Δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος σωτηρίας, εκτός από το να εξομολογείται ο καθένας σε πατέρες με πολλή διάκριση και από αυτούς να παίρνει οδηγίες για την αρετή και να μην ακολουθεί το δικό του θέλημα.

(Άγιος Ιωάννης Κασσιανός ο Ρωμαίος.)







Τούτον Δανιήλ υιόν ανθρώπου λέγει είναι, ερχόμενον πρός τον Πατέρα, και πάσαν την κρίσιν και την τιμήν παρ'εκείνου υποδεχόμενον

(Αποστολικαί Διαταγαί, Ε΄, ΧΧ 10, ΒΕΠ 2,92)
Αγία τριάδα


Εθεώρουν έως ότου θρόνοι ετέθησαν και παλαιός ημερών εκάθητο, και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών, και η θρίξ της κεφαλής αυτού ωσεί έριον καθαρόν... εθεώρουν εν οράματι της νυκτός και ιδού μετά των νεφελών του ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην και έως του παλαιού των ημερών εφθασε...

(Δανιήλ Ζ', 9 και 14)



"Πιστεύοντες εις ένα Θεόν εν Τριάδι ανυμνούμενον, τας τιμίας Αυτού εικόνας ασπαζόμεθα."

(Πρακτικά εβδόμης Οικουμενικής συνόδου, Τόμος Β' σελ. 883)

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Ομιλία εις την παραβολήν του Αμπελώνος και εις την ξηρανθείσαν συκήν.

Η Ευαγγελική Περικοπή της Θείας Λειτουργίας:

Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: ΚΑ. 33 – 42.


Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην: «Ανθρωπός τις ην οικοδεσπότης, όστις εφύτευσεν αμπελώνα και φραγμόν αυτώ περιέθηκε και ώρυξεν εν αυτώ ληνόν και ωκοδόμησε πύργον, και εξέδοτο αυτόν γεωργοίς και απεδήμησεν. Ότε δέ ήγγισεν ο καιρός των καρπών, απέστειλε τους δούλους αυτού προς τους γεωργούς λαβείν τους καρπούς αυτού. Και λαβόντες οι γεωργοί τους δούλους αυτού όν μέν έδειραν, όν δέ απέκτειναν, όν δέ ελιθοβόλησαν. Πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους πλείονας των πρώτων, και εποίησαν αυτοίς ωσαύτως. Ύστερον δέ απέστειλε προς αυτούς τον υιόν αυτού λέγων: εντραπήσονται τον υιόν μου. Οι δέ γεωργοί ιδόντες τον υιόν, είπον εν εαυτοίς: ούτός εστίν ο κληρονόμος, δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν και κατάσχωμεν την κληρονομίαν αυτού. Και λαβόντες αυτόν, εξέβαλον έξω του αμπελώνος, και απέκτειναν. Όταν ούν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τί ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις»; Λέγουσιν αυτώ: «κακούς κακώς απολέσει αυτούς, και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσιν αυτώ τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών». Λέγει αυτοίς ο Ιησούς: «ουδέποτε ανέγνωτε εν ταις γραφαίς: «λίθον όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας΄ παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών»;

Απόδοση:

Ο Κύριος είπε την εξής παραβολή. Ένας γαιοκτήμονας φύτεψε ένα αμπέλι, το περίφραξε, έσκαψε σ’ αυτό πατητήρι, έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε γεωργούς και έφυγε σ’ άλλον τόπο. Όταν κόντευε η εποχή της καρποφορίας, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς να πάρουν το μερίδιό του από τους καρπούς. Οι γεωργοί όμως έπιασαν τους δούλους του, κι άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον λιθοβόλησαν. Ξανάστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους, και τους έκαναν τα ίδια. Τελευταίον τους έστειλε το γιο του λέγοντας: «θα σεβαστούν το γιο μου». Οι γεωργοί όμως, όταν είδαν το γιο, είπαν μεταξύ τους: «αυτός είναι ο κληρονόμος. Εμπρός, ας τον σκοτώσουμε και ας αρπάξουμε την κληρονομιά του». Τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από τ’ αμπέλι και τον σκότωσαν». Όταν λοιπόν έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού, τί θα κάνει σ’ εκείνους τους γεωργούς;». Του λένε: «Επειδή είναι κακοί, θα τους εξολοθρεύσει με το χειρότερο τρόπο και θα νοικιάσει το αμπέλι σ’ άλλους γεωργούς, που θα του δίνουν τους καρπούς στην εποχή τους». Τους λέει ο Ιησούς: «Ποτέ δε διαβάσατε στις Γραφές; Ο λίθος που πέταξαν σαν άχρηστο οι οικοδόμοι, αυτός έγινε αγκωνάρι΄ο Κύριος το έκανε αυτό, κι είναι αξιοθαύμαστο στα μάτια μας.

(Επιμέλεια κειμένου: Ιωάννης Τρίτος)

Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Ομιλία εις την παραβολήν του Αμπελώνος και εις την ξηρανθείσαν συκήν


Με παρακινεί προς λόγον ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού και Πατρός, ο οποίος δεν απεχωρίσθη από τους κόλπους τού Πατρός και με τρόπον ανέκφραστον εκυοφορήθη στην μήτραν της Παρθένου΄ αυτός μολονότι έγινε προς χάριν μου ωσάν εμένα, είναι απαθής ως προς την Θεότητα, και περιεβλήθη σώμα ομοιοπαθές με το ιδικόν μου΄ αυτός που επιβαίνει σε άρματα Χερουβικά και ανέβη σε πώλον όνου, ο βασιλεύς της δόξης, αυτός που επευφημείται από τα Σεραφίμ ως άγιος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, αποδέχεται τα ψελλίσματα των παιδιών από την άκακο γλώσσα τους. Αυτός, ενώ είναι Θεός, έλαβε την μορφή του δούλου και διατηρεί αυτήν την μορφή του δούλου στο διηνεκές΄ ως Θεός είναι άϋλος και αόρατος, αλλά εδέχθη να λάβη σώμα ορατόν και ψηλαφητόν΄ ήλθεν εκουσίως προς το Πάθος, για να μας χαρίση την απάθειαν. Διότι επειδή είδε το πλάσμα των χειρών του, τον άνθρωπο, τον οποίον έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωσί του, να έχη δελεασθή από την απάτη του όφεως, να έχη παραβή την εντολήν του, να είναι υποδουλωμένος στην φθορά και υπεύθυνος για τον θάνατο, δεν άντεξε ο φύσει συμπαθής την στέρησι του ποθουμένου, αλλά με πολλούς τρόπους τον εκάλεσε προς επιστροφήν και μετάνοιαν. Τον επαίδευσε ως δούλον αχάριστον, ως νηπιόφρονα «πολυμερώς και πολυτρόπως» και εμηχανεύθη κάθε τρόπον, ώστε να αποτινάξη την δουλείαν τού τυράννου και να επανέλθη στον Πλαστουργόν του. Αλλ’ ήταν αδύνατον να επιστρέψη, αφού μια για πάντα είχεν υποδουλωθή πλήρως στην αμαρτία και την είχε συζευχθή με την προαίρεσί του. Γι’ αυτό ακριβώς ο υπεράγαθος Δεσπότης, αναλαμβάνει την φύσι μας, επειδή είδεν ότι είχεν εξασθενήσει.

Βλέποντας δηλαδή τον άνθρωπο να απειθή στις εντολές και τα σωτήρια προστάγματα, τί λέγει; Πρέπει να παιδαγωγήση με έργα αυτόν που ευρίσκεται σε άγνοια. Πρέπει να τον χειραγωγήση στις αρετές, ώστε να τις συνηθίση και να τις επιτελή μόνος του. Πρέπει να γίνω ορατός και έτσι να θεραπεύσω τον ασθενή. Πρέπει να επαναφέρω κοντά μου το πλανώμενον πρόβατον και να το οδηγήσω προς την αρχικήν του διαμονή στον Παράδεισο. Πώς όμως θα τον επιστρέψω αν δεν με ιδή; Πώς θα οδηγήσω αυτό που δεν παρακολουθεί τα βήματά μου;

Γι’ αυτό έγινεν άνθρωπος, για να διδάξη εμπράκτως με αυτά που έπραξε και έπαθε αυτόν που το αγνοούσε, με ποίον τρόπον να εργάζεται την αρετήν΄ ώστε βλέποντάς τον να κατεβαίνη κατ’ οικονομίαν προς χάριν μας από τις πατρικές αγκάλες στην γη, να έλθωμε και εμείς με την προαίρεσί μας από την μητέρα μας γη προς αυτόν΄ εφανέρωσε έτσι τον υπερβολικόν πλούτον της προς εμάς αγάπης του. Διότι κανείς δεν ημπορεί να δείξη μεγαλυτέραν αγάπην από αυτόν που θυσιάζει «την ψυχήν του υπέρ των φίλων αυτού». Πώς όμως θα δείξη την αγάπη του, αυτός που δεν έχει ψυχή; Γι’ αυτό αναλαμβάνει σάρκα, για να «οφθή επί γης και τοις ανθρώποις συναναστραφή». Γι’ αυτό αναλαμβάνει ψυχή, για να την θυσιάση υπέρ των φίλων του. Και φίλους εννοώ όχι αυτούς που τον αγαπούν, αλλά αυτούς που εκείνος ποθεί. Διότι εμείς τον εμισήσαμε, τον απαρνηθήκαμε και γίναμε δούλοι σε άλλον. Αυτός όμως έμεινε σταθερός, έχοντας αμετάβλητον την προς ημάς αγάπην του. Γι’ αυτό και έτρεξε κοντά μας. Ήλθε σ’ αυτούς που τον εμισούσαν. Κατεδίωξε αυτούς που απεμακρύνοντο, και όταν τους έφθασε δεν τους ήλεγξε με σκληρότητα, δεν τους επανέφερε κοντά του με μαστίγιον, αλλά έπραξε σαν ένας άριστος ιατρός που ενώ υβρίζεται, εμπτύεται και ραπίζεται από κάποιον μανιακόν, του προσφέρει τις θεραπευτικές του υπηρεσίες. Προσέφερε στην φύσι της ανθρωπότητος την πλέον αποτελεσματικήν θεραπεία, το δραστικώτερον και παντοδύναμον φάρμακο, την ιδία την θεότητά του. Αυτή ανέδειξε το ασθενικόν μας σαρκίον δυνατώτερον από τις αόρατες δυνάμεις. Όπως δηλαδή ο σίδηρος είναι απλησίαστος όταν ενωθή με την φωτιάν, έτσι και το χόρτο της ιδικής μας φύσεως επειδή ηνώθη με το πυρ της θεότητος έγινε απλησίαστον από τον διάβολο. Και επειδή «τα εναντία των εναντίων ιάματα», κάθε πάθος δηλαδή θεραπεύεται με το αντίθετό του, καθώς λέγουν οι μαθηταί των ιατρών, καταβάλλει και ο Θεός «τα ενάντια δια των εναντίων»: Την ηδονή με τις οδύνες, την υπερηφάνεια με την ταπείνωσι. Διότι όχι μόνον εταπείνωσε τον εαυτό του με το να γίνη άνθρωπος ενώ κατείχε τον πλούτον της Θεότητος, αλλά και ως άνθρωπος έζησε με ταπείνωσι.

Πράγματι: ποίος από τους ανθρώπους υπήρξε τόσον ταπεινός; Διότι «ούκ έχει πού τήν κεφαλήν κλίναι». Δεν είχεν υποζύγιον, ούτε δεύτερον υποκάμισον, ούτε άλλον χιτώνα. «Λοιδορούμενος ούκ αντελοιδόρει, πάσχων ούκ ηπείλει». «Ως αρνίον άκακον ήγετο (ωδηγείτο) του θύεσθαι, ούκ ερίζων, ουδέ κραυγάζων»΄ τον ερράπιζαν και έδιδε προθύμως την σιαγόνα σ’ αυτόν που τον εκτυπούσε΄ «ούκ απέστρεφε το πρόσωπόν του από αισχύνης εμπτυσμάτων». Ενώ τον αποκαλούσαν Σαμαρείτη και δαιμονισμένον και τον κατεδίωκαν, αυτός τα υπέμενε, ώστε να ακολουθήσωμε κι εμείς τα βήματά του. Όλα αυτά τα επιτελούσε με την ευδοκίαν τού Πατρός. Επειδή δηλαδή είναι Υιός ιδικός του μονογενής και ομοούσιος, μας εγνώρισε την αγάπην του Πατρός. Διότι τόσον πολύ μας ηγάπησεν ο Θεός και Πατήρ, ώστε έδωσε τον μονογενή Υιόν του ως λύτρον υπέρ ημών. Ω αγάπη ανυπέρβλητος! Τον Υιόν του τον μονογενή έδωσε, τον συμβασιλέα του, προς χάριν δούλων παρηκόων, προς χάριν των εχθρών που τον εβλασφημούσαν, ελάτρευαν τον νοητόν εχθρό και αυτόν ανεκήρυτταν Θεόν. Ω βάθος πλούτου της αγαθότητος του Θεού! Δεν προέβαλε αντίστασιν όμως ο μονογενής Υιός, δεν ηθέτησε την πατρικήν βουλή. Διότι αυτός ο ίδιος ήταν η βουλή και η θέλησις του Πατρός. Γι’ αυτό λοιπόν, επειδή ήταν κοινωνός και μέτοχος της φύσεως εκείνου (μία είναι η φύσις του Πατρός και του Υιού), υπηρετεί το θέλημα του Πατρός σαν ιδικό του και γίνεται άνθρωπος, και γίνεται υπήκοος στον Πατέρα μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, θεραπεύοντας έτσι την ιδική μας παρακοήν. Επείγεται λοιπόν προς το Πάθος και βιάζεται να πιή το ποτήριον του θανάτου, το σωτήριον για όλον τον κόσμο. Έρχεται πεινασμένος για την σωτηρίαν της ανθρωπίνης φύσεως και δεν ευρίσκει σ’ αυτήν καρπόν΄ διότι αυτήν υποδηλώνει παραβολικώς το δένδρον της συκής… Σ’ αυτήν την συκήν, την φύσι της ανθρωπότητος, ήλθεν ο Σωτήρ οδηγούμενος από την πείνα του΄ και ζητούσε από αυτήν τον γλυκύτατον καρπόν, δηλαδή την γλυκυτάτη για τον Θεόν αρετήν, που είναι η προϋπόθεσις της σωτηρίας. Δεν ευρήκε όμως καρπόν, αλλά μόνον φύλλα, την τραχυτάτην και μοχθηροτάτην αμαρτίαν και τα κακά που φυτρώνουν από αυτήν. Γι’ αυτό την επιτιμά λέγοντας «ούκ έτι εκ σου καρπός ελεύσεται». Διότι η σωτηρία δεν θα προέλθη από άνθρωπον, ούτε η αρετή προέρχεται από ανθρωπίνην δύναμι. Εγώ θα πραγματοποιήσω την σωτηρίαν, χαρίζοντας δια του πάθους μου την ανάστασι΄ σας απαλλάσω δωρεάν από την τόσο σκληρά ζωήν. Πράγμα που βεβαίως έκαμε.

Έπειτα, ολοκληρώνοντας εμπράκτως την παραβολήν, εισέρχεται στον ναόν, επισκεπτόμενος τον πατρικόν οίκον, και ευρίσκει εκεί τους κακούς γεωργούς, τους αρχιερείς, οι οποίοι εκάθισαν μεν στον θρόνον του Μωϋσέως, απεδείχθησαν όμως λύκοι με ένδυμα προβάτου΄ αυτοί ομοιάζουν με την άκαρπον συκήν, επειδή δεν έχουν τον γλυκύτατον καρπόν, αλλά μόνο την τραχύτητα των φύλλων. Πρόσεχε λοιπόν την τραχύτητα της γλώσσης τους: «Εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; Και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην»; Βλέπεις ακαρπίαν ψυχής και απιστίας; Αντί να ειπούν «εύγε, διδάσκαλε αγαθέ, που ανέστησες τον Λάζαρο νεκρόν τετραήμερον, που εδίδαξες τους χωλούς να βαδίζουν σωστά, που εδώρησες στους τυφλούς την δύναμη της οράσεως, που εθεράπευσες τους παραλυτικούς και μας απήλλαξες από όλες τις ασθένειες, που εξεδίωξες τους δαίμονες, που διδάσκεις την οδό τής σωτηρίας, αυτοί λέγουν «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς;» Ω αχάριστοι! Και αν σας ειπή θα πιστεύσετε; Αφού στον Ιωάννην, προς τον οποίον ετρέχατε σαν ρεύμα ποταμού και εξομολογούμενοι τις αμαρτίες σας εθεωρούσατε ότι ελαμβάνατε το βάπτισμα, δεν επιστεύσατε, θα πιστεύσετε τώρα αν σας ειπώ εγώ;

Ω γενεά πονηρά και άπιστος! Σεις είσθε οι πονηροί γεωργοί, οι οποίοι κατατρώγετε τον αμπελώνα του Κυρίου Σαβαώθ. Ποίον από τους Προφήτες δεν εφονεύσατε; Σας έστειλεν ο Πατήρ τους δούλους μου τους Προφήτες, για να σας ζητήσουν τον καρπόν του αμπελώνος. Εξερρίζωσα τον αμπελώνα μου από την Αίγυπτο, χρησιμοποιώντας τον Μωϋσή, και τον εφύτευσα σε γόνιμον γην, αφού εξέβαλα τα έθνη που την εκατοικούσαν και σας την εκληροδότησα, συμφώνως με τους κανόνες της κληροδοσίας. Εφύτευσα τις ρίζες του με τον νόμο και τον λόγο των Προφητών και γέμισε όλη την γη΄ τα κλήματά του έφθασαν έως την θάλασσαν και οι παραφυάδες του κατέλαβαν τους ποταμούς των εθνών. Εσείς όμως κατηδαφίσατε τον φράκτη του, την βοήθεια του νόμου, και τώρα τον τριγούν οι δαίμονες που βαδίζουν στην οδό της ζωής, αφού τον ευρίσκουν αφύλακτον΄ ο ληστής, ο αγροιόχοιρος του δάσους τον ελεηλάτησε και τον κατέφαγε το άγριο μοναχικό θηρίο.

Αυτού του καλού αμπελώνος που είχα φυτεύσει, του καρποφόρου και αληθινού, σας εζητήθη ο καρπός από τους δούλους μου, τους Προφήτες, και σεις άλλον τον ερραπίσατε, άλλον τον κατεδικάσατε σε λάκκο γεμάτο βούρκο, και άλλον τον ελιθοβολήσατε. Ιδού λοιπόν, ήλθα εγώ ο Ίδιος ο Υιός και κληρονόμος: σεβασθήτε την ιδιότητα του Υιού, εντραπήτε το αξίωμά μου, το ότι έχω μίαν και την αυτήν φύσι με τον Πατέρα. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» και όμως κατήλθα κοντά σας. Ευσπλαγχνίζομαι τον αμπελώνα μου. Αν και κατέβηκα στη γην, ωστόσο παραμένω στην αυλή του Πατρός μου. Αποδώσετέ μου τον καρπόν του αμπελώνος μου. Αλλά όντως, εσείς σαν κακοί γεωργοί θα ολοκληρώσετε το έργο των πατέρων σας. Εκείνοι έγιναν προφητοκτόνοι, σεις θα γίνετε θεοκτόνοι. Διότι στην κακίαν είσθε γενναιόδωροι. Εγώ είμαι ο κληρονόμος, ο λίθος ο ακρωγωνιαίος΄ αν και σεις θα με απορρίψετε, θα συντριβήτε, ενώ εγώ θα συνενώσω τους δύο λαούς, τα διεστώτα, τα επίγεια με τα επουράνια. Με εμένα οι άγγελοι και οι άνθρωποι θα γίνουν μία Εκκλησία, και ενώ είσθε εχθροί με τον Πατέρα μου, θα συμφιλιωθήτε μαζί του. Θα σας ειρηνεύσω και θα κάμω σπονδές ειρήνης το αίμα μου, που θα χυθή για την σωτηρίαν του κόσμου.

Ενώ υπαινίσσετο αυτά με παραβολές, δεν τους έπειθε. Διότι προετίμησαν να κλείσουν τους οφθαλμούς τους, ώστε να μη βλέπουν και τα ώτα τους, ώστε να μην ακούν. Γι’ αυτό δεν ανέτειλε γι’ αυτούς το φως του Ευαγγελίου. Ω παράλογος πώρωσις των ανιέρων ιερέων! Οι ίδιοι κατεδίκαζαν τους εαυτούς των, μη γνωρίζοντας τι λέγουν. Πράγματι οι ίδιοι υπέγραψαν την καταδίκη τους. Διότι όταν ηρωτήθησαν «τί ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις», χωρίς να το θέλουν απεκρίθησαν αληθώς: «Κακούς, κακώς απολέσει αυτούς». Είναι όντως δίκαιον να πάσχη όποιος έγινε κακός με την ιδική του προαίρεσι. «Τον δε αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσι τον καρπόν εν καιρώ». Ως ιερείς που ήσαν και είχαν το αξίωμα της ιερωσύνης, προφητεύουν και χωρίς να γνωρίζουν τα αληθινά. Πράγματι ο αμπελώνας, ο λαός του Κυρίου, παρεχωρήθη στους γεωργούς εκείνους, οι οποίοι απέδωσαν στον Δεσπότην άφθονον και πλούσιον καρπόν. «Εις γαρ πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών, και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών». «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων τα αγαθά». Αυτοί επήγαιναν ως πρόβατα μεταξύ των λύκων και μετέβαλαν τους λύκους σε πρόβατα΄ τους εθνικούς δηλαδή οι οποίοι στην αρχή τους κατεδίωκαν, τους μετέτρεψαν σε πρόβατα Χριστού και εδημιούργησαν «τω Κυρίω λαόν περιούσιον (εκλεκτόν), ζηλωτήν καλών έργων».

Ελάτε λοιπόν, αδελφοί, όσοι ελάβαμε το όνομα της πίστεως, όσοι έχουμε αξιωθή να ονομαζώμεθα λαός του Χριστού, ας μην αθετήσωμε την κλήσι μας, ας μη καταρυπώσωμε την πίστι με άτοπα έργα. Δεν αρκεί μόνο να ονομαζώμεθα πιστοί, αλλά ας δείξωμε την πίστι μας με έργα. Ένας πατέρας είχε, λέγει, δύο υιούς, και είπε στον ένα «πορεύου, εργάζου εις τον αμπελώνα» και εκείνος υπεσχέθη μεν, αλλά δεν εξεπλήρωσε την υπόσχεσι. Έπειτα λέγει και προς τον άλλον το ίδιο. Εκείνος ηρνήθη μεν με τα λόγια, εξετέλεσε όμως την προσταγή. Και έτσι ο μεν πρώτος κατηγορείτε, ενώ ο δεύτερος επαινείται. Και εμείς λοιπόν ας ενθυμηθούμε ποίον αποτασσόμεθα και με ποίον συντασσόμεθα στο βάπτισμα. Αποταχθήκαμε τον διάβολον και τους αγγέλους αυτού και κάθε τρόπον προσκυνήσεώς του΄ ας τηρήσωμε την αποταγήν αυτήν, ας μη επιστρέψωμεν όπως ο σκύλος στον εμετόν μας. Έργα του διαβόλου είναι: μοιχείες, πορνείες, ακαθαρσίες, φθόνοι, έριδες, φιλονεικίες, υποκρίσεις, υποκρισίες, καταλαλιές, ειρωνείες, θυμοί, μνησικακίες, κατακρίσεις, βλασφημίες, επωδές, επιλαλιές. Τα σημάδια της απιστίας είναι: ασπλαγχνίες, προσκολλήσεις στα κτίσματα, φιληδονίες, φιλαργυρίες, διασκεδάσεις και μέθες. Η πομπή του διαβόλου είναι: υπερηφάνειες, κενοδοξίες, η οίησις, έπαρσις, αλαζονεία, επίδειξις, ο καλλωπισμός του σώματος. Αφού αρνηθούμε κάθε σχέσι με όλα αυτά, σύμφώνα με την υπόσχεσι που εδώσαμε στον Χριστόν, ας ποθήσωμε τις αντίθετες προς αυτά αρετές΄ την αγνείαν, την σωφροσύνην, την πτωχείαν, την υπομονήν, την ειρήνην, την αγάπην, την συμπάθειαν, την ελεημοσύνην, την προσφορά σ’ αυτούς που έχουν ανάγκην, την σεμνήν εμφάνισι, την συστολή και το κόσμιον βάδισμα, τον αληθινόν λόγον, την ταπείνωσι και επάνω απ’ όλα τον ονειδισμόν του Χριστού, ώστε γινόμενοι κοινωνοί των παθημάτων του, να συμμετάσχωμε και στην δόξαν του, προσφερόμενοι στον Θεόν και Πατέρα θυσία ζωντανή και άμωμο, στην Εκκλησίαν των πρωτοτόκων, όπου είναι η κατοικία των ευφραινομένων.

Θα στρέψω τώρα προς εσένα τον λόγον μου, νύμφη του Χριστού ψυχή, που σε έχει από παλαιά ποθήσει ο Χριστός: πόθησε αξίως αυτόν που σε επόθησε΄ άνοιξε διάπλατα σ’ αυτόν τα βάθη της καρδίας σου για να κατοικήση μέσα σου ο Χριστός, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Απομάκρυνε από αυτήν ο,τιδήποτε χοϊκόν και γήϊνο για να εύρη χώρον ο Θεός να έλθη μέσα της. Διότι ένας οίκος δεν ημπορεί να υποδεχθή συγχρώνως χώμα και πνοή του αέρος. Όσον χώμα βάζεις μέσα, τόσον αέρα απομακρύνεις΄ και όσον επιτρέπεις στα γήϊνα να κατοικήσουν στην καρδιά σου, τόσον εκδιώκεις το Πνεύμα το Αγιον. Από πού προέρχονται οι πορνείες; από πού οι μοιχείες; από πού οι έριδες, οι φιλονεικίες, οι φθόνοι, οι φόνοι και όλο το πλήθος των κακών; όχι από την επιθυμίαν των γηΐνων; Απομάκρυνε εντελώς την κενοδοξίαν, την μητέρα της απιστίας. Ο Χριστός λέγει «ου δύνασθε πιστεύειν εις εμέ, δόξαν παρά ανθρώπων λαμβάνοντες». Εξόρισε από την καρδιά σου κάθε οίησιν, υπερηφάνειαν, έπαρσιν. Διότι «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας υψηλοκάρδιος». «Υπερηφάνοις αντιτάσσεται Κύριος, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».

Απαρνήσου κάθε αυθάδειαν και αυταρέσκειαν για να υποτάσσεσαι στον νόμον του Θεού, και αυτός θα σε οδηγήση στον λιμένα του θελήματός του. Μη βάλης άλλον νυμφίον στον νυμφικόν θάλαμον της καρδίας σου. Διότι ο νυμφίος σου Χριστός, αν εύρη μέσα κάποιον άλλον, τον ζηλεύει, ο γλυκύτατος, ο μόνος ποθητός, που είναι όλος γλυκασμός, όλος επιθυμία. Μόνον σ’ αυτόν άνοιξε την καρδία σου και βόησέ του: «τετρωμένης καρδίας ειμι εγώ», με εξέβαλε ο πόθος σου από τα λογικά μου, Δέσποτα. Είμαι αιχμάλωτος στον έρωτά σου. Είσελθε στον θάλαμόν σου΄ θα φιλήσω τα ίχνη των ποδών σου. Διότι δεν είμαι άξιος να ειπώ «φίλησόν με από φιλημάτων στόματός σου». Κατοίκησε και περιπάτησε μέσα μου, σύμφωνα με την αψευδή σου επαγγελίαν και κάνε με ναόν του Παναγίου Πνεύματος. Κατακυρίευσε την καρδία μου, Δέσποτα, γίνε συ ο μοναδικός κληρονόμος της και «μονήν παρ’ εμοί ποίησαι, άμα συν τω Πατρί και τω Πνεύματι». Πλάτυνε το μερίδιόν σου μέσα μου, τις ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος. «Συ γαρ Θεός μου και δοξάζω σε, συν τω ανάρχω σου Πατρί, άμα τω αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν .

8ος αιών- ΕΠΕ Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, τομ. 9, σελ. 59. Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον». Σελ. 257 – 264. Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Μερκούρη

Πηγή: alopsis.gr

Ποιά είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα;

 Οσίου Μαξίμου Ομολογητού
 
Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.

Απόκριση

Ο Θεός Λόγος που οικονομεί τα πάντα για χάρη της σωτηρίας των ανθρώπων, αφού παιδαγώγησε πρώτα τη φύση μας με το νόμο που περιέχει σωματικότερη λατρεία -γιατί δεν μπορούσε να δεχτεί την αλήθεια γυμνή από τυπικά προκαλύμματα εξαιτίας της άγνοιας και της αλλοτρίωσης που της προ­κλήθηκε προς τα αρχέτυπα θεία πράγματα- ύστερα, ερχόμενος στον κόσμο αφού έγινε φανερά από τον εαυτό του άνθρωπος παίρνοντας σάρκα που είχε νοερή, και λογική ψυχή, κι αφού ως Λόγος μετέφερε τη φύση μας στην άυλη, γνωστική, πνευματική λατρεία, δεν ήθελε, αφού πια φάνηκε στη ζωή η αλήθεια, να εξουσιάζει η σκιά, που τύπος της ήταν η συκιά.

Γι' αυτό λέει· επιστρέφοντας από τη Βηθανία στα Ιεροσόλυμα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ. 11,11ε.] δηλαδή μετά την τυπική και σκιώδη και που ήταν κρυμμένη μέσα στο νόμο παρουσία του, ερχόμενος ξανά στους ανθρώπους με τη σάρκα -γιατί έτσι πρέπει να εκληφθεί το επιστρέφοντας- είδε στο δρόμο μια συκιά που είχε μόνο φύλλα,[Ματθ. 21,18· Μάρκ 11,13] που υπήρχε στη σκιά και στους τύπους, δηλαδή τη σωματική λατρεία του νόμου κατά την άστατη και παροδική -επειδή ήταν δίπλα στο δρόμο- παράδοση, τη λατρεία των τύπων μόνο και των θεσμών που περνούν.

Όταν ο Λόγος την είδε σαν συκιά ωραία και μεγαλοπρεπή και στολισμένη, ωσάν με φύλλα, με τα εξωτερικά περιβλήματα των σωματικών παραγγελμάτων του νόμου και μη βρίσκοντας καρπό, δηλαδή δικαιοσύνη, την καταράστηκε επει­δή δεν έδινε τροφή στο Λόγο, η καλύτερα πρόσταξε να μη κα­λύπτει πια δυναστεύοντας την αλήθεια με τους νομικούς τύ­πους, πράγμα που αποδείχτηκε στη συνέχεια με τα έργα, αφού καταξεράθηκε εντελώς η νομική ωραιότητα που είχε την ύπαρ­ξή της στα σχήματα μόνο και έσβησε η έπαρση των Ιουδαίων γι' αυτή.

Γιατί δεν ήταν εύλογο αλλά ούτε κι επίκαιρο, αφού πια είχε φανεί λαμπρή η αλήθεια των καρπών της δικαιοσύνης να παρασύρεται και να ξεγελιέται από τα φύλλα η όρεξη όσων παράτρεχαν σαν δρόμο την παρούσα ζωή και να αφήνουν τους πλούσιους φαγώσιμους καρπούς του Λόγου. Γι' αυτό λέει δεν ήταν ο καιρός των σύκων·[Μάρκ. 11,13] ο χρόνος δηλαδή κατά τον οποίο κυριαρχούσε στην ανθρώπινη φύση ο νόμος, δεν ήταν καιρός καρπών της δικαιοσύνης, αλλά εικόνιζε τους καρπούς της δι­καιοσύνης και μυούσε κατά κάποιο τρόπο τη μέλλουσα θεία κι απόρρητη και σωτήρια όλων χάρη, στην οποία δεν είχε φτάσει από την απιστία του ο παλαιός λαός και γι' αυτό χάθηκε.

Γιατί ο Ισραήλ, λέει ο θείος απόστολος, με το να επιδιώκει το νόμο της δικαιοσύνης, δηλαδή το νόμο της σκιάς και των τύπων, δεν έφτασε στο νόμο της δικαιοσύνης,[Ρωμ. 9,31] δηλαδή το νόμο που ολοκληρώνεται με το Πνεύμα του Χριστού.

Ή πάλι˙ επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ' ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.

Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέ­τοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.

Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.
 
ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΩΝ, ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ-(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α' - ΝΓ'), ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
 
Πηγή: alopsis.gr

Τά τάλαντα…

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Πρόσεξε δέ ὅτι παντοῦ δέν ἀπαιτεῖ ἀμέσως αὐτά πού ἐνεπιστεύθη. Διότι εἰς τήν παραβολήν τοῦ ἀμπελῶνος (Ματθ. 21, 33), ἀφοῦ τόν παρέδωκεν εἰς τούς γεωργούς, ἀπεδήμησε. Καί ἐδῶ ἐνεπιστεύθη τά τάλαντα καί ἀπεδήμησε. Διά νά μάθῃς μ᾽ αὐτό τήν μακροθυμίαν Του. Ἐγώ δέ νομίζω ὅτι λέγοντας αὐτά ὑπαινίσσεται καί τήν Ἀνάστασιν. Μόνον πού ἐδῶ δέν ἀναφέρονται πλέον γεωργοί καί ἀμπελών, ἀλλά ὅλοι εἶναι ἐργάται. Διότι δέν ἀναφέρεται μόνον στούς ἄρχοντας, οὔτε στούς Ἰουδαίους, ἀλλά σέ ὅλους. Καί ἐκεῖνοι μέν πού προσφέρουν ὁμολογοῦν μέ εὐγνωμοσύνη καί τά ἰδικά τους, ἀλλά καί ὅσα τούς ἔδωκεν ὁ δεσπότης. Ἔτσι ὁ μέν ἕνας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μοῦ ἔδωσες», ὁ δέ ἄλλος λέγει «δύο», δεικνύοντες ὅτι ἀπό Ἐκεῖνον ἔλαβαν τό κεφάλαιον τῆς ἐργασίας των, καί Τοῦ ἀναγνωρίζουν μεγάλην χάριν, καί ἀποδίδουν τό πᾶν εἰς Αὐτόν.

Τί λέγει λοιπόν ὁ δεσπότης; «Εὖγε, δοῦλε καλέ» (διότι αὐτό εἶναι ἴδιον τοῦ ἀγαθοῦ, τό νά βλέπῃ εἰς τόν πλησίον) «καί πιστέ, εἰς ὀλίγα ἐφάνηκες πιστός, εἰς πολλά θά σέ ἐγκαταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου», δηλώνων μέ τήν ἀπάντησιν αὐτήν ὅλην τήν μακαριότητα. Δέν μιλάει ὅμως καί ὁ ἄλλος ἔτσι, ἀλλά πῶς; «Ἐγνώριζα ὅτι εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος καί ὅτι θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἐσκόρπισες. Καί ἐπειδή ἐφοβήθηκα, ἔκρυψα τό τάλάντόν σου. Ὁρίστε, πάρε πίσω αὐτό πού εἶναι ἰδικόν σου». Τί τοῦ ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Δεσπότης; «Ἔπρεπε νά βάλῃς τά χρήματά σου στούς τραπεζίτας», δηλαδή, ἔπρεπε νά ὁμιλήσῃ, νά παραινέσῃ, νά συμβουλεύσῃ. Ἀλλά δέν πείθονται; Αὐτό δέν ἀφορᾷ ἐσένα. Τί θά μποροῦσε νά γίνῃ περισσότερο λογικό ἀπό αὐτό;

Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν κάνουν ἔτσι, ἀλλά καθιστοῦν ὑπεύθυνον τοῦ ἀπαιτουμένου εἰσοδήματος τόν ἴδιον τόν δανειστήν των. Αὐτός ὅμως δέν ἐνεργεῖ ἔτσι, ἀλλά λέγει ὅτι σύ ἔπρεπε νά πληρώσῃς καί νά μοῦ ἐπιστρέψῃς τό ἀπαιτούμενον κέρδος. «Καί ἐγώ θά τά ἔπαιρνα πίσω μέ τόκον», τόκον ἐννοώντας τήν ἐπίδειξιν τῶν ἔργων. Σύ ἔπρεπε νά κάμῃς τό εὐκολώτερον καί νά ἀφήσῃς τό δυσκολώτερον εἰς ἐμέ. Ἐπειδή λοιπόν δέν ἔκαμεν αὐτό, λέγει: «Πάρετε τό τάλαντον ἀπό αὐτόν καί δῶστέ το εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει τά δέκα τάλαντα, διότι εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει θά δοθοῦν καί ἄλλα καί θά περισσεύσουν. Ὅμως ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δέν ἔχει, θά τοῦ ἀφαιρεθῇ καί αὐτό πού ἔχει».

Τί σημαίνει λοιπόν αὐτό; Ἐκεῖνος πού ἔχει τό χάρισμα τοῦ λόγου καί τῆς διδασκαλίας διά νά ὠφελῇ καί δέν χρησιμοποιεῖ τό χάρισμά του, θά χάσῃ καί τό χάρισμα. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού καταβάλλει προσπάθειαν, θά δεχθῇ περισσοτέραν δωρεάν, ὅπως ἐκεῖνος χάνει καί αὐτό πού εἶχε λάβει. Δέν περιορίζεται ὅμως μόνο μέχρις ἐδῶ ἡ ζημιά γιά ὅποιον δέν ἐργάζεται, ἀλλά τόν ἀναμένει καί βαριά τιμωρία καί μαζί μέ τήν τιμωρία καί ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μέ βαριά κατηγορία. Διότι λέγει: «Τόν ἄχρηστον δοῦλον ρίξτε τον ἔξω στό σκοτάδι, ὅπου θά ὑπάρχῃ τό κλάμα καί τό τρίξιμο τῶν ὀδόντων».

Εἶδες ὅτι ὄχι μόνο ἐκεῖνος πού ἁρπάζει καί εἶναι πλεονέκτης, οὔτε ἐκεῖνος πού κάμνει κακά, ἀλλά τιμωρεῖται μέ τήν ἐσχάτη τιμωρίαν καί ἐκεῖνος πού δέν κάμνει ἀγαθές πράξεις. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τά λόγια αὐτά. Ὅσο εἶναι καιρός ἄς φροντίσουμε γιά τή σωτηρία μας. Ἄς πάρουμε λάδι στίς λαμπάδες.

Ἄς καλλιεργήσουμε τό τάλαντο. Διότι ἐάν ἀμελήσουμε καί ἐάν διερχώμεθα τό χρόνο μας ἐδῶ χωρίς νά ἐργαζώμεθα, δέν θά μᾶς ἐλεήσῃ κανείς ἐκεῖ, ἔστω καί ἄν χύσουμε μύρια δάκρυα. Ἐκατηγόρησε τόν ἑαυτόν του καί ἐκεῖνος πού εἶχε βρωμερά ἐνδύματα, ἀλλά δέν ὠφέλησε τίποτε. Ἐπέστρεψε καί ὅ,τι τοῦ ἐνεπιστεύθη καί ἐκεῖνος πού εἶχε λάβει τό ἕνα τάλαντο, καί ὅμως καταδικάστηκε. Παρεκάλεσαν καί οἱ παρθένοι καί ἦρθαν καί χτύπησαν τήν πόρτα, ἀλλά μάταια. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτά, ἄς καταθέσουμε καί χρήματα καί προθυμία καί προστασία καί ὅλα διά τήν ὠφέλειαν τοῦ πλησίον. Διότι τάλαντα ἐδῶ εἶναι ἡ δυνατότητα πού διαθέτει καθένας, εἴτε γιά νά προστατεύσει, εἴτε σέ χρήματα, εἴτε δυνατότητα διδασκαλίας, εἴτε εἰς ὁποιοδήποτε παρόμοιο πρᾶγμα.

Ἄς μή προφασίζεται κανείς ὅτι ἕνα μόνο τάλαντο ἔχω καί δέν μπορῶ νά κάμω τίποτε. Διότι μπορεῖς καί μέ ἕνα νά προκόψῃς. Δέν εἶσαι πτωχότερος ἀπό ἐκείνη τήν χήρα (Μάρκ. 12, 42). Δέν εἶσαι περισσότερον ἀκαλλιέργητος ἀπό τόν Πέτρον καί τόν Ἰωάννην (Πράξ. 3, 6), οἱ ὁποῖοι καί ἄπειροι ἦσαν καί ἀγράμματοι, ἀλλ᾽ ὅμως ἐπειδή ἔδειξαν προθυμία καί ἔκαναν τά πάντα διά τό κοινόν συμφέρον, κέρδησαν τούς οὐρανούς. Διότι τίποτε δέν ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόσο, ὅσο τό νά ζοῦμε καί νά κάνουμε ὅτι καλό μποροῦμε γιά τούς ἄλλους.

Γι᾽ αὐτό μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τή δυνατότητα τοῦ λόγου, καί τά χέρια καί τά πόδια καί τή σωματική δύναμι καί τόν νοῦν καί τήν φρόνησιν, διά νά τά χρησιμοποιήσουμε ὅλα αὐτά καί διά τήν ἰδικήν μας σωτηρίαν, ἀλλά καί γιά τήν ὠφέλεια τοῦ πλησίον. Διότι ὁ λόγος δέν εἶναι χρήσιμος μόνον διά νά ὑμνοῦμε καί εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾽ εἶναι χρήσιμος καί γιά νά διδάσκουμε καί νά συμβουλεύουμε.

Καί ἐάν μέν τόν χρησιμοποιήσουμε γιά αὐτό τό σκοπό, μιμούμεθα τόν Δεσπότη. Ἐάν ὅμως ὄχι, τότε μιμούμεθα τόν διάβολον. Διότι καί ὁ Πέτρος, ὅταν μέν ὡμολόγησε τόν Χριστό, ἐμακαρίσθη ἐπειδή ὡμολόγησε τά λόγια τοῦ Πατρός (Ματθ. 16, 16-18), ἐνῷ ὅταν παρεκάλεσε τόν Κύριον νά ἀποφύγῃ τήν σταύρωσιν, ἐπετιμήθη πολύ, διότι ἐφρόνει ἐκεῖνα πού ἀρέσουν στό διάβολο (Ματθ. 16, 22-23). Καί ἄν γι᾽ αὐτό πού εἶπε τότε ἀπό ἄγνοια ὁ Πέτρος τόση ἦταν ἡ κατηγορία, ποία συγγνώμη θά ἔχουμε ἐμεῖς, ὅταν ἁμαρτάνωμε πολύ καί ἑκούσια;

Ἄς ὁμιλήσουμε λοιπόν ἔτσι, ὥστε ἀπό τήν ὁμιλία μας νά γίνωνται φανερά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Διότι δέν λέγω τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐάν πῶ μόνο «σήκω καί περπάτησε» (Πράξ. 3, 6), οὔτε ἄν εἴπω «Ταβιθά σήκω» (Πράξ. 9, 40). Ἀλλά πολύ περισσότερο, ὅταν ἐνῷ μέ βρίζουν εὐλογῶ. Ἐνῷ μέ ἀπειλοῦν προσεύχομαι ὑπέρ ἐκείνου πού μέ ἀπειλεῖ (Ματθ. 5, 44).

Ἄλλοτε μέν λοιπόν ἔλεγα ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι χέρι τό ὁποῖο ψαύει τά πόδια τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως μέ πολλήν ἐπίτασιν λέγω, ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι γλῶσσα, πού μιμεῖται τήν γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν βέβαια ἐπιδεικνύῃ τήν πρέπουσα προσοχή, ὅταν λέμε ὅσα Ἐκεῖνος θέλει. Ποία δέ εἶναι αὐτά πού Ἐκεῖνος θέλει νά λέμε; Εἶναι τά γεμᾶτα ἐπιείκεια καί πραότητα λόγια. Ὅπως λοιπόν μιλοῦσε καί Ἐκεῖνος, λέγοντας σ᾽ αὐτούς πού Τόν ὕβριζαν: «Ἐγώ δέν ἔχω δαιμόνιον» (Ματθ. 11, 18), καί ἀλλοῦ: «Ἐάν μίλησα κακῶς ὁμολόγησε τό κακό πού εἶπα» (Ἰω. 18, 23). Ἐάν ἔτσι μιλᾶς καί σύ, ἄν μιλᾶς ἀποβλέποντας στήν διόρθωσι τοῦ πλησίον, ἔχεις γλῶσσα πού μοιάζει μέ τή γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτά τά λέγει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, μέ τό νά λέει: «αὐτός πού βγάζει ἔντιμο ἀπό ἀνάξιο, εἶναι σάν στόμα μου» (Ἰερ. 15, 19).

Ὅταν λοιπόν ἡ γλῶσσα σου εἶναι ὅπως ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, καί τό στόμα σου γίνῃ στόμα τοῦ Πατρός, καί εἶσαι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε μέ ποιά τιμή θά μποροῦσε νά συγκριθῇ αὐτή; Διότι οὔτε ἐάν τό στόμα σου ἦταν φτιαγμένο ἀπό χρυσάφι, οὔτε ἄν ἦταν ἀπό πολυτίμους λίθους, θά ἔλαμπε τόσο, ὅπως λάμπει τώρα, πού φωτίζεται ἀπό τόν κόσμο τῆς ἐπιεικείας. Διότι τί εἶναι πιό ποθητό ἀπό ἕνα στόμα πού δέν ξέρει νά βρίζει, ἀλλά ἔχει μάθει νά εὐλογῇ καί νά καλομιλάει; Ἐάν δέ δέν ἀνέχεσαι νά εὐλογῇς ἐκεῖνον πού σέ καταρᾶται, τότε σιώπα, καί αὐτό κάμε το στήν ἀρχή.

Ἔπειτα βαδίζοντας στήν ὁδό καί προσέχοντας, θά φτάσῃς καί σ᾽ ἐκεῖνο καί θά ἀποκτήσῃς στόμα τέτοιο σάν αὐτό πού ἀναφέραμε προηγουμένως. Καί μή νομίσῃς πώς εἶναι τολμηρό αὐτό πού εἶπα. Διότι ὁ Δεσπότης εἶναι φιλάνθρωπος καί αὐτό θά σοῦ δοθῇ σάν δῶρο τῆς ἀγαθότητάς Του. Τολμηρό εἶναι νά ἔχῃ στόμα πού νά μοιάζει στό διάβολο, νά ἔχῃ γλῶσσα ὅμοια μέ τοῦ πονηροῦ δαίμονα, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμμετέχει σέ τόσο μεγάλα μυστήρια καί κοινωνεῖ τήν Ἴδια τήν Σάρκα τοῦ Δεσπότου.

Ἔχοντας λοιπόν στό νοῦ σου αὐτά, γίνε ὅπως ταιριάζει σέ Ἐκεῖνον ὅσο μπορεῖς. Ὅταν λοιπόν γίνῃς ὅμοιος μέ Αὐτόν, δέν θά μπορέσῃ ὁ διάβολος πλέον νά σέ ἰδῇ κατά πρόσωπον. Διότι διακρίνει στή μορφή σου τόν χαρακτήρα τόν βασιλικόν. Γνωρίζει τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ, μέ τά ὁποῖα ἡττήθηκε. Καί ποία εἶναι αὐτά; Ἡ ἐπιείκεια καί ἡ πραότης. Διότι, ὅταν κατά τούς πειρασμούς τόν ἐξέσχισεν στό ὄρος καί τόν ἐξέπληξε (Ματθ. 4, 1-11), δέν ἦταν γνωστό, ὅτι ἦταν ὁ Χριστός, ἀλλά τόν ἔδιωξε μέ τά λόγια μόνον. Τόν νίκησε μέ τήν ἐπιείκεια, τόν κατετρόπωσε μέ τήν πραότητα. Αὐτό κάνε καί σύ. Ὅταν δῇς ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔγινε διάβολος καί σέ πλησιάζει, ἔτσι νίκησέ τον καί σύ. Σοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός τήν δύναμη νά Τοῦ μοιάσῃς ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Μή φοβηθῇς ἀκούοντας τοῦτο. Φόβος εἶναι νά μή γίνῃς ὅπως ἐκεῖνος.

Μίλησε λοιπόν ὅπως Ἐκεῖνος καί Τοῦ ἔμοιασες σ᾽ αὐτό, στά ἀνθρώπινα βέβαια μέτρα. Γι᾽ αὐτό εἶναι ἀνώτερος ἐκεῖνος πού μιλάει ἔτσι, παρά ἐκεῖνος πού προφητεύει. Διότι ἡ μέν προφητεία ὁλόκληρος εἶναι χάρισμα. Ἐνῷ ἐδῶ, τό νά μιλᾶς δηλαδή ὅπως ὁ Χριστός, χρειάζεται καί κόπος δικός σου καί ἱδρώτας. Δίδαξε τήν ψυχήν σου νά σοῦ διαπλάσσῃ τό στόμα ἔτσι, πού νά μοιάζῃ μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ. Γιατί μπορεῖ ἐάν θέλη καί αὐτό νά κατορθώσῃ. Γνωρίζει τόν τρόπο, ἄν δέν εἶναι ράθυμη. Καί πῶς διαπλάσσεται τέτοιο στόμα; Μέ ποιά χρώματα; Μέ ποιό ὑλικό; Μέ κανένα ὑλικό βέβαια καί χρῶμα, παρά μόνο μέ ἀρετή καί ἐπιείκεια καί ταπεινοφροσύνη.

Ἄς δοῦμε πῶς διαπλάσσεται καί τό στόμα τοῦ διαβόλου, γιά νά μή φτιάξουμε ποτέ κάτι τέτοιο. Πῶς πλάσσεται λοιπόν; Μέ κατάρες, μέ ὕβρεις, μέ βασκανίες, μέ ἐπιορκίες. Διότι ὅταν κάποιος χρησιμοποιῇ τά λόγια τοῦ διαβόλου παίρνει καί τήν γλῶσσαν του. Ποίαν λοιπόν συγχώρηση θά ἔχουμε, ἤ μᾶλλον ποία τιμωρία δέν θά ὑποστοῦμε, ὅταν ἐπιτρέπουμε στή γλῶσσα, μέ τήν ὁποία ἀξιωθήκαμε νά γευθοῦμε τῆς Σαρκός τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, νά χρησιμοποιῇ λόγια τοῦ διαβόλου;

Ἄς μή τῆς ἐπιτρέψουμε λοιπόν, ἀλλά ἄς καταβάλουμε κάθε προσπάθεια νά τήν ἐκπαιδεύσουμε νά μιμῆται τόν Δεσπότην της. Διότι ἄν τήν διδάξωμε αὐτό, μέ πολλή παρρησία θά μᾶς τοποθετήσῃ στό Βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν κανείς δέν γνωρίζῃ νά μιλάῃ ἔτσι, οὔτε ὁ Κριτής θά τόν ἀκούσῃ. Γιατί ὅπως, ὅταν συμβῇ νά εἶναι Ρωμαῖος ὁ δικαστής, δέν θά καταλάβῃ τί λέει ἐκεῖνος πού ἀπολογεῖται καί δέν γνωρίζει νά μιλάει Ρωμαϊκά, ἔτσι καί ὁ Χριστός. Ἄν δέν μιλᾶς μέ τό δικό Του τρόπο, δέν θά σέ ἀκούσῃ, οὔτε θά σέ προσέξῃ. Ἄς μάθουμε λοιπόν νά μιλᾶμε ἔτσι, ὅπως συνήθισε νά ἀκούῃ ὁ Βασιλιάς ὁ δικός μας. Ἄς προσπαθήσουμε νά μιμούμεθα τήν γλῶσσαν Ἐκείνη.

Καί ἄν βρεθῇς σέ πένθος, πρόσεχε νά μή σοῦ διαστρεβλώσῃ τό στόμα ἡ μεγάλη λύπη, ἀλλά νά μιλήσῃς ὅπως ὁ Χριστός. Διότι ἐπένθησε καί Αὐτός τόν Λάζαρον (Ἰω. 11, 33-35) καί τόν Ἰούδα. Ἄν βρεθῇς σέ φόβο, φρόντισε πάλιν νά μιλήσῃς ὅπως Ἐκεῖνος. Διότι βρέθηκε καί Αὐτός σέ φόβο γιά σένα «κατ᾽ οἰκονομίαν». Εἰπέ καί σύ: «Ἄς μή γίνῃ ὅμως τό θέλημά μου ἀλλά τό δικό σου» (Λουκᾶ 22, 42). Καί ὅταν κλαῖς, δάκρυσε ἤρεμα ὅπως Ἐκεῖνος. Καί ὅταν βρεθῇς σέ σκευωρίες καί λύπη, καί αὐτά ἀντιμετώπισέ τα ὅπως ὁ Χριστός. Διότι καί μηχανορραφίες ἀντιμετώπισε καί λυπήθηκε, ἀλλά εἶπε: «Ἡ ψυχή μου εἶναι λυπημένη μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Καί σοῦ χάρισε ὅλα τά ὑποδείγματα, διά νά τηρῇς αὐτά «ὡς μέτρον» καί νά μή καταστρατηγῇς τούς κανόνες, πού σοῦ ἔχουν δοθῇ.

Ἔτσι θά μπορέσῃς νά ἔχῃς στόμα, ὅμοιο μέ τό στόμα Ἐκείνου. Ἔτσι, ἐνῷ θά βαδίζῃς ἐπάνω στή γῆ, θά ἐπιδεικνύῃς σέ μᾶς γλῶσσα ὅμοια μέ τήν γλῶσσαν Ἐκείνου πού βρίσκεται στόν οὐρανό, διατηρώντας τό μέτρο στή λύπη , στήν ὀργή, στό πένθος, στήν ἀγωνία. Πόσοι ἀπό σᾶς εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά ἰδοῦν τήν μορφήν Του; Νά λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατόν ὄχι μόνον νά Τόν δοῦμε, ἀλλά καί νά γίνουμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν, ἄν προσπαθήσουμε.

Ἄς μήν ἀναβάλλουμε λοιπόν. Διότι δέν ἀγαπᾷ τόσον τό στόμα τῶν προφητῶν, ὅσον ἐκεῖνο τῶν ἐπιεικῶν καί πράων ἀνθρώπων. «Πολλοί», λέγει, «θά μοῦ ποῦν: Δέν προφητεύσαμε στό ὄνομά Σου; Καί ἐγώ θά τούς εἰπῶ: Δέν σᾶς γνωρίζω» (Ματθ. 7, 22). Τό δέ στόμα τοῦ Μωυσέως, ἐπειδή ἦταν πολύ ἐπιεικής καί πρᾶος (διότι «ὁ Μωυσῆς», λέγει, «ἦταν ἄνθρωπος πρᾶος περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς γῆς» Ἀριθμ. 12, 3), τόσο πολύ τό ἀγαποῦσε, ὥστε νά πεῖ: «ὡμιλοῦσε ἀπό πολύ κοντά, στόμα μέ στόμα, ὅπως μιλάει ἕνας φίλος μέ τόν φίλο του» (Ἐξ. 33, 11 καί Ἀριθμ. 12, 8). Δέν θά δίνεις ἐντολές στούς δαίμονες τώρα, ἀλλά θά διατάσσῃς τότε ἐκεῖ τό πῦρ τῆς γεέννης, ἐάν βέβαια ἔχῃς τό στόμα σου ὅμοιο μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ.

Θά διατάσσῃς τήν ἄβυσσο τοῦ πυρός καί θά λέγῃς: «Σιώπα φιμώσου» (Μάρκ. 4, 39), καί μέ πολλήν παρρησία θά ἀνέβῃς στούς οὐρανούς καί θά ἀπολαύσῃς τή βασιλεία, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχουμε ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν Χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖον ἀνήκει, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία ΟΗ’)  

Πηγή: alopsis.gr

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες της αρχαιότητας.

Οι δωδεκαθεϊστές και οι πολυθεϊστές γενικώς, κατηγορούν εμάς τους Χριστιανούς πως σβήσαμε το πνεύμα και την ομορφιά της ζωής, κάνοντας πολλές βίαιες κινήσεις κατά αρχαίων ελληνικών θεσμών. Παράδειγμα φέρουν την διακοπή των Ολυμπιακών Αγώνων. 

Εμείς ως ομάδα που διαχειριζόμεθα το παρόν ιστολόγιο, θαυμάζουμε την άφταστη ομορφιά της αρχαίας ελληνικής τέχνης και καταδικάζουμε τις κινήσεις όποιων θερμόαιμων Χριστιανών του παρελθόντος εφόσον αυτοί προέβησαν σε κινήσεις εκδίκησης και βίας κατά έργων τέχνης ή και ανθρώπων ίσως ακόμη, διότι υπέστησαν οι ομόπιστοί τους φρικτούς και ανελέητους διωγμούς από τα ειδωλολατρικά πλήθη της εποχής. 

Οι Χριστιανοί ποτέ δεν πρέπει να πέφτουν στο επίπεδο των ειδωλολατρών κάθε εποχής που χρησιμοποιούσαν τότε τα λιοντάρια, την φωτιά, το σπαθί, το βραστό λάδι, την πίσσα για να θανατώνουν Χριστιανούς. Ούτε τώρα πρέπει να μιμούνται τις μεθόδους των νεοειδωλολατρών απολογητών, που μέσα από ανιστόρητα άρθρα παλεύουν να σταθούν ως ιδεολογικοί αντίπαλοι της Χριστιανικής αλήθειας.

Επίσης θαυμάζουμε την άφταστη φιλοσοφική ανάλυση και προέκταση της ελληνικής σκέψης και επιστήμης. Ουδέποτε κάποιο Έθνος ανέδειξε τόσους φιλοσόφους και φιλοσοφικά ρεύματα μέσα σε 4 αιώνες! Από τον 7ο π.Χ αιώνα ως τον 3ο!

Επιπλέον θαυμάζουμε τους αθλητές εκείνους που γυμνάζουν το σώμα τους ώστε να μένουν καθαροί από πάθη και ηδονές, αφού η άθληση βοηθάει πολύ στον αγώνα κατά της ακολασίας. Άλλωστε ακόμη και ο χιλιοκατηγορημένος απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί τον αθλητισμό ως παράδειγμα στις επιστολές του.

Δεν θαυμάζουμε τις διώξεις του ειδωλολατρικού ιερατείου κατά των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, την θρησκεία των αγροτών Ελλήνων που πίστευαν σε κεραυνούς που πέφτουν από τον Όλυμπο δια χειρός Δία. Δεν θαυμάζουμε τις πάσης φύσεως ακολασίες των θεών, ούτε ότι οι μισοί θεοί πολέμησαν κατά των Ελλήνων στην Τροία και σκότωναν Έλληνες! Για όσους δεν γνωρίζουν οι Τρώες δεν ήταν ελληνικό φύλλο, αφού δεν συμμετείχαν ποτέ στους Ολυμπιακούς αγώνες! Μόνο ελληνικά φύλλα είχαν δικαίωμα συμμετοχής. Δεν θαυμάζουμε την διαφθορά του αθλητισμού κάθε εποχής, ούτε της αρχαίας περιόδου της ιερής Πατρίδος μας. Ας δούμε λοιπόν κατά πόσο έκαναν κακώς που διέκοψαν οι Χριστιανοί τους Ολυμπιακούς αγώνες και τί ποιότητος αγώνες ήταν αυτοί. Πηγές της εργασίας είναι αρχαίοι συγγραφείς, οπότε δεν μπορούμε να κατηγορηθούμε από κάθε λογικό μελετητή για μη αντικειμενική έρευνα.

ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

Οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες δεν γίνονταν για την τιμή του «κλάδου ελαίας», αλλά για πολύ χρήμα, κοινωνική αναγνώριση και πολιτική ανάδειξη. Οι δωροδοκίες έδιναν κι έπαιρναν, αγώνες στήνονταν, οι νίκες πουλιούνταν και αγοράζονταν. Οι τύραννοι γίνονταν «χορηγοί» για να κερδίσουν λαϊκή υποστήριξη και πληρωμένοι ποιητές έγραφαν «επινίκιους» ύμνους με το αζημίωτο.

Στους πρώτους αιώνες των Αγώνων, η συμμετοχή περιορίζεται στους αριστοκράτες και γενικά στους εύπορους. Οι φτωχοί για να φθάσουν στην Ολυμπία έπρεπε να οδοιπορήσουν επί ένα μήνα, να προπονηθούν εκεί, επί 4 εβδομάδες και να επιστρέψουν μετά τη λήξη των αγώνων, ύστερα δηλαδή από μήνες. Αλλά ποιος τολμούσε να εγκαταλείψει την εργασία του; Και ποιος είχε τη δυνατότητα να καλύψει τα έξοδα του ταξιδιού και των προπονήσεων;

Από το 600 π.X., οι πόλεις πρόσφεραν στους ολυμπιονίκες χρήματα μαζί με χρυσά και αργυρά δώρα. Οι νικητές απολάμβαναν πάμπολλα προνόμια: Ανακηρύσσονταν επίτιμα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της κοινότητας. Στο θέατρο καταλάμβαναν τιμητική θέση ανάμεσα στους επίσημους, για να υπενθυμίζει τη νίκη τους. Ανήκαν πια στο «κατεστημένο» της πόλης, εντάσσονταν στην «αφρόκρεμα» της κοινωνίας. O Πλάτωνας σχολίαζε: «H φτώχεια οδηγεί τους νέους στον επαγγελματικό αθλητισμό, ακόμη και τους αδύναμους και ασθενείς, για να επιβιώσουν».

ΟΙ ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

Κάποιοι μας λένε για το Ολυμπιακό ιδεώδες, που διέκοψαν οι Χριστιανοί. Όμως, η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Για να εξασφαλίσουν τρυφηλό βίο, οι επαγγελματίες αθλητές δε δίσταζαν μπροστά σε κάθε λογής παρανομίες και ατιμωτικές πράξεις. Πουλούσαν και αγόραζαν τις νίκες στην Ολυμπία («πωλείν τε και ωνείσθαι τα νίκας»), άλλοι για να εισπράξουν χρήματα και άλλοι για να αποφύγουν τις επικίνδυνες συγκρούσεις. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι στις συναλλαγές αυτές πρωτοστατούσαν οι γυμναστές, που ενδιαφέρονταν για το προσωπικό τους κέρδος («προνοούντες του εαυτών κέρδους», «Γυμναστικός», 43).

Όσοι ατυχούσαν στους Ολυμπιακούς και άλλους αγώνες, γύριζαν στην πατρίδα τους εξευτελισμένοι και περιφρονημένοι. Κρύβονταν σε στενά δρομάκια για να αποφύγουν τους εχθρούς τους χάριν της αποτυχίας τους («κατά λαύρας δ’ εχθρών απάοροι πτώσσοντι, συμφορά δεδαγμένοι», «Πυθιονίκες» 8).

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, η απάτη και η δωροδοκία ήταν τόσο έντονη που ο γιατρός και φιλόσοφος Γαληνός, έγραφε ότι ο αθλητισμός καλλιεργούσε την απάτη («Προτρεπτικός επί τας τέχνας» 9-14). Η σκληρή άσκηση τού σώματος δεν έκανε τους ανθρώπους ισχυρότερους από τα πλάσματα του ζωικού κόσμου, ενώ θα έπρεπε να τιμώνται για τις επιτυχίες τους στον πολιτισμό των τεχνών («των ανθρώπων γαρ αρίστους θεία αξιωθήναι τιμή, ουχ ότι καλώς έδρασαν εν τοις αγώσιν, αλλά δια την από των τεχνών ευεργεσίαν»). Όλα τα φυσικά αγαθά είναι ή πνευματικά ή σωματικά. Δεν υπάρχει άλλη κατηγορία αγαθών. Τέτοια αγαθά δεν ονειρεύονται ποτέ οι αθλητές. Συσσωρεύουν διαρκώς σάρκες και αίμα και κρατούν το πνεύμα νεκρό όπως τα ζώα («Σαρκών γαρ αεί και αίματος αθροίζοντες πλήθος, ως εν βορβόρω πολλώ την ψυχήν εαυτών έχουσιν κατασβεσμένην, ουδέν ακριβώς νοήσαι δυναμένην, αλλ’ άνουν, ομοίως τοις αλόγοις ζώοις»). Ο Γαληνός θυμίζει τα λόγια του Ιπποκράτη: «Υγεία σημαίνει ελεγχόμενη τροφή κι εργασία. Χρειάζεται παντού μέτρο», και λέει ότι αντιθέτως, δεν υπάρχει πιο ανασφαλής κατάσταση από την υγεία των αθλητών: «παν γαρ, φησί, το πολύτη φύσει πολέμιον».

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ

Οι τύραννοι προσπαθούσαν να εδραιώσουν την εξουσία τους με ολυμπιακές νίκες και αντίστροφα, οι Ολυμπιονίκες έβαζαν πλώρη για να γίνουν τύραννοι. Όταν ο Kίμων νίκησε σε αρματοδρομίες με τέθριππο, κατέκτησε πολιτικά αξιώματα. Αν και εξοστρακίσθηκε το 536 π.X., ύστερα από νίκη στους Ολυμπιακούς επέστρεψε ξανά στην Αθήνα. Mετά από νίκες, ο Μιλτιάδης διορίστηκε διοικητής της Χερσονήσου κι ο Πεισίστρατος τύραννος της Αθήνας.

Τους Ολυμπιονίκες τους χρησιμοποιούσαν οι πόλεις ως αποικιοκράτες, διπλωμάτες, και στρατηγούς. Έστηναν ανδριάντες τους όχι μόνο στη δική τους πόλη, αλλά και στην Ολυμπία για διαφήμιση. (Παυσανίας VI 1 - 18).

ΔΩΡΟΔΟΚΙΕΣ ΠΟΙΗΤΩΝ

Τον 6ο και 5ο αιώνα, διάσημοι ποιητές, όπως ο Πίνδαρος, ο Σιμωνίδης και ο Βακχυλίδης υμνολογούν τους Ολυμπιονίκες, ύστερα από γενναίες δωροδοκίες. Οι ύμνοι τού Πινδάρου προς τους Ολυμπιονίκες αποτελούσαν όλοι προϊόν εξαγοράς. Και για χάρη αδρής χρηματικής αμοιβής, δοξολογεί ακόμα και τυράννους, όπως τον Ιέρωνα των Συρακουσών και τον Θήρωνα του Ακράγαντος, που νίκησαν με εξαγορά των αγώνων πληρώνοντας τους αντιπάλους τους, αλλά και τους ελλανοδίκες. Έτσι, οι δύο αιματοβαμμένοι δυνάστες της Σικελίας αποκτούν φήμη στον ελλαδικό χώρο. Το 488 π.Χ., ο Ιέρων «νίκησε» στους ιππικούς αγώνες των Δελφών και το 476 στην Ολυμπία, χωρίς προσωπική ανάμιξη στις αναμετρήσεις, και ο Πίνδαρος τον υμνεί ότι «κορφολογάει τις αρετές» («Ολυμπιονίκες» 1, στ. 17-20). Μάλιστα ο Πίνδαρος υμνεί ακόμα και νικητές του βάρβαρου αθλήματος του παγκρατίου, όπως τον Πυθέα στα Νέμεα («Ολυμπιονίκες» 1).

ΔΩΡΟΔΟΚΙΕΣ ΕΛΛΑΝΟΔΙΚΩΝ

Το 372 π.Χ. (102η Ολυμπιάς), ένας ελλανοδίκης, ο Τρωίλος, έλαβε μέρος σε αρματοδρομία, ενώ απαγορευόταν η συμμετοχή κριτών στους αγώνες (Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις», VΙ, 1, 51). Φυσικά ανακηρύχθηκε Ολυμπιονίκης, και στήθηκε ανδριάντας του στην Άλτι της Ολυμπίας. Δύο ελλανοδίκες (οι κριτές των αγώνων), μετά από μυστικές συναλλαγές, ανακήρυξαν ολυμπιονίκη τον Ευπόλεμο. Όμως έγινε γνωστό, και καταδικάστηκαν από τη Βουλή των αγώνων σε πρόστιμο (Παυσανίας, «Ελλάδος περιήγησις», VΙ, 3, 7). Κατά τον Πλούταρχο («Περί δυσωπίας» 17, 535 c), οι ελλανοδίκες χάριζαν στεφάνους νίκης, ύστερα από δωροδοκίες και άλλες ανήθικες συναλλαγές, σε πρόσωπα άσχετα με τις αναμετρήσεις.

ΔΩΡΟΔΟΚΙΕΣ ΑΘΛΗΤΩΝ

Πολλοί αθλητές δωροδοκούσαν τους αντιπάλους τους, με σκοπό να αναδειχθούν Ολυμπιονίκες. Στην 26η Ολυμπιάδα ο πυγμάχος Σαραπάμμων δωροδόκησε τον Δίδα και ανακηρύχθηκε νικητής χωρίς γρονθοκοπήματα.

O Ηλείος παλαιστής Eύδηλος δωροδοκήθηκε από τον Ρόδιο Φιλόστρατο για να του προσφέρει τη νίκη κατά την αναμέτρηση.

Ο Παυσανίας γράφει ότι το 388 π.Χ. (98η Ολυμπιάδα), ο Θεσσαλός πυγμάχος Εύπωλος δωροδόκησε τους 3 αντιπάλους του («Ελλάδος Περιηγήσεις» V, 21, 5). Ανάμεσα σ’ αυτούς που δωροδοκήθηκαν, ήταν και ο νικητής των προηγουμένων αγώνων. O Αθηναίος Kάλλιπος, στην 112η Ολυμπιάδα, εξαγόρασε τους αντίπαλους του.

Οι γονείς των αθλητών έπαιζαν το ρόλο του μάνατζερ, στήνοντας και τους αγώνες κάποιες φορές. Το 12 π.X., οι γονείς του παλαιστή Πολύκτορος της Ηλείας και του Σωσάνδρου της Σμύρνης συμφώνησαν με χρηματική συναλλαγή, να αναδειχθεί ολυμπιονίκης ο Πολύκτωρ.

Όταν οι Λακεδαιμόνιοι είχαν αποκλειστεί από την Ολυμπιάδα, γιατί είχαν εισβάλει στην Ηλεία, ο Λίχας προσπάθησε να πάρει μέρος παριστάνοντας τον Θηβαίο. O Παυσανίας καταγγέλλει ότι από τότε, ελλανοδίκες, καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα: «αθλητές αναδεικνύονταν ολυμπιονίκες όχι με την αξία τους (τη μυϊκή δύναμη), αλλά ύστερα από παράλογες αποφάσεις των ελλανοδικών».

Για την τιμωρία των παραβατών πολλές φορές προσέτρεχαν στην Πυθία, όμως κι εκεί ακόμη λειτουργούσε η δωροδοκία. Όπως λέει ο Ηρόδοτος: «ανέπειθαν την Πυθίαν χρήμασι», δηλαδή της άλλαζαν τη γνώμη με το χρήμα.

Η εμπορευματοποίηση ήταν ήδη τέτοια, ώστε «τον στέφανο της νίκης μπορεί καθένας ελεύθερα να τον πουλάει και εξίσου ελεύθερα να τον αγοράζει» («στέφος δε Απόλλωνος ή Ποσειδώνος άδεια μεν αποδίδοσθαι, άδεια δε ωνείσθαι»), γράφει ο Φιλόστρατος («Γυμναστικός» 45).

ΑΠΟΚΤΗΝΩΣΗ

H παρουσία μεγαλόσωμων και διάσημων αθλητών οδηγούσε στην τρομοκράτηση των αντιπάλων και την ανάδειξη νικητή χωρίς αγώνα. O Γαληνός λέει ότι οι επαγγελματίες αθλητές είχαν αποκτηνωθεί. Φρόντιζαν να αυξήσουν τις μυϊκές τους δυνάμεις καταβροχθίζοντας σαν θηρία ποσότητες κρεάτων και άλλων τροφών και παρομοιάζει τη ζωή τους με αυτή των γουρουνιών («ώστε εοικέναι τον βίον αυτών υών διαγωγή»), με τη διαφορά ότι τα γουρούνια δεν κοπιάζουν ούτε τρώνε με το ζόρι: «Φρόντιζαν μόνο να αυξήσουν τον σωματικό τους όγκο, ενώ το μυαλό τους βυθιζόταν στη λάσπη». «Οι αθλητές, όταν αποσυρθούν από τα σκληρά αγωνίσματα έχουν σακατεμένα τα περισσότερα μέλη τους. Μήπως πρέπει να θεωρούνται σπουδαίοι επειδή πλουτίζουν». O Mίλων, ο Kροτωνιάτης, δημιούργησε πολλά ανέκδοτα. Λέγεται πως έτρωγε 20 λίτρα κρέας σε κάθε γεύμα και ψωμί με το ίδιο βάρος. Έπινε 9 λίτρα κρασί την ημέρα. Κάποτε μετέφερε έναν τετράχρονο ταύρο επιδεικτικά στους ώμους, σαν αρνί, στο στάδιο της Ολυμπίας, τον έσφαξε και τον καταβρόχθισε.

ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ ΑΘΛΗΤΩΝ

Οι αγοραπωλησίες των αθλητών ήταν συχνό φαινόμενο. Ο τύραννος Ιέρων των Συρακουσών, 4 χρόνια μετά τη νίκη του Κροτωνιάτη Άστυλου στην Ολυμπία, το 488 π.Χ., τον εξαγόρασε να εμφανισθεί στους επόμενους αγώνες ως Συρακούσιος. Έτσι, το 484 νίκησε για τις Συρακούσες (Παυσανίας VI 13,1).

O Κρητικός Σωτάδης νίκησε στον δόλιχο, στην 99η Ολυμπιάδα. Στους επόμενους αγώνες, η Έφεσος τον δωροδόκησε με πολλά χρήματα για να αγωνιστεί με τα «χρώματά» της (Παυσανίας VI 18,6). O Σωτάδης δεν κατάφερε να ξαναεμφανιστεί στην Κρήτη, δεχόμενος τον προπηλακισμό των συμπατριωτών του.

O τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος εξαγόρασε τον Αντίπατρο από τη Μίλητο, Ολυμπιονίκη στην πυγμαχία, για να εμφανισθεί στους επόμενους αγώνες ως Συρακούσιος.

ΠΟΛΥΤΕΛΗΣ ΖΩΗ

Ο Φιλόστρατος έγραφε ότι οι αθλητές της εποχής του (3ος αιώνας μ.Χ.) κολυμπούσαν στην πολυτέλεια και την εξουσία. Δέχονταν δωροδοκίες, επειδή χρειάζονταν χρήματα για να συνεχίσουν τη σπάταλη ζωή τους, ενώ άλλοι δωροδοκούσαν συναθλητές τους, επειδή δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν τη νίκη («Οι μεν γαρ και αποδίδονται την εαυτών εύκλειαν, δι’ οίμαι, το πολλών δείσθαι, οι δε ωνούνται το μη ξυν πόνω νικάν δια το αβρώς δαιτάσθαι», «Γυμναστικός», 45).

Από τον 5ο αιώνα π.X. είχε εγκαινιαστεί ο επαγγελματισμός στον αθλητισμό με στόχο την επιβίωση και τον πλουτισμό εξαιτίας των γενναίων παροχών από τις πόλεις προς τους Ολυμπιονίκες.

ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

Σε νόμισμα της Βέροιας εικονίζεται άνδρας με μαστίγιο, βοηθός αγωνοθετών. Νομίσματα της Περγάμου και της Λυδίας είχαν παραστάσεις μαστιγοφόρων, που μαστίγωναν τους κακοήθεις αθλητές.

Τα ίδια τα αγωνίσματα ξεχείλιζαν από βαρβαρότητα. Στην πάλη, την πυγμαχία και το παγκράτιο, ο ένας από τους δύο αντιπάλους έπεφτε συνήθως νεκρός από στραγγαλισμό ή θραύση του κρανίου ή παρέμενε ισόβια ανάπηρος εξαιτίας των καταγμάτων, των στρεβλώσεων και της εξόρυξης των ματιών. Έλληνες γιατροί της αρχαιότητας γράφουν ότι οι αθλητές των 3 αθλημάτων ήταν πρόσωπα παχύσαρκα, ληθαργικά κι αργοκίνητα. Τα πιο πολλά πρόσωπα των αθλητών παραμορφώνονταν κατά τις αναμετρήσεις, κυρίως στην πυγμαχία, επειδή οι παλάμες των αντιπάλων ήταν οπλισμένες με σκληρούς ιμάντες ενισχυμένους με μεταλλικά επιθέματα και καρφιά.

«Ρωμαλέος αθλητής είναι εκείνος που μπορεί να αδράξει τον αντίπαλο, να τον σπρώξει, να τον σηκώσει ψηλά, να τον πιέσει και να τον συνθλίψει», έγραφε ο Αριστοτέλης. Στην Αθήνα νόμος όριζε ότι όποιος θανάτωνε στους Ολυμπιακούς τον αντίπαλο δεν αντιμετώπιζε δίωξη.

Τον 5ο αιώνα π.Χ. (456 και 452), στους αγώνες πάλης, ο Λεοντίσκος από τη Μεσσήνη, αδυνατώντας να καταρρίψει τον αντίπαλό του, άρπαξε τα δάχτυλά του και τα συνέθλιψε, με αποτέλεσμα εκείνος, ύστερα από τα πολλά κατάγματα, να εγκαταλείψει τον αγώνα. Με τον τρόπο αυτό, ανακηρύχθηκε 2 φορές Ολυμπιονίκης και του έστησαν και ανδριάντα στο Ρήγιο, επειδή στην Ολυμπία ανακαλύφθηκε επιγραφή που απαγόρευε να συντρίβουν τα δάχτυλα των αντιπάλων (Παυσανίας, «Ελλάδος Περιήγησις» VI, 4,30).

Το «φέαρ πλέι» δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητό. Οι δρομείς προσπαθούσαν να φύγουν πριν από την εκκίνηση. Ενώ άλλοι προσπαθούσαν να ανατρέψουν και να τραυματίσουν τους αντιπάλους τους. Κατά τις αρματοδρομίες συνηθίζονταν βίαιες ενέργειες για προσπεράσματα, ανατροπές αντιπάλων και αιματοκυλίσματα.

Γράφει ο Λουκιανός: «Πες μου Σόλων, γιατί η νεολαία της Αθήνας συνηθίζει αυτές τις αχρειότητες; Συμπλέκονται, βάζουν τρικλοποδιές, προσπαθούν να πνίξουν ο ένας τον άλλον σφίγγοντας τον λαιμό του, στριφογυρίζουν το σώμα, βυθίζονται στη λάσπη, κυλιούνται εκεί σαν τα γουρούνια. Σπρώχνονται, χαμηλώνουν τα κεφάλια και χτυπούν ο ένας τον άλλον σαν κριάρια. Κοιτάξτε! Αυτός εκεί άρπαξε τον άλλο από τα πόδια και τον τίναξε στο χώμα, πέφτει πάνω του και τον βυθίζει στη λάσπη. Και τώρα, τύλιξε τη μέση του άλλου με τα πόδια περνάει τον βραχίονά του κάτω από το λαιμό του και σφίγγει τον άμοιρο κι ο άλλος τον χτυπάει στον ώμο, ικετεύοντας φαντάζομαι, να μη τον πνίξει τελείως» («Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων» 1).

ΑΡΜΑΤΟΔΡΟΜΙΕΣ

Το αγώνισμα των αριστοκρατών και των πλούσιων ήταν οι αρματοδρομίες. Δεν έκαναν τίποτα οι ίδιοι, απλά είχαν στην κατοχή τους τα άρματα, τα άλογα και τον ηνίοχο. O Ευριπίδης υμνολογεί τον Αλκιβιάδη για τη νίκη των ίππων και αρμάτων του: «Λαμπρή η νίκη σου... νίκησες χωρίς κόπο και έλαβες στέφανο από κλωνάρι ελιάς».

ΠΥΓΜΑΧΙΑ

Ο μυθιστοριογράφος Απολλόδωρος αναφέρεται στον Ηρακλή που τσάκιζε τα πλευρά των αντιπάλων του, υπόδειγμα «ηρωικό» για τους αθλητές των Ολυμπιάδων. Σε επιγραφή που βρέθηκε στη Θήρα, αναφέρεται ότι η νίκη στην πυγμαχία «κερδίζεται με αίμα». Ο Αρτεμίδωρος γράφει για την πυγμαχία: «Οι αγώνες με γρονθοκοπήματα είναι βλαβεροί για όλο τον κόσμο. Δεν αποτελούν μόνο καταισχύνη, προκαλούν και συμφορές. Το πρόσωπο παραμορφώνεται και τρέχουν αίματα».

Κατά τη Μινωική εποχή, τα χειρόκτια της πυγμαχίας ήταν ενισχυμένα με σκληρά επιθέματα, και σε τοιχογραφία της Θήρας, φαίνεται ότι φορούσαν στο κεφάλι κράνος, κατά το 1500 π.Χ. Στα Ομηρικά έπη, η πυγμαχία είναι καταστροφική αναμέτρηση, κάτι που μας δείχνει πώς συνέβαινε στην αρχαία Ελλάδα. Ο Οδυσσέας αντιμετωπίζει στην Ιθάκη τον ζητιάνο Ίρο. Τον χτυπάει κάτω από το αφτί, του σπάει τα κόκαλα, και του γεμίζει το στόμα με αίμα. («Οδύσσεια» Σ. 95-98).

Στον 6ο αιώνα π.Χ., γράφει ο Παυσανίας, δεν χρησιμοποιούσαν τους οξείς ιμάντες, αλλά τις «μειλίχες», που τραυμάτιζαν και προκαλούσαν κατάγματα (Παυσανίας, «Ελλάδος Περιήγησις», VIII, 40,3).

Ο Πλάτων, αναφέρει τις «σφαίρες» στα πυγμαχικά γάντια, που αντικατέστησαν τους ιμάντες (Πλάτων, «Νόμοι», 830Β. Παυσανίας, «Ελλάδος Περιήγησις», 2, VI, 23).

Από τον 4ο αιώνα π.Χ., αντί για γυμνά χέρια που υπήρχαν πριν, η πυγμαχία γινόταν με δέσιμο των δακτύλων, δήθεν για προστασία των δακτύλων. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι τύλιγαν τα 4 δάχτυλα με μικρή παχιά δερμάτινη λωρίδα. Μετά όμως κάλυπταν ολόκληρη τη γροθιά με ιμάντες από βόδια, για να καταφέρουν ισχυρά πλήγματα στους αντιπάλους τους (Φιλόστρατος, «Γυμναστικός» 10).

Από τον 3ο π.Χ. αιώνα, χρησιμοποιούσαν επίσης «ιμάντες οξείς», που είχαν μεταλλικές ακίδες στα δερμάτινα καλύμματα των χεριών. Λέγονταν «μύρμηγκες», επειδή προκαλούσαν πληγές μυρμηκικού σχήματος, όπως και τα ρωμαϊκά, και ακολουθούσε σφαγή: «Ιμάς οξύς επί τω καρπώ της χειρός εκατέρας», «Πυγμαχίης δ’ ώνδινε φόνος διψώσαν απειλήν ιγνιστόρους μύρμηκας εμαίνετο χερσίν ελίσσων. Πυγμάχου δ’ ώδινε φόνου διψώσαν απειλήν». Σκληροί ιμάντες με μεταλλικά επιθέματα, τύλιγαν τα χέρια ως τον αγκώνα, μετατρέποντάς τα σε συντριπτικό ρόπαλο.

Στη Ρωμαιοκρατία, οι πυγμάχοι χρησιμοποιούσαν χειρόκτια ενισχυμένα με κόμβους από σίδηρο και μολύβι. Ήταν ο λεγόμενος caestus (Παυσανίας, «Ελλάδος Περιήγησις», Η, 48).

Ο Ευρυδάμας, από την Κυρήνη, νίκησε στην πυγμαχία, όμως ο αντίπαλος τού έσπασε τα δόντια και για να μη φανεί, τα κατάπιε όλα (Αιλιανός, «Ποικίλη Ιστορία», 10,19).

Το 496 ή το 492 π.Χ., ο πυγμάχος Κλεομήδης, από την Αστυπάλαια, σκότωσε τον Επιδεύριο Ίκκο. Τον χτύπησε στο πλευρό, του προκάλεσε άνοιγμα, βύθισε το χέρι του μέσα, και του ξερίζωσε τον πνεύμονα. Επειδή δεν αναγνωρίσθηκε η νίκη του και δεν τιμήθηκε με βραβείο, όταν γύρισε στην πατρίδα του, εισόρμησε σε σχολείο που διδάσκονταν 60 παιδιά, γκρέμισε το στύλο που στήριζε την οροφή, με συνέπεια να γκρεμιστεί το σχολείο και να πεθάνουν όλοι οι μαθητές. Κατόρθωσε να δραπετεύσει και οι συμπατριώτες του κατέφυγαν στο μαντείο των Δελφών, το οποίο τον δικαίωσε και τους έκανε να τον τιμούν σαν ήρωα: «Ο Κλεομήδης είναι ο τελευταίος ήρωας. Να τον τιμάτε με θυσίες γιατί δεν είναι θνητός» (Παυσανίας «Ελλάδος Περιήγησις», V, 2, 6-8, Ευσέβιος, «Ευαγγελική Προπαρασκευή» Ε, λβ’).

Προστάτης «θεός» της Πυγμαχίας ήταν ο Απόλλων και για το λόγο αυτό ονομαζόταν και «Πύκτης» («Ιλιάδα» 23, στ. 660).

ΠΑΓΚΡΑΤΙΟ

Το παγκράτιο δεν ήταν «περιθωριακό άθλημα» των Ολυμπιακών αγώνων. Στην Ολυμπία το θεωρούσαν ως το «ωραιότερο άθλημα» και στους βαρβάρους αυτούς αθλητές, έφτιαχναν ανδριάντες προς τιμή της κτηνωδίας τους (Φιλόστρατος, «Εικόνες», 2).

Κατά τη συμπλοκή δύο Λακεδαιμονίων παγκρατιστών, ο ένας, αφού άρπαξε τον αντίπαλο από τον λαιμό, τον στριφογύρισε και τον πέταξε κάτω. Εκείνος δάγκωσε το μπράτσο του άλλου. Κι ο ανταγωνιστής του φώναξε: «Δαγκώνεις Λάκωνα όπως οι γυναίκες!», «Όχι, δαγκώνω όπως τα λιοντάρια», είπε ο άλλος (Πλούταρχος «Αποφθέγματα Λακωνικά», 234,44). Ο Αθηναίος κυνικός φιλόσοφος Δηνώναξ συγκλονίσθηκε βλέποντας έναν παγκρατιστή να δαγκώνει σαν λιοντάρι (Λουκιανός, «Δημώναξ» 49). Σε δύο αγγεία παριστάνονται δύο Παγκρατιστές, να βγάζουν με το δάχτυλο τα μάτια των αντιπάλων (Κ. Σιμόπουλου, «Μύθος απάτη και βαρβαρότητα οι Ολυμπιάδες», σελ. 97).

Στην πάλη, όπως και στο παγκράτιο, επιτρεπόταν ακόμα και ο στραγγαλισμός του αντιπάλου. Στο παγκράτιο, που ήταν το πιο βάρβαρο από όλα τα αγωνίσματα, οποιαδήποτε αγριότητα ήταν θεμιτή: συνηθιζόταν ο «υπτιασμός» (πτώση ανάσκελα του αντιπάλου) και το «αποπτερνίζειν» (κλωτσιά με τη φτέρνα), κατάγματα, συντριβή χεριών, ποδιών, πλευρών, ακόμη και σπονδύλων. Αυτό λεγόταν «αθλητική παιδεία» και «αθλητικό ιδεώδες».

Οι αγώνες τού Παγκρατίου εφαρμόσθηκαν για πρώτη φορά το 648 π.Χ. (33η Ολυμπιάς) και το 200 π.Χ. (145η Ολυμπιάς) επεκτάθηκαν και στα παιδιά. Σκέψου γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους να σακατευτούν σε αυτό το βάρβαρο άθλημα! (Φιλόστρατος, «Γυμναστικός», 45). Τα πάντα επιτρέπονταν. Να εξαρθρώνεις, να τσακίζεις κόκκαλα, να στραγγαλίζεις, να θανατώνεις με όλα τα μέσα. Με το γόνατο συνήθιζαν να χτυπούν και να αφανίζουν τα γεννητικά όργανα του αντιπάλου, όπως προκύπτει από παραστάσεις αγγείων της εποχής. Από τον 6ο π.Χ. αιώνα, ο αγωνιζόμενος μπορούσε να γκρεμίσει καταγής τον αντίπαλο και να πιέζει το πρόσωπο του άλλου στην άμμο, ώστε να τον αναγκάσει να την καταπιεί ή να την αναπνεύσει (Λουκιανός, «Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων», 3). Όλες αυτές οι πρακτικές είχαν σαν αποτέλεσμα «όταν γεράσουν οι αθλητές να μοιάζουν με πανωφόρια τριμμένα ως το υφάδι», σύμφωνα με στίχο του Ευριπίδη.

Η πρώτη συνέπεια τού Παγκρατίου, κατά τον Φιλόστρατο, ήταν η στρέβλωση των χεριών και των ποδιών («Εικόνες» Ι 6, ΙΙ 6). Τα τελικά αποτελέσματα ήταν ο στραγγαλισμός του αντιπάλου, που ενθουσίαζε τους θεατές. Οι Ηλείοι, γράφει ο Φιλόστρατος, επαινούν το πνίξιμο στο Παγκράτιο («Εικόνες», ΙΙ, 6).

Γράφει ο Λουκιανός: «Στέκονται όρθιοι, ρίχνονται ο ένας πάνω στον άλλο και χτυπούν με χέρια και με πόδια. Ο ένας φτύνει, ο δύστυχος, τα τσακισμένα δόντια του, καθώς γέμισε το στόμα του από αίμα και άμμο ύστερα από γροθιά στο σαγόνι. Βλέπει τις συμφορές ο άρχοντας, αλλά δεν δίνει εντολή να σταματήσει και να καταργηθεί ο αγώνας. Αντίθετα ενθαρρύνει τους παγκρατιστές και επαινεί εκείνον που κατάφερε το τρομακτικό χτύπημα» («Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων», 3).

Οι Λακεδαιμόνιοι παγκρατιστές, κατασπάρασσαν τον αντίπαλο με δόντια και με νύχια, τον τύφλωναν βγάζοντας τα μάτια του (Φιλόστρατος, «Εικόνες» στ' ). Ο σοφιστής Ιούλιος Πολυδεύκης (2ος αιώνας μ.Χ.) γράφει ότι παγκράτιο και παγκρατιστής σημαίνουν στραγγαλισμό, πνίξιμο, κλωτσιές και γροθιές («Ονομαστικόν», 3, 150).

Ο Αρραχίων, που το άγαλμά του είχε στηθεί στην αγορά της Φιγαλείας, κατά την αναμέτρησή του με αντίπαλο παγκρατιστή, ακινητοποιήθηκε αιχμάλωτος ανάμεσα στα πόδια του άλλου, ενώ εκείνος προσπαθούσε να τον πνίξει σφίγγοντας με τα χέρια το λαιμό του. Ο Αρριχίων μπόρεσε να συντρίψει ένα δάχτυλο του ποδιού του αντιπάλου και αμέσως ξεψύχησε (Παυσανίας, «Ελλάδος Περιήγησις», VIII, 40, 2).

Σε άλλη περίπτωση, οι δύο αντίπαλοι παγκρατιστές, Κρεύγας ο Επιδάμνιος και ο Συρακούσιος Δαμόξενος, συμφώνησαν μετά από πολύωρη πάλη χωρίς νικητή, να χτυπήσει ο ένας τον άλλο, και νικητής να αναδειχθεί όποιος θα παρέμενε όρθιος και ακίνητος. Ο Κρεύγας χτύπησε τον Δαμόξενο στο κεφάλι, χωρίς επικίνδυνες συνέπειες. Ο Δαμόξενος, χτύπησε τον Κρεύγα στο πλευρό με τεντωμένα δάχτυλα, διαπέρασε τα σπλάχνα, και τα ξερίζωσε με τα χέρια του. Ο Κρεύγας ξεψύχησε αμέσως (Παυσανίας, «Ελλάδος Περιήγησις», VIII, 40).

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε περισσότερα.

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Οι γυναίκες δεν συμμετείχαν ούτε παρακολουθούσαν τις Ολυμπιάδες και ο κανονισμός επέβαλε να τις ρίχνουν στον γκρεμό από το όρος Tυπαίον. Σε άλλους αγώνες που γίνονταν στη Σπάρτη, αντίθετα, υπήρχε συνήθεια να ασκούνται οι κοπέλες ολόγυμνες μπροστά στο πλήθος των θεατών. Τις υποχρέωναν επίσης με νόμο του Λυκούργου να εμφανίζονται ολόγυμνες στις παρελάσεις, να χορεύουν γυμνές στους ναούς και να τραγουδούν μπροστά στους νέους. Οι γυναίκες παρουσιάζονταν σαν «μηχανές» παραγωγής εύρωστων πολεμιστών.

Η ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους είναι η «Ολυμπιακή εκεχειρία», ότι δήθεν οι πόλεμοι σταματούσαν την περίοδο των αγώνων. H «εκεχειρία» ίσχυε μόνο για την περιοχή των αγώνων, για χάρη της ασφάλειας των αθλητών και των επισήμων, την ίδια ώρα που οι πόλεμοι μπορεί να μαίνονταν στην υπόλοιπη Πελοπόννησο. Αλλά ακόμη και η στενή αυτή εκεχειρία παραβιάστηκε πολλές φορές. Το 420 π.Χ., οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν στην Ήλιδα με 1.000 οπλίτες. H Ολυμπιάδα του 364 π.Χ. ακυρώθηκε, αφού οι Ηλείοι εισέβαλαν στην Άλτι και οι Αρκάδες λεηλάτησαν τους θησαυρούς της Ολυμπίας. «Οι Ολυμπιάδες δεν έπειθαν τις ελληνικές πόλεις για αλληλεγγύη και κοινή δράση. Αντίθετα, η αντιπαλότητά τους, επειδή αναζητούσαν γόητρο και φήμη με τους Ολυμπιονίκες, προσλάμβανε επικίνδυνες διαστάσεις».

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Δωροδοκίες, στημένοι αγώνες, εμπορευματοποίηση, πλουτισμός, βαρβαρότητα, πολιτική εκμετάλλευση. Όλοι ξέρουν ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι σημαδεμένοι απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά. Στην προσπάθειά τους να τους ξεπλύνουν όσο είναι δυνατόν, τα διαφημιστικά επιτελεία της Ολυμπιακής Επιτροπής θύμιζαν διαρκώς, το 2002, ότι «οι Ολυμπιακοί Αγώνες επιστρέφουν στην πατρίδα τους». Όμως όλα τα απαίσια γνωρίσματα της Ολυμπιάδας έχουν κι αυτά την ίδια πατρίδα. Όχι το Λονδίνο του 2012, αλλά... την Ολυμπία του 776 π.X. H βαρβαρότητα των αγώνων προκάλεσαν τον αποτροπιασμό ενός «βάρβαρου» Σκύθη, του Ανάχαρση που αναρωτιόταν προς τον Λουκιανό: «Σ’ εμάς τους Σκύθες, αν κάποιος χτυπήσει πολίτη ή τον γκρεμίσει καταγής ή σχίσει τα ιμάτιά του τιμωρείται με βαρύτατες ποινές. Δεν καταλαβαίνω γιατί χαίρονται βλέποντας ανθρώπους να αλληλοχτυπιούνται, να δέρνονται, να γκρεμίζονται στο χώμα και να αλληλοσπαράζονται».

Πηγή: wwwapologitiki.blogspot.gr

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Η κριτική εις την αρχαίαν ελληνικήν θρησκείαν. Από τον Ηράκλειτον εις τον Ευήμερον.

Του πρωτ. π. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου, Επικ. Καθ. Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.
 
Α'
 
Η αρχαία ελληνική θρησκεία παρουσιάζει μία ποικιλία μορφών και εκδηλώσεων σʼ όλη την ιστορική πορεία της1, με κορυφαίο βεβαίως σταθμό τη διαμόρφωση του αρχαιοελληνικού δωδεκάθεου, με την καθοριστική συμβολή σ’ αυτό το γεγονός των ποιητών Ησίοδου και Ομήρου, όπως έχει ήδη επισημάνει ο Ηρόδοτος2.

Εκτός όμως από τούς δώδεκα ολύμπιους θεούς, την καθιερωμένη και παραδοσιακή μορφή λατρείας των ελληνικών πόλεων, επιμέρους κεφάλαια και πτυχές της αρχαίας ελληνικής θρησκείας αποτελούν: i) η διονυσιακή λατρεία, ii) το πλήθος των άλλων δευτερευουσών θεοτήτων (π.χ. Διόνυσος, Πάνας, Θέμις, Γαία, Τύχη, Δίκη, Χάριτες, Εκάτη, Σάτυροι, Σειληνοί κ.ά.), iii) οι εορτές και οι αγώνες, iv) οι ναοί και τα μαντεία, v) τα Ελευσίνια μυστήρια και τα μυστήρια με οργιαστικό χαρακτήρα του Διονύσου, τα Καβείρια και της Κυβέλης.
 
Επιπλέον, στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν: α) η παρουσία και κατά τους ιστορικούς χρόνους ανιμιστικών, φετιχιστικών και τοτεμιστικών στοιχείων, όπως η πίστη στη μαγική δύναμη των ξοάνων, β) η απόδοση ψυχής σε φυσικά αντικείμενα (π.χ. στα δέντρα ενοικούν οι Αμαδρυάδες), γ) η απόδοση λατρείας σε άψυχα αντικείμενα, όπως οι λεγόμενοι «βαίτυλοι» που θεωρούνταν ιεροί λίθοι, για τους οποίους πίστευαν ότι είχαν πέσει από τον ουρανό και η απόδοση σ’ αυτούς μαντικών και θεραπευτικών ιδιοτήτων. Ο Παυσανίας κατά τους ιστορικούς χρόνους μας πληροφορεί για την παρουσία και την απόδοση λατρείας σε ιερούς λίθους στην περιοχή της Αχαΐας (VII, 12, 4) και στον Ορχομενό της Βοιωτίας ( IX 38, 1) με την επισήμανση μάλιστα ότι: «Τάς μέν δή πέτρας σεβουσί τε μάλιστα καί τῷ Ἐτεοκλεῖ αὐτάς πεσεῖν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ φασίν». δ) Οι μαντικές πρακτικές, μαγικές θεραπείες και τελετουργίες, οι δεισιδαιμονίες, ε) η θεώρηση αφηρημένων εννοιών ως θεοτήτων π.χ. Ομόνοια, Αιδώς, Φήμη κ.ά. στ) η λατρεία διαφόρων τερατόμορφων όντων, (π.χ. Σφίγγες, Άρπυιες) κ.ά.
 
Παράλληλα όμως με την καθιερωμένη μορφή λατρείας των διαφόρων θεών, σχετικά νωρίς, ήδη από τον 5ον π.Χ. αἰ., αρχίζει και μία μορφή αμφισβήτησης και κριτικής της καθιερωμένης παραδοσιακής αρχαιοελληνικής θρησκείας, στον κύκλο των φιλοσόφων και των πνευματικών ανθρώπων και κορυφώνεται αργότερα στα ελληνιστικά χρόνια. Η κριτική αυτή έχει μεν διαφορετική αφετηρία εκκίνησης στα επιμέρους πρόσωπα, πλην όμως έχει πάντοτε συγκεκριμένη στόχευση, όπως π.χ. την απόρριψη δεισιδαιμονιών ή την υπέρβαση του έντονου ανθρωπομορφισμού ή τη μετάβαση από το μύθο στο λόγο κ.ο.κ3. Μία κριτική που σε ορισμένες περιπτώσεις βλέπουμε να έχει ταυτοχρόνως και μία μονοθεϊστική χροιά4 και επιπλέον να είναι συνδεδεμένη με συγκεκριμένες πολιτικές, κοινωνικές και θρησκευτικές παραμέτρους. Ας δούμε κάποια χαρακτηριστικά και αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αυτού του φαινομένου.
 
Ο Ηράκλειτος (544 -484 π.Χ.) ασκεί δριμεία κριτική σε τελετουργίες οργιαστικού και εκστατικού χαρακτήρα5.
Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) ο ιδρυτής της Ελεατικής σχολής, αποτελεί ένα παράδειγμα εξαιρετικού ρεαλισμού και αδαμαντίνου διαύγειας κριτικής στην Ομηρική και Ησιόδειο θεογονία. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Αρ. 11 διασωζόμενο απόσπασμά του:«Πάντα θεοῖσʼ ἀνέθηκαν Ὅμηρος θʼ Ἡσίοδός τε ὅσα παρʼ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καί ψόγος ἐστίν κλέπτειν μοιχεύειν τε καί ἀλλήλους ἀπατεύειν». Μετάφραση: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα όσα προκαλούν στους ανθρώπους όνειδος και ψόγο, δηλαδή το να κλέβουν, να μοιχεύουν και να εξαπατούν ο ένας τον άλλον»6.
 
________________________________
Σημειώσεις:
 
1. Επιλεκτικά βλ.W. F. Otto, Die Gotter Griechenlands, 19473. W. Burkert, Griechische Religion der archaischen und klassischen Epoche, 1977. M. P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας ελληνικής θρησκείας, (μτφρ: Αικ. Παπαθωμοπούλου), 19905. Του ιδίου, Ελληνική λαϊκή θρησκεία, (μτφρ. Ι. Κακριδή), 20002. R. Parker, Η Θρησκεία στην αρχαία Αθήνα, Ιστορική επισκόπηση, (μτφρ. Γεωρ. Τριανταφυλλίδη), 2005.
 
2. Βλ. Ηροδότου ιστοριών, Βιβλ. 2, κεφ. 53, «Οὗτοι δε εἰσιν οἱ ποιήσαντες θεογονίην Ἕλλησιν , καί τοῖσι θεοῖσι τάς ἐπωνυμίας δόντες καί τιμάς καί τέχνας διελόντες καί εἴδεα αὐτῶν σημήναντες».
 
3. Βλ. Griechische Religion, στο H. F.von Campenhausen - A. Bertholet (Hg), Worterbuch der Religionen, 1952, σ.172.
 
4. Βλ. W. Weischedel, Der Gott der Philosophen, τόμος A΄ , 19722, σσ. 56, 58.
 
5. Βλ. H. Diels, Fragmente der Vorsokratiker, τόμος Α, 19566. Πρβλ. Κλήμεντος Αλεξανδρέως,Προτρεπτικός προς Έλληνας, Β΄ 22, 1.
 
6. Βλ. Η.Diels, Die Fragmente der Vorsokratiker, τόμος A, 19566, σ. 132. W. Weischedel, Der Gott der Philosophen, όπ.π., σ. 42.
 
Ορθόδοξος Τύπος,03/04/2015

Πηγή: aktines.blogspot.gr

Αναζητηση

Αναγνώστες