Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2023

ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, 4ο. Αναίρεσις μύθων και βλασφημιών.

II. Στο έργο του Τάκιτου (? -115/7 μ.Χ.) Χρονικά (Annales), 15, 44

«...[ο Νέρων] διοχετεύει ύπουλα την ιδέα, ότι αίτιοι (για τον εμπρησμό της Ρώμης) είναι αυτοί που ήταν μισητοί για τα αισχρά τους έργα και ο λαός τούς αποκαλούσε Χριστιανούς˙ και τους βασανίζει με σκληρότερα βασανιστήρια. Ο εισηγητής αυτής της ονομασίας, Χριστός, καταδικάστηκε σε θάνατο από τον προυκαράτορα Πόντιο Πιλάτο επί της βασιλείας του Τιβέριου... για την ώρα η ολέθρια αυτή δεισιδαιμονία στριμώχτηκε... θανατώθηκαν όχι πλέον με την κατηγορία του εμπρησμού, αλλά για το μίσος προς το ανθρώπινο γένος. Και όταν θανατώνονταν, επινοήθηκαν αστείοι τρόποι...»

Στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της απουσίας παραποίησης.

α') Το απόσπασμα αυτό περιέχεται σε όλα τα χειρόγραφα των Χρονικών που έχουμε.

β') Το ύφος είναι ακριβώς όπως αυτό στα υπόλοιπα κείμενα του Τάκιτου.

γ') Το βιβλίο που περιγράφει τα έτη 29-32 μ.Χ. έχει χαθεί (John P. Meier, A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991, σ. 89). Αν υπήρχε παραποίηση, το βιβλίο δεν θα χανόταν, αλλά θα υπήρχε, παραποιημένο, ώστε να παραθέτει τα κρίσημα χρόνια του κηρύγματος και της Ανάστασης του Ιησού.

δ') Υπάρχει σαφής αντιχριστιανική χροιά στο κείμενο. Για να το γράψει Χριστιανός, θα έπρεπε να καταπνίξει τα πιστεύω του, να χλευάσει και να βρίσει τους πρωτομάρτυρες και αγίους.

ε') Ο Τάκιτος κατά γενική ομολογία είναι πολύ αξιόπιστος. Ο Ronald Syme, που έχει θεωρηθεί ως ο καλύτερος από τους σχολιαστές του Τάκιτου, στο Tacitus (Oxford: Clarendon, 1958) γράφει ότι (σ. 398) «η κύρια αρετή του Τάκιτου είναι η δυσπιστία» και προσθέτει ότι (σ. 281, 282) στον Τάκιτο «δεν ήταν άγνωστη η επιμελής έρευνα» και «η επιμέλειά του ήταν παραδειγματική». Ο G.E.F. Chilver, στο A Historical Commentary on Tacitus' Histories I and II. (Oxford: Clarendon, 1979) γράφει ότι (σ. 24) «δεν πρέπει να αμφισβητείται, ότι για τον Τάκιτο ο σκεπτικισμός ήταν αναπόφευκτος». Ο Donald Martin, στο Tacitus (Berkeley: U. of California Press, 1981) γράφει ότι (σ. 211) «είναι φανερό ότι ο Τάκιτος διάβαζε πολλά και η ιδέα ότι πίστευε άκριτα μεμονωμένες πηγές δεν ευσταθεί». Ο Michael Grant, στα Greek and Roman Historians: Information and Misinformation (London: Routledge, 1995), σ. 40-43 και στο Tacitus: The Annals of Imperial Rome (Penguin Books, 1973), σ. 18 γράφει ότι «ο Τάκιτος ήταν προσεκτικός, ώστε να αντιπαραθέτει ό,τι είχε του παραδοθεί προφορικά με την γραπτή παράδοση» και αλλού λέει ότι (σ. 20) «είναι αναμφίβολο ότι ο Τάκιτος επιμελήθηκε πολύ το να συλλέξει το υλικό του». Ο Donald Dudley, στο The World of Tacitus (Boston: Little, Brown & Co., 1968) γράφει ότι (σ. 29) «μπορεί να υποστηριχθεί με μεγάλη σιγουριά ότι η άποψη πως ο Τάκιτος αντέγραφε αυθεντίες που δεν επιβεβαιώνονταν αλλού δεν ισχύει». Ο Ronald Mellor, στο Tacitus (New York: Routledge, 1993) γράφει ότι (σ. 20, 45) «ο Τάκιτος δεν ακολουθεί δουλικά, όπως μερικοί παλαιότεροι Ρωμαίοι ιστορικοί, τις αλλοπρόσαλλες ιδέες των πηγών του» και (σ. 32) «ο Τάκιτος συμβουλευόταν παράξενες καθώς και προφανείς πηγές και διακρίνει το γεγονός από τη φήμη με σχολαστικότητα σπάνια για αρχαίους συγγραφείς». Ο Herbert W. Benario, στο An Introduction to Tacitus (Athens: U. of Georgia Press, 1975) λέει ότι (σ. 87) «ο Τάκιτος διάλεγε με ακρίβεια τις πηγές του και δεν εξαρτόταν πλήρως από καμμιά, και συχνά, σε κρίσημα σημεία, αγνοούσε την άποψη των προηγούμενων για να κάνει τις δικές του κρίσεις». Ο Arnaldo Momligliano, στο The Classical Foundations of Modern Historiography (Berkeley: U. of California Press, 1990) γράφει ότι (σ. 111-112) «ο Τάκιτος ήταν ένας συγγραφέας του οποίου η αξιοπιστία δεν μπορεί στα σοβαρά να αμφισβητηθεί». Παραθέτει ένα μόνο πιθανό λάθος του Τάκιτου, αλλά το εξηγεί επειδή ο Τάκιτος εμπιστεύτηκε κάποιον προηγούμενο ιστορικό αντί να συμβουλευτεί τα επίσημα αρχεία.

Αξίζει να σημειωθεί, πως μερικοί ισχυρίζονται ότι μόνο ο Τάκιτος αναφέρει τέτοιον διωγμό. Βρίσκονται σε άγνοια, διότι ο Σουητώνιος (τέλη 1ου-μέσα 2ου μ.Χ. αι.) στο βίο του Νέρωνα (16, 2) αναφέρει ότι «Τσάκισε τους Χριστιανούς με θανατικές καταδίκες, μια ράτσα ανθρώπων που ανήκαν σε μια νέα και κακοποιό δεισιδαιμονία».

Αντιρρήσεις για το απόσπασμα:

α') «Κανείς Πατέρας της Εκκλησίας δεν το παραθέτει ως απόδειξη» 

Απάντηση: φυσικά, διότι κανείς δεν προτίθετο να μεταφέρει τόσο σκληρές εκφράσεις προς το Χριστιανισμό και προς τους βασανιζόμενους... «με αστείους τρόπους» (π.χ. καίγονταν σαν φωτιστικές λαμπάδες) Χριστιανούς. Ακόμη κι αν δεν το παραθέτει κανείς, είναι σίγουρα αυθεντικό και όχι χριστιανική προσθήκη-δημιουργία, γιατί κανείς Χριστιανός δεν θα έβριζε έτσι τη θρησκεία του και τους αγίους μάρτυρες, ώστε να προσθέσει μια "Απόδειξη".

β') «Ο Τάκιτος μπορεί να πήρε τις πληροφορίες του για τον Ιησού από τους Χριστιανούς ή από τον Πλίνιο τον νεώτερο ή από κάποια άλλη δευτερεύουσα πηγή, και έτσι να μην είναι αξιόπιστος».

Απάντηση: Η ίδια η αξιοπιστία του Τάκιτου θα ήταν ικανή απάντηση, για την κατηγορία ότι αντιγράφει άκριτα ό,τι άκουσε από τους Χριστιανούς ή άλλους. Επιπλέον, ο Τάκιτος έχει έντονο το αντιχριστιανικό ύφος. Πώς θα μπορούσε να ρωτήσει τους Χριστιανούς, τους οποίους κατηγορεί ως εχθρούς της ανθρωπότητας; Γίνεται να βασίζεται κανείς σε πληροφορίες τόσο «άθλιων ανθρώπων»;

Για την αντιγραφή από τον Πλίνιο, είναι αλήθεια ότι οι δύο άντρες ήταν φίλοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πίστευε ό,τι του έλεγε ο Πλίνιος. Τα ''Χρονικά'', 15, 53 δείχνουν ότι ο Τάκιτος πήρε κάποιες πληροφορίες από τον Πλίνιο, αλλά και ότι τις αμφισβήτησε και τις θεώρησε τελείως αφελείς! Για μια απόπειρα συνωμοσίας και δολοφονίας του Νέρωνα, ο Τάκιτος αναγνωρίζει την δυσκολία ανεύρεσης της αλήθειας, σημειώνει όταν οι πληροφορίες του είναι αβέβαιες, και δεν χρησιμοποιεί κανένα από τα συμπεράσματα του Πλίνιου ως απόδειξη, διότι τα θεωρεί «τελείως παράλογα» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957., σ. 209). Στο έργο του Τάκιτου «υπάρχουν εξηνταοκτώ περιπτώσεις, στις οποίες ο Τάκιτος αναφέρει είτε μια κατεγραμένη δήλωση είτε μια πεποίθηση κάποιου, τις οποίες δεν δέχεται να δεχτεί ως αληθείς» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 201).

γ') «Ο Τάκιτος δεν ενδιαφερόταν να ερευνήσει τις πληροφορίες του για τον Ιησού. Μπορεί να δέχτηκε άκριτα τις πληροφορίες των Χριστιανών».

Απάντηση: Αυτή η μέθοδος σίγουρα θα ήταν εντελώς αντίθετη με τον χαρακτήρα και τη μέθοδο του Τάκιτου. Αλλά αυτό επιβεβαιώνεται και από τις αναφορές του για τους Ιουδαίους, έθνος που μισούσε περισσότερο από τους Χριστιανούς. Είναι παραπάνω από προφανές ότι ο Τάκιτος δεν πήρε τις απαξιωτικές πληροφορίες για τους Ιουδαίους από τους ίδιους κι ούτε θα καταδεχόταν ποτέ. Σίγουρα κανείς Ιουδαίος δεν θα του έλεγε όσα καταλογίζει στο έργο του για τους Ιουδαίους.

Το 95 μ.Χ. η ανηψιά του Δομιτιανού η Domatilla και ο άντρας της κατηγορήθηκαν για «αθεΐα», ότι δηλ. «παρασύρθηκαν σε ιουδαϊκά έθιμα». Φυσικά ο Ιουδαϊσμός ήταν ανεγνωρισμένη θρησκεία κι όχι «αθεΐα», άρα επρόκειτο για τον Χριστιανισμό. Τότε μπορεί ο Τάκιτος να βρήκε την ευκαιρία να μάθει για τον Χριστιανισμό όχι από φήμες, αλλά από επίσημα άτομα.

Ο Τάκιτος παραθέτει εξαιρετικά λεπτομερείς αναφορές για άτομα που παρίσταναν ότι ήταν ο αναστηθείς Νέρων και δίνει και άλλες δύο τέτοιες ιστορίες ανεστημένων (T. J. Luce and A. J. Woodman, eds. Tacitus and the Tacitean Tradition. Princeton U. Press, 1995, σ. 5), ώστε να τους «ξεσκεπάσει». Για τον Χριστό όμως, δεν κάνει την παραμικρή παρόμοια προσπάθεια.

δ') «Ο Τάκιτος δεν θα είχε άδεια να δει τα αυτοκρατορικά αρχεία, κι ακόμη κι αν είχε, αυτό δεν ήταν η συνήθης μέθοδός του να συμβουλεύεται γραπτές πηγές».

Απάντηση: Σίγουρα υπήρχε δυσκολία να δοθούν σε κάποιον τα κρατικά αρχεία για έρευνα. Αλλά ήταν να δοθούν σε κάποιον, ο Τάκιτος θα ήταν από τους πρώτους που θα του δινόταν άδεια. Ο Τάκιτος είχε μεγάλη φήμη, ως ρήτορας, πέρασε γρήγορα από πολλά κρατικά αξιώματα, καταλήγοντας έπαρχος της Ασίας, ένα από τα δύο σημαντικότερα αξιώματα (το άλλο ήταν έπαρχος της Αφρικής) κάτω από το συγκλητικό. Ήταν μέλος των ιερέων που ήταν υπεύθυνοι για τα σιβυλλικά βιβλία, τα οποία ήταν απόκρυφα, απαγορευμένα και κλειδωμένα στο Παλατίνο – και για πολλές τελετές του ρωμαϊκού κράτους. Ήταν γαμπρός του Agricola (Αγρικόλα), διοικητή της Βρεττανίας, που ήταν διοικητής για περισσότερο διάστημα απ' όσο κανείς άλλος, και φαίνεται να ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία λόγω της επιρροής του πεθερού του. Ως μεγάλος ιερέας, με μεγάλο αξίωμα κι επιρροή, δεν θα ήταν παράξενο, αν του επιτρεπόταν να συμβουλευτεί κρατικά αρχεία.

Εξάλλου υπάρχει απόδειξη ότι είχε τέτοια άδεια. «Αναφέρονται ομιλίες του αυτοκράτορα (Χρονικά, 1, 81). Αναφέρει γράμματα προς τον Τιβέριο και προς άλλους, (5,16 και 5,3) σαν να ήταν προσιτά σε αυτόν, ειδικά αυτό προς τον Τιβέριο» (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 204). Στο 15,74 ο Τάκιτος παραθέτει τα αρχεία της Συγκλήτου από τον καιρό του Νέρωνα (Clarence W. Mendell, Tacitus: The Man and his Work. New Haven: Yale University Press, 1957, σ. 21) και παραθέτει αρχεία της Συγκλήτου κι αλλού (5,4). Τα αρχεία αυτά περιείχαν γράμματα από αυτοκράτορες, κυβερνήτες επαρχιών (π.χ. τον Πιλάτο), συμμάχους και ξένους βασιλείς. «Τα πρώτα έξη βιβλια των ''Χρονικών'' περιέχουν αφθονία πληροφοριών ολοφάνερα προερχόμενων από το επίσημο αρχείο, μόνο από εκεί δυνάμενων να βρεθούν» (Ronald Syme, Tacitus. Oxford: Clarendon, 1958., σ. 278). Σχετικά με ένα συμβάν στην Αφρική: «ότι ο Τάκιτος συμβουλεύτηκε τα συγκλητικά αρχεία αποδεικνύεται από τον χαρακτήρα του υλικού, από τη δομή του (Ronald Syme, Tacitus. Oxford: Clarendon, 1958, σ. 281). Ο Ronald Mellor (Tacitus. New York: Routledge, 1993) λέει ότι (σ. 19-20) για τις Ιστορίες του «ο Τάκιτος χρησιμοποίησε τα αρχεία της συγκλήτου για λεπτομερείς περιγραφές ομιλιών και λόγων». Ο Herbert W. Benario (An Introduction to Tacitus. Athens: U. of Georgia Press, 1975.) γράφει ότι (σ. 80-87) ο Τάκιτος έκανε χρήση των έργων προηγούμενων ιστορικών, ιδιωτικών αρχείων, συγκλητικών αρχείων και των acta diurna.

ε') «Ο Τάκιτος είναι προκατειλλημένος και διαστρεβλώνει τις πληροφορίες του. Η αναφορά του στον Ιησού ίσως είναι αποτέλεσμα της προκατάληψής του προς τις ασιατικές θρησκείες».

Απάντηση: Πάνω κάτω, κατηγορείται ο Τάκιτος, ότι επειδή είχε προκατάληψη για τις ανατολικές θρησκείες, δεν θα ενδιαφερόταν να ψάξει πολύ για την αλήθεια. Όμως, ενώ, όταν αναφέρει τα σχετικά με τους Ιουδαίους, ο Τάκιτος κάνει υποτιμητικά σχόλια, για τους Χριστιανούς θα έπρεπε αντίστοιχα, υποτιμώντας τους να αμφισβητήσει την ύπαρξη του Ιησού ή να παραθέσει και φήμες ότι αυτός ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ, ώστε να τους γελοιοποιήσει εντελώς, ως πιστεύοντες σε ανύπαρκτο πρόσωπο. Δεν κάνει κάτι τέτοιο όμως.

στ') «Ο Τάκιτος αναφέρει τον Πιλάτο ως προκουράτορα, ενώ αυτός ήταν έπαρχος. Άρα είναι αναξιόπιστος. Διαφορετικά, σημαίνει ότι δεν συμβουλεύτηκε τα κρατικά αρχεία.»

Απάντηση: Υπάρχει απόδειξη πως υπήρχε ρευστότητα στη χρήση των όρων αυτών και ίσως ο Τάκιτος διέπραττε αναχρονισμό σκόπιμα.

Ο προκουράτορας είναι ένας οικονομικός διευθύνων, ένας αυτοκρατορικός αντιπρόσωπος, ενώ ο έπαρχος ήταν στρατιωτικός αξιωματούχος. Ο John P. Meier (A Marginal Jew: Rethinking the Historical Jesus. New York: Doubleday, 1991. σ. 100) λέει ότι σε μια περιθωριακή επαρχία όπως την Ιουδαία πιθανόν δεν υπήρχε διαφορά μεταξύ αυτών των αξιωμάτων. Εξάλλου, ο Τάκιτος δεν είναι ο μόνος που συγχέει τα αξιώματα. Ο Ιώσηπος αποκαλεί τον Πιλάτο «προκουράτορα» επίσης, στην Ιουδαϊκή αρχαιολογία (18, 5, 6). Πού θα ήταν το παράξενο, αν ο Πιλάτος κατείχε και τα δύο αξιώματα, του έπαρχου και του προκουράτορα, σε μια υποβαθμισμένη επαρχία; «Τόσο οι προκουράτορες όσο και οι έπαρχοι στην Ιουδαία είχαν το δικαίωμα να εκτελούν εγκληματίες που δεν ήταν Ρωμαίοι πολίτες» (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 48). Η αρχή να κατέχονται από ένα άτομο και τα δύο αξιώματα ίσχυε ήδη από τότε που προσαρτήθηκε η Ιουδαία, το 6 μ.Χ. Δεδομένου ότι ο Τάκιτος ήταν ελιτιστής, υψηλόβαθμος, θεώρησε ότι το να γράψει πως ο προκουράτορας, κι όχι πολύ πιο υψηλόβαθμός του έπαρχος, –εκτέλεσε έναν εγκληματία, ώστε να εκφράσει την περιφρόνησή του. Δηλαδή να πει: «εκτελέστηκε (ο Ιησούς) από έναν ασήμαντο κρατικό υπάλληλο, τόσο σπουδαίος ήταν ο ιδρυτής της θρησκείας τους».

Μπορεί ο Τάκιτος να διέπραξε αναχρονισμό για δύο λόγους. Πρώτον, για να αποφύγει σύγχυση. Ο E. P. Sanders (The Historical Figure of Jesus. New York: Penguin Press, 1993, σ. 23) παραθέτει απόδειξη μέσω επιγραφών ότι το αξίωμα που ο Πιλάτος κατείχε λεγόταν «έπαρχος» μεταξύ 6 και 41 μ.Χ. αλλά μετά ονομάστηκε «προκουράτορας» στα έτη 44-66 μ.Χ., κι έτσι συμπεραίνει ότι ο Τάκιτος απλώς διάλεξε εκείνη την ονομασία του τίτλου, την οποία οι σύγχρονοί του αναγνώστες θα καταλάβαιναν ευκολότερα. Καθώς η ιστορία του προοριζόταν κυρίως για τους συγκλητικούς και άλλους υψηλόβαθμους αξιωματούχους, τόσο ο Τάκιτος όσο και αυτοί ελάχιστα θα πρόσεχαν την αλλαγή στον τίτλο, διότι θα καταλάβαιναν πως είναι το ίδιο αξίωμα, πως λέγοντας «προκουράτορας» για μια αρχαιότερη εποχή εννοεί το «έπαρχος» και δεν θα το θεωρούσαν λάθος.

Έτσι, η ένσταση για τη διαφορά μεταξύ των τίτλων απορρίπτεται κι ο Τάκιτος είχε πρόσβαση στα αρχεία, δίχως να κάνει κάποιο λάθος λόγω μη πρόσβασης.

ζ') «Ο Τάκιτος αναφέρει τον Ιησού ως Χριστό και όχι με το κανονικό του όνομα. Έτσι, μάλλον δεν είχε πρόσβαση στα κρατικά αρχεία».

Απάντηση: Βάσει των παραπάνω, των σχετικών με την διαφορά μεταξύ προκουράτορα και έπαρχου, δεν είναι καθόλου παράξενο αν ο Τάκιτος ανέφερε τον Ιησού με το όνομα, με το οποίο ήταν περισσότερο γνωστός, δηλαδή Χριστό. Άλλωστε, αν τον ανέφερε ως Ιησού αντί για Χριστό, δεν θα μπορούσε να πει ότι «αυτός (ο Χριστός) ήταν ο εισηγητής της ονομασίας (των Χριστιανών)»˙ θα έπρεπε να δώσει κι άλλες εξηγήσεις, οι οποίες περιττεύουν, αν χρησιμοποιούσε το «Χριστός». Δεν είναι ανάγκη δηλαδή, στα αυτοκρατορικά αρχεία να υπήρχε το όνομα Χριστός. Όπως και με το προκουράτορας, το οποίο ήταν έπαρχος, έτσι και με το Χριστός, τα κρατικά αρχεία θα έγραφαν Ιησούς, αλλά ο Τάκιτος το άλλαξε για τους λόγους που αναφέραμε. Και φυσικά, το «Χριστός» μπορεί, όπως είπαμε, να χρησιμοποιηθεί ως κύριο όνομα κι όχι με τη σημασία του «ο (πραγματικός) κεχρισμένος Μεσσίας».

η') «ο Τάκιτος αναφέρει ένα πολύ μεγάλο πλήθος Χριστιανών που πιάστηκε. Δεν μπορεί να ήταν τόσοι πολλοί Χριστιανοί στη Ρώμη τόσο νωρίς».

Απάντηση: το «μεγάλο πλήθος» είναι πράγματι πολύ σχετικό. Δεν αποδεικνύει τίποτα η αντίρρηση αυτή. Δίχως να δίνει συγκεκριμένο αριθμό, ο Τάκιτος μπορεί να θεωρεί τον αριθμό πολύ μεγάλο για μια τέτοια κακούργα αίρεση (αλλά στην πραγματικότητα να είναι μικρός). Η αίσθηση της ποσότητας διαφέρει ανάλογα με αυτόν που περιγράφει, αυτό που περιγράφεται και το τί θα περίμενε κανείς να μετρήσει συγκριτικά με το τι μέτρησε. Ένα κούφιο επιχείρημα.

θ') «Ο Τάκιτος υποτίθεται ότι όταν αναφέρει μια αναπόδεικτη φήμη, πάντα γράφει ότι αυτό που αναφέρει είναι (αναπόδεικτη) φήμη. Αν όμως αναφέρει μια φήμη χωρίς να πει ότι είναι φήμη, δε το ξέρουμε».

Απάντηση: Πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι ο Τάκιτος αναφέρει φήμες, θεωρώντας τις φήμες, χωρίς να τις χαρακτηρίζει φήμες, τη στιγμή που ξέρουμε ότι ο Τάκιτος έχει τη συνήθεια να αναφέρει αν κάτι είναι απλώς φήμη; Φυσικά αυτό το «πάντα» μπορεί να είναι παγίδα. Αλλά δίχως απόδειξη περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή η συγκεκριμένη περίπτωση είναι αποδεδειγμένα η εξαίρεση, και δεδομένου του χαρακτήρα του Τάκιτου, πού βασίζεται η γνώμη των αρνητών; Η αντίρρηση ζητά αποδείξεις για πράγματα που η ίδια δεν μπορεί να αποδείξει.

ι') «Δεδομένης της άσχετης αναφοράς του Τάκιτου στον Χριστό, δε θα πρεπε να ξαφνιαστούμε, που ο Τάκιτος παραθέτει αυτήν τη φήμη δίχως να την χαρακτηρίσει φήμη».

Απάντηση: Γιατί είναι «άσχετη» η αναφορά του Τάκιτου, εφόσον πραγματεύεται τον εμπρησμό της Ρώμης, τον οποίο υποτίθεται ότι διέπραξαν οι Χριστιανοί; Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά του Τάκιτου στον Χριστό δεν είναι καθόλου άσχετη παρεμβολή, και συνεπώς δεν είναι κάτι το οποίο παρατίθεται ως φήμη. Επιπλέον, δεν υπάρχει απαραίτητα συσχέτιση μεταξύ ενός «άσχετου περιστατικού» με την αναφορά του ως φήμη δίχως όμως να χαρακτηρίζεται «φήμη». Ποιος λέει ότι θα έπρεπε, ακόμη κι αν ήταν, που δεν είναι, άσχετο περιστατικό, ο Τάκιτος να παραθέσει αδιάφορα μια φήμη, δίχως να την χαρακτηρίσει φήμη, εφόσον δεν είναι στο χαρακτήρα του να παραθέτει ως φήμη κάτι δίχως να το χαρακτηρίζει φήμη; Αναπόδεικτες αιτιάσεις.

ια') «Ο Τάκιτος, όπως φαίνεται και στα ''Χρονικά'' και στις ''Ιστορίες'' του, σχεδόν ποτέ δεν παραθέτει τις πηγές του. Συνεπώς, δεν ξέρουμε τί θεώρησε ότι ήταν φήμη, σε αντίθεση με αυτό που θεωρούσε ως «αξιόπιστη» προφορική πηγή».

Απάντηση: Οι αρχαίοι ιστορικοί δεν ένοιωθαν πως ήταν υποχρεωμένοι να αναφέρουν τις πηγές τους. Ελάχιστοι παραθέτουν πού και πού κάποια πηγή. Δεν είναι λοιπόν μόνο ο Τάκιτος η εξαίρεση, ώστε να αμφισβητήσουμε την αξιοπιστία του, επειδή δεν αναφέρει πηγές. Ίσως ο Τάκιτος «εξαπατήθηκε» θεωρώντας μια πηγή ως αξιόπιστη, ενώ ήταν φήμη, και γι' αυτό δεν την χαρακτηρίζει φήμη. Αλλά αυτό, δεδομένης της κριτικής ικανότητας του Τάκιτου είναι δυνατόν μόνο αν πιστέψουμε σε συνωμοσίες. Και επιπλέον, η αντίρρηση αυτή χρειάζεται επιχείρημα πως ειδικά στο κείμενο που μας αφορά συνέβη το πράγμα αυτό, αλλιώς είναι οι συνήθεις αοριστίες.

ιβ') «Πώς το ξέρουμε ότι, αν ο Τάκιτος δεν είχε ερευνήσει την ιστορικότητα του Ιησού, θα πίστευε ότι η ιστορικότητα του Ιησού είναι αβάσιμη φήμη;»

Απάντηση: Ο Τάκιτος μπορεί (και) να υπέθεσε ότι ο Ιησούς υπήρξε, αλλά αυτό δεν αποκλείει να έκανε τέτοιες έρευνες –π.χ. στα κρατικά αρχεία – που να του αποδείξουν ότι όντως υπήρξε ο Ιησούς.

Οι αντιρρησίες ίσως πουν ότι ο Τάκιτος δεν παραθέτει στοιχεία για τον Χριστιανισμό, και γι' αυτό δεν τον ενδιέφερε ούτε ο Χριστός, και επομένως η αναφορά του σε αυτόν ήταν χωρίς κριτική επεξεργασία. Αυτοί μπερδεύουν την ποσότητα με την ποιότητα. Ο Τάκιτος δεν έγραψε ιστορία του Χριστιανισμού, αλλά ανέφερε κάποια βασικά πράγματα, για να διευκολύνει τους αναγνώστες του, όταν θα διάβαζαν για τον εμπρησμό της Ρώμης. Πιστεύουν ότι, για να έχει εκατό τοις εκατό εξακριβώσει ο Τάκιτος αυτό που λέει για τον Χριστό, θα έπρεπε να γράψει ολόκληρη μελέτη για τον Χριστιανισμό. Μεγάλο λάθος.

Στην πραγματικότητα, αυτό που οι αρνητές της αυθεντικότητας της αναφορά του Τάκιτου λένε είναι: «Ναι, παραδεχόμαστε ότι ο Τάκιτος συνήθως είναι αξιόπιστος και ακριβής και εξετάζει τα πράγματα, αλλά αυτή ίσως είναι εξαίρεση». Δίχως καμμιά απόδειξη φυσικά.

Συμπέρασμα:

1. Μαθαίνουμε ότι ο Χριστός ήταν ο αρχηγός της θρησκείας κι όχι, όπως λένε κάποιοι, ότι ο Παύλος ήταν ο ιδεολογικός ιδρυτής.

2. Επιβεβαιώνεται η εκτέλεση του Ιησού από τον Πιλάτο.

3. Αναγνωρίζεται η Ιουδαία ως πηγή της θρησκείας, κι έτσι καταρρίπτονται αστείες θεωρίες περί αντιγραφής από παγανιστικές θρησκείες.

III. Η αναφορά του Πλίνιου του Νεώτερου, σε επιστολή προς τον αυτοκράτορα Τραϊανό, το 111 μ.Χ.:

«...5 ...τους έβαζα να επικαλεστούν τους θεούς...και επιπλέον να βρίσουν τον Χριστό˙ έπειτα έκρινα ότι πρέπει να τους αφήσω.... 6 κι όλοι αυτοί προσκύνησαν και την εικόνα σου και τα είδωλα των θεών και έβρισαν τον Χριστό.7 βεβαίωναν (οι Χριστιανοί) ότι το μεγαλύτερο παράπτωμα ή η μεγαλύτερη πλάνη τους ήταν, ότι συνήθιζαν μια ορισμένη μέρα πριν από την ανατολή του ήλιου να συναθροίζονται, να υμνούν εναλλάξ τον Χριστό ως Θεό, και να ορκίζονται ότι δε θα φονεύσουν....8 ...δεν διαπίστωσα τίποτε άλλο παρά μια τιποτένια και υπερβολική δεισιδαιμονία.»

«Το ύφος μοιάζει με αυτό των άλλων επιστολών και τα γράμματα είναι γνωστά από τον καιρό του Τερτυλλιανού [196-212]» (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 27).

Αντιρρήσεις:

α') «Αν ο Πλίνιος κατηγορούσε τους λάτρεις του Σέραπη ή του Απόλλωνα, θα του έλεγαν πως έψελναν ύμνους σε αυτούς, αλλά αυτό δε σημαίνει πως αυτοί οι παγανιστικοί θεοί υπήρχαν ως άνθρωποι».

Απάντηση: Ασφαλώς οι λάτρεις του Σάραπη ή του Απόλλωνα δεν θεώρησαν ότι ήταν άνθρωποι οι θεοί τους, ενώ οι Χριστιανοί πίστευαν ότι ο Ιησούς ήταν άνθρωπος. Επιπλέον υπάρχει η λέξη «ως» Θεό. Δηλαδή ο Πλίνιος απορεί που λατρεύουν έναν θνητό ως θεό.

β') «Ο Πλούταρχος – που έζησε την ίδια εποχή με τον Πλίνιο, στα βιβλία του καταδικάζει τόσες και τόσες αιρέσεις και δεισιδαιμονίες, συμπεριλαμβανομένου και του Ιουδαϊσμού. Τον Χριστιανισμό ή τον Χριστό δεν τους αναφέρει καν. Γιατί;»

Απάντηση: διότι ο Πλούταρχος έζησε στην νότια Ελλάδα, ένα μέρος όπου ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί πολύ λίγο σε σχέση με την Βιθυνία, όπου βρισκόταν ο Πλίνιος, και όπως ο ίδιος λέει οι ναοί άρχισαν να ερημώνουν εξαιτίας του. Στην Κόρινθο και την Αθήνα υπήρχαν μικρές χριστιανικές κοινότητες, αλλά λόγω έλλειψης διωγμών, δεν υπήρχε αφορμή για κάτι τέτοιο. Ούτε έδιναν αφορμές οι Χριστιανοί σε κανέναν να τους κατηγορήσει ότι σέρνονταν στο χώμα ή ότι έκαναν άλλες εξευτελιστικές πράξεις ή ότι ζητιάνευαν.

γ') «Είναι πολύ αργά γραμμένη η επιστολή, ώστε να αποτελεί τεκμήριο για την ύπαρξη του Ιησού».

Απάντηση: έχει απαντηθεί στην ζ'’ αντίρρηση κατά του αποσπάσματος του Ιώσηπου.

IV. Η μαρτυρία του Mara-Bar Serapion, κάπου μεταξύ 73 και 160 μ.Χ. (Robert Van Voorst, Jesus Outside the New Testament. Grand Rapids: Eerdmans, 2000, σ. 56):

«Τί κέρδισαν οι Αθηναίοι θανατώνοντας τον Σωκράτη; Λιμός και πανούκλα επήλθε σε αυτούς ως καταδίκη για το έγκλημά τους. Τί κέρδισαν οι Σάμιοι καίγοντας τον Πυθαγόρα; Σε μια στιγμή η χώρα τους καλύφθηκε με άμμο. Τί κέρδισαν οι Εβραίοι σκοτώνοντας τον σοφό βασιλιά τους; Ακριβώς μετά το βασίλειό τους χάθηκε. Ο Θεός δίκαια εκδικήθηκε τους τρεις αυτούς σοφούς άνδρες. Οι Αθηναίοι πέθαναν από πείνα, οι Σάμιοι καλύφθηκαν από τη θάλασσα, οι Εβραίοι κατεστραμμένοι διώχθηκαν από τη γη τους και ζουν σε πλήρη απελπισία. Αλλά ο Σωκράτης σίγουρα δεν πέθανε. Ζει στα κηρύγματα του Πλάτωνα. Ο Πυθαγόρας δεν πέθανε, σίγουρα. Ζει μέσα στο άγαλμα της Ήρας. Ούτε ο σοφός βασιλιάς πέθανε. Ζει στα διδάγματα που έδωσε».

Αντιρρήσεις:

α') «Δεν αναφέρεται η λέξη Ιησούς. Το «σοφός βασιλιάς» δεν σημαίνει απαραίτητα Ιησούς. Υπήρχαν τόσοι πολλοί ψευδομεσσίες τον καιρό εκείνο, και μπορεί να αναφέρεται σε έναν από εκείνους».

Απάντηση: το κείμενο δίνει εφτά κριτήρια περιγράφοντας τον βασιλιά αυτόν. Κανείς από τους ψευδομεσσίες δεν πληρούσε και τα επτά κριτήρια, τα οποία είναι:

i) εκτελέστηκε. ii) Κατείχε τη σοφία. iii) Εκτελέστηκε πριν το ιουδαϊκό βασίλειο καταστραφεί. iv) Εκτελέστηκε προτού οι Ιουδαίοι διασπαρούν. v) Εκτελέστηκε λόγω των πράξεων των Ιουδαίων. vi) Συνέχισε να ζει μέσα από τη διδασκαλία που έδωσε. vii) Αναφερόταν ως «Βασιλιάς».

Ποιος μπορεί να είναι αυτός; Μερικοί λένε ότι ήταν ένας Εσσαίος «Διδάσκαλος της Ευσέβειας», αλλά υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι για το ποιος ήταν ο ίδιος ο «Δάσκαλος της Ευσέβειας», συμπεριλαμβανομένου και του Ιησού (Charles F. Pfeiffer, The Dead Sea Scrolls and the Bible. Grand Rapids: Baker Book House, 1969, σ. 72-77). Πάντως, ο δάσκαλος αυτός της ευσέβειας δεν πληροί παρά μόνο τα κριτήρια ii) και vi).

Ο «Βασιλιάς» αυτός εκτελέστηκε. Όσες προσπάθειες κι αν έγιναν να αποδειχθεί ότι και ο Εσσαίος Δάσκαλος της Ευσέβειας επίσης μαρτύρησε ή ακόμη σταυρώθηκε, οι πάπυροι της Νεκράς Θάλασσας δεν λένε τίποτα περισσότερο για το μαρτύριο του Δασκάλου, εκτός από το ότι υπέστη γενικώς καταδίωξη και ήταν σε κίνδυνο. Δεν λένε ότι θανατώθηκε. Έτσι, οποιαδήποτε προσπάθεια να αποδειχθεί το αντίθετο, ότι αυτός ήταν ο βασιλιάς, ουσιαστικά είναι αντίθετη στα στοιχεία των παπύρων. Επομένως, ο Διδάσκαλος δεν πληροί ούτε τα κριτήρια iii, iv, v. Σχετικά με το κριτήριο iv:

Προφανώς όσο πιο πίσω πάμε, τόσο πιο δύσκολα ταιριάζει η περιγραφή, διότι αφού αμέσως μόλις ο βασιλιάς σκοτώθηκε, καταλύθηκε το βασίλειο των Εβραίων. Αν αυτός είναι ο Ονίας Γ', τότε η κατάλυση του ιουδαϊκού βασιλείου συνέβη περίπου 240 έτη νωρίτερα. Αν αυτός ήταν ο Ιούδας ο Εσσαίος, τότε συνέβη η κατάλυση 170 χρόνια νωρίτερα. Όποιος και να ήταν αυτός ο Δάσκαλος, πέθανε στα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα, πράγμα που τον τοποθετεί πολύ μακριά από το «αμέσως μετά την κατάλυση», δηλαδή το 70 μ.Χ., όταν οι Ιουδαίοι διεσπάρησαν στην οικουμένη και το βασίλειό τους κατελύθη.

Φυσικά, ο Δάσκαλος αυτός δεν αναφέρεται ως «Βασιλιάς», αλλά στα χειρόγραφα του Qumran ως ιερέας.

β') «Το κείμενο δείχνει ότι ο «Βασιλιάς» αυτός ήταν σύγχρονος του Σωκράτη και του Πυθαγόρα».

Απάντηση: Φυσικά και δεν δείχνει κάτι τέτοιο. Όταν ο Σωκράτης γεννήθηκε, ο Πυθαγόρας ήταν 60 χρονών! Δεν υπάρχει καμμία χρονική συγγένεια μεταξύ των τριών.

γ') «Το κείμενο είναι χρονικά απομακρυσμένο από τον Ιησού και πιθανώς επηρεασμένο από τη χριστιανική παράδοση. Κατηγορούνται οι Ιουδαίοι που σκότωσαν το βασιλιά τους. Η χρήση του «Βασιλιάς των Ιουδαίων» παραπέμπει σε χριστιανική επιρροή».

Απάντηση: Η χρονική διαφορά 70-100 χρόνων δε σημαίνει τίποτα, το έχουμε ξαναπεί. Το να σκέφτεσαι ανεξάρτητα δεν είναι εφεύρεση του 21ου αιώνα, υπήρχε και τότε, και συνεπώς δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει χριστιανική επίδραση. Η ομοιότητα δεν συνεπάγεται αντιγραφή ή επίδραση. Τα ευαγγέλια δεν γράφτηκαν το 33 μ.Χ., αλλά αργότερα, κι αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της συγγραφής τους και της συγγραφής του κειμένου αυτού, είναι μικρότερος, αφήνοντας μικρότερο χρόνο για χριστιανική επίδραση. Άλλωστε, ο Ιησούς κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να γίνει βασιλιάς των Ιουδαίων. Αυτό απηχεί τη φήμη του ως βασιλιά.

V. Η αναφορά του Ταλμούδ.

Η κύρια αντίρρηση είναι ότι οι συγγραφείς του Ταλμούδ δεν είχαν για τον Ιησού παρά μόνο μία πηγή: τους Χριστιανούς. Ωστόσο, δεν ξέρουμε καν πόσες πηγές είχε το Ταλμούδ, κι αν αυτές ήταν οι χριστιανικές.

Πάντως, ο θυμός και η μανία του Ταλμούδ κατά του Χριστού και του Χριστιανισμού οδηγεί σε ένα λογικό συμπέρασμα: εάν οι Ιουδαίοι συγγραφείς ήθελαν να πουν ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε, θα το έλεγαν. Δεν το είπαν. Γιατί; Διότι δε μπορούσαν να αρνηθούν την πραγματικότητα. Εάν πάλι υπήρχε το παραμικρό στοιχείο, που θα τούς έδινε το δικαίωμα να πουν ότι ο Ιησούς αυτός δεν υπήρξε, θα έλεγαν «δεν υπήρξε». Αν η Ιστορία τούς έδινε αυτό το δικαίωμα, η κριτική τους κατά των Χριστιανών θα στρεφόταν προς αυτήν την κατεύθυνση, και θα συμπεριλάμβανε και την «ανυπαρξία του Ιησού» στα όπλα της πολεμικής του Ταλμούδ. Αναρωτιέται κανείς, γιατί δεν υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε Ιησούς, οι Ιουδαίοι. Θα ήταν γι' αυτούς πολύ ευκολότερο να το πουν, αντί να εφευρίσκουν φανταστικές ιστορίες (ότι ήταν γιος Ρωμαίου στρατιώτη κ.ά.). Αν το έλεγαν, θα έφερναν τους Χριστιανούς σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν είχαν όμως στοιχεία, κι έτσι το μόνο που τους απέμεινε ήταν να δυσφημήσουν τον υπαρκτό Ιησού. Κανείς αντίπαλος του Χριστιανισμού δεν το είπε όμως τους τέσσερεις πρώτους αιώνες.

«Ναι, αλλά το Ταλμούδ εγράφη μεταξύ 2ου και 6ου αιώνα. Τί εγκυρότητα έχει η μαρτυρία ενός βιβλίου π.χ. του 5ου αιώνα για την ιστορικότητα ενός προσώπου τον 1ο αιώνα;»

Απάντηση: τα εδάφια που μιλούν για τον Ιησού υπάρχουν από τον 2ο αιώνα μ.Χ. Η αντικειμενική απόδειξη ότι υπάρχουν αυτά από τότε, είναι ότι ο ίδιος ο Κέλσος (2ος αι.) ουσιαστικώς τα αντιγράφει, λέγοντας ότι ο Ιησούς ήταν γιός ενός Πανδήρα, πράγμα που λέγεται στο Ταλμούδ. Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι το Ταλμούδ ανέφερε εξ αρχής τον Ιησού.

VI. Η αναφορά του Λουκιανού στο Περί της Πελεγρίνου τελευτής, 11 και 15:

«...κι εκείνοι (οι Χριστιανοί) τον σέβονταν σαν θεό τους και τον είχαν νομοθέτη και αρχηγό, μετά από εκείνον φυσικά που ακόμη τον λατρεύουν, τον άνθρωπο που σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη (τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐν τῇ Παλαιστίνῃ ἀνασκολοπισθέντα), επειδή εισήγαγε στη ζωή αυτή την καινή τελετή... προσκυνούν δε τον εσταυρωμένο εκείνον σοφιστή και ζουν σύφμωνα με τους νόμους εκείνου (αρχαίο κείμ.: τὸν δὲ ἀνεσκολοπισμένον ἐκεῖνον σοφιστήν)».

Φυσικά ένα τέτοιο προσβλητικό κείμενο ουδέποτε θα ήταν αποτέλεσμα Χριστιανού συγγραφέα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι «κακοί Χριστιανοί» που «έκαψαν όσα βιβλία δεν συμφωνούσαν μαζί τους» διέσωσαν μια σάτυρα κατά των Χριστιανών και τις ύβρεις κατά του Χριστού. Ιδού ο Σκοτεινός Μεσαίωνας.

Αντιρρήσεις:

α') «Ο Λουκιανός απλώς παίρνει τις πληροφορίες του από τους Χριστιανούς και τις μεταφέρει. Δεν λέει κάτι δικό του. Έτσι, δεν πρόκειται για πληροφορία για την ύπαρξη του Ιησού, αφού είναι από χριστιανικές πηγές. Εξάλλου είναι πολύ μεταγενέστερη πηγή».

Απάντηση: Ο Λουκιανός ήταν αθεϊστής. Χλεύαζε τους παγανιστικούς θεούς, αλλά, όπως φαίνεται χλεύαζε και τις ανατολίτικες δοξασίες. Είναι δύσκολο να φανταστούμε τον ορθολογιστή Κυνικό και Επικούρειο Λουκιανό να αναζητά πληροφορίες για το Χριστιανισμό, τους Χριστιανούς και τον Χριστό από τους ίδιους, από ανθρώπους που περιφρονούσε ως «βλάκες», όπως τους αποκαλεί (παράγραφος 13).

Όμως ο Λουκιανός αναφέρεται στον τρόπο θανάτωσης του Ιησού ως «ανασκολπισμό» κι όχι σταύρωση. Αποκαλεί τον Ιησού «ανεσκολοπισμένον» κι όχι εσταυρωμένον. Αυτό είναι μεγάλη απόδειξη πως ο Λουκιανός δεν πήρε τις πληροφορίες του από τους Χριστιανούς, αλλά από άλλες πηγές. Δηλαδή δεν αντιγράφει χριστιανικές μαρτυρίες, και συνεπώς δεν είναι αναξιόπιστος.

Ότι είναι μεταγενέστερος δεν λέει τίποτε, όπως έχουμε πει. Γράφει το 165-167 μ.Χ. Δεν είναι παρά 120 χρόνια μετά τον Ιησού, 100 με 90 χρόνια από τα Ευαγγέλια.

β') «Πώς μπορούμε να βεβαιωθούμε ότι ο Λουκιανός δεν γράφει ακόμη μια Φανταστική ιστορία, όταν περιγράφει τον Ιησού; Είναι από ιστορική άποψη, ακριβής και αξιόπιστος ο Λουκιανός;»

Απάντηση: Ναι, είναι. Μπορεί να έγραψε ένα σωρό φανταστικές ιστορίες με πλήθος φανταστικά ταξίδια, αλλά στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται σε απόηχο ιστορικών γεγονότων έχοντας κατά νου τους Χριστιανούς, τους οποίους θέλει να χλευάσει. Τους χλευάζει τόσο πολύ, ώστε δεν τίθεται ζήτημα να εφεύρει κι έναν «ανύπαρκτο» ηγέτη τους. Αν ήθελε να δώσει την χαριστική βολή θα έγραφε λ.χ. «ο ανύπαρκτος σοφιστής, που λένε ότι έζησε στην Παλαιστίνη, για να εξαπατούν τον κόσμο και να δίνουν κύρος στην θρησκεία τους» ή κάτι παρόμοιο.

Επιπλέον, ο Λουκιανός έχει γράψει πραγματεία ''Πώς δει την ιστορίαν συγγράφειν'', όπου δείχνει να ενδιαφέρεται πάρα πολύ για την ιστορική ακρίβεια και γράφει μεταξύ άλλων «ο ιστορικός δεν πρέπει να θυσιάζει σε κανένα θεό παρά στην Αλήθεια. Πρέπει να παραμελήσει ο,τιδήποτε άλλο. Η ιστορία αντιπαθεί την παρεμβολή και του ελάχιστου λάθους. Το καθήκον του ιστορικού είναι να λέει τα πράγματα όπως συνέβησαν» (H. W. Fowler, The Works of Lucian of Samosata. Oxford: Clarendon, 1905, σ. 126-128).

Ο Λουκιανός ήταν μορφωμένος, λάτρης της ιστορικής ακρίβειας όταν επρόκειτο για ιστορικά ζητήματα, και γνώριζε για τους Χριστιανούς. Εάν ήξερε ότι ο Ιησούς ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο ή αν κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ, θα χρησιμοποιούσε τα στοιχεία αυτά στη σάτυρά του.

8) Συνολικά, όσον αφορά τους εθνικούς έως τον Λιβάνιο, υπάρχουν για τον Χριστό ή και τους Χριστιανούς οι αναφορές του Τάκιτου, του Πλίνιου Σεκούνδου, του Τραϊανού, του Επίκτητου, του Αδριανού, του Σουητώνιου, του Αντωνίνου Πίου, του Μάρκου Αυρήλιου, του Λουκιανού, του Κέλσου, του Δίων Κάσσιου, του Αίλιου Σπαρτιανού, του Αίλιου Λαμπρίδιου, του Γαλλιηνού, του Αμέλιου, του Αυρηλιανού, του Φλάβιου Βοπίσκου, του Διοκλητιανού, του Μαξιμιανού, του Πορφύριου, του Γαλέριου, του Μαξιμίνου, του Σαβίνου, του Λικίνιου, του Ιουλιανού και του Λιβάνιου. Εικοσιέξι εθνικοί συγγραφείς σε τρισήμισυ αιώνες και ούτε ένας δεν τολμά να αμφισβητήσει, έστω ως αστειάκι, έστω ως υπονοούμενο την ιστορικότητα του Ιησού. Ούτε οι πιο κυνικοί ούτε οι πιο άθεοι ούτε οι πιο σοφιστές ούτε οι πιο αντιχριστιανοί. Τί περίεργο. Ο Αριστοτέλης αμφισβητεί την ύπαρξη του Ορφέα, αλλά του Χριστού την ύπαρξη, κανείς. Κανείς δεν είχε λοιπόν την «εξυπνάδα» να μιλήσει για κάτι «τόσο» προφανές, την ανυπαρξία του Ιησού; Ή ήταν τόσο αφελείς, οι φιλόσοφοι, οι σοφιστές, οι παγανιστές, οι αυτοκράτορες, ώστε δεν σκέφτηκαν: «μήπως αυτό το πρόσωπο ουδέποτε υπήρξε;» Κανείς δε σκέφτηκε την ιδέα να στριμώξει τους Χριστιανούς, αρνούμενος την ύπαρξη του Ιησού, ώστε να τους κάνει να προσπαθούν να την αποδείξουν. Δεν μπορεί ούτε ένας να μην είχε την ιδέα να σκεφτεί διαφορετικά. Μήπως φοβόντουσαν; Τί φοβόντουσαν; Μια «άθλια δεισιδαιμονία», την οποία κορόϊδευαν συνεχώς και ενίοτε την καταδίωκαν; Η σιωπηρή αποδοχή της ύπαρξης του Χριστού είναι κάτι παραπάνω από ολοφάνερη. Όταν θεωρείς κάτι ανύπαρκτο, δεν αρκείσαι απλώς στο να το κοροϊδεύεις˙ υποστηρίζεις επιπλέον ότι είναι ανύπαρκτο.

9) Δεν έχει νόημα να μιλήσουμε για την μαρτυρία των Ευαγγελίων. Οι νεοπαγανιστές αρνούνται, ενώ για τα Ορφικά ή τον Ερμή Τρισμέγιστο γνωρίζουν με βεβαιότητα (!) πως εγράφησαν το 10000 π.Χ, την εγκυρότητά τους. Δεν λέει προφανώς τίποτε το γεγονός ότι τα Ευαγγέλια διατήρησαν αυτούσια την μορφή τους εξ αρχής.

Προφανώς, θεωρείται φυσιολογικό κάποιοι άνθρωποι (είτε αυτοί ήταν οι Απόστολοι και Ευαγγελιστές είτε κάποιοι που πρωτοξεκίνησαν την διάδοση του Χριστιανισμού) εσκεμμένα να δημιούργησαν ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, έπειτα να έπεισαν τους εαυτούς τους ότι η λογοτεχνική αυτή προσωπικότητα υπάρχει, μετά να έπεισαν και άλλους, και τέλος να δέχτηκαν να πεθάνουν για κάτι ανύπαρκτο.

Φυσικά, ισχύει το γεγονός ότι συχνά ο άνθρωπος εξαπατάται. Έτσι, μπορεί κάποιος να θεωρήσει πιθανό ότι οι Απόστολοι εξαπατήθηκαν νομίζοντας ότι βλέπουν τον αναστημένο Ιησού. Αλλά αυτό σημαίνει δύο πράγματα: πρώτον, ότι ακόμη κι αν εξαπατήθηκαν αναφορικά με την Ανάσταση, δεν εξαπατήθηκαν όμως αναφορικά με την ύπαρξη καθ' εαυτή του Ιησού και η μαρτυρία τους γι' αυτήν είναι αληθινή. Δεύτερον, ότι κανείς οπαδός καμμιάς άλλης θρησκείας δεν πέθανε για ένα ψέμμα. Καμμιά άλλη θρησκεία της εποχής δεν ισχυρίστηκε ότι ο μίθρας ή ο Άδωνις ήταν ενσαρκωμένοι θεοί, ώστε να ισχυρίζεται για την ιστορικότητα των προσώπων αυτών, ούτε πέθαναν γι' αυτούς. Μόνο ο Χριστιανισμός. Αυτό, μαζί με τα υπόλοιπα, λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα: δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. 
 
Πηγή: ierosolymitissa.org

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου