Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Το πνεύμα του Λενινισμού ζει ανάμεσά μας.

Του Vladimir Moss, Ph.D.


 
 
Φίμωση της αντίθετης γνώμης – "καλή βία" - πόλεμος κατά της Εκκλησίας – πόλεμος κατά της οικογένειας – ιδιοκτησίες παραδίδονται σε ξένους – δωρεάν αμβλώσεις – "ελεύθερες" σχέσεις χωρίς κανένα ηθικό φραγμό. Το πνεύμα του Λενινισμού «ζει και βασιλεύει» στις μέρες μας…
 
Άλλο ένα καταπληκτικό κείμενο του Βρετανού αρθρογράφου που έγινε Χριστιανός Ορθόδοξος (Ρωσικό Πατριαρχείο) - σύντμηση από το εκτενέστερο άρθρο του "The Spirit of Leninism"


 
Άγαλμα του Λένιν στο Fremont του Seattle των ΗΠΑ! Πίσω του το μασονικό έμβλημα.
 
Ο Λένιν προερχόμενος από μια οικογένεια ευγενών ρωσικής, γερμανικής και εβραϊκής καταγωγής και ζώντας από κεφάλαια του κόμματος και το εισόδημα από την περιουσία της μητέρας του, είχε πολύ μικρή γνώση του τρόπου ζωής των απλών ανθρώπων. «Σύμφωνα με τον Γκόρκι, ήταν αυτή η άγνοια της καθημερινής εργασίας, και της ανθρώπινης δυστυχίας που είχε προκαλέσει στον Λένιν μια «ανελέητη περιφρόνηση, αντάξια ενός ευγενούς, για τις ζωές των απλών ανθρώπων... Η ζωή σε όλη την πολυπλοκότητά της ήταν άγνωστη στον Λένιν. Δεν ξέρει τους απλούς ανθρώπους. Ποτέ δεν έχει ζήσει ανάμεσά τους».

Ο Λένιν μισούσε την ίδια του τη χώρα. «Φτύνω τη Ρωσία», είχε πει κάποτε και οι ενέργειές του έδειχναν την περιφρόνησή του για τους Ρώσους όλων των τάξεων. Δεν υπάρχει ίχνος αλήθειας στην ιδέα ότι η επανάσταση του Λένιν έγινε για χάρη της Ρωσίας ή των Ρώσων: έγινε, όχι από αγάπη για κάποιον ή κάτι, αλλά απλά από παράλογο, δαιμονικό, καθολικό μίσος...

Ως επαναστάτης, ο Λένιν ζούσε μια σχετικά απλή, ακόμη και ασκητική ζωή και είχε μόνο μια σχέση - με την Inessa Armand. Αλλά, όπως γράφει ο Oliver Figes, «ο ασκητισμός ήταν ένα κοινό χαρακτηριστικό των επαναστατών της γενιάς του Λένιν. Όλοι είχαν εμπνευστεί από την αυταπάρνηση του επαναστάτη Rakhmetev στο μυθιστόρημα του Chernyshevsky (Νικολάι Γαβρίλοβιτς Τσερνισέφσκι 1828-1889) “Τι να κάνουμε;”. Καταστέλλοντας τα συναισθήματά του, αρνούμενος στον εαυτό του τις χαρές της ζωής, ο Λένιν προσπάθησε να ενισχύσει την αποφασιστικότητά του και να γίνει όπως ο Rakhmetev, αδιάφορος ως προς τα βάσανα των άλλων. Αυτή πίστευε, ήταν η «σκληρότητα» που απαιτείται από κάθε επιτυχημένο επαναστάτη: η ικανότητα να χύνει αίμα για πολιτικούς σκοπούς. «Το τρομερό πράγμα στον Λένιν», παρατήρησε κάποτε ο Στρούβε, «ήταν ότι συνδύαζε την αυτο-διαπόμπευση, η οποία είναι η όλη ουσία του ασκητισμού, με την διαπόμπευση των άλλων ανθρώπων, όπως εκφράζεται σε ένα αφηρημένο κοινωνικό μίσος και ψυχρή πολιτική σκληρότητα.

«Ο Λένιν είχε απόλυτη πίστη στη δική του ιστορική μοίρα. Δεν αμφέβαλλε ούτε για μια στιγμή, ότι ήταν ο άνθρωπος που είχε την «μπαγκέτα του μαέστρου» στο κόμμα. Όσοι τον γνώριζαν πριν από τον πόλεμο είχαν παρατηρήσει μια δραματική αλλαγή στην προσωπικότητά του. «Πώς γέρασε έτσι;», είπε ο Roman Gul, ο οποίος είχε μια σύντομη συνάντηση μαζί του το 1905. «Όλη η εμφάνιση του Λένιν είχε αλλάξει. Και όχι μόνο αυτό. Δεν υπήρχε τίποτα από την παλιά εγκαρδιότητα, φιλικότητα ή χιούμορ, στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Ο νεαρός Λένιν ήταν κυνικός, μυστικοπαθής και αγενής, ένας συνωμότης ενάντια σε όλους και όλα, που δεν εμπιστευόταν κανέναν, υποψιαζόταν τους πάντες και ήταν αποφασισμένος να ξεκινήσει την κούρσα για την εξουσία»...

«Ο Λένιν δεν ήταν ποτέ ανεκτικός στη διαφωνία στους κόλπους του κόμματός του. Ο Μπουχάριν παραπονέθηκε ότι “δεν δίνει δεκάρα για τις απόψεις των άλλων”. Ο Λουνατσάρσκι (επίτροπος "εκπαίδευσης" των μπολσεβίκων) υποστήριξε ότι ο Λένιν σκόπιμα «ήταν περικυκλωμένος από ανόητους» που δεν θα τολμούσαν να τον αμφισβητήσουν. Η αυταρχική του στάση μεγεθύνθηκε με τον καιρό. Η Krupskaya (σύζυγος του Λένιν) αποκάλεσε «οργή» την φρενήρη κατάσταση του συζύγου της, όταν ασχολούνταν με συγκρούσεις με τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ενεργούσε σαν ένας άνθρωπος που διακατέχεται από μίσος και θυμό. Είχε νευρικές συσπάσεις σε ολόκληρο το σώμα του και δεν μπορούσε ούτε να κοιμηθεί, ούτε να φάει. Η ομιλία του έγινε χυδαία και χοντροκομμένη. Ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αυτός ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος. Χλεύαζε τους αντιπάλους του, τόσο εντός όσο και εκτός του κόμματος, με βρισιές και βίαιη γλώσσα. Ήταν «καθάρματα», «βρώμικα αποβράσματα», «πόρνες», «μ…ιά», «σκ..ά», «κρετίνοι», «ηλίθιες κότες» κλπ. Όταν η οργή υποχωρούσε, κατέρρεε σε μια κατάσταση εξάντλησης, ατονίας και κατάθλιψης, μέχρι που ξέσπαγε και πάλι. Αυτή η μανιακή αλλαγή της διάθεσης ήταν χαρακτηριστικό της ψυχολογίας του Λένιν και συνεχίστηκε αδυσώπητα μεταξύ 1917 και 1922, και πρέπει να συνέβαλε στην εγκεφαλική αιμορραγία από την οποία τελικά πέθανε. Οι φωτογραφίες του στην τελευταία ασθένειά του αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο που ήταν πραγματικά τρελός – η νεκροψία έδειξε ότι ο εγκέφαλός του είχε τρομερά καταστραφεί από σύφιλη. Επιπλέον, με την πνευματική έννοια: είχε δαιμονιστεί, με μια παράλογη οργή ενάντια στο Θεό και τον άνθρωπο, και μια παρόρμηση να καταστρέψει και να σκοτώσει και να ακρωτηριάσει ότι δεν μπορεί να έχει λογική βάση.

«Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του Λένιν το 1917 ήταν αναμφίβολα η απόλυτη κυριαρχία του πάνω στο κόμμα. Κανένα άλλο κόμμα δεν ήταν ποτέ τόσο στενά συνδεδεμένο με την προσωπικότητα ενός και μόνο ανθρώπου. Ο Λένιν ήταν ο πρώτος ηγέτης κόμματος που έφερνε κοντά στην ιδιότητα του θεού: ο Στάλιν, ο Μουσολίνι, ο Χίτλερ και ο Μάο Τσε Τουνγκ ήταν όλοι οι διάδοχοί του σε αυτή την έννοια».

Ο πρωτοπρεσβύτερος Lev Lebedev, γράφει ότι ο Λένιν «δημιούργησε όχι απλά ένα πολιτικό επαναστατικό κόμμα στη βάση της οικονομικής και κοινωνικής “επιστημονικής” θεωρίας του μαρξισμού: ίδρυσε μια θρησκεία, και έναν «θεό» που αποδείχθηκε ότι ήταν ο ίδιος!... Για τον Λένιν, όπως και για τον Μαρξ, το μόνο πράγμα που ήταν αναγκαίο και σημαντικό ήταν η προσωπική του δύναμη με την υποχρεωτική θεοποίηση του δικού του προσώπου.. Ο Λένιν (όπως και ο Μαρξ) θεωρούσε τον εαυτό του ότι ήταν ο «Μεσσίας» - ο «δάσκαλος» και ο «ηγέτης», όχι μόνο των Ρώσων, αλλά και όλου του κόσμου. Αυτή είναι ψυχολογία Αντίχριστου. Για τον Λένιν δεν υπήρχαν νομικά, δεοντολογικά ή ηθικά όρια. Όλα τα μέσα, ανάλογα με τις περιστάσεις, ήταν επιτρεπτά για την επίτευξη του στόχου του. Ψέματα, απάτη, συκοφαντία, προδοσία, δωροδοκία, εκβιασμός, δολοφονία - ήταν η σχεδόν καθημερινή επιλογή των μέσων που ο ίδιος και το κόμμα του χρησιμοποιούσαν, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσαν για τα μέλη του κόμματος και τις μάζες τη μάσκα του “κρυστάλλινης ειλικρίνειας”, της ευπρέπειας και της ανθρωπιάς. Ο Λένιν είχε πάντα μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση να μαθαίνει για δολοφονίες, τόσο ανθρώπων όσο και μαζικές δολοφονίες. Αυτή η δίψα για αίμα ήταν το κλειδί για την ειδική δύναμη που «ο ηγέτης του παγκόσμιου προλεταριάτου» έλαβε από το διάβολο...

«Αλλά το ερώτημα είναι: πώς μπόρεσε μια διδασκαλία που κατέκτησε εκατομμύρια μυαλά στη Ρωσία και σε όλο τον κόσμο να δημιουργηθεί πάνω σε μία τέτοια πνευματικά εξαθλιωμένη, πρωτόγονη βάση; Ποτέ δεν θα μας δοθεί μια επαρκής απάντηση, αν δεν λάβουμε υπόψη το κύριο πράγμα για το μαρξισμό-λενινισμό - ότι δεν είναι απλά μια διδασκαλία, αλλά μια θρησκεία, μια λατρεία της προσωπικότητας των ιδρυτών του και καθενός από τους διαδόχους “ηγέτες” του. Ως εκ τούτου, υπάρχει μια δαιμονική πλάνη που τύφλωσε και σκοτείνιασε την λογική.... Σε αντίθεση με ορισμένες άλλες σατανικές θρησκείες, η θρησκεία του μπολσεβικισμού είχε τον ρητό χαρακτήρα της λατρείας του ανθρώπου-θεού (και των έργων του ως ιερές γραφές). Ο Λένιν ήταν μια από τις πιο εντυπωσιακές προεικονίσεις του Αντίχριστου, ένας από τους προδρόμους του..».

Το κόμμα των Μπολσεβίκων ήταν πράγματι περισσότερο σαν μια θρησκευτική αίρεση παρά ένα κανονικό πολιτικό κόμμα. Ενώ τα μέλη των άλλων κομμάτων, ακόμη και των σοσιαλιστικών, είχαν μια ιδιωτική ζωή ξεχωριστή από την πολιτική τους ζωή, αυτό δεν συνέβαινε με τους Μπολσεβίκους. Ο Igor Shafarevich γράφει: «Ο Γερμανός αρθρογράφος Β. Schlamm αφηγείται την ιστορία πώς το 1919, στην ηλικία των 15, ήταν ένας συνοδοιπόρος των κομμουνιστών, αλλά δεν μπόρεσε να διεισδύσει μέσα στο στενό κύκλο των λειτουργών τους. Τον λόγο, εξήγησε είκοσι χρόνια αργότερα, όταν τα χάλασε με τον κομμουνισμό. Όταν ο Schlamm, εκκλήθη να ενταχθεί στο κόμμα, είχε πει: «Είμαι έτοιμος να δώσω στο κόμμα τα πάντα εκτός από δύο βράδια την εβδομάδα, όταν θα ακούω Μότσαρτ». Η απάντηση αυτή έμελλε να είναι μοιραία: ένας άνθρωπος που έχει ενδιαφέροντα που δεν θέλει να τα θυσιάσει στο κόμμα δεν είναι κατάλληλος για αυτό.

Έχοντας εντελώς παραδώσει τα μυαλά τους και τις βουλήσεις τους στο κόμμα, όπως και οι Ιησουίτες στον Πάπα, οι Μπολσεβίκοι ήταν σε θέση να προχωρήσουν στη βία και την αιματοχυσία σε μια κλίμακα που ξεπέρασε κατά πολύ την Ιερά Εξέταση και κάθε προηγούμενη τυραννία στην ιστορία του κόσμου. Ο Λένιν έκανε έκκληση για «μαζική τρομοκρατία εναντίον των κουλάκων, των ιερέων και της Λευκής φρουράς». Και ο Τρότσκι είπε: «Πρέπει να θέσουμε ένα τέλος, μια για πάντα, στην παπική-κουακερική φλυαρία για την ιερότητα της ανθρώπινης ζωής» Και: η πρώτη έκδοση του “Krasnij Mech” (Το κόκκινο ξίφος), το 1918 διακήρυξε: «Απορρίπτουμε τα παλαιά συστήματα ηθικής και “ανθρωπότητας” που επινοήθηκαν από την αστική τάξη για να καταπιέζουν και να εκμεταλλεύονται τις “κατώτερες τάξεις”. Η ηθική μας δεν έχει προηγούμενο, και η ανθρωπιά μας είναι απόλυτη, διότι στηρίζεται σε ένα νέο ιδανικό…. Για εμάς, τα πάντα επιτρέπονται, γιατί είμαστε οι πρώτοι που σηκώνουμε το σπαθί όχι για να καταπιέζονται φυλές και να γίνουν δούλοι, αλλά για να ελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από τα δεσμά ... Αίμα; Ας ρεύσει το αίμα, όπως το νερό!... Μόνο μέσα από τον θάνατο του παλιού κόσμου μπορούμε να απελευθερωθούμε από την επιστροφή αυτών των τσακαλιών!»

Εν όψει του γεγονότος ότι ο κομμουνισμός είναι με μεγάλη διαφορά η πιο αιμοδιψής κίνηση στην ανθρώπινη ιστορία, που έχει ήδη στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο (και μετράμε ακόμα), είναι απαραίτητο να πω λίγα λόγια για αυτή την πτυχή του, η οποία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή, σύμφωνα με τον Lebedev, χωρίς να κατανοήσουμε την «η ουσία της σατανικής λατρείας του κινήματος. Γιατί το αίμα που τρέχει είναι πάντα τελετουργικό, είναι μια θυσία στους δαίμονες. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: “Είναι μια συνήθεια στους δαίμονες όταν οι άνθρωποι τους δίνουν λατρεία με τη δυσωδία του καπνού και του αίματος, αυτοί, ως αιμοδιψή και ακόρεστα σκυλιά, παραμένουν σε αυτά τα μέρη για φαγητό και διασκέδαση”. Είναι ακριβώς εδώ που αποκρυπτογραφούμε το αίνιγμα: Την παράξενη δίψα για αίμα, σε όλες ανεξαιρέτως τις επαναστάσεις και τα μπολσεβίκικα καθεστώτα από το 1917 έως το 1953».

 
Στις 19 Ιανουαρίου ή 1 Φεβρουαρίου 1918 ο Πατριάρχης Τύχων της Μόσχας αναθεμάτισε τους μπολσεβίκους και όλους όσους συνεργάστηκαν μαζί τους. Και στις 8 Αυγούστου 1918, σε ομιλία του «προς όλα τα πιστά τέκνα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας», είπε: «Η αμαρτία έχει ανάψει παντού τη φλόγα των παθών, εχθρότητα και οργή, αδελφός έχει ξεσηκωθεί εναντίον αδελφού, οι φυλακές γεμίζουν με αιχμαλώτους, η γη είναι ποτισμένη με αθώο αίμα, που έχυσε το χέρι κάποιου αδελφού, είναι μολυσμένη από τη βία, τις λεηλασίες, την πορνεία και κάθε ακαθαρσία. Από αυτή την ίδια δηλητηριώδη πηγή της αμαρτίας έχει βγει η μεγάλη απάτη των υλικών γήινων αγαθών, με την οποία ο λαός μας έχει δελεαστεί, ξεχνώντας ένα πράγμα απαραίτητο. Δεν απορρίψαμε αυτόν τον πειρασμό, όπως ο Σωτήρας Χριστός τον απέρριψε εν τη ερήμω. Θελήσαμε να δημιουργήσουμε έναν επίγειο παράδεισο, αλλά χωρίς το Θεό και τις ιερές εντολές Του. Ο Θεός δεν εμπαίζεται. Και γι’ αυτό η πείνα και η δίψα και η γυμνότητα πάνω στη γη, που ευλογήθηκε με αφθονία των δώρων της φύσης, και τώρα η σφραγίδα της κατάρας έχει πέσει στην ίδια την εργασία του λαού και σε όλα του τα έργα. Η αμαρτία, βαριά και αμετανόητη, έχει καλέσει τον Σατανά από την άβυσσο, και τώρα μουγκρίζει και συκοφαντεί ενάντια στον Κύριο και ενάντια στον Χριστό Αυτού και δημιουργεί ανοιχτές διώξεις κατά της Εκκλησίας».

Μήπως όμως, ο σοσιαλισμός είναι ένα καλοπροαίρετο κίνημα που απλά «πήγε στραβά, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον Θεό, τις εντολές του Θεού και την πεπτωκύα ανθρώπινη φύση;» Ο Igor Shafarevich λέει ότι ο σοσιαλισμός στην πιο ριζοσπαστική του μορφή, δηλ. ο επαναστατικός σοσιαλισμός (μπολσεβικισμός, λενινισμός, Μαοϊσμός) δεν ασχολείται με τη δικαιοσύνη και με τη φιλανθρωπία. Το πραγματικό κίνητρο του είναι απλά το σατανικό μίσος, το μίσος κατά του συνόλου του παλιού κόσμου και όλων όσων που τον συνθέτουν και η επιθυμία να καταστρέψουν τα θεμέλιά του.

1. Ιεραρχία. 
 
Η ιεραρχία είχε ήδη εν πολλοίς καταστραφεί κατά τη στιγμή που οι Μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία: από εκείνη τη στιγμή η μόνη ιεραρχία ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα και όλοι οι άλλοι ήταν ‘ίσοι’ στην αθλιότητα σε σχέση με αυτό.

2. Ιδιωτική Περιουσία. 

Διάσημο σύνθημα του Λένιν: “Loot the loot” (αποκτήστε με πλιάτσικο ό,τι αποκτήθηκε με πλιάτσικο). Μέχρι το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου όλη η περιουσία και τα προνόμια είχαν περάσει στα χέρια της νέας αριστοκρατίας, στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Τα σχέδια του Λένιν βοηθήθηκαν από ένα χαρακτηριστικό των αγροτών (όχι όλων, βέβαια, αλλά μάλλον της πλειοψηφίας): την άρνησή τους να παραδεχτούν το δικαίωμα στη γη κανενός άλλου εκτός των αγροτών..

3. Η οικογένεια. 
 
Ο Oliver Figes γράφει: «Οι Μπολσεβίκοι ήθελαν να κατασκευάσουν την κομμουνιστική ουτοπία τους ως μια συνεχή μάχη ενάντια στα έθιμα και τις συνήθειες του λαού. Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου προετοιμάζονταν για μια νέα και μεγαλύτερη μάχη που δόθηκε στο «εσωτερικό μέτωπο», ένα επαναστατικό πόλεμο για την απελευθέρωση του κομμουνιστικού ανθρώπου μέσα από την εξάλειψη της ατομικιστικής («αστικής») συμπεριφοράς και των αποκλίνουσων συνηθειών (πορνεία, αλκοολισμός, χουλιγκανισμός και θρησκεία) που κληρονομήθηκαν από την παλιά κοινωνία. Υπήρχε μικρή διαφωνία στους μπολσεβίκους, ότι για αυτήν την μάχη που θα μεταμόρφωνε την ανθρώπινη φύση θα χρειαστούν δεκαετίες. Υπήρχε μόνο η διαφωνία σχετικά με το πότε θα έπρεπε να αρχίσει η μάχη. Ο Μαρξ είχε διδάξει ότι η μεταβολή της συνείδησης εξαρτάται από τις αλλαγές στο υλικό κομμάτι και ο Λένιν επιβεβαίωσε ότι αυτή θα ήταν μια διαδικασία που θα έπαιρνε μια ολόκληρη ιστορική εποχή. Αλλά οι περισσότεροι Μπολσεβίκοι πίστευαν ότι η ενεργός συμμετοχή ήταν απαραίτητη σε κάθε στιγμή και σε κάθε πεδίο της μάχης της καθημερινής ζωής - στην οικογένεια, το σπίτι και το εσωτερικό κόσμο του ατόμου, καθώς η διατήρηση των παλαιών νοοτροπιών ήταν μια σημαντική απειλή για τους βασικούς ιδεολογικούς στόχους του κόμματος. Όπως ο Ανατόλι Λουνατσάρσκι έγραψε το 1927: «Η λεγόμενη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής δεν μπορεί να μας ξεφύγει, διότι εδώ ακριβώς είναι που θα επιτευχθεί ο τελικός στόχος της Επανάστασης».

«Η οικογένεια ήταν η πρώτη αρένα στην οποία οι Μπολσεβίκοι έπεσαν να αγωνιστούν. Στη δεκαετία του 1920, το δόγμα τους ήταν ότι η «αστική οικογένεια» ήταν κοινωνικά επιζήμια: ήταν εσωστρεφής και συντηρητική, ένα προπύργιο της θρησκείας, με δεισιδαιμονία, άγνοια και προκαταλήψεις, προωθηθεί τον εγωισμό και την απληστία και καταπιέζει τις γυναίκες και τα παιδιά. Οι Μπολσεβίκοι έλπιζαν ότι η οικογένεια θα εξαφανιζόταν καθώς η Σοβιετική Ρωσία θα εξελισσόταν σε ένα πλήρως σοσιαλιστικό σύστημα, στο οποίο το κράτος θα αναλάμβανε την ευθύνη για όλες τις βασικές λειτουργίες του νοικοκυριού και απελευθερωμένες από την εργασία στο σπίτι, οι γυναίκες θα ήταν ελεύθερες να εισέλθουν στο εργατικό δυναμικό επί ίσοις όροις με τους άνδρες. Ο πατριαρχικός γάμος, με επακόλουθο τη σεξουαλική ηθική του, θα σβήσει – και θα αντικατασταθεί από «ελεύθερα συνδικάτα της αγάπης».

«Για τους Μπολσεβίκους, η οικογένεια ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο στην κοινωνικοποίηση των παιδιών. «Με το να βιώνει αγάπη ένα παιδί, η οικογένεια το μετατρέπεται σε ένα εγωιστικό ον, ενθαρρύνοντας το να βλέπει τον εαυτό του ως το κέντρο του σύμπαντος», έγραψε η σοβιετική εκπαιδευτική στοχάστρια Zlata Lilina. Μπολσεβίκοι θεωρητικοί συμφώνησαν για την ανάγκη να αντικατασταθεί αυτή η «εγωιστική αγάπη» με την «ορθολογική αγάπη» μιας ευρύτερης «κοινωνικής οικογένειας». Το αλφαβητάρι του κομμουνισμού (1919) προέβλεπε τη μελλοντική κοινωνία στην οποία οι γονείς δεν θα χρησιμοποιούν πλέον τη λέξη «μου» για να αναφερθούν στα παιδιά τους, αλλά και θα φροντίζουν για όλα τα παιδιά στην κοινότητά τους. Μεταξύ των μπολσεβίκων υπήρχαν διαφορετικές απόψεις σχετικά με το πόσο καιρό θα έπαιρνε αυτή η αλλαγή. Οι ριζοσπάστες υποστήριξαν ότι το Κόμμα θα έπρεπε να λάβει άμεσα μέτρα για να υπονομεύσει την οικογένεια, αλλά οι περισσότεροι αποδέχθηκαν τα επιχειρήματα του Μπουχάριν ότι σε μια χώρα αγροτών, όπως ήταν η Σοβιετική Ρωσία η οικογένεια θα παραμείνει για κάποιο χρονικό διάστημα η κύρια ενότητα της παραγωγής και της κατανάλωσης και ότι θα αποδυναμώσει σταδιακά καθώς η χώρα θα έκανε τη μετάβαση σε μια αστική σοσιαλιστική κοινωνία.

 
«Εν τω μεταξύ, οι Μπολσεβίκοι ενέκριναν διάφορες στρατηγικές - όπως ο μετασχηματισμός του οικιακού χώρου - που προοριζόταν να επιταχύνει την αποσύνθεση της οικογένειας. Για την αντιμετώπιση των ελλείψεων κατοικιών στις υπερπλήρεις πόλεις οι μπολσεβίκοι ανάγκασαν πλούσιες οικογένειες να μοιράζονται τα διαμερίσματά τους με φτωχούς αστούς - μια πολιτική γνωστή ως «συμπύκνωση» (uplotnenie). Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 ο πιο κοινός τύπος κοινόχρηστου διαμερίσματος (kommunalka) ήταν εκείνο στο οποίο οι αρχικοί ιδιοκτήτες κατελάμβαναν τα κύρια δωμάτια στην «μπροστινή πλευρά», ενώ τα πίσω δωμάτια γέμιζαν από ξένες οικογένειες. Εκείνη την εποχή ήταν ακόμα δυνατό οι πρώην ιδιοκτήτες να επιλέξουν τους συγκατοίκους τους, με την προϋπόθεση ότι θα πληρούσαν τον «υγειονομικό κανόνα» (ο κατά κεφαλήν ζωτικός χώρος έπεσε από τα 13,5 τετραγωνικά μέτρα το 1926, στα μόλις 9 τετραγωνικά μέτρα το 1931). Πολλές οικογένειες έφερναν υπαλλήλους ή γνωστούς τους για να γεμίσουν τον πλεονάζοντα χώρο διαβίωσης και να αποτρέψουν την εγκατάσταση αγνώστων. Η συγκεκριμένη πολιτική είχε μια ισχυρή ιδεολογική γοητεία, όχι μόνο ως «ένας πόλεμο κατά των προνομίων», όπως παρουσιάστηκε από την προπαγάνδα του νέου καθεστώτος («Πόλεμος κατά των Ανακτόρων!»), αλλά και ως μέρος μιας σταυροφορίας για την οικοδόμηση ενός πιο συλλογικού τρόπου ζωής. Αναγκάζοντας τους ανθρώπους να μοιράζονται κοινοτικά διαμερίσματα, οι μπολσεβίκοι πίστευαν ότι θα μπορούσαν να τους κάνουν κομμουνιστές στον τρόπο σκέψης και συμπεριφορά. Ο ιδιωτικός χώρος ιδιοκτησίας θα εξαφανιζόταν και η «μπουρζουά» οικογένεια θα αντικαθίσταντο από την κομμουνιστική αδελφότητα και οργάνωση, και η ζωή του ατόμου, θα βυθιζόταν στην κοινότητα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, οι νέοι τύποι κατοικιών σχεδιάζονταν με αυτόν τον τρόπο σκέψης. Οι πιο ριζοσπαστικοί σοβιετικοί αρχιτέκτονες πρότειναν την πλήρη εξάλειψη της ιδιωτικής σφαίρας με την οικοδόμηση «κοινοτικών σπιτιών» (doma kommuny) όπου όλα τα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των ρούχων και των εσωρούχων, θα τα μοιράζονταν όλοι οι συγκάτοικοι, όπου οι οικιακές δουλειές όπως το μαγείρεμα και η φροντίδα των παιδιών θα έπρεπε να ανατεθούν σε ομάδες εκ περιτροπής, και όπου όλοι θα κοιμούνταν σε ένα μεγάλο κοιτώνα, διαιρούμενο ανά φύλο, με ειδικά δωμάτια για σεξουαλικές σχέσεις. Λίγα σπίτια αυτού του είδους κατασκευάστηκαν, παρόλο που δεσπόζουν στα ουτοπικά φουτουριστικά μυθιστορήματα όπως το «Εμείς» του Yevgeny Zamiatin (1920).

«Οι Μπολσεβίκοι παρενέβησαν επίσης πιο άμεσα στην οικογενειακή ζωή. Ο νέος κώδικας του γάμου και της οικογένειας (1918), θέσπισε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποσκοπούσε σαφώς στην διευκόλυνση της διάσπασης της παραδοσιακής οικογένειας. Αφαιρούσε κάθε επίδραση της Εκκλησίας από το γάμο και το διαζύγιο, κάνοντας και τα δύο μια απλή διαδικασία του κράτους. Παρέχονταν τα ίδια νομικά δικαιώματα με τους νόμιμους γάμους στα ζευγάρια που ζούσαν μαζί. Ο νέος κώδικας μετέτρεψε το διαζύγιο από μια πολυτέλεια για τους πλούσιους σε κάτι που ήταν εύκολο και προσιτό για όλους. Το αποτέλεσμα ήταν μια τεράστια αύξηση των ‘χαλαρών’ γάμων και το υψηλότερο ποσοστό διαζυγίων στον κόσμο - τρεις φορές υψηλότερο από ό, τι ήταν στη Γαλλία ή τη Γερμανία και είκοσι έξι φορές υψηλότερο από ό, τι ήταν στην Αγγλία το 1926 - καθώς η κατάρρευση της χριστιανικής-πατριαρχικής τάξης και το χάος των επαναστατικών χρόνων χαλάρωσαν τα σεξουαλικά ήθη, μαζί με τους οικογενειακούς και τους κοινοτικούς δεσμούς».

Τον Νοέμβριο του 1920 οι Μπολσεβίκοι νομιμοποίησαν επίσης τις αμβλώσεις, που γίνονταν δωρεάν κατόπιν αιτήματος της μητέρας. Η «απόστολος του ελεύθερου έρωτα» στη Σοβιετική Ρωσία ήταν η Αλεξάνδρα Κολοντάι, η πιο σημαντική γυναίκα των Μπολσεβίκων. Είτε έκανε αυτά που κήρυττε, είτε κήρυττε αυτά που έκανε, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Κολοντάι είχε μια ανεξέλεγκτη σεξουαλική ορμή σε συνδυασμό με την αδυναμία να σχηματίσει σταθερές σχέσεις. Κόρη ενός πλούσιου, ήταν τρομερά κακομαθημένη στην παιδική ηλικία, και αντέδρασε στην αγάπη που της δόθηκε επλόχερα, με εξέγερση. Το 1906 πήγε στους μενσεβίκους, στη συνέχεια, το 1915, πήγε στον Λένιν, του οποίου την αντιπολεμική στάση θαύμαζε, και του οποίου πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες ως πράκτορας.

«Στα κείμενά της, η Κολοντάι υποστήριξε ότι η σύγχρονη οικογένεια είχε χάσει την παραδοσιακή οικονομική της λειτουργία, το οποίο σήμαινε ότι οι γυναίκες θα πρέπει να αφήνονται ελεύθερες να επιλέξουν τους συντρόφους τους. Το 1919 εξέδωσε την Νέα Ηθική και την Εργατική Τάξη, ένα έργο βασισμένο στα γραπτά της γερμανίδας φεμινίστριας Grete Meisel-Hess. Σε αυτό που υποστήριζε ότι οι γυναίκες έπρεπε να χειραφετηθούν, όχι μόνο οικονομικά, αλλά και ψυχολογικά. Για αυτό έπρεπε να υποβληθούν σε μαθητεία με τη μορφή «παιχνιδιών αγάπης» όπου θα συμμετείχαν σε σεξουαλικές σχέσεις χωρίς συναισθηματική προσήλωση. Κάθε μορφή σεξουαλικής σχέσης ήταν αποδεκτή: η Κολοντάι υποστήριζε αυτό που ονόμαζε «διαδοχική πολυγαμία». Με την ιδιότητα της "Κομισάριου Κηδεμονίας" (Prizrenia) προώθησε τις κοινόχρηστες κουζίνες ως έναν τρόπο «που θα χώριζε την κουζίνα από το γάμο», ήθελε την φροντίδα των παιδιών να αναλάβει η Κοινότητα και εκλαΐκευσε τις θεωρίες της στη νουβέλα της «Ελεύθερη Αγάπη: Η αγάπη των Εργαζομένων Μελισσών» (Svobodnaia liubov’: liubov’ pchel trudovykh) (1924). Η ηρωίδα της κήρυττε τον χωρισμό του σεξ από την ηθική και από την πολιτική. Γενναιόδωρη με το σώμα της, είπε ότι αγαπούσε τους πάντες, από τον Λένιν μέχρι τον τελευταίο και θα έδινε τον εαυτό της σε κάθε άντρα που θα έτυχε να την ελκύσει.

«Παρόλα αυτά μελέτες που διεξήχθησαν μεταξύ των νέων το 1920 έδειξαν σημαντική διαφορά ανάμεσα σε αυτό που οι νέοι έλεγαν ότι πίστευαν και σε αυτό που πραγματικά έκαναν. Παρόλο που οι νέοι της Ρωσίας δήλωναν ότι θεωρούσαν την αγάπη και το γάμο «αστικά λείψανα» και ότι έπρεπε να έχουν σεξουαλική ζωή χωρίς αναστολές, βαθύτερη διερεύνηση της στάσης τους, ωστόσο, αποκάλυψε ότι πίσω από την πρόσοψη της αμφισβήτησης της παράδοσης, οι παλιές νοοτροπίες παρέμειναν άθικτες. Οι σχέσεις που βασίζονταν στην αγάπη ήταν το ιδανικό στο 82,6 % των ανδρών και στο 90,5 % των γυναικών. 
 
 
 
4. Θρησκεία. Από τα τέσσερα καταστροφικά άκρα του μπολσεβικισμού, το πιο θεμελιώδες είναι η καταστροφή της θρησκείας, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Η ασυμβατότητα ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον Χριστιανισμό ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους αποστόλους του σοσιαλισμού. Η θρησκεία για τον Μαρξ ήταν «το όπιο του λαού», και για τον Λένιν «η πνευματικό βότκα». Ο Λένιν έγραφε ότι «κάθε θρησκευτική ιδέα, κάθε ιδέα περί θεού, ακόμη και το να φλερτάρει κάποιος με την ιδέα του Θεού είναι ανέκφραστη προστυχιά του πιο επικίνδυνου είδους» και το 1918, είπε στον Krasin: «Η ηλεκτρική ενέργεια θα πάρει τη θέση του Θεού. Ας προσευχηθεί ο αγρότης στην ηλεκτρική ενέργεια. Θα νιώσει τη δύναμη των κεντρικών αρχών περισσότερο από αυτή του ουρανού». Όπως Αλεξάντερ Σολζενίτσιν έγραψε: «Στο φιλοσοφικό σύστημα του Μαρξ και του Λένιν, και στο επίκεντρο της ψυχολογίας τους, το μίσος για τον Θεό είναι η κύρια κινητήρια δύναμη, η πιο ουσιαστική από όλες τις πολιτικές και οικονομικές τους αξιώσεις. Ο μαχητικός αθεϊσμός δεν είναι απλώς κάτι το συμπτωματικό ή το περιθωριακό στην κομμουνιστική πολιτική. Δεν είναι μια παρενέργεια, αλλά το κεντρικό θεμέλιο...»

Όσο για την ηθική, στην ομιλία του στο Τρίτο Πανρωσικό συνέδριο της Ένωσης της Ρωσικής Νεολαίας, τον Οκτώβριο του 1920, ο Λένιν έγραφε: «Με ποια έννοια απορρίπτουμε την ηθική και τη δεοντολογία; Υπό την έννοια με την οποία κηρύχθηκαν αυτές από την αστική τάξη, η οποία έχει αποκομίσει αυτή την ηθική από τις εντολές του Θεού… Όλη αυτή την ηθική, εμείς την απορρίπτουμε. Εμείς λέμε ότι είναι μια απάτη, ότι είναι καταπίεση των μυαλών των εργατών και των αγροτών προς το συμφέρον των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών. Η δική μας ηθική είναι συνδεδεμένη με τα ταξικά συμφέροντα και τους αγώνες του προλεταριάτου».

Φυσικά, υπάρχει μια εσωτερική αντίφαση εδώ. Αν ο Θεός δεν υπάρχει, και όλα τα μεγάλα συστήματα της ηθικής είναι ανοησίες, γιατί να υποστηρίζουμε τις έννοιες του καλού και του κακού; Και γιατί να προτιμούμε τα συμφέροντα του προλεταριάτου αντί κάποιου άλλου; Στην πραγματικότητα, αν δεν υπάρχει Θεός, τότε, όπως είπε ο Ντοστογιέφσκι, τα πάντα επιτρέπονται και τίποτα δεν είναι ιερό - ούτε καν τα συμφέροντα του προλεταριάτου..

Ο κομμουνισμός δεν μπορεί να ηττηθεί μέσω πολιτικής ή με πόλεμο, αλλά μόνο με πνευματικές μεθόδους. Διότι, όπως ο γέροντας Αριστοκλής της Μόσχας, δήλωσε το 1911, ο κομμουνισμός δεν είναι μια ιδεολογία, αλλά ένα πνεύμα από την κόλαση... Στην σημερινή Ρωσία, όπου κατά τους κυβερνώντες η πτώση του σοβιετικού κομμουνισμού το 1991 θεωρείται «γεωπολιτική τραγωδία», ο Στάλιν παρουσιάζεται ως ηρωική μορφή και το σώμα του Λένιν εξακολουθεί να βρίσκεται τιμητικά την Κόκκινη Πλατεία, χρειάζεται μάλλον, ένας καθολικός εξορκισμός. Μόνο ο Χριστός μπορεί να νικήσει τον κομμουνισμό και μόνο η ανάσταση της αληθινής Ορθοδοξίας στη Ρωσία θα σώσει τον κόσμο...
 
Πηγή: mapysak.blogspot.gr

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2018

Μπροστά στην ώρα του θανάτου...

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjRpxLZmJ2bwiEbo0howpHiCYvmIr1H-iGQ8cv5_DkKI9pwPCVCFJRneHL7bDXUI30rpp5KHnWILBOY7IaxrZ1TQ-RQ5GWmfhkTWw-PcuFGx5l3YfNQUYfgWL8w2ZAy1NwviXS8FCkElBM/s1600/Pws-tha-ginei-i-Dysi-pali-orthodoxi%C2%ABAenai-EpAnastasi6.jpg

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Πρόσφατα ρώτησα έναν υγιή ηλικιωμένο, τι θα ήθελε περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο από το Θεό. Βάζοντας το χέρι στο στήθος, μου απάντησε:

-Το θάνατο και μόνο το θάνατο!
-Και πιστεύεις στη ζωή μετά το θάνατο;
-Ακριβώς επειδή το πιστεύω, επιθυμώ όσο πιο σύντομα το θάνατο, είπε ο γέρων.

Οι άπιστοι τρέμουν το θάνατο, επειδή ισχυρίζονται ότι ο θάνατος είναι η πλήρης εξαφάνιση της ζωής. Πολλοί πιστοί πάλι, φοβούνται το θάνατο επειδή νομίζουν ότι δεν έχουν ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις τους στον κόσμο αυτό, δεν έβαλαν τα παιδιά τους σε μια σειρά, ή δεν αποτελείωσαν αυτό που έχουν ξεκινήσει.
 
Ακόμη και κάποιοι άγιοι άνθρωποι, φοβήθηκαν κατά την ώρα του θανάτου. Όταν οι Άγγελοι κατέβηκαν για να παραλάβουν τον Όσιο Σισώη, εκείνος ο αγγελικός άνθρωπος προσευχόταν να τον αφήσουν λίγο ακόμη σ’ αυτή τη ζωή για να μετανοήσει και να προετοιμαστεί για την άλλη ζωή.

Οι Άγιοι λοιπόν, δεν φοβόταν το θάνατο αλλά την κρίση του Θεού μετά το θάνατο.
 
Δίχως την πίστη στην άλλη, την ουράνια ζωή, ο φόβος γίνεται σκοινί γύρω από το λαιμό με το οποίο ο θάνατος έλκει τους καταδίκους στο λαρύγγι του. Η ζωή για τον άπιστο, δεν είναι άλλο από τον άνεμο του θανάτου, άνεμο που φυσά και καταρρίπτει την πεθαμένη του στάχτη και την απονεκρώνει. Αν ο άπιστος σκεφτόταν λογικά μέχρι τέλους, θα έπρεπε να ομολογήσει ότι ζωή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτόν ο θάνατος είναι η μόνη του πίστη, η μόνη αιώνια δύναμη! Ο Θάνατος είναι ο μοναδικός Θεός.

Για μας πάλι, τους χριστιανούς, ο θάνατος είναι η λήξη ενός σχολείου, το σήμα της απολύσεως μιας στρατιωτικής θητείας, η γέφυρα για την επιστροφή στην πατρίδα. Ουσιαστικά, ο θάνατος καθαυτός, είναι γι’ αυτούς που πιστεύουν στο Χριστό ένα τίποτα.
 
Εκείνος είπε στη Μάρθα: «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται…» (Ιω.11, 25-26). Ποιον θα πιστέψουμε αν όχι το Χριστό; Στους ανθρώπους δεν μπορείς να πιστέψεις ούτε και όταν σου λένε το όνομά τους, πολύ λιγότερο όταν λένε: θα σε πληρώσω αύριο και ακόμα πιο λίγο όταν μιλούν για πράγματα βαθιά και υψηλά.

Εκτός από τον Υιό του Θεού, κανείς δε γνωρίζει τίποτα, ούτε για το θάνατο, ούτε και για εκείνο που μας περιμένει μετά το θάνατο. Εκείνος τα γνώριζε και μας τα φανέρωσε και τα έδειξε. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Ά Κορ. 15, 54), κατά το λόγο του Αποστόλου. Τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε απ’ αυτό που κατεπόθη από την ανάσταση του Χριστού; Δεν προσκολλάται ο φόβος του θανάτου πάνω σ’ εκείνους που είναι προσκολλημένοι στο Χριστό, τον Νικητή του θανάτου και Δωρεοδότη.
 
Όμως, παραμένει ένας φόβος συνειδητός και δικαιολογημένος. Είναι ο φόβος που ένοιωθαν ακόμα και οι ψυχές των Αγίων μπροστά στο θάνατο. Αυτό δεν είναι φόβος του θανάτου αλλά της μη προετοιμασίας για την αθάνατη ζωή, είναι φόβος εξαιτίας της ακαθαρσίας της ψυχής. Επειδή οι ακάθαρτοι δεν θα δουν το Θεό και την αληθινή ζωή στην Βασιλεία των Ουρανών.

Από το βιβλίο: "Εμπνευσμένα κείμενα Ορθοδόξου Πνευματικότητος" - Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Ακόμα και τα πνευματικά μπορούν να σε παγιδέψουν!


 
Γνωρίζει ο Θεός αυτά τα οποία έχεις ανάγκη και φροντίζει για σένα. Ο Θεός σε έφερε εκεί που σε έφερε, ο Θεός σε φωτίζει, σε καθοδηγεί. Γιατί λοιπόν πέφτεις σε μέριμνα ακόμα και στα πνευματικά ζητήματα;

Ενώ δηλαδή νομίζεις ότι τάχα ασχολείσαι με πνευματικά θέματα και έχεις πνευματικά ενδιαφέροντα και έχεις πνευματικά ερωτήματα και έχεις πνευματικές απορίες και θέλεις να σου εξηγούν και θέλεις να σου πουν και να μάθεις, τελικά περιπλέκεσαι, τελικά μπαίνεις σε μέριμνα και σε φροντίδα.
 
Εγώ θα έλεγα και περισσότερο και από αυτό. Δεν είναι απλώς ότι μπαίνει κανείς σε κάποιες φροντίδες, αλλά παγιδεύεται από τον ίδιο τον εαυτό του, από τον εγωισμό του.

Ο άνθρωπος παιδεύεται συνέχεια από αυτήν την τάση που έχει, να θέλει να είναι κάτι. Και σε όποιο σκαλοπάτι κι αν βρεθεί πάλι εκεί ξαναγυρίζει.

Ας πούμε, πρόκοψε κανείς κάπως πνευματικά και επομένως έχει επικοινωνία με πνευματικούς ανθρώπους και ρωτάει κτλ. Αλλά και εκεί πάλι θέλει να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι κάτι είναι. Γι’ αυτό και ασχολείται τόσο πολύ και απασχολείται μ' αυτά. Όχι από θείο ζήλο, αλλά από υπερηφάνεια.

Παγιδεύεται από την ιδέα που έχει για τον εαυτό του, επείδη έμαθε τάχα πολλά, και το παίζει πλέον παράγων εκκλησιαστικός και αρχίζει να λέγει αδιακρίτος την άποψή του, να μιλά με θράσος, να πράττει αυτόβουλα και αλαζονικά. Παγιδεύεται μέσα στην φιλαυτία του και εκεί μέσα χάνει πλέον τον βαθύ νόημα των γνώσεων που έχει αποκομίσει από τους γέροντες που συζήτησε, τα βιβλία που διάβασε, τις απαντήσεις που έλαβε.

Ολά λοιπόν εκείνα τα πνευματικά ζητήματα που τον απασχολούσαν έχουν μπει πλέον στην άκρη και τώρα απλά τα χρησιμοποιεί για να δεσπόζει στο κέντρο η μέριμνα της ανάδειξης του «εγώ» του.
 
Aπό το βιβλίο: Αββάς Βαρσανούφιος -Ερμηνεία Πατερικών κειμένων- Πανόραμα Θεσσαλονίκης

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Sandu Tudor, ο μετέπειτα Άγιος των ρουμανικών γκούλαγκ! +17 Νοεμβρίου 1962


Ο πατέρας Δανιήλ Sandu Tudor Alexandru Τεοντορέσκου γεννήθηκε στις 22 Δεκέμβρη του 1896, από οικογένεια δικηγόρων. Μετά άρχισε να δουλεύει ως δημοσιογράφος διάλεξε το ψευδώνυμο Sandu Tudor. Κατόπιν έγινε μοναχός Aγάθων και στη συνέχεια μεγαλόσχημος μοναχός Δανιήλ.


Σπούδασε Θεολογία, Φιλοσοφία, και Τέχνες, αλλά χωρίς να απόκτηση πτυχίο. Ήταν και ερασιτέχνης πιλότος αεροπλάνου, δάσκαλος, ποιητής, δημοσιογράφος. Το 1929, μετά την ανάγνωση ενός άρθρου από μια γυναίκα γαλλίδα δημοσιογράφο που είχε ισχυριστεί ότι επισκέφτηκε το Άγιο Όρος, αποφάσισε να επισκεφθεί και ο ίδιος, και στη συνέχεια να γράψει ένα άρθρο σχετικά με αυτό.


Πήγε με σκοπό να μείνει λίγες μέρες σαν προσκυνητής αλλά κάτι μέσα του τον έκανε μυστηριωδώς βήμα βήμα να θέλει να μείνει περισσότερο. Αντί για λίγες μέρες, πέρασε οκτώ μήνες στο Άγιο Όρος.  Επέστρεψε στη Ρουμανία και το δημοσίευσε στη εφημερίδα του.

Φυλακίστηκε το 1942 για τις αριστερές πολιτικές απόψεις του και απελευθερώθηκε το 1944. Μετά από ένα αεροπορικό δυστύχημα από το οποίο ως εκ θαύματος επέζησε πούλησε όλα τα υπάρχοντά του και αποφάσισε να γίνει μοναχός. Ήρθε στην μονή ANTIM στο Βουκουρέστι το 1945. Εκεί άρχισε μια ομάδα που ονομάστηκε "Rugul Aprins".


Ήταν μια ομάδα μελέτης που διοργάνωνε συνέδρια και ασκούσε την Προσευχή της Καρδιάς. Λόγω αυτού του γεγονότος φυλακίστηκε από τους κομμουνιστές για τρία χρόνια.

Το 1952 αφέθηκε ελεύθερος και έγινε ιερομόναχος και στη συνέχεια μεγαλόσχημος. Αποσύρθηκε στη σκήτη Rarau στα Καρπάθια.

Δεν ξέρουμε πώς πράγματι πέθανε ο Πατέρας Δανιήλ. Για τελευταία φορά τον είδαν το 1960, σοβαρά άρρωστο στη φυλακή Aiud. Η ληξιαρχική πράξη θανάτου έγραφε ότι ο Πατέρας Δανιήλ πέθανε στις 17 Νοεμβρίου του 1962, από εγκεφαλική αιμορραγία.Το σώμα του το πέταξαν οι κομμουνιστές στους κοινούς τάφους μαζί με χιλιάδες άλλα σώματα.

Ο Πατέρας Μπράγκα, ο οποίος ήταν επίσης μέλος της Rugul Aprins, δήλωσε ότι "ο Πατέρας Δανιήλ πέθανε σε ένα κτίριο φυλακών με ακραίες συνθήκες στο Aiud μετά από τέσσερα χρόνια ύστερα από βασανιστήρια και ξυλοδαρμούς. Ήταν ένας από τους ελάχιστους κρατούμενους που του φορούσαν αλυσίδες για την όλη τη διάρκεια της ποινής. "



Θέλω επίσης να δημοσιεύσετε την ακόλουθη ιστορία: Ο πατέρας Augustin από την Μονή μας δίνει μια σημαντική μαρτυρία για την αγιότητα του αυτός που θα μπορούσε να ονομαστεί ο Δίκαιος Δανιήλ ο Ομολογητής: «Ένα χειμώνα, τον πατέρας Δανιήλ τον έβαλαν σε ένα κελί που ονομαζόταν το λευκό κελί ή το ψυγείο κελί.
 
Λόγω ότι η θερμοκρασία ήταν -30 ο Κελσίου. Ήταν ένα κελί χωρίς παράθυρα, με τα περιττώματα και τα ούρα παντού, επειδή εκεί ήταν σίγουρο γραφτό ότι θα πεθάνει -. πρακτικά είχαν καταδικαστεί σε θάνατο, λόγω του κρύου.
 
Είχαν λίγα ρούχα και όπου φυλάσσονται εκεί με πολύ, πολύ λίγη τροφή.

"Και ο γέροντας τοποθετήθηκε εκεί μαζί με ένα γιατρό, ένα πολύ καλό φίλο του. Αφού και οι δύο μπήκαν στο κελί από τρεις φύλακες, ο Πατέρας Δανιήλ αμέσως σήκωσε τα χέρια του σε σημείο σταυρού, και με το πρόσωπό του σε όλα αυτά τα βρώμικα πράγματα, είπε στο γιατρό: "Έλα πίσω από μένα!" Ο γιατρός με την πλάτη του στο πίσω μέρος του Γέροντος στην ίδια θέση έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού Τότε ο γέροντας του είπε:. "Γιατρέ, δεν λέμε τίποτα περισσότερο από: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με, τον αμαρτωλό".
 
"Και ο γιατρός είπε αργότερα ότι όταν ο Πατέρας Δανιήλ άρχισε να προσεύχεται, ένα εκτυφλωτικό φως μπήκε στο κελί και από εκείνη τη στιγμή έχασε την έννοια του χρόνου.
 
"Μετά από λίγες μέρες, κάποιοι φύλακες μπήκαν στο κελί, να τον πάρουν ανακάλυψαν ότι επέζησε μέσα εκεί για 8 ημέρες χωρίς νερό, χωρίς τροφή, χωρίς ύπνο ή οτιδήποτε για να φορέσει, στους -30 ° Κελσίου.
 
"Όταν οι βασανιστές μπήκαν στο κελί και άγγιξαν τον Πατέρα Δανιήλ, ήταν θερμότερος από ότι, όταν τον είχαν φέρει στο κελί, και τα πάντα γύρω του είχαν λιώσει».

(Απόσπασμα από το ντοκιμαντέρ Rafael Udrişte, η TVR, 11 Οκτωβρίου 2008).
 
Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Δύο ιερείς που σταυρώθηκαν από τους κομμουνιστές.


Το άφθαρτο λείψανο του ιερομάρτυρος Κωνσταντίνου Ποντγκόρσκυ




Ο π. Κωνσταντίνος με την οικογένειά του


Η κομβιοθήκη από τα άμφιά του και το κάρφι που τον σταύρωσαν

1) Νέος Ιερομάρτυρας Κωνσταντίνος Ποντγκόρσκυ

...Ή τελευταία σταγόνα πού ξεχείλισε το ποτήρι της υπομονής των προσώπων της νέας εξουσίας, ήταν ή λειτουργία πού έκανε ό π. Κωνσταντίνος στίς 7 Νοεμβρίου του 1918 (25 Όκτωβρίου με το Ιουλιανό Ημερολόγιο πού ίσχυε ακόμα στη Ρωσία). Την ήμερα αυτή έφτασαν στο Κιρζεμάνι οι επαναστάτες για να επιτάξουν την αγροτική παραγωγή. Ηταν οι «αντιπρόσωποι», όπως τους ονόμαζαν αργότερα στα χωριά, καί προσπαθούσαν να οργανώσουν ένα φεστιβάλ, για να τιμήσουν την πρώτη επέτειο της οκτωβριανής επανάστασης.

Το φεστιβάλ όμως για κάποιο λόγο δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία για τους συντελεστές του. Δεν προκάλεσε τον αναμενόμενο ενθουσιασμό στους κατοίκους του χωρίου. Οί «αντιπρόσωποι,», αφού ολοκλήρωσαν τη διαδικασία επίταξης της αγροτικής παραγωγής, άρπαξαν όλους τους καρ­πούς, δεν άφησαν τίποτα. Πήραν ακόμα καί την παραγωγή πού άνηκε σ' εκείνους πού τα παιδιά τους υπηρετούσαν στον Κόκκινο Στρατό. Οί περισσότεροι από τους κατοίκους δεν πήγαν στο φεστιβάλ, αλλά κατευθύνθηκαν στην εκκλησία, οπού γινόταν λειτουργία για τον άγιο μεγαλομάρ­τυρα Δημήτριο της Θεσσαλονίκης. Την ίδια εκείνη μέρα στο χωριό, σύμφωνα με μια ευλαβική αρχαία παράδοση, οι άνθρωποι μοιράζονταν την παρα­γωγή τους μ' εκείνους πού είχαν φτωχό θερισμό. Καί τη μοιρασιά αυτή την έκαναν με τη θέληση τους, αβίαστα. «Ό το πολύ ουκ έπλεόνασε, καί ό το ολίγον ουκ ήλαττόνησε», μας βεβαιώνει ό απόστολος Παύλος (Β' Κορ. η' 15).

Την άλλη μέρα ό στρατός των ''προλετάριων'' εισέβαλε στην εκκλησία την ώρα της ακολουθίας. Οί στρατιώτες άρχισαν να σχίζουν τα ιερατικά άμφια του π. Κωνσταντίνου καί στο τέλος τον άφησαν μόνο με τα εσώρουχα του. "Ετσι μισόγυμνο τον έσυραν έξω στο δρόμο, οπού άρχισαν να τον χτυπούν άγρια, με μανία. Ωρες ολόκληρες τον έδερναν, όπως διηγούνταν αργότερα οι ηλι­κιωμένοι κάτοικοι του χωριού στα παιδιά καί τα εγγόνια τους. Ό π. Κωνσταντίνος, πού ήταν μάλλον δυνατός άντρας, ίσως θα μπορούσε να προβάλει κάποια αντίσταση, αν όχι για να σώσει τη ζωή του, του­λάχιστον ν' αποφύγει λίγο τα χτυπήματα. Απο­φάσισε όμως να τα υπομείνει όλα καρτερικά ως το τέλος. Μετά τον ξυλοδαρμό πέρασαν στον ιερέα του Θεού χάμουρα, τα έδεσαν σ' ένα μικρό κάρο, τον έβαλαν να το σέρνει καί τον γύρισαν έτσι σ' όλο το χωριό. Οι κάτοικοι έτρεμαν από το φόβο τους. Κλειδώθηκαν στα σπίτια τους καί δεν τόλ­μησαν να βγουν στους δρόμους για να δουν το «θέαμα». Όταν ό μαρτυρικός ιερέας δεν είχε πια άλλη δύναμη για να σύρει το κάρο, του πέρασαν μια λαιμαριά καί τον ξαναγύρισαν στους δρόμους του χωρίου, χωρίς να πάψουν να τον χτυπούν με μαστίγιο ή μ' οτιδήποτε άλλο έβρισκαν μπροστά τους. "Ας μη βιαστούμε να κατακρίνουμε αυτούς πού, όπως έγραφαν οι εφημερίδες, κλείστηκαν πίσω από τα παραθυρόφυλλα για να μη βλέπουν ότι βασάνιζαν τον ιερέα, αντί να τρέξουν καί να τον υπερασπιστούν.

Ακριβώς δυο βδομάδες πρίν από τα γεγονότα αυτά, είχαν πάρει ένα πολύ σκλη­ρό μάθημα. Σ' ένα από τα γειτονικά χωριά οί κάτοικοι θέλησαν να σώσουν από την εκτέλεση τον ιερέα τους, τον άρπαξαν από τους άθεους πού τον βασάνιζαν καί τους έδειραν πολύ. Αυτό εξόργισε πολύ τίς αρχές, πού τους υπέβαλαν σε μια απάνθρωπη τιμωρία. Τους έστειλαν το έκτελεστικό απόσπασμα από την κοινότητα καί έκαψε το χωριό. Καί μετά από τέτοια ωμότητα κανένας πια δεν ριψοκινδύνευε να τρέξει, για να βοηθήσει, τον ιερέα.

Στό σώμα του π. Κωνσταντίνου χαράχτηκαν τα σημάδια του μαρτυρίου του. Του προξένησαν ένα κάταγμα στο κρανίο, καί βρέθηκε μ' ένα νύχι σπασμένο καί βγαλμένο, καθώς καί με πολλές ουλές από το μαστίγωμα. Στό τέλος έσυραν τον εξαντλημένο ιερέα από τα μαλλιά στην πύλη της εκκλησίας καί τον σταύρωσαν πάνω στην πόρτα της εισόδου. Ό βασανισμένος ιερέας δεν μπόρεσε ν' αντέξει για πολύ το μαρτύριο του καί παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, για τον Όποιο δέχτηκε κι ό ίδιος μαρτυρικό σταυρικό θάνατο. Την άλλη μέρα το πρωί ό νεωκόρος κι ό φύ­λακας κατέβασαν το σώμα του π. Κωνσταντίνου, τον έντυσαν με τα ιερατικά του άμφια καί τον έβαλαν μέσα σ' ένα ξύλινο φέρετρο. Μέσα στο φέρετρο έβαλαν επίσης ένα ευαγγέλιο, καθώς καί τα καρφιά με τα όποια τον σταύρωσαν. Οι «αντι­πρόσωποι» δεν τους άφησαν να τον ενταφιάσουν στο κοιμητήριο κι έτσι τον έθαψαν έξω στο ύπαι­θρο, σ' ένα αγροτεμάχιο. Ή οργή του Θεού όμως δεν άργησε να ξεσπά­σει. Οι δυο «αντιπρόσωποι» έχασαν τη ζωή τους στο δρόμο της επιστροφής προς την πόλη, όταν έπεσαν πάνω σε πάγο μαζί με την άμαξα πού τους μετέφερε.

Στις 13 Ιουνιου 2001 μετά από πολλές προσπάθειες βρέθηκε ο τάφος του, το φέρετρο του και μέσα το άφθαρτο λείψανό του...

Κάτω από το φέρετρο οι κάτοικοι είχαν βάλει άχυρα, σύμφωνα με τοπική τους συ­νήθεια, πού είχαν μείνει κι αυτά ανέπαφα. "Οταν άνοιξαν το φέρετρο βρήκαν μέσα το λείψανο του ιερέα, ντυμένο στα χρυσά άμφια του πού δεν είχαν λιώσει, όπως καί το ευαγγέλιο πού κρα­τούσε στα χέρια του καθώς καί μία κομβιοδόχη από τα άμφια του. Τό ευαγγέλιο μπορούσε να το ξεφυλλίζει κανείς καί να το διαβάζει, τόσο καλοδιατηρημένο ήταν. Το ίδιο το σώμα του μάρ­τυρα, άπ' όπου αναδυόταν η θαυμάσια εύωδία, ήταν κι αυτό άφθαρτο καί φωτεινό, ανοιχτόχρωμο. Υπήρχαν ακόμα τα σημάδια του μαρτυρίου του, πού προξενήθηκαν από τα σκληρά κι οδυνηρά χτυπήματα πού είχε δεχτεί. Στά χέρια του φαί­νονταν ακόμα τα σημάδια από τα καρφιά με τα όποια τον σταύρωσαν.

Το σώμα του διατηρούνταν τόσο καλά, ώστε ένας ιατροδικαστής πού ήταν μπροστά στην έκταφή, εκτίμησε ακόμα καί την αιτία πού προκάλεσε το θάνατο του, μετά από ογδόντα τρία χρόνια! Αιτία τελικά ήταν ή μεγάλη απώλεια αίματος. Όταν το λείψανο ανασύρθηκε στην επιφάνεια, από τα τοιχώματα του τάφου άρχισαν να ρέουν αρκετές πηγές από καθαρό νερό στο χώρο όπου πρίν βρισκόταν το φέρετρο. Από την κατάσταση του αγίου λειψάνου συ­μπεραίνουμε πώς η εκτέλεση του πρέπει να ήταν εξαιρετικά άγρια. Οι άθεοι φαίνεται πώς τον χτύ­πησαν άσχημα στο πρόσωπο, μάλλον με την κάνη του όπλου. Τα δόντια του δεν υπήρχαν. Ενώ είναι γνωστό ότι τα δόντια παραμένουν ακέραια αρκετό χρόνο μετά το θάνατο του ανθρώπου - ούτε ή φω­τιά δεν τα κατακαίει - τα δικά του εξαφανίστη­καν. "Ενα δάχτυλο του το έσπασαν καί κρατιόταν μόνο από μια άρθρωση. Τα αριστερά πλευρά του είχαν κατάγματα. Εκεί το σώμα του είχε πολύ μεγάλο αιμάτωμα κι ήταν πολύ αλλοιωμένο, ενώ το υπόλοιπο ήταν εντελώς άφθαρτο. Η ιατρο­δικαστική εξέταση διαπίστωσε κατάγματα στην επιγονατίδα, στα αριστερά πλευρά, στο κρανίο καί στα δάχτυλα του αριστερού χεριού του...
 
2) Νεομάρτυρας Ιερέας Γεώργιος Σκρέκας

Οταν στη χώρα μας ξέσπασε η ξενοκίνητη κομμουνιστική ανταρσία, ως βασικοί στόχοι εξολόθρευσης των άθεων φονιάδων, επιλέχθηκαν οι ιερείς.

Αρκετοί από αυτούς, αντιλαμβανόμενοι τον θανάσιμο κίνδυνο έφυγαν απο τα χωριά τους και κατέβηκαν στις πόλεις, όπου υπήρχε περισσότερη ασφάλεια. Πολλοί όμως, μή πιστεύοντας οτι κάποιος "Έλληνας" θα μπορούσε να τους βλάψει, και αφού κανέναν δεν πείραζαν παρά μόνον επιτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, έμειναν.

Από αυτούς, εκατοντάδες δολοφονήθηκαν με φρικτό τρόπο, όπως επι Νέρωνα και Διοκλητιανού. Μάλιστα αρκετοί σταυρώθηκαν. Ομως κανενός το μαρτύριο δεν μοιάζει τόσο με το Θείο Δράμα, όσο του ιερέα Γιώργου Σκρέκα.

Την 27η Μαρτίου 1947, ο ιερέας Γιώργος Σκρέκας, εφημέριος του χωριού Μεγάρχης Τρικάλων, πληροφορήθηκε οτι οι εαμοκομμουνιστές Μεγάρχης έκαμαν συμβούλιο στο οποίο αποφασίστηκε να τον απογυμνώσουν από κάθε περιουσιακό στοιχείο. Όντως, τη νύχτα της 27ης προς 28η Μαρτίου μετέβηκαν οι λησταντάρτες στο σπίτι του και του αφαίρεσαν τα πάντα.

Μή αρκούμενοι όμως σε αυτά, αφού άδειασαν τους στάβλους απο τα ζώα και ανάγκασαν τον πατέρα και τον θείο του ιερέα να πάνε τα ζώα στο χωριό Πρόδρομος μαζί με δύο λησταντάρτες, έκλεισαν τον ιερέα μέσα στον στάβλο και άρχισαν να τον δέρνουν άγρια, ζητώντας του κι άλλα χρήματα.

Η γυναίκα του, ακούγοντας τις φωνές και τις κραυγές του άνδρα της, έτρεξε στον Αθανάσιο Ίτσιο, κομμουνιστή απο τα σπουδαιότερα στελέχη του ΚΚΕ, καθώς και σε άλλα μέλη της "αυτοάμυνας" Μεγάρχης. Με δάκρυα τους εκλιπαρούσε να ελευθερώσουν τον σύζυγο της και να πάψουν να τον χτυπούν. Δυστυχώς, ο εν λόγω ιούδας και οι άλλοι δεν θέλησαν να ακούσουν τα παρακάλια της και δεν έκαναν τίποτα για τον συλληφθέντα.

Την ίδια νύχτα παρέλαβαν τον ιερέα Γιώργο Σκρέκα αιμόφυρτο, ημίγυμνο και ξυπόλητο και τον οδήγησαν στο χωριό Γοργογύριο. Ο μελλοθάνατος ζήτησε να δει τον εκεί ιερέα. Με δάκρυα στα μάτια είπε στον ιερέα που ήρθε να τον παρηγορήσει: "Ο Θεός γνωρίζει τί θ'απογίνω. Αν με το μαρτύριο με καλεί δίπλα Του, ας είναι ευλογημένο το όνομα Του, ας γίνει το θέλημα Του".

Κατόπιν τον παρέλαβαν έφιπποι λησταντάρτες και τον έσυραν πεζό μέχρι το χωριό Τύρνα. Δεν σταμάτησαν εκεί, αλλά τον μετέφεραν σε άθλια κατάσταση πρώτα στο Ξυλοπάροικο και μετά στο Νεραϊδοχώρι. Εκεί τον βασάνιζαν από τις 29-3, Σάββατο του Λαζάρου, μέχρι την Μ. Παρασκευή.

Γυναίκες συμμορίτισες του έλεγαν "γιατί δεν προσεύχεσαι στο Χριστό να έρθει να σε σώσει;", οι δε δήμιοι πιό ωμά "Εσύ που πιστεύεις στο Χριστό, θα σε σταυρώσουμε σαν Εκείνον την ίδια μέρα". Αυτό που έγινε πριν 2 χιλιετηρίδες στον Γολγοθά, επαναλήφθηκε στην Πίνδο. Μεγάλη Παρασκευή, και οι συμμορίτες έσυραν τον βασανισμένο ιερέα στον Σταυρικό θάνατο. Τον σταύρωσαν επάνω σε ένα έλατο που είχε το σχήμα σταυρού.

Του τρύπησαν τη δεξιά πλευρά με ξιφολόγχη και άνοιξαν πληγές στο μέτωπο του με περόνια. Οταν ξεψύχησε, έρριξαν το γυμνό σώμα του σε μια χαράδρα και το σκέπασαν με πέτρες και κλαδιά, για να κρύψουν το έγκλημά τους.

Οταν απελευθερώθηκε το Νεραϊδοχώρι από τον Ελληνικό στρατό, ο αξιωματικός Νικόλαος Χόνδρος αναζήτησε και βρήκε το λείψανο του Μάρτυρα. Το μετέφερε στα Τρίκαλα, όπου έγινε πάνδημη κηδεία.

Το φέρετρο του συνόδευαν 60 ιερείς, ψάλλοντας "Εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου εν τω σώματι μου βαστάζω". Ο ιερέας Γεώργιος Σκρέκας, στα πλαίσια της "συμφιλίωσης" δεν ανακηρύχθηκε Αγιος από την Εκκλησία, μέχρι σήμερα. Μακάρι από εκεί ψηλά που βρίσκεται να μας βοηθάει και να μας προστατεύει από τον Σατανά και τους οπαδούς του.

Τα παραπάνω συγκλονιστικά γεγονότα επιβεβαιώνει και ο Μακαριστός Μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος Καντιώτης: "῞Οταν ήμουν ἱεροκή­ρυκας —σας ομιλώ μὲ παραδείγματα που αν­τλώ από μία ἱστορία πενήντα ἐτῶν, μισού αἰῶνος—, ἔφθασα σ᾿ ἕνα χωριό των Γρεβε­νῶν. Βρίσκω τον ἱερέα θλιμμένο, πονεμένο, κλαμέ­νο. —Τί ἔχεις; —Το χωριό μου δὲν πιστεύει πια στο Χριστό. —Μην απογοητεύεσαι, λέω, ἔχε θάρρος· κάτω από τη σταχτη υπάρχει η σπίθα κρυμμένη. —Θέλεις νὰ δῇς; μοῦ λέει, ἔλα. Μὲ πάει στο νεκροταφεῖο. Ἐκεί τα παιδιά του Μάρξ και του Λένιν, που κυριαρχούσαν τό­­τε, εἶχαν ξερριζώσει όλους τους σταυρούς από τους τάφους καὶ στὴ θέσι τους εἶχαν βά­λει σφυροδρέπανα καὶ γροθιές! Μισοῦσαν τὸ σταυρό. Καὶ μόνο σε μια περίπτωσι τὸν «θυμή­θηκαν».

Ενώ η σταύρω­σις ὡς τρόπος θανα­τικῆς καταδίκης ἔχει πρὸ πολλοῦ καταργηθῆ, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας τὴν ξαναχρησιμοποίησαν· σταύρωσαν ἄνθρωπο! ῏Η­ταν ἕνας ἱερεὺς τοῦ ῾Υψίστου ευλαβής, πιστός καὶ πολύτεκνος, ὁ π. Γεώργιος Σκρέκας ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ Μεγάρχη – Τρικάλων. Ἄθεοι καὶ άπιστοι τον άρπαξαν από την αγία τραπεζα που ἱ­ερουργούσε, τον οδήγησαν σαν άκακο αρνίο έξω απο το χωριό, κ᾿ εκεί τον σταυρωσαν πά­νω σ᾿ ἕνα δέντρο· καὶ ήταν Μεγάλη Παρασκευή, του ἔτους 1947"!

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Ο Μικρασιάτης που γύρισε με τα πόδια από το Νταχάου.



Η κόρη του Χαράλαμπου Κουκιά μάς αφηγείται την τραγική ιστορία του.

Θυμόταν το σπίτι στον Τσεσμέ, με τα δύο λιοντάρια στην είσοδο να απομακρύνεται από τα μάτια του καθώς το πλοίο έφευγε να γλιτώσει την σφαγή…, θυμόταν επιλεκτικά στιγμές φρίκης από τα τέσσερα χρόνια εγκλεισμού του στο Νταχάου, και την ατελείωτη διαδρομή μέχρι την Ελλάδα που έκανε με τα πόδια μετά την τελευταία του απόδραση… θυμόταν σκηνές μάχης του εμφυλίου πολέμου κάθε φορά που κοίταζε το ακρωτηριασμένο του χέρι… θυμόταν ακόμα και τον βούρδουλα που του είχε αφήσει σημάδι στον δεξιό του ώμο, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί την αιτία της τιμωρίας.

Ρεπορτάζ : Νίκη Παπάζογλου

Ίσως βέβαια και να θυμόταν πολύ περισσότερα από όσα επέλεξε να διηγηθεί στους δικούς του ανθρώπους, αφού τις περισσότερες φορές η άμυνα του πνεύματος «εφευρίσκει» την λήθη για να προχωρήσει παρακάτω… Κι αυτά τα ενθύμια είναι μόνο μερικά από όσα αφηγούνται στο newsbeast.gr οι συγγενείς του Χαράλαμπου Κουκιά, ενός αθέατου πρωταγωνιστή των σημαντικότερων ιστορικών γεγονότων του προηγούμενου αιώνα.

«Οι παλιοί δεν είχαν επίγνωση ότι κουβαλάνε μια ολόκληρη ιστορία πάνω τους, όταν τους άκουγες να μιλούν για την “καταστροφή” τις περισσότερες φορές έδιναν την εντύπωση πως δεν αφηγούνται την συμμετοχή τους σε κάποιο ιστορικό γεγονός, αλλά μια “απλή” προσωπική τραγωδία. Κατ' αυτόν τον τρόπο αναφερόταν κι ο πατέρας μου στο Νταχάου και σε όλα εκείνα που είχαν ακολουθήσει αυτού. Κι εμείς όμως σαν παιδιά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε κι όταν τα μεταφέραμε, μιμούμασταν το ίδιο “ανέμελο” ύφος… “έχει κάνει 4 χρόνια Νταχάου, λες και είχε πάει 4 χρόνια κατασκήνωση”» ήταν μερικά από τα πρώτα λόγια της Κυριακής Κουκιά, της κόρης του έλληνα που επιβίωσε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ναζιστικής Γερμανίας που δημιούργησε η Γκεστάπο, μετά την άνοδο στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ, το 1933.

«Ο πατέρας μου πέθανε νέος, 69 χρόνων, και μάλιστα λίγο πριν πεθάνει μου το είχε πει, σαν να το γνώριζε, ή σαν να αποφάσισε ο ίδιος να φύγει μακριά από μια ζωή που τον είχε στην κυριολεξία κουράσει πολύ, παρόλο που απέφευγε να το δείχνει. Ήταν πολύ χαμογελαστός πάντα, περήφανος και χαμογελαστός. Στις φωτογραφίες τοποθετούνταν με τέτοιο τρόπο ώστε να μην φαίνεται το ακρωτηριασμένο του χέρι, και το άδειο μανίκι το έχωνε πάντα στην τσέπη, ώστε να μην το καταλαβαίνεις με την πρώτη ματιά. Τα σημάδια από τις κακουχίες τα έβλεπες αν τον γνώριζες λίγο καλύτερα… Από την αγωνία του στην παραμικρή πιθανότητα προσωπικής δυσκολίας. Θυμάμαι όταν ήμουν τεσσάρων χρονών και με μετέφεραν στο νοσοκομείο για εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας δεν ήρθε παρά μόνο όταν όλα πια ήταν εντάξει. Σαν να μην άντεχε άλλο πόνο.

Ακόμα κι αν έβλεπε κανείς ορισμένες αντιδράσεις του δεν θα μπορούσε να καταλάβει παρά μόνο αν γνώριζε. Για παράδειγμα η απέχθεια που είχε στις πατάτες. Κατά την διάρκεια του εγκλεισμού τους, οι πεινασμένοι κρατούμενοι μάζευαν πατάτες από τα χωράφια ‘Όποιον τολμούσε να κλέψει πατάτες, οι Γερμανοί τον εκτελούσαν. Εξαθλιωμένοι όμως από την πείνα, αψηφούσαν τον κίνδυνο κι έκλεβαν πατάτες τις οποίες έτρωγαν με τα χώματα όπως τις έβγαζαν από τη γη. Από τότε ο πατέρας μου δεν ξανάβαλε πατάτες στο στόμα του, δεν ήθελε ούτε να τις βλέπει»…

Ο Χαράλαμπος Κουκιάς ήταν από την Σμύρνη, γεννηθείς 01-01-1922 εν πλω, σύμφωνα με την ταυτότητά του.

«Το γεννηθείς εν πλώ, το έμαθα αργότερα, την ίδια περίοδο που πληροφορήθηκα πως ήταν υιοθετημένος. Το μηχανεύτηκαν οι μεγάλοι σε ηλικία θετοί γονείς του όταν ήρθαν με τα καράβια τους από την Μικρά Ασία για να γραφτεί κατευθείαν στα μητρώα με το όνομά τους και να μην αντιμετωπίσουν γραφειοκρατικά προβλήματα. Συνήθης πρακτική της εποχής. Λίγους μήνες πριν την μεγάλη καταστροφή εγκαταστάθηκαν στη Χαλκίδα όπου και έμειναν μέχρι να πεθάνουν. Μέχρι την κήρυξη του πολέμου, ο πατέρας μου έζησε αρκετά καλά. Μετά ήρθε το απόλυτο γκρέμισμα γιατί εκτός από τα 4 χρόνια που φυλακίστηκε στο Νταχάου η επιστροφή του συνοδεύτηκε κι από τεράστιες απώλειες».




Αφορμή της σύλληψής του ήταν ο τσακωμός του με έναν Γερμανό λοχαγό, ο οποίος παρενοχλούσε μια κοντινή συγγενή.

«Πριν τον πόλεμο, όλη η μαθητιώσα νεολαία ήταν οργανωμένη στις λεγόμενες τότε μεταξικές νεολαίες, Ε.Ο.Ν. Ο σκοπός ύπαρξής τους ήταν «η επωφελή διάθεσιν του ελευθέρου χρόνου των νέων, προς προαγωγήν της σωματικής και ψυχικής καταστάσεως αυτών, ανάπτυξιν του εθνικού φρονήματος και της πίστεως προς την θρησκείαν». Ενταγμένος σε αυτές ο πατέρας μου, ήταν πρωταθλητής στην κολύμβηση και στο μποξ. Έτσι όταν την έστησε στον Γερμανό, τον ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου. Μετά από το περιστατικό αυτό, έζησε για έξι μήνες κρυπτόμενος σε ένα βουνό της Εύβοιας, στην Δάφνη. Μέχρι που κάποιος τον ειδοποίησε ότι οι Γερμανοί σταμάτησαν να τον αναζητούν. Μόλις επέστρεψε σπίτι του τον συνέλαβαν σχεδόν αμέσως. Το επόμενο πράγμα που θυμόταν να ακολουθεί τη στιγμή της σύλληψής του ήταν να τον κλείνουν σε ένα βαγόνι, χωρίς παράθυρο, μαζί με άλογα και το τρένο να ξεκινάει. Αυτή η πόρτα ξανάνοιξε στο Νταχάου. Αυτή είναι η αρχή της ιστορίας» όπως μας ενημερώνει η κόρη του Κυριακή Κουκιά.

Από εκεί και πέρα οι μνήμες είναι σκόρπιες. «Ο πατέρας μου είχε τραυματιστεί τόσο ψυχικά από το στρατόπεδο που μιλούσε πολύ λίγο. Και οι διηγήσεις είχαν τέτοια τραγικότητα που ως παιδιά μας φαινόταν φαντασιακές. Θυμάμαι να μου λέει χαρακτηριστικά πως είχε στηθεί 9 φορές μπροστά σε εκτελεστικό απόσπασμα. Όπως καταλαβαίνεις σαν παιδί μου φαινόταν υπερβολικό, 9 φορές και δεν σκοτώνεσαι. Αργότερα διαβάζοντας ιστορία, έμαθα για τις εικονικές εκτελέσεις των Γερμανών. Ο ίδιος όμως σαν κατάδικος δεν γνώριζε πως ήταν εικονικές. Έχανε τις αισθήσεις του και ξυπνούσε έπειτα ζωντανός. Σε μια μάλιστα από τις τελευταίες αυτές εκτελέσεις, όταν στήθηκαν μπροστά στο απόσπασμα τον έπιασαν νευρικά γέλια. Τότε ο επικεφαλής, ένας Αυστριακός του είπε «εσύ επειδή έχεις ωραίο χαμόγελο βγες». Χρόνια αργότερα που έχασε τα δόντια του, αστειευόμασταν λέγοντάς του πως τώρα δεν θα γλίτωνες…».

Άλλες σκόρπιες μνήμες της ζωής στο Νταχάου ήταν οι αποδράσεις. «Δεν πρέπει να ήταν από τους ήσυχους που έσκυβαν το κεφάλι γιατί συχνά στις διηγήσεις του παρεμβάλλονταν οι λέξεις αποδράση και απομόνωση. Κάποια στιγμή ανέφερε πως δραπέτευσαν μαζί με κάποιους Γάλλους και μερικούς Ιταλούς και κρυβόντουσαν στον πύργο του Άιφελ μέχρι να έρθουν οι άνθρωποι της αντίστασης να τους βοηθήσουν. Εντέλει κάποιος τους πρόδωσε και έπεσαν εκ νέου στα χέρια των Γερμανών. Μετά από αρκετό ξύλο βρέθηκαν πάλι στο βαγόνι ενός τρένου. Η επόμενη στιγμή που θυμόταν τον εαυτό του μετά από αυτό το ταξίδι, ήταν να σκάβει χαρακώματα στο Λένινγκραντ. Κάποια στιγμή ανέφερε και μνήμες από το Άουσβιτς, κατά βάση σκόρπιες εικόνες, πρέπει να ήταν περαστικός στην πορεία προς το Λένινγκραντ».




Στο στρατόπεδο με την διάσημη στην είσοδο επιγρραφή, Arbeit macht frei (Η εργασία απελευθερώνει), ο Χαράλαμπος Κουκιάς, ο οποίος δεν ήταν ούτε κουμουνιστής, ούτε εβραίος δούλευε στα χυτήρια όπως μας ενημερώνει η κόρη του. «Δεν ξέρω τι δουλειά έκανε εκεί ακριβώς, δεν μας είχε πει. Από τις διηγήσεις καταλαβαίναμε πως είχε μια ειδίκευση που χάρη σε αυτή γλίτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα ειδικά μετά από τόσες αποδράσεις. Σε μεγάλη ηλικία μάλιστα που έτυχε και επισκεφτήκαμε έναν αγγειολόγο για να τον εξετάσει, μόλις είδε τα πόδια του ρώτησε αν είχε καεί στο παρελθόν.

Ο πατέρας μου δεν είχε καθόλου τρίχες στα πόδια, και κάθε φορά που τον ρωτούσαμε γιατί μας απαντούσε πως έπεσαν επειδή τρίφτηκαν στα στρατιωτικά παντελόνια. Αν και δεν το παραδέχτηκε στο γιατρό κατάλαβα πως κάτι που είχε χυθεί επάνω του στα χυτήρια του Νταχάου είχε προκαλέσει την ανυπαρξία τριχοφυΐας. Όταν τον ρωτούσαμε για το σημάδι που είχε στο στήθος μας απαντούσε με μια φυσικότητα πως είναι από τον βούρδουλα. Την αιτία του βούρδουλα βέβαια δεν την θυμόταν, ή δεν ήθελε να την θυμηθεί. Εικάζω από σκόρπιες και πάλι διηγήσεις πως αρνήθηκε να καταδώσει κάτι που γνώριζε στους Γερμανούς».

Ο κ. Κουκιάς ανέφερε συχνά πως οι λοιποί κρατούμενοι τύγχαναν διαφορετικής μεταχείρισης από τους εβραίους και τους κομμουνιστές, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει πως δεν ήταν εξίσου σκληρή. «Οι εβραίοι μας έλεγε πως βρίσκονταν χωρισμένοι με συρματόπλεγμα από τους υπόλοιπους, και χώρια ήταν και οι κομμουνιστές. Μια μέρα, όταν μετέφεραν κάποιες γυναίκες εβραίες στο κρεματόριο, τις έγδυσαν και τις πέρασαν γυμνές μπροστά από τους υπόλοιπους άντρες κρατούμενους. Αν και εκείνοι έσκυβαν το κεφάλι για να μην αισθανθούν χειρότερα οι γυναίκες, τους εξανάγκαζαν με την απειλή του όπλου να τις κοιτάζουν καθώς περνούν ώστε να είναι μεγαλύτερος ο εξευτελισμός».





Το γεγονός πως μετά την κατάρρευση του μετώπου τον ξαναγύρισαν στο Νταχάου είναι άλλη μια απόδειξη, σύμφωνα με την κόρη του, πως η ειδίκευσή του ήταν απαραίτητη στο στρατόπεδο. «Τότε έκανε και την τελευταία απόδραση. Όταν άρχισαν οι σύμμαχοι να βομβαρδίζουν το Βερολίνο, κι αφού έμαθαν από τον σύνδεσμό τους με την αντίσταση, πως έρχονται οι Ρώσοι φοβούμενοι μην πέσουν στα χέρια τους, ο πατέρας μου με κάποιους Γιουγκοσλάβους δραπέτευσαν. Διένυσαν απόσταση περίπου 1.000 χιλιομέτρων, με τα πόδια ή με όποιο άλλο μέσο, κυρίως ζώο, έβρισκαν διαθέσιμο στη διαδρομή.

Μόλις όμως πέρασαν στην Γιουγκοσλαβία , την Λαϊκή Ομοσπονδιακή Δημοκρατία του Τίτο τότε, στην Ελλάδα είχε αρχίσει ο εμφύλιος. Πριν τον διωγμό των Ελλήνων, την «αλλαγή πλεύσης» του Τίτο που ακολούθησε και το κλείσιμο των συνόρων στους Έλληνες κουμουνιστές αντάρτες, η Γιουγκοσλαβία ήταν η χώρα της ελευθερίας για τους κουμουνιστές, του παραπετάσματος για τους εθνικόφρονες. Αυτός ήταν και ο λόγος που φυλακίστηκε και πάλι μόλις έφτασε εκεί. Σώθηκε από μια γυναίκα, ονόματι Κάρλα, με την οποία ήρθε μαζί στην Ελλάδα, πάλι με τα πόδια, πάλι κρυπτόμενος καθόλη τη διαδρομή».

Περνώντας τα ελληνικά σύνορα, θεωρούμενος ανυπότακτος αφού είχε ήδη κληθεί η σειρά του και δεν είχε παρουσιαστεί, στέλνεται στο μέτωπο. Εκεί πολεμάει μέχρι το '49 όπου και τραυματίζεται στο Γράμμο.

«Τραυματίστηκε από ριπή πολυβόλου στην κοιλιά, από αυτό το τραύμα είχε προκληθεί βλάβη στο συκώτι από την οποία υπέφερε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του και μια σφαίρα του τρύπησε την παλάμη. Δένοντας το χέρι του με μολυσμένο επίδεσμο έπαθε γάγγραινα και ήδη από τα ορεινά χειρουργεία, του ακρωτηρίασαν την παλάμη. Υπέστη 9 χειρουργεία στο χέρι. Το τελευταίο ήταν όταν είχε γίνει η επιστράτευση για την εισβολή στην Κύπρο. Η οστεομυελίτιδα είχε προχωρήσει κι έτσι το χέρι έπρεπε να κοπεί μέχρι την κλείδωση. Ο ακρωτηριασμός έγινε σε μια κλινική της Χαλκίδας, όπου υπήρχε μόνο ο γιατρός και μια νοσοκόμα, όλοι οι υπόλοιποι ήταν επιστρατευμένοι. Στην αφαίρεση που του έκαναν αναγκάστηκα να βοηθήσω κι εγώ στην αφαίρεση των σωλήνων αποστράγγισης των λεμφικών υγρών από την πληγη»…


Εκτός από τις μνήμες του Νταχάου, ο Χαράλαμπος Κουκιάς, αναγκάστηκε να ξεχάσει και τις εκείνες του εμφυλίου πολέμου. «Είχαν αναγκαστεί να σκοτώσουν ακόμα μια φορά. Αν και δεν πίστευε ότι αγωνιζόταν για άδικο, η συνείδησή του δεν άντεχε άλλους σκοτωμούς, άλλη φρίκη. Δεν ήταν ούτε ταγματασφαλίτης ο άνθρωπος, ούτε ο Άρης Βελουχιώτης, ήταν ένας φαντάρος που πίστευε στην πατρίδα και πολέμησε γι’ αυτή».

Για όλα αυτά αναγκάστηκε να ξεχάσει νομίζω. Ακόμα κι όταν ένας φίλος του αρχιμανδρίτης τον παρακάλεσε να του διηγηθεί με λεπτομέρειες την ιστορία του για να την γράψει του απάντησε «δεν θυμάμαι». Τα πρώτα χρόνια του γάμου του με την μητέρα μου πεταγόταν ή ούρλιαζε στον ύπνο του, και ήταν συχνές οι αναφορές σε γυναικεία ονόματα. Ο λόγος ήταν πως όταν οι Γερμανοί είχαν υπόνοιες για οργάνωση απόδρασης, έστελναν ιερόδουλες σε μερικούς κρατούμενους για να εκμαιεύουν πληροφορίες. Κάποιες από αυτές, στις οποίες εκ παραδρομής είχαν εξομολογηθεί πράγματα, αναγκάστηκαν στη συνέχεια να τις σκοτώσουν. Ξέχασε ηθελημένα τον αποκτηνωμένο εαυτό του, τον οποίο απέκτησε για να επιβιώσει, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει».

 

«Πέρα από την προσωπική του ταλαιπωρία, όταν επέστρεψε, τα είχε χάσει όλα. Τον πρώτο καιρό στο Νταχάου πέθανε ο πατέρας του. Η μητέρα του κατά την αναζήτησή του, μάλλον μέσω του Ερυθρού Σταυρού παίρνει την πληροφορία πως το παιδί της είναι νεκρό. Μέχρι και μνημόσυνο του είχε κάνει. Λίγο αργότερα η καρδιά της δεν άντεξε την στεναχώρια και πέθανε κι εκείνη. Γυρνώντας λοιπόν πίσω δεν βρίσκει ούτε τους γονείς του ούτε ίχνος από την περιουσία τους. Η μητέρα του, θεωρώντας τον νεκρό, είχε προικίσει με αυτή τις ανιψιές της. Μέχρι και το πατρικό του είχε πουληθεί και ώσπου να παντρευτεί, ένα περίπου χρόνο, διέμενε σε ξενοδοχείο. Φυσικά δεν τα διεκδίκησε ποτέ γιατί όπως έλεγε δεν τα είχαν κλέψει, τους τα είχε χαρίσει η μητέρα του».

Η συνέχεια εξελίχτηκε ήρεμη. Παντρεύτηκε με την μητέρα μου στα 28, σύμφωνα πάντα με την ταυτότητά του, και έκανε την μεγάλη οικογένεια που επιθυμούσε. Με ένα χέρι δούλεψε στην νομαρχία και αργότερα στο δήμο και έφτιαχνε ταμπέλες κι επιγραφές για να συντηρήσει την πολυμελή οικογένειά του». Όπως αναφέρει η κόρη του άλλωστε, ο κ. Κουκιάς εκτός από πολιτισμένος ήταν και πολυτάλαντος. «Ζωγράφιζε και αγιογραφούσε, ήταν μάλιστα αυτοδίδακτος. Όλα τα έκανε μόνος του, ξυριζόταν, έδενε τα κορδόνια του. Το μόνο που του κάναμε εμείς ήταν να του κουμπώνουμε το ρολόι». Η μετέπειτα ζωή κυλούσε κυρίως μέσω της ενασχόλησης με την καθημερινότητα.

Είχα διαβάσει ένα αφήγημα σχετικό με την μικρασιατική καταστροφή στο οποίο η εγγονή κατέθετε πως η γιαγιά της μετά την σφαγή σκεπτόταν ως εξής. «Οι τούρκοι μας σφάξανε, αλλά τι να μαγειρέψω σήμερα για την οικογένεια που πεινάει». Κάπως έτσι αντέδρασε κι πατέρας μου μετά από όλα αυτά. Η διαδικασία της μετάπλασης ήταν αποτέλεσμα ενός μηχανισμού άμυνας που μάλλον διαθέτει ο άνθρωπος για να κατακτήσει το παρακάτω».

Τα σημάδια βέβαια όπως συμπληρώνει δεν έφυγαν ποτέ ούτε από την ψυχή ούτε από το σώμα του. «Όταν επισκεφτήκαμε μια γιατρό για μια νόσο των οστών της λεκάνης που παρουσίασε, μια μορφή καρκίνου που λέπταινε τα κόκκαλα, τον ρώτησε αν είχε περάσει μέρος της ζωής του σε στρατόπεδο. Όπως μας είπε η γιατρός που είχε σπουδάσει στην Πολωνία, την συγκεκριμένη νόσο την συναντούσε σε ανθρώπους που είχαν επιζήσει από στρατόπεδα συγκέντρωσης»…

Σήμερα στα χέρια των κοντινών συγγενών του υπάρχουν εκτός από τις διηγήσεις διάφορα αποδεικτικά των σκαιών στιγμών του παρελθόντος.

«Τα διακριτικά του από το πηλίκιο, τα αστέρια του για τον βαθμό του ανθυπολοχαγού που απέκτησε όταν ήταν στρατιώτης στον εμφύλιο, το δελτίο της αναπηρικής τους ταυτότητας, και διάφορες άλλες γνωματεύσεις οι οποίες παρουσιάζουν κάποιο ιστορικό ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο κυρίως που είναι γραμμένες, «ετραυματίσθει από ληστρικάς επιθέσεις». Μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως, όχι μόνο σαν απτή απόδειξη αλλά σαν τεκμήριο ψυχικού σθένους είναι η σφαίρα χάρη στην οποία έχασε το χέρι του, την οποία διατήρησε στο προσωπικό του αρχείο» αναφέρει ο εγγονός του, Γιάννης Μωραΐτης, ο οποίος τα τελευταία δύο χρόνια διενεργεί έρευνα στα πλαίσια πανεπιστημιακής εργασίας για την ρίζες της οικογένειας, και την ζωή του παππού του.

«Το χειρότερο για εμένα είναι που δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω ώστε να μου δώσει στα πλαίσια της μνήμης, τη δική του μαρτυρία για την προσωπική του τραγωδία. Τώρα ψάχνω να βρω τους πραγματικούς του γονείς. Ο ίδιος γνώριζε την μητέρα του την είχε συναντήσει, αλλά εμείς δεν μάθαμε ποτέ ποια είναι, ούτε τα άλλα τέσσερα παιδιά που απέκτησε μετά τον παππού», συμπληρώνει ο κ. Μωραΐτης.

Από την έρευνα που έχει πραγματοποιήσει ο εγγονός του, ο παππούς ήταν απόγονος της οικογένειας Ασλάνη, γνωστής μικρασιατικής οικογένειας του Τσεσμέ, τον οποίο υιοθέτησε ο Δημητρός Κουκιάς με την Τριανταφυλλιά Κουκιά. Όπως αναφέρει η κόρη του θα ήθελε πολύ να βρει τα ξαδέρφια που ενδεχομένως υπάρχουν κάπου καθώς και το όνομα της φυσικής μητέρας του πατέρα της, της γιαγιά της. «Να γνωρίσω το όνομά της να το μνημονεύω κάθε φορά που αναφέρομαι σε εκείνον. Και να γνωρίσουν ίσως κι εκείνοι τον θείο τους, τον άνθρωπο που έμεινε τέσσερα χρόνια σε ένα από τα «διασημότερα» στρατόπεδα συγκέντρωσης, που επιστρατεύτηκε με το που επέστρεψε με τα πόδια από το Νταχάου στην Ελλάδα, μια Ελλάδα που βρισκόταν ήδη στη δίνη του εμφυλίου πολέμου, που τραυματίστηκε βαριά κι έχασε το χέρι του, και μετά από όλα αυτά, με βαριά συνείδηση και πληγωμένη ψυχή, κατάφερε να συνεχίσει, να παντρευτεί και να αναθρέψει 6 παιδιά»…

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Ο άγιος Κωνσταντίνος εκ Κάπουας (18/8/1610)


Του Κων. Α. Οικονόμου, δασκάλου

Πρόκειται για τον τελευταίο, χρονολογικά 1, επίσημα αναγνωρισμένο Άγιο της Θεσσαλίας. Ο Άγιος γεννήθηκε Μουσουλμάνος και ονομαζόταν Σαΐμ. Ήταν μάλιστα γιος του μπέη της περιοχής του Καππά Καρδίτσας. Η μύησή του στις αλήθειες της Ορθοδοξίας έγινε από έναν λόγιο μοναχό της Ι. Μ. Αγίου Νικολάου Καππά. Ο ίδιος μοναχός τον βάπτισε στο μοναστήρι αυτό, δίνοντάς του το όνομα Κωνσταντίνος. Όπως ήταν φυσικό, η αντίδραση του πατέρα του Αγίου ήταν σφοδρή. Θέλησε να σκοτώσει τους μοναχούς της Μονής, αλλά αυτοί είχαν προλάβει να διαφύγουν. Έτσι ξέσπασε το μένος του πάνω στο κτίριο της Μονής καίγοντάς το. Μετά στράφηκε στο γιο του και με παρακλήσεις και απειλές προσπαθούσε να τον κάνει να αρνηθεί το Χριστό.

Βλέποντας το αμετάπειστο του Κωνσταντίνου, διέταξε τους φρουρούς του να τον φυλακίσουν μέχρι να επιστρέψει στην προγονική του πίστη. Όμως οι μέρες περνούσαν και ο Κων/νος παρέμενε στέρεος στην πίστη του Χριστού. Η οργή του πατέρα του, όμως, δεν είχε πια όρια. Διέταξε τους φρουρούς να τον βασανίσουν και εάν ούτε τότε μετάνιωνε να τον απαγχονίσουν.

Έτσι και έγινε. Οι στρατιώτες τον οδήγησαν έξω από το χωριό και τον κρέμασαν από ένα πλατάνι. Όμως επειδή το σκοινί κόπηκε, τρεις μάλιστα φορές, οι δήμιοι τον αποκεφάλισαν. Η ημερομηνία του μαρτυρίου του ήταν η 18η Αυγούστου του 1610. Μετά από πρόταση της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφαρσάλων, στις 31/5/2007, το Οικουμ. Πατριαρχείο προέβη σε επίσημη αναγνώριση του Αγίου. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την 18ην Αυγούστου.

“Χαίρε της Καπούης ο οδηγός και της Εκκλησίας μάρτυρας σθεναρός.

Μέμνησο τους οικέτας Κωνσταντίνε μάρτυς,
πρεσβεύων τω Κυρίω τους σε προστρέχοντας.”
 
_________________________
1. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανακύρηξε Άγιο τον Κων/νο την 31η Μαϊου του 2007.

Πηγη: Ακτίνες

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Κλεάνθης ΓΡΙΒΑΣ. Ἡ Λέσχη BILDEBERG"


Αναζητηση

Αναγνώστες