Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Οι εκατόν χιλιάδες Άγιοι μάρτυρες της Τυφλίδος.


Το 1227 κατέλαβαν την Γεωργία οι Χωράσμιοι με αρχηγό τον Τζαλαλεντίν. Ο εχθρός κατέστρεψε όλη την χώρα, ως και την πρωτεύουσα Τιφλίδα, η οποία αντιστάθηκε ηρωικά αρκετό διάστημα. Ο εχθρός δεν σεβάστηκε τίποτα, άνδρες, γυναίκες, ούτε παιδιά. Για το φρικτό αυτό γεγονός ο Γεωργιανός ιστοριογράφος Ζαμτααγμτσερέλι αναφέρει στις πηγές του: «και μπήκαν με μεγάλη οργή, άρπαξαν τα βρέφη από το στήθος των μανάδων τους, τα έριχναν επάνω σε πέτρες, τα έβγαζαν μάτια και μυαλά και μετά σκότωναν και τις μάνες. Τους ιερείς τους έδεναν στα άλογα και τους έσερναν στους δρόμους. Τους νέους αποκεφάλιζαν. Το αίμα κυλούσε σαν ποτάμι... ο Τζαλαλεντίν άρχισε να καταστρέφει τις εκκλησίες, και γκρέμισε τον τρούλο του Μητροπολιτικού ναού Σιών για να ανοικοδομήσει εκεί την έδρα του.


Εκείνος ο αιμοσταγής διέταξε να βγάλουν τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας που υπήρχαν στην εκκλησία Σιόνι και να τις βάλουν στην είσοδο της γέφυρας και πρόσταζε ο κατακτητής τους Χριστιανούς να προσβάλλουν τις εικόνες πατώντας τες με τα πόδια τους και αρνούμενοι την πίστη τους. Όσοι αρνούνταν να εκτελέσουν την διαταγή του πρόσταξε να αποκεφαλίζονται. Έφερναν πλήθος γεωργιανών κατοίκων, άνδρες, γυναίκες, νέους, εξαναγκάζοντάς τους με αυτό τον τρόπο, να αρνηθούν την Χριστιανική Θρησκεία.


Ο πιστός, όμως, λαός ακόμη μια φορά έδειξε την βαθιά του ευσέβεια στην αγία πίστη του Χριστού και αρνήθηκε να εκτελέσει την διαταγή του κατακτητού, και πολλές χιλιάδες γεωργιανοί πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου».



Οι πληροφορίες για το αιματοκύλισμα των γεωργιανών από τους Χωράσμιους σώζονται σε αραβικές και αρμένικες πηγές.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Γεωργίας μνημονεύει στις 31 Οκτωβρίου/13 Νοεμβρίου τους εκατόν χιλιάδες μαρτύρες.

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: Περί γαστριμαργίας.

ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
Περί γαστριμαργίας
(Διά την ονομαστήν δέσποιναν, την πονηράν κοιλίαν)
 
1. Προκειμένου τώρα να ομιλήσωμε περί κοιλίας, απεφασίσαμε πάλι, όπως και σε όλα τα άλλα θέματα, να στρέψωμε την φιλοσοφία μας εναντίον μας. Διότι είναι αξιοθαύμαστο εάν απηλλάγη κανείς από αυτήν, πρίν κατοικήση τον τάφο.
 
2. Γαστριμαργία είναι η υποκριτική συμπεριφορά της κοιλίας, η οποία, ενώ είναι χορτασμένη, φωνάζει πώς είναι ενδεής και ενώ είναι παραφορτωμένη μέχρι διαρρήξεως, ανακράζει ότι πεινά. Γαστριμαργία είναι η δημιουργός των καρυκευμάτων, η πηγή των τέρψεων του λάρυγγος. Εσύ έκλεισες την φλέβα (των ηδονικών απαιτήσεών της), αλλά αυτή ξεπρόβαλε από άλλος μέρος. Την έφραξες και τούτη, αλλά καινούργια ανοίχθηκε. Γαστριμαργία είναι μια απάτη των οφθαλμών. Καθ΄ ήν στιγμήν κάποιος τρώγει το μέτριο σε ποσότητα φαγητό του, η γαστριμαργία τον κάνει να σκέπτεται, πώς να ήταν δυνατό να καταβροχθίση διά μιας τα σύμπαντα.

3. Ο χορτασμός από φαγητά είναι πατήρ της πορνείας η θλίψις δε της κοιλίας είναι πρόξενος της αγνότητος. Εκείνος πού εκολάκευσε τον λέοντα, πολλές φορές τον ημέρωσε. Εκείνος όμως πού περιποιήθηκε την σάρκα, περισσότερο την εξαγρίωσε.
 
4. Χαίρεται ο Ιουδαίος το Σάββατο ή τις εορτές, και ο γαστρίμαργος μοναχός το Σάββατο και την Κυριακή. Από καιρό υπολογίζει το Πάσχα και από πολλές ημέρες ετοιμάζει τα φαγητά. Ο δούλος της κοιλίας σκέπτεται με τι είδους φαγητά θα εορτάση, ο δε δούλος του Θεού με τι χαρίσματα θα πλουτήση. Ο κοιλιόδουλος, όταν έλθη κάποιος ξένος, συνέχεται ολόκληρος από την αγάπη -αγάπη πού προέρχεται από την γαστριμαργία- και θεωρεί ως αναψυχή του αδελφού την ιδική του κατάλυσι! Επί παρουσία ωρισμένων άλλων απεφάσισε την κατάλυσι οίνου, και νομίζοντας πώς κρύβει την αρετή του, υποδουλώθηκε στο πάθος του.
 
5. Εχθρεύεται πολλές φορές η κενοδοξία προς την γαστριμαργία και αντιμάχονται για την κατοχή του αθλίου μοναχού σαν να πρόκειται για αγοραστό δούλο. Η μέν γαστριμαργία τον ωθεί στην κατάλυσι, η δε κενοδοξία του συνιστά την επίδειξι της αρετής του, αλλά ο σοφός μοναχός θα τις αποφύγη και τις δύο διώχνοντας στην κατάλληλη ώρα την μία με την βοήθεια της άλλης.
 
6. Όταν η σάρκα σφριγά, ας φυλάξωμε την εγκράτεια παντού και πάντοτε. Όταν δε ηρεμή -πράγμα πού δεν πιστεύω ότι κατορθώνεται πρό του τάφου-, ας αποκρύψωμε την εργασία μας.
 
7. Είδα ηλικιωμένους ιερείς να εμπαίζωνται από τους δαίμονες και να δίνουν ευλογία σε νέους, πού δεν εξηρτώντο πνευματικώς από αυτούς, να καταλύσουν σε επίσημο τραπέζι κρασί και ό,τι άλλο. Εάν μέν οι ιερείς αυτοί έχουν έν Κυρίω καλή μαρτυρία, άς κάνωμε μετρία κατάλυσι. Εάν όμως είναι αμελείς, ας μη λάβωμε καθόλου υπ΄ όψιν μας την ευλογία τους, και μάλιστα εάν τύχη και μαχώμεθα εναντίον σαρκικής πυρώσεως.
 
8. Ενόμισε ο θεήλατος Ευάγριος ότι έγινε σοφώτερος των σοφών και στην μορφή και στο περιεχόμενο των λόγων του. Απατήθηκε όμως ο ταλαίπωρος και φάνηκε ανοητότερος των ανοήτων και σε πολλά άλλα ζητήματα και σ΄ αυτό. Εδίδαξε: «Οσάκις η ψυχή επιθυμεί ποικίλα φαγητά, ας θλίβεται με άρτον μόνο και ύδωρ». Είναι δε η προσταγή του αυτή σαν να προτρέπης ένα παιδί ν΄ ανεβή με ένα βήμα όλη την σκάλα. Εμείς όμως, αντικρούοντες τον ορισμό του, ως εξής ορίζουμε: Όταν επιθυμούμε τα διάφορα φαγητά, ζητούμε κάτι πού είναι μέσα στην φύσι μας. Γι΄ αυτόν τον λόγο ας χρησιμοποιήσωμε ένα τέχνασμα προς την πολυμήχανη κοιλία, και μάλιστα αν δεν μας απειλή βαρύτατος πόλεμος ή δεν υπάρχη πένθος ή κανών για προηγούμενες σοβαρές πτώσεις. Ας κόψωμε πρώτα τα λιπαρά, έπειτα τα ερεθιστικά και έπειτα τα εύγευστα.
 
9. Αν σου είναι εύκολο, δίδε στην κοιλία σου τροφή χορταστική και ευκολοχώνευτη, ώστε με τον χορτασμό να ικανοποιήσουμε την αχόρταστη όρεξί της, ενώ με την σύντομη χώνευσι να σωθούμε από την σαρκική πύρωσι σαν από μάστιγα. Ας εξετάσωμε, και θα βρούμε πώς τα περισσότερα από τα φαγητά πού «φουσκώνουν» ερεθίζουν την σάρκα.
 
10. Να γελάς με τον δαίμονα πού σου υποβάλλει μετά το δείπνο να αφήσης για την επόμενη ημέρα τους κανόνες των προσευχών σου, διότι θα έλθη η ενάτη ώρα της επομένης, και δεν θα έχη τηρηθή η συμφωνία της προηγουμένης.
 
11. Άλλη είναι η εγκράτεια πού αρμόζει σε όσους δεν έχουν δοκιμάσει μεγάλες πτώσεις και άλλη σε όσους έχουν υποπέσει σ΄ αυτές. Οι μέν πρώτοι έχουν ως γνώμονα την σαρκική κίνησι, οι δε δεύτεροι αντιμετωπίζουν το θέμα με σκληρότητα και αδιαλλαξία μέχρι θανάτου. Και οι μέν προσπαθούν να διαφυλάττουν πάντοτε την σωφροσύνη του νου, ενώ οι δε εξευμενίζουν τον Θεόν με την σκυθρωπότητα της ψυχής και με την θλίψι της σαρκός.
 
12. Ο καιρός της ευφροσύνης και της «παρακλήσεως» στον τέλειο μοναχό είναι καιρός αμεριμνίας, στον αγωνιστή καιρός πάλης και στον εμπαθή «εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων».
 
13. Όνειρα γύρω από τροφές και φαγητά συναντώνται στην καρδία των γαστριμάργων, και όνειρα γύρω από την κόλασι και την Κρίσι συναντώνται στην καρδία των μετανοούντων.
 
14. Κυριάρχησε στην κοιλία σου, πρίν κυριαρχήση αυτή πάνω σου, και τότε θα αναγκασθής να νηστεύης γεμάτος καταισχύνη. Αυτό που είπα το καταλαβαίνουν εκείνοι πού έπεσαν στον ακατανόμαστο βόθρο. Όσοι είναι ευνούχοι - (κατά πνεύμα ευνούχοι) (πρβλ. Ματθ. ιθ' 12) δεν εγνώρισαν το αμάρτημα αυτό.
 
15. Ας περικόψωμε τις απαιτήσεις της κοιλίας με την σκέψι του αιωνίου πυρός. Μερικοί πού υπετάγησαν σ΄ αυτήν έφθασαν στην ανάγκη στο τέλος να αποκόψουν τα μέλη του σώματός τους, και απέθαναν έτσι σωματικά και ψυχικά. Ας ερευνήσωμε, και οπωσδήποτε θα διαπιστώσωμε πώς τα ηθικά μας ναυάγια προέρχονται μόνο από την γαστριμαργία.
 
16. Ο νούς του νηστευτού προσεύχεται καθαρά και προσεκτικά, του δε ακρατούς είναι γεμάτος από ακάθαρτες εικόνες. Ο χορτασμός της κοιλίας εξήρανε τις πηγές των δακρύων. Όταν όμως αυτή απεξηράνθη, εδημιούργησε τα ύδατα των δακρύων.
 
17. Εκείνος που περιποιείται την κοιλία του και αγωνίζεται να νικήση το πνεύμα της πορνείας, ομοιάζει με εκείνον πού προσπαθεί να σβήση μεγάλη φωτιά με λάδι. Όταν θλίβεται η κοιλία ταπεινούται η καρδία. Όταν όμως δέχεται περιποιήσεις, θεριεύουν και αλαζονεύονται οι λογισμοί.
 
18. Εξέταζε τον εαυτόν σου την πρώτη ώρα της ημέρας και το μεσημέρι και την τελευταία πρό του φαγητού, και θα κατανοήσης έτσι την ωφέλεια της νηστείας. Το πρωί (πού δεν πεινάς) οι λογισμοί σκιρτούν και περιπλανώνται εδώ κι εκεί, κατά την έκτη ώρα ατονούν κάπως, και κατά το ηλιοβασίλεμα έχουν εντελώς ταπεινωθή.
 
19. Θλίβε την κοιλία και οπωσδήποτε θα κλείσης και το στόμα διότι η γλώσσα ισχυροποιείται από τα πολλά φαγητά. Να πυγμαχής συνεχώς εναντίον της και να επαγρυπνής συνεχώς επάνω της. Εάν εσύ κοπιάσης ολίγο, αμέσως και ο Κύριος σε βοηθεί.
 
20. Όσο χρησιμοποιούνται και μαλακώνουν οι ασκοί, τόσο αυξάνουν στην χωρητικότητα. Όταν όμως μείνουν περιφρονημένοι και αχρησιμοποίητοι, θα μαζέψουν και δεν θα χωρούν τόσο πολύ.
 
21. Εκείνος που καταπιέζει την κοιλία με πολλά φαγητά, επλάτυνε τα έντερα, ενώ εκείνος πού της εναντιώνεται, τα εστένευσε. Και όταν αυτά εστένευσαν, δεν χρειάζονται πολλά φαγητά, οπότε κατά φυσικό τρόπο μαθαίνομε να νηστεύωμε.
 
22. Η δίψα πολλές φορές εσταμάτησε την δίψα. Είναι όμως δυσχερές και ακατόρθωτο με την πείνα να περικοπή η πείνα. Όταν σε νικήση η κοιλία, δάμαζέ την με σωματικούς κόπους. Και αν αυτό σου είναι αδύνατο διά λόγους ασθενείας, πάλαιψε εναντίον της με την αγρυπνία.
 
23. Όταν βαραίνουν οι οφθαλμοί, πιάσε το εργόχειρο. Εάν όμως ο ύπνος έχη φύγει, μη το πιάνης, διότι δεν είναι δυνατόν να προσηλώσης τον νου σου στον Θεόν και στον μαμωνά (Ματθ. στ΄24), δηλαδή στον Θεό και στο εργόχειρο.
 
24. Γνώριζε ότι πολλές φορές ο δαίμων της γαστριμαργίας έρχεται και κάθεται επάνω στο στομάχι, και κάνει ώστε να μη χορταίνει ο άνθρωπος, έστω και αν φάγη ολόκληρη την Αίγυπτο και πιή ολόκληρο τον Νείλο. Μετά το φαγητό φεύγει ο ανόσιος και μας στέλνει τον δαίμονα της πορνείας, αφού του περιέγραψε το συμβάν. «Να τον συλλάβης, του λέγει, να τον συλλάβης, να τον ζαλίσης. Καθώς η κοιλία του είναι παραφορτωμένη, δεν θα κουρασθής πολύ». Και εκείνος μόλις ήλθε χαμογέλασε. Και αφού μας έδεσε «χειροπόδαρα» με τον ύπνο, έπραξε όλα όσα θέλησε καταλερώνοντας σώμα και ψυχή με μολυσμούς και φαντασίες και εκκρίσεις. Θαυμαστό πράγμα! Να βλέπης ασώματο νού να μολύνεται και να σκοτίζεται από το σώμα και πάλι διά μέσου του πηλίνου σώματος τον άϋλο νού να καθαρίζεται και να λεπτύνεται!
 
25. Εάν υποσχέθηκες στον Χριστόν να βαδίζης την στενή και τεθλιμμένη οδό, στενοχώρησε την κοιλία. Διότι όταν αυτή δέχεται περιποιήσεις και πλατύνεται, τότε εσύ αθέτησες τις υποσχέσεις.
 
26. Σύνελθε! Και θα ακούσης τον Χριστόν να λέγη: «Πλατεία και ευρύχωρος η οδός της κοιλίας, η απάγουσα είς την απώλειαν της πορνείας και πολλοί εισίν οι εισπορευόμενοι εν αυτή. Τι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός της νηστείας, η εισάγουσα είς την ζωήν της αγνείας και ολίγοι εισίν οι εισερχόμενοι δι΄αυτής» (πρβλ. Ματθ. ζ΄ 13-14).
 
27. Αρχηγός των δαιμόνων είναι ο πεσών Εωσφόρος, και αρχηγός των παθών ο λαιμός της κοιλίας.
 
28. Όταν λάβης θέσι σε πλούσιο τραπέζι, φέρε εμπρός σου την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως ίσως έτσι να συγκρατήσης ολίγο το πάθος. Και ενώ πίνεις, μη παύσης να θυμάσαι το όξεος και την χολή του Δεσπότου σου. Έτσι ή θα εγκρατευθής ή τουλάχιστον, αν δεν εγκρατευθής, θα ταπεινωθής αναστενάζοντας (συγκρίνοντας την πολυφαγία σου με το πάθος του Χριστού).
 
29. Μη πλανάσαι! Ούτε από την δουλεία του Φαραώ πρόκειται να ελευθερωθής ούτε το άνω Πάσχα θα αντικρύσης, εάν δεν γευθής παντοτεινά πικρίδες και άζυμα. Πικρίδες είναι η βία και κακοπάθεια της νηστείας, και άζυμα το χωρίς φυσίωσι φρόνημα.
 
30. Ας ενωθή με την αναπνοή σου ο λόγος του Ψαλμωδού: «Όταν με ενωχλούσαν οι δαίμονες, εφορούσα πένθιμο ένδυμα και εταπείνωνα με νηστεία την ψυχή μου και η προσευχή μου είχε κολληθή στους κόλπους της ψυχής μου» (πρβλ. Ψαλμ. λδ' 13).
 
31. Η νηστεία είναι βία φύσεως και περιτομή των ηδονών του λάρυγγος, εκτομή της σαρκικής πυρώσεως, εκκοπή των πονηρών λογισμών, απελευθέρωσις από μολυσμούς ονείρων, καθαρότης προσευχής, φωτισμός της ψυχής, διαφύλαξις του νου, διάλυσις της πωρώσεως, θύρα της κατανύξεως, ταπεινός στεναγμός, χαρούμενη συντριβή, σταμάτημα της πολυλογίας, αφορμή ησυχίας, φρουρός της υπακοής, ελαφρότης του ύπνου, υγεία του σώματος, πρόξενος της απαθείας, άφεσις των αμαρτημάτων, θύρα και απόλαυσις του παραδείσου.
 
32. Ας συλλάβωμε και ας ανακρίνωμε και αυτόν τον εχθρόν -προπαντός αυτόν- πού ευρίσκεται επικεφαλής όλων των επικινδύνων εχθρών μας. Αυτόν πού είναι η θύρα των παθών, η πτώσις του Αδάμ, η απώλεια του Ησαύ, ο όλεθρος των Ισραηλιτών, η ασχημοσύνη του Νώε, η προδοσία των Γομόρρων, η κατηγορία του Λώτ, η εξολόθρευσις των υιών του ιερέως Ηλεί, ο καθοδηγητής προς τους μολυσμούς. Ας την ανακρίνωμε -την γαστριμαργία- από πού γεννάται, ποιοι είναι οι απόγονοί της, ποιος είναι αυτός πού την συντρίβει και ποιος αυτός πού την εξολοθρεύει τελείως.
 
"Λέγε μας, ώ τύραννε όλων των ανθρώπων, σύ πού τους εξαγοράζεις όλους με το χρυσάφι της απληστίας, από πού εισέρχεσαι μέσα μας; Και τι εν συνεχεία συνηθίζεις να γεννάς εκεί; Και πώς μπορούμε να επιτύχωμε την έξοδό σου και απομάκρυνσι από εμάς";
Εκείνη δε ταλαιπωρημένη από τις ύβρεις αυτές, γεμάτη μανία και αγριότητα μας αποκρίθηκε τυραννικά:
 
"Γιατί με ονειδίζετε σείς πού είσθε υπόλογοι απέναντί μου; Και πώς φροντίζετε να με αποχωρισθήτε, ενώ εγώ είμαι εκ φύσεως συνδεδεμένη μαζί σας; Θύρα για μένα είναι η φύσις των φαγητών. Αιτίας της απληστίας μου είναι η συνεχής χρήσις. Αφορμή δε της επικρατήσεως του πάθους μου είναι η προϋπάρχουσα συνήθεια, η αναισθησία της ψυχής και η λησμοσύνη του θανάτου."
 
"Και πώς ζητείτε να μάθετε τα ονόματα των απογόνων μου; Θα τους απαριθμήσω και θα πληθυνθούν περισσότερο από την άμμο. Ακούστε όμως ποιοι θεωρούνται ως υιοί μου πρωτότοκοι και αγαπητοί: Πρωτότοκός μου υιός είναι ο υπηρέτης της πορνείας. Δεύτερος η σκληροκαρδία. Τρίτος ο ύπνος. Από εμένα επίσης γεννώνται η θάλασσα των λογισμών, τα κύματα των μολυσμών, ο βυθός των κρυπτών και ανεκφράστων ακαθαρσιών."
 
"Ιδικές μου θυγατέρες είναι η οκνηρία, η πολυλογία, η «παρρησία», τα γέλια, τα αστεία και τα ευτράπελα, η αντιλογία, η σκληροτράχηλη διαγωγή και συμπεριφορά, η ανυπακοή, η αναισθησία, η αιχμαλωσία και υποδούλωσις (στα πάθη), η καύχησις, η θρασύτης. Επίσης και η αγάπη του καλλωπισμού, την οποία διαδέχονται η ρυπαρά προσευχή, ο ρεμβασμός των λογισμών και πολλές φορές συμφορές ανέλπιστες και απροσδόκητες, στις οποίες μάλιστα ακολουθεί η απελπισία πού είναι η πιο φοβερή από όλες."
 
"Εμένα με πολεμεί, αλλά δεν με νικά, η μνήμη των αμαρτημάτων. Υπερβολικά με εχθρεύεται η σκέψις του θανάτου. Εκείνο δε πού με καταστρέφει τελειωτικά δεν υπάρχει στους ανθρώπους. Όποιος απέκτησε μέσα του Τον Παράκλητο, Τον παρακαλεί εναντίον μου. Και Εκείνος καμφθείς από τις ικεσίες δεν με αφίνει να ενεργώ με εμπάθεια. Αυτοί πού δεν εγεύθηκαν την χάρι του Παρακλήτου, επιζητούν οπωσδήποτε να γλυκαίνωνται από την ιδική μου ηδονή."
 
Πρόκειται για ανδρεία νίκη! Όποιος την εκέρδησε, προχωρεί σύντομα προς την απάθεια και την κορυφή της σωφροσύνης.

από το βιβλίο "Κλίμαξ"
Ι.Μ.Παρακλήτου

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος και Ιαματικός.

Όσιος Αγαπητός ο Ανάργυρος και Ιαματικός (+1 Ιουνίου) με άφθαρτο λείψανο!


 
Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἔζησε στὴ Ρωσία περὶ τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Μεγάλη Λαύρα τοῦ Κιέβου στὰ χρόνια τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου του οποίου ήταν μαθητής († 10 Ἰουλίου). Ὁ Ὅσιος πράγματι ἦταν ἀγαπητὸς στὸν Θεὸ καὶ ἔτσι τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἡ φήμη του ἁπλώθηκε παντοῦ καὶ πλήθη πιστῶν ἔρχονταν στὸν Ὅσιο, γιὰ νὰ θεραπευθοῦν. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ τὸν ἀποκαλοῦσαν ἰατρό.

 
 
Το άφθαρτο λείψανο του Οσίου Αγαπητού

Στο Κίεβο ζούσε ένας διάσημος παθολόγος και δεν μπόρεσε να κάνει καλά μια γυναίκα. Έκεινη κατέφυγε στον Όσιο Αγαπητό ο οποίος την θεράπευσε. Ο γιατρός γεμάτος φθόνο προσπάθησε να τον δηλητηριάσει, ο Θεός όμως τον προστάτεψε και δεν επαθε τίποτα. 
 


 
Ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους, ἐθεράπευσε καὶ τὸν πρίγκιπα τοῦ Τσέρνιγκωφ Βλαδίμηρο Βσεβολόντοβιτς, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μεγάλος πρίγκιπας τοῦ Κιέβου μὲ τὴν ἐπωνυμία «Μονομάχος» (1114-1125). Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά του φυλάσσονται στὸ Σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου (Λάβρα Πετσέρσκα).

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Ο άγιος Δημήτριος ο Μοσχοβίτης.

Το άγιο παιδί Δημήτριος ο Μοσχοβίτης, ο Θαυματουργός και το άφθαρτο λείψανό του (+15 Μαίου).
 
 
Γιος του Ιβάν Δ’ του Τρομερού και αδελφός του τελευταίου τσάρου της δυναστείας των Ρούρικ, Θεόδωρου Ιβάνοβιτς, ο Δημήτριος γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1581.
 

Μετά τον θάνατο του Θεόδωρου κλήθηκε να τον διαδεχθεί, αλλά όντας μόνο εννέα χρονών και έχοντας κλίση προς την πνευματική ζωή μάλλον, παρά προς την διακυβέρνηση, οι υποθέσεις του κράτους ανατέθηκαν στον βογιάρο Μπόρις Γκοντούνωφ.
 
 
Ο φιλόδοξος, όμως, αυτός άνθρωπος δεν μπορούσε να αρκεστεί στην αντιβασιλεία και σχεδίαζε να απαλλαχθεί από τον νόμιμο διάδοχο του θρόνου.

Έτσι, στις 15 Μαΐου του 1591, έβαλε αδίστακτους ανθρώπους του να τον φονεύσουν στο Ούγκλιτς, όπου ζούσε ο πρίγκιπας με την οικογένειά του.
 
 
 
Στις 3 Ιουνίου 1606, τα λείψανά του, που είχαν μεταφερθεί στην Μόσχα για να αποκαλύψουν την άπατη του ψευδο-Δημητρίου, βρέθηκαν άφθορα και επιτέλεσαν πολλά θαύματα, ιδιαίτερα στην ίαση παιδιών. 

Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος, τόμος ένατος (Μάιος), σελίδα 187.

Πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Σεβασμός στους γονείς.

Δημήτριος Παναγόπουλος
 
Δόξα και τιμή στους γονείς μας. Και αν μεν ζουν ακόμη, ευλογημένα ας είναι τα γηρατειά τους και ανώδυνη και ειρηνική η δύση της παροδικής ζωής τους. Αν πάλι μετέβησαν προπορευόμενοι από εμάς στην αιωνιότητα, φως δικαίων ας τους καταυγάζει για πάντα. «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου» είναι θεία εντολή του δεκαλόγου. Και αρκεί απλά η μεταξύ των άλλων εντολών θέση της, για να πιστοποιήσει κάποιος πόσο κοντά προς τον Θεό είναι το υπούργημα του γονέα και πώς και πόση ιερότητα έχουν, για να αριθμούνται τα προς αυτούς καθήκοντα αμέσως μετά τα προς τον Θεό. Γι’ αυτό και από πολλούς λαούς πραγματικά θρησκευτικές τιμές αποδόθηκαν στον γονέα.

Οι πρόγονοί μας μάλιστα, οι βαθείς αυτοί και ευλαβείς ερευνητές των πραγμάτων, μία και την αυτή λέξη μεταχειρίζονταν, τη λέξη «ευσέβεια», για να δηλώσουν και τη στάση τους απέναντι στους γονείς και τη στάση τους απέναντι στον Ύψιστο. Επικατάρατος κατά τη Γραφή υπήρξε ο Χαμ, γιός του Νώε, επειδή ατίμασε και περιγέλασε τον πατέρα του, που από άγνοια μέθυσε και ξεγυμνώθηκε, τον οποίο και όφειλε να σεβαστεί και να περιποιηθεί (Γεν. 9:20-29). Επικατάρατους δε ανακήρυξε και ο Μωυσής επάνω στο όρος Γαιβάλ όλους αυτούς που ατιμάζουν τον πατέρα τους ή τη μητέρα τους· «και ερούσι πας ο λαός, γένοιτο!» (Δευτ. 27:16).

Απεναντίας υπάρχει παράδοση που λέει ότι, όταν πύρινο ρυάκι φλεγόμενης λάβας ξεπηδούσε από την Αίτνα και όλοι έφευγαν επιδιώκοντας την ατομική τους σωτηρία, ένας μόνο νέος άρπαξε τον γηραλέο και παράλυτο πατέρα του στους ώμους, για να τον σώσει. Και τι νομίζετε ότι συνέβη; Όλους τους άλλους τους κατέκλυσε η λάβα και εξαφανίστηκαν, και μόνο μπροστά από τον ευσεβή αυτό νέο υποχώρησε αφήνοντας μαρτυρία, ότι και τα άγρια ακόμη στοιχεία ευλαβούνται αυτούς που ευλαβούνται τους γονείς τους.

Η δόξα και τιμή των γονέων εξωτερικεύεται πρακτικότερα με το θέλημα της υπακοής και συμμόρφωσης: «Υιέ, φύλασσε νόμον πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου» (Παροιμ. 1:8).

Πολλές αποτυχίες και απογοητεύσεις μας θα προλαμβάνονταν, αν στον καιρό, που έπρεπε, ακούγαμε καλοπροαίρετα τις πατρικές και μητρικές συμβουλές. Διότι ποιος φίλος υπάρχει σε όλο τον κόσμο, που μας αγαπά με τόση αγία ανιδιοτέλεια, με όση οι γονείς μας, οι οποίοι και τα μάτια τους ακόμη θα ήσαν πρόθυμοι να βγάλουν και να μας δώσουν, μόνο και μόνο για να ευημερήσουμε; Γονιός που συμβουλεύει το κακό είναι κάτι απίστευτο. Αν και η ανθρώπινη μοχθηρία μπορεί ίσως κάποτε να φθάσει σε τέτοιο βαθμό κακοήθειας, ώστε και να εκμεταλλευτεί ηθικά ή υλικά τα αγαπημένα τέκνα του, οπότε το «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πραξ. 5:29) θα ορθωθεί ως λύση του αγρίου διλήμματος, αλλά καλό είναι να κρατάμε χωρίς ενδοιασμό την ιδέα, ότι στον πατέρα και στη μητέρα η ανθρώπινη φύση παρουσιάζεται στην αγνότερή της όψη και ότι η υπακοή των τέκνων στους γονείς είναι υποχρέωση ενδεδειγμένη και από τον θείο Νόμο και από το συμφέρον τους.

Άριστο παράδειγμα υιϊκής υπακοής μάς παρέχει ο προφήτης Ιερεμίας τους Ρηχαβίτες (Ιερ. 42:5-6). Ο προφήτης του Θεού τοποθέτησε μπροστά τους για δοκιμή στάμνα με κρασί και ποτήρια, προτρέποντάς τους να πιουν. Αλλά αυτοί είπαν: «Όχι, δεν θα πιούμε. Ο παππούς μας Ιωναδάβ άφησε εντολή στον πατέρα μας Ρηχάβ και μέσω αυτού στους απογόνους του όλους, να μην πιουν ποτέ κρασί. Και εμείς συμμορφωνόμαστε με ευλάβεια στην προγονική διαταγή, την οποία θα μεταδίδουμε πιστά και αιώνια στους απογόνους μας». Γι’ αυτό και ο Θεός ευλόγησε τους Ρηχαβίτες και μέχρι σήμερα δεν χάθηκε η γενιά τους.

Αλλά δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα οι Ρηχαβίτες. Γνωρίζουμε ανθρώπους γέροντες στους οποίους, όταν ήταν παιδιά, είπαν οι γονείς τους να μην πιάσουν λόγου χάρη ποτέ στα χέρια τους χαρτιά (τράπουλα), και πράγματι ποτέ δεν τα άγγιξαν. Αλλά παράδειγμα παραδειγμάτων είναι ο Κύριός μας, ο Οποίος, αν και ήταν Θεός, όταν έγινε άνθρωπος, υποτάχθηκε στη σεπτή Του Μητέρα και στον θετό Του πατέρα τον Ιωσήφ, παρέχοντας έτσι και σε εμάς την υποδειγματική εικόνα της υπακοής της ανθρώπινης νεότητας προς τις εντολές των μεγαλυτέρων.

Για την υπακοή αυτή υπάρχει τρόπος ακόμα πρακτικότερος, μέσω του οποίου εξωτερικεύουμε τη δόξα και την τιμή προς τους γονείς μας, η περίθαλψή τους κατά τα γηρατειά τους. Γιατί όπως το αμπέλι που φυτεύτηκε προσφέρει με ευγνωμοσύνη τα σταφύλια του στο φυτουργό του, έτσι και τα γεννηθέντα και εκτραφέντα τέκνα έχουν ιερή υποχρέωση να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους αποδίδοντας τα τροφεία στους τροφείς και γεννήτορές τους, όταν πλέον αυτοί δεν έχουν δυνάμεις να πορίζονται τα προς το ζην. Και η πληρωμή αυτή είναι ελάχιστη απέναντι στις χάρες που πήραν από αυτούς.

Γιατί πόσα δεν υπέφεραν οι γονείς μας για χάρη μας; Απερίγραπτες ενοχλήσεις και λιποθυμίες υφίσταται η μητέρα μας από τότε που είμαστε έμβρυα. Με οδύνες και οξύτατους πόνους μας έφερε στη ζωή φτάνοντας πολλές φορές μέχρι τις πύλες του θανάτου. Πέρασε έπειτα νύχτες και ημέρες, που τις δαπάνησε με αφοσίωση σε εμάς τρέφοντάς τις με το λευκό της αίμα (το γάλα), αγρυπνώντας όταν είμασταν άρρωστοι και προσευχόμενη για εμάς, χάνοντας τη νεότητα, τη ρώμη, την καλλονή, την υγεία, όλα, για να παρουσιάσει εμάς.

Ο δε πατέρας μας πρόσφερε τις δυνάμεις του σύροντας το άροτρο της ζωής, διαπλέοντας πελάγη κυρτωμένος από το βάρος των φροντίδων, άσπρισε από την πάλη της εργασίας, μόνο και μόνο για να προετοιμάσει με πολύ ωφέλεια το σήμερα και το αύριό μας.

Και τώρα τι ζητούν από τα παιδιά τους και οι δύο, ο πατέρας και η μητέρα; Μία γωνιά. Μία πολυθρόνα. Ένα γράμμα. Μία επίσκεψη. Ένα φιλί. Έναν παλμό. Ένα τρυφερό χέρι να τους κλείσει τα σβύνοντα βλέφαρά τους. Αυτά ζητούν.

Ποιο παιδί είναι τέτοιο τέρας ασπλαχνίας, ώστε να τα αρνηθεί; Δυστυχώς πολλά στην εποχή μας!!!

Γι’ αυτό παρακαλούμε: «Κύριε, μη λογαριάσεις σ’ εμάς αυτή την ασπλαγχία και αχαριστία μας».

(Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 12, έκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 184. Διασκευή για την koinoniaorthodoxias.org) 

Πηγή:
 alopsis.gr

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: Περί ακηδίας.

"Κλίμαξ"
ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
Περί ακηδίας

1. Πολλές φορές ένας από τους κλάδους της πολυλογίας, όπως το είπαμε καί προηγουμένως, είναι καί ο παρών, ο οποίος μάλιστα αποτελεί καί το πρώτο τέκνο της. Εννοώ την ακηδία. Γι΄αυτό καί της εδώσαμε την θέσι πού της αρμόζει μέσα στην αθλία αλυσίδα των παθών.
 
Ακηδία σημαίνει παράλυσις της ψυχής καί έκλυσις του νου, οκνηρία και αδιαφορία πρός την άσκησι, μίσος πρός τις μοναστικές υποσχέσεις. (Η ακηδία είναι ακόμη) αυτή που μακαρίζει τούς κοσμικούς, πού κατηγορεί τον Θεόν ότι δεν είναι ευσπλαγχνικός και φιλάνθρωπος, πού φέρνει ατονία την ώρα της ψαλμωδίας καί αδυναμία την ώρα της προσευχής. Αυτή πού μας κάνει σιδερένιους στα διακονήματα, αόκνους στο εργόχειρο, σπουδαίους στην πρακτική ζωή της υπακοής (εν αντιθέσει πρός την θεωρητική ζωή της ησυχίας).
 
2. Άνδρας που ασκεί την ζωή της υπακοής δέν γνωρίζει τί σημαίνει ακηδία, διότι φθάνει στα πνευματικά μέσω των αισθητών, (τα οποία αισθητά δέν φέρνουν ακηδία).
 
3. Το κοινόβιο είναι εχθρός της ακηδίας, ενώ σ΄ έναν ησυχαστή η ακηδία γίνεται σύζυγος αιώνιος∙ δεν θα τον αποχωρισθή πρίν από τον θάνατό του, καί πρίν έλθη το τέλος του θα τον πολεμά καθημερινά. Μόλις αντίκρυσε το κελλί του ησυχαστού εμειδίασε και αφού τον επλησίασε έστησε κοντά την σκηνή της.

4. Ο ιατρός επισκέπτεται τους ασθενείς το πρωί, ενώ η ακηδία τους ασκητάς το μεσημέρι. Η ακηδία προτρέπει το έργο του ξενοδόχου καί παρακαλεί να γίνωνται εργόχειρα για να προσφέρωνται ελεημοσύνες. Παρακινεί να γίνωνται με προθυμία επισκέψεις στους ασθενείς, υπενθυμίζουσα τον λόγο του Κυρίου: «Ησθένησα καί ήλθετε πρός με» (Ματθ. κε΄ 36). Μας παρακαλεί να πηγαίνωμε στους λυπημένους καί στους ολιγοψύχους. «Παραμυθείσθε τούς ολιγοψύχους» (Α΄ Θεσ. ε΄ 14) μας λέγει αυτή η ολιγόψυχη. Ενώ ιστάμεθα στην προσευχή, μας υπενθυμίζει διάφορα αναγκαία πράγματα και χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα, ώστε να μας αποτραβήξη από εκεί, σαν με ένα καπίστρι, με κάποια αιτία εύλογη, αυτή η παράλογη.
 
5. Ο δαίμων της ακηδίας στον μοναχό, τον οποίο έχει καταλάβει, δημιουργεί τις τρείς πρώτες ώρες -πρώτη, τρίτη καί έκτη- μία κατάστασι φρίκης, πονοκέφαλο καί πυρετό και ανακάτωμα του στομάχου. Μόλις φθάση η ενάτη ώρα παρατηρείται κάποια μικρή βελτίωσις. Μόλις στρωθή η τράπεζα, αναπηδά ο μοναχός από το στρώμα του. Μόλις έλθη η επομένη ώρα της προσευχής, αισθάνεται πάλι βεβαρημένο το σώμα του. Μόλις σταθή να προσευχηθή, η ακηδία τον βυθίζει πάλι στον ύπνο καί με άκαιρα χασμουρητά του αρπάζει από το στόμα τον στίχο της προσευχής.
 
6. Όλα τα άλλα πάθη καταπολεμούνται με μία αντίστοιχη αρετή το καθένα. Η ακηδία όμως είναι για τον μοναχό ένας ψυχικός θάνατος πού περιέχει όλα τα κακά.
 
7. Η ανδρεία ψυχή κατώρθωσε να αναστήση τον νου πού ήταν νεκρός. Η ακηδία όμως και η οκνηρία κατώρθωσαν να σκορπίσουν όλον τον πλούτο της ψυχής.
 
8. Εφ΄ όσον και η ακηδία είναι ένα από τα οκτώ πρωταρχικά πάθη της ψυχής, και μάλιστα το βαρύτερο, ας το αντιμετωπίσωμε και αυτό αναλόγως, όπως και τα άλλα. Πλήν ας προσθέσωμε και τούτο: Όταν δεν γίνεται ψαλμωδία και ακολουθία, η ακηδία δεν παρουσιάζεται. Και όταν τελείωσε ο κανών της προσευχής, τότε άνοιξαν οι οφθαλμοί.
 
9. Τον καιρό της ακηδίας φαίνονται οι βιασταί. Και τίποτε άλλο δεν προξενεί στον μοναχό τόσους στεφάνους όσο η ακηδία. Πρόσεξε καλά και θα την αντιληφθής να μην αφίνη τα πόδια σε ορθία στάσι, και να μας σπρώχνη, όταν καθώμαστε, να γέρνουμε στον τοίχο. Μας προτρέπει επίσης να κοιτάζωμε έξω από το παράθυρο, δημιουργώντας φανταστικά κτυπήματα και βήματα ποδιών. Εκείνος πού πενθεί τον εαυτό του δεν γνωρίζει τι θα πή ακηδία.
 
10. Ας δένεται και αυτός ο τύραννος με την μνήμη των πταισμάτων, και ας δέρνεται με το εργόχειρο. Και αφού συρθή με την σκέψι των μελλόντων αγαθών και σταθή εμπρός μας, ας ερωτάται καταλλήλως:
 
«Λέγε μας λοιπόν και σύ, παράλυτε και έκλυτε, ποιος είναι ο κακός γονεύς σου; Ποια είναι τα τέκνα σου; Ποιοι είναι αυτοί πού σε πολεμούν; Και ποιος ο φονευτής σου»;
 
Αυτός δε αναγκαζόμενος θα μας αποκρινόταν:
 
«Εγώ σε αυτούς πού ασκούν πραγματικά την ζωή της υπακοής, «ούκ έχω πού την κεφαλήν κλίναι». Σε όσους έχω τόπο, τους ευρίσκω στην ησυχία και συζώ μαζί τους. Οι ιδικές μου μητέρες είναι πολλές και διάφορες: Άλλοτε η ψυχική αναισθησία, άλλοτε η λησμοσύνη των άνω, και μερικές φορές η υπερβολική κόπωσις (είτε ψυχική είτε σωματική). Τα ιδικά μου τέκνα είναι: Οι μετακινήσεις από τον ένα τόπο στον άλλο πού γίνονται μαζί μου, η παρακοή στον πνευματικό πατέρα, η λησμοσύνη της Κρίσεως, και μερικές φορές η εγκατάλειψις της μοναχικής ζωής. Ιδικοί μου αντίπαλοι, από τους οποίους τώρα έχω δεθή, είναι η ψαλμωδία και το εργόχειρο. Εχθρική σ΄ εμένα είναι και η σκέψις του θανάτου, αλλά εκείνη πού με θανατώνει τελείως είναι η προσευχή, ενωμένη με την βεβαία ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Για το ποιος όμως εγέννησε την προσευχή ερωτήσατε την ίδια».
 
(Πρόκειται για) νίκη! Όποιος την κατέκτησε, είναι δόκιμος για κάθε καλό έργο.

από το βιβλίο "Κλίμαξ"
Ι.Μ.Παρακλήτου

Πηγή: imverias.blogspot.gr

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: Περί ψεύδους.

"Κλίμαξ"
ΛΟΓΟΣ ΔΩΔΕΚΑΤΟΣ
Περί ψεύδους

1. Από τον σίδηρο και την πέτρα (διά της προσκρούσεως) γεννάται η φωτιά, και από την πολυλογία και τα ευτράπελα το ψεύδος. Το ψεύδος είναι εξαφάνισις της αγάπης∙ και η επιορκία άρνησις του Θεού.
 
2. Κανείς συνετός άνθρωπος άς μη θεωρή μικρό το αμάρτημα του ψεύδους, διότι το Πανάγιον Πνεύμα εξέδωσε εναντίον του την πιο φοβερή απόφασι: «Απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος» (Ψαλμ. ε' 7), όπως λέγει ο Δαβίδ προς τον Θεόν. Και εάν συμβή αυτό, τι πρόκειται να πάθουν εκείνοι πού συρράπτουν επί πλέον το ψεύδος με τους όρκους;
 
3. Εγνώρισα μερικούς που εκαυχώντο για τα ψεύδη τους. Αυτοί κατώρθωναν και έκαναν τους άλλους να γελούν με τις αστειότητες και τις αργολογίες τους, και έτσι εξαφάνιζαν ελεεινά το πένθος των μοναχών πού τους ακροάζονταν.
 
4. Όταν ιδούν οι δαίμονες ότι, μόλις αρχίση ο άθλιος ομιλητής να διηγήται τα ευτράπελα, προσπαθούμε να φύγωμε σαν από λοιμώδη ασθένεια, επιχειρούν να μας παρασύρουν με δύο απατηλούς λογισμούς: «Μη λυπήσης τον ομιλητή», μας συμβουλεύουν, ή «μη θέλεις να φανής πιο ευλαβής από όλους τους άλλους»! Φεύγε αμέσως, μην αργοπορήσης∙ ειδεμή στην ώρα της προσευχής θα σου έρχωνται στον νου αστεία. Και όχι μόνο να φεύγης, αλλά και να διαλύης με ευσεβή τρόπο το «πονηρόν συνέδριον», φέροντας στο μέσον την μνήμη του θανάτου και της Κρίσεως. Είναι καλύτερο ίσως να σε βρέξουν μερικές σταγόνες κενοδοξίας, προκειμένου να γίνης πρόξενος ωφελείας σε τόσους.

5. Η υποκρισία είναι πολλές φορές μητέρα και αιτία του ψεύδους. Τίποτε άλλο, λέγουν μερικοί, δεν είναι η υποκρισία, παρά μελέτη και δημιουργός του ψεύδους πού έχει μαζί της συμπεπλεγμένο τον ένοχο και άξιο τιμωρίας όρκο. Αυτός πού απέκτησε τον φόβο του Κυρίου, αποξενώθηκε από το ψεύδος, διότι έχει μέσα του ως αδέκαστο δικαστή την συνείδησί του.
 
6. Όπως σε όλα τα πάθη, έτσι και στο ψεύδος παρατηρούμε διαφορά ως προς την πνευματική βλάβη πού προξενεί. Επί παραδείγματι: Διαφορετική είναι η ενοχή ενός πού ψεύδεται από τον φόβο της τιμωρίας, και διαφορετική όταν δεν υπάρχη κίνδυνος. Άλλος πάλι είπε ψεύδος χάριν της τρυφής, άλλος χάριν της φιληδονίας, κάποιος για να κάνη τους άλλους να γελάσουν και άλλος για να επιβουλευθή και κακοποιήση τον αδελφό του.
 
7. Με τις τιμωρίες των κοσμικών αρχόντων το ψεύδος μειώνεται πολύ. Με το πλήθος όμως των δακρύων της κατανύξεως, εξαφανίζεται ολοσχερώς. Ο δαίμων πού μας προτρέπει στο ψεύδος προφασίζεται διαφόρους «οικονομικούς» λόγους και έτσι παρουσιάζει σαν μεγάλη αρετή αυτό πού αποτελεί απώλεια της ψυχής. Εκείνος πού πλάθει ψεύδη παρουσιάζεται ότι μιμείται την Ραάβ, (η οποία εχρησιμοποίησε το ψεύδος, για να σώση τους κατασκόπους του Ισραήλ), και νομίζει ότι με την ιδική του απώλεια προξενεί σωτηρία στους άλλους.
 
8. Όταν καθαρισθούμε τελείως από το πάθος του ψεύδους, τότε, σε μία εξαιρετική περίστασι, άς το χρησιμοποιήσωμε, αλλά και πάλι με φόβο. Το νήπιο δεν γνωρίζει το ψεύδος. Ομοίως και η ψυχή πού δεν έχει πονηρία. Εκείνος πού ευφράνθηκε από τον οίνο (και εμέθυσε), θα ομολογήση ακουσίως κάθε αλήθεια. Και εκείνος πού εμέθυσε από την κατάνυξι, δεν θα μπορέση να ψευσθή.
 
Βαθμίς δωδεκάτη! Όποιος την ανέβηκε απέκτησε την ρίζα των καλών.

από το βιβλίο "Κλίμαξ"
Ι.Μ.Παρακλήτου
 
Πηγή: imverias.blogspot.gr

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: Περί πολυλογίας και σιωπής.

"Κλίμαξ"
ΛΟΓΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ
Περί πολυλογίας και σιωπής

1. Έχομε αναφέρει με συντομία στα προηγούμενα ότι είναι πολύ επικίνδυνο, και γι΄ αυτούς ακόμη πού θεωρούνται πνευματικοί, να κρίνουν τους άλλους, πράγμα πού υπεισέρχεται ανεπαίσθητα. Και είναι το να κρίνη κανείς τους άλλους σαν να κρίνη τον εαυτόν του και να τιμωρήται από την γλώσσα του. Τώρα λοιπόν η σειρά των λόγων απαιτεί να ομιλήσωμε για την αιτία και την θύρα από όπου εισέρχεται και εξέρχεται το πάθος της πολυλογίας.
 
2. Η πολυλογία είναι η καθέδρα της κενοδοξίας. Καθισμένη επάνω της η κενοδοξία προβάλλει και διαφημίζει τον εαυτόν της. Η πολυλογία είναι σημάδι αγνωσίας, θύρα της καταλαλιάς, οδηγός στα ευτράπελα, πρόξενος της ψευδολογίας, σκορπισμός της κατανύξεως. Είναι αυτή που δημιουργεί και πού προκαλεί την ακηδία. Είναι πρόδρομος του ύπνου, διασκορπισμός της «συννοίας», αφανισμός της φυλακής του νοός, απόψυξις της πνευματικής θερμότητος, αμαύρωσις της προσευχής.

3. Η σιωπή που ασκείται με επίγνωσι και διάκρισι είναι μητέρα της προσευχής, επιστροφή από την αιχμαλωσία, διαφύλαξις του θείου πυρός, επιστάτης των λογισμών, σκοπός που παρατηρεί τους εχθρούς, δέσμευσις του πένθους, φίλη των δακρύων, καλλιεργητής της μνήμης του θανάτου, ζωγράφος της αιωνίου κολάσεως, επίμονος εξεταστής της Κρίσεως, πρόξενος πνευματικής ανησυχίας και λύπης, εχθρός της παρρησίας, σύζυγος της ησυχίας, αντίπαλος της αγάπης να κάνη τον διδάσκαλο, αύξησις της πνευματικής γνώσεως, δημιουργός θείων θεωρημάτων, μυστική πνευματική πρόοδος, κρυφή πνευματική ανάβασις.
 
4. Όποιος εγνώρισε τα παραπτώματά του, εχαλιναγώγησε την γλώσσα του, ενώ ο πολύλογος δεν εγνώρισε ακόμη καθώς πρέπει τον εαυτόν του. Ο φίλος της σιωπής προσεγγίζει τον Θεόν και συνομιλώντας μυστικά μαζί Του φωτίζεται από Αυτόν. Η σιωπή του Ιησού εδημιούργησε στον Πιλάτο σεβασμό. Και η ηρεμία και η σιωπή ενός (ταπεινού) ανδρός καταργεί την κενόδοξη καυχησιολογία ενός άλλου.
 
5. Ο Πέτρος, επειδή ωμίλησε, έκλαυσε πικρά. Ελησμόνησε εκείνον πού είπε: «Είπα, φυλάξω τάς οδούς μου, του μη αμαρτάνειν με έν γλώσση μου» (Ψαλμ. λη΄ 1). Και τον άλλον πού είπε: «Κρείσσον πεσείν από ύψους είς γήν ή από γλώσσης» (πρβλ. Σ. Σειράχ κ΄ 18).
 
6. Αλλά δεν επιθυμώ να γράψω περισσότερα γι΄ αυτά τα θέματα, παρ΄ όλον ότι με προτρέπουν σε αυτό οι πονηρίες των παθών, (με προτρέπουν δηλαδή να χρησιμοποιήσω την πολυλογία, ενώ ομιλώ για την σιωπή). Τούτο μόνο θα προσθέσω: Άκουσα κάποτε έναν μοναχό, πού ήθελε να εξετάση μαζί μου το θέμα της ησυχίας, να λέγη ότι η πολυλογία οπωσδήποτε γεννάται από τις εξής αιτίες: Ή από κακή συναναστροφή και κακή συνήθεια -αφού η γλώσσα, έλεγε, είναι μέλος του σώματος, όπως διαπαιδαγωγηθή, έτσι κατ΄ ανάγκην και θα συνηθίση- ή πάλι από κενοδοξία, πράγμα που συμβαίνει περισσότερο σε όσους έχουν πνευματικό πόλεμο, ή, μερικές φορές, από την γαστριμαργία. Γι΄αυτό πολλοί πολλές φορές δαμάζοντας την κοιλία δεσμεύουν με βία και την γλώσσα και την καθιστούν ανίσχυρη για πολυλογία.
 
7. Αυτός που φροντίζει για την ώρα του θανάτου του, ωλιγόστευσε τα λόγια του. Και αυτός πού απέκτησε πένθος στην ψυχή του, απέφυγε σαν φωτιά την πολυλογία.
 
8. Αυτός που αγάπησε την ησυχία, ασφάλισε το στόμα του. Και αυτός που ευχαριστείται να εξέρχεται από το κελλί του, εξέρχεται διότι τον διώχνει απ΄ εκεί το πάθος αυτό, (δηλαδή η πολυλογία).
 
9. Εκείνος πού εδοκίμασε την οσμή του υψίστου και θείου πυρός, αποφεύγει την συνάντησι των ανθρώπων, όπως η μέλισσα τον καπνό. Την μέλισσα την διώχνει ο καπνός, και αυτόν τον ενοχλεί η συνάντησις των ανθρώπων.
 
10. Πολύ ολίγοι μπορούν να κρατήσουν το νερό χωρίς κάποιο φράγμα και κάποιο βοηθητικό μέσο. Ολιγώτεροι όμως είναι εκείνοι πού μπορούν να δαμάσουν ένα απύλωτο στόμα.
 
Βαθμίς ενδεκάτη! Όποιος ενίκησε, περιέκοψε διά μιας πλήθος από κακά.

από το βιβλίο "Κλίμαξ"
Ι.Μ.Παρακλήτου 
 
Πηγή: imverias.blogspot.gr

Τα εμπόδια της μετανοίας: Η προφασιολογία και η μεταβίβαση των ευθυνών.

Αρχιμ. Σαβαστιανός Τοπάλης

Το πρώτο περιστατικό που μελετούμε ανοίγοντας την Αγία Γραφή είναι η πτώση των πρωτοπλάστων, του Αδάμ και της Εύας, με την γεύση, του απαγορευμένου καρπού. Μόλις γεύτηκαν και ένιωσαν την αμαρτία και το λάθος τους, δεν άντεξαν την τραγικότητά του, θέλησαν να ξεφύγουν από τις ενοχές και να κρατήσουν το καλό πρόσωπο μπροστά στον Θεό. Τότε άρχισαν να εμφανίζονται η φοβία, η φυγή (το κρυφτούλι), η ντροπή και οι μηχανισμοί απώθησης των ενοχών με την ψευδαίσθηση της εσωτερικής λύτρωσης και της τακτοποίησης του προσώπου τους. Επέπεσε μέσα τους ένας φόβος πώς θα αντικρύσουν τον Θεό, εφ’ όσον αμάρτησαν και παρέβησαν τον νόμο Του.

Η ουσία ήταν ότι φοβούνταν πώς θα δουν το πρόσωπό τους πεσμένο και ταπεινωμένο μπροστά στο Θεό και πώς θα αποδέχονταν ότι ήταν ελλιπείς και ότι είχαν υποπέσει σε λάθος. Ο φόβος αυτός τους τρέπει σε φυγή για να κρυφτούν. Στην ουσία καταφεύγουν στο κρυφτούλι για να μη βλέπουν το χάλι τους και την στραπατσαρισμένη εικόνα τους. Τότε εμφανίζεται ως άμεσο ψυχικό σύμπτωμα και η ντροπή. Αντιλαμβάνονται ότι είναι γυμνοί και τρέχουν με φόβο να ντυθούν και να κρυφτούν με το άκουσμα του ερχομού του Κυρίου. Αυτές οι εξωτερικές ασυλλόγιστες και εν μέσω πανικού ενέργειες εκφράζουν την εγωιστική αδυναμία τους να αποδεχτούν το λάθος τους και καταφεύγουν σ’ ένα τόσο παιδιάστικο κρυφτούλι. Με τα ρούχα που φόρεσαν ήθελαν στην ουσία να σκεπάσουν την γύμνια της ψυχής των που προκλήθηκε από την αμαρτία. Πώς όμως να κρυφτούν από τον Θεό, που μπορεί να βλέπει τα κρύφια των ανθρώπων; Το τραγικότερο όλων είναι πως δεν έχουν καταλάβει την αγάπη του Δημιουργού, θεωρούν τις σχέσεις τους με το Θεό υπαλληλικές, τον βλέπουν ως κριτή και τον φοβούνται ως τιμωρό. Όταν τους βρήκε ο Θεός στον Παράδεισο και τους ξετρύπωσε από την φοβική κρυψώνα τους, Τον είδαν κατάματα και ζούσαν την δική τους τραγικότητα της αμαρτίας. Τότε ξεκίνησαν οι μηχανισμοί απώθησης της ηθικής συνειδήσεως, τουτέστιν οι προφάσεις και η μεταβίβαση των ενοχών στους άλλους με σκοπό να κρατήσουν εγωιστικά το πρόσωπό τους. Πλέον δεν μπορούσαν να κρυφτούν και άρχισαν να δικαιολογούνται και να επιρρίπτουν τις ευθύνες στους άλλους. Προτίμησαν την μεταβίβαση των ενοχών παρά την αληθινή μετάνοια. Και ίσως ο Παράδεισος να μη χανόταν, αν άνθιζε η μεγάλη αρετή της ταπείνωσης και της μετανοίας. Ο Αδάμ απερίσκεπτα και εγωιστικά έλεγε ότι η γυναίκα του έφταιγε και η Εύα ακόμη πιο πολύ είπε ότι το φίδι είναι η αιτία. Τελικά, αυτός που έφταιγε ήταν ο Δημιουργός που δημιούργησε και την γυναίκα και το φίδι…

Αυτό το «κρυφτούλι» με την προφασιολογία, την μεταβίβαση ευθυνών και την δικαιολογία μετά από την αμαρτία είναι το μόνιμο παιδιάστικο εσωτερικό εμπόδιο για την υγιή μετάνοια και την ψυχική ισορροπία. Μονίμως δικαιολογούνται οι πάντες και αυτό-αμνηστεύονται ρίχνοντας την ευθύνη στους άλλους και κυρίως στον διάβολο που τους παρέσυρε. Σε μόνιμη βάση επιτρέπουν μία κακία και πικρία να κατακάθεται μέσα τους με την δικαιολογία ότι οι άλλοι τους επηρεάζουν, τους κακοφέρονται και παρασύρονται κι αυτοί να αμαρτάνουν. Για όλα οι άλλοι φταίγουν· στήνουν ως είδωλο τον εαυτό τους και τον λατρεύουν και δεν του επιτρέπουν ευθυνοκεντρικά να δει το δικό του λάθος. Όλο αυτό το σκηνικό δημιουργεί μία εσωτερική μιζέρια, έναν πνευματικό μαρασμό και μία εγωιστική τοποθέτηση, που γεννάει αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις.

Αυτόν τον τύπο του ανθρώπου θα τον δει κανείς ακόμη και στο εξομολογητήριο να προσπαθεί να αμνηστευτεί ενώπιον του Θεού με τις δικαιολογίες και την κατάκριση των άλλων και την απόκρυψη του εαυτού του. Το τραγικότερο όλων είναι που αποζητάει να παρασύρει και τον Πνευματικό στο παιχνίδι του αυτό, να τον αμνηστεύσει δηλαδή και εκείνος, και κυρίως να του επιβεβαιώσει την αθωότητά του και να τον χαϊδέψει και να τον καλοπάρει για την αγιοσύνη του και να του πει τελικά ότι αυτός δεν φταίει που οι άλλοι τον τυραννούν με το να τον παρασέρνουν στην αμαρτία. Ο άγιος χώρος του Εξομολογητηρίου βεβηλώνεται και γίνεται ο χώρος της αυτοαμνήστευσης και της σκληρής κατακρίσεως των άλλων. Οι ανθρώπινοι αυτοί τύποι αποδέχονται μεν ότι υπάρχουν λάθη αλλά εγωιστικά φεύγουν από τις ευθύνες. Ξεσπούν σε κατηγορητήριο των άλλων, κλαίνε για την δυσκολία τους, επιρρίπτουν την αιτία της μιζέριας των στους άλλους, αυτοεπαινούνται και αυτοπροβάλλονται ως καλοί και άκακοι, προσπαθούν να προκαλέσουν την λύπηση του Πνευματικού με κύριο σκοπό να λάβουν τον έπαινο του αγίου και το χάδι του καλού παιδιού που αδίκως υποφέρει. Όμως στην ουσία όλα τα κάνουν για να κρυφτούν από την δύσκολη διαδικασία της αυτογνωσίας και αυτοεξέτασης. Όταν ο Πνευματικός τους τούς αποκαλύπτει τα λάθη τα δικά τους και την δική τους έλλειψη αγάπης και τους ωθεί σε μία ευθυνοκεντρική κίνηση για την λύση των προβλημάτων τους, τότε αυτοί γίνονται εχθροί και φεύγουν σκυθρωποί σαν τον πλούσιο νεανίσκο, που ο Χριστός του αποκάλυψε την αιτία της μιζέριας του και έφευγε λυπούμενος. Όμως στην εξομολόγηση οφείλουμε να έχουμε την αίσθηση και την επίγνωση ότι δεν πηγαίνουμε ούτε για να πάρουμε τα εύσημα της αγιότητος, αλλά ούτε και να αποκαλύψουμε εμείς τον εαυτό μας, αλλά πηγαίνουμε για να μας αποκαλυφθεί από τον Θεό το ποιοι είμαστε και ποια είναι τα λάθη μας. Το Εξομολογητήριο δεν είναι ένας τόπος απενοχοποίησης και αμνήστευσης, αλλά ο τόπος της ταπεινής αποδοχής των αμαρτιών και της ειλικρινούς ομολογίας, καθώς και ο τόπος της αγάπης και της συγχώρησης του Θεού Πατρός.

Αυτή η μεταβίβαση ευθυνών γίνεται αιτία πολλών ψυχολογικών διαταραχών. Τρομάζει ο άνθρωπος να δει τον εαυτό του και να αναλάβει τις ευθύνες του, νιώθει πως καταδιώκεται σε έναν αφανισμό του πορτραίτου του. Φοβάται να αντιμετωπίσει τα λάθη του και πανικοβάλλεται μπροστά στην απόρριψη του εαυτού του. Αυτό είναι φυσικό από μία άποψη, διότι έτσι νομίζει ότι μπορεί να κρατήσει το πρόσωπό του, με το να κρυφτεί και να δικαιολογηθεί. Όμως είναι το πλέον εγωιστικό και αρρωστημένο, διότι αποφεύγει την αλήθεια και την αποδοχή της αμαρτωλότητός του. Μέσα στα χρόνια της ζωής του σιωπηλά και υποσυνείδητα πλανιέται η ενοχικότητα, που κατακάθεται μέσα του και γεννά τελικά τις έντονες φοβίες. Η απώθηση των αμαρτιών εκδικείται με την εμφάνιση ψυχολογικών προβλημάτων. Πίσω από την σωρεία των φοβιών και της ανασφάλειας μπορεί να δει κανείς ξεκάθαρα τις απωθημένες ενοχές που τον οδήγησαν εκεί. Κατά κανόνα ψυχολογικό και πνευματικό η κάθε ψυχική νόσος κρύβει πίσω της την σύγκρουση του ανθρώπου με τον ηθικό νόμο και την συνείδησή του. Είναι ο καρπός της απωθημένης συνειδήσεως. Τελικά, ο άνθρωπος πληρώνει πολύ σκληρά τον εγωισμό του και την απώθηση των ενοχών. Όμως η μετάνοια και η συγχώρηση του Θεού είναι αυτή που του δίνει την ελπίδα για έναν καλύτερο εαυτό και τον επαναφέρει στο αρχαίο κάλλος και την εικόνα την θεϊκή. Ο Θεός είναι ο «μανικός εραστής των μετανοούντων» (Ιερός Χρυσόστομος). Ο αμαρτωλός είναι αγαπητός παρ’ όλες τις αμαρτίες του και ο Κύριος δεν κρίνει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του, αλλά από τη μετάνοιά του.

Η πρώτη λοιπόν αρνητική αντιμετώπιση των ενοχών με τον τρόπο της απώθησης και μη παραδοχής είναι η προφασιολογία και η μεταβίβαση των ενοχών σε άλλους.

(Από το βιβλίο «Μετάνοια και ψυχική υγεία κατά τον Ιερό Χρυσόστομο» του Αρχιμ. Σεβαστιανού Τοπάλη, Αρχιερατικού Επιτρόπου Αμυνταίου, Εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας)

Πηγή: alopsis.gr

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Ο σύγχρονος μεγάλος πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας.

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

 https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiWHvlScoNUdF5Tjg_sulcFcciFCFi-dVmBE3NfzJO4U9uuttJJAZyhaxxb0V9pDfvzhT_9mSUtgpFcA-tyLyY3GwHiSsW3IB27lqIU_Se7K7CUuz7v1-Wd95rf-d7W5RH7AaY1ahBnbow/s640/result5.jpg
 
Η σερβική Ορθοδοξία έχει να επιδείξει μια σειρά μεγάλων αγίων, οι οποίοι λάμπρυναν την Εκκλησία του Αγίου Σάββα. Ένας από αυτούς υπήρξε ο νεοφανής άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, μια όντως μεγάλη ασκητική και πατερική μορφή του περασμένου αιώνα.

Γεννήθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού στα 1894, στην πόλη Βράνιε της νοτίου Σερβίας. Οι ευσεβείς γονείς του Σπυρίδων και Αναστασία του έδωσαν το όνομα Ευάγγελος. Καταγόταν από ιερατική οικογένεια και το επώνυμο του Πόποβιτς σημαίνει Παπαδόπουλος. Μεγάλωσε με ευσέβεια είχε την τύχη να δει να θεραπεύεται θαυματουργικά η μητέρα του στη Μονή Πτσίνσκι από τον άγιο Πρόχορο. Από μικρός συνήθιζε να μελετά το Ευαγγέλιο και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Ιδιαίτερα τον σαγήνευε η ανάγνωση συναξαρίων και πατερικών συγγραμμάτων. Θεωρούσε τους Πατέρες της Εκκλησίας ως τους αληθινούς σοφούς.
 
Το 1905 ο μικρός Ευάγγελος γράφηκε στην Εκκλησιαστική Σχολή του Αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, έχοντας ως δάσκαλό του τον φωτισμένο άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς. Το 1914, μόλις τέλειωσε τη σχολή, ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε ως νοσοκόμος. Ακολούθησε την τύχη του σερβικού στρατού και βρέθηκε εξόριστος στην Κέρκυρα. Καθ’ οδόν ένοιωσε την κλήση να γίνει μοναχός. Η κουρά του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 1916 στην Σκόδρα, από τον Μητροπολίτη Βελιγραδίου Δημήτριο, δίνοντάς του το όνομα Ιουστίνος.
 
Κατόπιν έφυγε από την Κέρκυρα, με τη βοήθεια του Μητροπολίτη Δημητρίου, για την Αγία Πετρούπολη για θεολογικές σπουδές. Όμως λόγω των πολιτικών εξελίξεων, έφυγε για την Οξφόρδη. Ύστερα από δύο χρόνια σπουδών υπέβαλε για έγκριση την διδακτορική του διατριβή με τίτλο: «Ή θρησκεία και ή φιλοσοφία του Ντοστογιέφσκι». Όμως αυτή απορρίφτηκε, λόγω της κριτικής του στις κακοδοξίες του δυτικού Χριστιανισμού και την υπεράσπιση του ορθοδόξου Ντοστογιέφσκι.
 
Στα 1919, μετά το τέλος του πολέμου γύρισε στην πατρίδα του και διορίστηκε καθηγητής θεολογίας στο Σρέμσκι Κάρλοβτσι. Σύντομα παραιτήθηκε και μετέβηκε στην Αθήνα για τη συνέχιση των θεολογικών σπουδών του. Το 1926 έλαβε διδακτορικό πτυχίο στην Πατρολογία, με θέμα: «Το πρό­βλημα του προσώπου και της γνώσεως στον Άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο». Παράλληλα έμαθε άπταιστα την παλαιοσλαβική, την αρχαιοελληνική, την λατινική, την ρωσική, την νεοελληνική, την αγγλική, την γερμανι­κή και την γαλλική γλώσσα.
 
Στη συνέχεια εργάστηκε ως καθηγητής στις Εκκλησιαστικές Σχολές Καρλοβικίου, της Πριζρένης και του Μο­ναστηρίου (Βίτολα). Το 1930 η Σερβική Εκκλησία τον έστειλε στην Τσεχοσλοβακία για ιεραποστολή σε κοινότητες ορθοδόξων, που είχαν αποκηρύξει την Ουνία. Το έργο του εκεί υπήρξε μεγάλο και γι’ αυτό εξελέγη Επίσκοπος της νεοσυσταθείσας Επισκοπής Καρπαθίας, αξίωμα που δεν αποδέχτηκε λόγω ταπεινώσεως.
 
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής βρέθηκε στη δοκιμαζόμενη Σερβία, περιφερόμενος σε διάφορες Μονές. Παράλληλα είχε διοριστεί καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Όμως με την επικράτηση της κομμουνιστικής εξουσίας το 1945, άρχισαν οι διώξεις κατά της Εκκλησίας. Διώχτηκαν 200 καθηγητές από το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και μαζί τους ο Ιουστίνος. Κατέφυγε στην Ιερά Μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία. Το 1946 και φυλακί­στηκε. Αργότερα δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο ως «εχθρός του λαού»! Σώθηκε χάρις στην παρέμβαση του Πατριάρχη Γαβριήλ, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από το Άουσβιτς και απαίτησε την αποφυλάκισή του.
 
Όμως διωγμένος από παντού, χωρίς σύνταξη και στερημένος από στοιχειώδη δικαιώματα, βρήκε καταφύγιο, ως πνευματικός, στη γυναικεία Μονή Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο νοτίου Σερβίας. Φυσικά ούτε εκεί βρήκε ησυχία, διότι οι άθεοι μαρξιστές τον παρακολουθούσαν ανελλιπώς και τον υπέβαλλαν συχνά σε εξοντωτικές ανακρίσεις στο Βάλιεβο. Ήταν σχεδόν έγκλειστος στη Μονή, διότι του απαγορεύονταν η έξοδος, χωρίς άδεια των αρχών, ιδιαίτερα όταν συνεδρίαζε η Ιερά Σύνοδος, για να μην έρχεται σε επαφή με τους Επισκόπους και τους επηρεάζει.
 
Ο έγκλειστος Ιουστίνος παρά τις απαγορεύσεις, τις εξουθενώσεις, τις φοβέρες και απειλές, προσευχόταν αδιάκοπα και ζούσε αυστηρή ασκητική ζωή. Τελούσε όλες τις ακολουθίες του ημερονυκτίου ανελλιπώς. Τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία και νήστευε (δεν έτρωγε καθόλου) κάθε Παρασκευή, την πρώτη εβδομάδα της Μ. Τεσσαρακοστής και την Μ. Εβδομάδα. Μνημόνευε καθημερινά εκατοντάδες ονόματα στη Θεία Λειτουργία.
 
Ο αυστηρός του όμως εγκλεισμός δεν στάθηκε εμπόδιο να γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο. Χιλιάδες ήταν οι επιστολές που έπαιρνε και επίσης χιλιάδες ήταν οι επισκέπτες του, από τη Σερβία και όλο τον κόσμο. Όταν έμενε μόνος στο ταπεινό κελί του, επί 28 χρόνια, έγραφε αδιάκοπα τα περισπούδαστα συγγράμματά του. Κοιμήθηκε ειρηνικά, όχι τυχαία, την ημέρα του Ευαγγελισμού, ημέρα της γεννήσεώς του, στις 25 Μαρτίου του 1979. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του έγινε το 2015 και αποτέλεσε σπουδαίο γεγονός για τη σερβική Εκκλησία και όλη την Ορθοδοξία. Αισθάνθηκαν οι πάντες την άρρητη ευωδία, η οποία εξήλθε από τον τάφο του! Η Σερβική Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 14 Ιουνίου.
 
Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ανήκει στις μεγάλες ιερατικές και θεολογικές μορφές της συγχρόνου Εκκλησίας, εφάμιλλος των μεγάλων Πατέρων της αρχαίας Εκκλησίας. Ο θεολογικός του λόγος καθαρός, ορθόδοξος, θεμελιωμένος στην Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Είναι ο θεολόγος του Θεανθρώπου, ο οποίος με θαυμάσιο πατερικό ύφος, θεολόγησε με καταπληκτική ακρίβεια την εν τω Θεανθρώπω απολύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Υπήρξε συνεπής ορθόδοξος και στηλίτευε την αίρεση. Με σαφή λόγο απόδειξε την αίρεση του παπισμού και του προτεσταντισμού, ως απόλυτο εκφυλισμό της σώζουσα Ορθοδοξίας. Ιδιαίτερα επικριτικός υπήρξε για την σύγχρονη μάστιγα του Οικουμενισμού, τον οποίο χαρακτήρισε ως «παναίρεση». Μας κληροδότησε πολυπληθή αριθμό βαθυστόχαστων θεολογικών έργων, εφάμιλλα των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, πολλά των οποίων κυκλοφορούν και στην ελληνική γλώσσα. Ο νεοφανής άγιος Ιουστίνος είναι το μεγάλο τεκμήριο ότι η παρουσία των αγίων στην Εκκλησία μας είναι συνεχής και αδιάκοπη, έως τα έσχατα. Φανερώνει το μόνιμο θαύμα στη ζωή της Εκκλησίας μας!

Πηγή: aktines.blogspot.gr
 
(Σχόλιο Εγκολπίου: Να συμπλρώσουμε ότι το έτος 1973, ο φωτισμένος π. Ιουστίνος, διέκοψε εκκλησιαστική κοινωνία με το Πατριαρχείο Σερβίας και κοιμήθηκε αποτειχισμένος. Διαμαρτυρόταν πατερικώς για την συμμετοχή στον οικουμενισμό της Εκκλησίας της Σερβίας.)

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: Περί καταλαλιάς.

"Κλίμαξ"
ΛΟΓΟΣ ΔΕΚΑΤΟΣ
Περί καταλαλιάς

1. Κανείς από όσους σκέπτονται ορθά δεν θα έχη, νομίζω, αντίρρησι ότι η καταλαλιά γεννάται από το μίσος και την μνησικακία. Γι΄αυτό και την ετοποθετήσαμε στην σειρά της μετά τους προγόνους της. Καταλαλιά σημαίνει γέννημα του μίσους, ασθένεια λεπτή, αλλά και παχειά∙ παχειά βδέλλα, κρυμμένη και αφανής, πού απορροφά και εξαφανίζει το αίμα της αγάπης. Σημαίνει υπόκρισις αγάπης, αιτία της ακαθαρσίας, αιτία του βάρους της καρδιάς, εξαφάνισις της αγνότητος.
 
2. Υπάρχουν κόρες που διαπράττουν αίσχη, χωρίς να κοκκινίζουν. Υπάρχουν και άλλες οι οποίες φαίνονται ντροπαλές, και όμως διαπράττουν, κρυφά, χειρότερα αίσχη από τις προηγούμενες. Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε και στα πάθη της ατιμίας. Τέτοιες κόρες είναι η υποκρισία, η πονηρία, η λύπη, η μνησικακία, η εσωτερική καταλαλιά της καρδιάς. Άλλη εντύπωσι δημιουργούν εξωτερικά και άλλος είναι ο στόχος τους.
 
3. Άκουσα μερικούς να καταλαλούν και τους επέπληξα. Και για να δικαιολογηθούν οι εργάτες αυτοί του κακού μου απήντησαν ότι το έκαναν από αγάπη και ενδιαφέρον προς αυτόν που κατέκριναν. Εγώ τότε τους είπα να την αφήσουν αυτού του είδους την αγάπη, για να μη διαψευσθή εκείνος που είπε: «Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού, τούτον εξεδίωκον» (Ψαλμ. ρ΄ 5). Εάν ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς τον άλλον, ας προσεύχεσαι μυστικά γι΄ αυτόν και άς μη τον κακολογής. Διότι αυτός ο τρόπος της αγάπης είναι ευπρόσδεκτος από τον Κύριον.

4. Επί πλέον άς μη λησμονής και τούτο, και έτσι οπωσδήποτε θα συνέλθης και θα παύσης να κρίνης αυτόν πού έσφαλε: Ο Ιούδας ανήκε στην χορεία των μαθητών, ενώ ο ληστής στην χορεία των φονέων. Και είναι άξιο θαυμασμού πώς μέσα σε μία στιγμή ο ένας επήρε την θέσι του άλλου!
 
5. Όποιος θέλει να νικήση το πνεύμα της καταλαλιάς, ας επιρρίπτη την κατηγορία όχι στον άνθρωπο που αμάρτησε, αλλά στον δαίμονα πού τον έσπρωξε στην αμαρτία. Διότι κανείς δεν θέλει να αμαρτήση στον Θεόν, μολονότι όλοι αυτοπροαίρετα αμαρτάνομε.
 
6. Είδα άνθρωπο πού φανερά αμάρτησε, αλλά μυστικά μετενόησε. Και αυτόν πού εγώ τον κατέκρινα ως ανήθικο, ο Θεός τον εθεωρούσε αγνό, διότι με την μετάνοιά του Τον είχε πλήρως εξευμενίσει.
 
7. Αυτόν που σου κατακρίνει τον πλησίον, ποτέ μη τον σεβασθής, αλλά μάλλον να του ειπής: «Σταμάτησε, αδελφέ. Εγώ καθημερινώς σφάλλω σε χειρότερα, και πώς μπορώ να κατακρίνω τον άλλον»; Έτσι θα έχης δύο οφέλη, με ένα φάρμακο θα θεραπεύσης και τον εαυτό σου και τον πλησίον.
 
8. Μία οδός, και μάλιστα από τις σύντομες πού οδηγούν στην άφεσι των πταισμάτων, είναι το να μη κρίνωμε, εφ΄ όσον είναι αληθινός ο λόγος του Κυρίου «μη κρίνετε, και ού μη κριθήτε» (Λουκ. στ΄ 37). Όπως δεν συμβιβάζεται η φωτιά με το νερό, έτσι και η κατάκρισις με εκείνον που αγαπά την μετάνοια.
 
9. Ακόμη και την ώρα του θανάτου του, αν ιδής κάποιον να αμαρτάνη, μήτε τότε να τον κατακρίνης. Διότι η απόφασις του Θεού είναι άγνωστη στους ανθρώπους. Μερικοί έπεσαν φανερά σε μεγάλα αμαρτήματα, κρυφά όμως έπραξαν πολύ μεγαλύτερα καλά. Έτσι εξαπατήθηκαν οι φιλοκατήγοροι, και εκείνο πού εκρατούσαν στα χέρια τους ήταν καπνός και όχι ήλιος.
 
10. Ας με ακούσετε, ας με ακούσετε όλοι εσείς οι κακοί κριταί των ξένων αμαρτιών. Εάν είναι αλήθεια, όπως και πράγματι είναι, ότι «έν ώ κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. ζ΄ 2), τότε ας είσθε βέβαιοι, ότι για όσα αμαρτήματα κατηγορήσαμε τον πλησίον είτε ψυχικά είτε σωματικά, θα περιπέσωμε σ΄αυτά. Και δεν είναι δυνατόν να γίνη διαφορετικά.
 
11. Όσοι είναι αυστηροί και σχολαστικοί κριταί των σφαλμάτων του άλλου, νικώνται από αυτό το πάθος, επειδή δεν απέκτησαν ακόμη για τα ιδικά τους αμαρτήματα ολοκληρωτική φροντίδα (γνώσι) και μνήμη. Διότι όποιος αφαιρέση «το περικάλυμμα της φιλαυτίας» και ιδή με ακρίβεια τα ιδικά του κακά, για τίποτε άλλο δεν θα φροντίση πλέον στην ζωή του, αναλογιζόμενος ότι ο χρόνος της ζωής του δεν του επαρκεί για να πενθήση τις ιδικές του αμαρτίες, έστω και αν θα εζούσε εκατό έτη, και αν θα έβλεπε ολόκληρο τον Ιορδάνη ποταμό να βγαίνη από τους οφθαλμούς του ως δάκρυ.
 
12. Περιεργάσθηκα καλά την κατάστασι του πένθους και δεν ευρήκα σ΄ αυτήν ίχνος καταλαλιάς ή κατακρίσεως.
 
13. Οι δαίμονες μας σπρώχνουν πιεστικά ή στο να αμαρτήσωμε ή, αν δεν αμαρτήσωμε, στο να κατακρίνωμε όσους αμάρτησαν, ώστε με το δεύτερο να μολύνουν οι κακούργοι το πρώτο. Ας γνωρίζης ότι γνώρισμα των μνησικάκων και φθονερών ανθρώπων είναι και τούτο: Τις διδασκαλίες, τά πράγματα ή τα κατορθώματα του άλλου τα κατηγορούν και τα διαβάλλουν με ευχαρίστησι και ευκολία, (νικημένοι και) καταποντισμένοι άθλια από το πνεύμα του μίσους.
 
14. Είδα μερικούς οι οποίοι μυστικά και κρυφά διαπράττουν σοβαρώτατα αμαρτήματα, και στηριζόμενοι στην υποκριτική καθαρότητά τους, επιτιμούν με αυστηρότητα αυτούς που υποπίπτουν σε μερικά μικρά σφάλματα, τα οποία και φανερώνουν.
 
15. Η κρίσις είναι αναιδής αρπαγή του δικαιώματος του Θεού, ενώ η κατάκρισις όλεθρος της ψυχής αυτού ο οποίος κατακρίνει.
 
16. Όπως η «οίησις» και χωρίς να υπάρχη άλλο πάθος, μπορεί να καταστρέψη τον άνθρωπο, έτσι και η κατάκρισις, εάν και μόνη υπάρχη μέσα μας, μπορεί να μας καταστρέψη ολοσχερώς, αφού άλλωστε και ο Φαρισαίος εκείνος της παραβολής εξ αιτίας αυτής κατεδικάσθη.
 
17. Ο καλός «ραγολόγος» τρώγει τις ώριμες ρώγες των σταφυλιών και δεν πειράζει καθόλου τις άγουρες. Παρόμοια ο καλόγνωμος και συνετός άνθρωπος, όσες αρετές βλέπει στους άλλους τις σημειώνει με επιμέλεια, ενώ ο ανόητος αναζητεί τα ελαττώματα και τις κατηγορίες. Γι΄ αυτόν μάλιστα έχει λεχθή: «Εξηρεύνησαν ανομίαν, εξέλιπον εξερευνώντες εξερευνήσεις» (Ψαλμ. ξγ΄ 7).
 
18. Μη κατακρίνης και όταν ακόμη βλέπης κάτι με τους ίδιους τους οφθαλμούς σου, διότι και αυτοί πολλές φορές εξαπατώνται.
 
Βαθμίς δεκάτη! Όποιος την κατέκτησε είναι εργάτης της αγάπης ή του πένθους.

από το βιβλίο "Κλίμαξ"
Ι.Μ.Παρακλήτου

Πηγή: imverias.blogspot.gr