έργα σου» (Παρμ. κδ΄ 27). Άλλοι με το: «Εταπεινώθην και έσωσέ με» (Ψαλμ. ριδ΄ 6). Μερικοί με το: «Ούκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν» (Ρωμ. η΄ 18). Μερικοί σκέπτονται συνεχώς το: «Μήποτε αρπάση, και ού μη η ο ρυόμενος» (Ψαλμ. μθ΄ 22). Όλοι βεβαίως τρέχουν, ένας όμως από αυτούς παίρνει το βραβείο ακόπως[13].
 
43. Όποιος έχει προοδεύσει, όχι μόνο όταν είναι ξύπνιος, αλλά και όταν κοιμάται, εργάζεται. Έτσι μερικοί και στον ύπνο εξευτελίζουν τους δαίμονας πού έρχονται να τους πειράξουν, και τα ακόλαστα γύναια (που εμφανίζονται στα όνειρά τους) τα συμβουλεύουν να σωφρονισθούν.
 
44. Μη κάθεσαι και αναμένης τους διαφόρους επισκέπτες και μη κάνης καμμία προπαρασκευή, διότι όλη η κατάστασις της ησυχίας είναι απλή και ελευθέρα από δεσμεύσεις.
 
45. Κανείς από εκείνους πού θέλουν να οικοδομήσουν έναν πύργο ή ένα ησυχαστικό κελλί δεν αρχίζει το έργο του, πρίν καθήση και υπολογίση ή ερευνήση με την προσευχή, εάν έχη τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωσι του έργου. Και τούτο, μήπως μετά την κατάθεσι του θεμελίου γίνη περίγελως στους εχθρούς του και εμπόδιο στους άλλους εργάτες, (εφ΄ όσον δεν θα αποτελειώση το έργο του) (πρβλ. Λουκ. ιδ΄ 28).
 
46. Πρόσεξε καλά την γλυκύτητα πού έρχεται (στην ψυχή σου), μήπως έχει δολίως παρασκευασθή από πικρούς ή μάλλον επιβούλους ιατρούς.
 
47. Την νύκτα τον περισσότερο χρόνο να τον αφιερώνης στην προσευχή και τον ολιγώτερο στην ψαλμωδία. Την ημέρα, ανάλογα με τις δυνάμεις σου. Δεν είναι ολίγος ο φωτισμός και η συγκέντρωσις του νου που χαρίζει η ανάγνωσις, εφ΄ όσον πρόκειται για λόγια του Αγίου Πνεύματος, τα οποία οπωσδήποτε καθοδηγούν και διορθώνουν όσους τα μελετούν. Σαν εργάτης και αγωνιστής πού είσαι, να προτιμάς πρακτικά αναγνώσματα, διότι η εφαρμογή αυτών καθιστά περιττές τις άλλες αναγνώσεις.
 
48. Να επιζητής να φωτίζεσαι επάνω στους λόγους της Γραφής, που είναι λόγοι πνευματικής υγείας, με τους κόπους κυρίως παρά με τα βιβλία. Μη μελετάς βιβλία πού περιέχουν ιδέες βαθύτερες και αλληγορικές, πρίν αποκτήσης την απαραίτητη πνευματική δύναμι. Διότι πρόκειται για σκοτεινούς λόγους, οι οποίοι σκοτίζουν τους αδυνάτους.
 
49. Πολλές φορές ένα ποτήρι εφανέρωσε την ποιότητα του οίνου. Ομοίως και ένας λόγος ησυχαστού, σε εκείνους πού διαθέτουν αισθητήρια, εφανέρωσε όλη την εσωτερική του εργασία και κατάστασι.
 
50. Να έχης πάντοτε τον οφθαλμό της ψυχής σου προσηλωμένο στην οίηση και να την επιτηρής. Διότι καμμία άλλη κλοπή (του πνευματικού πλούτου) δεν είναι χειρότερη από την ιδική της κλοπή.
 
51. Εξερχόμενος από το κελλί σου να κάνης οικονομία στην χρήσι της γλώσσης, διότι αυτή γνωρίζει να διασκορπίζη γρήγορα πολλούς καμάτους.
 
52. Να ζης σε κατάστασι απεριεργείας, διότι είναι ικανή η περιέργεια να μολύνη την ησυχία, όσο τίποτε άλλο.
 
53. Στους επισκέπτας να παραθέτης μόνο ό,τι τους είναι αναγκαίο, είτε στο σώμα είτε στην ψυχή. Αν τυχόν είναι σοφώτεροι από εμάς, ας δείξωμε με την σιωπή μας την σοφία μας. Αν όμως ευρίσκωνται στο ίδιο αδελφικό επίπεδο, τότε ας ανοίξωμε ολίγο την θύρα του λόγου. Καλύτερο όμως είναι να τους θεωρούμε όλους ανωτέρους μας.
 
54. Ήθελα να απαγορεύσω τελείως το εργόχειρο και την απασχόλησι στις συνάξεις σε όσους ευρίσκονται σε νηπιακή ακόμη πνευματική κατάστασι. Αλλά με συγκράτησε το παράδειγμα εκείνου, πού όλη την νύκτα εβάσταζε άμμο στο ένδυμά του, (για να συνηθίση να αγρυπνή)[14].
 
55. Καθώς είναι αντίθετες οι διατυπώσεις του δόγματος της ενσάρκου οικονομίας του Ενός της Πανυμνήτου Τριάδος, προς τις διατυπώσεις του δόγματος αυτής της Αγίας και Ακτίστου και Προσκυνητής Τριάδος -όσα αναφέρονται στην Τριάδα σε πληθυντικό αριθμό, στον Χριστό τίθενται σε ενικό και όσα αναφέρονται στην Τριάδα σε ενικό αριθμό, στον Χριστό τίθενται σε πληθυντικό[15]- κατά παρόμοιο τρόπο άλλες είναι οι ασχολίες που αρμόζουν στην ζωή της ησυχίας και άλλες στην ζωή της υπακοής.
 
56. Ο θείος Απόστολος λέγει: «Τις έγνω νούν Κυρίου»; (Ρωμ. ια΄ 34). Και εγώ θα ειπώ: «Ποιος εγνώρισε τον νου ενός ανθρώπου ησυχαστού πού ασκεί την ησυχία πραγματικά, και με το σώμα και με το πνεύμα»;
 
Ισχύς του βασιλέως είναι ο υλικός πλούτος και το πλήθος (των υπηκόων). Ισχύς του ησυχαστού είναι το πλήθος της προσευχής.

___________________________________________________
 
Ι.Μ.Παρακλήτου
 
[3] Οι Ταβεννησιώτες αντιπροσωπεύουν την κοινοβιακή και οι Σκητιώτες την ησυχαστική ζωή του Αιγυπτιακού μοναχισμού.
[4] Οι πρώτοι είναι οι αρχάριοι στην ησυχαστική ζωή, οι δεύτεροι οι προχωρημένοι και οι τρίτοι οι τέλειοι και «θεωρητικοί». Οι τρίτοι ευρίσκονται στην κορυφή της τριβαθμίου αυτής κλίμακος και διαφέρουν κατά πολύ από τους προηγουμένους, διότι αρπάζονται συνεχώς σε ιερές θεωρίες και δεν ασχολούνται πλέον με την ψαλμωδία και το εργόχειρο.
[5] Δηλαδή η πτωχεία της αρετής μέσα στον πλούτο της κακίας.
[6] Πρόκειται μάλλον για την διασάλευσι των φρενών, την διανοητική παράκρουσι. Πιθανόν όμως να πρόκειται για την σαρκική πτώσι ή για την κατακυρίευσι από το πνεύμα της βλασφημίας.
[7] Δηλαδή από τους οκτώ πονηρούς λογισμούς, τους ησυχαστάς τους πολεμούν οι εξής πέντε: της ακηδίας (κατά πρώτο λόγο), της κενοδοξίας, της υπερηφανείας, της λύπης και της φιλαργυρίας. Ενώ τους κοινοβιάτες οι εξής τρεις: της γαστριμαργίας, της πορνείας και της οργής.
[8] «Παραρριπισμοί της σαρκός» λέγονται οι σαρκικές προκλήσεις που αφ΄ ενός μέν είναι εντονώτατες, αφ΄ ετέρου αιφνίδιες, αστραπιαίες και σχεδόν άχρονες (πρβλ. ΙΕ΄ 73 όπου γίνεται λόγος περί «παραρριπισμού του νοός»).
[9] Ό,τι περιγράφεται εδώ αποτελεί εκμυστήρευσι μυστικής εμπειρίας του Αγίου, από τις πιο χαρακτηριστικές της ασκητικής γραμματείας, η οποία έλαβε χώρα, ενώ αυτός είχε παραδοθή στην άσκησι της αδιαλείπτου προσευχής. Πρόκειται περί ιεράς εκστάσεως και θεωρίας. Άξιο παρατηρήσεως είναι ότι δεν έχομε άμεση αποκάλυψι εκ μέρους του Θεού, αλλά χειραγώγησι από μυσταγωγό άγγελο. Επίσης, τα αποκαλυπτόμενα στον Όσιο έχουν τα όριά τους, ώστε η δίψα της θείας γνώσεως να μην ικανοποιήται πλήρως. Και κατά την διάρκεια της εκστάσεως το ανθρώπινο πρόσωπο διατηρεί στο ακέραιο την αυτοτέλειά του. «Η έκστασι του χριστιανού μυστικού δεν έχει καθόλου τον χαρακτήρα της παθητικής και απρόσωπης πληρότητος πού χαρακτηρίζει τον μυστικισμό άλλων θρησκειών». Η προσωπικότης του ανθρώπου δεν διαλύεται «σε ένα χάος ευδαιμονικής αγνωσίας» (πρβλ. Χρ. Γιανναρά, Η μεταφυσική του σώματος, σελ. 216-218).
[10] Εννοεί την θεωρία του σαρκωθέντος και τεθεωμένου Υιού του Θεού. Ή, κατ΄ άλλην ερμηνεία, την θεωρία της αρρήτου μεγαλειότητος της Αγίας Τριάδος.
[11] Η ερημική σκήτη «τά Αρσελάου» απέχει δρόμο ημισείας ημέρας από την Μονή του Σινά προς το ανατολικό μέρος. Σ΄ ένα από τα σπήλαιά της ασκήτευε τον ΣΤ΄ αιώνα και ο αββάς Γεώργιος με τον υποτακτικό του. Ήταν διαβόητος για τους ασκητικούς του αγώνες και την αγιότητά του. Έτρωγε ωμή άγρια κάππαρι, πού ήταν τόσο πικρή, «ώστε και κάμηλον αποκτείναι τη πικρότητι». Όταν η ελαιοαποθήκη της Μονής του Σινά άδειασε, η προσευχή του εγέμισε όλους τους πίθους με λάδι. Περισσότερα περί αυτού βλέπε: «Αναστασίου μοναχού, Διηγήσεις διάφοροι περί των εν Σινά αγίων Πατέρων, ΙΧ-ΧΙΙ».
[12] Ο δαίμων αυτός, κατά μία άποψι, για τους αρχαρίους είναι της πορνείας, για τους μεσαίους της ακηδίας και για τους πολύ προχωρημένους της κενοδοξίας. Για τους κοινοβιάτες μπορεί να είναι και ο δαίμων της κατακρίσεως των ενεργειών του Γέροντος ή των άλλων αδελφών.
[13] Πρόκειται μάλλον για τους πρώτους, οι οποίοι στοχάζονται το «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός» Πιθανόν όμως να πρόκειται για όσους μνημονεύουν το «Εταπεινώθην και έσωσέ με».
[14] Σχόλιο της Κλίμακος αναφέρει σχετικώς: «Ο μοναχός εκείνος εβάσταζε όλη την νύκτα άμμο στο ένδυμά του. Επειδή δηλ. κατά την αγρυπνία ενύσταζε και των ωνείδιζαν οι αδελφοί, εσκέφθηκε το εξής: Πήγε στην ακρογιαλιά - η Μονή ήταν κοντά στη θάλασσα - και αφού έσφιξε καλά τον χιτώνα του με την ζώνη, εγέμισε τους κόλπους του με αρκετή ποσότητα άμμου, η οποία ακουμπούσε επάνω στις σάρκες του. Σκεπάσθηκε έπειτα με τον μανδύα του, ήλθε στον Ναό και παρέμεινε άγρυπνος όλη την νύκτα χωρίς να νυστάξη καθόλου, διότι η άμμος τον εκρύωνε ή τον ενωχλούσε με το βάρος της».
[15] Στην τριάδα ομιλούμε για τρία πρόσωπα, ενώ στον Χριστόν για ένα. Στην Τριάδα ομιλούμε για μία φύσι, μία ενέργεια, μία θέλησι, ενώ στον Χριστόν για δύο φύσεις, δύο ενέργειες, δύο θελήσεις.

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου:Περί ησυχίας Μέρος πρώτον (Διά την ιεράν «ησυχίαν», την σωματικήν και την ψυχικήν).

"Κλίμαξ"
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ
Περί ησυχίας
Μέρος πρώτον (Διά την ιεράν «ησυχίαν», την σωματικήν και την ψυχικήν)


1. Εμείς είμεθα σαν δούλοι πού μας αγόρασαν τα ανόσια πάθη και μας υπέταξαν. Γι΄ αυτόν τον λόγο γνωρίζομε κάπως τους δόλους και τα τεχνάσματα και τα προστάγματα και τις πανουργίες των πονηρών πνευμάτων που εκυριάρχησαν στην αθλία ψυχή μας. Υπάρχουν όμως άλλοι που εγνώρισαν τα τεχνάσματα των πονηρών πνευμάτων από την φωτιστική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και από την ελευθερία που έχουν απέναντί τους. Διαφορετικό πράγμα είναι να φαντάζεται κάποιος που υποφέρει από ασθένεια, από την ιδική του κατάστασι την ευχάριστη κατάτασι της υγείας, και διαφορετικό να αντιλαμβάνεται και να συμπεραίνη κάποιος που χαίρει άκρας υγείας, από την ιδική του κατάστασι την δυσάρεστη κατάστασι της ασθενείας.
 
Εμείς σαν ασθενείς που είμαστε φοβούμεθα να φιλοσοφήσωμε στον παρόντα λόγο για το λιμάνι της ησυχίας, διότι γνωρίζομε κάποιον κύνα πού παρευρίσκεται πάντοτε στην τράπεζα του καλού κοινοβίου και προσπαθεί να αρπάξη ένα τεμάχιο άρτου, μία ψυχή δηλαδή, και κρατώντας την στο στόμα του να τρέξη έπειτα στην έρημο για να την φάγη με την ησυχία του.

Για να μη δώσωμε λοιπόν με τον λόγο μας τόπο σ’ αυτόν τον κύνα και αφορμή σε όσους ζητούν αφορμή, εθεωρήσαμε ότι δεν είναι επιτρεπτό να ανοίξωμε τώρα συζήτησι περί ειρήνης με τους γενναίους στρατιώτες του Βασιλέως που μάχονται στον πόλεμο. Τούτο μόνο λέγομε, ότι οι στέφανοι της ειρήνης και της γαλήνης έχουν πλεχθή για όσους πολεμούν με ανδρεία. Ας ειπούμε όμως ολίγα –αν νομίζετε- περί ησυχίας «ως έν τύπ διακρίσεως», για να μη λυπήσωμε μερικούς πού δεν θα ήθελαν να αφήσωμε ανάμεσα στους άλλους λόγους ανεξέταστο τούτο το θέμα.
 
2. Ησυχία του σώματος σημαίνει επιστήμη και ευτρεπισμένη κατάστασις των ηθών και των αισθήσεων. Ησυχία της ψυχής σημαίνει επιστήμη των λογισμών και «ασύλητος έννοια»[1]. Φίλος και βοηθός της ησυχίας είναι ένας ανδρείος και αυστηρός λογισμός που ίσταται άγρυπνος στην θύρα της καρδίας και φονεύει ή αποδιώκει τους πονηρούς λογισμούς πού πλησιάζουν. Όποιος ζη την ησυχαστική ζωή «εν αισθήσει καρδίας», αντιλαμβάνεται αυτό που είπα. Όποιος όμως είναι ακόμη νήπιος και αρχάριος, ούτε το εγεύθηκε ούτε το εγνώρισε. Ο γνωστικός ησυχαστής δεν έχει ανάγκη από λόγους διδασκαλικούς, διότι αυτούς τους αντιλαμβάνεται από τα έργα και τα γεγονότα.
 
3. Αρχή της ησυχίας είναι το να αποκρούη κανείς τους κτύπους (των δαιμόνων), διότι του ταράζουν τον βυθό (της καρδίας). Τέλος της είναι το να μη φοβήται τους θορύβους, αλλά να αναισθητή απέναντί τους.
 
4. Εξερχόμενος από το κελλί του ο ησυχαστής λόγω κάποιας ανάγκης, είναι σαν να μη εξέρχεται. Παρουσιάζεται δε ήπιος, πραγματικός οίκος της αγάπης, δυσκίνητος προς την ομιλία και ακίνητος προς το πάθος του θυμού. Το αντίθετο από αυτό είναι φανερό, (ο τρόπος δηλαδή της εξόδου ενός, ο οποίος εξέρχεται χωρίς να υπάρχη λόγος).
 
5. Ησυχαστής είναι αυτός που αγωνίζεται να περιορίση το ασώματον μέσα σε σωματικό οίκο – πράγμα παραδοξότατο!
 
6. Παρακολουθεί προσεκτικά τον ποντικό η θηρεύτριά του, (η γάτα δηλαδή). Ομοίως κάποιο νοητό ποντικό παρακολουθεί η σκέψις του ησυχαστού. Μη περιφρονήσης αυτό το παράδειγμα. Αν το περιφρονήσης, σημαίνει ότι δεν εγεύθηκες ακόμη την ησυχία.
 
7. Δεν είναι το ίδιο πράγμα μοναχός πού ασκείται κατά μόνας και μοναχός πού ασκείται μαζί με άλλον μοναχό. Διότι ο μοναχός που ασκείται κατά μόνας έχει ανάγκη από πολλή νήψι και αρρέμβαστο νου (εξ αιτίας των πολλών πειρασμών των πονηρών πνευμάτων). Τον προηγούμενο, (εκείνον πού δεν είναι μόνος του), πολλές φορές τον εβοήθησε ο άλλος συνασκητής του, ενώ στον δεύτερο χρειάσθηκε να σταλή Άγγελος για να του συμπαρασταθή.
 
8. Οι νοερές Δυνάμεις συλλειτουργούν και ζουν μαζί με τον ησυχαστή που ασκεί την ησυχία της ψυχής. Για το αντίθετο όμως προτιμώ να σιωπήσω.
 
9. Ο βυθός των δογμάτων είναι βαθύς, και ο νους του ησυχαστού πηδά και βυθίζεται σ΄ αυτά όχι χωρίς κίνδυνο. Είναι επικίνδυνο να κολυμβά κανείς με τα ρούχα του∙ ομοίως και το να εγγίζη την θεολογία, ενώ έχει πάθη.
 
10. Κελλί του ησυχαστού σημαίνει περιορισμός του σώματος. Και κρύπτει μέσα του (το κελλί) τον οίκο της θείας γνώσεως.
 
11. Όποιος νοσεί ψυχικά από κάποιο πάθος και επιχειρεί την ζωή της ησυχίας, ομοιάζει με αυτόν που πήδησε στο πέλαγος από το πλοίο και κρατώντας ένα σανίδι νομίζει ότι θα φθάση χωρίς κίνδυνο στην ξηρά.
 
12. Σε όσους μάχονται προς το πήλινο σώμα τους, η ησυχία αποβαίνει ωφέλιμη στον κατάλληλο καιρό, εάν βεβαίως έχουν πνευματικό οδηγό. Διότι για να ασκή κανείς μόνος του την ησυχία χρειάζεται να έχη αγγελική δύναμι και ικανότητα. Εγώ βέβαια ομιλώ για τους πραγματικούς ησυχαστάς και κατά το σώμα και κατά την ψυχή.
 
13. Ο ησυχαστής πού βαρέθηκε την ζωή του, αρχίζει να ψεύδεται και με πλαγίους λόγους παρακινεί τους ανθρώπους να τον αποτρέψουν από την ησυχία. Εγκαταλείποντας το κελλί του κατηγορεί τους δαίμονας, ξεχνώντας ότι έγινε ο ίδιος δαίμων του εαυτού του.
 
14. Είδα ησυχαστάς, οι οποίοι την φλογερή τους επιθυμία προς τον Θεόν την ικανοποίησαν αχόρταγα μέσω της ησυχίας, και από το πυρ έκαναν να προκύψη πύρ και από τον έρωτα έρωτας και από τον πόθο πόθος.
 
15. Ο ησυχαστής είναι επίγειος τύπος Αγγέλου, πού με το χαρτί του πόθου του και τα γράμματα του ζήλου του (σαν με έγγραφο αποφυλακίσεως) ελευθέρωσε την προσευχή του από κάθε ραθυμία και οκνηρία.
 
16. Ησυχαστής είναι εκείνος πού εβόησε δυνατά και καθαρά: «Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός» (Ψαλμ. ρζ΄ 2). Ησυχαστής είναι εκείνος που είπε: «Εγώ καθεύδω, και η καρδία μου αγρυπνεί» (Άσμα ε΄ 2).
 
17. Να κλείνης την θύρα του κελλιού σου για να μην εξέρχεται το σώμα σου, την θύρα της γλώσσης σου για να μην εξέρχωνται λόγια, και την εσωτερική πύλη της ψυχής σου για να μην εισέρχωνται τα πονηρά πνεύματα.
 
18. Η γαλήνη της θαλάσσης και ο μεσημβρινός ήλιος εδοκίμασαν την υπομονή του ναυτικού[2], και η έλλειψις των αναγκαίων έδειξε την καρτερία του ησυχαστού. Ο ένας, ο ναυτικός, από την στενοχώρια του ρίχνεται και κολυμβά στα νερά. Και ο άλλος, ο ησυχαστής, από την ακηδία του βγαίνει και συμφύρεται με τα πλήθη, για να εξοικονομήση τα αναγκαία.
 
19. Να μη φοβήσαι τα παιγνίδια πού κάνουν οι δαίμονες με τους διαφόρους κτύπους, διότι το πένθος δεν γνωρίζει την δειλία και δεν πτοείται.
 
20. Εκείνοι των οποίων ο νους έμαθε αληθινά να προσεύχεται, ομιλούν στον Κύριον «ενώπιοι ενωπίω», όπως αυτοί πού ομιλούν ιδιαιτέρως στο αυτί του βασιλέως. Εκείνοι που προσεύχονται με το στόμα, ομοιάζουν με αυτούς πού γονατίζουν και παρακαλούν τον βασιλέα εμπρός σε όλη την σύγκλητο. Και όσοι ζουν στον κόσμο, όταν προσεύχωνται, είναι σαν να ικετεύουν τον βασιλέα μέσα από τους θορύβους όλου του όχλου. Εάν έμαθες επιστημονικά την τέχνη της προσευχής, δεν θα αγνοής αυτό πού λέγω.
 
21. Καθισμένος σε μία υψηλή σκοπιά, παρατήρει τον εαυτό σου, εάν βέβαια και έχης την απαραίτητη γνώσι, και τότε θα ιδής πώς και πότε και από πού και πόσοι και ποιοι κλέπτες έρχονται να κλέψουν τα σταφύλια. Όταν αποκάμη ο σκοπός (με αυτή την έρευνα), ας σηκωθή να προσευχηθή. Και πάλι, αφού καθήση, ας συνεχίση με αποφασιστικότητα την προηγουμένη εργασία του.
 
22. Ήθελε κάποιος που τα εδοκίμασε να ομιλήση περί αυτών αναλυτικά και με ακρίβεια, αλλά φοβήθηκε μήπως και στους εργαζομένους αυτά φέρη απροθυμία και στους επιθυμούντας αυτά δημιουργήση φόβο με τον κτύπο των λόγων του. Όποιος εξηγεί τα της ησυχίας αναλυτικά και επιστημονικά, εξήγειρε εναντίον του τους δαίμονας, διότι κανείς άλλος δεν μπορεί να ξεσκεπάση όπως αυτός τις αθλιότητες των δαιμόνων.
 
23. Όποιος έφθασε στην τελεία ησυχία, εγνώρισε τον βυθό των θείων μυστηρίων. Δεν κατέβηκε όμως σ΄ αυτόν, παρά αφού προηγουμένως είδε και άκουσε την ταραχή των κυμάτων και των πονηρών πνευμάτων, ίσως δε και εβράχηκε από αυτά. Το επικυρώνει αυτό και ο μέγας Απόστολος Παύλος, ο οποίος, εάν δεν αρπαζόταν ωσάν σε ησυχία στον Παράδεισο, δεν θα μπορούσε να ακούση τα «άρρητα ρήματα» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 4).
 
24. Το αυτί της ησυχίας θα ακούση από τον Θεόν εξαίσια πράγματα. Γι΄ αυτό η πάνσοφη αυτή έλεγε και στον Ιώβ: «Πότερον, ού δέξεταί μου το ούς εξαίσια παρ΄ αυτού;» (δ΄ 12).
 
25. Ησυχαστής είναι εκείνος πού χωρίς να τους μισή, τους αποφεύγη όλους τόσο, όσο ένας αμελής μοναχός τρέχει κοντά τους με προθυμία. Και τούτο, διότι δεν θέλει να διακοπή η γεύσις της γλυκύτητος του Θεού.
 
26. Πήγαινε και σ κ ό ρ π ι σ ε γρήγορα τα υπάρχοντά σου -όχι π ώ λ η σ ε, διότι αυτό απαιτεί χρόνο- και δός τα σε πτωχούς μοναχούς, για να σε βοηθήσουν με την προσευχή τους στην ησυχία. Και σήκωσε τον σταυρό σου με την υπακοή, και υπόμεινε γενναία το βάρος της εκκοπής του θελήματός σου. Και εν συνεχεία έλα να με ακολουθήσης, για να συναντήσωμε την τρισμακάριστη ησυχία, και θα σε διδάξω φανερά την εργασία και την πολιτεία των Αγγελικών Δυνάμεων.
 
Δεν θα χορτάσουν αυτές να δοξολογούν είς αιώνας αιώνων τον Δημιουργό. Ομοίως και αυτός πού ανέβηκε στον ουρανό της ησυχίας να ανυμνή τον Κτίστη. Δεν φροντίζουν για τα υλικά οι άυλοι. Ομοίως για την τροφή οι «υλικοί άυλοι». Δεν θα γευθούν οι πρώτοι φαγητά. Ομοίως και οι δεύτεροι δεν θα στηριχθούν σε υποσχέσεις ανθρώπων για την συντήρησί τους. Δεν θα φροντίσουν εκείνοι για χρήματα και κτήματα. Ομοίως και αυτοί για τις ταλαιπωρίες και τις κακοπάθειες πού τους προκαλούν τα πονηρά πνεύματα.
 
Δεν επιθυμούν οι ουράνιοι Άγγελοι κάποιο ορατό κτίσμα. Ομοίως και οι επίγειοι Άγγελοι την θέα κάποιου προσώπου. Δεν θα παύσουν ποτέ εκείνοι να προοδεύουν στην αγάπη. Ομοίως και αυτοί να τους συναγωνίζονται κάθε ημέρα. Δεν είναι άγνωστος σ΄ εκείνους ο πλούτος της προκοπής τους. Ομοίως και σ΄ αυτούς ο έρωτας της πνευματικής τους αναβάσεως. Και δεν θα σταματήσουν, μέχρις ότου φθάσουν τα Σεραφείμ∙ ούτε θα υπολογίσουν κόπους, μέχρις ότου γίνουν Άγγελοι.
 
Μακάριος, όποιος ελπίζη να φθάση σ΄ αυτό το ύψος. Τρισμακάριος, όποιος πλησιάζει. Άγγελος, όποιος έφθασε.

___________________________________________
 
Ι.Μ.Παρακλήτου
 
[1] Δηλαδή: Η σκέψις του ησυχαστού είναι χώρος κλειστός, αφιερωμένος αποκλειστικά στον Θεόν, όπου κανείς νοητός εχθρός δεν μπορεί να εισχωρήση για κλοπή και ληστεία. Παρεμφερής διατύπωσις είναι: «αναιχμαλώτιστος έννοια».
[2] Αυτό φυσικά ίσχυε για την εποχή εκείνη, οπότε τα πλοία ήταν ιστιοφόρα. 

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: Περί διακρίσεως (Σύντομος ανακεφαλαίωσις των προηγουμένων).

"Κλίμαξ"
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΚΤΟΣ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
(Σύντομος ανακεφαλαίωσις των προηγουμένων)

1. Η βεβαία πίστις είναι μητέρα της αποταγής. Και το αντίθετο είναι εξ ίσου φανερό. Η ακλόνητη ελπίδα είναι η θύρα της απροσπαθείας. Και το αντίθετο είναι εξ ίσου φανερό. Η αγάπη προς τον Θεόν είναι αιτία της ξενιτείας. Και το αντίθετο είναι εξ ίσου φανερό.
 
2. Την υποταγή την εγέννησε η καταδίκη του εαυτού μας και η όρεξις της πνευματικής υγείας. Μητέρα της εγκρατείας είναι η σκέψις του θανάτου και η διαρκής μνήμη της χολής και του όξους του Δεσπότου Χριστού. Προϋπόθεσις και συνεργός της σωφροσύνης και καθαρότητος είναι η ησυχία. Θραύσις της σαρκικής πυρώσεως είναι η νηστεία. Και αντίπαλος των αισχρών λογισμών είναι η συντριβή του νου.
 
3. Η πίστις και η ξενιτεία είναι ο θάνατος της φιλαργυρίας. Η ευσπλαγχνία και η αγάπη παρέδωσαν το σώμα σε θυσία. Η εκτενής προσευχή είναι όλεθρος της ακηδίας. Η μνήμη της Κρίσεως είναι πρόξενος της πνευματικής προθυμίας. Θεραπεία του θυμού είναι η αγάπη της ατιμίας, η υμνωδία και η ευσπλαγχνία.

4. Η ακτημοσύνη καταπνίγει την λύπη. Η απροσπάθεια προς τα αισθητά πράγματα οδηγεί στην θεωρία των νοερών. Η σιωπή και η ησυχία καταπολεμούν την κενοδοξία – εάν όμως ευρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους, χρησιμοποίησε την ατιμία.
 
5. Την εξωτερική και ορατή υπερηφάνεια την εθεράπευσαν η πτωχεία, η θλίψις και οι παρόμοιες καταστάσεις. Την δε εσωτερική και αόρατη Εκείνος που είναι προαιωνίως Αόρατος. Όλα τα αισθητά ερπετά τα φονεύει το ελάφι και όλα τα νοητά η ταπείνωσις. Είναι δυνατόν με παραδείγματα από την φύσι να διδασκώμεθα καλώς όλα τα πνευματικά.
 
6. Όπως είναι αδύνατο να αποβάλη ο όφις το παλαιό του δέρμα, εάν δεν εισχωρήση σε στενή τρύπα, έτσι και εμείς δεν θα αποβάλωμε τις παλαιές προλήψεις και την ψυχική παλαιότητα και τον χιτώνα του παλαιού ανθρώπου, εάν δεν περάσωμε από την στενή και τεθλιμμένη οδό της νηστείας και της ατιμίας.
 
7. Όπως τα πολύσαρκα πτηνά δεν μπορούν να πετάξουν στον ουρανό, έτσι και εκείνος πού τρέφει και περιποιείται την σάρκα του.
 
8. Ο ξηραμένος βόρβορος δεν ικανοποιεί πλέον τους χοίρους. Και η σάρκα που εμαράνθηκε δεν αναπαύει πλέον τους δαίμονας.
 
9. Όπως πολλές φορές τα πολλά ξύλα πνίγουν και σβήνουν την φωτιά δημιουργώντας υπερβολικό καπνό, έτσι πολλές φορές και η υπέρμετρη λύπη καπνίζει και γεμίζει σκότος την ψυχή και ξηραίνει το ύδωρ των δακρύων.
 
10. Όπως αποτυγχάνει ο τυφλός τοξότης στον στόχο του, έτσι αποτυγχάνει και καταστρέφεται και ο υποτακτικός που αντιλέγει.
 
11. Καθώς το κοπτερό σίδερο μπορεί να οξύνη ένα άλλο ακατέργαστο, έτσι και ο πρόθυμος αδελφός έσωσε πολλές φορές τον ράθυμο.
 
12. Όπως τα αυγά των ορνίθων που θερμαίνονται στον κόλπο του στήθους ζωογονούνται, έτσι και οι λογισμοί που δεν φανερώνονται με την εξομολόγησι, γίνονται έργα.
 
13. Όπως οι ίπποι που τρέχουν αμιλλώνται μεταξύ τους, έτσι και μετά στην καλή συνοδία ο ένας αδελφός διεγείρει τον άλλο.
 
14. Όπως τα σύννεφα αποκρύπτουν τον ήλιο, έτσι και οι πονηρές σκέψεις σκοτίζουν και καταστρέφουν τον νου.
 
15. Όπως αυτός που έλαβε την καταδικαστική απόφασι και οδηγείται προς την εκτέλεσι δεν ομιλεί για τα θέατρα, έτσι και εκείνος που πενθεί ειλικρινά δεν θα αναπαύση ποτέ την κοιλία του.
 
16. Όπως οι πτωχοί που βλέπουν τους θησαυρούς του βασιλέως αισθάνονται περισσότερο την πτωχεία τους, έτσι και η ψυχή που μελετά τις μεγάλες αρετές των Πατέρων, ταπεινώνει οπωσδήποτε περισσότερο το φρόνημά της.
 
17. Όπως το σίδερο και χωρίς να το θέλη σπεύδει προς τον μαγνήτη, διότι έλκεται από κάποια μυστική φυσική δύναμι, έτσι και εκείνοι πού εχρόνισαν στις κακές τους συνήθειες τυραννούνται από αυτές.
 
18. Όπως το λάδι γαληνεύει τη θάλασσα και παρά την θέλησί της, έτσι και η νηστεία σβήνει εντελώς τις σαρκικές πυρώσεις, και παρά την θέλησί τους.
 
19. Όπως το ύδωρ όταν πιεσθή ανυψώνεται έτσι πολλές φορές και η ψυχή που επιέσθη από διαφόρους κινδύνους, ανυψώθηκε προς τον Θεόν με την μετάνοια, και εσώθηκε.
 
20. Όπως εκείνος που κρατά αρώματα προδίδεται και χωρίς να το θέλη από την ευωδία, έτσι και όποιος έχει μέσα του το Πνεύμα του Κυρίου αναγνωρίζεται από τα λόγια του και την ταπεινοφροσύνη του.
 
21. Όπως ο ήλιος με το φως του δείχνει τον χρυσό που λάμπει, έτσι και η αρετή φανερώνει αυτόν που την έχει.
 
22. Όπως οι άνεμοι αναταράζουν τον βυθό της θαλάσσης, έτσι και ο θυμός ταράζει περισσότερο από όλα τον νου.
 
23. Όπως, όσα δεν είδε ο άνθρωπος με τους οφθαλμούς του, δεν επιθυμεί και τόσο πολύ να τα γευθή, έστω και αν τα άκουσε, έτσι και όσοι έμειναν αγνοί στο σώμα, έχουν εξ αιτίας αυτού του γεγονότος ελαφροτέρους πειρασμούς.
 
24. Όπως οι κλέπτες δεν πλησιάζουν εύκολα στον τόπο που βλέπουν βασιλική φρουρά και όπλα, έτσι και εκείνος που ένωσε την καρδιά με την προσευχή δεν κλέπτεται εύκολα από τους νοητούς ληστάς.
 
25. Όπως η φωτιά δεν γεννά χιόνι, έτσι και αυτός που ζητεί τις τιμές του κόσμου δεν θα απολαύση τις τιμές της μελλούσης ζωής.
 
26. Όπως πολλές φορές μία σπίθα κατέκαυσε ένα μεγάλο δάσος, έτσι και μία ενάρετη πράξις συνέβη να εξαλείψη πλήθος από μεγάλα πταίσματα.
 
27. Όπως δεν είναι δυνατόν να φονεύση κανείς ένα άγριο θηρίο χωρίς όπλο, έτσι δεν είναι δυνατόν να αποκτήση την αοργησία χωρίς ταπείνωσι.
 
28. Όπως είναι αδύνατο, σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, να ζήση κανείς χωρίς τροφή, έτσι είναι αδύνατο ο άνθρωπος που επιθυμεί την σωτηρία του να δείξη μέχρι το θάνατό του έστω και για μία στιγμή αμέλεια.
 
29. Όπως η ηλιακή ακτίνα που εισχωρεί από κάποιο μικρό άνοιγμα στο σπίτι, το φωτίζει τόσο, ώστε να διακρίνεται και η πιο λεπτή σκόνη πού αιωρείται στον αέρα, έτσι και ο φόβος του Θεού εισερχόμενος στην καρδιά του ανθρώπου, της φανερώνει όλα τα αμαρτήματά της.
 
30. Όπως τα λεγόμενα καβούρια συλλαμβάνονται εύκολα, διότι βαδίζουν άλλοτε εμπρός και άλλοτε πίσω, έτσι και μία ψυχή που άλλοτε γελά, άλλοτε πενθεί και άλλοτε ζη με τρυφή, δεν είναι δυνατόν να κατορθώση τίποτε.
 
31. Όπως οι κοιμώμενοι κλέπτονται εύκολα, έτσι και όσοι ασκούνται στην αρετή κοντά στον κόσμο.
 
32. Όπως εκείνος που παλαίει με λέοντα, αν στρέψη αλλού το βλέμμα του, εξοντώνεται αμέσως, έτσι και εκείνος που παλαίει με την σάρκα του, εάν της προσφέρη ανάπαυσι.
 
33. Όπως κινδυνεύουν να πέσουν όσοι ανεβαίνουν σε σαθρή σκάλα, έτσι κάθε τιμή και δόξα και εξουσία καταρρίπτουν τον κάτοχό τους, επειδή αυτές έρχονται σε αντίθεση με την ταπεινοφροσύνη.
 
34. Όπως είναι αδύνατον να μη σκέπτεται ο πεινασμένος τον άρτο, έτσι είναι αδύνατο να μη σκέπτεται τον θάνατο και την Κρίσι εκείνος πού αγωνίζεται για να σωθή.
 
35. Όπως το νερό σβήνει τα γράμματα, έτσι και το δάκρυ μπορεί να σβήσει τα πταίσματα.
 
36. Όπως μερικοί που δεν έχουν νερό, σβήνουν με άλλο τρόπο τα γράμματα, έτσι υπάρχουν και ψυχές που στερούνται δακρύων, και γι’ αυτό τρίβουν και αποξέουν τις αμαρτίες τους με την λύπη, τους στεναγμούς και την σκυθρωπότητα.
 
37. Όπως από το πλήθος της κοπριάς προέρχονται πλήθος σκουλήκια, έτσι και από το πλήθος των φαγητών προέρχονται πλήθος αμαρτωλών πτώσεων και πονηρών λογισμών και ακαθάρτων ονείρων.
 
38. [Όπως ο τυφλός δεν βλέπει να βαδίζη, έτσι και ο οκνηρός δεν μπορεί να ιδή το καλό και να το πράξη].
 
39. Όπως εκείνος που έχει δεμένα τα πόδια δεν μπορεί να βαδίζη εύκολα, έτσι και αυτοί πού θησαυρίζουν χρήματα δεν μπορούν να ανέβουν στον ουρανό.
 
40. Όπως η πρόσφατη πληγή θεραπεύεται εύκολα, έτσι, αντιθέτως, τα χρόνια τραύματα της ψυχής δύσκολα θεραπεύονται, όταν βεβαίως θεραπεύωνται.
 
41. Όπως είναι αδύνατος να βαδίζη ο νεκρός, έτσι είναι αδύνατον να σωθή ο απελπισμένος.
 
42. Αυτός που έχει ορθή πίστι και όμως διαπράττει αμαρτίες, ομοιάζει με πρόσωπο πού δεν έχει οφθαλμούς.
 
43. Αυτός που δεν έχει πίστι, και όμως πράττει ίσως μερικά καλά, ομοιάζει με εκείνον που αντλεί νερό και το χύνει σ’ ένα τρυπημένο πιθάρι.
 
44. Όπως το πλοίο που έχει καλόν κυβερνήτη φθάνει με την βοήθεια του Θεού σώο στο λιμάνι, έτσι και η ψυχή που έχει καλόν ποιμένα ανεβαίνει εύκολα στον ουρανό, έστω και εάν έχη διαπράξει πλήθος κακών.
 
45. Όπως αυτός που δεν έχει οδηγό χάνει εύκολα τον δρόμο, έστω και εάν είναι πολύ έξυπνος, έτσι και εκείνος που προχωρεί αυτοκυβέρνητος την μοναχική οδό, εύκολα χάνεται, έστω και εάν κατέχη όλη την σοφία του κόσμου.
 
46. Όταν κάποιος ασθενή κατά το σώμα, έχη δε διαπράξει και βαριά αμαρτήματα, αυτός ας ακολουθή την οδό της ταπεινώσεως και των διαφόρων μορφών και εκδηλώσεών της, διότι δεν πρόκειται να εύρη αλλού την σωτηρία.
 
47. Όπως δεν είναι δυνατόν αυτός που επέρασε μακροχρόνιο ασθένεια να ανακτήση την υγεία του μέσα σε μία στιγμή, έτσι δεν είναι δυνατόν να νικήσουμε διά μιας τα πάθη μας ή ένα πάθος μας. Να παρατηρής σε τι μέτρα ευρίσκεσαι σε κάθε πάθος και σε κάθε αρετή, και έτσι θα αντιληφθής καλύτερα την πρόοδό σου.
 
48. Όπως ζημιώνονται όσοι ανταλάσσουν τον χρυσό με την λάσπη, έτσι και όσοι διηγούνται και αποκαλύπτουν τα πνευματικά για να κερδήσουν κάτι από τα υλικά.
 
49. Την άφεσι πολλοί την απέκτησαν σύντομα, αλλά την απάθεια κανείς, διότι αυτό απαιτεί πολύν χρόνο και πόθο και την βοήθεια του Θεού.
 
50. Ας αναζητήσωμε ποια θηρία ή πτηνά μας επιβουλεύονται στην σπορά, ποια στην βλάστησι και ποια στον θερισμό, ώστε να στήνωμε κάθε φορά τις ανάλογες παγίδες.
 
51. Όπως δεν είναι σωστό να αυτοκτονήση κάποιος, επειδή έχει πυρετό, έτσι δεν πρέπει να περιπίπτη κανείς στην απόγνωσι ποτέ μέχρι τελευταίας αναπνοής.
 
52. Όπως είναι άσχημο, εκείνος που έθαψε τον πατέρα του, επιστρέφοντας από την κηδεία να κατευθυνθή σε γάμο, έτσι είναι ανάρμοστο σε όσους θρηνούν τις πτώσεις τους, να επιζητούν στην παρούσα ζωή από τους ανθρώπους τιμή ή ανάπαυσι ή δόξα.
 
53. Όπως άλλες είναι οι κατοικίες των ελευθέρων πολιτών και άλλες των καταδίκων, έτσι πρέπει να ξεχωρίζη τελείως η κατάστασις και η ζωή των πενθούντων και ενόχων από των ανενόχων.
 
54. Όπως τον στρατιώτη που επληγώθηκε βαρειά στο πρόσωπό του κατά τον πόλεμο, ο βασιλεύς δεν τον αποβάλλει από το στράτευμα, αλλά μάλλον τον προβιβάζει σε ανωτέρα τάξι, έτσι και τον μοναχό που κινδυνεύει και υποφέρει πολλά από τους δαίμονας, ο επουράνιος Βασιλεύς τον στεφανώνει.
 
55. Η αίσθησις που διαθέτει η ψυχή είναι ένα ιδίωμά της. Η δε αμαρτία είναι ο κόλαφος αυτής της αισθήσεως.
 
Η συναίσθησις είναι αυτή που επιφέρει την κατάπαυσι ή την μείωσι του κακού, και είναι τέκνο της συνειδήσεως.
 
Η δε συνείδησις είναι ο λόγος και ο έλεγχος του φύλακός μας Αγγέλου, ο οποίος μας εδόθηκε στο βάπτισμα.
 
Γι’ αυτόν τον λόγο βλέπομε ότι οι αβάπτιστοι δεν αισθάνονται έντονες τύψεις για τις κακές τους πράξεις, αλλά πολύ ελαφρές.
 
Η ελάττωσις του κακού γεννά την αποχή από το κακό. Η αποχή από το κακό είναι η αρχή της μετανοίας. Η αρχή της μετανοίας είναι η αρχή της σωτηρίας. Η αρχή της σωτηρίας είναι η καλή πρόθεσις. Η καλή πρόθεσις γεννά τους κόπους. Αρχή των κόπων είναι οι αρετές. Η αρχή των αρετών είναι το άνθος (της πνευματικής ζωής). Το άνθος της αρετής είναι η αρχή της (πνευματικής) εργασίας. Η (πνευματική) εργασία είναι τέκνο της αρετής∙ και αυτής τέκνο η συνέχισις και η συχνότης της εργασίας. Καρπός και τέκνο της συνεχούς και επιμελούς εργασίας είναι η έξις, (η μόνιμη δηλαδή συνήθεια). Και τέκνο της έξεως είναι η ποίωσις , (να γίνη δηλαδή η αρετή ένα με την ψυχή, φυσική κατάστασίς της).
 
Η ποίωσις στο καλό γεννά τον φόβο (του Θεού). Ο φόβος γεννά την τήρησι των εντολών – είτε των επουρανίων είτε των επιγείων. Η τήρησις των εντολών είναι απόδειξις της αγάπης (προς τον Θεόν). Αρχή της αγάπης είναι το πλήθος της ταπεινώσεως. Το πλήθος δε της ταπεινώσεως είναι θυγατέρα της απαθείας. Και η απόκτησις της απαθείας είναι η πληρότης της αγάπης, δηλαδή η πλήρης κατοίκησις του Θεού σε όσους έγιναν με την απάθεια «καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε΄ 8).
 
Αυτώ η δόξα είς τους αιώνας. Αμήν. 

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου:Περί διακρίσεως ευδιακρίτου.

ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΕΚΤΟΣ
Περί διακρίσεως
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
(Περί διακρίσεως ευδιακρίτου)


1. Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος φλεγομένη τα νάματα» (Ψαλμ. μα΄ 2), έτσι είναι ποθητή στους μοναχούς η κατανόησις του αγαθού θείου θελήματος. Επί πλέον δε και του συγκεκραμένου, (όταν δηλαδή στο αγαθό υπάρχη και το κακό), καθώς επίσης και του αντιθέτου∙ περί των οποίων «πολύς ημίν όντως ο λόγος και δυσερμήνευτος» (Εβρ. ε΄ 11). Δύσκολα αντιλαμβάνεται κανείς ποιές από τις μοναχικές μας υποθέσεις πρέπει να τακτοποιούνται ταχύτατα και χωρίς καμμία αναβολή, σύμφωνα με εκείνον πού λέγει: «Ουαί ο αναβαλλόμενος ημέραν εξ ημέρας» (Σ. Σειράχ ε΄ 7) και καιρόν εκ καιρού. Και ποιες πάλι, με ηρεμία και περίσκεψι, όπως μας συμβουλεύει εκείνος πού είπε: «Μετά κυβερνήσεως γίνεται πόλεμος» (Παρμ. κδ΄ 6)∙ καθώς επίσης: «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α΄ Κορ. ιδ΄ 40).
 
Δεν είναι! Όχι! Δεν είναι του τυχόντος να διακρίνη αμέσως και ευκρινώς τα δυσδιάκριτα αυτά πράγματα. Αφού και αυτός ο θεοφόρος Δαβίδ, που ωμιλούσε μέσα του το Άγιον Πνεύμα, πολλές φορές προσεύχεται γι΄αυτό. Και άλλοτε λέγει: «Δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι σύ εί ο Θεός μου» (Ψαλμ. ρμβ΄ 10). Άλλοτε: «Οδήγησόν με επί την αλήθειάν σου» (Ψαλμ. κδ΄ 5). Και άλλοτε: «Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν έν ή πορεύσομαι, ότι προς σε από πάσης μερίμνης βιοτικής και πάθους, την ψυχήν μου ήρα και ύψωσα» (Ψαλμ. ρμβ΄ 8).

2. Όσοι επιθυμούν να μάθουν το θέλημα του Κυρίου, οφείλουν προηγουμένως να θανατώσουν το ιδικό τους. Αφού δε προσευχηθούν με πίστι και απονήρευτη απλότητα, ας ερωτήσουν με ταπείνωσι καρδίας και αδίστακτο λογισμό τους γέροντας ή και τους αδελφούς ακόμη, και ας δεχθούν τις συμβουλές τους σαν από το στόμα του Θεού, έστω και εάν είναι αντίθετες προς το θέλημά τους∙ έστω και εάν δεν είναι και τόσο πνευματικοί οι ερωτηθέντες∙ διότι δεν είναι άδικος ο Θεός να αφήση να πλανηθούν ψυχές πού με πίστι και ακακία εταπεινώθηκαν εμπρός στην συμβουλή και στην κρίσι του πλησίον.
 
Ακόμη και ανίδεοι εάν είναι αυτοί που ερωτώνται, εκείνος που απαντά με το στόμα τους είναι ο άϋλος και αόρατος Θεός.
 
Όσοι ακολουθούν αδίστακτα αυτόν τον κανόνα, είναι άνθρωποι με πολλή ταπείνωσι. Εάν κάποιος έθετε το πρόβλημά του εμπρός στον ήχο του Ψαλτηρίου (Ψαλμ. μη΄ 5), πόσο νομίζετε ότι υπερτερεί ο λογικός νούς και η νοερά ψυχή από τον ήχο ενός αψύχου πράγματος;
 
Πολλοί όμως από την αυταρέσκειά τους δεν αξιώθηκαν να ενστερνισθούν τον τέλειο και εύκολο αυτόν τρόπο. Αυτοί προσεπάθησαν να αντιληφθούν το θέλημα του Κυρίου με τις ιδικές τους δυνατότητες, και μας εξέφεραν επ’ αυτού πολυάριθμες και ποικίλες γνώμες.
 
3. Μερικοί, ασχολούμενοι με τα θέματα αυτά, εσταμάτησαν κάθε προσπάθεια του λογικού τους στο να δεχθή μία από τις δύο γνώμες τους, είτε την θετική είτε την αρνητική.
 
Και με γυμνό τον νου τους από το ιδικό τους θέλημα, προσευχήθηκαν θερμά στον Κύριον ωρισμένες ημέρες, και έτσι κατώρθωσαν να γνωρίσουν το θείον θέλημα. Δηλαδή: Ή κάποιος νους ωμίλησε νοερώς στον νου τους ή εξηφανίσθη τελείως ή μία γνώμη από την ψυχή.
 
Άλλοι από τις θλίψεις, τις ανωμαλίες και αποτυχίες πού συνέβησαν σε προσπάθειά τους, κατενόησαν (ότι δεν ήταν σύμφωνη με το θείον θέλημα και) ότι τα εμπόδια ήλθαν κατά παραχώρησι Θεού, στηριζόμενοι σ’ εκείνον πού είπε: «Ηθελήσαμεν ελθείν προς υμάς και άπαξ και δίς, και ενέκοψεν ημάς ο σατανάς» (Α΄ Θεσ. β΄ 18). Και άλλοι αντιθέτως από την ανέλπιστη συμπαράστασι πού εύρισκαν, αντελήφθησαν ότι η προσπάθειά τους είναι αρεστή στον Θεόν, και είπαν: «Παντί τω προαιρουμένω το αγαθόν συνεργεί ο Θεός» (Ρωμ. η΄ 28).
 
4. Όποιος απέκτησε μέσα του τον Θεόν δι’ ελλάμψεως, αυτός, και στα πράγματα που επείγουν και στα αντίθετα, πληροφορείται το θείον θέλημα με τον δεύτερο τρόπο, (την προσευχή), όχι όμως με αναμονή και πάροδο χρόνου.
 
5. Το να διστάζη κανείς στις κρίσεις και αποφάσεις και να μένη επί πολύ απληροφόρητος, αποδεικνύει ότι είναι ψυχή αφώτιστη και φιλόδοξη. Διότι δεν είναι ο Θεός άδικος να κλείνη την πόρτα σε όσους κρούουν ταπεινά. Σε όλα μας τα έργα, και στα άμεσα και στα απώτερα, ας αναζητούμε την σημασία που έχουν όσον αφορά τον Κύριον. Όλα όσα γίνονται χωρίς προσπάθεια και χωρίς μολυσμό, μόνο για τον Κύριον και όχι για τίποτε άλλο, αυτά και αν ακόμη δεν είναι τελείως αγαθά, όμως για αγαθά θα μας λογισθούν. Διότι έχει επικίνδυνη κατάληξι το να πολυλεπτολογούμε και να ερευνούμε πράγματα πού υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας.
 
6. Μυστικό και ανεξιχνίαστο είναι το σχέδιο και το κρίμα πού έχει ο Θεός για μας. Πολλές φορές επί παραδείγματι θέλει να αποκρύψη από εμάς κατ’ οικονομία το θείον θέλημά Του, γνωρίζοντας πώς και αν το μάθωμε θα το παραβούμε, οπότε και θα τιμωρηθούμε περισσότερο.
 
7. Η ευθεία καρδία είναι απηλλαγμένη από τα πολύπλοκα και πολυειδή πράγματα, και ταξειδεύει ακίνδυνα με το πλοίο της ακακίας.
 
8. Υπάρχουν ανδρείες ψυχές που επιβάλλουν στον εαυτό τους αγώνες υπεράνω των δυνάμεών τους από έρωτα προς τον Θεόν και με ταπεινό φρόνημα στην καρδιά. Υπάρχουν όμως και υπερήφανες καρδιές που κάνουν το ίδιο. Έχουν δε οι εχθροί μας σκοπό να μας προτρέπουν πολλές φορές σε πράγματα ανώτερα των δυνάμεών μας, για να κουρασθούμε ψυχικά, να μη κατορθώσωμε έπειτα και όσα είναι των δυνάμεών μας, και να καταντήσωμε έτσι περίγελος στα μάτια τους.
 
9. Είδα μερικούς με αδύνατη ψυχή και ασθενικό σώμα να αποδύωνται για το πλήθος των αμαρτιών τους σε αγώνες ανωτέρους των δυνάμεών τους, αλλά τελικά να μη μπορούν να ανθέξουν. Εγώ τους είπα ότι στις περιπτώσεις αυτές ο Θεός κρίνει την μετάνοια ανάλογα με το μέτρο της ταπεινώσεως και όχι των καμάτων.
 
10. Μερικές φορές η κακή ανατροφή αποτελεί την αιτία πολύ μεγάλων αμαρτιών. Επίσης και η κακή συναναστροφή. Πολλές όμως φορές μία διεστραμμένη ψυχή επαρκεί μόνη της για την καταστροφή της. Όποιος εσώθηκε από τα δύο πρώτα, εσώθηκε ίσως και από το τρίτο. Όποιος όμως έχει το τρίτο, σε οποιοδήποτε τόπο και αν ευρεθή, δεν προκόπτει, αφού άλλωστε κανένας τόπος δεν είναι πιο ασφαλής από τον ουρανό, (απ΄ όπου έπεσε ο διάβολος).
 
11. Τους απίστους ή τους αιρετικούς πού μας επιτίθενται με κακότητα, ας τους αφίνουμε «μετά πρώτην και δευτέραν νουθεσίαν» (Τιτ. γ΄ 10). Στους επιθυμούντας όμως να μάθουν την αλήθεια, «το καλόν ποιούντες έως αιώνος μη εκκακώμεν» (Γαλ. ς΄ 9). Αλλά και στις δύο περιπτώσεις ας είναι η συμπεριφορά μας ανάλογη με την ψυχική μας δύναμι και αντοχή.
 
12. Είναι παράλογος όποιος πέφτει σε απόγνωσι, ακούοντας τα υπερφυσικά κατορθώματα των Αγίων. Αυτά αντιθέτως τον εκπαιδεύουν άριστα σ’ ένα από τα δύο: Ή τον παρακινούν με την οσιακή ανδρεία τους προς μίμησι∙ ή προς μεγάλη αυτοκατάκρισι και αναγνώρισι της αδυναμίας του με την τρεις φορές οσιακή ταπείνωσι.
 
13. Υπάρχουν ακάθαρτοι δαίμονες, πονηρότεροι των πονηρών, οι οποίοι μας συμβουλεύουν να μη κάνωμε μόνοι μας την αμαρτία. Αυτοί επιθυμούν να έχωμε και άλλους συνενόχους στο κακό, για να μας ετοιμάσουν βαρύτερη τιμωρία. Είδα μία αμαρτωλή συνήθεια πού την έμαθε ο ένας από κάποιον άλλο. Έπειτα εκείνος πού την εδίδαξε ήλθε σε συναίσθησι, άρχισε να μετανοή και εσταμάτησε την αμαρτία. Επειδή όμως ο μαθητής του συνέχιζε να την διαπράττη, και η ιδική του μετάνοια απέβη ατελής και ανίσχυρη.
 
14. Μεγάλη, πράγματι, μεγάλη είναι η πονηρία των δαιμόνων∙ δύσκολα την αντιλαμβανόμεθα και ολίγοι την βλέπουν. Και αυτοί οι ολίγοι, νομίζω, δεν την βλέπουν ολόκληρη. Αλήθεια, πως συμβαίνει πολλές φορές να είμαστε χορτασμένοι από απολαυστικά φαγητά, και εν τούτοις να αγρυπνούμε με καθαρό νου, και άλλες φορές να νηστεύωμε και να ταλαιπωρούμεθα, και έν τούτοις να μας κυριεύη άσχημα ο ύπνος; Να ησυχάζωμε, και έν τούτοις να είμαστε σκληροί, και να συναναστρεφώμαστε άλλους, και να είμαστε γεμάτοι κατάνυξι; Ενώ πεινούμε υπερβολικά, να έχωμε πειρασμούς στον ύπνο, και ενώ είμαστε χορτάτοι, να μην ενοχλούμεθα καθόλου; Ενώ περνούμε πτωχικά, να γινώμαστε σκυθρωποί και ασυγκίνητοι, και ενώ περνούμε πλούσια και με οινοποσίες, να παρουσιαζώμαστε γεμάτοι ιλαρότητα και κατανυκτικότητα; Γι’ αυτά όποιος μπορεί με την βοήθεια του Κυρίου, ας διαφωτίση όσους είναι αφώτιστοι. Διότι εμείς σ’ αυτά τα θέματα είμαστε αφώτιστοι. Το μόνο πού έχομε να ειπούμε είναι ότι οι αλλαγές αυτές δεν οφείλονται πάντοτε στους δαίμονας, αλλά μερικές φορές στην κράσι και στην κατάστασι του σώματος, στο ακάθαρτο και αχόρταγο αυτό πάχος πού μας εδόθηκε και πού -δεν ξέρω πώς- δέθηκε γύρω στην φύσι μας.
 
Για τις δυσδιάκριτες αυτές μεταπτώσεις ας παρακαλέσωμε ειλικρινά και ταπεινά τον Κύριον. Και εάν μετά το διάστημα των προσευχών μας διαπιστώσωμε ότι συνεχίζεται μια ωρισμένη κατάστασις, τότε θα καταλάβωμε ότι δεν προέρχεται από τους δαίμονες, αλλά από την φύσι μας. Πολλές φορές όμως και από τον Θεόν, ο οποίος επιθυμεί να μας ευεργετή, σύμφωνα με τα σοφά σχέδιά Του, και με τα αντίθετα, για να καταστέλλη έτσι με κάθε τρόπο την οίησί μας. Είναι δύσκολο και επικίνδυνο να περιεργάζεται κανείς τον βυθό των κριμάτων του Θεού, διότι αυτού του είδους οι περίεργοι ταξειδεύουν με το πλοίο της οιήσεως. [Χάριν όμως της ασθενείας πολλών θα πρέπει να ειπούμε μερικά].
 
15. Ερώτησε κάποιος έναν διορατικό: «Γιατί ο Θεός εστόλισε μερικούς με χαρίσματα και θαυματουργικές ικανότητες, αφού προεγνώριζε τις μελλοντικές πτώσεις τους»; Και εκείνος του λέγει: «Για να προφυλάξη τους ομοίους των πνευματικούς άνδρας, για να φανή ότι έχομε το αυτεξούσιον, και για να καταστήση τους πεσόντας αναπολογήτους την ημέρα της Κρίσεως».
 
16. Ο Μωσαϊκός νόμος ως μη τέλειος λέγει: «Πρόσεχε σεαυτώ» (Δευτερ. δ΄ 9), ενώ ο Κύριος ως υπερτέλειος μας παρήγγειλε επί πλέον και για την διόρθωσι του αδελφού μας: «Εάν αμάρτη ο αδελφός σου ή μάλλον η υπόδειξίς σου είναι άδολη και ταπεινή, τότε μην αμελήσης την εντολή του Κυρίου και μάλιστα σε αυτούς που δέχονται την υπόδειξι. Εάν όμως δεν έχης φθάσει ακόμη σ’ αυτό το σημείο, ας εκτελής έστω την εντολή του Νόμου.
 
17. Μην εκπλήττεσαι βλέποντας και τους προσφιλείς σου να σε εχθρεύωνται (επειδή τους ελέγχεις). Διότι οι επιπόλαιοι γίνονται όργανα (και όπλα) των δαιμόνων και μάλιστα εναντίον των εναρέτων, πού είναι εχθροί των δαιμόνων.
 
18. Ένα απ’ όσα συμβαίνουν σ’ εμάς μου δημιουργεί μεγάλη έκπληξι: Ενώ στις αρετές έχομε ως βοηθούς τον παντοδύναμον Θεόν, τους Αγγέλους και τους Αγίους, και στα πάθη μόνο τον πονηρό διάβολο, πώς συμβαίνει να υποκύπτωμε ευκολώτερα και γρηγορώτερα στα πάθη; Επάνω σ’ αυτό εγώ δεν θέλω να ομιλήσω λεπτομερώς, αλλά και ούτε μπορώ.
 
19. Εάν τα διάφορα κτίσματα παραμένουν στην κατάστασι που εδημιουργήθηκαν, πώς εγώ ο άνθρωπος που εδημιουργήθηκα κατ’ εικόνα Θεού ταλαιπωρούμαι αναμεμειγμένος με την λάσπη, (το πήλινο δηλαδή σώμα); όπως λέγει ο μέγας Γρηγόριος. Εάν πάλι κάποια δημιουργήματα κατέληξαν να γίνουν κάπως διαφορετικά από τον προορισμό τους, πάντως θα πρέπει με σφοδρότητα να επιθυμούν την συγγένειά τους, (εκείνα δηλαδή με τα οποία εξ αρχής επλάσθηκαν όμοια).
 
20. Όλα τα τεχνάσματα -για να ειπώ έτσι- πρέπει κανείς να χρησιμοποιή, προκειμένου τον πηλό, (το πήλινο δηλαδή σώμα), να τον ανεβάση και να τον ενθρονίση στον θρόνο του Θεού. Κανείς λοιπόν ας μη προφασίζεται ότι αδυνατεί να ανεβή εκεί, διότι η οδός και η θύρα είναι ανοιγμένες.
 
21. Η ακρόασις των κατορθωμάτων των πνευματικών μας Πατέρων δημιουργεί στον νου και στην ψυχή φλογερό ζήλο. Η ακρόασις όμως των διδασκάλων είναι αυτή που καθοδηγεί τους ζηλωτάς στην επιτυχή μίμησι των Πατέρων.
 
22. Διάκρισις σημαίνει λύχνος μέσα στο σκοτάδι, επιστροφή των πεπλανημένων, φωτισμός όσων έχουν μυωπία. Διακριτικός σημαίνει χορηγός της υγείας, καταστροφεύς της ασθενείας.
 
23. Οι λεγόμενοι μικροθαύμαστοι, (αυτοί που θαυμάζουν και μεγαλοποιούν τα μικρά), φθάνουν σ’ αυτό το σημείο από δύο αιτίες: Ή λόγω υπερβολικής αγνοίας ή λόγω ταπεινοφροσύνης, ή οποία τους κάνει να εξυψώνουν και να εκθειάζουν τα κατορθώματα του πλησίον.
 
24. Ας αγωνιζώμαστε να μην είμαστε μόνο παλαισταί αλλά και πολεμισταί των δαιμόνων. Διότι οι πρώτοι άλλοτε κτυπούν και άλλοτε κτυπούνται, ενώ οι δεύτεροι πάντοτε καταδιώκουν τον εχθρό.
 
25. Όποιος ενίκησε τα πάθη, αυτός πληγώνει τους δαίμονας και με τον εξής τρόπο: Υποκρίνεται ότι είναι κυριευμένος από τα πάθη και εξαπατώντας έτσι τους εχθρούς του μένει απολέμητος. Όπως συνέβη με κάποιον αδελφό, πού ενώ κάποτε υπέστη ατιμίες δεν εταράχθη καθόλου η καρδιά του, παρά μόνο προσευχήθηκε νοερώς. Εν συνεχεία όμως άρχισε να διαμαρτύρεται και να οδύρεται για τις ατιμίες πού υπέστη, και έτσι με ένα προσποιητό πάθος έκρυψε την απάθειά του. Και άλλος πάλι αδελφός ενώ δεν είχε την παραμικρή όρεξι για προεδρία, επροσποιείτο ότι πολύ έπασχε γι’ αυτήν.
 
Πώς δε να σου περιγράψω την αγνότητα εκείνου, ο οποίος εισήλθε στο πορνείο δήθεν για να αμαρτήση, και έτσι ανέσυρε την πόρνη στην ζωή της ασκήσεως![1] Σε έναν πάλι ησυχαστή έφερε κάποιος πρωί – πρωί ένα σταφύλι. Και εκείνος, μόλις ανεχώρησε αυτός πού το έφερε, αν και δεν είχε όρεξι, το κατεβρόχθισε αμέσως με υπερβολική βουλιμία, παρουσιάζοντας έτσι τον εαυτό του ως γαστρίμαργο στους δαίμονες.
 
Ένας άλλος πάλι πού έχασε μερικά θαλλία, όλη την ημέρα έδειχνε πολύ πικραμένος γι’ αυτό.
 
Σε όσους όμως χρησιμοποιούν αυτήν την μέθοδο χρειάζεται μεγάλη νήψις, μήπως και επιχειρώντας να εμπαίξουν τους δαίμονας καταλήξουν στον εμπαιγμό του εαυτού τους. Αυτοί που χρησιμοποιούν επιτυχώς αυτή την μέθοδο είναι μόνο εκείνοι για τους οποίους κάποιος είπε: «Ως πλάνοι και αληθείς» (Β΄ Κορ. ς΄ 8).
 
26. Όποιος επιθυμή να παραστήση ενώπιον του Χριστού αγνό το σώμα και να του παρουσιάση καθαρή την καρδιά, ας τηρή την αοργησία και την εγκράτεια. Διότι χωρίς αυτές τις αρετές όλοι οι κόποι μας είναι μάταιοι.
 
27. Σε διαφορετικούς βαθμούς αντιλαμβάνονται το υλικό φως οι οφθαλμοί. Ομοίως πολλές φορές και διαφορετικές είναι οι λάμψεις και οι επισκέψεις του νοητού Ηλίου μέσα στις ψυχές. Άλλες δηλαδή γίνονται με τα δάκρυα του σώματος και άλλες με τα δάκρυα της ψυχής, άλλες με τα σωματικά μάτια και άλλες με τα ψυχικά. Διαφορετικές είναι όσες προέρχονται από την ακρόασι κάποιου λόγου και διαφορετικές όσες εκδηλώνονται σαν αυθόρμητο σκίρτημα ψυχικής αγαλλιάσεως. Διαφορετικές οι προερχόμενες από την ζωή της ησυχίας και διαφορετικές από την ζωή της υπακοής. Επί πλέον υπάρχει και μία ιδιαιτέρα περίπτωσις: Κατ’ αυτήν ο νους δι΄ εκστάσεως παρουσιάζεται ενώπιον του Χριστού «αρρήτως και αφράστως» έν μέσω (νοερού) φωτός.
 
28. Υπάρχουν οι αρετές, αλλά υπάρχουν και οι μητέρες των αρετών. Ο δε συνετός άνθρωπος αγωνίζεται περισσότερο για να αποκτήση τις μητέρες. Περί των μητέρων διδάσκει ο ίδιος ο Θεός με κάποια ιδιαιτέρα ενέργεια. Περί των θυγατέρων όμως μπορούν να διδάσκουν πολλοί.
 
29. Ας προσέξωμε μήπως αναπληρώνωμε την ολιγοφαγία με πολυϋπνία, διότι αυτό είναι έργο αφροσύνης, καθώς επίσης και το αντίθετο είναι έργο συνέσεως, (να καταπολεμήται δηλαδή η τυχόν πολυφαγία με την ολιγοϋπνία). Είδα ωρισμένους αγωνιστάς σε κάποια περίστασι να υποχωρούν κάπως στην επιθυμία της κοιλίας. Γρήγορα όμως και χωρίς καθυστέρησι οι ανδρείοι αυτί εβασάνισαν την «τάλαινα», δηλαδή την κοιλία, με ολονύκτιο αγρυπνία και την έμαθαν να αποστρέφεται στο εξής μετά χαράς τον χορτασμό.
 
30. Πολεμεί πολύ ισχυρά ο δαίμων της φιλαργυρίας τους ακτήμονας. Και όταν δεν κατορθώση τίποτε, τότε με την πρόφασι της ελεημοσύνης προς τους πτωχούς πείθει τους αΰλους να γίνουν πάλι υλικοί.
 
31. Όταν είμαστε καταβεβλημένοι ψυχικά από τις αμαρτίες μας, ας ενθυμούμεθα συνεχώς την εντολή του Κυρίου στον Πέτρο να συγχωρή «εβδομηκοντάκις επτά» αυτόν που αμαρτάνει. Διότι ο Κύριος που παρήγγειλε κάτι τέτοιο στον άλλον, αυτός οπωσδήποτε θα το τηρήση πολύ περισσότερο. Όταν αντιθέτως υπερηφανευώμαστε έν γένει για τις αρετές μας, ας ενθυμηθούμε πάλι αυτόν πού είπε: «Όστις τελέσει πάντα τον πνευματικός νόμον, πταίσει δε έν ενί πάθει - τουτέστιν έν υψηλοφροσύνη – γέγονε πάντων ένοχος» (Ιακώβ. β΄ 10).
 
32. Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ωρισμένοι πονηροί και φθονεροί δαίμονες υποχωρούν εκουσίως και δεν πολεμούν τους Αγίους. Και τούτο, για να μη τους προξενήσουν στεφάνους, με πολέμους από τους οποίους δεν περιμένουν νίκη.
 
33. «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί» (Ματθ. ε΄ 9). Κανείς δεν αντιλέγει. Εγώ όμως είδα και «εχθροποιούς» οι οποίοι υπήρξαν μακάριοι! Ήταν κάποτε δύο που συνεδέοντο με αμαρτωλή σχέσι. Και κάποιος από τους γνωστικούς πατέρας, σπουδαιότατος στην αρετή, εδημιούργησε μίσος μεταξύ τους, κατηγορώντας τον έναν στον άλλον ότι τον ύβριζε, και αντιθέτως. Έτσι κατώρθωσε ο πάνσοφος να αποκρούση με ανθρώπινη πονηρία την κακία των δαιμόνων και να δημιουργήση μίσος πού διέσπασε τον αμαρτωλό δεσμό.
 
34. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι χάριν μιας εντολής παραβαίνουν την άλλη. Είδα κάποτε δύο νέους αγαπημένους μεταξύ τους κατά Θεόν. Επειδή όμως αντελήφθησαν ότι μερικοί εβλάπτοντο και εσκανδαλίζοντο, εσυμφώνησαν μεταξύ τους να κρατηθούν ωρισμένο καιρό σε απόστασι.
 
35. Όπως δεν ταιριάζουν ο γάμος με την κηδεία, έτσι και η υπερηφάνεια με την απόγνωσι. Μερικές φορές όμως είναι δυνατόν να τα συναντήση κανείς μαζί, από την ακαταστασία των δαιμόνων.
 
36. Υπάρχουν μερικοί ακάθαρτοι δαίμονες πού μόλις αρχίση κάποιος την μελέτη της Αγίας Γραφής του αποκαλύπτουν την ερμηνεία της. Τούτο ιδιαίτερα αγαπούν να το κάνουν σε καρδιές κενοδόξων ανθρώπων και μάλιστα μορφωμένων με την κατά κόσμον παιδεία. Και αποσκοπούν να τους ρίξουν σε αιρέσεις και βλάσφημες ιδέες απατώντας τους σιγά-σιγά. Θα αντιληφθούμε δε καλώς την δαιμονική αυτή θεολογία ή καλύτερα βαττολογία από την ταραχή και την ακατάστατη και άτακτη ευχαρίστησι πού δημιουργείται στην ψυχή την ώρα της εξηγήσεως.
 
37. Όλα τα πράγματα έλαβαν από τον Δημιουργό τάξι και αρχή, μερικά δε και τέλος. Το τέλος όμως της αρετής είναι χωρίς τέλος – «πέρας απέραντον». Διότι όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «Πάσης συντελείας είδον πέρας∙ πλατεία δε και απέραντος η εντολή σου σφόδρα» (Ψαλμ. ριη΄ 96).
 
38. Εάν μερικοί αγωνισταί «πορεύωνται έκ δυνάμεως είς δύναμιν» (Ψαλμ. πγ΄ 8), από την δύναμι δηλαδή της πράξεως στην δύναμι της θεωρίας∙ και εάν «η αγάπη ουδέποτε λήγη» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 8)∙ και εάν, όπως αναφέρεται πάλι στην Γραφή, «ο Κύριος φυλάξη την είσοδον του φόβου σου και την έξοδον της αγάπης σου» (Ψαλμ. ρκ΄ 8)∙ άρα το τέλος της είναι χωρίς τέλος – «πέρας απέραντον». Όσο και αν προχωρούμε σ’ αυτήν, ποτέ δεν θα παύσωμε, όχι μόνο στην παρούσα, αλλά ούτε στην μέλλουσα ζωή, από του να λαμβάνωμε και να προσθέτωμε φως γνώσεως επάνω στο φως. Θα λεχθή δε και τούτο, όσο και αν φανή σε πολλούς παράδοξο: Σύμφωνα με τον προηγούμενο συλλογισμό, ω μακάριε, θα ετολμούσα να ειπώ ότι ούτε οι Άγγελοι σταματούν να προοδεύουν. Λέγω δε ότι προσθέτουν περισσότερη δόξα στην δόξα τους και γνώσι στην γνώσι τους.
 
39. Μη θαυμάσης για το ότι πολλές φορές οι δαίμονες μας φέρνουν και αγαθούς λογισμούς. Μας τους φέρνουν μέν, αλλά έν συνεχεία εναντιώνονται νοερώς σ’ αυτούς. Και τούτο, για να μας πείσουν ότι ακόμη και τις πιο μυστικές σκέψεις των καρδιών μας τις γνωρίζουν[2].
 
40. Να μη θέλης να γίνεσαι αυστηρός δικαστής εκείνων οι οποίοι αναπτύσουν θαυμάσιες διδασκαλίες, βλέποντάς τους κάπως οκνηρούς στην πρακτική. Διότι πολλές φορές την έλλειψί τους στα έργα την αναπληρώνει η ωφέλεια πού προξενεί ο λόγος τους. Ασφαλώς δεν τα κατέχομε όλοι εξ ίσου όλα. Σε μερικούς ο λόγος υπερτερεί του έργου. Σε άλλους πάλι το δεύτερο υπερέχει του πρώτου.
 
41. Ο Θεός ούτε έπλασε ούτε εδημιούργησε κανένα κακό. Κάποιοι όμως απατήθηκαν πού ισχυρίσθηκαν ότι μερικά από τα πάθη υπάρχουν έκ φύσεως στην ψυχή. Δεν έλαβαν υπ’ όψιν τους ότι εμείς ωρισμένες στοιχειώδεις κλίσεις της φύσεώς μας τις μετεστρέψαμε σε πάθη. Επί παραδείγματι: Εκ φύσεως υπάρχει μέσα μας η δυνατότης της σαρκικής σποράς για την γέννησι τέκνων. Εμείς όμως αυτό το μεταβάλαμε σε πορνεία. Εκ φύσεως υπάρχει μέσα μας ο θυμός εναντίον του όφεως, και εμείς τον χρησιμοποιούμε εναντίον του πλησίον. Εκ φύσεως υπάρχει μέσα μας ο ζήλος για τις αρετές, και εμείς τον στρέφομε προς το κακό. Εκ φύσεως υπάρχει στην ψυχή η επιθυμία της δόξης, αλλά της άνω. Εκ φύσεως και το να υπερηφανευώμεθα, αλλά κατά των δαιμόνων. Ομοίως και η χαρά, αλλά εκείνη που έχει σχέσι με τον Κύριον και με την ευτυχία του πλησίον. Μας εδόθηκε ακόμη και η μνησικακία, αλλά εναντίον των εχθρών της ψυχής. Μας εδόθηκε και η επιθυμία της τροφής, αλλά όχι και της ασωτίας.
 
42. Η άοκνη ψυχή εξήγειρε εναντίον της τους δαίμονας. Όσο όμως αυξήθηκαν οι πόλεμοι, τόσο αυξήθηκαν και οι στέφανοι. Αυτός που δεν κτυπάται από τους εχθρούς δεν πρόκεται βέβαια να στεφανωθή. Και αυτός πού δεν αποκάμνει από τις τυχόν πτώσεις, θα δοξασθή ως πολεμιστής από τους Αγγέλους.
 
43. Κάποιος αφού παρέμεινε τρεις νύκτες μέσα στην γη ανεβίωσε μονίμως. Και όποιος θα νικήση τις τρεις ώρες δεν πρόκειται πλέον να αποθάνη[3].
 
44. Εάν σύμφωνα με τα παιδαγωγικά Του σχέδια ο Ήλιος, (δηλαδή ο Θεός), αφού ανέτειλε μέσα μας, «έγνω» για πρώτη φορά «την δύσιν αυτού» (Ψαλμ. ργ΄ 19), οπωσδήποτε «έθετο σκότος έν τη αποκρυφή αυτού και εγένετο νύξ» (Ψαλμ. ιζ΄ 12, ργ΄ 20). Κατ΄αυτήν την νύκτα θα έλθουν εναντίον μας οι άγριοι λέοντες πού είχαν πρό ολίγου αναχωρήσει, και όλα τα θηρία των ακανθωδών παθών ωρυόμενα να αρπάξουν από μέσα μας την ελπίδα και ζητώντας από τον Θεόν την άδεια να τραφούν από τα πάθη μας είτε με τον λογισμό είτε με την πράξι (Ψαλμ. ργ΄ 20-21).
 
«Ανέτειλε» πάλι σ΄εμάς διά της σκοτεινής ταπεινώσεως «ο ήλιος, και συνήχθησαν» όλα τα θηρία, «και είς τάς μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται» (Ψαλμ. ργ΄ 22), δηλαδή στις καρδιές των φιληδόνων ανθρώπων, και όχι σ΄ εμάς. Τότε οι δαίμονες θα ειπούν μεταξύ τους: «Εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι πάλιν μετά τούτων έλεος». Εμείς θα ειπούμε προς αυτούς: «Εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι μεθ΄ημών εγενήθημεν ευφραινόμενοι, υμείς δε διωκόμενοι» (Ψαλμ. ρκε΄ 2-3).
 
«Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης», δηλαδή σε ψυχή πού υψώθηκε επάνω από κάθε γήϊνη επιθυμία, και θα έλθη στην καρδιά πού προηγουμένως ήταν σαν Αιγυπτία, γεμάτη σκότος, «και σεισθήσονται τα χειροποίητα είδωλα» και οι πονηροί λογισμοί του νου (Ησ. ιθ΄ 1).
 
45. Εάν ο Χριστός σωματικώς φεύγη μακρυά από τον Ηρώδη, παρ΄ όλον ότι είναι παντοδύναμος, ας διδαχθούν οι προπετείς να μην εισορμούν στους πειρασμούς. Αναφέρει δε η Γραφή: «Μη δώης είς σάλον τον πόδα σου, και ού νυστάξει ο φυλάσσων σε άγγελος» (Ψαλμ. ρκ΄ 3).
 
46. Με την ανδρεία συμπλέκεται η υπερηφάνεια, όπως ο σμίλαξ με το κυπαρίσσι. Ας φροντίζωμε συνεχώς ώστε να αποφεύγωμε και τον απλό λογισμό, ότι αποκτήσαμε κάποιο αγαθό. Αφού δε εξετάσωμε επακριβώς τα γνωρίσματα αυτού του αγαθού, ας ερευνήσωμε αν υπάρχη μέσα μας, και τότε ασφαλώς θα διαπιστώσωμε τις ελλείψεις μας. Επίσης να αναζητής συνεχώς και τα σημάδια των παθών, και τότε θα ανακαλύψης πολλά μέσα σου. Αυτά δε τα πάθη, επειδή είμαστε άρρωστοι δεν μπορούμε να τα αντιληφθούμε, είτε από αδυναμία και ασθένεια είτε από ριζωμένη πολυχρόνιο συνήθεια.
 
47. Ο Θεός εξετάζει την πρόθεσι. Σε όσα όμως μπορούμε, ζητεί με φιλάνθρωπο τρόπο και έργα. Είναι μέγας αυτός πού δεν παραλείπει τίποτε από όσα μπορεί. Μεγαλύτερο όμως είναι εκείνος πού με ταπείνωσι επιχειρεί πράγματα υπέρ την δύναμί του. Πολλές φορές οι δαίμονες μας εμποδίζουν από τα πιο ελαφρά και ωφέλιμα έργα και μας προτρέπουν περισσότερο στα πλέον κοπιαστικά.
 
48. Ευρίσκω ότι ο Ιωσήφ δεν εμακαρίσθη (Γεν. λθ΄) για την απάθειά του, αλλά διότι απεστράφη την αμαρτία. Είναι απαραίτητο να αναζητήσωμε σε ποιες και σε πόσες αμαρτίες η αποστροφή στεφανώνεται. Διότι καλό μέν πράγμα είναι να αποστρέφεται κάποιος την σκιά, ανώτερο όμως το να προστρέχη στον Ήλιο της δικαιοσύνης.
 
49. Ο σκοτισμός γίνεται αιτία να σκοντάφτουμε. Το να σκοντάφτουμε γίνεται αιτία να πέφτουμε. Και το να πέφτουμε γίνεται αιτία να αποθνήσκωμε. Εκείνοι πού εσκοτίσθηκαν από τον οίνο, ενίφθηκαν πολλές φορές με νερό. Και εκείνοι πού εσκοτίσθηκαν από τα πάθη, ενίφθηκαν με δάκρυα.
 
50. Άλλο πράγμα είναι η θόλωσις (των οφθαλμών της ψυχής), άλλο ο διασκορπισμός και άλλο η τύφλωσις. Και το μέν πρώτο το θεραπεύει η εγκράτεια, το δεύτερο η ησυχία και το τρίτο η υπακοή και ο Θεός, ο οποίος προς χάριν μας έγινε «υπήκοος».
 
51. Εμείς θεωρούμε ότι δύο ειδών καθαρισμοί υπάρχουν σε όσους «φρονούσι τα άνω», παίρνοντας παράδειγμα τους δύο καθαρισμούς πού χρησιμοποιούνται κάτω στην γη. Και χαρακτηρίζομε κναφείον το έν Κυρίω κοινόβιο, διότι ξύνει και καθαρίζει τον ρύπο και το πάχος και την δυσμορφία της ψυχής. Και ως βαφείον θα ωνομάζαμε την αναχώρησι στην έρημο, διότι (βάφει με ουράνια χαρίσματα) όσες ψυχές εκαθαρίσθηκαν στο κοινόβιο από την λαγνεία και την μνησικακία και τον θυμό, και έτσι ασπάσθηκαν την ησυχαστική ζωή.
 
52. Υποστηρίζουν μερικοί ότι η πτώσις στις ίδιες αμαρτίες προέρχεται από την έλλειψι της πρεπούσης μετανοίας, η οποία χρησιμεύει σαν αντίβαρο για την διόρθωσι των προηγουμένων πταισμάτων. Ας ερευνηθή δε και τούτο, εάν αυτός πού δεν έπεσε στην ίδια αμαρτία, μετενόησε πράγματι, όπως έπρεπε να μετανοήση.
 
53. Έπεσαν στις ίδιες αμαρτίες, άλλοι μέν διότι κατέχωσαν στον βυθό της λήθης τις προηγούμενες, άλλοι δε διότι η φιληδονία τους έκανε να βλέπουν μόνο την φιλανθρωπία του Θεού, και άλλοι επειδή απελπίσθηκαν για την σωτηρία τους. Και αν δεν θα με κατηγορούσε κανείς, θα έλεγα επί πλέον, ότι η πτώσις στις προηγούμενες αμαρτίες οφείλεται και σε τούτο: Στο ότι δεν μπορούν πλέον να δέσουν εκείνον τον εχθρό, ο οποίος τους σύρει βιαίως στην αμαρτία με την τυραννία της συνηθείας.
 
54. Αξίζει να ερευνηθή το πώς η ψυχή, αν και είναι ασώματη, δεν βλέπει τι είδους είναι τα πνεύματα (άγγελοι-δαίμονες) πού την πλησιάζουν, ενώ και αυτά είναι ομοίας φύσεως. Αυτό μάλλον θα οφείλεται στην σύζευξι της ψυχής με το υλικό σώμα, πράγμα που μόνο Εκείνος πού έκανε αυτή την σύζευξι το γνωρίζει.
 
55. Κάποτε ένας από τους γνωστικούς πατέρας με ερώτησε: «Πές μου, πές μου, σε παρακαλώ, διότι θέλω να μάθω, ποια από τα πονηρά πνεύματα κάνουν τον νου του ανθρώπου να ταπεινώνεται και ποια να υπερηφανεύεται για τις αμαρτίες του»; Και ενώ εγώ απόρησα για το ζήτημα και εβεβαίωσα την άγνοιά μου με όρκο, τότε έλαβε τον λόγο εκείνος πού επιθυμούσε να διδαχθή και με εδίδαξε: «Με ολίγα λόγια –μου είπε- θα σου προσφέρω μικρή ζύμη διακρίσεως, αφίνοντάς σε να κοπιάσης μόνος σου για τα υπόλοιπα. Οι δαίμονες της σαρκός, της οργής, της κοιλιοδουλείας, της ακηδίας και του ύπνου κατά κανόνα δεν ανυψώνουν το κέρας του νου. Ενώ οι δαίμονες της φιλαργυρίας, της φιλαρχίας και της πολυλογίας και πολλοί άλλοι (το ανυψώνουν, και έτσι) στο ένα κακό προσθέτουν άλλο. Γι’ αυτό ευρίσκεται κοντά τους και ο δαίμων της κατακρίσεως.
 
56. Όποιος επισκέφθηκε κοσμικούς ή εδέχθηκε επίσκεψί τους, και μετά την ώρα ή την ημέρα του χωρισμού αισθάνθηκε στην καρδιά του βέλος λύπης –και όχι χαρά, διότι απηλλάγη από εμπόδια και παγίδες- αυτός εμπαίζεται ή από την κενοδοξία ή από την πορνεία.
 
57. Ας αναζητήσωμε πρό πάντων από πού φυσά ο άνεμος, μη τυχόν και έχομε ανοίξει τα ιστία του πλοίου προς την αντίθετη κατεύθυνσι.
 
58. Να παρηγορής με αγάπη τους ηλικιωμένους αγωνιστάς, οι οποίοι έλυωσαν τα σώματά τους στην άσκησι και να παρέχης σ΄αυτούς ολίγη ανάπαυσι. Να πιέζης τους νέους, οι οποίοι έλυωσαν τις ψυχές τους στην αμαρτία, να εγκρατεύωνται, ομιλώντας τους για την αιώνιο κόλασι.
 
59. Είναι από τα ακατόρθωτα, όπως και αλλού αναφέραμε, να ελευθερωθούμε ευθύς εξ αρχής τελείως και από την γαστριμαργία και από την κενοδοξία. Ας μην θελήσωμε όμως να πολεμήσωμε την κενοδοξία με την τρυφή –ως γνωστόν στους αρχαρίους η ήττα της γαστριμαργίας δημιουργεί κενοδοξία. Είναι καλύτερα να προσευχηθούμε κατά της κενοδοξίας, με λιτότητα και εγκράτεια. Και οπωσδήποτε για όσους το επιθυμούν «ελεύσεται ώρα, και νύν έστιν» (Ιωάν. δ΄ 23), κατά την οποία ο Κύριος θα υποτάξη και αυτήν κάτω από τα πόδια μας.
 
60. Οι νέοι και οι ηλικιωμένοι πού προσέρχονται (στην μοναχική ζωή) δεν πολεμούνται από τα ίδια πάθη. Πολλές φορές μάλιστα πάσχουν από τις πιο αντίθετες ασθένειες. Για τούτο είναι μακαρισμένη η μακαρία ταπείνωσις, διότι και στους νέους και στους ηλικιωμένους καθιστά ασφαλή και δυνατή την μετάνοια.
 
61. Μη ταραχθής γι΄αυτό που πρόκειται να ειπώ: Υπάρχουν, αν και σπανίως, ψυχές με ευθύτητα, χωρίς πονηρία, απηλλαγμένες από κάθε κακία, υποκρισία και δολιότητα. Σ΄αυτές τις ψυχές δεν συμφέρει η συμβίωσις με άλλους. Διότι μπορούν να ξεκινήσουν μαζί με τον πνευματικό τους οδηγό σαν από κάποιο λιμάνι, από την ησυχαστική ζωή, και να ανέβουν στον ουρανό, χωρίς έτσι να γευθούν και να δοκιμάσουν τους θορύβους και τα σκάνδαλα της κοινοβιακής ζωής.
 
62. Τους λάγνους μπορούν να τους ιατρεύσουν οι άνθρωποι, τους πονηρούς οι Άγγελοι, και τους υπερηφάνους μόνο ο Θεός.
 
63. Ένα είδος αγάπης είναι πολλές φορές και τούτο: Όταν μας επισκεφθή ο πλησίον, να τον αφίνουμε να κάνη σε όλα ό,τι επιθυμεί, ενώ εμείς θα του δείχνωμε όλη μας την αγάπη και την καλωσύνη.
 
64. Αξίζει να ερευνήσωμε πώς και μέχρι ποίου σημείου και πότε βλάπτει η μεταμέλεια πού γίνεται για τα καλά μας έργα[4], όπως και για τα κακά.
 
65. Ας έχωμε πολλή διάκρισι, για να γνωρίζωμε πότε πρέπει να πολεμούμε προς τα πάθη και με ποια και μέχρι ποίου σημείου, και πότε να υποχωρούμε. Διότι υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες πρέπει να προτιμήσωμε την φυγή ένεκα της αδυναμίας μας, για να μη μας εύρη ο θάνατος.
 
66. Ας παρατηρήσωμε και ας παρακολουθήσωμε πότε και πώς μπορούμε με κάποιο πικρό φάρμακο να εμέσωμε την χολή του κακού που υπάρχει μέσα μας. Ποιοι δαίμονες ανυψώνουν και ποιοί ταπεινώνουν. Ποιοι σκληρύνουν και ποιοι ανακουφίζουν. Ποιοι σκοτίζουν και ποιοι υποκρίνονται ότι φωτίζουν. Ποιοι μας κάνουν νωθρούς και ποιοι επιτηδείους στο κακό. Και ποιοι πάλι σκυθρωπούς και ποιοι χαρούμενους.
 
67. Ας μην εκπλαγούμε, εάν βλέπωμε στην αρχή του μοναχικού σταδίου τον εαυτό μας πιο εμπαθή από ό,τι στην κοσμική ζωή. Διότι πρέπει να φανερωθούν πρώτα οι κρυφές αιτίες της ασθενείας μας και έπειτα να αποκτήσωμε την υγεία. Προηγουμένως δε τα θηρία δεν εφαίνοντο, διότι ήταν κρυμμένα.
 
68. Εκείνοι που πλησιάζουν στην τελειότητα, αν συμβή και υποστούν μία μικρή ήττα από τους δαίμονας, προσπαθούν παντοιοτρόπως να ανακτήσουν σύντομα ό,τι τους αφηρέθη και μάλιστα να το πάρουν πίσω εκατό φορές περισσότερο.
 
69. Οι άνεμοι άλλοτε, σε καιρό γαλήνης, ταράζουν μόνο την επιφάνεια της θαλάσσης, άλλοτε όμως, όταν πνέουν σφοδρά, και τον βυθό. Κάτι παρόμοιο στοχάσου και για τους σκοτεινούς ανέμους της πονηρίας: Στους εμπαθείς αναστατώνουν το βάθος της καρδιάς. Στους προχωρημένους όμως μόνο την επιφάνεια του νου και έτσι αυτοί επανευρίσκουν γρηγορότερα την εσωτερική τους γαλήνη, αφού η καρδιά παρέμεινε αμόλυντη.
 
70. Μόνον οι τέλειοι είναι σε θέσι να γνωρίζουν πάντοτε ποια σκέψις μέσα στην ψυχή προέρχεται από τον εαυτό τους, ποια από τον Θεόν και ποια από τους δαίμονας.
 
Οι δαίμονες δεν προτρέπουν ευθύς εξ αρχής σε όλα τα αντίθετα. Γι΄αυτό και είναι σκοτεινό πραγματικά και δυσεπίλυτο το πρόβλημα αυτό.
 
Με τους δύο αισθητούς οφθαλμούς φωτίζεται το σώμα, και με την αισθητή και νοερά διάκρισι λαμπρύνονται οι οφθαλμοί της καρδιάς. 
____________________________


Ι.Μ.Παρακλήτου 
 
[1] Ο όσιος Σεραπίων υποκρινόμενος τον ακόλαστο εισήλθε στο δωμάτιο μιας πόρνης στην Αίγυπτο. Η προσευχή που έκανε εκεί έφερε σε κατάνυξι την πόρνη, η οποία τον ακολούθησε και τελικώς παρεδόθη σε γυναικείο Μοναστήρι, όπου έφθασε σε υψηλά μέτρα ασκήσεως και μετανοίας (βλέπε «Γεροντικόν», εκδ. Πάσχου, σελ. 117).
[2] Εκπλήσσεται κανείς για την πονηρία των πονηρών πνευμάτων, προκειμένου να εξαπατήσουν τους λογισμούς των μοναχών. Γι’ αυτό, χωρίς την καθοδήγησι διακριτικού Γέροντος, η διάκρισις των πνευμάτων και η έν γένει πνευματική πρόοδος καθίσταται ευχή ανεκπλήρωτη.
[3] Ο Χριστός παρέμεινε τρεις ημέρες και τρεις νύκτες στην γη και εν συνεχεία ανέζησε διά παντός. Εννοούνται δε ως τρεις ώρες η νεανική, η ανδρική και η γεροντική ηλικία.
[4] Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες μεταμελείται κανείς και για τα καλά του έργα; Βεβαίως! Όταν π.χ. αφιέρωσε πολύν κόπο για την απόκτησι μιας μικροτέρας αρετής και παρημέλησε έτσι κάποια σπουδαιοτέρα και βασική. Κατώρθωσε λ.χ. κάποιος την σιωπή, αλλά έμεινε πίσω στην αγάπη.
 
Πηγή: imverias.blogspot.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες