Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Γιατί και πώς πρέπει να διαβάζουμε την Αγία Γραφή.

http://www.novinar.de/wp-content/uploads/2008/11/cuvja-veru-sinko.jpg
 
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
 

  http://ghopministries.ca/images/uploadedImages/215/Praying-Hands-over-Bible.jpg

Η Αγία Γραφή είναι κατά κάποιον τρόπο η βιογραφία του Θεού στον κόσμο αυτό. Και μάλιστα από την Αγία Γραφή η Καινή Διαθήκη είναι η βιογραφία του σαρκωθέντος Θεού σ' αυτόν τον κόσμο.

Μέσα σ' αυτήν περιγράφεται πώς ο Θεός, για να δείξει τον Εαυτό Του στους ανθρώπους, έστειλε τον Θεό Λόγο, ο οποίος σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος, και σαν άνθρωπος είπε στους ανθρώπους όλα όσα ο Θεός έχει, όλα όσα ο Θεός επιθυμεί για τον κόσμο αυτόν και για τους ανθρώπους που ζουν σ' αυτόν. Αποκάλυψε ο Θεός Λόγος το σχέδιο του Θεού προς τον κόσμο. Ο Θεός Λόγος με τη βοήθεια του λόγου, έδειξε τον Θεό στους ανθρώπους, όσο είναι δυνατό ο ανθρώπινος λόγος να περιλάβει τον Απερίληπτο Θεό. Ό,τι είναι απαραίτητο στον κόσμο αυτό και στους ανθρώπους που ζουν σ' αυτόν, ο Κύριος το έδωσε μέσα στην Αγία Γραφή. Μέσα σ' Αυτήν έδωσε τις απαντήσεις για όλα τα ερωτήματα. Δεν υπάρχουν ερωτήματα που να βασανίζουν την ανθρώπινη ψυχή και για τα οποία να μην έχει δοθεί μέσα στην Αγία Γραφή είτε άμεση είτε έμμεση απάντηση. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να επινοήσουν περισσότερα ερωτήματα απ' όσες απαντήσεις υπάρχουν μέσα στην Αγία Γραφή. Το ότι δεν βρίσκεις στην Αγία Γραφή απάντηση σε κάποιο σου ερώτημα, σημαίνει ή ότι έθεσες ασήμαντο ερώτημα ή ότι δεν μπόρεσες να διαβάσεις την Αγία Γραφή και να πάρεις την τελική απάντηση.

Στην Αγία Γραφή ο Θεός έδειξε:
 
Τί είναι ο κόσμος, από πού προέρχεται, για ποιο λόγο υπάρχει, προς τα πού πορεύεται, πού θα καταλήξει.

Τί είναι ο άνθρωπος, από πού έρχεται, πού πηγαίνει, ποιά είναι η ουσία του, για ποιό λόγο υπάρχει, πώς θα τελειωθεί.

Τί είναι τα ζώα, τί είναι τα φυτά, για ποιο λόγο υπάρχουν, τί εξυπηρετεί η ύπαρξή τους, τί προσφέρουν.

Τί είναι το καλό, από πού προέρχεται, πού οδηγεί, για ποιο λόγο υπάρχει, πώς αποκτάται.

Τί είναι το κακό, από πού προέρχεται, πώς υπάρχει, για ποιό λόγο υπάρχει, πώς θα τελειώσει.

Τί είναι δίκαιοι και τί αμαρτωλοί, πώς από έναν αμαρτωλό βγαίνει δίκαιος και πώς ένας επηρμένος δίκαιος μπορεί να καταντήσει αμαρτωλός. Πώς ο άνθρωπος υπηρετεί τον Θεό και πώς τον διάβολο. Ολόκληρος ο δρόμος από το αγαθό ως το κακό, από τον Θεό ως τον διάβολο.

Όλα, από την αρχή ως το τέλος, ολόκληρος ο δρόμος του ανθρώπου από την σάρκα ως το Θεό, από τη σύλληψή του μέχρι την εκ νεκρών ανάστασή του.

Τί είναι η ιστορία του κόσμου, η ιστορία του ουρανού και της γης, τί είναι η ιστορία της ανθρωπότητος, ποιός ο δρόμος τους, ο σκοπός και η τελείωσή τους.

Γενικά, ο Θεός στην Αγία Γραφή είπε όσα χρειάζονταν να πει στους ανθρώπους. Στην Αγία Γραφή βρίσκεται η βιογραφία του κάθε ανθρώπου, του καθενός μας ανεξαιρέτως. Σ' αυτήν ο καθένας μας μπορεί να βρει ολόκληρο τον εαυτό του να παρουσιάζεται και να περιγράφεται λεπτομερώς: όλες οι αρετές σου και τα ελαττώματα που έχεις και δεν έχεις. Θα βρεις τους δρόμους μέσω των οποίων η ψυχή σου και η ψυχή κάθε ανθρώπου, βαδίζει από την αμαρτία στην τελειότητα και ολόκληρο το δρόμο από τον άνθρωπο ως το Θεό και από τον άνθρωπο ως το διάβολο. Στην Αγία Γραφή θα βρεις τρόπους πώς ν' απελευθερωθείς από την αμαρτία, θα βρεις με μια λέξη, όλη την ιστορία της αμαρτίας και της αμαρτωλότητος, και όλη την ιστορία της αρετής και των δικαίων.

Είσαι θλιμμένος; Στην Αγία Γραφή θα βρεις παρηγοριά.
 
Είσαι λυπημένος; Την χαρά.
 
Είσαι θυμώδης; Την γαλήνη.
 
Είσαι εμπαθής; Την σωφροσύνη.
 
Είσαι άφρων; Την σοφία.
 
Είσαι κακός; Την καλοσύνη.
 
Είσαι εγκληματίας; Το έλεος και την δικαιοσύνη.
 
Είσαι μισάνθρωπος; Την αγάπη.
 
Σ' αυτήν θα βρεις φάρμακο για όλες σου τις ατέλειες και τα ελαττώματα, και τροφή για όλες σου τις αρετές και τις ασκήσεις.
 
Είσαι αγαθός; Η Αγία Γραφή θα σε μάθει να γίνεις αγαθώτερος και αγαθώτατος.
 
Είσαι ευαίσθητος; Αυτή θα σε μάθει την αγγελική τρυφερότητα.
 
Είσαι έξυπνος; Αυτή θα σε μάθει την σοφία.
 
Αγαπάς την ομορφιά και την ωραιότητα του τρόπου και του λόγου; Δεν υπάρχει ωραιότερος και συγκινητικώτερος από τον λόγο που υπάρχει στο βιβλίο του Ιώβ, και του Σολομώντος, και του Δαβίδ, και του Ιωάννου του Θεολόγου, και του Αποστόλου Παύλου... Εδώ η μουσική, η αγγελική μουσική της αιώνιας αλήθειας του Θεού, ντύθηκε με ανθρώπινες λέξεις.

Όσο περισσότερο ο άνθρωπος διαβάζει και μελετά την Αγία Γραφή, τόσο περισσότερο βρίσκει αιτίες όλο και πιο πολύ να την μελετά ασταμάτητα. Αυτή είναι, κατά τους λόγους του Αγίου Χρυσοστόμου, σαν την εύοσμο ρίζα, που όσο περισσότερο τρίβεται, τόσο περισσότερο ευωδιάζει.

Όσο βασικό είναι το γιατί πρέπει να διαβάζει κανείς την Αγία Γραφή, το ίδιο επίσης βασικό είναι το...

Πώς πρέπει να διαβάζει κανείς την Αγ. Γραφή.
 
Οι άγιοι Πατέρες, με επικεφαλής τον Άγιο Χρυσόστομο, είναι οι καλύτεροι καθηγητές σ' αυτό. Ο Αγιος Χρυσόστομος, μπορούμε να πούμε, έγραψε το Πέμπτο Ευαγγέλιο. Οι άγιοι Πατέρες συνιστούν σοβαρή προετοιμασία για την ανάγνωση και την μελέτη της Αγίας Γραφής. Και η προετοιμασία έγκειται σε τί; Κατ' αρχήν στην προσευχή. Προσευχήσου στον Κύριο να φωτίσει τον νου σου, ώστε να κατανοήσεις τους λόγους της Αγίας Γραφής, και να χαριτώσει την καρδιά σου να αισθανθείς την αλήθεια των λόγων αυτών και την ζωή. Συνειδητοποίησε ότι αυτά είναι τα λόγια του Θεού, που Αυτός ο Ίδιος απευθύνει σε σένα. Η προσευχή, σε σχέση με τις άλλες ευαγγελικές αρετές, είναι η καταλληλότερη για να καταστήσει ικανό τον άνθρωπο να κατανοήσει την Αγία Γραφή.

Και πώς πρέπει να διαβάζεται η Αγ. Γραφή.
 
Με προσευχή, φόβο και σεβασμό, γιατί σε κάθε λέξη υπάρχει και από μια σταγόνα αιώνιας αλήθειας, και όλες οι λέξεις αποτελούν απέραντο ωκεανό της Αιώνιας Αλήθειας. Η Αγία Γραφή δεν είναι βιβλίο, αλλά ζωή. Γιατί οι λέξεις της «πνεύμα και ζωή εστιν» (Ιωάν. 6, 63), γι' αυτό μπορούν να γίνουν καταληπτές εάν τις κάνουμε ψυχή της ψυχής μας και ζωή της ζωής μας. Αυτό είναι βιβλίο που διαβάζεται με ζωή, με έργο. Πρώτα αξίζει να ζήσει κανείς και μετά να καταλάβει... Δούλεψε για να καταλάβεις. Αυτό είναι βασικός κανόνας της ορθοδόξου ερμηνευτικής...

Ξέρετε πότε ο άνθρωπος είναι σοφός μπροστά στα μάτια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού; Όταν ακούει τους λόγους και τους εκτελεί. Η αρχή της σοφίας είναι η υπακοή στον λόγον του Θεού (Ματθ. 7, 24). Κάθε λόγος του Σωτήρος έχει την ισχύ και την δύναμη να θεραπεύσει και τις φυσικές και τις ψυχικές ασθένειες. «Ειπέ λόγω, και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. 8, 8). Ο Σωτήρ «είπε λόγω» και θεραπεύθηκε ο δούλος του εκατοντάρχου. Όπως τότε, έτσι και τώρα, ο Κύριος αδιάκοπα επαναλαμβάνει τους λόγους Του και σε σένα και σε μένα και σ' όλους μας. Μόνο πρέπει να σταθούμε, να εμβαθύνουμε σ' αυτούς και να τους δεχθούμε με την πίστη του εκατοντάρχου. Και το θαύμα θα γίνει και σε μας. Και θα θεραπευθεί η ψυχή μας όπως ακριβώς θεραπεύθηκε ο δούλος του εκατοντάρ­χου. Γιατί στο Ευαγγέλιο είναι γραμμένο και το ακόλουθο: «προσήνεγκαν αυτώ δαιμονιζομένους πολλούς και εξέβαλε τα πνεύματα λόγω, και πάντας τους κα­κώς έχοντας εθεράπευσεν» (Ματθ. 8, 16). Αυτό κάνει και σήμερα, γιατί ο Κύριος «Ιησούς Χριστός χθες και σήμερον ο Αυτός, και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13, 8).

Στην μέλλουσα Κρίση θα κριθούν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στο λόγο του Θεού.

Και θα είναι ανεκτότερη η γη των Σοδόμων και της Γομόρρας απ' ό,τι η ημέρα της κρίσεως γι' αυτούς (Ματθ. 10, 14-15). Πρόσεξε! Στην τελική κρίση θα σου ζητηθεί λόγος, για το τί έκανες με τους λόγους του Θεού, για το αν τους υπάκουσες και υιοθέτησες, αν χαιρόσουν ή ντρεπόσουν γι' αυτούς. Αν ντρεπόσουν γι' αυτούς, και ο Θεός θα ντραπεί για σένα «όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός Αυτού μετά των αγγέλων των αγίων» (Μάρκ. 8, 38). Λίγες είναι οι λέξεις των ανθρώπων που δεν είναι έρημες και κενές, γι' αυτό και είναι λίγες εκείνες για τις οποίες δεν θα κριθούμε (Ματθ. 12, 36). Για ν' αποφύγει αυτό ο άνθρωπος πρέπει να μελετήσει και να μάθει τα λόγια του Θεού από την Αγία Γραφή, να τα οικειοποιηθεί. Γιατί γι' αυτόν το λόγο ο Θεός τα ανακοίνωσε στους ανθρώπους, για να τα κάνουν κτήμα τους και μέσω αυτών να κάνουν δική τους και την ίδια την Αλήθεια του Θεού.

Σε κάθε λόγο του Σωτήρος υπάρχει περισσότερη αιωνιότητα και αφθαρσία, απ' ό,τι σ' ολόκληρο τον ουρανό και σ' ολόκληρη την γη με ολόκληρη την ιστορία τους. Γι' αυτό ο Κύριος είπε: «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» (Ματθ. 24, 35). Αυτό σημαίνει ότι στους λόγους του Σωτήρος υπάρχει ο Θεός και κάθε τι θεϊκό, γι' αυτό δεν θα παρέλθουν. Ο άνθρωπος που τους οικειοποιείται γίνεται πιο άφθαρτος από τον ουρανό και την γη, γιατί μέσα σ' αυτούς υπάρχει μία δύναμη που κάνει τον άνθρωπο αθάνατο και αιώνιο....

Στους λόγους του Θεού υπάρχει κάποιος χυμός αθανασίας, ο οποίος με την ανάγνωση των λόγων Του πέφτει σταγόνα - σταγόνα στην ψυχή του ανθρώπου και την ζωογονεί από το θάνατο και τη φθορά. Αυτό αποκαλύπτει ο Σωτήρ όταν λέει: «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον... και μεταβέβηκε εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5, 24). Τούτο σημαίνει ότι με την ανάγνωση, και την εκμάθηση των λόγων του Θεού διδάσκεσαι την αθανασία και την αιωνιότητα, διδάσκεσαι την αθάνατη και αιώνια ζωή. Αν πιστεύεις σ' αυτούς τους λόγους μ' όλη σου την πίστη, έμαθες ήδη τί είναι αιώνια ζωή και πέρασες από τον θάνατο στη ζωή. Γι' αυτό ο Σωτήρ επιμένει αποφασιστικά: «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον εμόν λόγον τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα» (Ιω­άν. 8, 51).

Κάθε λόγος του Χριστού είναι γεμάτος Θεό, γι' αυτό όταν εισέρχεται στην ψυχή του ανθρώπου, την καθαρίζει από κάθε ρύπο. Από κάθε του λόγο βγαίνει δύναμη, η οποία καθαρίζει από την αμαρτία...

Κάθε λόγος του Σωτήρος είναι γεμάτος Αλήθεια και όταν εισέλθει στην ψυχή την αγιάζει σ' όλη την αιωνιότητα...

Σε κάθε λόγο του Σωτήρος υπάρχουν πολλές υπερφυσικές αλήθειες και ευλογίες. Και αυτό είναι που χαριτώνει την ψυχή του ανθρώπου, όταν ο λόγος του Χριστού την επισκεφτεί... Σαν ζώσα χαροποιός δύναμη, ο λόγος του Θεού ενεργεί θαυματουργικά και ζωοδοτικά, όταν ο άνθρωπος τον ακούει και τον δέχεται με πίστη (Α' Θεσ. 2, 13). Όλα έχουν σπιλωθεί από την αμαρτία, αλλά και όλα καθαρίζονται με τον λόγο του Θεού και την προσευχή, τα πάντα, κάθε δημιούργημα του Θεού από τον άνθρωπο ως το σκουλήκι (Α' Τιμ. 4, 6). Με την Αλήθεια που φέρει μέσα του, με την Δύναμη που έχει μέσα του, ο λόγος του Θεού είναι «τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον και διικνούμενος άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών, και κριτικός ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (Εβρ. 4, 12)....

Όλοι οι λόγοι, που είπε ο Θεός στους ανθρώπους, προέρχονται από τον Αιώνιο Λόγο, που είναι Λόγος ζωής και παρέχει Αιώνια ζωή. Ζώντας με τον Λόγο αυτό ο άνθρωπος αναγεννάται από το θάνατο στη ζωή. Γεμίζοντας τον εαυτό του με την αιώνια ζωή, ο άνθρωπος γίνεται νικητής του θανάτου και κοινωνός θείας φύσεως (Β' Πέτρ. 1, 4) και η μακαριότητά του δεν θα έχει τέλος.

Σ' όλα αυτά το βασικό, το βασικώτερο, είναι η πίστη και το αίσθημα αγάπης προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Γιατί με την θαλπωρή αυτού του αισθήματος ανοίγεται το μυστήριο κάθε λόγου του Θεού, όπως με την θαλπωρή των ακτίνων του ήλιου ανοίγει ο κάλυκας του εύοσμου λουλουδιού. Αμήν.

____________________________________
 
22 Δεκεμβρίου 1929, πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς
(Από το Δελτίο της Ενορίας Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας, 1979).

"Για να γνωρίσουμε την ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ, το θεόσδοτο βιβλίο της σωτηρίας μας", Εκδ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ». 
 
Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr
 
(Σχόλιο Εγκολπίου: Επειδή δυστυχώς οι νεοέλληνες δεν μελετούν την Αγία Γραφή αντικρίζουμε την τραγική κατάσταση που όσοι έχουν μάτια βλέπουν και βιώνουν. Αν οι ορθόδοξοι μελετούσαν την πηγή της αλήθειας, δεν θα έπεφταν θύματα του κάθε είδους γεροντισμού, οπαδισμού και λατρείας ομάδων και προσώπων. 

Η πατρίδα μας είναι κατ' αναλογίαν πληθυσμού μέσα στις χώρες με τους περισσότερους ναούς. Οι ενοριακοί και μοναστηριακοί υπολογίζονται στους 9.792, χωρίς να γνωρίζουμε τον αριθμό των ιδιωτικών ναών, των παρεκκλησίων στα αστικά κέντρα και την επαρχία καθώς και των ναών εντός κοιμητηρίων. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο αριθμός είναι πολλαπλάσιος! 

Αλλά έχουμε το θλιβερό προνόμιο να είμαστε ανάμεσα στα χριστιανικά έθνη εκείνο που έχει τις τελευταίες θέσεις στο κεφαλαιώδες ζήτημα της μελέτης της Αγίας Γραφής. Ένας διαμαρτυρόμενος ιεραπόστολος φέρεται να είχε πει παλιά ότι η Ελλάδα είναι η χώρα με τους πολλούς ναούς αλλά με τον πιο αδιάβαστο λαό στην Αγία Γραφή. Μάλλον είχε δίκιο. Εξ ού και το αποτέλεσμα να ακούγεται συνεχώς το ακαταμάχητο επιχείρημα, ''ο πνευματικός μου είπε αυτό'', ''ο γέροντας μας δεν δέχεται αυτό'', ''ο παπάς της ενορίας μας είπε να κάνουμε έτσι''. 
 
Το αν ο τάδε πνευματικός ή γέροντας αυτά που λέει είναι αντίθετα από την αλήθεια του Ευαγγελίου σχεδόν κανείς δεν το σκέφτεται. Γι' αυτό το αποτέλεσμα είναι σχεδόν σίγουρο όπως μας το λέει ο Κύριος Ιησούς, τυφλός εάν τυφλό οδηγεί θα πέσουν σε παγίδα.)

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Η ψύχρανση του πνευματικού ζήλου και οι αιτίες της.

http://www.vaseljenska.com/wp-content/uploads/2017/02/146-15-portrait-620x330.jpg
 
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

ΦΟΒΑΣΑΙ. Αμφιβάλεις αν θα καταφέρεις να ολοκληρώσεις την προσπάθειά σου, μολονότι έκανες μια φιλότιμη αρχή. Ναι, πρέπει να το φοβάσαι αυτό, γιατί καθώς είμαστε συχνά άστατοι, προκαλούμε βλάβη στον εαυτό μας. Μη στηρίζεσαι στις δυνάμεις σου. Απόθεσε κάθε ελπίδα σου στον Θεό. Από την ανησυχία και το φόβο της αποτυχίας όχι μόνο δεν θα ζημιωθείς, αλλ’ απεναντίας και θα ωφεληθείς, αν πρώτον δεν απελπιστείς και δεύτερον ακουμπήσεις και στηριχθείς στον παντοδύναμο Κύριο. Διατήρησε αυτή την καλή ανησυχία. Να φοβάσαι μήπως λυπήσεις τον αγαπημένο σου Κύριο. Και να σκέφτεσαι πως αύριο έρχεται ο θάνατος. Αργότερα, την ανησυχία θα την αντικαταστήσει η στέρεη ελπίδα της σωτηρίας.

Προς το παρόν όμως μην την αποδιώξεις. Σου χρειάζεται. Θα πυροδοτεί τον ενθουσιασμό σου, θα σε απομακρύνει από επιβλαβείς αδυναμίες και θα σε παρακινεί σε ακατάπαυστη καρδιακή ικεσία: «Κύριε, βοηθησέ με! Κύριε σώσε με! Και σώσε με την ανάξια, με τον τρόπο που Εσύ ξέρεις!». Αυτή είναι η έμπονη συντριβή της καρδιάς ενώπιον του Κυρίου. Οι εχθροί, τόσο οι εσωτερικοί όσο και εξωτερικοί είναι ισχυροί. Δεν ξέρεις τι θύελλες θα ξεσπάσουν απ’ έξω και μέσα σου. Κάθε στιγμή μπορεί να παραπατήσεις και να πέσεις. Γι’ αυτό μη σταματάς, να κραυγάζεις, «Κύριε, σώσε με!», με καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ (Ψαλμ. 50: 19) γιατί μια τέτοια καρδιά ο Θεός ποτέ δεν την περιφρονεί. Μην το ξεχάσεις: Όποιος έχει αμετάπτωτο το βίωμα της έμπονης συντριβής ενώπιον του Κυρίου, βίωμα που προέρχεται από την επίγνωση των κινδύνων και των δυσκολιών της πνευματικής ζωής, αυτός βρίσκεται στον σωστό δρόμο.

“Να δώσει ο Θεός”, γράφεις, “ ώστε ο τωρινός πνευματικός μου ζήλος να μην καταπέσει αργότερα”. Να δώσει ο Θεός, ναι, ώστε ο πνευματικός σου ζήλος να μην καταπέσει όχι αργότερα, αλλά ποτέ! Όταν υπάρχει αυτός ο ζήλος υπάρχει πνευματική ζωή˙ όταν δεν υπάρχει ο ζήλος, ούτε πνευματική ζωή υπάρχει. Η εξάτμιση του πνευματικού ζήλου συνεπάγεται διακοπή της πνευματικής αναπνοής και ανακοπή της πνευματικής καρδιάς. Το πνεύμα είτε πεθαίνει είτε αδρανεί. Γι’ αυτό, το πρώτο μέλημα του ανθρώπου που μπαίνει στο δρόμο του Θεού, πρέπει να είναι η διατήρηση με κάθε δυνατό τρόπο του ζήλου, της προθυμίας της φιλοτιμίας και της φιλοπονίας. Ο πνευματικός ζήλος και η έμπονη συντριβή ενώπιον του Κυρίου, για την οποία έγραψα πιο πάνω, είναι τα θεμέλια της πνευματικής ζωής, η ασπίδα της και ο προμαχώνας της. Αντίθετα, ο μεγαλύτερος εχθρός της είναι η ψύχρανση του ζήλου. Φοβερό πράγμα! Πρέπει να ξέρεις ωστόσο, πως η ψύχρανση αυτή δεν είναι σε κάθε περίπτωση οριστική ούτε αυτόχρημα καταστροφική. Πολλές φορές ακολουθεί είτε μιάν αλόγιστη υπερένταση των δυνάμεων της ψυχής είτε μιάν ασθένεια του σώματος.

Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πρόκειται για κατάσταση μόνιμη και επιβλαβή όπως απεναντίας συμβαίνει, όταν η ψύχρανση ακολουθεί την εκούσια απόρριψη της ευσέβειας και την ενσυνείδητη επιλογή της ασέβειας, παρά την αντίθεση και την διαμαρτυρία της συνειδήσεως. Τότε είναι που το πνεύμα νεκρώνεται και η πνευματική ζωή τερματίζεται. Αυτό το ενδεχόμενο να φοβάσαι πάνω απ’ όλα, να το φοβάσαι σαν τη φωτιά και σαν το θάνατο.

Και να θυμάσαι πως είναι το πρώτο ολέθριο επακόλουθο της απώλειας, πρώτον της προσοχής και δεύτερον του θείου φόβου. Αν λοιπόν πάντοτε προσέχεις τον εαυτό σου και φοβάσαι τον Θεό, θα διατηρήσεις ζωντανό και θερμό τον πνευματικό σου ζήλο. Όσο για τις ακούσιες και φευγαλέες ψυχράνσεις του ζήλου, που οφείλονται σε ψυχική κόπωση ή σωματική ασθένεια, υπάρχει ένας κανόνας: Να υπομένεις και να εκτελείς με συνέπεια τα έργα του Θεού έστω και τυπικά μόνο, δίχως ψυχική συμμετοχή. Χάρη στην καρτερία και την εμμονή σου, σύντομα η ψυχρότητα θα ξαναδώσει τη θέση της στην θέρμη…

Από το βιβλίο: ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ, "Ο Δρόμος της ζωής, γράμματα σε μια ψυχή», έκδ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ 2000.

Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr

Οσίου Εφραίμ του Σύρου: Λόγος για την αληθινή απάρνηση του κόσμου, και για τον τρόπο που η ψυχή θα βρει το Θεό, γι' αυτό και ήρθε ο Κύριος.


Αυτός που ήρθε στη ζωή της ησυχίας και επιδιώκει τη μόνωση, αποδέχθηκε καλή αρχή. Αλλά, όπως απομακρύνθηκε από τις ταραχές του ορατού πλήθους, ας σκύψει στην ψυχή του να δει, αν έχει απαλλαχθεί και από τους εσωτερικούς θορύβους, και αν έχει ελευθερωθεί από το πλήθος των δαιμόνων.

Διότι υπάρχουν και στην ψυχή ταραχές και θόρυβοι των πονηρών λογισμών και της πολλής κακίας των εχθρικών δυνάμεων, για τις οποίες ο Απόστολος λέει: "Η πάλη μας δεν είναι με ανθρώπους που έχουν αίμα και σάρκα, αλλά με τις αρχές, με τις εξουσίες, με τους κοσμοκράτορες του σκότους του κόσμου αυτού, με τα πονηρά πνεύματα"(Εφ. 6, 12).

Και επίσης λέει: "Τα όπλα μας δεν είναι σωματικά, αλλά έχουν από τον Κύριο τη δύναμη να γκρεμίζουν οχυρά, με το να γκρεμίζουμε τους λογισμούς και κάθε τι που ορθώνεται με υπερηφάνεια εναντίον της γνώσεως του Θεού"(Β' Κορ. 10, 4-5), ώστε όλος ο αγώνας μας να γίνει για να ησυχάσουμε από τους εσωτερικούς θορύβους, και να απαρνηθούμε τις αληθινές ταραχές και το πλήθος των λογισμών των εχθρικών δυνάμεων.

Επειδή άσκοπα θα γινόταν η απάρνηση του κόσμου, και η αναχώρηση από τα μέρη που φαίνονται. Διότι η αληθινή απάρνηση είναι αυτή: το να ειρηνεύουμε εσωτερικά και να είμαστε γαλήνιοι.

Όταν λοιπόν στέκεσαι, για να προσευχηθείς στον Θεό, πρόσεχε να μην αρπάζουν οι εχθροί σου τα ωραία σκεύη σου, με τα οποία ψάλλεις στον Θεό, δηλαδή τους λογισμούς σου. Και τότε, πώς η με ποιο μέσο θα υπηρετήσεις τον Θεό, αν σου αφαιρεθούν τα όπλα, δηλαδή αν αιχμαλωτισθούν οι λογισμοί σου; Διότι δεν έχει ανάγκη ο Θεός να προσεύχεται το στόμα ή η γλώσσα. Διότι η υπηρεσία του Θεού είναι αυτή: οι λογισμοί, και όλη η ισχύς και η δύναμη της ψυχής, και όλος ο νους, να αποβλέπουν σταθερά προς τον Θεό.

Μην αναμείξεις με το χρυσάφι σου χαλκό ή μόλυβδο, δηλαδή μην αναμείξεις με την ψυχή σου πολλούς και ακάθαρτους λογισμούς. διότι όπως μια κόρη αρραβωνιασμένη μ' έναν άνδρα, αν αποπλανηθεί από άλλους, γίνεται σιχαμερή για τον άνδρα της, έτσι και η ψυχή, αν παρασύρεται από ρυπαρούς λογισμούς και συμφωνεί μ' αυτούς, είναι σιχαμερή στον επουράνιο νυμφίο της Χριστό. Αλλά όσο είναι δυνατό σ' αυτήν, ας μην συνδυάζεται με τους ρυπαρούς λογισμούς, ούτε να γλυκαίνεται με τη συγκατάθεση σ' αυτούς, για να δει ο Κύριος την αγάπη της προς αυτόν, και να την σπλαχνισθεί, και να έρθει και να εξολοθρεύσει τους εχθρούς της, που την συμβουλεύουν, και προσπαθούν να την πείσουν να έχει έχθρα προς το Νυμφίο της, και θέλουν να διαφθείρουν το νου της απομακρύνοντάς τον από τον Χριστό.

Και όταν δει ο Κύριος ότι η ψυχή συγκεντρώνει τον εαυτό της, ζητώντας πάντοτε τον Κύριο όσο είναι δυνατό σ' αυτήν, και προσδοκώντας, και κραυγάζοντας σ' αυτόν νύχτα και μέρα (διότι τέτοια μάλιστα εντολή έδωσε, να προσευχόμαστε δηλαδή αδιάκοπα) γρήγορα θα αποδώσει το δίκιο της (Λουκ. 18, 8) και αφού την καθαρίσει από την κακία που είναι μέσα της, θα την βάλει στο πλευρό του νύφη άσπιλη (Εφεσ. 5, 26-27).

Αν λοιπόν πιστεύεις σ' αυτόν, ότι αυτά είναι αληθινά, όπως και είναι αληθινά, πρόσεχε τον εαυτό σου, αν η ψυχή σου βρήκε το φως που την οδηγεί, και αν βρήκε την αληθινή βρώση και πόση, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αν όμως δεν τα έχεις, ζήτησε νύχτα και μέρα για να τα λάβεις διότι είσαι τυφλός. Έτσι υποσχέθηκε, και έτσι βρίσκει η ψυχή τον αληθινό Θεό. Όταν λοιπόν βλέπεις τον ήλιο ζήτησε τον αληθινό ήλιο, και στρέψε το βλέμμα στη ψυχή σου, μήπως βρεις το αληθινό φως, διότι όλα όσα φαίνονται είναι σκιά των αοράτων και αληθινών πραγμάτων της ψυχής.

Διότι υπάρχει κοντά σ' αυτόν που φαίνεται, άλλος άνθρωπος, εσωτερικός, και άλλα μάτια που τα τύφλωσε ο Σατανάς, και άλλα αυτιά που τα κούφανε, και ήρθε ο Ιησούς να σώσει αυτό τον άνθρωπο, και να τον κάνει άνθρωπο υγιή. "Διότι ο Υιός του ανθρώπου ήρθε να αναζητήσει και να σώσει το απολωλός" (Λουκ, 19, 10). Σ' αυτόν ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!

Οσίου Εφραίμ Σύρου "Έργα", τόμος Ε', εκδ. "Το περιβόλι της Παναγίας", 1994.

Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr

"Μερικά από τα νηπτικά κεφάλαια του Ευαγρίου"


https://www.impantokratoros.gr/dat/30E08056/[el]image1.png?636461295900889375


1. Ο μοναχός πρέπει να ζει πάντοτε σαν να πρόκειται αύριο να πεθάνει. Και πάλι να μεταχειρίζεται το σώμα σαν να έχει να ζήσει πολλά χρόνια. Γιατί το πρώτο απομακρύνει την ακηδία και τον κάνει προθυμότερο, ενώ το δεύτερο φυλάει σωστό και ακέραιο το σώμα και διατηρεί ισορροπημένη την εγκράτεια.

2. Εκείνος που πλησίασε και άγγιξε τη θεία γνώση και απολαμβάνει την ηδονή που προέρχεται από αυτή, δεν θα πεισθεί ποτέ στον δαίμονα της κενοδοξίας, και αν του προσφέρει όλες τις ηδονές του κόσμου. Γιατί τι μεγαλύτερο μπορεί να του υποσχεθεί από την πνευματική θεωρία; Όσο όμως δεν έχομε γευτεί την πνευματική γνώση, ας εργαζόμαστε πρόθυμα την πρακτική αρετή, και με αυτό δείχνομε στο Θεό, ότι όλα τα κάνομε για να Τον γνωρίσομε.

3. Ανάγκη να εκθέσομε και τους δρόμους που ακολούθησαν εκείνοι οι μοναχοί που πρόκοψαν και να τείνομε σ' αυτούς τους δρόμους. Γιατί πολλά καλά έπραξαν και είπαν, μεταξύ των οποίων και τούτο που λέει κάποιος από αυτούς: ότι η σκληρότερη και ισορροπημένη δίαιτα, όταν ενωθεί με την αγάπη, φέρνει γρηγορότερα το μοναχό στο λιμάνι της απάθειας.

4. Πήγα κάποτε το καταμεσήμερο στον άγιο Μακάριο και επειδή καιγόμουν από τη δίψα, ζήτησα νερό να πιώ. Αυτός μου είπε: «Αρκέσου στη σκιά, γιατί πολλοί αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε οδοιπορία η πλέουν στη θάλασσα και στερούνται και τη σκιά». Κατόπιν, καθώς συζητούσαμε για την εγκράτεια, μου είπε: «Έχε θάρρος παιδί μου. γιατί εγώ είκοσι χρόνια τώρα, ούτε το ψωμί, ούτε το νερό, ούτε τον ύπνο χόρτασα, αλλά το ψωμί μου το έτρωγα με το ζύγι, το νερό το έπινα με το μέτρο, και όσο για ύπνο, ακουμπούσα λίγο στον τοίχο και κοιμόμουν λίγο στα κλεφτά.»

5. Το νου που περιπλανιέται τον σταματά η ανάγνωση, η αγρυπνία και η προσευχή. Την επιθυμία όταν ανάβει, την μαραίνει πείνα και κόπος και αποτράβηγμα από τους ανθρώπους. Το φρενιασμένο θυμό τον καταπαύει η ψαλμωδία, η μακροθυμία και το έλεος. Τα υπερβολικά και παράκαιρα είναι λιγόκαιρα· βλάπτουν μάλλον και δεν ωφελούν.

Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, α΄τόμος, σελ. 87).

Πηγή:

impantokratoros.gr, paterikakeimena.blogspot.gr

Saint Anthony the Great (January 17)


http://www.omhksea.org/wp-content/uploads/2015/01/agiosantonios.jpeg

Concerning Antony of Egypt we have more knowledge than of any other saint of this early period, thanks to the biography written by his friend, St. Athanasius. Antony was born in 251 at Coma, a village near Great Heracleopolis in Middle Egypt. His Christian parents wished to protect him from bad examples and kept him closely at home, so that he grew up in ignorance of pagan literature and read no language but his own. At their death, before he had reached the age of twenty, he found himself in possession of a large estate and responsible for the care of a younger sister. Soon afterward, while in church, he heard the text from Matthew XIX, 21, in which Christ says to the rich young man, “Go, sell what thou hast, and give to the poor.” Antony took this command as meant for himself. He went home and made over to his neighbors about one hundred and twenty acres of good land. He then sold the rest of the estate and gave the money to the needy, saving only what he thought necessary to maintain his sister and himself. Another drastic step was to follow. He heard in church those other words which Christ spoke (Matthew vi, 34), “Do not be anxious about tomorrow.” Antony now distributed in alms all his movable property and placed his sister in a “house of virgins,” the first reference we have to a Christian nunnery. In her later years this sister was entrusted with the direction of the women in that holy way of life. Antony, now twenty-one and free of worldly care, became a hermit. He retired to a solitary place and occupied himself with manual labor, prayer, and religious reading. His only food was bread and a little salt, and he drank nothing but water. His bed was a rush mat. He soon became a model of humility, piety, and self-discipline.However, the devil assailed him by various temptations. He pointed out the joys of family life, the good works Antony might have done in the world with his money, and the futility of the hermit’s existence. When repulsed by the young novice, the devil changed his mode of attack, and harassed him night and day with gross and obscene thoughts. Antony resisted by a strict watchfulness over his senses and imagination, controlling them by austere fasts, acts of humility, and prayer. At last Satan himself appeared in visible form, first as a seductive woman, then as a black and terrifying man. Antony remained unmoved, and the fiend confessed himself vanquished.

In quest now of greater solitude, he hid himself in an old tomb in the desert, where a friend brought him a little bread from time to time. Here Satan again attacked him and deafened him with loud noises. Once, Athanasius says, he was so grievously beaten that when his friend arrived he lay almost dead. As Antony came to himself, he called out to the devils, “See, here I am! Do your worst! Nothing shall separate me from Christ my Lord.” At this, the demons reappeared and again filled the tomb with a terrible clamor and specters of ravening beasts in hideous shapes until a ray of heavenly light, breaking through, chased them away. “Where wast Thou,” Antony cried, “my Lord and my Master? Why wast Thou not here from the beginning of my conflict to give me succor?” “Antony,” replied a voice, “I was here the whole time; I stood by thee, and watched thy conflict. And because thou hast manfully withstood thy enemies, I will forever protect thee, and will make thy name famous throughout the earth.” At this the saint rose up to pray and give thanks.

It was a common practice at this time for fervent Christians to lead retired lives in penance and contemplation on the outskirts of towns, and in the desert, while others practiced their austerities without withdrawing from their fellow men. In even earlier times we hear of these ascetics.[1] Origen, about 249, wrote that they abstained from flesh, as the disciples of Pythagoras did.[2] Antony lived in his tomb near Coma until about 285. Then, at the age of thirty-five, he set out into the empty desert, crossed the eastern branch of the Nile, and took up his abode in the ruins of an old castle on the top of a mountain. There he lived for almost twenty years, rarely seeing any man except the one who brought him food every six months.

In his fifty-fifth year he came down from his mountain retreat and founded his first monastery, not far from Aphroditopolis. It consisted of scattered cells, each inhabited by a solitary monk; some of the later settlements may have been arranged on more of a community plan. Antony did not stay with any of his foundations long, but visited them all from time to time. These interruptions to his solitude, involving as they did some management of the affairs of others, tended to disturb him. We are told of a temptation to despair, which he overcame by prayer and hard manual labor. Notwithstanding his stringent self-discipline, he always maintained that perfection consisted not in mortification of the flesh but in love of God. He taught his monks to have eternity always present to their minds and to perform every act with all the fervor of their souls, as if it were to be their last.

Antony’s later years were spent on Mount Colzim, near the Red Sea. Here he lived on a bit of bread daily, with some dates; in extreme old age, a little oil was added to this meager diet. When he came to his meal, usually taken late in the day, he said he felt a sense of shame, remembering the state of the blessed spirits in Heaven, who praise God without ceasing. He always seemed vigorous and cheerful. Strangers were able to pick him out from among his disciples by the joy which shone in his face. They traveled great distances to talk with the celebrated holy man, and it was the duty of Macarius, Antony’s companion and disciple, to interview them. If they proved to be spiritual men, Antony would come out and sit in converse. If they were worldly persons, Macarius would entertain them, and Antony would appear only to give a short talk.

In spite of his fame, this saint looked on himself as the least of mankind; he listened carefully to the counsel of others, and declared that he received benefit from speaking with the humblest person. He cultivated a small garden that he might have a few refreshing vegetables to offer his visitors, who were apt to be weary after traveling by camel caravan over long stretches of desert and climbing the mountain. Athanasius also writes of his weaving mats as a daily occupation. He could pray while working, although his practice was to alternate periods of prayer and contemplation with his weaving.

In the year 311, during the persecutions under Maximian, Antony hoped he might be one of those chosen for martyrdom. He went down to Alexandria and made himself conspicuous by encouraging the Christians already imprisoned, and also those who were standing before the judges and at the places of execution. He wore his white hermit’s habit openly, within sight of the governor, yet he did nothing provocative and did not come forward and accuse himself, as some impetuous ones did. The next year, when the persecutions abated, he returned to his mountain. In his extreme old age he made another trip to Alexandria, expressly to refute the Arians,[3] and went about preaching that Christ the Son was not a creature, but of the same eternal substance as the Father; and that the impious Arians, who called Him a creature, did not differ from the heathen, “who worshipped and served the creature rather than the Creator.” The people flocked to hear him, and even pagans, struck by the dignity of his bearing, gathered around him, saying, “We want to see the man of God.” He made many converts and worked several miracles. The governor of Egypt invited him to stay longer in the city, but he declined, saying, “Fish die if they are taken from the water; so does a monk wither away if he forsakes his solitude.” St. Jerome says that at Alexandria he met the famous blind Christian scholar Didymus, and told him not to regret overmuch the loss of his eyes, physical organs which men shared with the insects, but to rejoice in the treasure of the inner light which the Apostles knew, and by which we may have a vision of God, and kindle the fire of His love in our souls.

Heathen philosophers who disputed with Antony were amazed both at his modesty and at his wisdom. When asked how he could spend his life in solitude without the companionship of books, he replied that nature was his great book. When they criticized his ignorance, he simply asked which was the better, good sense or book learning, and which produced the other. They answered, “Good sense.” “Then,” said Antony, “it is sufficient of itself.” His pagan visitors usually wanted to know the reasons for his faith in Christ. He told them that they degraded their gods by ascribing to them the worst of human passions, whereas the ignominy of the cross, followed by Christ’s triumphant Resurrection, was a supreme demonstration of His infinite goodness, to say nothing of His miracles of healing and raising the dead. The Christian’s faith in his Almighty God and His works was a more satisfactory basis for religion than the empty sophistries of the Greeks. Antony carried on his discussions with the Greeks through an interpreter. His biographer Athanasius tells us that in spite of his solitary life, “he did not seem to others morose or unapproachable, but met them with a most engaging and friendly air.” He writes that no one in trouble ever visited Antony without going away comforted.

When Belacius, the military commander in Egypt, was savagely persecuting the Christians, Antony wrote warning him to leave the servants of Christ in peace. Belacius tore up the letter, spat and trampled on it, and threatened to make Antony his next victim. But five days later, as he was riding with Nestorius, governor of Egypt, the commander’s horse began to curvet and prance and crashed against the other. Belacius was thrown and his horse then turned and bit his thigh. In three days he was dead.

The Emperor Constantine and his two sons, Constantius and Constans, once sent Antony a joint letter, recommending themselves to his prayers. Noting the astonishment of some of the monks present, Antony said, “Do not wonder that the Emperor writes to us, even to a man such as I am; rather be astounded that God has communicated with us, and has spoken to us by His Son.” Replying to the letter, he exhorted the Emperor and his sons to contempt of the world and to constant remembrance of the final judgment.

St. Jerome mentions seven other letters from Antony to various monasteries, written in the style of the Apostles, and filled with their teachings. As the devil fell by pride, so he assails us most often by temptations to that sin; knowledge of ourselves, Antony said, is the indispensable step by which we go on to the knowledge and love of God. In discourses to his monks he would repeatedly emphasize the importance of rigorous self-examination every evening. Once, when he heard his disciples express amazement at the multitudes who were then embracing the religious life and undertaking austere practices of virtue, he told them tearfully that a time would come when monks would be fond of living in cities and in stately buildings and eating at dainty tables, and would be distinguished from the people of the world solely by the habits they wore. Only a few would then rise to the heights of perfection, though the crowns these few received would be so much the more resplendent since they had attained virtue amid the contagion of bad examples.

A short time before his death Antony made a round of visitations of his scattered communities of monks. This first great “Desert Father” died about the year 356, probably on January 17, the day on which most ancient martyrologies commemorate him, and which the Greek Church kept as a feast. He had lived to the remarkable age of 105, without sickness, his sight unimpaired, his teeth still sound. Two disciples interred Antony’s remains according to his instructions) beside his cell. About 561, in the reign of Justinian, they are said to have been carried to Alexandria, and later, when the Saracens overran Egypt, to Constantinople. During the Crusades they were brought to Vienne, France, by Joscelin, a native of that region, to whom the Emperor at Constantinople had given them. The Bollandists[4] report numerous miracles wrought by Antony’s intercession, in particular, the cures of persons suffering from St. Antony’s Fire, an epidemic which raged violently in France and other parts of Europe in the eleventh century.

Several orders of Eastern monks may still preserve the general features of Antony’s system of ascetic training. Certainly his instructions and his example have lived on as ideals of the monastic life through subsequent centuries.


_________________________________________________
Endnotes:

1 Ascetic is from the Greek word <askesis>, meaning bodily discipline of all kinds.

2 The disciples of Pythagoras, a Greek philosopher and mathematician of the sixth century B.C., led abstemious lives in groups apart from ordinary men.

3 For a fuller account of Arian doctrine, see below, <St. Athanasius>, n. 6.

4 The Bollandists were a group of Jesuit scholars who about 1630 began publishing a definitive edition of the <Acta Sanctorum>, or Lives of the Saints, from the beginning down to their own time. The leader of the original group was one John van Bolland. Their work has been continued to the present day.

This was taken from “Lives of Saints”, Published by John J. Crawley & Co., Inc.
 
Πηγή: omhksea.org

"Λόγος Κ΄ - Περί δόγματος και καταστάσεως επισκόπων".


http://cdn1.bbend.net/media/com_news/story/2016/01/25/663918/main/93fcd7b0dfd43cfae13a90d3f4af3ba3_M.jpg
 
Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

1. Όταν βλέπω την φλυαρίαν της εποχής μας και τους σοφούς που αναδεικνύονται εντός μιας ημέρας και τους αυτοχειροτονήτους θεολόγους, οι οποίοι μόνον επειδή θέλουν να είνε σοφοί, νομίζουν και ότι είνε, τότε ποθώ την ανωτάτην φιλοσοφίαν και αναζητώ την πλέον απόμακρον έρημον, καθώς λέγει ο Ιερεμίας, και θέλω να συζητήσω συγκεντρωμένος με τον εαυτόν μου. Διότι τίποτε άλλο δεν θεωρώ τόσον σπουδαίον, όσον το να κλείσω τας αισθήσεις, να ευρεθώ έξω από την σάρκα και τον κόσμον, να μη έχω επαφήν με τίποτε το ανθρώπινον, εκτός από τα απολύτως αναγκαία, και τα συζητώ με τον εαυτόν μου και τον Θεόν, να ζω υπεράνω των ορατών πραγμάτων και να κρατώ συνεχώς μέσα μου διαυγείς τας θείας ενοράσεις, αμιγείς από τα γήινα και παραπλανητικά είδωλα, σαν ένας ακηλίδωτος καθρέπτης του Θεού και των θείων, καθρέπτης που και είμαι και συνεχώς γίνομαι, λαμβάνοντας και προσθέτοντας φως εις το φως μου και από σκοτεινότερος γινόμενος φωτεινότερος, μέχρι να έλθωμεν εις την πηγήν των ακτινοβολιών, που φθάνουν έως εδώ, και να επιτύχωμεν το μακάριον τέλος, όταν η αλήθεια θα καταργήση τους καθρέπτας. Διότι μόλις κατορθώνει κανείς να επιβληθή εις την ύλην που τον έλκει κάτω, ή παιδαγωγώντας τον εαυτόν του με μακροχρόνιον φιλοσοφίαν και αποδεσμεύοντας βαθμηδόν το ευγενές και πνευματικόν μέρος της ψυχής από το ευτελές και σκοτεινόν, ή ευρίσκων τον Θεόν εξιλεωμένον, ή και τα δύο αυτά, και μελετώντας όσον δύναται περισσότερον να ατενίζη τα υψηλά.

Αλλά πριν να νικήση την ύλην, όσον δύναται, και να καθαρίση καλώς και την ακοήν και την διάνοιαν, νομίζω ότι δεν είνε ασφαλές να υποδεχθή (θείαν) επίσκεψιν εις την ψυχήν του ή να καταπιασθή με την θεολογίαν.

2. Και θα σας ειπώ πόθεν ωδηγήθηκα εις αυτόν τον φόβον, δια να μη με εκλάβητε δειλότερον από όσον πρέπει, αλλά να με επαινέσητε δια την σύνεσιν. Ακούω τον ίδιον τον Μωϋσήν, όταν του ωμιλούσεν ο Θεός, ότι ενώ ήσαν περισσότεροι προσκεκλημένοι εις το όρος, εκ των οποίων ένας ήτο και ο Ααρών με τους δύο υιούς του, τους ιερείς, οι μεν λοιποί όλοι διετάχθησαν να προσκυνήσουν από μακριά, να πλησιάση δε μόνος ο Μωυσής, και να μη αναβή μαζί και ο λαός. Και ολίγον πριν απ' αυτά τους μεν άλλους τους εκρατούσαν στημένους κάτω αστραπαί και βρονταί και σάλπιγγες και όλον το όρος που εκάπνιζε και απειλαί φρικιαστικοί και άλλα παρόμοια φόβητρα, και ήτο πολύ δι' αυτούς ν' ακούσουν την φωνήν μόνον του Θεού, και τούτο μετά από σοβαρόν αγνισμόν, ο δε Μωυσής ανέρχεται και προχωρεί μέσα εις την νεφέλην και κάνει συντροφιάν με τον Θεόν και παραλαμβάνει τον νόμον, δια μεν τους πολλούς τον νόμον του γράμματος, δια δε τους υπεράνω των πολλών τον νόμον του πνεύματος.

3. Γνωρίζω δε τον ιερέα Ηλεί και μετ' ολίγον καιρόν κάποιον Οζάν· ο μεν πρώτος ετιμωρήθη δια την παρανομίαν των παιδιών του, την οποίαν αδιστάκτως διέπραττον εις βάρος των θυσιών, και μάλιστα χωρίς αυτός να εγκρίνη την ασέβειάν των, αλλά και ενώ πολλάκις τους επέπληττεν· ο δε δεύτερος, και μόνον διότι ετόλμησε να ψαύση την κιβωτόν, όταν την ετράβηξεν επικινδύνως ο μόσχος, αυτήν μεν την έσωσεν, ο ίδιος όμως απέθανε, επειδή προφανώς ο Θεός ήθελε να διαφυλάξη το σεβάσμιον της κιβωτού. Έχω γνώσιν εγώ, ότι εις τους πολλούς δεν ήτο ασφαλές ούτε τους τοίχους του ναού να εγγίσουν, και δια τούτο εχρειάσθησαν άλλους τοίχους εξωτερικούς· ούτε δια τας θυσίας ήτο θεμιτόν να τας τρώγουν οποιοιδήποτε και οποτεδήποτε και οπουδήποτε. Τόσον πολύ φοβερόν ήτο να πλησιάζη ή ν' ατενίζη ή να εγγίζη ο καθείς με θάρρος τα άγια των αγίων ή το καταπέτασμα ή το ιλαστήριον ή την κιβωτόν.

 

4. Αυτά έχων υπ' όψιν εγώ, και ότι κανείς δεν είνε άξιος του μεγάλου Θεού, είτε θύμα είτε αρχιερεύς, εάν δεν επαρουσίασε προηγουμένως τον εαυτόν του «θυσίαν ζώσαν τω Θεώ», ή μάλλον αν δεν έγινε ναός άγιος και ζωντανός του ζώντος Θεού. Πώς λοιπόν ή ο ίδιος εγώ να επιχειρήσω να ομιλήσω περί Θεού προχείρως ή να επιδοκιμάσω αυτόν που το επιχειρεί με θράσος; Δεν είνε καθόλου αξιέπαινος αυτός ο πόθος, είνε φοβερόν το τόλμημα. Και δια τούτο πρέπει κανείς πρώτα να καθαρίση τον εαυτόν του και έπειτα να πλησιάση τον καθαρόν. Εκτός αν πρόκηται να πάθωμεν ό,τι έπαθε και ο Μανωέ, και να είπωμεν όταν ίδωμεν τον Θεόν· «Απολώλαμεν, ώ γύναι, Θεόν εωράκαμεν»· ή συμπεριφερθώμεν όπως ο Πέτρος που έλεγεν εις τον Ιησούν να φύγη από το πλοίον, ως ανάξιος μιας τέτοιας επισκέψεως· ή αν όπως ο εκατόνταρχος εκείνος την μεν θεραπείαν ζητήσωμεν, τον δε θεραπευτήν δεν τολμήσωμεν να υποδεχθώμεν. Ας ευρεθή ένας εξ ημών, ο οποίος, έως ότου είνε εκατόνταρχος, έως ότου δηλαδή ηγείται πολλών ευρισκομένων εν κακία και υπηρετεί στρατιωτικώς ακόμη εις τον καίσαρα τον κοσμοκράτορα των συρομένων κάτω, να λέγη «Ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». Όταν δε ιδώ τον Ιησούν, αν και είμαι μικρός εις το πνευματικόν ανάστημα όπως ο Ζακχαίος εκείνος, και όταν εξυψωθώ υπεράνω της συκομορέας, νεκρώνοντας «τα μέλη τα επί της γης» και μαραίνοντας το σώμα της ταπεινώσεως, τότε και τον Ιησούν θα υποδεχθώ και θα ακούσω· «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω»· και θα επιτύχω την σωτηρίαν μου και θα φιλοσοφήσω τελειότερον, σκορπίζοντας καλώς όσα συνέλεξα κακώς, είτε χρήματα είτε δόγματα.

 
 
5. Και αφού εκαθαρίσαμεν με τον λόγον τον θεολόγον, εμπρός λοιπόν να συζητήσωμεν εν συντομία και περί Θεού, έχοντες πεποίθησιν εις τον ίδιον τον Πατέρα και τον Υιόν και το άγιον Πνεύμα, περί των οποίων ομιλούμεν. Εύχομαι δε να πάθω ό,τι έπαθε και ο Σολομών, ο οποίος τίποτε το ιδικόν του δεν διενοήθη περί Θεού ούτε είπε. Διότι, όταν λέγη «Αφρονέστατος γάρ ειμί πάντων ανθρώπων, και φρόνησις ανθρώπου ουκ έστιν εμοί», δεν το λέγει αυτό καταλογίζων εις τον εαυτόν του ασυνεσίαν. Πώς είνε δυνατόν, αυτός που αυτό εζήτησεν από τον Θεόν περισσότερον από κάθε τι άλλο, και έλαβε σοφίαν και θεωρίαν και πλάτος καρδίας πλουσιώτερον και αφθονώτερον από την άμμον; Και ο τόσον πολύ σοφός, αυτός που επέτυχε τέτοιαν δωρεάν, πώς αποκαλεί τον εαυτόν του «αφρονέστατον πάντων»; Είνε φανερόν ότι το λέγει, επειδή δεν έχει ιδικήν του φρόνησιν, αλλ' ενεργεί εντός του η θεία και τελειοτέρα φρόνησις. Διότι και ο Παύλος όταν έλεγε «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», δεν ωμιλούσε περί του εαυτού του ως περί νεκρού, αλλ' ως περί ανθρώπου που ζη μίαν ζωήν ανωτέραν της ζωής των πολλών, επειδή είχε γίνει μέτοχος της αληθινής ζωής που δεν τερματίζεται με κανένα θάνατον. Προσκυνούμεν λοιπόν τον Πατέρα και τον Υιόν και το άγιον Πνεύμα, φρονούντες ότι αι μεν ιδιότητες είνε χωρισταί η δε θεότης μία. Και ούτε συγχωνεύομεν τα τρία εις ένα, δια να μη μας πιάση η νόσος του Σαβελλίου, ούτε διαιρούμεν εις τρία διαφόρου φύσεως και ξένα μεταξύ των, δια να μη μας κυρίευση η μανία του Αρείου. Τι χρειάζεται να λυγίζωμεν πιεστικώς το πράγμα προς το ένα μέρος, σαν το φυτόν που κλίνει και λυγίζεται ολοσχερώς, προσπαθώντας να διορθώσωμεν την στρέβλωσιν με στρέβλωσιν, και μη ευθυγραμμίζοντάς το εις το μέσον, ώστε να ίσταται εις τα όρια της θεοσεβείας;

 
Η Αγία Τριάδα

6. Όταν δε λέγω περί μέσης κατευθύνσεως, λέγω την αλήθειαν, έχω δε καλώς ως προς το να αποβλέπω εις αυτήν και μόνην, μη δεχόμενος την φαύλην δοξασίαν περί συγχωνεύσεως μήτε την φαυλοτέραν διαίρεσιν (των ουσιών). και έτσι ούτε τους συγχωνεύω δια του λόγου μου εις μίαν υπόστασιν, επειδή δήθεν υπάρχει ο φόβος της πολυθεΐας, ώστε να μείνουν μόνον ονόματα άνευ περιεχομένου, εφ' όσον θα θεωρούμεν τον ίδιον και Πατέρα και Υιόν και Πνεύμα άγιον, οπότε θα ήτο προτιμότερον να θεωρούμεν τα πάντα ως ένα ή το κάθε τι ως τίποτε (διότι όταν τα πάντα εισέρχονται και ταυτίζονται το ένα με το άλλο, παύουν και να υπάρχουν). Ούτε τους διακρίνω εις τρεις ουσίας εντελώς ξένας και ανομοίους και άνευ επαφής, κατά την δοξασίαν του Αρείου, η οποία ορθώς ωνομάσθη μανία, ή ανάρχους και ατάκτους και τρόπον τινά αντιθέους· διότι έτσι αφ' ενός μεν θα περιορισθώ εις την ιουδαϊκήν στενοκεφαλιάν περιορίζοντας την θεότητα μόνον εις το γνώρισμα του αγεννήτου, αφ' ετέρου δε θα πέσω εις το αντίθετον αλλά και ίσον κακόν, να δεχθώ τρεις αρχάς και συνεπώς τρεις θεούς, πράγμα που είνε χειρότερον και από τα προηγούμενα. Πρέπει να μη είνε κανείς ούτε τόσον «φιλοπάτωρ», ώστε να καταργή και την πατρικήν ιδιότητα του Πατρός (διότι τίνος Πατήρ θα ήτο, αν ο Υιός αποξενωθή απ' αυτόν και αλλοτριωθή κατά την φύσιν μαζί με την κτίσιν;)· αλλ' ούτε και τόσον «φιλόχριστος», ώστε να μη διατηρή μήτε το ό,τι είνε Υιός (διότι τίνος Υιός θα ήτο, αν δεν είχεν αίτιον τον Πατέρα;). Και να μη μειώνη το αξίωμα της αρχής εις τον Πατέρα, κατά το οποίον είνε Πατήρ και γεννήτωρ. Διότι αν δεν ήτο αίτιος της θεότητος που έχει ο Υιός και το Πνεύμα, τότε θα ήτο αρχή μικρών και αναξίων όντων. Επειδή είνε ανάγκη και την μονοθεΐαν να τηρώμεν και τας τρεις υποστάσεις να ομολογώμεν, δηλαδή τα τρία πρόσωπα, το καθένα με τον ιδιάζοντα χαρακτήρα του.

 http://www.oursaviourslutheran.ca/wp-content/uploads/2012/12/pantocrator.jpg
 
7. Πρέπει δε να φυλάττωμεν, καθώς διδάσκω εγώ, ένα μεν Θεόν, και να ανάγωμεν εις ένα αίτιον τον Υιόν και το Πνεύμα, χωρίς να τους θεωρώμεν ένα σύνθετον πρόσωπον ούτε να τους συγχωνεύωμεν, να διατηρώμεν δε την μίαν θεότητα, δια να εκφρασθώ έτσι, με την μίαν ενέργειαν και βούλησιν και ταυτότητα της ουσίας. Αι δε τρεις υποστάσεις να θεωρούνται έτσι, ώστε να μη επινοήται καμμία συγχώνευσις ή διάλυσις ή σύγχυσις, δια να μη καταλυθή το παν μ' εκείνα με τα οποία το ένα σεμνύνεται ότι έχει περισσότερον από καλώς. Αι δε ιδιότητες του μεν Πατρός είνε, ότι είνε άναρχος και θεωρείται και λέγεται αρχή, αρχή δε ως αίτιος και ως πηγή και ως αΐδιον φως· του δε Υιού ότι είνε όχι βέβαια άναρχος αλλ' όμως η αρχή των πάντων· αρχήν δε όταν λέγω, μη εννοήσης ενδιάμεσον χρόνον και μη τοποθετήσης κάτι το ενδιάμεσον μεταξύ αυτού που εγέννησε και του γεννήματος, μήτε ν' αντιδιαστείλης την φύσιν των με εκείνο που τυχόν παρενέβαλες κακώς μεταξύ των συναϊδίων και ηνωμένων. Διότι αν ο χρόνος ήτο πρεσβύτερος του Υιού, είνε φανερόν ότι ο Πατήρ θα ήτο εν πρώτοις εκείνου αίτιος. Και τότε πώς θα ήτο υπό τον χρόνον ο δημιουργός των χρόνων; Και πώς θα είνε Κύριος των πάντων, εάν ο χρόνος τον περιέχη και τον κυριεύη; Άναρχος λοιπόν ο Πατήρ· διότι το είναι δεν το έλαβεν απ' αλλού ούτε από τον εαυτόν του. Ο δε Υιός, εάν μεν εκλαμβάνης τον Πατέρα ως αίτιον, δεν είνε άναρχος· διότι αρχή του Υιού είνε ο Πατήρ ως αίτιος· εάν όμως εννοής την από χρόνου αρχήν, είνε και αυτός άναρχος· διότι δεν προλαμβάνει ως αρχή ο χρόνος τον Κύριον των χρόνων.

8. Εάν δε προβάλης την αξίωσιν να είνε ο Υιός υπό χρόνον, επειδή είνε υπό χρόνον τα σώματα, θα ενδύσης τον ασώματον με σώμα. και αν θεωρήσης ως αναγκαίον, ότι ο Υιός από τα ουκ όντα ενεφανίσθη εις το είναι, επειδή, και τα παρ' ημίν γεννώμενα, ενώ δεν υπήρχον κάποτε, έπειτα έλαβον ύπαρξιν, τότε συγκρίνεις τα ασύγκριτα, Θεόν και άνθρωπον, σώμα και ασώματον. Τότε λοιπόν και θα πάθη και θα αποσυντεθή, αφού αυτά υφίστανται και τα σώματά μας. Συ λοιπόν υποστηρίζεις ότι, επειδή τα σώματα γεννώνται έτσι, έτσι γεννάται και ο Θεός· εγώ όμως λέγω, ότι, επειδή τα σώματα γεννώνται έτσι, δια τούτο ακριβώς ο Θεός δεν γεννάται έτσι. Διότι αυτοί που έχουν διαφορετικόν το είναι, έχουν διαφορετικήν και την γέννησιν. Διότι άλλως θα γίνη (ο Θεός) και κατά τα άλλα δούλος της ύλης, π.χ. θα πάσχη και θα λυπήται και θα πεινά και θα διψά και θα πάθη όσα είνε ή του σώματος ή συγχρόνως της ψυχής και του σώματος. Αυτά όμως δεν τα παραδέχεται ο νους σου· διότι περί Θεού γίνεται ο λόγος. Μη παραδέχεσαι λοιπόν μήτε την γέννησιν άλλως παρά μόνον ως θεϊκήν.

 
 
9. Αλλ' αν εγεννήθη, λέγει, πώς εγεννήθη; Απάντησέ μου συ διαλεκτικέ και ακαταμάχητε, αν εδημιουργήθη, πώς εδημιουργήθη, και τότε να έχης την απαίτησιν να σου ειπώ και εγώ πώς εγεννήθη. Εγεννήθη με πάθος; Τότε και εδημιουργήθη με πάθος· ή μήπως δεν είνε πάθος το καλούπωμα (της κτιστής υπάρξεως) και η φροντίς (του καλουπώματος) και η ακαριαία προέκτασις του νοητού σχεδιάσματος εις το συγκεκριμένον κτίσμα; Έγινε η γέννησις εν χρόνω; Αλλ' εν χρόνω γίνονται και όσα δημιουργούνται. Τόπος εδώ; τόπος και εκεί. Αποτυχία εις την γέννησιν; Aποτυχία και εις την δημιουργίαν. Αυτά τα πράγματα άκουσα να φιλοσοφήτε. Διότι πολλάκις αυτά που σχεδιάζει ο νους, το χέρι δεν τα εκτελεί. Ναι, λέγει, Αλλά με τον λόγον έφερε το παν εις την ύπαρξιν και με το θέλημα. «Αυτός γαρ είπε, και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν»". Όταν λέγης, ότι τα πάντα εκτίσθησαν με τον λόγον του Θεού, δεν εννοείς την ανθρωπίνην κτίσιν· διότι ουδείς εξ ημών κάνει όσα κάνει με τον λόγον του. Διότι, αν ο λόγος μας ήτο αποπεράτωσις του έργου, τίποτε δεν θα ήτο υψηλότερον ημών ούτε περισσότερον απηλλαγμένον κόπων. Ώστε αν και ο Θεός κτίζη όσα κτίζει με τον λόγον, η δημιουργική του ενέργεια δεν είναι ανθρωπίνη. Πρέπει ή να μου δείξης και ένα άνθρωπον να κάνη κάτι με τον λόγον του, ή να παραδεχθής ότι ο Θεός δεν κτίζει σαν άνθρωπος. Να π.χ, σκιαγράφησε με το θέλημά σου νοερώς μίαν πόλιν, και να εμφανισθη μία πόλις· θέλησε να σου γίνη Υιός, και να εμφανισθη ένα παιδί· θέλησε ένα άλλο έργον, και να γίνη το βούλημά σου πράξις. Εάν όμως τίποτε από όλ' αυτά δεν ακολουθεί την βούλησίν σου, του δε Θεού το βούλημα είνε πράξις, τότε αλλιώς με κτίζει ο άνθρωπος, αλλιώς δε ο κτίστης των πάντων Θεός. Πώς λοιπόν αφ' ενός μεν κτίζει διαφορετικώς από τον άνθρωπον, αφ' ετέρου δε αναγκάζεται να γεννά με τον τρόπον που γεννά ο άνθρωπος; Συ βέβαια, επειδή δεν υπήρχες και έπειτα υπήρξες και έπειτα γεννάς, δια τούτο και τον Θεόν τον φαντάζεσαι να έρχεται εις την ύπαρξιν εκ της ανυπαρξίας. Ή μάλλον, δια να ειπώ και κάτι με βαθύτερον νόημα, ούτε και συ εμφανίζεσαι εκ μη όντων διότι, καθώς λέγει, και ο Λευΐ ήτο ακόμη εις την οσφύν του πατρός του, πριν να έλθη εις την ύπαρξιν. Αλλά βέβαια κανείς να μη επηρεασθή απ' αυτό το παράδειγμα. Διότι λέγω, ότι ο Υιός δεν ήλθε κατ' αυτόν τον τρόπον εις την ύπαρξιν εκ του Πατρός, ώστε να είνε πρώτα εντός του Πατρός μετά δε τούτο να προχωρήση εις την ύπαρξιν. Ούτε ήτο προηγουμένως ατελής και έπειτα έγινε τέλειος, όπως ο φυσικός νόμος της ιδικής μας γεννήσεως.

10. Αυτά τα προβάλουν αυτοί που προσπαθούν να σας βλάψουν· αυτοί που, ό,τι και αν λέγεται, πετάζονται προπετώς και προχείρως. Ημείς όμως δεν φρονούμεν έτσι, δεν πιστεύομεν έτσι, αλλά μαζί με το ότι ο Πατήρ υπήρχεν αγεννήτως (πάντοτε δε ήτο, διότι ο νους δεν πίπτει ποτέ έξω από τα όρια της υπάρξεως) πιστεύομεν και το ότι υπήρχε και ο Υιός γεννητώς. Και έτσι το ότι υπάρχει ο Πατήρ συμβαδίζει με το ότι εγεννήθη ο μονογενής απ' αυτόν που υπάρχει, χωρίς να είνε μετά απ' αυτόν, παρά μόνον όταν θεωρητικώς εννοώμεν την αρχήν, αρχήν δε ως αίτιον. Επαναλαμβάνω βεβαίως πολλάκις τον ίδιον λόγον, επειδή φοβούμαι δια την παχυλήν σου και υλόφρονα διάνοιαν. Εάν δε δεν πολυπραγμονείς γύρω από του Υιού την γέννησιν ή υπόσταστν (πώς πρέπει να την ονομάσω;), ούτε επινοείς κάτι άλλο που να είνε ανώτερος κύριος απ' αυτά, (διότι είνε ανίκανος η γλωσσά μου να εκφράση αυτό που εννοείς ή λέγεις), τότε μη περιεργάζεσαι μήτε την προέλευσιν του Πνεύματος. Αρκούμαι ν' ακούω, ότι είνε Υιός και ότι προέρχεται από τον Πατέρα· και ότι ο μεν είνε Πατήρ, ο δε Υιός· και δεν ανασκαλίζω τίποτε εκτός απ' αυτό, μήπως πάθω ό,τι παθαίνουν αι φωναί αι οποίαι από την πολλήν έντασιν σβήνουν εντελώς, ή ό,τι παθαίνει ο οφθαλμός που ατενίζει την λάμψιν του ηλίου. Όσον περισσότερον και ακριβέστερον θέλει κανείς να τον ιδή, τόσον βλάπτεται εις την αίσθησιν αυτήν, και χάνει και το να βλέπη απλώς, αφού με την υπερβολήν το ατενιζόμενον νικά τον οφθαλμόν, εάν θελήση να τον ιδή όλον και όχι όσον είνε ασφαλές να βλέπη.

11. Ακούεις γέννησιν; Μη περιεργάζου το πώς έγινε. Ακούεις ότι το Πνεύμα προέρχεται από τον Πατέρα; Μη πολυπραγμονείς το πως. Εάν όμως εξετάζης περιέργως την γέννησιν του Υιού και την εκπόρευσιν του Πνεύματος, τότε εξετάζω και εγώ περιέργως το κράμα της ψυχής και του σώματος. Πώς είσαι χώμα και εικών του Θεού; Ποίον από τα συστατικά σου είνε εκείνο που κινεί και ποίον εκείνο που κινείται; Πώς το αυτό ον (συ) και κινεί και κινείται; Πώς η αίσθησις μένει εις τον ίδιον και έλκει και τα έξω; Πώς ο νους μένει μέσα σου και συνάμα γεννά λόγον εις άλλον νουν; Πώς το διανόημα μεταδίδεται με τον λόγον; Και δεν είπα ακόμη τα μεγαλύτερα. Ποία είνε η περιφορά του ουρανού; Ποία η κίνησις των αστέρων ή η τάξις ή αι διαστάσεις ή η σύνοδος ή η απόστασις; και ποία τα όρια της θαλάσσης; Από που τα ρεύματα των ανέμων ή αι εκ περιτροπής διαδοχαί των εποχών του έτους, ή αι πτώσεις των βροχών; Εάν τίποτε απ' αυτά δεν ηρμήνευσες, άνθρωπε, (ίσως δε κάποτε να τα ερμηνεύσης, όταν θα λάβης πάλιν την τελειότητα· διότι λέγει· «Όψομαι τους ουρανούς, έργα των δακτύλων σου», ώστε να υπονοήται ότι αυτά που φαίνονται τώρα δεν είνε η πραγματικότης, αλλά ινδάλματα της πραγματικότητος), εάν τον εαυτόν σου δεν έμαθες, όποιος και αν είσαι συ που συζητείς περί αυτών, εάν αυτά δεν συνέλαβες, τα οποία και η αίσθησις συλλαμβάνει, τότε πώς φρονείς ότι γνωρίζεις ακριβώς τον Θεόν, τι είνε και πόσος είνε; Μεγάλη ανοησία αυτό.

12. Αλλ' αν πείθεσαι έστω και ολίγον εις εμέ, τον μη θρασύν θεολόγον, άλλο μεν κατενόησες, το δε υπόλοιπον ικέτευσε να κατανοήσης. Αυτό μεν που μένει μέσα σου αγάπησέ το, το δε υπόλοιπον ας μείνη εις τους άνω θησαυρούς. Υψώσου με την διαγωγήν· απόκτησε το καθαρόν με την κάθαρσίν σου. Θέλεις να γίνης κάποτε θεολόγος και αντάξιος της θεότητος; Να τηρής τας εντολάς, να βαδίζης συμφώνως προς τα προστάγματα· διότι η πράξις είνε η σέλα της θεωρίας. Με το σώμα δούλευσε δια την ψυχήν. Ποίος άραγε άνθρωπος δύναται να αρθή εις τέτοιον ύψος, ώστε να φθάση όπου έφθασεν ο Παύλος; Και όμως αυτός λέγει, ότι «βλέπει δι' εσόπτρου» και «εν αινίγματι», και ότι θα έλθη καιρός, όταν θα ιδή «πρόσωπον προς πρόσωπον». Είσαι φιλοσοφώτερος κάποιου άλλου εις τα λόγια; Πάντως όμως είσαι κατώτερος του Θεού. Είσαι συνετώτερος ενός άλλου; Είσαι όμως τόσον μακράν της αληθείας, όσον κατωτέρα είνε η ύπαρξίς σου από τον Θεόν; Έχομεν λάβει την υπόσχεσιν ότι θα τον γνωρίσωμεν κάποτε όσον μας εγνώρισεν. Αν δεν είνε δυνατόν ν' αποκτήσω εδώ την τελείαν γνώσιν των όντων, τι μου λείπει; Τί ελπίζω; Την βασιλείαν των ουρανών, θα ειπής οπωσδήποτε. Νομίζω δε, ότι αυτό δεν είνε τίποτε άλλο, παρά να κατορθώση κανείς να συναντήση το καθαρώτατον και τελειότατον. Τελειότατον δε των όντων η γνώσις του Θεού. Αλλ' όσον είμεθα εις την επιφάνειαν της γης, το μεν να κρατώμεν, το δε να καταλάβωμεν, το δε ν' αποταμιεύσωμεν εκεί, δια να έχωμεν αυτήν την επικαρπίαν του κόπου μας, την έλλαμψιν όλην της αγίας Τριάδος, ποία είνε, και τι λογής, και πόση, αν επιτρέπεται να εκφρασθώ έτσι· και θα την έχωμεν εν τω προσώπω αυτού του Χριστού του Κυρίου μας, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η δύναμις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Μετάφραση: Στέργιος Σάκκος

Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου Έργα, τόμος 4, Πατερικαί εκδόσεις "Γρηγόριος ο Παλαμάς", Θεσ/νίκη 1976. 

Πηγή: paterikakeimena.blogspot.gr

Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

ΕΙΔΑΜΕ ΤΟΥΣ ΤΣΕΤΕΣ ΝΑ ΧΤΥΠΟΥΝ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ.

«ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΑΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΙΔΑΜΕ ΤΟΥΣ ΤΣΕΤΕΣ ΝΑ ΧΤΥΠΟΥΝ ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ» ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ, ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΑ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ...



Από το βιβλίο του Χ. Τσιρκινίδη «Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», ο θείος του συγγραφέα, Ευριπίδης, διηγείται:

«Με πολλά βάσανα επιτέλους φτάσαμε στην Κερασούντα. Η πόλη ήταν γεμάτη από ρακένδυτους πρόσφυγες που έφυγαν από την τρομοκρατία των Τούρκων της υπαίθρου και συγκεντρώνονταν στις πόλεις.

Εκεί, στην Κερασούντα, μας προειδοποίησαν οι συμπατριώτες μας ότι μαζεύουν όλους τους Έλληνες και τους μεν μεγάλους τους κλείνουν στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου για να τους εξορίσουν κάθε φορά που συμπλήρωναν τον αριθμό των 250 ατόμων, τους δε μικρούς τους οδηγούν με μικρά καΐκια σ’ άγνωστα μέρη.

»Στην εκκλησία δεν συμπληρώθηκε ποτέ ο αριθμός 250, γιατί χωρίς φαγητά, χωρίς νερό, μέσα στις ίδιες τους τις ακαθαρσίες, σε λίγες μέρες πέθαιναν οι περισσότεροι. Με τα ίδια μας τα μάτια είδαμε εγώ και ο αδελφός μου να μεταφέρουν τα παιδιά λίγο παραέξω από την Κερασούντα κι εκεί να τα παραδίδουν στους άγριους τσέτες αντάρτες. Αυτοί τα άρπαζαν από τα πόδια και χτυπούσαν τα κεφάλια τους πάνω στα μεγάλα βράχια της ακτής, μέχρι να πεθάνουν...»
 
Πηγή: stoxos.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες