Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021

Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενισμός.

Ένα κείμενο επίκαιρο όσο ποτέ...
 
Ο φημισμένος για την αρετή και την αγιότητα του βίου του και για την βαθύνοια της σκέψεώς του σύγχρονός μας Γέροντας Ιουστίνος Πόποβιτς, Σέρβος κληρικός και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Βελιγραδίου, κοιμήθη το 1979 εξόριστος στη γυναικεία Ι. Μονή Αρχαγγέλων Τσέλιε Σερβίας, της οποίας ήταν Πνευματικός, διωκόμενος από το αθεϊστικό (κομμουνιστικό) καθεστώς της χώρας του. Ο λόγος του, ακραιφνώς Ορθόδοξος, βαθιά θεολογικός και φιλοσοφικός, αποδείχθηκε πολλές φορές προφητικός και αποκαλυπτικός. Συνέλαβε την ουσία του δράματος του αποστατημένου ανθρώπου και υπέδειξε με πειστικότητα τη λύση του δράματος αυτού, που συνίσταται στην επιστροφή του προς την αλήθεια της Θεανθρώπινης κοινωνίας της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας. Κεντρική ιδέα του είναι ότι κάθε ουμανισμός (ευρωπαϊκός ανθρωπισμός) είναι μια μάταιη προσπάθεια του ανθρώπου για τη λύση του δράματός του. Στα χρόνια μας επρόκειτο να επαληθευτούν με τραγικό τρόπο τα λόγια, οι αγωνιώδεις εκκλήσεις και προειδοποιήσεις του προς τους συμπατριώτες του. Ο κοφτερός λόγος του αναφορικά με την κίνηση του Οικουμενισμού (κοινού ονόματος των ψευδοχριστιανισμών της Ευρώπης, όπως εύστοχα σημειώνει), που επιδιώκει την ανάρμοστη ένωση θρησκευτικών δογμάτων και θρησκειών, είναι πολύ χρήσιμος στο να μας εφοδιάσει με Ορθόδοξα κριτήρια ερμηνείας των οικουμενιστικών (διαχριστιανικών και διαθρησκειακών) προκλήσεων των ημερών μας.

Ανθρωπιστικός Οικουμενισμός.

Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών (ανθρωπισμών), με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι οι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικό όνομά των είναι η παναίρεσις. Διατί; Διότι στο διάστημα της ιστορίας οι διάφορες αιρέσεις ηρνούντο ή παραμορφώνουν ιδιώματα τινά του Θεανθρώπου και Κυρίου Ιησού, οι δε ευρωπαϊκές αυτές αιρέσεις απομακρύνουν ολόκληρο τον Θεάνθρωπο και στην θέση του τοποθετούν τον Ευρωπαίον άνθρωπον. Εδώ δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Παπισμού, Προτεσταντισμού, Οικουμενισμού και άλλων αιρέσεων, ων το όνομα «λεγεών». Το ορθόδοξο δόγμα, μάλλον το πανδόγμα περί της Εκκλησίας, απερρίφθη και αντικατεστάθη δια του λατινικού αιρετικού παν-δόγματος περί του πρωτείου και του αλάθητου του πάπα, δηλαδή του ανθρώπου. Εξ αυτής δε της παναιρέσεως γεννήθηκαν και γεννώνται συνεχώς άλλες αιρέσεις: το Filioque, η αποβολή της Επικλήσεως, τα άζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρ, το θησαυροφυλάκιο των περισσών έργων, η μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της σωτηρίας και ως εκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της ζωής, ο παποκαισαρισμός, η Ιερά Εξέτασις, τα συγχωροχάρτια, ο φόνος του αμαρτωλού δια την αμαρτία, ο ιησουϊτισμός, η σχολαστική, η καζουιστική, ο μοναρχισμός, ο κοινωνικός ατομικισμός διαφόρων ειδών… Ο Προτεσταντισμός; Είναι το πλέον πιστό τέκνο του Παπισμού, το οποίον δια της ορθολογιστικής σχολαστικής του πίπτει δια μέσου των αιώνων από την μίαν αίρεσιν στην άλλην αίρεσιν και πνίγεται συνεχώς στα διάφορα δηλητήρια των αιρετικών πλανών του. Προς τούτοις, η παπιστική υψηλοφροσύνη και η «αλάθητος» αφροσύνη βασιλεύει απολυταρχικός και ερημώνει τας ψυχάς των πιστών του. Κατ’ αρχήν έκαστος Προτεστάντης είναι ένας ανεξάρτητος πάπας εις όλα τα ζητήματα της πίστεως. Τούτο δε πάντοτε οδηγεί από τον ένα πνευματικόν θάνατον στον άλλον΄ τέλος αυτού του «αποθνήσκειν» δεν υπάρχει, καθ’ ότι ο αριθμός των πνευματικών θανάτων του ανθρώπου είναι αναρίθμητος. Αφού ούτως έχουν τα πράγματα, τότε δια τον παπιστικόν-προτεσταντικόν Οικουμενισμόν με την ψευδοεκκλησίαν του και τον ψευδοχριστιανισμό του δεν υπάρχει διέξοδος από το αδιέξοδόν του, άνευ ολοψύχου μετανοίας ενώπιον του Θεανθρώπου Χριστού και της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας Του. Η μετάνοια είναι το φάρμακο δι’ εκάστην αμαρτίαν, φάρμακο δοθέν στον άνθρωπον από τον μόνον Φιλάνθρωπο. Άνευ της μετανοίας και εισδοχής στην Αληθινή Εκκλησία του Χριστού είναι αφύσικο και αδιανόητο να ομιλή τις περί της ενώσεως «των Εκκλησιών», περί του διαλόγου της αγάπης, περί της intercommunio (δηλ. διακοινωνίας). Το σπουδαιότερο όλων είναι να γίνη τις «σύσσωμος» το Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας του Χριστού και δια τούτου κοινωνός της ψυχής της Εκκλησίας, του Άγιου Πνεύματος, και κληρονόμος όλων των αιωνίων αγαθών του Θεανθρώπου. 1. Ο σύγχρονος «διάλογος της αγάπης», ο οποίος τελείται υπό τη μορφή γυμνού συναισθηματισμού, είναι στην πραγματικότητα ολιγόπιστη άρνηση του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αλήθειας (Β’ Θεσ. 2, 13), δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους «αγάπης της αληθείας» (Β’ Θεσ. 2, 10). Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια΄ η αγάπη ζει και υπάρχει αληθεύουσα. Η αλήθεια είναι η καρδιά κάθε θεανθρώπινης αρετής, επομένως και της αγάπης. Και κάθε μία από αυτές κηρύττει και ευαγγελίζεται τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού ως τον μόνο ο οποίος είναι η σάρκωση και η εικόνα της Θείας Αλήθειας, δηλαδή της Παναλήθειας. Εάν τυχόν υπήρχε περίπτωση να είναι η αλήθεια οτιδήποτε άλλο και όχι ο Θεάνθρωπος Χριστός, τότε αυτή θα ήταν μικρή, ανεπαρκής, πεπερασμένη, θνητή. Τέτοια θα ήταν η αλήθεια, εάν ήταν νόημα, ιδέα, θεωρία, νους, επιστήμη, φιλοσοφία, κουλτούρα, ο άνθρωπος, η ανθρωπότητα, ο κόσμος ή όλοι οι κόσμοι, ή οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε ή όλα αυτά μαζί. Η αλήθεια όμως είναι Πρόσωπο και μάλιστα το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, του δεύτερου προσώπου της Αγίας Τριάδος, και ως εκ τούτου είναι αθάνατη και μη πεπερασμένη, αιώνια. Διότι στον Κύριο Ιησού η Αλήθεια και η Ζωή είναι ομοούσιες: η Αλήθεια η αιώνια και η Ζωή η αιώνια (πρβλ. Ιω. 14, 6′ 1, 4.17). Εκείνος ο οποίος πιστεύει στον Κύριο Ιησού αυξάνει ακαταπαύστως δια της Αληθείας Του στις θείες της απεραντοσύνες. Αυξάνει με όλο το είναι του, με όλη τη διάνοιά του, με όλη την καρδιά και την ψυχή του. Εν Χριστώ οι άνθρωποι ζούμε «αληθεύοντες εν αγάπη», διότι μόνον έτσι μπορούμε να «αυξήσωμεν εις Αυτόν τα πάντα, ος εστίν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφ. 4, 15). Αυτό πραγματοποιείται πάντοτε «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφ. 3, 18), πάντοτε μέσα στην Εκκλησία και δια της Εκκλησίας, διότι αλλιώς δεν μπορεί ο άνθρωπος να αυξάνει σ’ Εκείνον, «ος εστίν η κεφαλή» του σώματος της Εκκλησίας, δηλαδή στον Χριστόν. Ας μην απατούμε τον εαυτό μας. Υπάρχει και ο «διάλογος του ψεύδους», όταν οι διαλεγόμενοι συνειδητά ή ασυνείδητα ψεύδονται ο ένας στον άλλο. Τέτοιος διάλογος είναι οικείος στον «πατέρα του ψεύδους», τον διάβολο, «ότι ψεύστης εστί και ο πατήρ αυτού» (Ιω. 8, 44). Οικείος είναι και σ’ όλους τους εκούσιους ή ακούσιους συνεργάτες του, όταν αυτοί θελήσουν να πραγματοποιήσουν το «καλό» τους δια του κακού, να φθάσουν στην «αλήθεια» τους με τη βοήθεια του ψεύδους. Δεν υπάρχει «διάλογος της αγάπης» χωρίς τον διάλογο της αλήθειας. Διαφορετικά τέτοιος διάλογος είναι αφύσικος και ψευδής. Γι’ αυτό και η εντολή του Αποστόλου ζητεί να είναι «η αγάπη ανυπόκριτος» (Ρωμ. 12, 9). Ο αιρετικο-ουμανιστικός χωρισμός και η διαίρεση της αγάπης και της αλήθειας είναι σημάδι ελλείψεως της θεανθρώπινης πίστεως και της απολεσθείσης πνευματικής θεανθρώπινης ισορροπίας και ορθοφροσύνης. Εν πάση περιπτώσει τούτο δεν ήταν ποτέ ούτε είναι η οδός των Πατέρων. Μόνο οι Ορθόδοξοι, ριζωμένοι και θεμελιωμένοι «συν πάσι τοις αγίοις» στην αλήθεια και στην αγάπη, έχουν και αναγγέλλουν, από την εποχή των Αποστόλων μέχρι σήμερα, αυτή τη θεανθρώπινη σωτηριώδη αγάπη προς τον κόσμο και προς όλα τα κτίσματα του Θεού. Ο γυμνός ηθικιστικός μινιμαλισμός [=μειωμένη χριστιανική ηθική] και ο ανθρωπιστικός ειρηνισμός του σύγχρονου Οικουμενισμού πράττουν μόνο ένα πράγμα: φέρνουν στο φως τις φυματικές ουμανιστικές ρίζες τους, δηλαδή την αρρωστημένη φιλοσοφία τους και την ανθρώπινη, «κατά την παράδοσιν των ανθρώπων» (Κολ. 2, 8), ανίσχυρη ηθική τους. Φανερώνουν επί πλέον την κρίση της ανθρωπιστικής πίστεώς τους στην αλήθεια και την δοκητιστική [=μη πραγματική αντίληψη] αναισθησία τους για την ιστορία της Εκκλησίας, δηλαδή για την αποστολική και καθολική συνέχειά της, στην αλήθεια και στη χάρη. Ενώ ο αποστολικός αγιοπατερικός θεονούς και η ορθοφροσύνη ευαγγελίζονται με το στόμα του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού την εξής αλήθεια της πίστεως: «Η πίστη είναι η βάση των αρετών που ακολουθούν, εννοώ της ελπίδας και της αγάπης, θέτοντας έτσι σαν βάση την αλήθεια με τρόπο ασφαλή» (Ρ.G. 90, c. 1189Α). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το αγιοπατερικό μέτρο της αγάπης προς τους ανθρώπους και της σχέσεως προς τους αιρετικούς, που κληρονομήθηκε από τους Αποστόλους, έχει oλοτελώς θεανθρώπινο χαρακτήρα. Τούτο εκφράζουν θεοπνεύστως οι εξής λόγοι του ίδιου Αγίου: «Και δεν τα γράφω αυτά, μη γένοιτο, επειδή θέλω να θλίβονται οι αιρετικοί, ούτε νοιώθοντας χαρά για την κακοποίησή τους, αλλά περισσότερο γιατί χαίρομαι και αγάλλομαι μαζί τους για την επιστροφή τους. Γιατί τί είναι πιο ευχάριστο για τους πιστούς από το να βλέπουν τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού να μαζεύονται όλα μαζί; Ούτε τα γράφω αυτά παρακινώντας σας να δείξετε τη σκληρότητα του Φιλάνθρωπου. Όχι τέτοια μανία! Αλλά τα γράφω αυτά για να σας παρακαλέσω να εκτελείτε και να εφαρμόζετε, με προσοχή και μετά από εξέταση, τα καλά σε όλους τους ανθρώπους και να γίνεσθε τα πάντα σε όλους, ανάλογα με το τι χρειάζεται καθένας τους από εσάς. Και θέλω και εύχομαι να είστε απόλυτα σκληροί και αμείλικτοι μόνο στο να μη συμπράξετε με τους αιρετικούς στη σύσταση και συγκρότηση της φρενοβλαβούς (αιρετικής) δοξασίας τους. Και τούτο διότι εγώ ορίζω ως μισανθρωπία και ως χωρισμό από τη θεία αγάπη την προσπάθεια ενισχύσεως της πλάνης (της αιρέσεως), που έχει ως συνέπεια την ακόμη μεγαλύτερη φθορά εκείνων που έχουν ήδη πέσει σ’ αυτήν» (Ρ.G. 91, c. 465C). 2. Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, που διατυπώθηκε από τους αγίους Αποστόλους, από τους αγίους Πατέρες, από τις αγίες Συνόδους, γύρω από το θέμα των αιρετικών είναι η εξής: οι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε μπορούν να είναι Εκκλησία. Γι’ αυτό δεν μπορούν οι αιρέσεις να έχουν τα αγία Μυστήρια, ιδιαίτερα το Μυστήριο της Ευχαριστίας, αυτό το Μυστήριο των Μυστηρίων. Γιατί ακριβώς η θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα στην Εκκλησία: δηλαδή είναι και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και η ίδια η Εκκλησία και γενικά κάθε τι που ανήκει στον Θεάνθρωπο. Η «intercommunio», δηλαδή η διακοινωνία με τους αιρετικούς στα αγία Μυστήρια, ιδιαιτέρως στη θεία Ευχαριστία, είναι η πλέον αναίσχυντη προδοσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, η προδοσία του Ιούδα. Πρόκειται μάλιστα περί προδοσίας ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας του Θεανθρώπου, της Εκκλησίας της Αποστολικής, της Εκκλησίας της Αγιοπατερικής, της Εκκλησίας της Αγιοπαραδοσιακής, της Εκκλησίας της Μιας και μοναδικής. Εδώ θα πρέπει να σταματήσει κάποιος τον χριστοποιημένο νου του και τη συνείδηση μπροστά σε μερικά άγια γεγονότα, άγια μηνύματα και άγιες εντολές. Πρώτον, πρέπει να διερωτηθούμε σε πια εκκλησιολογία και σε πια θεολογία με θέμα την Εκκλησία θεμελιώνεται η λεγόμενη «intercommunio»; Γιατί ολόκληρη η Ορθόδοξη Θεολογία της Εκκλησίας γύρω από το θέμα της Εκκλησίας βασίζεται και θεμελιώνεται όχι στην inter-communio (δια-κοινωνία), αλλά στη θεανθρώπινη πραγματικότητα της communio δηλαδή στη θεανθρώπινη Κ ο ι ν ω ν ί α (πρβλ. Α΄ Κορ. 1, 9. 10, 16-17. Β΄ Κορ. 13, 13. Εβρ. 2, 14. 3, 14. Α΄ Ιω. 1, 3), ενώ η έννοια inter-communio, δια-κοινωνία, είναι καθ’ εαυτήν αντιφατική και ολότελα αδιανόητη για την Ορθόδοξη καθολική συνείδηση. Το δεύτερο γεγονός, και μάλιστα ιερό γεγονός της Ορθοδόξου πίστεως, είναι το εξής: Στην Ορθόδοξη διδασκαλία για το θέμα της Εκκλησίας και των αγίων Μυστηρίων, το μόνο και το μοναδικό μυστήριο είναι η ίδια η Εκκλησία, το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού, ούτως ώστε αυτή να είναι και η μόνη πηγή και το περιεχόμενο όλων των θείων Μυστηρίων. Έξω από αυτό το θεανθρώπινο και παμπεριεκτικό Μυστήριο της Εκκλησίας, το Παν-μυστήριο, δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να υπάρχουν «μυστήρια»΄ επομένως, και ουδεμία «δια-κοινωνία» (inter-communio) υπάρχει στα Μυστήρια. Ως εκ τούτου μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο μοναδικό τούτο Παμμυστήριο του Χριστού, μπορεί να γίνει λόγος για τα Μυστήρια. Γιατί η Εκκλησία η Ορθόδοξη, καθώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κριτήριο των Μυστηρίων και όχι το αντίθετο. Τα Μυστήρια δεν μπορούν να αναβιβάζονται πάνω από την Εκκλησία, ούτε να θεωρούνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας. Ένεκα τούτου, σύμφωνα με το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και σύμφωνα με ολόκληρη την Ορθόδοξη Παράδοση, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξη άλλων μυστηρίων έξω απ’ αυτήν, ούτε τα θεωρεί ως μυστήρια, μέχρις ότου προσέλθει κάποιος με μετάνοια από την αιρετική «εκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Μέχρι τότε που μένει κάποιος έξω από την Εκκλησία, χωρίς να έχει ενωθεί μαζί της δια της μετανοίας, μέχρι τότε αυτός είναι για την Εκκλησία αιρετικός και αναπόφευκτα βρίσκεται έξω από τη σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τίς μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τίς δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β’ Κορ. 6, 14). Ο πρωτοκορυφαίος Απόστολος, με την εξουσία που έλαβε από τον Θεάνθρωπο, δίνει εντολή: «Αιρετικόν ανθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτ. 3, 10). Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος, όχι μόνο δεν παραιτείται από τον «αιρετικόν άνθρωπον» αλλά δίνει σ’ αυτόν και τον ίδιο τον Κύριο την θεία Ευχαριστία, αυτός βρίσκεται στην αποστολική και θεανθρώπινη αγία πίστη; Επί πλέον ο αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου Ιησού, Απόστολος της αγάπης, δίνει εντολή: άνθρωπος ο οποίος δεν πιστεύει στη σάρκωση του Χριστού και δεν παραδέχεται την ευαγγελική γι’ Αυτόν διδασκαλία ως Θεανθρώπου «μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν» (Β’ Ιω. 1, 10). Ο Κανόνας ΜΕ’ των αγίων Αποστόλων βροντοφωνεί: «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω΄ ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω» (Πρβλ. Κανόνα ΛΓ’ της εν Λαοδικεία Συνόδου). Η εντολή αυτή είναι σαφής, ακόμη και για τη συνείδηση του κουνουπιού. Δεν είναι έτσι; Ο Κανόνας ΞΔ’ των αγίων Αποστόλων διατάζει: «Ει τις κληρικός, ή λαϊκός, εισέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω». Και τούτο είναι σαφέστατο και για την πλέον πρωτόγονη συνείδηση. Ο Κανόνας Μς’ των αγίων Αποστόλων:«Επίσκοπον ή πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα ή θυσίαν καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τίς γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου;». Είναι οφθαλμοφανές και για τους αόμματους ότι η εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε στους αιρετικούς κανένα άγιο Μυστήριο και ότι αυτά πρέπει να τα θεωρούμε ως άκυρα και χωρίς θεία Χάρη. Ο θεόπνευστος φορέας της αποστολικής και αγιοπατερικής καθολικής Παραδόσεως της Εκκλησίας του Χριστού, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ευαγγελίζεται από την καρδιά όλων των αγίων Πατέρων, όλων των αγίων Αποστόλων, όλων των αγίων Συνόδων της Εκκλησίας την εξής θεανθρώπινη αλήθεια: «Ο άρτος και ο οίνος δεν είναι τύπος του Σώματος και Αίματος του Χριστού (μη γένοιτο), αλλά το ίδιο το Σώμα του Κυρίου θεωμένο… Δια μέσου αυτού καθοριζόμενοι ενωνόμαστε με το Σώμα του Κυρίου και με το Πνεύμα Του και γινόμαστε Σώμα Χριστού (=η Εκκλησία)… Και ονομάζεται μετάληψη΄ γιατί δια μέσου αυτής μεταλαμβάνουμε την Θεότητα του Ιησού. Κοινωνία δε ονομάζεται και είναι αληθινά, επειδή δια μέσου αυτής κοινωνούμε με τον Χριστό και μετέχουμε τη σάρκα Του και τη Θεότητά Του. Δια μέσου αυτής κοινωνούμε και ενωνόμαστε μεταξύ μας. Γιατί επειδή μεταλαμβάνουμε από έναν άρτο, όλοι είμαστε ένα Σώμα Χριστού και ένα Αίμα, και γινόμαστε μέλη ο ένας του άλλου, αποτελώντας ένα σώμα (σύσσωμοι) του Χριστού. Γι’ αυτό λοιπόν, ας φυλαχτούμε με κάθε τρόπο να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να τους δίνουμε. Μη δίνετε τα άγια στους σκύλους, λέγει ο Κύριος, ούτε να ρίχνετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους (Ματθ. 7, 6), για να μη γίνουμε συμμέτοχοι στην (αιρετική) κακοδοξία και συνεπώς και στην καταδίκη τους. Γιατί εάν βέβαια η θεία μετάληψη είναι ένωση με τον Χριστό και μεταξύ μας, τότε οπωσδήποτε ενωνόμαστε με τη θέληση μας και με όλους που μεταλαμβάνουν μαζί μας. Γιατί αυτή η ένωση γίνεται με τη θέλησή μας και όχι χωρίς τη γνώμη μας. Γιατί όλοι ένα σώμα είμαστε, επειδή μεταλαμβάνουμε από τον ένα άρτο, όπως λέγει ο θείος Απόστολος» (Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδ. Ορθ. πίστεως 4,13, PG 94, c. 1149. 1152.1153. Πρεβ. Α΄ Κορ. 10, 17). Ο ατρόμητος ομολογητής των θεανθρωπίνων ορθοδόξων αληθειών (άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης) αναγγέλλει σ’ όλους τους ανθρώπους όλων των κόσμων: «Το να κοινωνεί κανείς από αιρετικό ή ολοφάνερα διαβεβλημένο ως προς τον βίο του, τον αποξενώνει από τον Θεό και τον εξοικειώνει με τον διάβολο» (Ρ.G. 99, c. 1668C). Σύμφωνα με τον ίδιο ο άρτος των αιρετικών δεν είναι «σώμα Χριστού» (Ρ.G. 99, c. 1597Α). Γι’ αυτό, «Όπως λοιπόν o θείος άρτος, όταν μετέχουν σ’ αυτόν οι Ορθόδοξοι, όλους όσους μετέχουν τους κάνει να αποτελούν ένα σώμα’ έτσι ακριβώς και o αιρετικός (άρτος), καθιστώντας μεταξύ τους κοινωνούς αυτούς που μετέχουν απ’ αυτόν, τους εμφανίζει ένα σώμα αντίθετο στον Χριστό» (Ρ.G. 99, c. 1480CD). Επί πλέον «Η κοινωνία που δίνεται από τους αιρετικούς, δεν είναι κοινός άρτος, αλλά φαρμάκι (=δηλητήριο), που δεν βλάπτει το σώμα αλλά που μαυρίζει και σκοτίζει την ψυχή» (Ρ.G. 99, c.1189C)
 
Ευαγγελικά μηνύματα του μακαριστού Ορθοδόξου Επισκόπου Αχρίδος και Ζίτσης Νικολάου.

Στο ταξίδι μας τούτο στον παράδεισο και στον Άδη, ας το τελειώσουμε με τα ευαγγελικά μηνύματα ενός συγχρόνου ισαποστόλου Ορθοδόξου Επισκόπου, όντως Χρυσοστόμου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας, του αειμνήστου Νικολάου Αχρίδος και Ζίτσης (+1956). Ταπεινά και με προσευχή ευχόμαστε, το ευαγγελικό φως των θεόσοφων σκέψεών του να φωτίσει με αγιοπατερικό τρόπο και να διασαφηνίσει τα προβλήματα για τα οποία γίνεται λόγος.

Ο Επίσκοπος Νικόλαος καθώς είναι αγιοπατερικά βυθισμένος στα μυστήρια του ανθρώπινου γένους στέλνει το εξής ευαγγελικό μήνυμα: Ο ένδοξος προφήτης Ησαΐας προφήτευσε τα εξής: «Όταν αναστή ο Κύριος θραύσαι την γήν… ταπεινωθήσεται το ύψος των ανθρώπων, και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη» (Ησ. 2, 11). Και παλαιότερα σηκώθηκε πολλές φορές ο Κύριος για να συντρίψει τη γη, λόγω του ότι λάτρευαν ανθρώπους αντί γι’ Αυτόν, τον μόνο Θεό, επειδή είχαν επιβληθεί στην ανθρωπότητα κάποιοι ανθρωποθεοί που ζούσαν με έπαρση. Σηκώθηκε και στις ημέρες μας (Σημ. Μεταφρ. : Το εν λόγω μήνυμα του Επισκόπου Νικολάου γράφτηκε κατά το διάστημα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μάλιστα σ’ ένα κελί του Νταχάου της Γερμανίας. Το μήνυμα δημοσιεύεται για πρώτη φορά και μολονότι φέρει επάνω του τα ίχνη των περιστάσεων κάτω από τις οποίες γράφτηκε, εν τούτοις δεν χάνει την αξία μιας εξαιρετικής πνευματικής μαρτυρίας. Ο επ. Νικόλαος απεβίωσε εξόριστος από την πατρίδα του, βλέποντας με πόνο και θλίψη πως στο τραπέζι της ο Χριστός έχασε ακόμη και την τελευταία θέση. Οι άρχοντές της προτίμησαν την «Ευρώπη» αντί για τον Χριστό), και όντως συνέτριψε όλη τη γη με τη δίκαιη οργή Του να σπάσει την ανθρώπινη έπαρση και να ταπεινώσει την ψευδή υψηλοφροσύνη του ανθρώπου. Μία τέτοιου είδους επανάσταση του Θεού εναντίον του ανθρώπου συχνά ακολουθούσε την επανάσταση του ανθρώπου εναντίον του Θεού. Οι αιρετικοί λαοί της εποχής μας έδωσαν στον Χριστό και Κύριο την τελευταία θέση στο τραπέζι αυτού του κόσμου, σαν να ήταν ο τελευταίος ζητιάνος, ενώ στις πρώτες θέσεις τοποθέτησαν τους μεγάλους τους άνδρες, τους πολιτικούς, τους λογοτέχνες, τους μυθοποιούς, τους επιστήμονες, τους κεφαλαιούχους, ακόμη και τους τουρίστες και τους ποδοσφαιριστές. Όλα τα βλέμματα των λαών αυτών ήσαν προσηλωμένα σ’ αυτούς τους μεγάλους, σ’ αυτούς τους μοντέρνους θεούς, ενώ ελάχιστοι έστρεφαν το βλέμμα τους προς τον Χριστό, τον νικητή του θανάτου. Αυτού του είδους την αναίσχυντη επανάσταση των βαπτισμένων, αλλά αιρετικών λαών εναντίον του Υψίστου Θεού, έπρεπε κατ’ ανάγκη να την ακολουθήσει η επανάσταση του περιφρονημένου Θεού εναντίον των ανόμων ανθρώπων και λαών. Και όντως σηκώθηκε ο Θεός, για να συντρίψει την γη. Και έγιναν ανήκουστες θλίψεις των λαών της γης μπροστά στα μάτια μας και επάνω στη ράχη μας. Και όχι μόνο αποδείχθηκαν όλοι οι θεοποιηθέντες μεγάλοι των ανθρώπων σβησμένες φλόγες, από τις οποίες κανείς πλέον δεν αναζητούσε θέρμανση, αλλά πραγματοποιήθηκαν και τα όσα λέγει στη συνέχεια ο προφήτης Ησαΐας, σύμφωνα με τα οποία οι άνθρωποι θα κρύβονται «εις τα σπήλαια και εις σχισμάς των πετρών και εις τας τρώγλας της γης από προσώπου του φόβου Κυρίου και από της δόξης της ισχύος αυτού» (Ησ. 2, 19). Δεν επαληθεύθηκε τούτο επακριβώς στον τελευταίο πόλεμο; [εννοεί τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο]. Δεν έφευγαν οι άνθρωποι μερικών ηπείρων, όπως εξάλλου και στη χώρα μας, στα πέτρινα σπήλαια και στις τρύπες της γης, για να βρουν καταφύγιο για τη ζωή τους από τους Ευρωπαίους σπορείς του θανάτου; Και οι σπορείς αυτοί του θανάτου δεν είναι άλλοι παρά εκείνοι οι ένδοξοι μεγιστάνες, τα είδωλα εκείνα των ανθρώπων, τα οποία καθόντουσαν στο τραπέζι αυτού του κόσμου στις πρωτοκαθεδρίες και περιγελούσαν τον Χριστό ως επαίτη στο τελευταίο σημείο του τραπεζιού… Ο χριστοφόρος Επίσκοπος (Νικόλαος) ευαγγελίζεται με θλίψη και ελπίδα: Οι βαπτισμένοι αδελφοί μας, που παρασύρθηκαν από τις παπικές και τις λουθηρανικές αιρέσεις, θεώρησαν τους εαυτούς τους σοφότερους από τον Χριστό. Και περιφρόνησαν εμάς τους Ορθοδόξους ως ασόφους και απολίτιστους. Αλλά, στ’ αλήθεια, και σ’ αυτούς επαληθεύθηκε ο λόγος του απ. Παύλου: «Φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν» (Ρωμ. 1, 22). Και τούτο επειδή απέρριψαν την κατά Χριστόν πνευματική σοφία – ο Χριστός περπατάει με ένδυμα ταπεινώσεως και αγάπης- και ντύθηκαν, κατά το παράδειγμα των ειδωλολατρών φιλοσόφων, τη σαρκική και κοσμική σοφία, η οποία είναι γεμάτη από υψηλοφροσύνη και κακία. «Και άλλαξαν την δόξα του άφθαρτου Θεού με ομοίωμα εικόνας φθαρτού άνθρωπου… και σεβάσθηκαν και λάτρευσαν την κτίση παρά τον Κτίστη…» (Ρωμ. 1, 23. 25). Δηλαδή απέβαλαν όλη την δόξα από τον Χριστό Κύριο και την τοποθέτησαν στους ώμους θνητών ανθρώπων, τους οποίους ανύψωσαν σε νέους Μεσσίες. Τέτοιου είδους αντίληψη για την δόξα αποκόμισαν από την άθεη σοφία τους. Και η έννοια της κουλτούρας και του πολιτισμού σημαίνει γι’ αυτούς τον σεβασμό του κτίσματος, δηλαδή της ορατής φύσεως και την λατρεία της μάλλον, παρά την λατρεία του Δημιουργού της, οι θνητοί θεοί και η θεοποιημένη φύση! Τούτο είναι προς το παρόν ο τελευταίος σταθμός της δυτικής ανθρωπότητας στον ασυγκράτητο και αιώνιο κατήφορό της από τα ύψη του Χριστού προς τα τάρταρα του Σατανά. Τούτο είναι το αποκορύφωμα της εξισώσεως των ανθρώπων στη Δύση με την παλαιά ειδωλολατρία της Ρώμης και την τωρινή της Ασίας. Αυτοί δημοσιεύουν ετησίως χιλιάδες βιβλία για τη δόξα των μεγάλα ανδρών και προς έπαινο του πολιτισμού τους, και χιλιάδες εφημερίδες εξυπηρετούν καθημερινώς αυτή την εφήμερη και ψευδή δόξα και βρίσκονται στην υπηρεσία του επαίνου των ανθρώπινων έργων, με το υπερδιογκωμένο όνομα του πολιτισμού. Γι’ αυτό τους παρέδωσε ο Θεός σε αισχρές ηδονές και πάθη ώστε να βρίσκουν την ικανοποίηση μόνο σ’ ότι είναι επίγειο και όχι ουράνιο, και μόνο σ’ εκείνο το οποίο προκαλεί στο Διάβολο χαρά και γέλιο, ενώ στους Αγγέλους του Χριστού θρήνο. Οι απολαύσεις τους βρίσκονται στη τέρψη της σάρκας, στην αρπαγή του ξένου (πράγματος), στην καταπάτηση των μικρών και αδυνάτων (ανθρώπων), στην αύξηση των επίγειων αγαθών και την επέκταση του κράτους τους και της εξουσίας τους, στην πονηρή κατάκτηση της ξένης πατρίδας, στις διασκεδάσεις και τους χορούς, στην απόρριψη κάθε θρησκείας ως δεισιδαιμονίας, στην άρνηση του Θεού, στην πλήρη βιολογική ζωή, στην αναίσχυντη αναγνώριση του πιθήκου ως προπάτορα του ανθρώπου, στον καταποντισμό της ανθρωπολογίας σε ζωολογία. Αλλά ρωτάτε: Θα μπορέσει ποτέ η γενιά αυτή, η πλέον πλανεμένη μέσα στην ιστορία, να επιστρέψει προς την αλήθεια και την τιμιότητα; Θα μπορέσει. Είθε να δώσει ο περιφρονημένος Χριστός να γίνει τούτο όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Πότε όμως θα γίνει τούτο; Τούτο θα γίνει μόνο τότε, όταν οι δυτικοί αδελφοί μας αρχίσουν να γράφουν χιλιάδες βιβλία ετησίως για την δόξα του Χριστού του Θεού μας. Κι όταν οι χιλιάδες εφημερίδες τους κατ’ έτος θα γράφουν επαίνους στις χριστιανικές αρετές και τα χριστιανικά αγαθά έργα, αντί να γράφουν για εγκλήματα και βλασφημίες της θείας Μεγαλειότητας και για το εμπόριο των σαρκικών ενστίκτων. Όταν συντελεσθεί η μεταμόρφωση αυτή, τότε η αιρετική δυτική ανθρωπότητα θα φανεί ενώπιον των ορατών ουρανών ως λουσμένη, καθαρισμένη και ευωδιάζουσα ουράνιο θυμίαμα. Τότε εμείς οι Ορθόδοξοι θα χαιρόμαστε, διότι θα ανακτήσουμε τους αδελφούς μας που έχουν επιστρέψει. Τότε οι ειδωλολατρικοί λαοί θα αγαπήσουν τον Χριστό και θα ζητήσουν να καταγραφούν ανάμεσα στα παιδιά Του. Διότι δε θα τους εμποδίζουν πλέον οι χριστιανικοί λαοί, να γίνουν παιδιά του Χριστού. Τότε δεν θα υπάρχει κακία μεταξύ των ανθρώπων, ούτε πόλεμοι μεταξύ των λαών. Αλλά θα υπάρξει η ειρήνη του Χριστού, που υπερβαίνει τον νου, και η δόξα του Χριστού, όμοια με την οποία δεν υπάρχει ούτε στην παρούσα ζωή ούτε στην αιωνιότητα.

Ο εμπνευσμένος από τον Θεό Επίσκοπος (Νικόλαος) ομολογεί την θεανθρώπινη αλήθεια όταν λέγει: Η ύψιστη ευτυχία για τους ανθρώπους είναι η φανέρωση του Θεού με σάρκα (η ενανθρώπηση), αλλά και η ύψιστη δυστυχία είναι η αποστασία τους απ’ Αυτόν τον Θεό και η επιστροφή τους στην υπηρεσία του Σατανά. Η δυστυχία αυτή έχει την αρχή της στους μη Ορθόδοξους δυτικούς λαούς και μάλιστα για δύο λόγους. Η πρώτη αίτια είναι το μίσος εναντίον του (παπικού και προτεσταντικού) αιρετικού ιερατείου, και η δεύτερη, το μίσος εναντίον των Εβραίων. Και τα δύο μίση φύτρωσαν στην καρδιά της δυτικής ανθρωπότητας από το ίδιο σπέρμα. Και το σπέρμα αυτό είναι η προσπάθεια τόσο του αιρετικού χριστιανικού κλήρου, όσο και των Εβραίων να κυριαρχήσουν απόλυτα στη ζωή του λαού και του κράτους σε όλες τις κατευθύνσεις. Το μίσος εναντίον ενός τέτοιου κλήρου μεταβλήθηκε σε μίσος κατά της Εκκλησίας, ενώ το μίσος εναντίον των Εβραίων συμπεριέλαβε και τον Κύριο Ιησού ως δήθεν Εβραίο. Στην πραγματικότητα ο Χριστός ήταν Εβραίος από τη μητέρα και από τον λαό στον οποίο φανερώθηκε πρώτα. Εν τούτοις ο ίδιος αυτός λαός πρώτος τον απέρριψε και με φρικτό θάνατο Τον θανάτωσε. Τι, λοιπόν; Εάν κάποιος είναι εναντίον των Εβραίων, πώς μπορεί να είναι κατά του Χριστού, εναντίον του οποίου οι Εβραίοι πολεμούν ήδη δύο χιλιάδες χρόνια; Αλλ’ όπου καρφωθούν τα νύχια του Σατανά, εκεί δεν υπάρχει λογική. Καθοδηγούμενοι από το μίσος κατά του κλήρου και των Εβραίων, οι δυτικοί λαοί απέρριπταν βαθμιαία τον Χριστό, έως ότου τελευταία Τον απέκλεισαν από όλους τους τομείς και τα ιδρύματα του λαού και του κράτους και περιόρισαν την παραμονή Του μόνο στους ναούς. Από Εκείνον ο οποίος μετά την ένδοξη Ανάστασή Του από τον τάφο είπε: «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. 28, 18), από Αυτόν οι τυφλωμένοι άνθρωποι αφήρεσαν κάθε εξουσία. Και όχι μόνο τούτο, αλλά και κάθε επιρροή Του επάνω στη γη, στο σχολείο, στην κοινωνία, στην πολιτική, στην τέχνη, στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και τις διεθνείς σχέσεις, στην επιστήμη, στη λογοτεχνία και σ’ όλα τα άλλα. Ο Θεός όμως δεν μυκτηρίζεται. Όσες φορές συμβεί οι άνθρωποι ως φιλοξενούμενοι να γίνουν υπερβολικά αναιδείς στο τραπέζι του Θεού, πρέπει να έλθει η προειδοποίηση εκ μέρους του οικοδεσπότη. Δύο φοβερές προειδοποιήσεις του Θεού στη σημερινή γενιά είναι οι δύο τελευταίοι παγκόσμιοι πόλεμοι, σε διάστημα είκοσι ετών. Ας γονατίσουν οι χριστιανικοί λαοί ενώπιον του προσβεβλημένου Χριστού και ας επιστρέψουν σ’ Αυτόν εκείνη την εξουσία, την τιμή και τη δόξα και το σεβασμό, που μόνον σ’ Αυτόν ανήκουν. Έτσι να πράττετε και σεις, οι Ορθόδοξοι αδελφοί μου, εάν θέλετε να φυλαχθήτε από τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, τον φοβερότερο και από τους δύο προηγούμενους.

Η αποστολική λύπη του αγίου Επισκόπου ένεκα της Ευρώπης: Τι είναι η Ευρώπη; Είναι η επιθυμία και ο πόθος της εξουσίας και της ηδονής και η γνώση. Και τα δύο ανθρώπινα: η ανθρώπινη επιθυμία και ο πόθος και η ανθρώπινη γνώση. Και τα δύο προσωποποιούνται στον πάπα και στον Λούθηρο. Τί είναι λοιπόν η Ευρώπη; Ο πάπας και ο Λούθηρος. Χορτασμένες οι ανθρώπινες επιθυμίες στο έπακρο, και χορτασμένη η ανθρώπινη γνώση στο έπακρο. Ο ευρωπαϊκός πάπας είναι η ανθρώπινη επιθυμία της εξουσίας. Ο ευρωπαϊκός Λούθηρος, είναι η πεισματική απόφαση του ανθρώπου να εξηγηθούν τα πάντα με τον νου του. Ο πάπας ως κυβερνήτης του κόσμου και ο επιστήμονας ως κυρίαρχος του κόσμου. Τούτο είναι η Ευρώπη στον πυρήνα της, οντολογικά και ιστορικά. Το ένα σημαίνει παράδοση της ανθρωπότητας στη φωτιά και το άλλο σημαίνει παράδοση της ανθρωπότητας στο νερό. Και τα δύο: χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό. Γιατί το ένα σημαίνει την άρνηση της πίστεως και το άλλο την άρνηση της Εκκλησίας του Χριστού. Κατ’ αυτό τον τρόπο ενεργεί το πονηρό πνεύμα στο σώμα της Ευρώπης ήδη εδώ και μερικούς αιώνες. Ποιός μπορεί να διώξει το πονηρό τούτο πνεύμα από την Ευρώπη; Κανείς, εκτός από Εκείνον, που το όνομά Του έχει σημειωθεί με κόκκινο χρώμα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, ως του μόνου διώκτη των δαιμόνων από τους ανθρώπους. Γνωρίζετε ήδη ποιον εννοώ. Εννοώ τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου, τον από την Παρθένο γεννηθέντα, από τους Ιουδαίους φονευθέντα, από τον Θεό αναστηθέντα, από τον ουρανό δικαιωθέντα, από τους Αγγέλους δοξασθέντα, δια των Αγίων μαρτυρηθέντα και από τους προγόνους μας οικειωθέντα. Έως ότου ακολουθούσε η Ευρώπη τον Χριστό ως τον «Ήλιον της δικαιοσύνης», και τους Αποστόλους Του, τους Μάρτυρες, τους Αγίους και τους αναρίθμητους Δικαίους και άλλους που ευαρέστησαν Αυτόν, έως τότε αυτή έμοιασε με πλατεία φωτισμένη από εκατοντάδες και χιλιάδες λαμπάδες, μικρές και μεγάλες. Όταν όμως, η ανθρώπινη επιθυμία και ανθρώπινη σοφία κτύπησαν τον Χριστό σαν δύο φοβεροί άνεμοι, οι λαμπάδες έσβησαν μπροστά στα ανθρώπινα μάτια και επικράτησε το σκοτάδι όπως στους υπόγειους διαδρόμους που έχουν οι τυφλοπόντικες. Σύμφωνα με την ανθρώπινη επιθυμία κάθε λαός και κάθε άνθρωποι αναζητεί την εξουσία, την τέρψη και την δόξα μιμούμενος τον πάπα της Ρώμης. Σύμφωνα με την ανθρώπινη σοφία κάθε λαός και κάθε άνθρωπος βρίσκει ότι είναι ο σοφότερος όλων και ο αξιότερος όλων των επίγειων αγαθών. Πώς τότε να μην υπάρχουν πόλεμοι μεταξύ των ανθρώπων και των λαών; Πώς να μην υπάρχει αφροσύνη και λύσσα στους ανθρώπους; Πώς να μην υπάρχουν οι αρρώστιες, οι ανομβρίες και οι πλημμύρες, οι όγκοι και οι φυματιώσεις, οι επαναστάσεις και οι πόλεμοι; Όλα αυτά δεν μπορεί να μη γίνονται, όπως δεν γίνεται να μην πυορροεί η γεμάτη από πύον πληγή, και όπως δεν γίνεται να μη βγαίνει δυσωδία από τόπο γεμάτο με ακαθαρσίες. Ο Παπισμός χρησιμοποιεί την πολιτική, επειδή μόνο από αυτή αποκτά κανείς την εξουσία. Ο Λουθηρανισμός χρησιμοποιεί τη φιλοσοφία και την επιστήμη, επειδή νομίζει ότι αυτός είναι ο δρόμος για να αποκτήσει κανείς την σοφία. Έτσι, η επιθυμία κήρυξε τον πόλεμο κατά της γνώσης και η γνώση κατά της επιθυμίας. Αυτό είναι ο νέος Πύργος της Βαβέλ, αυτό είναι η Ευρώπη. Στην εποχή μας όμως ήλθε μια νέα γενιά Ευρωπαίων, η οποία «πάντρεψε» την επιθυμία με την γνώση δια του αθεϊσμού και απέρριψε και τον πάπα και τον Λούθηρο. Τώρα πλέον ούτε κρύβεται η επιθυμία ούτε επαινείται η σοφία. Η ανθρώπινη επιθυμία και η ανθρώπινη σοφία στεφανώθηκαν στις ημέρες μας και έτσι φθάσανε στον γάμο, ο οποίος δεν είναι ούτε ρωμαιοκαθολικός ούτε λουθηρανικός, αλλά οφθαλμοφανώς και δημοσίως σατανικός. Η σημερινή Ευρώπη δεν είναι πλέον ούτε παπική ούτε λουθηρανική. Είναι υπεράνω και εκτός αυτών. Είναι ολοτελώς επίγεια, χωρίς έστω και τον πόθο να ανεβαίνει στον ουρανό, είτε με το διαβατήριο του αλαθήτου πάπα είτε πάλι με την κλίμακα της προτεσταντικής σοφίας. Αρνείται εντελώς το ταξίδι από αυτόν τον κόσμο. Επιθυμεί να παραμείνει εδώ. Επιθυμεί να είναι ο τάφος της όπου και το λίκνο της. Δεν γνωρίζει περί άλλου κόσμου. Δεν αισθάνεται την ουράνια ευωδία. Δεν βλέπει στον ύπνο της τους Αγγέλους και τους Αγίους. Για την Θεοτόκο δεν θέλει ν’ ακούσει. Η ακολασία την στερεώνει στο μίσος κατά της παρθενίας. Ολόκληρη η πλατεία βρίσκεται βυθισμένη στο σκότος. Όλες οι λαμπάδες είναι σβησμένες. Ω! τι φοβερό σκότος! Ο αδελφός βυθίζει το μαχαίρι στο στήθος του αδελφού, νομίζοντας ότι είναι εχθρός. Αρνείται ο πατέρας τον υιό του και ο υιός τον πατέρα. Ο λύκος είναι πιστότερος φίλος στον λύκο παρά ο άνθρωπος στον άνθρωπο! Ω! αδελφοί μου! Δεν το βλέπετε όλοι αυτό; Δεν έχετε αισθανθεί το σκοτάδι και το έγκλημα της αντιχριστιανικής Ευρώπης πάνω στο σώμα σας; Προτιμάτε την Ευρώπη ή τον Χριστό; Τον θάνατο ή την ζωή; Αυτά τα δύο έθεσε την παλαιά εποχή ο Μωυσής μπροστά στο λαό του. Κι εμείς αυτά τα δύο θέτουμε μπροστά σας. Να γνωρίζετε: η Ευρώπη είναι ο θάνατος, ο Χριστός είναι η ζωή. Διαλέξτε την ζωή, για να ζήσετε στους αιώνες.

Και ιδού τώρα ο συγκλονιστικός θρήνος του ισαποστόλου Επισκόπου για την Ευρώπη: Ω, αδελφοί μου! Ο 18ος αιώνας είναι ο πατέρας τον 19ου αιώνα, και ο 19ος αιώνας είναι ο πατέρας του 20ού αιώνα. Ο πατέρας ήταν πολύ χρεωμένος. Ο γιος δεν ξόφλησε τα χρέη του πατέρα του, αλλά χρεώθηκε ακόμη περισσότερο, και το χρέος έπεσε στον εγγονό. Ο πατέρας ήταν άρρωστος από βαριά ασθένεια, και ο γιος δεν θεράπευσε την αισχρή ασθένεια του πατέρα του επάνω του, αλλά την άφησε να ξαπλωθεί ακόμη περισσότερο, και αυτή μεταδόθηκε και χτύπησε τον εγγονό τρεις φορές δυνατότερα. Ο εγγονός είναι ο 20ός αιώνας στον οποίο ζούμε. Ο 18ος αιώνας σήμανε την επανάσταση εναντίον της Εκκλησίας και του ιερατείου του Ρωμαίου ποντίφικα. Ο 19ος αιώνας σήμανε την επανάσταση εναντίον του Θεού. Ο 20ός αιώνας αναγγέλλει την συμμαχία με τον Διάβολο. Τα χρέη μεγάλωσαν και η ασθένεια χειροτέρευσε. Και ο Κύριος είπε ότι επισκέπτεται τις αμαρτίες των πατέρων μέχρι τρίτη και τέταρτη γενιά. Δεν βλέπετε ότι ο Κύριος επισκέφθηκε τους εγγονούς για τις αμαρτίες των παππούδων Ευρωπαίων; Δεν βλέπετε το μαστίγιο επάνω στους εγγονούς για τα ανεξόφλητα χρέη των παππούδων; Ο βασιλιάς αντίχριστος αποτελεί την αρχή του 19ου αιώνα. Ο πάπας, αντίχριστος, αποτελεί την μέση του ίδιου αιώνα. Οι φιλόσοφοι της Ευρώπης, αντίχριστοι (από το φρενοκομείο), αποτελούν το τέλος του ίδιου αιώνα: Ναπολέων ο Βοναπάρτης, ο (πάπας) Πίος, ο (φιλόσοφος) Νίτσε. Τρία μοιραία ονόματα των τριών μεγαλυτέρων αρρώστων της κληρονομημένης ασθένειας. Είναι, άραγε, αυτοί οι νικητές του 19ου αιώνα; Όχι! Αυτοί είναι οι φορείς της βαριάς ασθένειας οι οποίοι την κληρονόμησαν από τον 18ο αιώνα. Οι μεγαλύτεροι άρρωστοι! Ο καίσαρας, ο ποντίφικας και ο φιλόσοφος… και μάλιστα όχι στην αρχαία ειδωλολατρική Ρώμη, αλλά στην καρδιά της βαπτισμένης Ευρώπης! Δεν είναι αυτοί οι νικητές, αλλ’ οι πλέον νικημένοι. Όταν ο Βοναπάρτης γέλασε μπροστά στους αγίους ναούς του Κρεμλίνου, και όταν ο Πίος ανακηρύχθηκε αλάθητος, και όταν ο Νίτσε ανακοίνωσε δημοσίως την λατρεία του στον Αντίχριστο, τότε σκοτίστηκε ο ήλιος στον ουρανό. Και όχι ένας ήλιος, αλλά εάν θα υπήρχαν χίλιοι, θα σκοτίζονταν όλοι από την θλίψη και την αισχύνη. Γιατί, ιδού θαύμα που δεν είδε ποτέ άλλοτε ο κόσμος: ο άθεος βασιλιάς, ο άθεος ποντίφικας, ο άθεος φιλόσοφος. Στην εποχή του Νέρωνα, τουλάχιστον ένας δεν ήταν άθεος, ο φιλόσοφος. Ο 18ος αιώνας είναι ο αιώνας του Πιλάτου: καταδίκασε τον Χριστό σε θάνατο. Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας του Καϊάφα: ξανασταύρωσε τον Χριστό. Ο 20ός αιώνας είναι ο αιώνας του Συνεδρίου, που αποτελείται από τους βαπτισμένους και από τους αβάπτιστους Ιούδες. Το Συνέδριο τούτο διακήρυξε ότι ο Χριστός είναι για πάντα νεκρός και ότι δεν αναστήθηκε. Γιατί, τότε, απορείτε, αδελφοί, που ήλθαν ανήκουστα μαστίγια στην ευρωπαϊκή ανθρωπότητα, μαστίγια μέχρι τον μυελό των οστών, από τις επαναστάσεις και τους πολέμους; Ποιος είναι τότε ο νικητής, αν όχι ο καίσαρας, ο ποντίφικας και ο φιλόσοφος της αποχριστιανικοποιημένης Ευρώπης;

[…]

Ο φιλόχριστος άγιος Επίσκοπος λέγει τα εξής για τον θεοκτόνο ειδωλολατρικό πολιτισμό της Ευρώπης: Εάν θα είχε μείνει η Ευρώπη χριστιανική, θα καυχιόταν για τον Χριστό και όχι για τον πολιτισμό της. Και οι μεγάλοι λαοί της Ασίας και της Αφρικής, αβάπτιστοι, βέβαια, αλλά με έφεση και τάση πνευματική, θα μπορούσαν να το κατανοήσουν αυτό και να το εκτιμήσουν. Γιατί και οι λαοί αυτοί καυχώνται ο καθένας για την πίστη του, για την θεότητά του, για τα θρησκευτικά βιβλία του: ο ένας για το Κοράνιο, ο άλλος για τις Βέδες και ούτω καθεξής. Δεν καυχώνται λοιπόν για τα έργα των χειρών τους, για τον πολιτισμό τους, αλλά για κάτι το οποίο θεωρούν ανώτερο από τον εαυτό τους, μάλλον για κάτι το ύψιστο στον κόσμο. Μόνον οι λαοί της Ευρώπης δεν καυχώνται για τον Χριστό και για το Ευαγγέλιό Του, αλλά για τις επικίνδυνες μηχανές τους και τα ευτελή προϊόντα των χειρών τους, δηλαδή για τον πολιτισμό και την κουλτούρα τους. Το αποτέλεσμα αυτής της ευρωπαϊκής αυτοκαυχήσεως με την περιβόητη «κουλτούρα», είναι το μίσος όλων των μη χριστιανικών λαών εναντίον του Χριστού και του Χριστιανισμού. Μισώντας το μικρό μίσησαν και το πιο μεγάλο. Μισώντας τα ευρωπαϊκά προϊόντα και τους ανθρώπους, μίσησαν και τον ευρωπαϊκό Θεό. Αλλά, αλίμονο, αυτό δεν πονά την Ευρώπη, ούτε την στενοχωρεί. Εξάλλου, η ίδια η Ευρώπη μίσησε πρώτη από όλους και απέρριψε τον Θεό της. Σ’ αυτή την καθόλα επίζηλη θέση έφερε την Ευρώπη η λανθασμένη εξέλιξή της, κάτω από την επίδραση μιας λανθασμένης Εκκλησίας, στη διάρκεια των τελευταίων εννιακοσίων χρόνων. Δεν ευθύνονται γι’ αυτό οι λαοί της Ευρώπης, ευθύνη έχουν οι πνευματικοί οδηγοί των λαών. Δεν ευθύνεται το ποίμνιο, αλλ’ οι ποιμένες του. Το κανονικό θα ήταν να καυχιέται η Ευρώπη για τον Χριστιανισμό ως την πλέον πολύτιμη κληρονομιά και την πλέον μεγάλη αξία της. Αυτό θα γινόταν -όπως είχε γίνει στους πρώτους μετά Χριστό αιώνες- εάν η Ευρώπη ήταν ομώνυμη με τον Χριστιανισμό, εάν ταυτιζόταν με τον Χριστιανισμό. Δοξολογία του Χριστού και κήρυγμα για τον Χριστό, αυτή ήταν η από τον Θεό ορισμένη αποστολή της ευρωπαϊκής ηπείρου. Εκτός από τον Χριστιανισμό δεν έχει τίποτε άλλο, για να καυχηθεί η Ευρώπη. Χωρίς τον Χριστιανισμό η Ευρώπη είναι ο φτωχότερος επαίτης και ο πλέον αναίσχυντος εκμεταλλευτής του κόσμου τούτου.

Ο χριστοφώτιστος Επίσκοπος λέγει μια πικρή αλήθεια για την ευρωπαϊκή παιδεία: Το σχολείο της Ευρώπης έχει αποχωριστεί από την πίστη στον Θεό. Σ’ αυτό έγκειται η μεταστροφή της σε δηλητηριάστρια, σ’ αυτό έγκειται και ο θάνατος της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας. Στους ειδωλολατρικούς πολιτισμούς δεν χωριζόταν ποτέ η επιστήμη από την θρησκεία, μολονότι η θρησκεία ήταν εσφαλμένη και μωρή. Τούτο συνέβη μόνο στην Ευρώπη. Σ’ εκείνη την Ευρώπη που δέχθηκε την πλέον τέλεια πίστη. Όμως, λόγω της συγκρούσεώς της με τους εκκλησιαστικούς ταγούς, κάκιωσε η Ευρώπη και απέρριψε την τέλεια πίστη και κράτησε την τέλεια επιστήμη. Ω, αδελφοί μου, απέρριψε την θεία γνώση και δέχθηκε την ανθρώπινη άγνοια! Πόσο μεγάλη μωρία και πόσο σκότος!

Ο θεόφρων άγιος Επίσκοπος λέγει τα εξής για την εκούσια τύφλωση της δυτικής ανθρωπότητας: Η Δύση μωράνθηκε. Σ’ αυτό έγκειται η αισχύνη και η παραφροσύνη της. Στην χριστιανική εποχή, όταν η Δύση ήταν Ορθόδοξη έβλεπε με το πνεύμα και θεωρούσε με τον νου. Αλλά καθ’ όσον απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την χριστιανική αλήθεια και αρετή, η πνευματική όρασή της μίκραινε όλο και περισσότερο, έως ότου σκοτίστηκε ολότελα στον 20ο αιώνα. Τώρα της έμειναν μόνο οφθαλμοί για την παρατήρηση αισθητών αντικειμένων. Αυτή (ή Δύση) έχει εξοπλίσει τους σωματικούς οφθαλμούς με πολλές εξαιρετικές μηχανές, για να μπορεί καλύτερα και ακριβέστερα να βλέπει τον αισθητό κόσμο, την μορφή και το χρώμα των αισθητών πραγμάτων και των όντων, τον αριθμό, το μέτρο και την απόστασή τους. Παρατηρεί με το μικροσκόπιο και βλέπει μικρά σκουλήκια, μικρόβια, όπως κανείς ποτέ άλλοτε. Παρατηρεί με το τηλεσκόπιο και βλέπει τα άστρα σαν να βρίσκονται πάνω από την καπνοδόχο, όπως κανείς ποτέ άλλοτε τα έβλεπε. Εδώ σταματά και μέχρις εδώ φθάνει η όρασή της. Όσον αφορά την νοερή θεωρία και την πνευματική διόραση στον κρυμμένο πυρήνα των πραγμάτων και στο νόημα και την σημασία όλης της δημιουργίας στο μέγα τούτο σύμπαν γύρω μας, ως προς τούτο, ω! αδελφοί μου, η δυτική ανθρωπότητα είναι σήμερα πιο τυφλή από την μουσουλμανική Αραβία και από την βραχμανική Ινδία και από το βουδιστικό Θιβέτ και από την πνευματιστική Κίνα. Πράγματι, ο Χριστός δεν είδε μεγαλύτερη ντροπή απ’ αυτήν στις δύο περασμένες χιλιετίες: οι βαπτισμένοι άνθρωποι να είναι πιο τυφλοί από τους αβάπτιστους! Για αυτό ότι έλεγε ο απόστολος Παύλος προς τους βαπτισμένους Γαλάτες, το ίδιο θα έλεγε σήμερα για την ξεκουτιασμένη και γερασμένη Δύση. Να τι έγραφε προς τους Γαλάτες: «Ω ανόητοι Γαλάται, τίς υμάς εβάσκανε τη αληθεία μη πείθεσθαι, οις κατ’ οφθαλμούς Ιησούς Χριστός προεγράφη εν υμίν εσταυρωμένος;… Ούτως ανόητοι εστε; εναρξάμενοι πνεύματι, νυν σαρκί επιτελείσθε;» (Γαλ. 3, 1.3) [Ανόητοι Γαλάτες, ποιός σας βάσκανε και δεν πείθεσθε στην αλήθεια, εσείς που με το κήρυγμα της πίστεως μπροστά στα μάτια σας ζωγραφίστηκε ο Ιησούς Χριστός σταυρωμένος;…Τόσο ανόητοι είστε; Κάνοντας αρχή με το Άγιο Πνεύμα, τώρα καταλήγετε στη σάρκα;]. Και η Ευρώπη κάποτε είχε αρχίσει εν πνεύματι, τώρα όμως τελειώνει με την σάρκα, δηλαδή με την σαρκική όραση, με την σαρκική κρίση, με τις σαρκικές επιθυμίες, με τις σαρκικές κατακτήσεις, σαν να την βάσκανε κάποιος! Όλη η ζωή της κινείται στις ημέρες μας σε δύο διαστάσεις: στο πλάτος και στο μήκος. Δεν γνωρίζει τίποτα ούτε για το βάθος ούτε για το ύψος. Γι αυτό και αγωνίζεται για την γη, για τον χώρο, για την επέκταση. Για τον χώρο, και μόνο για τον χώρο! Να από που έρχεται ο ένας πόλεμος πίσω από τον άλλο, η μία φρίκη πίσω από την άλλη. Γιατί ο Θεός δεν δημιούργησε τον άνθρωπο να είναι μόνο ζώο στον χώρο, αλλά για να εισχωρεί με τον νου του στο βάθος των μυστηρίων, και με την καρδιά να ανέρχεται προς το θείον ύψος. Ο πόλεμος για την γη είναι πόλεμος εναντίον της αλήθειας. Και ο πόλεμος εναντίον της αλήθειας είναι πόλεμος εναντίον της θείας και της ανθρώπινης φύσεως. Ω πίκρες πικρότερες και από την χολή! Πόσο οι άνθρωποι πάσχουν, πόσο βασανίζονται και πόσα θυσιάζουν για το πρόσκαιρο και απατηλό επίγειο βασίλειο! Εάν έστω και το ένα εκατοστό από αυτά τα βάσανα και τις θυσίες το υπέφεραν για την ουράνια βασιλεία, ο πόλεμος στη γη θα είχε γίνει γι αυτούς μέχρι δακρύων γελοίος. Στον Χριστό δίνουν με δυσκολία το «δίλεπτο», ενώ στην «εκκλησία» του Μολώχ-σατανά δίνουν όλη την περιουσία και όλα τα τέκνα τους! Ας κάνει τον σταυρό της η Ευρώπη και ας ακολουθήσει τον Χριστό. Ας μνημονεύσει την Παναγία Θεοτόκο και τους δώδεκα μεγάλους Αποστόλους και θα πέσουν τα λέπια από τους οφθαλμούς της. Και θα γίνει πάλι όμορφη όπως ήταν στα πρώτα χίλια χρόνια η Ορθόδοξη Ευρώπη του Χριστού. Τότε και αυτή θα είναι ευτυχισμένη, και εμείς μαζί της. Και θα χαρούν τότε οι κλαίοντες λαοί της Ευρώπης και θα ψάλλουν μαζί μας την αιώνια δοξολογία στον Θεό: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου». Αμήν

Ο χριστοταπεινός Επίσκοπος (Νικόλαος) λέγει για τους υπερήφανους λαούς της Ευρώπης: Οι φίλαρχοι και υπερήφανοι λαοί της Ευρώπης δεν αναγνωρίζουν ποτέ το σφάλμα τους. Έχουν χάσει την έννοια της αμαρτίας, της αμαρτίας και της μετανοίας. Για κάθε κακό στον κόσμο, την ευθύνη έχει άλλος, αυτοί ποτέ. Πώς θα γινόταν να διαπράξουν αυτοί αμαρτία, αφού κάθισαν στο θρόνο του Θεού και ανακήρυξαν τους εαυτούς τους αλάθητους θεούς! Πρώτα ανακήρυξε τον εαυτό του αλάθητο ο θρησκευτικός τους ηγέτης, ο πάπας. Το παράδειγμά του, και σε πείσμα του, το ακολούθησαν οι άρχοντες και οι βασιλείς της Δύσεως. Όλοι (στη Δύση) ανακηρύχθηκαν αλάθητοι, και αυτοί που φορούν τον Σταυρό και αυτοί που φέρουν την μάχαιρα.

Ο φιλόχριστος Επίσκοπος λέγει για την δίκη μεταξύ του Χριστού και της Ευρώπης: Εάν θα μπορούσε η ιστορία των τριών τελευταίων αιώνων -δεκάτου ογδόου, δεκάτου ενάτου και εικοστού- να ονομασθεί με ένα ορθό κατάλληλο όνομα, τότε δεν υπάρχει ορθότερο από την ονομασία: «Πρακτικά της δίκης μεταξύ της Ευρώπης και του Χριστού». Γιατί στα τελευταία τριακόσια χρόνια δεν έχει συμβεί τίποτε στην Ευρώπη που να μην είχε σχέση με τον Χριστό τον Θεό μας. Στην δίκη αυτή μεταξύ του Χριστού και της Ευρώπης, στην πραγματικότητα συμβαίνουν τα εξής: Ο Χριστός λέγει στην Ευρώπη ότι βαπτίσθηκε στο δικό Του όνομα και πρέπει να παραμείνει πιστή σ’ Αυτόν και στο Ευαγγέλιό Του. Σ’ αυτό απαντά η υπόδικη Ευρώπη: Όλες οι θρησκείες είναι ίσες. Μας το είπαν οι Γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές. Και κανείς δεν μπορεί να σε εξαναγκάσει να πιστεύεις τούτο ή εκείνο. Η Ευρώπη ανέχεται όλες τις θρησκείες ως δεισιδαιμονίες, εξαιτίας των ιμπεριαλιστικών της συμφερόντων, η ίδια όμως δεν κρατάει καμία θρησκεία. Όταν πραγματοποιήσει τους πολιτικούς σκοπούς της, τότε αυτή θα «ξεκαθαρίσει» σύντομα τους λογαριασμούς της με όλες τις προλήψεις του λαού. Ο Χριστός ρωτά με λύπη: Πώς μπορείτε εσείς οι άνθρωποι να ζείτε μόνο με τα ιμπεριαλιστικά, υλικά συμφέροντα, δηλαδή με την ζωώδη μόνο επιθυμία για την σωματική τροφή; Εγώ ήθελα να σας κάμω Θεούς και υιούς Θεού και σεις φεύγετε και επιδιώκετε να εξισωθείτε με τα υποζύγια. Σ’ αυτό απαντά ή Ευρώπη: Εσύ είσαι καθυστερημένος. Στην θέση του Ευαγγελίου σου βρήκαμε την βιολογία και την ζωολογία. Τώρα γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε δικοί σου απόγονοι και του ουρανίου πατέρα σου, αλλά απόγονοι των ουραγκοτάγκων και των γοριλών, δηλαδή του πιθήκου. Εμείς τώρα τελειοποιούμαστε για να γίνουμε θεοί. Γιατί δεν παραδεχόμαστε άλλους θεούς εκτός από εμάς. Σ’ αυτό ο Χριστός λέγει: Εσείς είσθε περισσότερο σκληροτράχηλοι από τους αρχαίους Εβραίους. Εγώ σας σήκωσα από το σκοτάδι της βαρβαρότητας στο ουράνιο φως, και σεις πηγαίνετε πάλι πίσω στο σκοτάδι, όπως το βουβάλι στη λάσπη. Εγώ έχυσα το αίμα μου για χάρη σας. Εγώ σας έδειξα την αγάπη μου, όταν όλοι οι Άγγελοί μου απέστρεφαν τα πρόσωπά τους μη μπορώντας να υποφέρουν την δυσωδία σας, δυσωδία του Άδη. Όταν λοιπόν εσείς ήσασταν σκοτάδι και δυσωδία, ήμουν ο μόνος που στάθηκα να σας καθαρίσω και να σας φωτίσω. Να μην είσθε λοιπόν τώρα άπιστοι, γιατί θα επιστρέψετε πάλι σ’ εκείνον τον ανυπόφορο ζόφο και τη δυσωδία. Σ’ αυτό η Ευρώπη φωνάζει περιπαικτικά: Φύγε από μας. Δεν σε αναγνωρίζουμε. Εμείς ακολουθούμε την ελληνική φιλοσοφία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την κουλτούρα, θέλουμε ελευθερία. Εμείς έχουμε τα πανεπιστήμια. Η επιστήμη είναι το οδηγητικό μας αστέρι. Το σύνθημά μας είναι: ελευθερία, αδελφοσύνη, ισότητα. Ο νους μας είναι ο θεός των θεών. Εσύ είσαι Ασιάτης. Εμείς σε αρνούμαστε. Εσύ είσαι μόνο ένας παλαιός μύθος των γιαγιάδων και των παππούδων μας. Τότε ο Χριστός με δάκρυα στα ματιά Του λέγει: Ιδού εγώ φεύγω, αλλά εσείς θα δείτε. Αφήσατε την οδό του Θεού και ακολουθήσατε την σατανική οδό. Η ευλογία και η ευτυχία αφαιρέθηκαν από σας. Στο χέρι μου βρίσκεται η ζωή σας, γιατί εγώ σταυρώθηκα για σας. Παρά ταύτα δεν θα σας τιμωρήσω εγώ, αλλά οι αμαρτίες σας και η αποστασία σας από έμενα τον Σωτήρα σας. Εγώ φανέρωσα την αγάπη του Πατέρα μου προς όλους τους ανθρώπους και ήθελα με αγάπη να σας σώσω όλους. Τότε λέγει η Ευρώπη: «Ποιά αγάπη; Ρωμαλέο και ανδρικό μίσος εναντίον όλων εκείνων που δεν συμφωνούν με μας, τούτο είναι το πρόγραμμά μας. Η αγάπη σου είναι μόνο ένα παραμύθι. Στη θέση τον παραμυθιού αυτού εμείς σηκώσαμε σημαία: εθνικισμού και διεθνισμού, κρατισμού και προοδευτισμού, εξελιξαρχίας, ωκεανισμού και κουλτουρισμού. Σε τούτο βρίσκεται η σωτηρία μας. Εσύ φύγε από μας». Αδελφοί μου, η συζήτηση τελείωσε στις μέρες μας. Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως κάποτε από την χώρα των Γαδαρηνών, όταν το ζήτησαν οι Γαδαρηνοί. Μόλις όμως έφυγε Αυτός, ήλθε πόλεμος, οργή, τρόμος και φρίκη, κατάρρευση, καταστροφή. Επέστρεφε στην Ευρώπη ο προχριστιανικός βαρβαρισμός, εκείνος των Αβάρων, των Ούννων, των Λογγοβαρδών, των Αφρικανών, μόνον ότι τώρα ήταν εκατό φορές φρικωδέστερος. Ο Χριστός πήρε το Σταυρό Του και την ευλογία Του και απομακρύνθηκε. Έμεινε ζόφος και δυσωδία. Και σεις τώρα αποφασίστε με ποιόν θα πάτε, ποιον θα ακολουθήσετε: την σκοτεινή και δυσώδη Ευρώπη ή τον Χριστό;

Ο ισαπόστολος ευαγγελιστής λέγει για την «Λευκή Δαιμονία», δηλαδή για την Ευρώπη: Τι νομίζετε εσείς για την Ευρώπη; Η Αφρική και η Ασία ονομάζουν τους Ευρωπαίους, «λευκούς δαίμονες». Επομένως, θα μπορούσαν να ονομάσουν την Ευρώπη «Λευκή Δαιμονία», θα την ονόμαζαν «Λευκή», από το χρώμα του δέρματος, και «Δαιμονία» από την μαυρίλα της ψυχής της. Διότι η Ευρώπη αρνήθηκε τον μόνο αληθινό Θεό και δέχθηκε τον θρόνο και την στάση των Ρωμαίων καισάρων. Και όπως έκαναν οι Ρωμαίοι καίσαρες πριν από την καταστροφή της Ρώμης, έτσι και αυτή διακήρυξε προς όλους τους λαούς της γης ότι ο καθένας μπορεί να προσκυνεί τους Θεούς του όπως ξέρει και γνωρίζει, η Ευρώπη θα το ανέχεται τούτο, αυτοί όμως έχουν το χρέος να την προσκυνούν ως ύψιστη θεότητα, είτε υπό το όνομα Ευρώπη είτε υπό το όνομα Πολιτισμός. Έτσι, αδελφοί μου, εμφανίστηκε σαν βρυκόλακας στις μέρες μας, η σατανική Ρώμη, εκείνη η Ρώμη πριν από τον Μέγα Κωνσταντίνο, που καταδίωκε με φωτιά και μαχαίρι τους Χριστιανούς και εμπόδιζε τον Χριστό, τον Χριστιανισμό, να εισέλθει στην Ευρώπη. Μόνο που η Λευκή Δαιμονία έχει πέσει σε βαρύτερη ασθένεια από την αρχαία Ρώμη. Διότι, εάν η ειδωλολατρική Ρώμη, βασανιζόταν από ένα δαίμονα, η Λευκή Δαιμονία βασανίζεται από επτά πονηρά πνεύματα, χειρότερα από εκείνο τον δαίμονα της Ρώμης. Ιδού, λοιπόν, η νέα ειδωλολατρική Ρώμη, ιδού νέο μαρτύριο για τον Χριστιανισμό. Να είστε έτοιμοι για μαρτύριο για τον Χριστό εκ μέρους της Λευκής Δαιμονίας. Η νέα ειδωλολατρική Ευρώπη δεν καυχάται για καμία θεότητα που βρίσκεται πάνω από τον εαυτό της. Αυτή καυχάται μόνο για τον εαυτό της, για τη σοφία της, για τον πλούτο της, για τη δύναμή της. Φουσκωμένο μπαλόνι είναι σχεδόν έτοιμο να εκραγεί, δίνοντας αφορμή για γέλιο στην Αφρική και την Ασία, ώριμος όγκος έτοιμος να ανοίξει, να γεμίσει το σύμπαν με τη δυσωδία του. Αύτη είναι η σημερινή αντιχριστιανική Ευρώπη, η Λευκή Δαιμονία. Η Ευρώπη ζει στο φαύλο κύκλο των εφευρέσεων. Όποιος παρουσιαστεί με νέα εφεύρεση ανακηρύσσεται μεγαλοφυΐα. Όποιος πάλι περιγράφει τις εφευρέσεις των άλλων, ανακηρύσσεται διδάκτωρ επιστημών. Οι εφευρέσεις της Ευρώπης είναι πολυάριθμες, σχεδόν αναρίθμητες. Καμία όμως από τις εφευρέσεις αυτές δεν κάνει τον άνθρωπο καλύτερο, τιμιότερο και περισσότερο φωτισμένο. Η Ευρώπη στα τελευταία χίλια χρόνια δεν έχει εμφανισθεί ούτε καν μία φορά με μία και μοναδική εφεύρεση στον πνευματικό και ηθικό τομέα, αλλά αποκλειστικά και μόνο στον υλικό τομέα. Οι εφευρέσεις της Ευρώπης οδήγησαν την ανθρωπότητα στο χείλος της καταστροφής. Την οδήγησαν στο άνευ προηγουμένου -στην ιστορία του Χριστιανισμού- πνευματικό σκοτάδι και την τρομακτική βαθμιαία καταστροφή. Διότι η Ευρώπη όλες τις εφευρέσεις της, δεν γνωρίζουμε αν από δική της εχθρική (κακή) διάθεση ή από επιρροή των Εβραίων, τις έχει στρέψει εναντίον του Χριστού. Όταν εφευρέθηκε το τηλεσκόπιο για την παρατήρηση των μακρινών αστέρων, οι Ευρωπαίοι επιστήμονες το ερμήνευσαν εις βάρος του Ευαγγελίου του Χριστού. Όταν εφευρέθηκε το μικροσκόπιο, πάλι σαρκασμός και χλευασμός για τον Χριστό. Όταν εφευρέθηκε το τραίνο, η ατμομηχανή, η τηλεγραφία και το τηλέφωνο, όλος ο αέρας αντηχούσε από την ευρωπαϊκή αυτοκαύχηση εις βάρος του Θεού και του Χριστού Του. Όταν είχαν επινοήσει οι άνθρωποι μηχανές για το ταξίδι στις θάλασσες, για το πέταγμα στον αέρα, για τη συνομιλία από μεγάλες αποστάσεις, τότε φάνηκε ο Χριστός στην Ευρώπη ότι είναι τόσο άχρηστος και καθυστερημένος, όσο και οι αιγυπτιακές μούμιες. Όλες όμως τις εφευρέσεις της στο διάστημα των τελευταίων διακοσίων ετών, η Ευρώπη τις έχει χρησιμοποιήσει για την αυτοκτονία της στους παγκοσμίους πολέμους, για το έγκλημα, για το μίσος, για το γκρέμισμα, για την απάτη, για τον εκβιασμό, για την βεβήλωση των ιερών και οσίων των λαών, για το ψέμα, τις ατιμίες, τις ακολασίες και την αθεΐα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά στην πραγματικότητα, η Ευρώπη κανέναν άλλο δεν εξαπάτησε, εκτός από τον εαυτό της. Οι μη χριστιανικοί λαοί έχουν καταλάβει τι εστί Ευρώπη, τι προσφέρει και τι θέλει, για τούτο και την ονόμασαν «Λευκή Δαιμονία». Άκουσε τι λέγει ο προφητάναξ Δαβίδ: «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα» (Ψαλμ. 19, 8). Οι καυχησιολόγοι εκείνοι θα νυστάξουν στα προσκέφαλα της ψεύτικης δόξας τους και εμείς θα αφυπνισθούμε και θα επανέλθουμε στην προηγούμενη καλή μας κατάσταση. Ο δε απόστολος Παύλος φωνάζει ακόμη πιο δυνατά: Άνθρωπε, «τι έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες τί καυχάσαι ως μη λαβών;» (Α’ Κορ. 4, 7). Γνώριζε ότι όλες οι εφευρέσεις βρέθηκαν στο κτήμα του Θεού, ενώπιον των οφθαλμών του Θεού, και μάθε τη ντροπή και την τιμιότητα!

(Από το βιβλίο του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς «Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ», σελ. 224-255, Έκδοσις Ιεράς Μονής Αρχαγγέλων Τσέλιε, Βάλιεβο, Σερβία. Στο κείμενο έγινε γραμματική και γλωσσική απλοποίηση)

Πηγή:
alopsis.gr

ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ.

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiWHvlScoNUdF5Tjg_sulcFcciFCFi-dVmBE3NfzJO4U9uuttJJAZyhaxxb0V9pDfvzhT_9mSUtgpFcA-tyLyY3GwHiSsW3IB27lqIU_Se7K7CUuz7v1-Wd95rf-d7W5RH7AaY1ahBnbow/s640/result5.jpg
 
Ὁ Πρόλογος καί ὁ Ἐπίλογος εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων»
Ἁγίου Ιουστίνου της μονής Τσέλιε (Πόποβιτς)


Πρό τῆς ελεύσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἰς τόν ἐπίγειόν κόσμον μας, ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἠξεύραμεν μόνον τόν θάνατον.καί ὁ θάνατος ἡμᾶς. Κάθε τί τό ἀνθρώπινον ἦτο διαπεποτισμένον μέ τόν θάνατον, αἰχμαλωτισμένον καί κατανικημένον ἀπ᾽ αὐτόν. Ὁ θάνατος μᾶς ἦτο πλησιέστερος καί ἀπό τόν ἑαυτόν μας καί περισσότερον πραγματικός ἀπό ἡμᾶς τούς ἰδίους. δυνατώτερος, ἀσυγκρίτως δυνατώτερος, ἀπό κάθε ἄνθρωπον χωριστά καί ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους μαζί. Ἡ γῆ ἦτο μία φρικαλέα φυλακή τοῦ θανάτου καί ἡμεῖς ἀνίσχυροι δέσμιοι καί δοῦλοι του (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14-15). Μόνον μέ τήν ἔλευσιν τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ «ἡ ζωή ἐφανερώθη». ἐφανερώθη «ἡ ζωή ἡ αἰώνιος» εἰς τούς ἀπηλπισμένους θνητούς, τούς ἀθλίους δούλους τοῦ θανάτου, ἡμᾶς (πρβλ. 1 Ἰωάνν. 1, 2). Αὐτήν τήν «ζωήν αἰώνιον» «ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν». αὐτήν ἡμεῖς οἱ χριστιανοί «μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν» πρός πάντας (1 Ἰωάνν. 1, 1-2). Διότι ζῶντες ἐν κοινωνίᾳ μέ τόν Σωτῆρα Χριστόν, ζῶμεν ἤδη ἐδῶ εἰς τήν γῆν τήν αἰωνίαν ζωήν (πρβλ. 1 Ἰωάνν. 1, 3). Ἀπό προσωπικήν μας ἐμπειρίαν τό γνωρίζομεν: Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι «ὁ ἀληθινός Θεός καί ζωή αἰώνιος». Διά τοῦτο καί ἦλθεν Αὐτός εἰς τόν κόσμον: διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἀληθινόν Θεόν καί ἐν Αὐτῷ τήν αἰωνίαν ζωήν (1 Ἰωάνν. 5, 11).

Εἰς τοῦτο καί μόνον ἔγκειται ἡ ἀληθινή, ἡ πραγματική φιλανθρωπία: «ὅτι τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ Αὐτοῦ» (1 Ἰωάνν. 4, 9) καί ἐν Αὐτῷ τήν αἰωνίαν ζωήν. Δι᾽ αὐτό «ὁ ἔχων τόν Υἱόν ἔχει τήν ζωήν. ὁ μή ἔχων τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τήν ζωήν οὐκ ἔχει» (1 Ἰωάνν. 5, 12), ἀλλ᾽ εὑρίσκεται ὅλος ἐν τῷ θανάτῳ. Ἡ μόνη ἀληθινή ζωή μας, εἶναι ἡ ζωή ἐν τῷ μόνῳ ἀληθινῷ Θεῷ καί Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ, ἐπειδή εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου αἰωνία καί ἰσχυροτέρα τοῦ θανάτου. Διότι, πῶς δύναται νά ὀνομασθῆ ζωή ἐκείνη, πού εἶναι μολυσμένη ἀπό τόν θάνατον καί τελειώνει εἰς τόν θάνατον; Ὅπως τό μέλι, ὅταν ἀναμιχθῆ μέ τό δηλητήριον δέν εἶναι πλέον μέλι, διότι μεταβάλλεται ὅλον εἰς δηλητήριον, ἔτσι καί ἡ ζωή, ἡ ὁποία τελειώνει μέ τόν θάνατον, δέν εἶναι πλέον ζωή.

Ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ δέν ἔχει ὅρια καί τέλος. Διότι, διά νά ἀποκτήσωμεν ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι τήν αἰωνίαν ζωήν, τήν ἐν Αὐτῷ καί νά τήν ζήσωμεν, δέν μᾶς ζητεῖται οὔτε μόρφωσις, οὔτε δόξα, οὔτε πλοῦτος, οὔτε τίποτε ἀπό ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἠμπορεῖ κάποιος ἀπό ἡμᾶς νά μή ἔχη, ἀλλ᾽ ἀπαιτεῖται ἐκεῖνο μόνον, τό ὁποῖον δύναται καθένας μας νά ἔχη: ἡ πίστις εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Διά τοῦτο Αὐτός – ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος – ἀνήγγειλε εἰς τό ἀνθρώπινον γένος τό θαυμαστόν εὐαγγέλιον: «Οὕτω ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον… Ὁ πιστεύων εἰς τόν Υἱόν ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάνν. 3, 16, 36). Ἀπό ὁλόκληρον τό ἀνθρώπινον γένος, μόνος ὁ Χριστός, ὡς μόνος ἀληθινός Θεός, πού δίδει εἰς τόν ἄνθρωπον ἐκεῖνο τό ὁποῖον κανείς ἐκ τῶν ἀγγέλων ἤ τῶν ἀνθρώπων δέν δύναται νά δώσῃ, Αὐτός μόνος εἶχε τήν ἐξουσίαν καί τό κῦρος νά δηλώσῃ: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάνν. 6, 47) καί «μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν» (Ἰωάνν. 5, 24) ἀκόμη καί εἰς αὐτήν τήν ζωήν.

Ἡ πίστις εἰς τόν Χριστόν «ἑνώνει τόν ἄνθρωπον μέ τόν αἰώνιον Κύριον, ὁ Ὁποῖος κατά τό μέτρον τῆς πίστεως τοῦ ἀνθρώπου πληροῖ τήν ψυχήν του μέ τήν αἰωνίαν ζωήν καί τότε αἰσθάνεται καί κατανοεῖ τόν ἑαυτόν του ὡς αἰώνιον. Αὐτό γίνεται τόσον περισσότερον, ὅσον ὁ ἄνθρωπος ζῆ κατ᾽ αὐτήν τήν πίστιν, ἡ ὁποία ἁγιάζει βαθμηδόν τήν ψυχήν του, τήν καρδίαν του, τήν συνείδησίν του, ὅλον τό εἶναι του μέ τάς θείας ἐνεργείας τῆς χάριτος. Ἀνάλογα πρός τήν πίστιν τοῦ ἀνθρώπου αὐξάνει καί ὁ ἁγιασμός τῆς φύσεώς του. καθώς γίνεται ἁγιώτερος ὁ ἄνθρωπος, ἀποκτᾶ ὁλονέν καί περισσότερον δυνατήν, περισσότερον ζωντανήν αἴσθησιν τῆς προσωπικῆς του ἀθανασίας. ἀποκτᾶ ἐπίγνωσιν τῆς ἰδικῆς του καί τῆς τῶν πάντων αἰωνιότητος. Πράγματι, ἡ ἀληθινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει μέ τήν πίστιν του εἰς τόν Χριστόν, ἡ ὁποία πίστις παραδίδει εἰς τόν Κύριον ὅλην τήν ψυχήν, ὅλην τήν καρδίαν, ὅλον τόν νοῦν, ὅλην τήν δύναμίν του, – Αὐτός δέ ἁγιάζει, μεταμορφώνει καί θεώνει ὅλα αὐτά βαθμιαίως. Δι᾽ αὐτοῦ τοῦ ἁγιασμοῦ, τῆς μεταμορφώσεως καί θεώσεως, διαχέει ὁ Κύριος εἰς τόν ἄνθρωπον τάς θείας ἐνεργείας τῆς χάριτος, αἱ ὁποῖαι τοῦ δίδουν τήν παντοδύναμον αἴσθησιν καί ἐπίγνωσιν τῆς προσωπικῆς του ἀθανασίας καί αἰωνιότητος. Πραγματικῶς: Ἡ ζωή μας εἶναι τόσον ζωή, ὅσον εἶναι ζωή ἐν Χριστῷ. Πόσον δέ εἶναι ἐν τῷ Χριστῷ; Αὐτό φανερώνεται ἀπό τήν ἁγιότητά της. ὅσον περισσότερον ἁγία ἡ ζωή, τόσον περισσότερον ἀθάνατος καί αἰωνία.

Τό ἀντίθετον πρός αὐτό συμβαίνει μέ τόν θάνατον. Τί εἶναι ὁ θάνατος; Θάνατος εἶναι ἡ «ἀποτελεσθεῖσα» ἁμαρτία (Ἰακ. 1, 15). ἡ «ἀποτελεσθεῖσα» ἁμαρτία εἶναι ὁ χωρισμός ἀπό τόν Θεόν, εἰς τόν Ὁποῖον καί μόνον εὑρίσκεται ἡ ζωή καί ἡ πηγή τῆς ζωῆς. Εὐαγγελική, θεία ἀλήθεια εἶναι: Ἡ ἁγιότης εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἁμαρτωλότης θάνατος. ἡ εὐσέβεια εἶναι ζωή, ἡ ἀσέβεια θάνατος. ἡ πίστις εἶναι ζωή, ἡ ἀπιστία θάνατος. ὁ Θεός εἶναι ζωή, ὁ διάβολος εἶναι θάνατος. Ὁ θάνατος εἶναι χωρισμός ἀπό τόν Θεόν, ἡ δέ ζωή ἐπιστροφή πρός τόν Θεόν καί ζωή ἐν τῷ Θεῷ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἡ πίστις: ἡ ἀναζωοποίησις τῆς ψυχῆς ἀπό τήν νέκραν, ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάστασις τῆς ψυχῆς: «νεκρός ἦν, καί ἀνέζησε» (Λουκ. 15, 24). Αὐτήν τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν τῆς ψυχῆς, τήν ἔζησεν ὁ ἄνθρωπος διά πρώτην φοράν μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν. καί τήν ζῇ διαρκῶς εἰς τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν Του, διότι ὁ Θεάνθρωπος ὅλος εὑρίσκεται εἰς αὐτήν, μεταδίδων Ἑαυτόν εἰς ὅλους τούς πιστούς διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν. Ὅπου εἶναι Αὐτός, ἐκεῖ πλέον δέν ὑπάρχει θάνατος, ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἐκεῖ ζῇ ἤδη τήν αἰωνίαν ζωήν. Μέ τήν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ ἡμεῖς «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν»1.

Ἡ ἀληθινή ζωή ἐπί τῆς γῆς ἀρχίζει ἀκριβῶς ἀπό τήν ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος, διότι εἶναι ζωή πού δέν τελειώνει μέ τόν θάνατον. Ἄνευ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρωπίνη ζωή δέν εἶναι ἄλλο παρά ἕνα ἀργόν ψυχομάχημα, πού καταλήγει ἀναπόφευκτα εἰς τόν θάνατον. Ἀλλά ἀληθινή ζωή εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δέν τελειώνει μέ τόν θάνατον. Καί μία τοιαύτη ζωή ἔγινε δυνατότης ἐπάνω εἰς τήν γῆν, μόνον διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ ζωή εἶναι ἀληθινή ζωή μόνον ἐν τῷ Θεῷ. Διότι αὐτή εἶναι ἁγία ζωή καί ὡς ἐκ τούτου ἀθάνατος ζωή. Ὅπως μέσα εἰς τήν ἁμαρτίαν εὑρίσκεται ὁ θάνατος, οὕτω καί εἰς τήν ἁγιότητα ἡ ἀθανασία. Μόνον διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Χριστόν ὁ ἄνθρωπος ζῇ τό περισσότερον ἀποφασιστικόν θαῦμα τῆς ὑπάρξεώς του: τήν μετάβασιν ἀπό τόν θάνατον εἰς τήν ἀθανασίαν, ἀπό τό πεπερασμένον εἰς τήν αἰωνιότητα, ἀπό τόν ᾅδην εἰς τόν παράδεισον. Μόνον τότε εὑρίσκει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτόν του, τόν ἀληθινόν, τόν αἰώνιον ἑαυτόν του: «ἀπολωλώς ἦν, καί εὑρέθη», διότι – «νεκρός ἦν, καί ἀνέζησε» (Λουκ. 15, 24).

Τί εἶναι οἱ χριστιανοί; Οἱ χριστιανοί εἶναι χριστοφόροι, καί ἑπομένως φορεῖς καί κάτοχοι τῆς αἰωνίου ζωῆς. τοῦτο δέ κατά τό μέτρον τῆς πίστεώς των καί κατά τό μέτρον τῆς ἁγιότητός των, ἡ ὁποία εἶναι καρπός τῆς πίστεως. Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ περισσότερον τέλειοι χριστιανοί, διότι ἔχουν ἁγιασθῆ εἰς τόν μέγιστον, κατά τό δυνατόν, βαθμόν διά τῆς ἀσκήσεως τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα καί αἰωνίως ζῶντα Κύριον Ἰησοῦν. Πράγματι, αὐτοί εἶναι οἱ μοναδικοί καί ἀληθινοί ἀθάνατοι μέσα εἰς τό ἀνθρώπινον γένος, διότι μέ ὅλον τό εἶναι των ζοῦν ἐν τῷ Ἀναστάντι καί διά τόν Ἀναστάντα Χριστόν, καί οὐδείς θάνατος ἔχει ἐξουσίαν ἐπάνω των. Ἡ ζωή των ὁλόκληρος εἶναι ἐκ τοῦ Χριστοῦ, καί δι᾽ αὐτό ὅλη εἶναι χριστο-ζωή. ἡ σκέψις των εἶναι χριστο-σκέψις. ἡ αἴσθησίς των χριστο-αἴσθησις. Ὅ,τι εἶναι ἰδικόν των εἶναι πρῶτα τοῦ Χριστοῦ καί κατόπιν ἰδικόν των. Ἄν εἶναι ἡ ψυχή, αὐτή εἶναι πρῶτα τοῦ Χριστοῦ καί μετά ἰδική των. Εἰς αὐτούς δέν εἶναι αὐτοί, ἀλλά τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός Κύριος2.

Δι᾽ αὐτό οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων δέν εἶναι ἄλλο, παρά ἡ ζωή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἡ ἐπαναλαμβανομένη εἰς κάθε ἅγιον, ὀλίγον ἤ πολύ, κατά τοῦτον ἤ ἐκεῖνον τόν τρόπον. Ἤ ἀκριβέστερον, εἶναι ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ παρατεινομένη διά τῶν ἁγίων. ἡ ζωή τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου, τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος δι᾽ αὐτό καί ἔγινεν ἄνθρωπος, διά νά μᾶς δώσῃ καί μεταδώσῃ («παραδώσῃ») ὡς ἄνθρωπος τήν θείαν ζωήν Του. διά νά ἁγιάσῃ καί ἀπαθανατίσῃ καί αἰωνοποιήσῃ μέ τήν ζωήν Του ὡς Θεός, τήν ἰδικήν μας ἀνθρωπίνην ζωήν ἐπί τῆς γῆς. «Ὅ τε γάρ ἁγιάζων καί οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνός πάντες» (Ἑβρ. 2, 11). Ὅλα αὐτά τά κατέστησε δυνατά καί πραγματοποιήσιμα διά τόν ἀνθρώπινον κόσμον ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἀπό τότε πού ἔγινεν ἀνθρωπος καί «κεκοινώνηκε σαρκός καί αἵματος», δηλαδή ἔγινε κοινωνός τῆς ἀνθρωπίνης μας φύσεως καί τοιουτοτρόπως ἀδελφός τῶν ἀνθρώπων, ἀδελφός κατά σάρκα καί αἷμα (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14, 17). Γενόμενος ἄνθρωπος ἀλλά παραμένων Θεός, ὁ Θεάνθρωπος ἔζη τήν ἁγίαν, ἀναμάρτητον, θεανθρωπίνην ζωήν ἐπί τῆς γῆς καί διά τῆς ζωῆς Του, τοῦ θανάτου Του καί τῆς ἀναστάσεώς Του, κατήργησε τόν διάβολον καί τό κράτος τοῦ θανάτου. Τοιουτοτρόπως ἔδωσε καί δίδει συνεχῶς εἰς ὅλους ὅσοι πιστεύουν εἰς Αὐτόν τάς ἐνεργείας τῆς χάριτος, διά νά καταργοῦν καί αὐτοί τόν διάβολον καί κάθε θάνατον καί κάθε πειρασμόν (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14, 15, 18). Αὐτή ἡ θεανδρική ζωή ὑπάρχει ὅλη εἰς τό θεανθρώπινον σῶμα τοῦ Χριστοῦ – τήν Ἐκκλησίαν – καί βιοῦται συνεχῶς ἀπό αὐτήν, καί ἀπό τό ἐπίγειον –ἐπουράνιον πλήρωμά της καί ἀπό τά ἐπί μέρους μέλη της, κατά τό μέτρον τῆς πίστεώς των. Ἡ ζωή τῶν ἁγίων εἶναι εἰς τήν πραγματικότητα αὐτή ἡ ζωή τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ὁποία διοχετεύεται εἰς τούς ἀκολουθοῦντας Αὐτόν καί βιοῦται ἀπό αὐτούς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του. Διότι, ἀκόμη καί τό κάθε τι αὐτῆς τῆς ζωῆς ἔρχεται πάντοτε ἐκ τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή Αὐτός εἶναι ἡ ζωή (Ἰωάνν. 14, 6. 1, 4), ζωή ἄπειρος καί ἀτελεύτητος καί αἰωνία, πού μέ τήν θείαν δύναμίν της ἀνιστᾷ ἀπό κάθε θάνατον καί νικᾷ ὅλους τούς θανάτους. Ὅπως ἀκριβῶς λέγει τό παναληθές Εὐαγγέλιον τοῦ Παναληθοῦς Κυρίου: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή» (Ἰωάνν. 11, 35). Ὁ θαυμαστός Κύριος, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὅλος «ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή», κατοικεῖ μέ ὅλον τό εἶναι Του, ὡς θεανθρωπίνη πραγματικότης, εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του. Δι᾽ αὐτό καί δέν ὑπάρχει τέλος εἰς τήν διάρκειαν τῆς πραγματικότητος αὐτῆς. Ἡ ζωή Του συνεχίζεται εἰς ὅλους τούς αἰῶνας. κάθε χριστιανός εἶναι σύσσωμος τοῦ Χριστοῦ (Ἐφ. 3, 6), καί δι᾽ αὐτό εἶναι χριστιανός διότι ζῇ τήν θεανθρωπίνην ζωήν αὐτοῦ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς ὀργανικόν κύτταρόν του.

Τί εἶναι ὁ χριστιανός; Ὁ χριστιανός εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ζῇ διά τοῦ Χριστοῦ καί ἐν τῷ Χριστῷ. Διά τοῦτο ἡ θεία ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ λέγει: «Περιπατεῖτε ἀξίως τοῦ Κυρίου» (Κολ. 1, 10), ζῆτε, δηλαδή, ἀξίως τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐσαρκώθη καί παρέμεινε ὡς Θεάνθρωπος ὅλος εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του, ἡ ὁποία δι᾽ Αὐτοῦ ζῇ καί ὑπάρχει αἰωνίως. Τότε ζῇ κανείς «ἀξίως τοῦ Θεοῦ», ὅταν ζῇ κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Διά τοῦτο εἶναι αὐτονόητον νά ὑπάρχῃ καί ἡ ἑπομένη εὐαγγελική ἐντολή: «Ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ πολιτεύεσθε» (Φιλ. 1, 27).

Ἡ ζωή κατά τό Εὐαγγέλιον, ἡ ἁγία ζωή, ἡ θεία ζωή – αὐτή εἶναι ἡ φυσική καί κανονική ζωή διά τούς χριστιανούς. Διότι οἱ χριστιανοί κατά τήν κλῆσιν των εἶναι ἅγιοι. Αὐτή ἡ καλή ἀγγελία καί ἐντολή ἀκούεται μέσα ἀπό ὁλόκληρον τό Εὐαγγέλιον τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τό νά ἁγιασθῶμεν ὁλοτελεῖς, καί κατά τήν ψυχήν καί κατά τό σῶμα, αὐτή εἶναι ἡ κλῆσις μας (πρβλ. 1 Θεσ. 5, 22-23). Καί τοῦτο δέν ἀποτελεῖ θαῦμα, ἀλλά κανόνα, τόν κανόνα τῆς πίστεως, τήν φύσιν καί τήν λογικήν τῆς εὐαγγελικῆς πίστεως. Εἶναι πρόδηλος καί σαφής ἡ ἐντολή τοῦ θείου Εὐαγγελίου: «Κατά τόν καλέσαντα ὑμᾶς Ἅγιον καί αὐτοί ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε» (1 Πετρ. 1, 15). Τοῦτο δέ σημαίνει: Κατά τόν Χριστόν = τόν Ἅγιον, ὁ Ὁποῖος σαρκωθείς καί ἐνανθρωπήσας ἔδειξεν ἐν Ἑαυτῷ τήν ἀπολύτως ἁγίαν ζωήν, καί ὡς τοιοῦτος δίδει ἐντολήν εἰς τούς ἀνθρώπους: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (1 Πετρ. 1, 16). Αὐτός ἔχει τό δικαίωμα νά ἐντέλλεται αὐτά, διότι γενόμενος ἄνθρωπος, δίδει δι᾽ Ἑαυτοῦ ὡς Ἁγίου, πάσας τάς θείας δυνάμεις («ἐνεργείας») εἰς τούς ἀνθρώπους τάς ἀναγκαίας «πρός ζωήν καί εὐσέβειαν» εἰς αὐτόν τόν κόσμον (πρβλ. 2 Πετρ. 2, 3). Καί οἱ χριστιανοί, ἑνούμενοι πνευματικῶς καί κατά χάριν διά τῆς πίστεως μέ τόν Ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, λαμβάνουν ἀπό Αὐτόν αὐτάς τάς θείας δυνάμεις διά νά ζήσουν τήν ζωήν τήν ἁγίαν.

Ζῶντες ἐν Χριστῷ οἱ ἅγιοι κάνουν τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ, διότι δι᾽ Αὐτοῦ γίνονται ὄχι μόνον δυνατοί ἀλλά καί παντοδύναμοι: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. 4, 13). Κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον γίνεται πραγματικότης ὁ λόγος τῆς Αὐτοαληθείας, τοῦ Χριστοῦ, ὅτι οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν θά κάνουν ἔργα τά ἰδικά Του καί ἀκόμη μεγαλύτερα: «Ἀμήν, ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τά ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καί μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰωάνν. 14, 12). Καί ὄντως ἡ σκιά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου θεραπεύει τούς ἀρρώστους. ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος μέ τόν λόγον του μετακινεῖ τό ὄρος καί πάλιν τό σταματᾶ… Ὅταν ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος, τότε ἡ Θεία Ζωή ἔγινε καί τοῦ ἀνθρώπου ζωή. ἡ Θεία Δύναμις ἔγινε καί δύναμις τοῦ ἀνθρώπου. ἡ Θεία Ἀλήθεια καί τοῦ ἀνθρώπου ἀλήθεια καί ἡ Θεία Δικαιοσύνη καί τοῦ ἀνθρώπου δικαιοσύνη. ὅλα τά τοῦ Θεοῦ, ἔγιναν καί τοῦ ἀνθρώπου.

Τί εἶναι «Πράξεις τῶν ἁγίων Ἀποστόλων»; – Εἶναι τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα κάνουν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μέ τήν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, ἤ μᾶλλον τά κάνουν διά τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ζῆ ἐν αὐτοῖς καί ἐνεργεῖ δι᾽ αὐτῶν. Καί ἡ ζωή τῶν ἁγίων Ἀποστόλων τί εἶναι; – Ἡ βιώσις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ζωή μεταδίδεται μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν, εἰς ὅλους τούς πιστούς ἀκολούθους Του καί συνεχίζεται ἐσαεί δι᾽ αὐτῶν μέσῳ τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν.

Οἱ δέ «Βίοι τῶν Ἁγίων» τί εἶναι; Τίποτε ἄλλο παρά ἕνα εἶδος συνεχίσεως τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων». Μέσα εἰς αὐτούς τούς «Βίους» συναντᾶ κανείς τό ἴδιον Εὐαγγέλιον, τήν ἰδίαν ζωήν, τήν ἰδίαν ἀλήθειαν, τήν ἰδίαν δικαιοσύνην, τήν ἰδίαν ἀγάπην, τήν ἰδίαν πίστιν, τήν ἰδίαν αἰωνιότητα, τήν ἰδίαν «δύναμιν ἐξ ὕψους», τόν ἴδιον Θεόν καί Κύριον. Διότι «Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8): ὁ αὐτός δι᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων, διαμοιράζων τά ἴδια χαρίσματα καί τάς ἰδίας θείας ἐνεργείας εἰς ὅλους τούς πιστεύοντας εἰς Αὐτόν. Αὐτή ἡ συνέχισις ὅλων τῶν θείων δυνάμεων καί ζωοποιῶν ἐνεργειῶν, τῶν παραμενουσῶν καί παρατεινομένων εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ διά μέσου τῶν αἰώνων καί ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν, ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τήν ζῶσαν Ἱεράν Παράδοσιν. Ἡ ἁγία αὐτή Παράδοσις συνεχίζεται ἀδιακόπως ὡς ζωή χαρισματική εἰς ὅλους τούς χριστιανούς, μέσα εἰς τούς ὁποίους διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν ζῆ ἐν χάριτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὅλος παρών εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του, οὕτως ὥστε νά εἶναι αὐτή τό πλήρωμά Του. «Τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου (Ἐφ. 1, 23). Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εἶναι τό ὑπερτέλειον πλήρωμα τῆς Θεότητος: «ὅτι ἐν Αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς» (Κολ. 2, 9). Οἱ δέ χριστιανοί πρέπει, διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, νά πληρωθοῦν «εἰς πᾶν τό πλήρωμα τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 3, 19). Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἐμφανίζουν ἀκριβῶς αὐτά τά πρόσωπα, τά πεπληρωμένα διά Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πρόσωπα χριστοφόρα, ἅγια, εἰς τά ὁποῖα διαφυλάσσεται καί διά τῶν ὁποίων μεταδίδεται ἡ ἁγία παράδοσις αὐτῆς τῆς ἐν χάριτι ζωῆς. Διαφυλάσσεται καί μεταδίδεται διά τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας των. Διότι οἱ βίοι τῶν ἁγίων δέν εἶναι ἄλλο, παρά αἱ εὐαγγελικαί θεῖαι ἀλήθειαι μεταφερθεῖσαι εἰς τήν ἀνθρωπίνην ζωήν μας διά τῆς χάριτος καί τῶν ἀσκήσεων. Δέν ὑπάρχει εὐαγγελική ἀλήθεια, ἡ ὁποία νά μή ἠμπορῇ νά μεταβληθῇ εἰς ζωήν. Ὅλαι αἱ ἀλήθειαι αὐταί ἐδόθησαν ἀπό τόν Χριστόν δι᾽ ἕνα σκοπόν: διά νά γίνουν ζωή μας, πραγματικότης μας, κτῆμα ἰδικόν μας, χαρά μας. Καί οἱ ἅγιοι, ὅλοι των μέχρις ἑνός, ζοῦν αὐτάς τάς θείας ἀληθείας ὡς τό κέντρον τῆς ζωῆς των καί ὡς τήν οὐσίαν τοῦ εἶναι των. Ἀκριβῶς, δι᾽ αὐτό «οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν ἀπόδειξιν καί μαρτυρίαν ὅτι ἡ καταγωγή μας εἶναι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. ὅτι ἡμεῖς δέν εἴμεθα ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά ἐκ τοῦ ἄλλου. ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος μόνον ἐν τῷ Θεῷ. ὅτι ζῶμεν ἐπί τῆς γῆς διά τοῦ οὐρανοῦ. ὅτι «ἡμῶν τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλ. 3, 20) καί ὅτι ὁ σκοπός μας εἶναι νά οὐρανώσωμεν τόν ἑαυτόν μας, τρεφόμενοι μέ τόν «οὐράνιον ἄρτον», τόν καταβάντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ εἰς τήν γῆν (πρβλ. Ἰωάνν. 6, 33, 35, 51). Ὁ οὐράνιος αὐτός ἄρτος κατέβη εἰς τήν γῆν διά νά μᾶς τρέφῃ μέ τήν αἰωνίαν Θείαν Ἀλήθειαν, μέ τήν αἰωνίαν Θείαν ἀγαθότητα, τήν αἰωνίαν Θείαν Δικαιοσύνην, τήν αἰωνίαν Θείαν Ἀγάπην, τήν αἰωνίαν Θείαν Ζωήν, – διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διά τῆς ζωῆς μας ἐν τῷ μόνῳ ἀληθινῷ Θεῷ καί Κυρίῳ Ἰησοῦ Χριστῷ (πρβλ. Ἰωάνν. 6, 50-51, 53-57). Μέ ἄλλους λόγους, ἡ κλῆσις μας εἶναι: νά πληρωθῶμεν μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, μέ τάς θείας καί ζωοποιούς ἐνεργείας Του, νά φθάσωμεν εἰς τήν ἐνχρίστωσιν καί χριστοποίησίν μας. Ἐάν ἐργάζεσαι δι᾽ αὐτό, τότε εὑρίσκεσαι ἤδη εἰς τόν οὐρανόν, παρ᾽ ὅλον ὅτι περιπατεῖς ἐπί τῆς γῆς. εἶσαι ἤδη ὅλος ἐν τῷ Θεῷ, μολονότι τό εἶναι σου παραμένει εἰς τά ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὁ ἄνθρωπος χριστοποιούμενος ξεπερνᾷ τόν ἑαυτόν του ὡς ἄνθρωπον, τόν ξεπερνᾷ διά τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ Θεανθρώπου, ἐν τῷ Ὁποίῳ ἐδόθη ὁ τέλειος τύπος τοῦ ἀληθινοῦ, τοῦ πλήρους, τοῦ θεοειδοῦς ὄντως ἀνθρώπου. Ἐν Αὐτῷ ἀκόμη ἐδόθησαν παντοδύναμοι θεῖαι ἐνέργειαι διά τῶν ὁποίων ἀνυψώνεται ὁ ἄνθρωπος ὑπεράνω κάθε ἁμαρτίας, κάθε θανάτου, κάθε κολάσεως. καί τοῦτο, μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί διά τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν» (Ματθ. 16, 18), διότι ἐν αὐτῇ ζῇ ὅλος ὁ θαυμαστός Θεάνθρωπος Κύριος μέ ὅλας Του τάς θείας δυνάμεις, τάς ἐνεργείας, τάς ἀληθείας, τάς πραγματικότητας, τάς τελειότητας, τάς ζωάς καί τάς αἰωνιότητας.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι ἱεραί μαρτυρίαι περί τῆς θαυματουργικῆς δυνάμεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἰς τήν πραγματικότητα, αὐτοί δέν εἶναι ἄλλο παρά αἱ ἴδιαι αἱ μαρτυρίαι τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων συνεχιζόμεναι διά μέσου τῶν αἰώνων. Ἐπειδή καί οἱ ἅγιοι δέν εἶναι ἄλλο, παρά μάρτυρες ἅγιοι, ὅπως καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, πού εἶναι οἱ πρωτομάρτυρες. Τίνος μάρτυρες; – Τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Αὐτοῦ: Τοῦ σταυρωθέντος, τοῦ ἀναστάντος, τοῦ ἀναληφθέντος, τοῦ αἰωνίως ζῶντος. μάρτυρες τοῦ Εὐαγγελίου τῆς σωτηρίας, τό ὁποῖον συνεχίζει νά γράφεται ἀδιάκοπα μέ τά ἅγια εὐαγγελικά ἔργα, ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν. Διότι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας, θαυματουργεῖ συνεχῶς μέ τήν ἰδίαν θείαν δύναμιν, διά τῶν ἁγίων μαρτύρων του. Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι εἶναι οἱ πρῶτοι ἅγιοι μάρτυρες τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καί τῆς θεανθρωπίνης Του οἰκονομίας τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου (Πρβλ. Πράξ. 1,8,22. 2, 32. 3, 15. 4, 33. 5, 32. 10, 39, 41-42. 13, 31. 22, 15. 26, 16. Ἰωάνν. 21, 24-25. Λουκ. 24, 48.). καί οἱ βίοι αὐτῶν ἀποτελοῦν τάς ζωντανάς καί αἰωνίας μαρτυρίας περί τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Σωτῆρος, ὡς νέας ζωῆς, ζωῆς κεχαριτωμένης, ζωῆς ἁγίας, θείας, θεανδρικῆς καί ἑπομένως ζωῆς θαυματουργικῆς καί ἀληθινῆς, ὅπως εἶναι θαυματουργική καί ἀληθινή ἡ ἰδία ἡ ζωή τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Καί οἱ χριστιανοί; – Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, διά τῶν ὁποίων συνεχίζεται ἡ ἁγία θεανθρωπίνη ζωή τοῦ Χριστοῦ ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ὅλοι τους ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ = τήν Ἐκκλησίαν, καί εἶναι σύσσωμοι τοῦ Χριστοῦ καί μέλη μεταξύ των (1 Κορ. 12, 27, 12-14. 10, 17. Ρωμ. 12, 5. Ἐφ. 3, 6.). Ὁ ποταμός τῆς ἀθανάτου θείας ζωῆς ἄρχισε νά ρέη, νά κυλᾶ ἀκατάπαυστα ἀπό τόν Θεάνθρωπον Χριστόν. καί οἱ χριστιανοί εἰσέρχονται δι᾽ αὐτοῦ εἰς τήν αἰωνίαν ζωήν. Οἱ χριστιανοί εἶναι τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ συνεχιζόμενον διά μέσου ὅλων τῶν αἰώνων τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὅλα εἶναι συνηθισμένα, ὅπως καί εἰς τό εὐαγγέλιον, ἀλλά καί ὅλα εἶναι παράδοξα, ὅπως εἰς τό Εὐαγγέλιον. ἐν τούτοις καί εἰς τάς δύο περιπτώσεις εἶναι ὅλα πραγματικά καί ἀληθινά, κατά ἕνα μοναδικόν τρόπον. Ἀληθινά δέ καί πραγματικά κατά τήν ἰδίαν θεανθρωπίνην ἀλήθειαν καί τήν ἰδίαν θεανδρικήν πραγματικότητα, καί μεμαρτυρημένα μέ τήν ἰδίαν ἁγίαν δύναμιν – θείαν καί ἀνθρωπίνην – κατά τρόπον θεϊκῶς καί ἀνθρωπίνως τέλειον.

Λοιπόν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»; – Ἰδού, εὑρισκόμεθα εἰς χῶρον οὐράνιον, διότι ἡ γῆ γίνεται οὐρανός διά τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Ἰδού ὅτι εὑρισκόμεθα μεταξύ τῶν ἐν σώματι ἀγγέλων, μεταξύ τῶν χριστοφόρων. Ὅπου δέ εἶναι αὐτοί, ἐκεῖ καί ὅλος ὁ Κύριος ὁ Θεός, ἐν αὐτοῖς καί μεθ᾽ αὐτῶν καί ἐν μέσῳ αὐτῶν («ὁ Θεός ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος», «Θεός ἐν μέσῳ θεῶν»). ἐκεῖ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ὅλη ἡ αἰωνία Ζωή τοῦ Θεοῦ.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»! – Ἰδού εὑρισκόμεθα εἰς τόν παράδεισον, ὅπου φυτρώνει καί αὐξάνει ὅ,τι τό θεῖον, τό ἅγιον, τό ἀθάνατον, τό αἰώνιον, τό δίκαιον, τό ἀληθινόν, τό εὐαγγελικόν. Διότι εἰς κάθε ἕνα ἅγιον ἤνθησε διά τοῦ Σταυροῦ τό δένδρον τῆς ζωῆς, τῆς αἰωνίας, θείας καί ἀθανάτου ζωῆς, καί ἐκαρποφόρησε πολλούς καρπούς. Ὁ δέ Σταυρός εἰσάγει εἰς τόν παράδεισον, εἰσάγει καί ἡμᾶς μετά τόν ληστήν, ὁ ὁποῖος, πρός ἐνθάρρυνσίν μας, εἰσῆλθεν πρῶτος εἰς τόν παράδεισον μετά τόν Πανάγιον Θεῖον Σταυροφόρον, τόν Χριστόν. εἰσῆλθε δέ μέ τόν σταυρόν τῆς μετανοίας.

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»! – Ἰδού εὑρισκόμεθα εἰς τήν αἰωνιότητα.χρόνος δέν ὑπάρχει πλέον: «Χρόνος οὐκέτι ἔσται» (Ἀποκ. 10, 7), διότι εἰς τούς ἁγίους τοῦ Θεοῦ βασιλεύει ἡ αἰωνία Θεία Ἀλήθεια, ἡ αἰωνία Θεία Δικαιοσύνη, ἡ αἰωνία θεία Ἀγάπη, ἡ αἰωνία Θεία Ζωή. Καί «ὁ θάνατος οὐκ ἔστι ἔτι» εἰς αὐτούς, διότι ὅλον τό εἶναί των εἶναι γεμᾶτον ἐκ τῶν ἀναστασίμων θείων δυνάμεων τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, τοῦ μοναδικοῦ Νικητοῦ τοῦ θανάτου καί ὅλων τῶν θανάτων εἰς ὅλους τούς κόσμους. Δέν ὑπάρχει θάνατος δι᾽ αὐτούς – τούς ἁγίους ἀνθρώπους, διότι ὅλον τό εἶναί των εἶναι πεπληρωμένον ἀπό τόν Μόνον Ἀθάνατον – τόν Ὑπεραθάνατον Κύριον καί Θεόν μας Ἰησοῦν Χριστόν. Εὑρισκόμενοι μεταξύ αὐτῶν ἡμεῖς ἐπάνω εἰς τήν γῆν, εὑρισκόμεθα μεταξύ τῶν μοναδικά ἀληθινῶν ἀθανάτων, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν κάθε ᾅδην. Ὅταν εἴμεθα μέ αὐτούς κανένα εἶδος θανάτου δέν ἠμπορεῖ νά μᾶς βλάψῃ, διότι οἱ ἅγιοι εἶναι σάν ἀλεξικέραυνα τοῦ θανάτου.

Οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐπί τῆς γῆς ζοῦν τάς ἁγίας, αἰωνίας, θείας ἀληθείας. Δι᾽ αὐτό καί οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν εἰς τήν πραγματικότητα τήν ἐφηρμοσμένην Δογματικήν, ἐπειδή ἔχουν βιωθῆ ἀπό αὐτούς ὅλαι αἱ ἅγιαι καί αἰώνιαι δογματικαί ἀλήθειαι, εἰς ὁλόκληρον τήν ζωογόνον καί δημιουργικήν δύναμίν των. Εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» καταδεικνύεται κατά τόν πλέον ὀφθαλμοφανῆ τρόπον, ὅτι τά δόγματα δέν εἶναι μόνον ὀντολογικαί ἀλήθειαι καθ᾽ ἑαυτάς καί δι᾽ ἑαυτάς, ἀλλ᾽ ὅτι τό κάθε δόγμα εἶναι πηγή τῆς αἰωνίου ζωῆς καί τῆς ἁγίας πνευματικότητος, σύμφωνα μέ τό παναληθές Εὐαγγέλιον τοῦ μοναδικοῦ καί ἀναντικατάστατου Σωτῆρος καί Κυρίου: «Τά ρήματά μου πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστι» (Ἰωάν. 6, 63). Διότι, κάθε «ρῆμα Κυρίου, κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ, προχέει μίαν δύναμιν σωστικήν, ἁγιαστικήν, ἡ ὁποία χαριτώνει, ζωοποιεῖ καί μεταμορφώνει.

Ἄνευ τῆς ἁγίας δογματικῆς ἀληθείας περί τῆς Ἁγίας Τριάδος, δέν θά εἴχομεν τάς θείας ἐνεργείας ἀπό τήν Ἁγίαν Τριάδα, τάς ὁποίας ἀντλοῦμεν διά τῆς ὀρθῆς πίστεως, καί αἱ ὁποῖαι μᾶς ζωοποιοῦν, μᾶς ἁγιάζουν, μᾶς σώζουν καί μᾶς θεώνουν. Ἄνευ τῆς ἁγίας ἀληθείας περί τοῦ Θεανθρώπου, δέν ὑπάρχει σωτηρία διά τόν ἄνθρωπον, διότι ἀπό τήν ἀλήθειαν αὐτήν, ὅταν τήν ζῇ ὁ ἄνθρωπος, πηγάζει ἡ θεία δύναμις, πού σώζει ἀπό τήν ἁμαρτίαν, ἀπό τόν θάνατον, ἀπό τόν διάβολον. Καί αὐτή ἡ δογματική ἀλήθεια περί τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ μήπως δέν ἔχει μαρτυρηθῆ σαφέστατα καί ἐμπειρικώτατα εἰς τούς βίους ἀναριθμήτων ἁγίων; Ἐπειδή, δι᾽ αὐτό ἀκριβῶς οἱ ἅγιοι εἶναι ἅγιοι, διότι ζοῦν ὅλον τόν Θεάνθρωπον Κύριον Ἰησοῦν ὡς τήν ψυχήν τῆς ψυχῆς των, ὡς τήν συνείδησιν τῆς συνειδήσεώς των, τόν νοῦν τοῦ νοῦ των, τήν ὕπαρξιν τῆς ὑπάρξεώς των, τήν ζωήν τῆς ζωῆς των. Τοιουτοτρόπως κάθε ἕνας ἀπό αὐτούς βροντοφωνεῖ μαζί μέ τόν θεῖον Ἀπόστολον τήν ἀλήθειαν: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20). – Ἐμβαθύνατε εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων: Ἰδού, ἀπό ὅλους αὐτούς ἀκτινοβολεῖ ἡ χαρισματική, ἡ ζωοποιός καί σωστική δύναμις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία τούς ὡδήγησεν ἀπό ἄσκησιν εἰς ἄσκησιν, ἀπό ἀρετήν εἰς ἀρετήν, ἀπό νίκην κατά τῆς ἁμαρτίας εἰς τήν νίκην κατά τοῦ θανάτου, ἀπό τήν νίκην κατά τοῦ θανάτου εἰς τήν νίκην κατά τοῦ διαβόλου. Αὐτή τούς εἰσάγει εἰς τήν πνευματικήν χαράν, ὅπου δέν ὑπάρχει ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός, ἀλλά «εἰρήνη καί χαρά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Ρωμ. 14, 17). χαρά καί εἰρήνη ἀπό τήν κερδισμένην νίκην ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας, κάθε πάθους, κάθε θανάτου, κάθε πονηροῦ πνεύματος. Ὅλα αὐτά ἀναμφιβόλως, μαρτυροῦν βιωματικῶς καί ἐμπειρικῶς τό ἀληθές τοῦ ἁγίου δόγματος περί τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς ὄντως «τιμιωτέρας τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρας ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ». Αὐτό τό δόγμα τό φυλάσσουν εἰς τήν καρδίαν των οἱ ἅγιοι διά τῆς πίστεως καί μέ φλογεράν ἀγάπην ζοῦν δι᾽ αὐτοῦ. – Ἐάν δέ πάλιν θέλετε μίαν ἤ δύο χιλιάδας ἀναμφισβητήτους μαρτυρίας περί τῆς ζωηφόρου καί ζωοποιοῦ δυνάμεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τοῦ Κυρίου, πού νά εἶναι συγχρόνως καί ἐμπειρικαί ἀποδείξεις τῆς ἀληθείας τοῦ δόγματος τοῦ σωτηριώδους σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, ξεκινήσατε μέ τήν πίστιν εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων». Θά ἰδῆτε τότε καί θά αἰσθανθῆτε ὁπωσδήποτε ὅτι δι᾽ ἕκαστον ἅγιον καί δι᾽ ὅλους μαζί, ἡ δύναμις τοῦ Σταυροῦ ἀποτελεῖ τό ἀήττητον ὅπλον μέ τό ὁποῖον αὐτοί νικοῦν ὅλους τούς ὁρατούς καί ἀοράτους ἐχθρούς τῆς σωτηρίας των. Θά ἰδῆτε, ἀκόμη, τόν Σταυρόν παντοῦ ἐντός των: εἰς τήν συνείδησίν των, εἰς τόν νοῦν των, εἰς τήν θέλησίν των, εἰς τό σῶμά των. θά τόν ἰδῆτε ὡς ἀστείρευτον πηγήν σωστικῶν καί ἁγιαστικῶν δυνάμεων πού τούς ὁδηγοῦν ἀσφαλῶς ἀπό τελειότητα εἰς τελειότητα, ἀπό χαράν εἰς χαράν, μέχρις ὅτου τούς φέρουν εἰς τήν αἰωνίαν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καί ἡ ἀνέκφραστος ἡδονή τῶν καθορόντων τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου τό κάλλος τό ἄρρητον».

Ἀλλά μέ τήν ἁγίαν ζωήν των καί μέ τά ἅγια πρόσωπά των οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, ἐπιβεβαιώνουν κατά τρόπον πειστικόν καί ἀληθινόν καί ὅλα τά ἄλλα δόγματα, ὅπως: περί τῆς Ἐκκλησίας, περί τῆς χάριτος, περί τῶν ἁγίων μυστηρίων, περί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, περί τοῦ ἀνθρώπου, περί τῆς ἁμαρτίας, περί τῶν ἱερῶν λειψάνων, περί τῶν ἁγίων εἰκόνων, περί τῆς μελλούσης ζωῆς, περί ὅλων τῶν ἄλλων, πού ἀποτελοῦν τήν θεανθρωπίνην οἰκονομίαν τῆς σωτηρίας. Ναί, οἱ «βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι ἡ ἐμπειρική Δογματική. Εἶναι ἡ βιωματική Δογματική, Δογματική ἡ ὁποία ἔχει γίνει βίωμα μέσα εἰς τήν ἁγίαν ζωήν τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπων.

Ἐκτός αὐτῶν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» περιέχουν καί ὅλην τήν ὀρθόδοξον Ἠθικήν, – τό ὀρθόδοξον ἦθος, εἰς ὁλόκληρον τήν λάμψιν τοῦ θεανθρωπίνου μεγαλείου του καί τῆς ἀκαταβλήτου δυνάμεώς του. Εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων ἀποδεικνύεται καί καταδεικνύεται κατά τρόπον πειστικόν καί πραγματικόν, ὅτι τά ἅγια μυστήρια εἶναι αἱ πηγαί τῶν ἁγίων ἀρετῶν, αἱ δέ ἅγιαι ἀρεταί, καρποί τῶν ἁγίων μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐξ αὐτῶν γεννῶνται, δι᾽ αὐτῶν ἀναπτύσσονται καί τρέφονται καί ζοῦν, δι᾽ αὐτῶν τελειοποιοῦνται καί αἰωνίζονται. Ὅλοι οἱ θεῖοι ἠθικοί νόμοι πηγάζουν ἐκ τῶν ἁγίων μυστηρίων καί πραγματοποιοῦνται διά τῶν ἁγίων ἀρετῶν. Δι᾽ αὐτό καί οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» ἀποτελοῦν τήν βιωματικήν Ἠθικήν, τήν ἐφηρμοσμένην Ἠθικήν. Ἐξ ἄλλου, αὐτοί πάλιν οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» βεβαιώνουν ἀναμφισβήτητα ὅτι ἡ Ἠθική δέν εἶναι ἄλλο, παρά μία ἐφηρμοσμένη Δογματική. Ὁλόκληρος ἡ ζωή τῶν ἁγίων συντίθεται ἀπό τά ἅγια μυστήρια καί τάς ἁγίας ἀρετάς, τά δέ ἅγια μυστήρια καί αἱ ἅγιαι ἀρεταί εἶναι καρποί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἐνεργοῦντος τά πάντα ἐν πᾶσι (1 Κορ. 12, 4, 6, 11).

Ἀλλά τί εἶναι ἀκόμη οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων»; Ἡ μοναδική Παιδαγωγική τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι μέσα εἰς αὐτούς, κατά ἀναριθμήτους εὐαγγελικούς τρόπους, τελείως δοκιμασμένους διά τῆς μακραίωνος ἐμπειρίας, ἔχει καταδειχθῆ πῶς διαπλάσσεται καί οἰκοδομεῖται τό τέλειον ἀνθρώπινον πρόσωπον, ὁ τέλειος ἄνθρωπος, καί πῶς αὐξάνει «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 13), διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο δέ ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τό παιδαγωγικόν ἰδεῶδες τοῦ Εὐαγγελίου, τό μόνον παιδαγωγικόν ἰδεῶδες τό ἄξιον ἑνός θεοειδοῦς ὄντος, ὅπως εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Τό ἰδανικόν αὐτό ἔθεσεν ἀλλά καί ἐπραγματοποίησε πρῶτος ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, κατόπιν δέ Αὐτοῦ τό ἐπραγματοποίησαν καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καί οἱ λοιποί ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Ἐν τούτοις ὅμως, ἄνευ τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί ἔξω ἀπό Αὐτόν, ὁποιονδήποτε καί ἄν εἶναι τό παιδαγωγικόν ἰδανικόν τοῦ ἀνθρώπου, αὐτός θά παραμένη διά παντός ἕνα ὄν ἀτελές, ἕνα ὄν θνητόν, ἕνα ὄν ἄθλιον καί τραγικόν, ἄξιον τῶν δακρύων ὅλων τῶν ὀφθαλμῶν, ὅσοι ὑπάρχουν εἰς τούς κόσμους τοῦ Θεοῦ.

Ἐάν θέλετε, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» εἶναι μιά ἰδιόμορφος ὀρθόδοξος Ἐγκυκλοπαιδεία. Εἰς αὐτούς δύναται νά εὕρη κανείς ὅλα ὅσα χρειάζονται εἰς μίαν ψυχήν πεινασμένην καί διψασμένην διά τήν αἰωνίαν Δικαιοσύνην καί αἰωνίαν Ἀλήθειαν μέσα εἰς αὐτόν τόν κόσμον. πεινασμένην καί διψασμένην διά τήν θείαν ἀθανασίαν καί τήν αἰωνίαν ζωήν. Ἐάν διψᾶς τήν πίστιν, θά τήν εὕρης πλουσίαν εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» καί θά χορτάσῃς τήν ψυχήν σου μέ τροφήν διά τήν ὁποίαν ποτέ δέν θά ξαναπεινάσῃς. Ἐάν ποθῇς τήν ἀγάπην, τήν ἀλήθειαν, τήν δικαιοσύνην, τήν ἐλπίδα, τήν πραότητα, τήν ταπείνωσιν, τήν μετάνοιαν, τήν προσευχήν ἤ ὁποιανδήποτε ἀρετήν καί ἄσκησιν, εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» θά εὕρῃς ἕνα πλῆθος ἁγίων διδασκάλων διά κάθε ἄσκησιν καί θά λάβῃς τήν βοήθειαν τῆς χάριτος διά κάθε ἀρετήν. Ἐάν περνᾶς μαρτύρια διά τήν πίστιν σου εἰς τόν Χριστόν, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ παρηγορήσουν καί θά σέ ἐνθαρρύνουν, θά σέ ἐνδυναμώσουν καί θά σέ ἀναπτερώσουν, ὥστε τά μαρτύριά σου νά μεταβληθοῦν εἰς χαράν. Εἶσαι εἰς ὁποιονδήποτε πειρασμόν; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ βοηθήσουν νά τόν νικήσῃς καί τώρα καί πάντοτε. Ἐάν πάλιν εὑρίσκεσαι εἰς κίνδυνον ἀπό τούς ἀοράτους ἐχθρούς τῆς σωτηρίας σου, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σέ ὁπλίσουν μέ τήν «πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ» (Ἐφ. 6, 11, 13) καί σύ θά τούς πολεμήσῃς καί θά τούς διαλύσῃς ὅλους, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς ὅλην σου τήν ζωήν. Ἐάν ἐξ ἄλλου εὑρίσκεσαι ἐν μέσῳ ὁρατῶν ἐχθρῶν καί διωκτῶν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά σοῦ δώσουν τό θάρρος καί τήν δύναμιν τῆς ὁμολογίας, διά νά ὁμολογῇς ἄνευ φόβου τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Κύριον εἰς ὅλους τούς κόσμους, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. θά στέκης διά τήν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου Του ἀκλόνητος μέχρι θανάτου, ὁποιουδήποτε θανάτου, καί θά αἰσθανθῇς τόν ἑαυτόν σου δυνατώτερον ἀπό κάθε θάνατον καί ἀπό κάθε ἐχθρόν τοῦ Χριστοῦ. Ὑποφέρων διά τόν Χριστόν, θά ἀλαλάζῃς ἀπό χαράν, αἰσθανόμενος μέ ὅλον σου τό εἶναι, ὅτι ἡ ζωή σου εὑρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, πέραν ὅλων τῶν θανάτων, κρυμμένη σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ (Κολ. 3, 3).

Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» δείχνουν πολυαρίθμους ἀλλά πάντοτε βεβαίους δρόμους σωτηρίας, φωτισμοῦ, ἁγιασμοῦ, μεταμορφώσεως, χριστοποιήσεως, θεώσεως. δείχνουν ὅλους τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ἡ ἀνθρωπίνη φύσις κατανικᾷ τήν ἁμαρτίαν, τήν κάθε ἁμαρτίαν. πῶς νικᾷ τό πάθος, τό κάθε πάθος. πῶς νικᾷ τόν θάνατον, τόν κάθε θάνατον. πῶς νικᾷ τόν δαίμονα, τόν κάθε δαίμονα. Ἐδῶ εὑρίσκεται φάρμακον διά κάθε ἁμαρτίαν, καί διά κάθε πάθος θεραπεία, ἀπό κάθε θάνατον ἀνάστασις, καί ἀπό κάθε διάβολον ἀπελευθέρωσις, ἀπό ὅλα μαζί τά κακά ἡ σωτηρία. Δέν ὑπάρχει πάθος, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, πού νά μή ὑποδεικνύεται μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον νικᾶται, νεκρώνεται, ἐκριζώνεται. Εἰς αὐτούς φαίνεται ὁλοκάθαρα, ὅτι δέν ὑπάρχει πνευματικός θάνατος, ἐκ τοῦ ὁποίου δέν θά ἦτο δυνατή ἡ ἀνάστασις μέ τήν θείαν δύναμιν τοῦ Ἀναστάντος καί Ἀναληφθέντος Κυρίου Ἰησοῦ. δέν ὑπάρχει βάσανον ἤ θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ κακοπάθεια, τήν ὁποίαν ὁ Κύριος διά τήν εἰς Αὐτόν πίστιν νά μή μεταβάλλῃ βαθμηδόν ἤ διά μιᾶς εἰς μίαν ἤρεμον καί κατανυκτικήν χαράν. – Πῶς γίνεται κανείς ἀπό ἁμαρτωλός δίκαιος; Ἰδού, ὅτι ἔχομεν ἕνα πλῆθος ἀπό συγκλονιστικά παραδείγματα μέσα εἰς τούς βίους τῶν ἁγίων! Πῶς δύναται κανείς ἀπό ληστής, πόρνος, μέθυσος, ἄσωτος, φονεύς, μοιχός, νά γίνῃ ἅγιος; Δι᾽ αὐτό θά εὕρωμεν πάμπολλα παραδείγματα ἐδῶ. Ἐπίσης – πῶς ἀπό ἕναν φίλαυτον, φιλόζωον, ἰδιοτελῆ, ἄπιστον, ἄθεον, ὑπερήφανον, φιλάργυρον, ἐμπαθῆ, ἕνα κακοῦργον, ἕνα διαφθαρμένον, ὀργίλον, πονηρόν, ὕπουλον, χαιρέκακον, φθονερόν, κενόδοξον, φιλόδοξον, κακοήθη, ἅρπαγα καί ἀνελεήμονα, πῶς γίνεται ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ; Οἱ «Βίοι τῶν Ἁγίων» θά μᾶς τό δείξουν καί ἐξηγήσουν.

Ἀλλ᾽ ἐπίσης εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ἔχομεν παρά πολλά καί θαυμαστά παραδείγματα διά τό πῶς ἕνας νέος γίνεται ἅγιος νέος, μία κόρη γίνεται ἁγία κόρη, πῶς ἕνας γέρος γίνεται ἅγιος γέρος, πῶς μία γερόντισσα γίνεται ἁγία γερόντισσα, πῶς ἕνα παιδί γίνεται ἅγιο παιδί, πῶς οἱ γονεῖς γίνονται ἅγιοι γονεῖς, πῶς ἕνας υἱός γίνεται ἅγιος υἱός, πῶς μία θυγατέρα γίνεται ἁγία θυγατέρα, πῶς μία οἰκογένεια γίνεται ἁγία οἰκογένεια, πῶς μία κοινωνία γίνεται ἁγία κοινωνία, πῶς ἕνας ἱερεύς γίνεται ἅγιος ἱερεύς, πῶς ἕνας ἐπίσκοπος γίνεται ἅγιος ἐπίσκοπος, πῶς ἕνας βοσκός γίνεται ἅγιος βοσκός, πῶς ἕνας γεωργός γίνεται ἅγιος γεωργός, πῶς ἕνας βασιλεύς γίνεται ἅγιος βασιλεύς, πῶς ἕνας ἐργάτης γίνεται ἅγιος ἐργάτης, πῶς ἕνας δικαστής γίνεται ἅγιος δικαστής, πῶς ἕνας δάσκαλος γίνεται ἅγιος δάσκαλος, πῶς ἕνας καθηγητής γίνεται ἅγιος καθηγητής, πῶς ἕνας στρατιώτης γίνεται ἅγιος στρατιώτης, πῶς ἕνας ἀξιωματικός γίνεται ἅγιος ἀξιωματικός, πῶς ἕνας κυβερνήτης γίνεται ἅγιος κυβερνήτης, πῶς ἕνας γραμματεύς γίνεται ἅγιος γραμματεύς, πῶς ἕνας ἔμπορος γίνεται ἅγιος ἔμπορος, πῶς ἕνας μοναχός γίνεται ἅγιος μοναχός, πῶς ἕνας οἰκοδόμος γίνεται ἅγιος οἰκοδόμος, πῶς ἕνας ἰατρός γίνεται ἅγιος ἰατρός, πῶς ἕνας τελώνης γίνεται ἅγιος τελώνης, πῶς ἕνας ἐπαγγελματίας γίνεται ἅγιος ἐπαγγελματίας, πῶς ἕνας φιλόσοφος γίνεται ἅγιος φιλόσοφος, πῶς ἕνας ἐπιστήμων γίνεται ἅγιος ἐπιστήμων, πῶς ἕνας πολιτικός γίνεται ἅγιος πολιτικός, πῶς ἕνας ὑπουργός γίνεται ἅγιος ὑπουργός, πῶς ἕνας πτωχός γίνεται ἅγιος πτωχός, πῶς ἕνας πλούσιος γίνεται ἅγιος πλούσιος, πῶς ἕνας δοῦλος γίνεται ἅγιος δοῦλος, πῶς ἕνας δεσπότης γίνεται ἅγιος δεσπότης, πῶς οἱ σύζυγοι γίνονται ἅγιοι σύζυγοι, πῶς ἕνας συγγραφεύς γίνεται ἅγιος συγγραφεύς, πῶς ἕνας καλλιτέχνης γίνεται ἅγιος καλλιτέχνης.

Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐδιάβασε τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» αἰσθάνεται καί καταλαβαίνει μέ ὅλην τήν ὕπαρξίν του, ὅτι μόνον «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφ. 3, 18) ἠμπορεῖ νά γνωρίσῃ Χριστόν τόν Θεόν, καί ὅλα τά ἐν Αὐτῷ καί περί Αὐτοῦ, καί ὅσα πηγάζουν ἀπ᾽ Αὐτόν (πρβλ. Ἐφ. 3, 18-19). Καί οἱ ἅγιοι; – Παίρνουν ἁγιότητα «ἐξ Ἑνός πάντες», ἀπό τόν Ἕνα τόν Μόνον Ἅγιον (πρβλ. Ἑβρ. 2, 11). Διά τάς χριστοποθήτους ἀσκήσεις των τούς δίνεται τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό μόνον πού γνωρίζει τά βάθη τοῦ Θεοῦ, τά βάθη τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Καί αὐτοί μᾶς ὁμιλοῦν διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τό ἄρρητον μυστήριον τοῦ Χριστοῦ καί δι᾽ ὅλα τά ἀνέκφραστα δῶρα, πού ἐδόθησαν εἰς ἡμᾶς διά Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α’ Κορ. 2, 9-12). Ναί τό «μυστήριον τοῦ Χριστοῦ» μόνον διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποκαλύπτεται καί μόνον εἰς τούς ἁγίους ἀνθρώπους (πρβλ. Ἐφ. 3, 3-5. Κολ. 1, 26). Δι᾽ αὐτό οἱ ἅγιοι εἶναι οἱ περισσότερον τέλειοι καί οἱ γνησιώτεροι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος μας. Τώρα γνωρίζομεν ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων: ποιός εἶναι ὁ Θεός καί τί εἶναι ὁ Θεός. ἀκόμη ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἤδη ἔχομεν ἀποβιβασθῆ εἰς τήν ἐπέκεινα οὐράνιον ὄχθην καί ἀντικρύζομεν ὅλον τόν κόσμον τῆς γῆς ἀπό τόν οὐρανόν. Καί κοιτάζοντες ἀπό τόν οὐρανόν, τί εἶναι ἐκεῖνο πού διακρίνομεν περισσότερον ἐπάνω εἰς τήν γῆν; – Δέν εἶναι οὔτε τά βουνά, οὔτε αἱ θάλασσαι, οὔτε αἱ πόλεις, οὔτε οἱ οὐρανοξύσται. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Διότι ἡ θεοειδής ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἕνας ἥλιος ἐπί τῆς γῆς. Ὅσοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τόσοι εἶναι οἱ ἥλιοι ἐπί τῆς γῆς. Καί καθένας ἀπ᾽ αὐτούς τούς ἡλίους εἶναι ὁρατός ἀπό τόν οὐρανόν. Ἀγαπημένο θαῦμα τοῦ Θεοῦ! Ἡ μικρούτσικη γῆ, ἕνα ἀστεράκι ἀπό τά πιό μικρά, νά χωράη δισεκατομμύρια ἡλίους! Μέσα ἀπό τό χωματένιο σῶμα τοῦ ἀνθρώπου λάμπει ὁ ἥλιος! Ὁ ἄνθρωπος! – Ἕνας μικρός θεός μέσα εἰς τήν λάσπην.

Εἶναι Εὐαγγέλιον, παναληθινόν Εὐαγγέλιον, – ὄχι ἰδικόν μου, ἀλλά τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ – ὅτι: ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μεγάλον μυστήριον, ἱερόν μυστήριον τοῦ Θεοῦ. Τόσον μεγάλον καί τόσον ἱερόν, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος διά νά μᾶς ἑρμηνεύσῃ ὅλον τό βάθος τοῦ ἀνθρωπίνου μυστηρίου. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ παναλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Θεός ἔγινεν ἄνθρωπος διά νά κάμῃ τόν ἄνθρωπον θεόν κατά χάριν. Αὐτήν τήν παναλήθειαν εὐαγγελίζονται βροντόφωνα οἱ ἀρχιστράτηγοι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Θεανθρώπου: ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας, ὁ Χρυσόστομος ὁ Παμμέγιστος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Αὐτούς ἀκολουθοῦν καί ὅλοι οἱ ἄλλοι εὐαγγελισταί, – ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος καί Θεός καί Σωτήρ μας Ἰησοῦς Χριστός, γενόμενος ἐξ ἀμέτρου φιλανθρωπίας ἄνθρωπος, ἡγίασε τόν ἄνθρωπον, τόν ἐχριστοποίησε, τόν ἐθέωσε. Πολέμησε καί ἐνίκησε ἐν αὐτῷ καί δι᾽ αὐτόν κάθε τί ἄθεον καί ἀντίθεον: Τήν ἁμαρτίαν, τόν θάνατον καί τόν διάβολον.καί ἀνύψωσε τόν ἄνθρωπον ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν, μέχρι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Ὅλα αὐτά ποῖοι τά μαρτυροῦν; Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἀπό τόν πρῶτον μεχρι τοῦ τελευταίου. Καθένας ἀπ᾽ αὐτούς, μέ ὁλόκληρον τήν ζωήν του μαρτυρεῖ δι᾽ αὐτήν τήν ἀλήθειαν: Ὅτι μέσα εἰς τήν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ὁ ἄνθρωπος διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων ἀρετῶν μεταμορφώνεται εἰς «θεόν κατά χάριν», εἰς κατά χάριν θεάνθρωπον. Ἡ μεταμόρφωσις τοῦ ἀνθρώπου εἰς θεάνθρωπον κατά χάριν διά τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ μετάπλασίς του εἰς θεόν κατά χάριν, εἶναι, κατά τήν διδασκαλίαν τῶν ἁγίων Πατέρων, τέχνη τεχνῶν, ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, φιλοσοφία φιλοσοφιῶν. Δι᾽ αὐτό οἱ ἅγιοι Διδάσκαλοί μας τήν κατά τό Εὐαγγέλιον ζωήν ὀνομάζουν ἀληθινήν φιλοσοφίαν, ἀληθινήν σοφίαν. Ὁ δέ ἅγιος Μακάριος ὁ Μέγας ὀνομάζει τούς ἁγίους «φιλοσόφους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Τώρα, ἀπό τούς «Βίους τῶν Ἁγίων γνωρίζομεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μία ὕπαρξις μέ τάς πλέον μεγάλας διαστάσεις: ἐκτείνεται ἀπό τόν διάβολον μέχρι τόν Θεόν, καί δύναται νά γίνῃ καί θεός κατά χάριν, καί διάβολος κατά τήν ἐλευθέραν βούλησίν του. Μέσα εἰς κάθε ἁμαρτίαν ὑπάρχει καί ὀλίγον τι τοῦ διαβόλου. Διά τῆς φιλαμαρτίας καί τῆς ἑκουσίας καί ἐπιμόνου παραμονῆς εἰς τήν ἁμαρτίαν, ὁ ἄνθρωπος βαθμιαίως διαβολοποιεῖται, μεταβάλλεται βαθμιαίως εἰς διαβολάνθρωπον καί δημιουργεῖ θεληματικῶς τήν κόλασιν διά τόν ἑαυτόν του. Διότι κάθε ἁμαρτία εἶναι μία μικρή κόλασις. Ἀντιθέτως, μέσα εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, διά τῶν ἁγίων μυστηρίων καί τῶν ἁγίων εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, ὁ ἄνθρωπος πληροῦται μέ τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, ἐνδύεται τόν Χριστόν, καί μεταμορφώνεται βαθμιαίως εἰς ἄνθρωπον χριστοφόρον καί χριστοειδῆ, «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. 4, 13. Πρβλ. Κολ. 1, 28). Γίνεται βαθμηδόν θεάνθρωπος κατά χάριν, καί κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον ἀποκτᾶ μέσα εἰς τήν ψυχήν του τόν παράδεισον. Διότι κάθε μία ἁγία εὐαγγελική ἀρετή εἶναι μικρός παράδεισος διά τήν ψυχήν (Πρβλ. Ματθ. 5, 3-12. Λουκ. 6, 20-23. Ἰακ. 1, 25. Ἰωάνν. 13, 17).

Γίνεται ὁλοφάνερον ἀπό τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» ὅτι οἱ ἅγιοι γνωρίζουν ὁλόκληρον τό μυστήριον τοῦ ἀνθρώπου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καί τό ἰδικόν μου καί τό ἰδικόν σου μυστήριον. διότι ἐγνώρισαν τό μυστήριον τοῦ Μόνου Τελείου Ἀνθρώπου, τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, καί δι᾽ Αὐτοῦ ἔλυσαν τελείως καί τελεσιδίκως τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου. Καί ταὐτοχρόνως ἔλυσαν τό πρόβλημα ὅλης τῆς κτίσεως. Διότι οὐσιαστικά ὅλα τά προβλήματα περιέχονται μέσα εἰς τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου, καί ὅλαι αἱ λύσεις εἰς τήν λύσιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκτός τοῦ Θεανθρώπου καί χωρίς τόν Θεάνθρωπον, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πάντοτε ὑπάνθρωπος καί μή ἄνθρωπος, δηλαδή δέν εἶναι ἄνθρωπος μέ τήν οὐσιαστική σημασίαν τοῦ ὅρου.

Ζήτησε νά εὕρῃς τόν ἑαυτόν σου μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων». θά τόν εὕρης ὁπωσδήποτε μέσα εἰς αὐτούς. Ἀκόμη θά εὕρῃς ἐκεῖ καί τά φάρμακα, μέ τά ὁποῖα ἠμπορεῖς νά τόν θεραπεύσῃς ἀπό ὅλας τάς πνευματικάς ἀρρωστίας καί νά τόν κάνῃς ὑγιῆ διά παντός. Ὑγιῆ καί εἰς τούς δύο κόσμους, εἰς τρόπον ὥστε νά μή ἠμπορέσῃ νά σέ βλάψῃ κανένας θάνατος. Θά εὕρης ἀκόμη μέσα εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων», ὅλα ὅσα χρειάζονται διά νά ζήσῃς καί εἰς τούς δύο κόσμους. ὅσα χρειάζονται εἰς ἐσέ, ὦ ἄνθρωπε, πού εἶσαι μία ἀθάνατος ὕπαρξις. μία αἰώνια ὕπαρξις, μία θεανθρωπίνη ὕπαρξις, ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε!


Ὑποσημειώσεις:

1. -. Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδή ζ’.

2. -. Πρβλ. Κολ. 3, 11. Γαλ. 2, 20. Πρβλ. τοῦ ἁγ. Συμεών Ν. Θεολόγου: «Χριστός τά πάντα ἀντί πάντων τούτοις γενήσεται» (Κατήχησις 2). Ἐπίσης τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ «Δι᾽ αὐτῆς γάρ (τῆς ἐν χάριτι ἑνώσεως) ὅλος μέν ὅλοις τοῖς ἀξίοις ὁ Θεός περιχωρεῖ, ὅλῳ δέ ὅλοι περιχωροῦσιν ὁλικῶς οἱ ἅγιοι τῷ Θεῷ, ὅλον ἀντιλαμβάνοντες ἑαυτῶν τόν Θεόν» (ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 3, 1, 27).


Πηγή: alopsis.gr/alopsis/agioi.htm, apantaortodoxias.blogspot.com/2013/07/blog-post_1337.html

Αναζητηση

Αναγνώστες